Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατήχηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατήχηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Τον πάπα να καταράσθε Το είπε ο Άγιος Κοσμάς;

 Στο βίντεο ο π.Θεόδωρος μας διαβάζει ένα απόσπασμα από την εισήγησή του για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και έχει σχέση με το θέμα με το οποίο ασχολείται στη συνέχεια, θέμα που ενδεχομένως να γίνει και ένα μικρό βιβλίο με τίτλο: “Τον πάπα να καταράσθε”. Το είπε ο Άγιος Κοσμάς;  

Μεταξύ αλλων αναφέρετε στην μαρτυρία των λόγων του Μακρυγιάννη : «…Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας». Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα. Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω». Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον λόγον του. «τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον». Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας. Τρομάρα τους!!! Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί. Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες…». Μήπως κι ο Μακρυγιάννης λέει ψέματα;

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

📌 Κληρικοί, πανηγύρεις και χορός: τι λένε πραγματικά οι ιεροί Κανόνες;

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ΙΕΡΕΙΣ ΣΕ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ ΣΩΣΤΟ ΣΤΟ'ΉΛΑΘΟΣ 'Η ΛΑΘΟΣ; Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ + o I Ιερέας είναι ποιμένας και λειτουργός του Θεού και αι του λαού. Οφείλει δίνει ธงย παράδειγμα σεβασμού, σωφροσύνης και πνευματικής ανωτερότητας. 0 ΙΕΡΕΑΣ ΔΕΝ ZEI ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΟΥ. συμμετοχή. χορούς διασκέδασης μπορεί δημιουργεί σκανδαλο και να υποβαθμίζει ιερό του αξίωμα. ·Υπάρχουν περιπτώσεις που επμτρέπεται συμμετοχή διάκριση και μέτρο, κυρίως πολιτιστικέςι φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, χωρις έκθεση και επιτήδευση. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΑΓΑΠΗ- ΜΑΡΤΥΡΙΑ"


Γράφει ο Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
 
Η συζήτηση για τη συμμετοχή κληρικών σε πανηγύρεις, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, όταν τιμώνται άγιοι ή η Υπεραγία Θεοτόκος, χρειάζεται σοβαρότητα, ορθή ερμηνεία των ιερών Κανόνων και ποιμαντική διάκριση. Συχνά προβάλλεται η άποψη ότι «οι ιεροί Κανόνες απαγορεύουν γενικώς στους κληρικούς να χορεύουν σε κάθε πανηγύρι». Άλλοτε μάλιστα γίνεται επίκληση Αποστολικών Κανόνων, Κανόνων της Συνόδου της Λαοδικείας και Κανόνων της Καρθαγένης με τρόπο γενικό, χωρίς να εξετάζεται το ακριβές περιεχόμενό τους.
Το θέμα, όμως, δεν λύνεται με αφοριστικά συνθήματα. Οι Κανόνες της Εκκλησίας δεν είναι απλές απαγορευτικές διατάξεις αποκομμένες από το εκκλησιαστικό ήθος. Είναι ποιμαντικοί κανόνες θεραπείας, ευταξίας και προστασίας του εκκλησιαστικού σώματος. Γι’ αυτό πρέπει να διαβάζονται κυρίως σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων που τους θέσπισαν.
 
Το Kανονικό πλαίσιο
Οι βασικοί Κανόνες που σχετίζονται με το θέμα είναι κυρίως οι 53ος, 54ος και 55ος της Συνόδου της Λαοδικείας, καθώς και οι συγγενείς διατάξεις της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου.
Ο 53ος Κανών της Λαοδικείας λέγει:
«Οὐ δεῖ Χριστιανοὺς εἰς γάμους ἀπερχομένους βαλλίζειν ἢ ὀρχεῖσθαι, ἀλλὰ σεμνῶς δειπνεῖν ἢ ἀριστᾷν, ὡς πρέπει Χριστιανοῖς».
Δηλαδή: οι Χριστιανοί, όταν πηγαίνουν σε γάμους, δεν πρέπει να θορυβούν ή να χορεύουν με τρόπο ανάρμοστο, αλλά να δειπνούν ή να γευματίζουν με σεμνότητα, όπως αρμόζει σε Χριστιανούς.
Ο 54ος Κανών της Λαοδικείας ορίζει ότι οι κληρικοί δεν πρέπει να παρακολουθούν άσεμνα θεάματα σε γάμους ή δείπνα, αλλά πριν εισέλθουν οι ηθοποιοί, να σηκώνονται και να αποχωρούν.
Ο 55ος Κανών της Λαοδικείας απαγορεύει σε κληρικούς και λαϊκούς να οργανώνουν συμπόσια «ἐκ συμβολῆς», δηλαδή συνεστιάσεις που είχαν χαρακτήρα ασύδοτης ευωχίας ή πόσεως.
Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, ιδίως με τους Κανόνες 24, 51 και 62, επανέρχεται αυστηρότερα σε παρόμοια φαινόμενα: απαγορεύει στους κληρικούς και μοναχούς να συμμετέχουν σε ιπποδρομίες, θεάματα, σκηνικούς χορούς, μίμους, ειδωλολατρικά έθιμα, μεταμφιέσεις και διονυσιακές εκδηλώσεις. Εδώ πλέον προβλέπονται και αυστηρές ποινές, όπως καθαίρεση για κληρικούς και αφορισμός για λαϊκούς.
Άρα, οι Κανόνες πράγματι απαγορεύουν συγκεκριμένες μορφές διασκεδάσεως. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε τι ακριβώς απαγορεύουν: την αταξία, την ανάρμοστη συμπεριφορά, τη μέθη, το ειδωλολατρικό ήθος, τα θεατρικά και διονυσιακά δρώμενα (με το χυδαίο περιεχόμενο της εποχής εκείνης), και γενικώς ό,τι δεν συμβιβάζεται με τη σεμνότητα της χριστιανικής ζωής.
 
Η ερμηνεία των Κανονολόγων
Οι μεγάλοι βυζαντινοί Κανονολόγοι βοηθούν να κατανοήσουμε το πνεύμα των Κανόνων.
Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον 53ο Κανόνα της Λαοδικείας, επικαλείται τον Απόστολο Παύλο: «Εἴτε ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Α΄ Κορ. 10,31). Δηλαδή, ακόμη και η τροφή, το ποτό και η κοινωνική παρουσία του Χριστιανού πρέπει να έχουν μέτρο και να μη γίνονται αφορμή αταξίας.
Ο Αριστηνός συνοψίζει το νόημα του Κανόνα λέγοντας ότι το να παίζει κανείς ή να χορεύει σε γάμους με τρόπο απρεπή είναι ανάξιο του χριστιανικού ήθους.
Ο Βαλσαμών εξηγεί ότι το «βαλλίζειν» σημαίνει χορό ή κίνηση με κρότο, συχνά με κύμβαλα ή παρόμοια όργανα. Δεν περιγράφει απλώς μια ήρεμη κοινωνική παρουσία, αλλά ένα είδος θορυβώδους, και άτακτης διασκεδάσεως.
Ο Νικόδημος Μίλας, ερμηνεύοντας τη σχετική κανονική παράδοση, επισημαίνει ότι οι Κανόνες δεν καταδικάζουν το σεμνό γεύμα ή την ευπρεπή κοινωνική συναναστροφή, αλλά τις ακραίες διασκεδάσεις, τις οινοποσίες και τα γλέντια που οδηγούν σε σκανδαλισμό.
Σημαντική είναι και η γενικότερη αρχή που τονίζουν σύγχρονοι Ορθόδοξοι Κανονολόγοι: οι Κανόνες έχουν αιώνιο εκκλησιολογικό και ηθικό πυρήνα, αλλά η εφαρμογή τους απαιτεί διάκριση. Δεν διαβάζονται ούτε με ξηρό νομικισμό ούτε με αυθαίρετη χαλάρωση.
Διαβάζονται μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας.
 
Τι ακριβώς απαγορεύεται
Με βάση τους Κανόνες και την ερμηνεία τους, απαγορεύονται σαφώς τα εξής:
1. Οι άσεμνοι, προκλητικοί χοροί, ιδίως όταν παραπέμπουν σε κοσμικότητα, αισθησιασμό ή ειδωλολατρικά έθιμα.
2. Η συμμετοχή κληρικών σε χυδαία θεάματα και ασεβείς διασκεδάσεις.
3. Η μέθη, η κραυγαλέα διασκέδαση και οι ηθικές αταξίες, ιδίως όταν συνδέονται με εκκλησιαστική εορτή.
4. Η μετατροπή της μνήμης αγίων σε κοσμικό πανηγύρι, όπου ο άγιος γίνεται απλή αφορμή για γλέντι, εμπορικότητα, ασωτία ή λαϊκό θέαμα χωρίς πνευματικό περιεχόμενο.
5. Η χρήση ιερών χώρων για γλέντια ή κοσμικές διασκεδάσεις. Η Λαοδίκεια απαγορεύει τις «ἀγάπες» μέσα στους ναούς όταν αυτές χάνουν τον πνευματικό και φιλανθρωπικό τους χαρακτήρα.
6. Κάθε πράξη κληρικού που σκανδαλίζει πραγματικά τους πιστούς, διότι ο κληρικός δεν είναι απλώς ιδιώτης. Εκείνο που για έναν λαϊκό μπορεί να είναι απλώς απρεπές, για έναν κληρικό μπορεί να γίνει βαρύ σκάνδαλο, επειδή ο κληρικός εικονίζει ενώπιον του λαού το ιερατικό ήθος της Εκκλησίας.
 
Τα αυθαίρετα συμπεράσματα
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να αποδίδουμε στους Κανόνες όσα δεν λένε.
Οι Κανόνες δεν λένε ότι κάθε παρουσία κληρικού σε πανηγύρι είναι αντικανονική. Δεν απαγορεύουν στον κληρικό να παραστεί σε μια ενοριακή ή κοινοτική εκδήλωση, να ευλογήσει το τραπέζι, να χαιρετήσει τους πιστούς, να συμμετάσχει σε ένα γεύμα, να σύρει το χορό σύμφωνα με το έθιμο.
Δεν απαγορεύουν επίσης τη χαρά της εορτής. Η Εκκλησία δεν είναι εχθρός της χαράς. Η πανήγυρη ενός αγίου είναι πρώτα απ’ όλα θεία Λειτουργία, προσευχή, μνήμη αγιότητας, ευχαριστία και κοινωνία του λαού. Γύρω από αυτό το κέντρο μπορεί να υπάρξει και ανθρώπινη συνάντηση, τραπέζι, φιλοξενία και διασκέδαση.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εορτή παύει να είναι εκκλησιαστική και γίνεται καθαρά κοσμική. Όταν η μνήμη του αγίου γίνεται πρόσχημα για μέθη, επίδειξη, ασελγή χορό, άτακτα γλέντια ή δημόσια προβολή που μειώνει το ιερατικό ήθος.
Διόρθωση μιας συνηθισμένης υπερβολής
Τα κείμενα που συχνά κυκλοφορούν στα social media και υποστηρίζουν ότι «ο Αποστολικός κανών, ο 55ος της Λαοδικείας και ο 69ος της Καρθαγένης απαγορεύουν στους κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν συμπόσια, χορούς και παιχνίδια στις εορτές των αγίων» περιέχει έναν αληθινό πυρήνα, αλλά και Κανονική ασάφεια.
Ο αληθινός πυρήνας είναι ότι η Εκκλησία απαγορεύει την ειδωλολατρική, άσεμνη και άτακτη διασκέδαση, ιδίως όταν συνδέεται με ιερές μνήμες. Αυτό είναι σαφές.
Η ασάφεια βρίσκεται στο ότι συγχέονται διαφορετικοί Κανόνες. Ο 53ος της Λαοδικείας αφορά κυρίως τη συμπεριφορά των Χριστιανών σε γάμους. Ο 54ος αφορά τους κληρικούς και τα άσεμνα θεάματα σε γάμους ή δείπνα. Ο 55ος αφορά τα συμπόσια όπου συμβαίνουν άτοπα πράγματα. Οι Αποστολικοί Κανόνες μιλούν για μέθη, κυβεία, και άλλες εκτροπές, όχι όμως με την απλουστευμένη διατύπωση που συχνά τους αποδίδεται.
Επομένως, είναι εσφαλμένο να λέγεται γενικά και αδιακρίτως ότι «κάθε χορός κληρικού σε κάθε πανηγύρι συνεπάγεται καθαίρεση». Οι Κανόνες δεν λειτουργούν έτσι. Άλλο η κανονική απαγόρευση της άσεμνης και χυδαίας διασκεδάσεως, και άλλο η αυτόματη επιβολή ποινής χωρίς εκκλησιαστική κρίση και απόφαση.
Η ορθή Κανονική στάση είναι αυτή:
ούτε κοσμική χαλάρωση, ούτε άκριτος ζηλωτισμός· αλλά σεμνότητα, εκκλησιαστικό φρόνημα, υπακοή στον Επίσκοπο και διάκριση.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ: Τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ἤ Μεγάλη Παρασκευή;

 

 (Ἡ παραποίηση τοῦ λειτουργικοῦ τύπου τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).

 1


Ἀλγεινὰ αἰσθήματα μᾶς προκάλεσε κι ἐφέτος ἡ παραποίηση τοῦ λειτουργικοῦ τύπου τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Ἐπιτάφιοι νὰ περιφέρονται, σώματα τῆς Θεοτόκου ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως νὰ ἐναποτίθενται ἐντὸς κι ἐκτὸς ἐπιταφίων, νὰ λιτανεύονται στοὺς ὤμους καί τίς ἀγκαλιές τοῦ ἱερατείου καὶ φυσικὰ τὰ ἀνάλογα ἐγκώμια πρὸς μίμησην τῶν ἐγκωμίων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἰς τὴν ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κι ἔτσι ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ παραποιεῖται καὶ διαστρεβλώνεται ἡ ὀντολογικὴ προσέγγιση τῆς ἑορτῆς μὲ κύρια ἐπιδίωξη τὴν πρόκληση συναισθηματικοῦ φόρτου.

Ἀντὶ γιὰ τὴν ἀπ' αἰώνων κρυστάλλινη καταστάλαξη τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἀποκόπτεται βιαίως τὸ σῶμα τῆς Παναγίας καὶ ὀρφανὸ περιφέρεται.

Ἀντὶ γιὰ τὴν προσοχή μας στὴν ἀσύλληπτης ποιητικῆς ὀμορφιᾶς ὑμνολογία τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, ὅπου "κλῖμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται", προσγειωνόμαστε στὸν τάφο, σὲ πένθιμο κλίμα Μεγάλης Παρασκευῆς.

Ἀντὶ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ἔχουμε κηδεία καὶ ἐξαφάνιση τοῦ κυριοτέρου μέρους τῆς ἑορτῆς, ποὺ εἶναι ἡ μετάστασις τῆς Θεοτόκου στοὺς οὐρανούς.

Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι, ὅτι ὅλα αὐτὰ διαδίδονται μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ φωτὸς ἀπὸ ἐνορία σὲ ἐνορία καὶ ἀπὸ μητρόπολη σὲ μητρόπολη.

Κωνσταντίνος Σαμοΐλης, δάσκαλος

Θωμάς Γκιάτας, δάσκαλος

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

18.8.2026

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Μέ ρώτησε παλαιότερα κάποιος: Γιατί τιμῶμε τόσο πολύ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο;

 Γιατί τήν τιμῶμε ὄχι μόνο περισσότεροἀπ’ ὅλους τούς ἁγίους, ἀλλά καί ἀπό τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους;».

 
 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Τοῦ ἀπάντησα ὅτι οὔτε οἱ ἄγγελοι οὔτε οἱ ἀρχάγγελοι, οὔτε τά Χερουβεὶμ οὔτε τά Σεραφεὶμ εἶχαν τόσο στενή καί οὐσιαστική συμμετοχή στό ἔργο τῆς σωτηρίας μας,
ὅσο ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ.
Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
(Ἀπό τό βιβλίο Ἀπάνθισμα Ἐπιστολῶν
σελ. 83)

Τά ἱερά λείψαvα.



 (+) π.Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος  

Πιστεύουμε πὼς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προσλαμβάνεται στήν Ἐκκλησία, γίνεται δοχεῖο τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας χριστοφόρο καί πνευματοφόρο: «οὐκ οἴδατε ὅτι τά σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστίν; ἤ οὐκ oἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ, καί οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;… δοξάσατε τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. στ’ 15-20). «Αὐτός δέ ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη. Πιστός ὁ καλῶν ὑμᾶς, ὅς καί ποιήσει» (Α’ Θεσ. ε’ 23-24).

Τό ἀνθρώπινο σῶμα ἐξυψώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἔχει αἰώνιο προορισμό. Ὁ Χριστός θά «μετασχηματίσει», δηλαδή θά μεταμορφώσει τό ταπεινό μας σῶμα, ὥστε νά γίνει «σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ», νά λάβει τήν ἴδια μορφή πρός τό ἔνδοξο σῶμα τοῦ Κυρίου καί αὐτό θά γίνει κατά τή δευτέρα παρουσία, «μέ τήν ἐνέργειαν, μέ τήν ὁποία δύναται καί νά ὑποτάξει τά πάντα εἰς τόν ἑαυτόν Του» (Φιλιπ. γ’ 21).

Ἡ δόξα τῶν ἁγίων λειψάνων ἀποτελεῖ προεικόνιση αὐτῆς τῆς νέας, τῆς δοξασμένης κατάστασης τοῦ σώματος. Ἡ τιμή ποὺ ἀποδίδεται σ’ αὐτά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἀκόμη μαρτυρία τῆς πίστης μας στήν καθολική δόξα τοῦ ἀνθρώπου (Α’ Θεσ. ε’ 23-24).

Ἡ ἁγιαστική χάρη ἐκφράζεται στά ἱερά λείψανα μέ εὐωδία, γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ἡ ἁγία Γραφή (Β’ Κορ. β’ 15. Πρβλ Ἠσ. ξστ’ 14) καί ἐπιτελεῖ θαύματα (Δ/Β’ Βασιλ ιγ’ 20-21).

Ἡ ἴδια χάρη μεταδίδεται στά ἀντικείμενα, τά ὁποῖα ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ τό σῶμα τῶν ἁγίων, μέ ἀποτέλεσμα τή θαυματουργία (Δ/Β’ Βασιλ β’ 8-14. Μαθ. θ’ 20-22. Μάρκ. στ’ 13. Πράξ. ιθ’ 12).

Μέ βάση τήν καταγωγή μας ἀπό τόν Ἀδάμ βρισκόμαστε σέ διάσταση μέ τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ (Γέν. γ’ 17-19), ὅμως ὁ ἀνθρωπoς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀκτινοβολεῖ εἰρήνη καί μεταδίδει εὐλογία, ἀκόμη καί μέ τή σκιά του (Πράξ. ε’ 15-16).

Ὁ ἴδιος ὁ Θεός λοιπόν τιμᾶ τά λείψανα τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί τά ἐμποτίζει μέ τήν ἄκτιστη θεία Του χάρη. Γι’ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδίδει τιμή σ’ αὐτά καί τά θέτει κάτω ἀπό τό ἱερό θυσιαστήριο (Ἑβρ. ιγ’ 10), μιμούμενη στό θέμα αὐτό τό οὐράνιο, τό ἀχειροποίητο θυσιαστήριο (Ἀποκ. στ’ 9), γιατί τά δικά μας θυσιαστήρια, εἶναι «ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν», δηλαδή ἐκείνου τοῦ οὐράνιου θυσιαστηρίου (Ἑβρ. θ’ 24).

Ἡ πρώτη Ἐκκλησία τιμοῦσε τά ἱερά λείψανα. Τό Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου (†56) μᾶς πληροφορεῖ πὼς θεωροῦνταν «τιμιότερα λίθων πολυτελῶν καί δοκιμώτερα ὑπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ.18). Οἱ πιστοί συναθροίζονταν στούς τάφους τῶν μαρτύρων, γιά νά τελέσουν τή θεία εὐχαριστία καί νά γιορτάσουν τή μνήμη τῶν ἁγίων. Αὐτό μεταδόθηκε στή μετέπειτα ἐποχή, δέν ὑπάρχει μαρτυρία ποὺ νά μᾶς πληροφορεῖ πὼς ἡ τιμή τῶν ἁγίων λειψάνων δέν ἦταν καθολικά ἀποδεκτή.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-390) ὑπογραμμίζει τά πολλά θαύματα ποὺ γίνονταν μέ τά τίμια λείψανα τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, «ὅταν ὑπάρχει ἡ πίστις», λέγει καί προσθέτει πὼς αὐτό τό γνωρίζουν «ὅσοι ἔλαβαν πείραν καί ἔχουν μεταδώσει τό θαῦμα καί εἰς ἡμᾶς καί θά τό παραδώσουν καί εἰς τό μέλλον» (Λόγος κδ’ 18, εἰς τόν ἅγιον Κυπρ.).

Στόν πρῶτο στηλιτευτικό του λόγο κατά τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὁ Γρηγόριος ἀναφέρει γιά τούς ἁγίους: «αὐτῶν εἶναι αἱ μεγάλαι τιμαί καί πανηγύρεις. Ἀπό αὐτούς οἱ δαίμονες φυγαδεύονται καί αἱ νόσοι θεραπεύονται.. αὐτῶν τά σώματα μόνα ἔχουν τήν ἰδίαν δύναμιν μέ τάς ἁγίας ψυχάς των, εἴτε ἐφαπτόμενα εἴτε τιμώμενα. Αὐτῶν καί αἱ ρανίδες μόνο αἵματος καί μικρά ἀντικείμενα τοῦ πάθους τῶν ἐνεργοῦν ὅσα καί τά σώματα» (Γρηγ. Θεολ, Λόγος δ’ 69).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει ὅτι ἀκόμη καί ὁ αὐτοκράτορας, «ὁ τήν ἁλουργίδα περικείμενος» σπεύδει νά προσκυνήσει τούς τάφους τῶν ἁγίων καί «ἔστηκε δεόμενος τῶν ἁγίων», δηλαδή προσεύχεται στούς ἁγίους «ὥστε αὐτοῦ προστῆναι παρά τῷ Θεῷ», γιά νά σταθοῦν ὑπέρ αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ (Χρυσ., Ὑπομν. εἰς Β’ Κορ., Λόγ. κστ’ 5).

Ὁ ἴδιος ἅγιος, ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας προτρέπει: «ἐπιχωρίαζε σηκοῖς μαρτύρων, ὅπου σώματος ὑγεία καί ψυχῆς ὠφέλεια», δηλαδή νά ἐπισκέπτεσαι τούς ναούς τῶν μαρτύρων, ὅπου θά βρεῖς τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς (Χρυσ., Ὑπόμν. Εἰς Ματθ., Λογ. λζ’ 7). Σέ ἄλλη ὁμιλία προτρέπει τούς χριστιανούς νά πηγαίνουν «εἰς εὐκτηρίους οἴκους, καί πρός τάς τῶν ἁγίων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στούς οἴκους τῆς προσευχῆς καί στίς λειψανοθῆκες τῶν ἁγίων, «ὥστε ἀφοῦ λάβω μέ τήν εὐλογία των, νά καταστήσομε τούς ἑαυτούς μας ἀκαταβλήτους εἰς τάς παγίδας τοῦ διαβόλου» (Εἰς Γέν., Ὁμιλ. ιε’ 6). «Τά ὀστᾶ τῶν ἁγίων ὑποτάσσουν δαίμονας καί βασανίζουν, καί ἐλευθερώνουν ὅσους ἔχουν δεθεῖ ἀπό τά πικρότατα ἐκεῖνα δεσμά» (Χρυσ. Ὑπόμν. Εἰς Β’ Κορ., Λόγ. κστ’ 5).

Σύμφωνα μέ τήν πίστη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας ἡ θεία χάρη μεταδίδεται σέ καθετί ποὺ βρίσκεται σέ ἐπαφή μέ τούς ἁγίους: «Ἀκόμη καί τά ἐνδύματα τῶν ἁγίων εἶναι σεβαστά σέ ὅλη τήν κτίση», ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί μνημονεύει τή μηλωτή τοῦ Ἠλία (Δ/Β’ Βασιλ. β’ 8-14), τά ὑποδήματα τῶν τριῶν παίδων, ποὺ κατανίκησαν τή φωτιά (Δάν. γ’ 27-28), τή ράβδο τοῦ Μωυσῆ ποὺ ἔκανε τόσα θαύματα, τά ἐνδύματα τοῦ Παύλου (Πράξ. ιθ’ 11-12), τή σκιά τοῦ Πέτρου (Πράξ. ε’ 12-16) κ. ἄ. (Χρυσ., πρός τούς ἀνδριάντας ὁμιλ. η’ 2).

Ὁ ἅγιος Βασίλειος μᾶς πληροφορεῖ πὼς τό τίμιο λείψανο τῆς ἁγίας Ἰουλίττας ἁγιάζει τήν πόλη καί ὅσους προσέρχονται στόν ναό, «ἡ δέ γῆ, ἡ ὁποία μέ τήν ἐκδημία τῆς μακαρίας ἐδέχθη τάς εὐλογίας, ἀνέβλυσεν ἀπό τά σπλάγχνα τῆς ἁγίασμα ποὺ εἶναι «εἰς τούς ὑγιεῖς φυλακτήριον καί χορηγία τέρψεως» καί στούς ἀρρώστους «παρηγορία» (Μ. Βασ., ὁμιλ. 2 εἰς τήν μάρτ. Ἰουλ. 2).

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδίδουμε στά ἅγια λείψανα τιμή καί εὐλαβική προσκύνηση, ἡ ὁποία, ὅπως ἀναφέραμε καί στήν περίπτωση τῶν ἁγίων δέν ἀποτελεῖ λατρευτική προσκύνηση ἤ λατρεία. Τοῦτο γιατί κανείς ποτέ ὀρθόδοξος χριστιανός δέν ταύτισε στή σκέψη του τά τίμια λείψανα μέ «θεούς».

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός _Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

"Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴ Δύση, κλονίσθηκαν τὰ θεμέλια τοῦ ἀμετάβλητου στὴ μεταφυσικὴ ὀντολογία. Διότι ἡ ἐπιστήμη βεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀμετάβλητο δὲν ὑπάρχει. Μὲ τὴν πτώση δὲ τῆς Μεταφυσικῆς ἔπεσε καὶ ἡ ἠθική, ἀφοῦ διαλύθηκαν τὰ δῆθεν μεταφυσικὰ θεμέλιά της..
Ἡ Ὀρθοδοξία γι᾿ αὐτὸ δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22 ε.). Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμὸς συνιστᾶ πάλη ἐμπειρισμοῦ καὶ μεταφυσικῆς (ἀριστοτελικῆς). Οἱ διαφωτιστὲς εἶναι philosophes, ἀλλὰ καὶ rationalistes.
Οἱ Ἕλληνες διαφωτιστές, μὲ πρῶτο τὸν πατριάρχη τους Ἀδ. Κοραῆ, ἦσαν στὴ θεολογία μεταφυσικοὶ καὶ μετέφεραν τὴ σύγκρουση ἐμπειριστῶν-μεταφυσικῶν στὴν Ἑλλάδα. Οἱ ὀρθόδοξοι ὅμως ἡσυχαστὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ Κολλυβάδες, παρέμεναν στὴ θεολογική τους μέθοδο ἐμπειριστές.
Στὸν Κοραῆ κυρίως ὀφείλεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς μεταφυσικῆς (του στοχασμοῦ) στὴ θεολογία, λαϊκὴ καὶ Ἀκαδημαϊκή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κοραὴς ἔγινε ἡ αὐθεντία τόσο τῶν Ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων μας, ὅσο καὶ τῶν εὐσεβιστικῶν λαϊκῶν κινημάτων. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἔπαυσε ἡ νήψη (κάθαρση) νὰ θεωρεῖται προϋπόθεση τῆς θεολόγησης, τὴ θέση της δὲ ἔλαβε ἡ σχολαστικὴ παιδεία..
Ἡ δῆθεν προοδευτικότητα τοῦ Κοραῆ συνίσταται στὸ ὅτι ἦταν ὑποστηρικτὴς τῆς καλβινικῆς χρήσης τῆς μεταφυσικῆς καὶ ὄχι τῆς παπικῆς. Στὰ θεολογικά του ἔργα εἶναι ἔντονος ὁ καλβινικὸς εὐσεβισμός (ἠθικισμός) του.
Ἡ πατερικὴ ὅμως Ὀρθοδοξία εἶναι ἀντιμεταφυσική, διότι ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἐμπειρικὴ «βεβαιότητα», μὲ τὴ χρήση τῆς ἡσυχαστικῆς μεθόδου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἡσυχασμὸς τῶν Κολλυβάδων εἶναι ἐμπειρικός-ἐπιστημονικός..

 
Η ανάλυση του π. Γεωργίου Μεταλληνού φωτίζει σήμερα, με σχεδόν προφητικό τρόπο, τη σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας. Ο Διαφωτισμός και η μεταφυσική σκέψη που εισήγαγε ο Κοραής δημιούργησαν αναδιαμφισβήτητα ένα ρήγμα που συνεχίζει να πλήττει το σώμα της Εκκλησίας,κλήρος και λαός έχουν απομακρυνθεί από την εμπειρική πνευματικότητα και την καρδιά που ζει πραγματικά τον Θεό.
Το φαινόμενο σήμερα είναι ορατό περισσότερο από ποτέ,πολλοί ιερείς αντί να καλλιεργούν την ησυχία, την νήψη και την εμπειρική γνώση του Θεού, προσαρμόζουν τον λόγο τους στα μέτρα των πιστών, «προτεσταντίζοντας» ουσιαστικά. Ο λόγος τους μοιάζει περισσότερο με life coaching ή συμβουλευτική προσωπικής ανάπτυξης παρά με θεολογία που καλεί σε θέωση. Η πίστη γίνεται ένα βολικό εργαλείο για την καθημερινή ζωή, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του χριστεπωνύμου πληρώματος, χωρίς να απαιτεί πνευματική άσκηση, κάθαρση ή προσωπική θυσία.
Αυτή η τάση, όμως, δεν είναι αθώα. Η μετατροπή της Εκκλησίας σε χώρο «ευκολίας» απομακρύνει το πλήρωμα από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και υπονομεύει το ήθος που γεννάται από την προσωπική σχέση με τον Θεό. Ο κλήρος που εγκαταλείπει την εμπειρική θεολογία και το πνευματικό παράδειγμα, δημιουργεί έναν λαό που βλέπει την πίστη σαν συμβουλές ή ψυχολογική στήριξη, όχι σαν ζωή και θέωση.
Η Ορθόδοξη Παράδοση, μέσα από τον ησυχασμό των Κολλυβάδων, καλεί σε αντίθετη πορεία η εμπειρική γνώση του Θεού, η καρδιά που ασκείται στην προσευχή και τη νήψη, η πνευματική ζωή που μεταμορφώνει, είναι οι μόνες βάσεις για να ξαναζωντανέψει η Εκκλησία. Όσο οι ιερείς υποκύπτουν στη λογική του «ευκολοδιάβαστου λόγου» και οι πιστοί αποδέχονται μια πίστη κομμένη στα μέτρα τους, τόσο η Εκκλησία θα παραμένει επιφανειακή, πνευματικά αδύναμη και ξένη προς το βάθος της Πατερικής εμπειρίας.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο η σημερινή κρίση είναι πνευματική, όχι μόνο θεσμική. Αφορά τον κλήρο που έχει απομακρυνθεί από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και το λαό που έχει συνηθίσει τη «χρήσιμη» πίστη. Η επιστροφή στην εμπειρική θεολογία, στην νήψη και στην καρδιά που ζει τον Θεό, είναι μονόδρομος. Όποιος δεν το κατανοήσει, συνεχίζει να επαναλαμβάνει τα λάθη του Κοραή μια θεολογία σχολαστικά όμορφη, βολική, αλλά κενή ζωής και θέωσης.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Περί της υλικότητας των δαιμόνων.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Απόσπασμα από το Συναξάρι της Αγίας στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

Επειδή μερικοί φέρνουν αντίρρηση λέγοντας ότι τα πνεύματα και οι δαίμονες είναι αδύνατο να υποστούν κάποιο σωματικό πάθος, επειδή είναι άυλα και ασώματα, γι’ αυτό τον λόγο παραθέτω εδώ στα νέα ελληνικά όσα είναι γραμμένα στον εκτενή ελληνικό Βίο της Αγίας (Μαρίνας), τα οποία έχουν ως εξής:«Και δεν είναι καθόλου αξιοπερίεργο αν ένα πνεύμα (δηλαδή ο δαίμονας) υποτάσσεται και παθαίνει τα ίδια (ταπεινωτικά πράγματα) όπως ένας δούλος. Διότι είναι φυσικό η Αγία, έχοντας μεταβεί σε άυλη κατάσταση από την αγάπη της για το θείο και την απομάκρυνσή της από τα γήινα, να έχει λάβει τέτοιο δώρο από τον Θεό ώστε να έχει τόση δύναμη. Ο δε δαίμονας είναι φυσικό να υποφέρει όπως του αξίζει και να αισθάνεται τον πόνο, αφού κατρακύλησε στην ύλη και αγάπησε και πλημμύρισε από σωματική παχύτητα. Διότι όποιον τον κυριεύουν οι σωματικές ηδονές, τον κυριεύουν και τα σωματικά πάθη. Και είναι αδύνατο κάποιος να είναι πλασμένος ώστε να αισθάνεται το ένα από τα δύο αντίθετα (π.χ. τη χαρά) και το άλλο όχι. Όλοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Και δεν υπάρχει περίπτωση ο λόγος αυτός να διαψευστεί. Επομένως, και ο δαίμονας αυτός, επειδή έγινε υλικός, υποφέρει προτού προλάβει να διαπράξει κάποιο κακό. Και στο εξής αποφεύγει να πλησιάσει τον πιστό, έχοντας διδαχθεί στην πράξη πόση δύναμη έχουν περιβληθεί από τον Χριστό όσοι Τον ακολουθούν ειλικρινά. Και συνειδητοποιεί πόσο μεγάλη είναι η δική του αδυναμία, αφού σήκωσε κεφάλι ενάντια στον Δημιουργό του και έγινε αποστάτης».Επίσης, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης είπε για τους δαίμονες: «Επειδή κάποτε ήταν και αυτοί νοερά όντα, και έχασαν εκείνη την αϋλία και την λεπτότητά τους, ο καθένας τους απέκτησε μια υλική παχύτητα, υλικοποιούμενος ανάλογα με την έξη (τη συνήθεια) ή την ενέργεια, την οποία αφού την έπραξε την έκανε δική του φύση» (κεφάλαιο ρκγ’, στη Φιλοκαλία).

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Άγιος Ιλάριος Πικταβίου: «Τα αυτιά του λαού είναι αγιότερα από τις καρδιές των Ιερωμένων»

Άρθρο τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση

Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Πικταβίου ὁ Ὁμολογητής τόν 4ο αἰ. διαπιστώνει, ὅτι ἡ πνευματική διάκριση τῶν ἁπλῶν Ὀρθοδόξων τούς καθιστᾷ ἐνίοτε θεολογικότερους ἀπό τούς Κληρικούς!


1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)

1α. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου

2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351 – 361)

3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου

3α. Ἡ θόλωση τῆς ἀκριβείας στά ἐκκλησιαστικά Δόγματα προετοιμάζει τήν αἵρεση, ἀλλά καί τήν εἴσοδο τοῦ Ἀντιχρίστου

3β. Ὁ Ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶναι αἱρετικός καί ἀντίχριστος, μολονότι φαινομενικῶς ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως

3γ. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση

3δ. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές

1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)

Ἡ παροῦσα περιδιάβασή μας στίς ὁδούς τῆς πρώιμης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἱερό Ἱλάριο, Ἐπίσκοπο Πικταβίου (τοῦ σημερινοῦ Πουατιέ, Poitiers, τῆς Δυτ. Γαλλίας), καί στίς ἔνδοξες ἐκκλησιαστικές σελίδες τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ τόν 4ο αἰῶνα [1].

Φοβερός ἐχθρός τῆς αἱρέσεως σέ λόγους καί ἔργα, ὁ Ἱλάριος ἀπεκλήθη «Ἀθανάσιος τῆς Δύσεως» καί «Σφύρα [κατά] τῶν Ἀρειανῶν» (“malleus Arianorum”)· τούς ὁποίους πράγματι σφυροκόπησε τόσον ἐπίμονα, ὥστε ἐπανειλημμένως νά ὑποστεῖ διωγμούς καί τετραετῆ ἐξορία χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτῆς ἀνεδείχθη στήν Δύση στήριγμα, «Στῦλος Ὀρθοδοξίας» θά λέγαμε, ὅπως καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Λίγο μετά τόν θάνατό του ἤδη ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος, μαζί μέ τούς Ἁγίους Κυπριανό καί Ἀμβρόσιο, συναριθμεῖται στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς τετελειωμένους «μάρτυρες καί Ὁμολογητές» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως [2]. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στήν Δύση στίς 13 Ἰανουαρίου (ἀλλά πρό τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, στίς 14 τοῦ μηνός). Στά παλαιότερα ἑλληνικά Συναξάρια (καί τίς Πατρολογίες καί Ἐγκυκλοπαιδεῖες κ.ἄ.), ὅσο καί ἄν ἐρευνήσαμε ἀρχικῶς, δέν εὑρήκαμε νά μνημονεύεται ἑορτασμός τῆς μνήμης του ἀπό τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους· σέ ἀνάλογες νεότερες συναξαριστικές ἐκδόσεις, ὡστόσο, ἔντυπες καί ψηφιακές, οἱ ὁποῖες ἔχουν συμπεριλάβει ἀκόμη περισσοτέρους παλαιούς Ὀρθοδόξους Ἁγίους τῆς Δύσεως, ἔχει ἐνταχθεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἱλάριος στίς 13 Ἰανουαρίου [3]. Ἅλλωστε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος (c. 342-420) σέ δύο τοὐλάχιστον σημεῖα τῶν ἔργων του ὀνομάζει τόν Ἱλάριο «ἅγιο» καί πολλές φορές «Ὁμολογητή», τόν ἔχει δέ συμπεριλάβει στό ἔργο του De Viris Illustribus (Περί τῶν Ἐπιφανῶν Ἀνδρῶν), ἐνῷ καί ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός καί θεολόγος Ρουφῖνος (345-411) ἐπίσης τόν χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο ἄνδρα» καί «Ὁμολογητή». [4] Ἀκόμηκαί στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή ὁ ἱερός Θεοδώρητος Κύρου (c. 393 – c. 457) στόν Ἐρανιστή του παραθέτει ἐκτενῆ θεολογική γνώμη τοῦ «Ἁγίου Ἱλαρίου Ἐπισκόπου καί Ὁμολογητοῦ» [5].

Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, Ἱλάριος, Γέροντας τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τουρώνης, δηλ. τῆς Tours (316/336 – 397), ὑπῆρξε ὄχι μόνον ὁ πρῶτος ἐκκλησιαστικός ὑμνογράφος τῆς Δύσεως, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τά τριαδολογικά καί πολεμικά κατά τῶν Ἀρειανῶν ἔργα του κατέστησε κατανοητή στήν Δύση τήν θεολογία τῆς συγκρούσεως στήν Ἀνατολή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἡ καλή γνώση του τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία τοῦ κατέστησε προσιτή τήν γραμματεία τῶν δικῶν μας, Ἀνατολικῶν, ἑλληνοφώνων Ἁγίων Πατέρων.

Σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ Ἀρειανισμός, ἀφοῦ εἶχε ἐπικρατήσει στήν Ἀνατολική Αὐτοκρατορία, δυστυχῶς ἐπέλαυνε ἀποφασιστικῶς καί στήν Δύση, μετά τόν θάνατο (τό 350) τοῦ Ὀρθοδόξου Αὐτοκράτορος τῆς Δύσεως Κώνσταντος, ὁ Ἱλάριος ἔσωσε τήν Ὀρθοδοξία στήν Δύση, ἀπέναντι στήν πυγμή τοῦ ἀρειανόφρονος (συν)Αὐτοκράτορος τῆς Ἀνατολῆς (καί Μονοκράτορος, τελικῶς) Κωνσταντίου Β΄ (337-361).

Τήν περίοδο ἐκείνη, οἱ περισσότεροι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως, ἀκόμη καί οἱ πρωτοστάτες τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Δύση Λιβέριος, Πάπας Ρώμης, καί Ὅσιος, Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας), ἐξαναγκάσθηκαν ἀπό τόν αἱρετικό Αὐτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄ σέ ὑπογραφή τοῦ ἀρειανίζοντος β΄ Συμβόλου τοῦ Σιρμίου (357) ὡς ὑποκαταστάτου τοῦ ὀρθοδόξου Συμβόλου τῆς Νικαίας· ὁ Λιβέριος μάλιστα συνυπέγραψε καί τήν συνοδική καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἀπό τούς Ἀρειανούς. Τό β΄ σύμβολο τοῦ Σιρμίου μεταξύ ἄλλων καταδίκαζε τόν ὅρο «ὁμοούσιος» τῆς Νικαίας, τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί τόν ὅρο «ὁμοιούσιος». Στήν δίδυμη «οἰκουμενική» Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini, Ἰουλ 359) καί τῆς Σελευκείας (Δεκ 359), μέ ἔξωθεν πίεση τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπιβλήθηκε τό ἀρειανικό Σύμβολο τῆς Νίκης (τροποιημένο δ΄ Σύμβολο Σιρμίου) καί ἔτσι στερεώθηκε ἡ ἐπιβολή τῶν ἰσχυρῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοίων» ἐπί τῶν μετριοπαθῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοιουσιανῶν» (οἱ ὁποῖοι πλησίαζαν θεολογικῶς τούς Ὀρθοδόξους).

Ὅμως ὁ Ἱλάριος τοῦ Πικταβίου, ἤδη ἐξορισμένος στήν Φρυγία (356-360), διότι δέν εἶχε ὑπογράψει τήν καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου, παρέμεινε ἀσάλευτος [6]. Συγκρότησε τό 361 στό Παρίσι Σύνοδο τῶν ἐναπομεινάντων (καί τῶν μεταμεληθέντων γιά τήν ὑπογραφή τους) Ὀρθοδόξων δυτικῶν Ἐπισκόπων, καί διέσωσε τήν Γαλατία (Γαλλία) ἀπό τόν Ἀρειανισμό [7]. Ἡ προσπάθειά του τό 364 νά ἀπομακρύνει μέ Σύνοδο καί ἀπό τά Μεδιόλανα (τό Μιλᾶνο τῆς Ἰταλίας) τόν Ἀρειανό Ἐπίσκοπο (343-374) Αὐξέντιο τόν Καππαδόκη ἀπέτυχε.

Ὁ Ἱλάριος «στόν διπλό του ἀγώνα, ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ καί τοῦ καισαροπαπισμοῦ, ὑπῆρξε ὄχι μόνο σταθερός, ἀλλά καί ὀξύς καί τερτυλλιανικά σκληρός, ἐνῷ γιά τό ποίμνιο καί τούς φίλους του ἦταν ἤπιος, συνετός, ἐπιβλητικός καί ἀγαπητός» [8].

1a. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου

Ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Σουλπίκιος Σεβῆρος (c. 363 – c. 425) ἐξαίρει τήν ἀποτελεσματική ποιμαντική διάκριση καί «οἰκονομία» τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου (σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν – ἐπίσης Ὀρθόδοξο, ὅμως ἄτεγκτο – Λουκίφερ, Ἐπίσκοπο Καλάρεως), διότι ὁ Ἱλάριος δέν καταδίκασε καί ἀπομόνωσε προχείρως ὅσους Ἐπισκόπους εἶχαν ὑπογράψει τό ἀρειανίζον Σύμβολο τῆς Νίκης μετά τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini) τό 359, ἀλλά μαζί μέ αὐτούς καί μέ τούς ὀλιγοστούς ἄλλους Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀνασυγκρότησαν τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί καταδίκασαν τήν αἵρεση. Γράφει ὁ Σουλπίκιος: «Τελικῶς, ὁ Ἱλάριος διατάχθηκε νά ἐπιστρέψει στήν Γαλατία, ὡς “ἑστία διχoνοίας” καί “ταραχοποιός τῆς Ἀνατολῆς” [9],χωρίς τήν ἀνάκληση τῆς ἐξορίας του. Ἀλλά, ὅταν εἶχε περιδιαβεῖ σχεδόν ὅλη τή γῆ, ἡ ὁποία εἶχε μολυνθεῖ μέ τό κακό τῆς ἀπιστίας, ὁ νοῦς του ἦταν γεμᾶτος ἀμφιβολία καί βαθειά ταραγμένος μέ τό πανίσχυρο φορτίο φροντίδων πού ἀσκοῦσαν ἐπάνω του πίεση. Συνειδητοποιώντας, ὅτι φαινόταν καλό σέ πολλούς νά μή ἔλθουν σέ κοινωνία μέ ἐκείνους πού εἶχαν ἀποδεχθεῖ τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου, σκέφθηκε, ὅτι τό καλύτερο πού θά μποροῦσε νά κάνει ἦταν νά τούς ἐπιστρέψει ὅλους σέ μετάνοια καί ἀναδιοργάνωση. Σέ συχνές Συνόδους ἐντός Γαλατίας, καί ἐνῷ σχεδόν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι δημοσίως ἀνέλαβαν τήν εὐθύνη τοῦ σφάλματος πού εἶχε διαπραχθεῖ, καταδικάζει [ὁ Ἱλάριος] τίς διαδικασίες στήν Ἀρίμινο, καί προσδιορίζει ἐκ νέου τήν Πίστη τῶν Ἐκκλησιῶν, σύμφωνα μέ τήν ἀνόθευτη μορφή της […] Τοῦτο τό γεγονός εἶναι ἀπό ὅλους παραδεκτό, ὅτι οἱ ἐπαρχίες μας στήν Γαλατία ἀπελευθερώθηκαν ἀπό τήν ἐνοχή τῆς αἱρέσεως διά μέσου τῶν εὐγενῶν προσπαθειῶν τοῦ Ἱλαρίου καί μόνου».

«Ἀλλά ὁ Λουκίφερ [10], πού ἦταν τότε στήν Ἀντιόχεια, εἶχε μία ἐντελῶς διαφορετική γνώμη. Διότι καταδίκασε σέ τέτοιο βαθμό ἐκείνους πού συνάχθηκαν στήν Ἀρίμινο, ὥστε διεχώρισε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία ἀκόμη καί ἐκείνων πού τούς εἶχαν δεχθεῖ ὡς φίλους [τούς “πεπτωκότες” στήν Ἀρίμινο], ἀκόμη καί ἀφοῦ εἶχαν προσφέρει ἱκανοποίηση ἤ εἶχαν δείξει μετάνοια. Ἐάν αὐτή ἡ ἀπόφασή του ἦταν ὀρθή ἤ ἐσφαλμένη, δέν θά λάβω τήν εὐθύνη νά τό πῶ» [11].

Ἡ Ἐπιστολή τοῦ Ἱλαρίου Κατά Αὐξεντίου (Contra Auxentium),πρός τούς Μιλανέζους, ἀποσπάσματα τῆς ὁποίας παρουσιάζουμε παρακάτω, ἐξηγεῖ τήν πονηρία τοῦ ἀρειανόφρονος Αὐξεντίου, Ἐπισκόπου Μεδιολάνων, ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν Ἀρειανῶν (τῆς μερίδος τῶν «Ὁμοίων») στήν Δύση, καί προτρέπει σέ ἀκοινωνησία (Ἀποτείχιση) τῶν Ὀρθοδόξων τῆς πόλεως τῶν Μεδιολάνων πρός αὐτόν.

Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὀνομάζει τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἱλαρίου «εὐφυέστατον λίβελλον κατά Αὐξεντίου» [12].

2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351-361)

η συνέχεια 

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Εν ονόματι της Εκκλησίας καμία απόκλιση, καμία εκχώρηση. Ακρίβεια!

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

 

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ!

 

      Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

      Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,  ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

                      Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    «Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

        «Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

                   Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

     Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ  και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

                         ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

     Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

     Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

     «Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

     «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

      «Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

     

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Από αύριο Δευτέρα, άρχεται η νηστεία των αγίων Αποστόλων, στην οποία καταλύουμε ψάρι, εκτός Τετάρτης και Παρασκευής. Δηλαδή ουσιαστικά μια αποχη απο κρέας, γαλακτοκομικά, αυγά .
Αν επιπλέον συλλογιστούμε οτι το ψάρι είναι έτσι κι αλλιώς το πασχαλινό έδεσμα για όσους Χριστιανούς δεν κρεωφαγούν( λχ μοναχούς) καταλαβαίνουμε πόσο άνετη και χαριτωμένη περίοδο μας ετοιμάζει η Εκκλησία να διανύσουμε.
Νηστεία η οποία έχει περισσότερη σχέση ίσως με την κάθοδο του αγίου Πνεύματος, παρά με τους Αγίους Αποστόλους. Καθιερώθηκε μάλλον τον δ' αιώνα και έχει την εξής σημασία:Αφού ευφρανθηκαμε 50 ημέρες με την Ανάσταση και την αγία Πεντηκοστή, πνευματικά αλλά και με απολυτή κατάλυση εις πάντα την προηγούμενη εβδομάδα, δίκαιο είναι τώρα να νηστεψουμε για ενα μικρό διάστημα. Άλλωστε τώρα θυμόμαστε ότι το άγιο Πνεύμα κατέβηκε στους Αποστόλους και εκείνοι υπέφεραν πολλά μεταδίδοντας το μήνυμα του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη. Μαρτυρείται η παλαιότητά της πρακτικής αυτής να νηστεύουμε μετά την αγία Πεντηκοστή ήδη από την αυθεντία του Μεγάλου Αθανασίου.
Άλλωστε, είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να κλειστούμε για λίγο στον θησαυρό της καρδιάς μας, απερίσπαστοι από κάθε ακαθαρσία και να αναλογιστούμε τις δωρεές που οικονόμησε ο Κύριος ο Παράκλητος για εμάς.
Είναι λοιπον η μόνη νηστεία ίσως η οποία δεν αφορά μια περίοδο προετοιμασίας , αλλά μόνο σεβασμό και τιμή στον Θεό άγιο Πνεύμα και τις δωρεές Του στην Εκκλησία, την οποία εικονίζουν οι Απόστολοι. Εφέτος κρατάει 22 μέρες.
Ανήμερα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και αυθις μετά την Λειτουργία λύεται η νηστεία και γίνεται καταλύσις εις πάντα. Άλλοι καταλύουν ψάρι και ανήμερα των Αποστόλων (29 Ιουνίου) και λύουν την νηστεία στην Σύναξη των 12 Αποστόλων (30 Ιουνίου). Άλλοι ιχθυοφαγούν μόνο Σαββατοκύριακο. Ο,τι αναπαύει τον καθένα και τα μέτρα που νομίζει ότι έφτασε, αρκεί να μην επιβάλλεται σε όλους .
Καλό είναι να τηρείται αυτή η νηστεία και να μη γίνεται συζήτηση για κατάργηση της. Είμαστε χαμένα παιδιά στο σκοτάδι που γυρεύουν απελπισμένα νήματα φωτός(πνευματικές ευκαιρίες) ! Τα γράφω αυτά γιατί δυστυχώς παμε να εξοβελίσουμε τον ασκητισμό από την Παράδοση και την πρακτική μας , ωσάν να αρκεί μόνο μια διανοουμενίστικη οπτική της Πίστης και ένας εξηθικισμός της χριστιανικής ζωής για να είμαστε τακτοποιημένοι με τον Θεό.
Ταπείνωση λοιπόν και ευχόμαστε "καλόν Απόστολο "!
 
 Πρωτοπρεσβύτερος π. Παντελεήμων Κρούσκος
 

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τού μακαριστού π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Ο Χριστός, μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς, σύμφωνα με την βεβαίωσή Του, έστειλε, την πεντηκοστή ημέρα από την Ανάστασή Του και την δεκάτη από την Ανάληψή Του, το Άγιον Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα.
Ο Ίδιος ο Χριστός είχε προαναγγείλει στους Μαθητές την Αποστολή του Αγίου Πνεύματος: «Και εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γινώσκει αυτό· υμείς δε γινώσκετε αυτό, ότι παρ' υμίν μένει και εν υμίν έσται» (Ιω. ιδ', 16-17). Και αμέσως μετά είπε: «ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπαν υμίν» (Ιωάννης ιδ', 26). Και μετά είπε: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. Εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς· αν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς» (Ιωάννης ις', 7).
Η έλευση του Αγίου Πνεύματος στους Μαθητές έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξεις β΄, 1-13). Σημαντική θέση στην ζωή των Αποστόλων είχε η Πεντηκοστή. Αφού είχαν προηγουμένως περάσει από την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό -πράγμα που υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, στους Προφήτες και δικαίους- έπειτα είδαν τον Αναστάντα Χριστό και την ημέρα της Πεντηκοστής έγιναν μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί έπρεπε κάθε Απόστολος να έχει μέσα του τον αναστάντα Χριστό.
Κατά την Πεντηκοστή, το Άγιον Πνεύμα κατέστησε τους Μαθητές μέλη του θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού· έτσι, ενώ στην Μεταμόρφωση το Φως ενεργούσε στους τρεις Μαθητές έσωθεν, δια της Θεώσεως, αλλά το Σώμα του Χριστού ήταν έξω από αυτούς, στην Πεντηκοστή οι Μαθητές ενώνονται με τον Χριστό, γίνονται μέλη του θεανθρωπίνου Σώματος και ως μέλη του Σώματος του Χριστού μετέχουν του ακτίστου Φωτός. Αυτή η διαφορά υπάρχει και μεταξύ Παλαιάς Διαθήκης και Πεντηκοστής.
«Όσοι προ της αναλήψεως είδαν την δόξα του Χριστού, την είδαν διπλώς. Από το ένα μέρος σκεπάσθηκαν από την νεφέλη, διότι "εν τω φωτί σου οψόμεθα φως" (Ψαλμοί λε΄ 10), σκεπάσθηκαν από την φωτεινή νεφέλη και, ευρεθέντες μέσα στο Φως το άκτιστο, βλέπουν άκτιστο Φως, αλλ' επίσης και η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πηγή του Φωτός, όπως είναι η Μεταμόρφωση.
Η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πηγή του Φωτός, το οποίο όμως Φως είδαν οι Απόστολοι, εφ' όσον ευρίσκονται μέσα στο Φως, ως Θεούμενοι. Δηλαδή, "εν τω φωτί σου οψόμεθα φως". Αφού βρίσκονται μέσα στο Φως, (αυτό) μαρτυρεί ότι σκεπάσθηκαν από την φωτεινή νεφέλη και είδαν και την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ως πηγή Φωτός. Έσωθεν έλαμπε το Φως, αλλ' εκ του σώματος, όμως, έξωθεν. Έσωθεν έλαμπε το Φως, αλλά το Σώμα του Χριστού ήταν έξωθεν, που εξέπεμπε Φως, το ίδιο Φως. Με την Πεντηκοστή, όμως, το Φως εκπέμπει η ανθρώπινη φύση του Χριστού "έσωθεν πλέον". Οπότε, δεν υπάρχει εμπειρία του Φωτός έξωθεν, χωρίς να υπάρχει και εμπειρία του Χριστού έσωθεν. Το ένα είναι αλληλένδετο πλέον με το άλλο. Δηλαδή είναι πλέον το ίδιο με το άλλο».
«Γιατί ήταν ανάγκη να γίνει η Ανάληψη και να κατέβη το Πνεύμα το Άγιον δηλαδή, για ποιο σκοπό; Γιατί λέμε ότι η Εκκλησία ιδρύθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής; Η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής. Η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον καιρό που ο Θεός κάλεσε τον Αβραάμ και τους Πατριάρχες και τους Προφήτες. Από τότε ιδρύθηκε η Εκκλησία. Η Εκκλησία υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Η Εκκλησία υπήρχε στον Άδη. Αλλά, γίνεται μία διαμόρφωση της Εκκλησίας εδώ, δηλαδή ιδρύεται Εκκλησία, υπό την έννοια ότι ιδρύεται Εκκλησία ως Σώμα Χριστού πλέον».
Αυτό το σημείο είναι σημαντικό, γιατί δείχνει ότι η Πεντηκοστή είναι η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού και ακόμη, όσοι ενώνονται με το Σώμα του Χριστού, υπερβαίνουν τον θάνατο.
«Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει και καταλλαγή, και φίλος του Θεού και θέωση. Τα πάντα υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη, με την διαφορά ότι δεν υπάρχει Πεντηκοστή. Διότι υπάρχει Εκκλησία στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά υπό το κράτος του θανάτου.
Πεντηκοστή τι είναι; Η αποκάλυψη πάσης της αληθείας. Τότε η Εκκλησία γίνεται το Σώμα του Χριστού, γι' αυτό και γιορτάζουμε το γενέθλιο της Εκκλησίας, της αναστημένης εν Χριστώ, την ημέρα της Πεντηκοστής».
«Την ημέρα της Πεντηκοστής έρχεται ο Χριστός εν Αγίω Πνεύματι. Όπως οι ενέργειες του Θεού είναι παρούσες στον κόσμο, και εκείνος που έχει κοινωνία της ενέργειας του Θεού καταλαβαίνει ότι ο Θεός μέσα στις ενέργειές Του μερίζεται αμερίστως και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως, δηλαδή, έτσι ο καθένας που έχει κοινωνία με τον Θεό, δεν έχει ένα κομμάτι του Θεού. Ο Θεός όλος είναι παρών σε κάθε άνθρωπο και είναι πανταχού παρών σ’ όλον τον κόσμο.
Και με την Πεντηκοστή η ανθρώπινη φύση του Χριστού, πλέον, επανέρχεται στην Εκκλησία και είναι ημέρα της ιδρύσεως της Εκκλησίας, διότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού τώρα μερίζεται αμερίστως και ολόκληρος ο Χριστός, με την ανθρώπινή Του φύση, βρίσκεται σε κάθε πιστό.
Και αυτή είναι η Εκκλησία, που ο κάθε πιστός είναι ναός, όχι μόνο ναός του Αγίου Πνεύματος, αλλά και Σώμα Χριστού, έχοντας μέσα του ολόκληρο τον Χριστό δηλαδή. Και είναι ο καινούριος τρόπος παρουσίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού μέσα στον κόσμο. Γι' αυτό και θεωρείται και η ημέρα ιδρύσεως της Εκκλησίας η Πεντηκοστή. Σε αυτή την εμπειρία της Πεντηκοστής μετέχουν όλοι όσοι φθάνουν στην θέωση. Και έχουμε παραδείγματα στην ίδια την Αγία Γραφή, όλοι όσοι είδαν τον Χριστό μετά την Ανάσταση και αυτοί που είδαν τον Χριστό μετά την Πεντηκοστή, μέχρι σήμερα».
Η Πεντηκοστή λέγεται «τελευταία εορτή», γιατί είναι η τελευταία φάση της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Τώρα γίνεται μεγάλη αλλαγή, γιατί ο θεούμενος ενώνεται εν Αγίω Πνεύματι με τον Θεάνθρωπο Χριστό.
«Η τελευταία φάση, η αποτελεσματική, ήταν η Πεντηκοστή. Εκεί έγινε η μεγάλη αλλαγή. Διότι, ενώ κατοικούσε το Πνεύμα στους Προφήτες, διότι είχαν Πνεύμα Θεού οι Προφήτες και νοερά ευχή και θέωση κλπ., από την Πεντηκοστή και εντεύθεν αυτή η κατοίκηση του Αγίου Πνεύματος μέσα στον θεόπνευστο γίνεται και με την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Γι' αυτό είναι Σώμα Χριστού τώρα η Εκκλησία. Δηλαδή έγινε η Εκκλησία την ημέρα της Πεντηκοστής Σώμα Χριστού. Και ο Χριστός, ως άνθρωπος, κατοικεί μέσα στον άνθρωπο πλέον.