Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η κορυφή του Άθω και οι... μετανοούντες

.........« ... Η κορυφή και ο ναΐσκος του Άθωνος εξαρτώνται από της Μονής Λαύρας ως ιδιοκτησία της αναφαίρετος, ήτις αποστέλλει κατ' έτος την ημέραν της εορτής εφημέριο μετά διακόνου και ψάλτου προς επιτέλεσι της αγρυπνίας, τους οποίους συνοδεύουν και οι ευάριθμοι εκείνοι προσκυνηταί, οίτινες αψηφούντες τον κίνδυνον του κεραυνού αναβαίνουσι να εορτάσουν την Μεταμόρφωσιν υψηλά εκεί, οι μεν εξ απλής περιεργείας οδοιπόρω, οι δε εξ ευλαβείας, αββάδες ενάρετοι, ποθούντες να ψαύσωσι σχεδόν, εκεί επάνω, την υπέρφωτον του Θαβωρίου δόξαν...
.........- Και όσοι δεν αναίβουν, μετανοούν, μου έλεγεν ένα γεροντάκι εις τας Καρυάς, ολίγας ημέρας προ της εορτής, και όσοι αναίβουν, πάλιν μετανοούν. Οι μεν διότι δεν ησθάνθησαν την απόλαυσιν του αρρήτου θεάματος, οι δε διότι την έχασαν τόσον αγλήγορα.

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης,
«Υπεράνω των Νεφελών», Αφιέρωμα στο Άγιον Όρος,
Νέα Εστία, τ. 74, Χριστούγεννα 1963


Ελληνικά, μια γλώσσα από στρώματα φωτός»

 Στα πλαίσια του εορτασμού για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, η Πατριαρχική Σχολή της Αγίας Σιών (το ελληνορθόδοξο Γυμνάσιο-Λύκειο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων), δημιούργησε ένα βίντεο-δοκίμιο για την μακραίωνη παρουσία της ελληνικής γλώσσας στα ακριτικά μέρη της Μέσης Ανατολής και των Αγίων Τόπων, ξεκινώντας από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και φτάνοντας μέχρι τα σήμερα.

Κείμενα που ακούγονται κατά σειρά στο βίντεο: 1ο: Ιδιόμελο Θεοφανείων "Σήμερον ἁγιάζεται ἡ κτίσις" - Ποίημα αγίου Σοφρωνίου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων (6ος αιώνας μ.Χ.) 2ο: Α΄ Στάση Χαιρετισμών της Θεοτόκου, από τον Ακάθιστο Ύμνο. Ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, (7ος αιώνας μ.Χ.) 3ο: Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα - Σύνθεση ανωνύμου (11ος - 12ος αιώνας μ.Χ.) 4ο: "Δέησις" - Ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη (1898 μ.Χ.) Μαζί με ενενήντα σχολεία από όλη την Ελλάδα και την Ομογένεια, εξακόσιους μαθητές και εκατόν-ογδόντα εκπαιδευτικούς, η Σχολή μας συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στην 1η Συνάντηση για την Ελληνική Γλώσσα στις 8 και 9 Φεβρουαρίου 2026!

Ἡ μυρωδιὰ τοῦ λιβανιοῦ


Χιόνης Σπύρος


Ἦταν πολὺ κουραστικὸ αὐτὸ τὸ ταξίδι. Εἶχε, ἐξάλλου, πολὺ καιρὸ νὰ τὸ κάνει. Θυμόταν τὸν ἑαυτό του στὸ Λύκειο, ὅταν πῆγε νὰ ἐπισκεφτεῖ γιὰ τελευταία φορὰ τὴ γιαγιά του, τὴν κυρὰ-Θοδόσαινα στὰ Τρόπαια τῆς Γορτυνίας. Καὶ τώρα, τριτοετὴς φοιτητὴς τῆς Φιλοσοφικῆς, νὰ ποὺ ξαναπαίρνει τὸν ἴδιο δρόμο. Τί τὸν ἔκανε νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, τὴ «Βαβυλώνα τὴ μεγάλη»; Οὔτε καὶ ὁ ἴδιος ἤξερε.

Πάντως ἕνα εἶναι σίγουρο, πὼς πνιγόταν. Πνιγόταν ἀπὸ τοὺς φίλους, τὰ μαθήματα, τοὺς γονεῖς, ἀπ’ ὅλους. Ἔνιωθε πὼς κανεὶς δὲν τὸν καταλάβαινε, κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ γίνει κοινωνὸς στὴν ἀναζήτησή του γιὰ πλέρια ἀλήθεια καὶ γνησιότητα. Κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ χριστιανική του παρέα τὸν ἔπνιγε. Ὅλοι τους ἦταν τακτοποιημένοι, ὅλοι τους εἶχαν ταμπουρωθεῖ πίσω ἀπὸ κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας καὶ δὲν ἔλεγαν νὰ κουνηθοῦν ἀπὸ ‘κεῖ. Μὰ αὐτός... Αὐτὸς ἦταν διαφορετικός.

Δὲν βολευόταν σὲ σχήματα καὶ σὲ κουτάκια. Ἤθελε νὰ βιώσει τὸν Χριστιανισμὸ ἀληθινά, ὄχι κίβδηλα. Νὰ μπεῖ στὸ νόημα παρευθὺς καὶ ὄχι νὰ καμαρώνεται τὸν εὐσεβῆ. Ἐξάλλου, τοῦ φαινόταν τόσο ἁπλοϊκὸ καὶ ἀνόητο νὰ υἱοθετήσει μιὰ τυποκρατικὴ καὶ εὐσεβιστικὴ χριστιανικὴ βιωτὴ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἴδια του ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔμφυτη τάση του γι’ ἀναζήτηση, γιὰ ψάξιμο καὶ ψηλάφηση τοῦ ἀληθινοῦ τὸν ὠθοῦσε πρὸς μιὰ ἄλλη ζωή.

Μά, πόσο δύσκολο ἦταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμὴ ἔνιωσε πὼς εἶχε φτάσει στὸ ἀπροχώρητο. Τὸ κεφάλι του πήγαινε νὰ σπάσει...

Πάω στὴ γιαγιά μου στὰ Τρόπαια, φώναξε μιὰ μέρα στὸ σπίτι καὶ ἀφήνοντας πίσω του φωνὲς γιὰ μαθήματα καὶ ἐξετάσεις, μήτε ὁ ἴδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στὸ λεωφορεῖο.

Καὶ νὰ ποὺ ζύγωνε στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς του. Ντάλα ὁ ἥλιος πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του κι ἀπὸ παντοῦ νὰ ‘ρχονται χίλιες εὐωδιὲς ἀπὸ τὴν ἀνοιξιάτικη, ἀρκαδικὴ φύση. Δὲν πρόλαβε ὅμως ὁ ἄμοιρος νὰ ρουφήξει λίγο βουνίσιο ἀέρα, ὅταν ἀκούστηκε ἡ γνώριμη τσιριχτὴ φωνὴ τῆς γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ἦρθε ὁ Ἀλέκος!
Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ εἶδε νὰ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὸ πλινθόκτιστο σπιτάκι ἡ γιαγιὰ του σκουπίζοντας τὰ παχουλά της χέρια στὴν ποδιά της καὶ λέγοντας:
- Καλῶς τὸν πασά μου, καλῶς τὸν γιόκα μου, καλῶς ἦρθες, Ἀλέκο μου! Κι ἀμέσως βρέθηκε στὴν ἀγκαλιά της.

Τί ἦταν αὐτό; Σὰ νὰ μπῆκε σὲ λιμάνι ἀπάνεμο, σὰ νὰ τοῦ ‘φύγε ὅλη ἡ ἀντάρα τοῦ μυαλοῦ του. Ξαφνικὰ ἀδείασε καὶ τὴν ἀγκαλίασε κι αὐτός.
- Καλῶς σὲ βρῆκα, γιαγιά.
- Κοπίασε, γιέ μου, νὰ ξαποστάσεις.

Μόλις μπῆκε στὸ χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τὸν συνεπῆρε ἡ μυρωδιὰ τῆς σπανακόπιτας καὶ τοῦ λιβανιοῦ. Σίγουρα ἡ γιαγιὰ εἶχε φουρνίσει ἀπὸ τὸ πρωὶ ἀκόμη καὶ εἶχε λιβανίσει τὸ σπίτι τρεῖς- τέσσερις φορές.
- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Ἄ! Ὅλα κι ὅλα, ἅμα δὲν κάνω τὰ θεοτικά μου τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα, δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ.
- Καὶ σὰν τί λές;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ὅ,τι λέει ἡ Σύνοψη.
- Καὶ τὰ ἐννοεῖς;
- Γιέ μου, αὐτὰ εἶναι μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ποιὸς νὰ τὰ ἐννοήσει; Ἀλλὰ μὴ γνοιάζεσαι, σὰ δὲν καταλαβαίνω ἐγώ, νογᾶ ὁ Θεὸς καὶ βλέπει τὸν κόπο μου, νογᾶ κι ὁ Διάολος καὶ καίγεται.
- Χμ, καλὰ τὰ λές, εἶπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, νὰ σοῦ φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις τὴν ἔβγαλα ἀπὸ τὸ φοῦρνο. Κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὴν κουζίνα, τὸ βασίλειό της.

Ὁ Ἀλέκος ἔμεινε μόνος του στὸ καθιστικό. Αἰσθανόταν ἄνετα καὶ ζεστὰ ἐκεῖ, μολονότι ἤξερε πώς, ἐὰν ἔκανε τὴ ζωὴ τῆς γιαγιᾶς του σὲ τοῦτο τὸ χωριό, σίγουρα θὰ τρελαινόταν. Ἡ καημένη! Δὲν ἤξερε πολλὰ γράμματα, ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἔλεγε νὰ τὸ ἀφήσει ἀπὸ τὰ χέρια της. Μέρα – νύχτα τὸ διάβαζε. Ὅταν λέει «γιαγιὰ Μαριγῶ» τοῦ ‘ρχεται πάντα ἡ ἴδια εἰκόνα στὸ μυαλό: Μιὰ γριούλα παχουλή, μὲ σφιχτοδεμένο κότσο νὰ κάθεται στὴν πολυθρόνα καὶ νὰ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχῶς, ἡ γιαγιὰ δὲν ἤξερε τίποτα ἀπὸ Φιλοσοφία. Θυμᾶται μιὰ φορὰ ποὺ τῆς ἀνέφερε τὸν Heidegger. Τὸν κοίταξε μὲ τρόμο στὰ μάτια καὶ εἶπε:
- Παναγιά μου, οἱ Γερμανοί, ὁ Θεὸς νὰ φυλάει τὴν Ἑλλάδα μας!

Ἡ καημένη ἦταν ἀδαής. Δὲν ἀναζητοῦσε καμιὰ ἀλήθεια. Δὲν σκοτιζόταν γιὰ καμιὰ ψυχολογικὴ σχολή.

Ὁ Ἀλέκος ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸν τοῖχο, ἀμέτρητες εἰκόνες. Ἡ γιαγιὰ εἶχε μαζέψει ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς οἰκογένειας.

- Γιαγιά, τί τὶς θὲς τόσες εἰκόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Καὶ πῶς θὰ παρακαλέσω τὸν Ἁγιαλέξανδρο, σὰν δὲν ἔχω τὴν εἰκόνα του; Ἄσε τὸ ἄλλο, κάθε φορὰ ποὺ γιορτάζει Ἅγιος μὲ εἰκόνα, τὸ σπίτι ἔχει πανηγύρι. Ἄσε ὅμως αὐτά, πές μου τὰ δικά σου, παλικάρι μου.

Καὶ τότε, ἄγνωστο γιατί, ὁ Ἀλέκος ἄνοιξε τὴν καρδιὰ του ὅπως δὲν τὴν εἶχε ἀνοίξει ποτέ, οὔτε στὸν πνευματικό του, οὔτε καὶ στοὺς γέροντες στὸ Ἅγιο Ὅρος ὅπου βρισκόταν συχνὰ – πυκνά. Τῆς εἶπε γιὰ τὶς ἀγωνίες του, τὴ βασανιστική του πορεία γιὰ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, τὴν προσπάθεια ἐλευθερώσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς συμβατικότητας καὶ τοῦ ἠθικισμοῦ, ὥστε νὰ ‘ρθεῖ σὲ κοινωνία ἀληθινὴ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον. Τῆς εἶπε ἀκόμη γιὰ τὴν ἀδυναμία του νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ Θεὸ χωρὶς τὴ μάσκα τοῦ εὐσεβῆ ποὺ τὸν στοιχειώνει ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια. Τῆς εἶπε, τῆς εἶπε, τῆς εἶπε ... καὶ τί δὲν τῆς εἶπε. Ἀκολούθησε μία μεγάλη παύση. Ἡ κυρὰ-Θοδόδαινα ἔκανε τὸν σταυρὸ της ἀργὰ – ἀργὰ καὶ εἶπε:
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δὲν κατάλαβα γρί. Μπερδεμένα μοῦ τὰ λές, ματάκια μου. Καὶ θαρρῶ πὼς τὰ ‘χεις καὶ στὸ μυαλό σου μπερδεμένα. Εὐαγγέλιο διαβάζεις;
- Ὁρίστε;
- Ἐκκλησία πᾶς;
- Δὲν καταλαβαίνω ...
- Τὴν προσευχή σου τὴν κάμεις;
- Τί ἐννοεῖς, γιαγιά;
- Τὸν πλησίον σου τὸν συντρέχεις;
- Θαρρῶ πὼς δὲ μὲ κατάλαβες.
- Ἂχ παιδάκι μου, ἐσὺ ἐννοεῖς νὰ καταλάβεις πὼς τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλά. Δὲ χρειάζονται πολλὲς θεωρίες μήτε ἀξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τοῦτο χρειάζεται, νὰ ξαστερώσεις ἀπὸ τὶς φιλοσοφίες καὶ νὰ πιαστεῖς ἀπὸ τὸ ροῦχο τοῦ Χριστοῦ σὰν ἐκείνη τὴ γυναίκα στὸ Εὐαγγέλιο, νὰ δεῖς πῶς τή λένε ... τὴν ξέχασα, δὲν πειράζει. Τὰ ἄλλα ὅλα θὰ τὰ κανονίσει ὁ Χριστός. Εἶναι δικές του δουλειές. Ἄσε Τον. Ξέρει τί κάνει.


Δὲν κάθισε πολὺ στὰ Τρόπαια, στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς του. Μιὰ – δυὸ μέρες. Ἦταν ἀρκετές. Εἶδε πράγματα ποὺ θὰ τὸν συνόδευαν γιὰ πολὺ καιρό. Εἶδε τὴ γιαγιά του νὰ κάνει ἀτελείωτες μετάνοιες. Τὴν εἶδε νὰ συντρέχει τὴ χήρα μὲ τὰ τρία βυζανιάρικα παιδιά. Τὴν εἶδε νὰ μαζεύει στὸ σπίτι τῆς κάθε λογῆς κουρασμένο στρατοκόπο καὶ νὰ ἀποθέτει στὰ χέρια τῶν φτωχῶν ὁλάκερη τὴ σύνταξη τοῦ μακαρίτη. Τὴν εἶδε νὰ κοινωνᾶ τὴν Κυριακὴ καὶ νὰ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο ὅλη τὴ μέρα. Μυστήρια τοῦ Θεοῦ!

Σὰν ἔφυγε μὲ τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν Ἀθήνα στριμωγμένος σ’ ἕνα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια ( πεσκέσι τῆς γιαγιᾶς) σκεφτόταν ὅσα ἔζησε τοῦτες τὶς λίγες μέρες. Μία μυρωδιὰ λιβανιοῦ τοῦ 'ρθε στὴ μύτη καὶ μία φωνὴ νὰ τοῦ ὑπενθυμίζει: «Τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλά».

- Λὲς νὰ 'ναι ἔτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

«Οὐ μέλει ημῖν τί εἶπον, ἢ τί ἐφρόνησαν μερικοὶ Πατέρες. ᾿Αλλὰ τί λέγει ἡ Γραφή, καὶ αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, καὶ ἡ κοινὴ τῶν Θεούμενων Πατέρων δόξα...»

Μπορεί να είναι εικόνα Σαντορίνη 

 Ἱερὸν Πηδάλιον ~ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης Ὑποσημείωσις τοῦ 7ου κανόνος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εκδ. 1886

Ο Αγιορείτης μοναχός Νικήτας ο Μάγειρας

Έλα να το πάμε απ' την αρχή... σαν να ΄μαστε δυο ξένοι... 🩵

 Μπορεί να είναι εικόνα πουλί

9Η ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ -ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

 

«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου (…)
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη (…)
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!(…)
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!»
(Οδυσσέας Ελύτης, «Άξιον Εστί»)
 
 
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Καλημέραα Καλημέρχμεμαλέξ.. qcUe us μια λέξη.. γλώσσα "Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;' Σολωμός)"
 
«Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;»
(Διονύσιος Σολωμός)
«Όταν ένας λαός δεν τολμά να υπερασπιστεί την γλώσσα του, είναι πλέον έτοιμος για την σκλαβιά»
(Ρεμί ντε Γκουρμόν)
«Η γλώσσα είναι ακατανόητη γιατί οι άνθρωποι δεν µιλούν για τα σηµαντικά»
(Ευγένιος Ιονέσκο)
«Σκεφτόμαστε μόνο με τη χρήση της γλώσσας»
(Καρλ Κράους)
«Αν η σκέψη διαφθείρει τη γλώσσα, και η γλώσσα μπορεί να διαφθείρει την σκέψη»
(Τζωρτζ Όργουελ, «Η φάρμα των ζώων»)
«Η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας. Κουβαλά την ψυχή του λαού μας. Τη ζωή μου την πέρασα σε πενήντα τετραγωνικά παλεύοντας με τη γλώσσα. Στο βάθος αυτό είναι η ποίηση: μια συνεχής πάλη με τη γλώσσα. Την γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου»
(Οδυσσέας Ελύτης)
«Ο Θεός μας χάρισε μία γλώσσα ζωντανή, εύρωστη, πεισματάρα και χαριτωμένη, που αντέχει ακόμη, μολονότι έχουμε εξαπολύσει όλα τα θεριά για να τη φάνε• έφαγαν όσο μπόρεσαν, αλλά απομένει η μαγιά. Έτσι θά ‘λεγα, παραφράζοντας τον Μακρυγιάννη. Δεν ξέρω πόσο θα βαστάξει ακόμη αυτό. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η μαγιά λιγοστεύει και δε μένει πια καιρός για να μένουμε αμέριμνοι. Δεν είναι καινούργια τα σημεία που δείχνουν πως αν συνεχίσουμε τον ίδιο δρόμο, αν αφεθούμε μοιρολατρικά στη δύναμη των πραγμάτων, θα βρεθούμε στο τέλος μπροστά σε μια γλώσσα εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη»
(Γιώργος Σεφέρης, σε ομιλία του, στις 14 Απριλίου 1964, στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης)
«Μπορούμε να πούμε πως το καθήκον του ποιητή, ως ποιητή, είναι μόνο έμμεσα στο λαό του∙ το άμεσο καθήκον του είναι στη γλώσσα του, πρώτα να τη διαταράσσει κι έπειτα να την πλατύνει και να τη βελτιώσει. Εκφράζοντας αυτά που αισθάνονται οι άλλοι άνθρωποι αλλάζει και το συναίσθημα κάνοντάς το πιο συνειδητό. Κάνει το λαό να αποχτά μεγαλύτερη συνείδηση γι’ αυτό που κιόλας αισθάνεται κι έτσι τον μαθαίνει κάτι για τον εαυτό του»
(Τόμας Έλιοτ)
«Διάνοια και λόγος ταυτόν»
(Πλάτων)
«Η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου»
(Wittgenstein)
«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»
(Wittgenstein)
«Γλώσσα νόησις νοήσεως»
(Χρήστος Τσολάκης)
«Τα όρια του λόγου μου σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου μου»
(Χρήστος Τσολάκης)
«Οι γλώσσες παρακολουθούν τα πνευματικά αναστήματα των λαών»
(Χρήστος Τσολάκης)
«Οι γλώσσες βρίσκονται στα πολιτισμικά επίπεδα των λαών που τις μιλούν»
(Χρήστος Τσολάκης)
«Οι γλώσσες βρίσκονται στα ύψη των πολιτισμών των λαών»
(Χρήστος Τσολάκης)
«Γλώσσα είναι ολόκληρος ο λαός»
(Φλαμανδικό ρητό)
«Πείρατα ψυχής ουν αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν. Ούτω βαθύν λόγον έχει. Έστι ψυχής λόγος εαυτόν αύξω»(Την άκρη της ψυχής δεν μπορεί κανείς να τη βρει όποιον δρόμο και να πάρει. Υπάρχει λόγος στην ψυχή που αυξάνει τον εαυτό του)
(Ηράκλειτος)
«Οι λέξεις είναι πράξεις»
(L. Wittgenstein)
«Όποιος δεν ξέρει ξένες γλώσσες, δεν ξέρει τίποτα από τη δική του»
(Γκαίτε)
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού σου και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την»
(Διονύσιος Σολωμός)
«Την ποιητική λέξη τη δυναστεύει ένας ακαταμάχητος πόθος ελευθερίας»
(Κακριδής)
«Κοιτάξτε τα χείλη μου, απ’ αυτά εξαρτάται ο κόσμος»
(Οδυσσέας Ελύτης)
«Στερνός σκοπός του ποιητή δεν είναι να περιγράφει τον κόσμο, αλλά να τον δημιουργεί ονομάζοντάς τον»
(Γιώργος Σεφέρης)
«Κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, κάθε φορά ο κόσμος ξαναρχίζει. Καμιά δύναμη δε θα φτάσει ποτέ αυτή του λόγου, που δημιουργεί τόσα πολλά με τόσο λίγο»
(Emil Beveniste)
«Οι λέξεις είναι σαν την κρούστα στην επιφάνεια βαθιών νερών»
(L. Wittgenstein)
«Δεν υπάρχει λέξη που να μπορούμε να την καταλάβουμε, όσο κι αν προχωρήσουμε σε βάθος»
(P. Valery)
«Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυτούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήταν Έλληνες –
Ιταλιώται ένα καιρό κι αυτοί∙
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι – ω συμφορά! – απ’ τον ελληνισμό»
(Κ. Καβάφης, «Ποσειδωνιάται»)
Για μερικούς τα ελληνικά είναι ξένη γλώσσα. Αναρωτιέμαι όμως, ποια είναι η μητρική τους γλώσσα, από τη στιγμή που είναι Έλληνες.
Όταν υποβιβαστεί το επίπεδο γλωσσικής επάρκειας και δεξιοτεχνίας ενός λαού, στραγγίζει και η σκέψη του.
Η απώλεια της γλώσσας σημαίνει απώλεια μεγάλου μέρους αντίληψης της πραγματικότητας.
Όσο πιο πολλές λέξεις έχουν σημασία για μας, τόσο πιο σημαντικός είναι ο κόσμος μας.
Όσο πιο πολλές λέξεις έχουν νόημα για μας, τόσο ευρύτερος είναι ο κόσμος μας.
Διευρύνουμε τα σύνορα του κόσμου μας αυξάνοντας τις λέξεις που έχουν νόημα για μιας.
Οι λέξεις δημιουργούν έναν κόσμο απ’ την αρχή ή διευρύνουν τα σύνορα αυτού που έχουμε.
Αν αντιλαμβανόμασταν τις λέξεις στο πλήρες τους νόημα, θα άλλαζε η πραγματικότητα.
Το θέμα είναι οι λέξεις, πώς να μην είναι μόνο λέξεις.
Τείνω να πιστέψω πως οι λέξεις έχουν εγγενή δύναμη. Από τον τρόπο που τις βάζεις τη μια δίπλα στην άλλη, παράγουν πραγματικότητες.
(σ.σ. Η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού, έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, σύμφωνα με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 1384/24/04/2017).
Το δικαιολογητικό της απόφασης: «Με την θέσπιση αυτής της παγκόσμιας ημέρας επιδιώκεται η ανάδειξη του θεμελιώδους ρόλου που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η ελληνική γλώσσα κατά την αρχαιότητα ευτύχησε να καταστεί φορέας μορφοποίησης και μεταβίβασης σημαντικών επιστημονικών θεωριών, φιλοσοφικών θεωρήσεων και λογοτεχνικών κειμένων. Στην ελληνική γράφτηκαν λίγο αργότερα τα πιο σημαντικά κείμενα του Χριστιανισμού για να διαδοθούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο διάβα των αιώνων υπήρξε καθοριστική η συμβολή της ως μέσου αποθησαύρισης και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και επιβιώνει ως τις μέρες μας, στη νεότερη εκδοχή της, ως μια από τις μακροβιότερες ζωντανές γλώσσες παγκοσμίως»)

Μηλιά Μετσόβου

Ο μύθος του ισλαμικού παραδείσου στην Ανδαλουσία

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΨΗ ΤΗΣ AL-ANDALUS ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ..

Ἡ εἰκόνα τῆς μεσαιωνικῆς Ἱσπανίας ὡς ἑνὸς ἐπίγειου παραδείσου ἀνοχῆς, ὅπου οἱ τρεῖς μεγάλες θρησκεῖες συναντήθηκαν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπίμονα ἱστοριογραφικὰ κατασκευάσματα τοῦ καιροῦ μας. 

Μᾶς διδάσκουν γιὰ μία Al-Andalus* ποὺ ὑπῆρξε φάρος φωτός, ἐνῷ ἡ ὑπόλοιπη Εὐρώπη βυθιζόταν στὸ σκοτάδι. Ὡστόσο, ἡ προσεκτικὴ ἐξέταση τῶν πρωτογενῶν πηγῶν —ἀπὸ τὰ νομικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς μέχρι τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα— ἀποκαλύπτει μία πραγματικότητα πολὺ πιὸ σκοτεινή, βίαιη καὶ θεσμικὰ μισαλλόδοξη. Ἡ περιβόητη «Συνύπαρξη» δὲν ἦταν μία οἰκουμενικὴ ἀδελφοσύνη, ἀλλὰ ἕνα σύστημα ἀπαρτχάιντ, θεμελιωμένο πάνω στὸ δόγμα τῆς θρησκευτικῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιβολῆς.

Η ΒΙΑΙΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΗΣΙΓΟΤΘΙΚΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μύθου βρίσκεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση τὸ 711 μ.Χ. Συχνὰ περιγράφεται ὡς μία σχεδὸν ἀνώδυνη μετάβαση, μία «ἀπελευθέρωση» ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῶν Βησιγότθων. Στὴν πραγματικότητα, ἐπρόκειτο γιὰ μία κλασικὴ περίπτωση τζιχάντ, ἑνὸς ἱεροῦ πολέμου μὲ σκοπὸ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Dār al-Islām (τοῦ Οἴκου τοῦ Ἰσλάμ). Οἱ κατακτητὲς δὲν ἔφεραν μαζί τους ἕναν ἀνώτερο πολιτισμό, ἀλλὰ ἕνα πολεμικὸ σύστημα ποὺ ἐξουθένωσε τὸν προϋπάρχοντα ἑλληνορωμαϊκὸ καὶ χριστιανικὸ πολιτισμὸ τῆς χερσονήσου.

Οἱ πόλεις ποὺ προέβαλαν ἀντίσταση ἰσοπεδώθηκαν, οἱ πληθυσμοὶ σφιάχτηκαν ἢ ἐξανδραποδίστηκαν. Ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἡ λεηλασία τοῦ πλούτου τῆς χώρας ἦταν ἡ πρώτη πράξη τῆς νέας τάξης πραγμάτων. Ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση δὲν ἦταν μία πολιτισμικὴ ἀνταλλαγή, ἀλλὰ μία βίαιη διακοπὴ τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῆς Ἱσπανίας». Ὁ πολιτισμὸς ποὺ θαυμάζουμε σήμερα στὴν Κόρδοβα καὶ τὴ Γρανάδα δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ οἰκοδομήθηκε πάνω στὰ ἐρείπια —καὶ συχνὰ μὲ τὰ ὑλικὰ— τῶν χριστιανικῶν ναῶν καὶ τῶν ῥωμαϊκῶν μνημείων.

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ DHIMMI

Γιὰ νὰ κατανοήσει κάποιος τὴν καθημερινότητα τῶν μὴ μουσουλμάνων στὴν Al-Andalus, πρέπει νὰ γνωρίζει τὸν ὅρο «dhimmi». Ὁ ντίμμι ἦταν ὁ «προστατευόμενος» ὑπήκοος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπολάμβανε αὐτὴ τὴν προστασία μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο τῆς πλήρους ὑποταγῆς. Ἡ ἀνοχὴ εἶχε ἡμερομηνία λήξεως καὶ συγκεκριμένο τίμημα. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν βασιζόταν στὴν ἰσότητα, ἀλλὰ στὴν παραδοχὴ ὅτι ὁ χριστιανὸς καὶ ὁ ἑβραῖος εἶναι πνευματικὰ καὶ κοινωνικὰ κατώτεροι.

Ἡ jizya, ὁ κεφαλικὸς φόρος, δὲν ἦταν ἁπλῶς μία οἰκονομική ὑποχρέωση. Ἦταν μία τελετουργικὴ ταπείνωση. Ὑπῆρχαν συγκεκριμένες ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς ἔπρεπε νὰ καταβάλλεται ὁ φόρος: ὁ ντίμμι ἔπρεπε νὰ στέκεται ταπεινωμένος ἐνῷ ὁ μουσουλμάνος εἰσπράκτορας καθόταν σὲ ὑπερυψωμένο κάθισμα, καὶ συχνὰ ὁ εἰσπράκτορας χτυποῦσε τὸν φορολογούμενο στὸ σβέρκο γιὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσει τὴν ὑποταγή του. Ὅπως σημειώνεται στὶς πηγές: «Ὁ σκοπὸς τῆς jizya εἶναι νὰ νιώσουν οἱ ἄπιστοι τὴν ταπείνωση (dhull) καὶ νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν κατωτερότητά τους».

Οἱ περιορισμοὶ στὴ δημόσια ζωὴ ἦσαν στραγγαλιστικοί. Οἱ χριστιανοὶ ἀπαγορευόταν νὰ χτυποῦν καμπάνες, νὰ λιτανεύουν τὸν Σταυρό, νὰ χτίζουν νέες ἐκκλησίες ἢ νὰ ἐπισκευάζουν τὶς παλιές. Ἀκόμα καὶ ὁ ἦχος τῆς προσευχῆς τους ἔπρεπε νὰ εἶναι χαμηλός, ὥστε νὰ μὴν «μολύνει» τὰ αὐτιὰ τῶν πιστῶν τοῦ Ἰσλάμ. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, οἱ χριστιανοὶ ὑποχρεώνονταν νὰ φοροῦν διακριτικὰ σημάδια στὰ ροῦχα τους —μία πρακτική ποὺ πολλοὶ λανθασμένα πιστεύουν ὅτι ἐφευρέθηκε αἰῶνες ἀργότερα.

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Συχνὰ προβάλλεται ἡ εἰκόνα τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ποιητῶν ποὺ συνομιλοῦσαν ἐλεύθερα. Ὡστόσο, ἡ Al-Andalus κυβερνιόταν γιὰ μεγάλα διαστήματα ἀπὸ τὶς πιὸ φονταμενταλιστικὲς σχολὲς τοῦ ἰσλαμικοῦ δικαίου, ὅπως ἡ Μαλικιτική. Ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ τιμωροῦταν μὲ θάνατο, ὅπως καὶ κάθε προσπάθεια προσηλυτισμοῦ μουσουλμάνου. Οἱ «Μάρτυρες τῆς Κόρδοβας» τὸν 9ο αἰῶνα δὲν ἐκτελέστηκαν ἐπειδὴ ἦσαν φανατικοί, ἀλλὰ ἐπειδὴ τόλμησαν νὰ ἀμφισβητήσουν δημόσια τὴν προφητεία τοῦ Μωάμεθ —μία πράξη ποὺ θεωρεῖτο βλασφημία καὶ ἐπέσυρε τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου.

Ἀκόμα καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μουσουλμάνοι λόγιοι δὲν ἦσαν ἀσφαλεῖς. Βιβλία κάηκαν στὶς δημόσιες πλατεῖες ὅταν θεωρήθηκαν ὅτι παρεκκλίνουν ἀπὸ τὴν ὀρθοδοξία, καὶ φιλόσοφοι ὅπως ὁ Ἀβερρόης (Ibn Rushd) ὑπέστησαν διώξεις καὶ ἐξορία. Ἡ «πνευματικὴ ἄνοιξη» ἦταν στὴν πραγματικότητα μία στενὰ ἐλεγχόμενη δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἔπρεπε πάντα νὰ ὑπηρετεῖ τὸ θεοκρατικὸ οἰκοδόμημα.

Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀποσιωπημένες πτυχὲς τοῦ «παραδείσου» εἶναι ἡ κλίμακα τῆς δουλείας. Ἡ Al-Andalus ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα σωματεμπορίας στὸν κόσμο. Οἱ «Saqaliba» (Σλάβοι καὶ Εὐρωπαῖοι δοῦλοι) ἀποτελοῦσαν τὴ ῥαχοκοκαλιὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοίκησης. Χιλιάδες χριστιανὲς γυναῖκες ἀπὸ τὸν Βορρᾶ αἰχμαλωτίζονταν σὲ ἐτήσιες ἐπιδρομὲς (aceifas) γιὰ νὰ στελεχώσουν τὰ χαρέμια τῶν ἐμίρηδων.

Σχετικὰ μὲ τὴ θέση τῆς γυναίκας, ἡ νομικὴ πραγματικότητα ἦταν ζοφερή. Ἡ γυναίκα θεωρεῖτο νομικὰ ἀνήλικη, ὑπὸ τὴν κηδεμονία τοῦ πατέρα ἢ τοῦ συζύγου. Οἱ περιγραφὲς γιὰ «χειραφετημένες ποιήτριες» ἀφοροῦν μία ἐλάχιστη ἐλίτ, τὴν ὥρα ποὺ ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα ζοῦσε στὸν ἐγκλεισμό. Ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ἡ σεξουαλικὴ ἐκμετάλλευση τῶν δούλων γυναικῶν ἦταν θεσμοθετημένη καὶ ἀποτελοῦσε φυσιολογικὸ κομμάτι τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς».

Η ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Παρόλο ποὺ συχνά λέγεται ὅτι οἱ Ἑβραῖοι γνώρισαν τὴ «Χρυσὴ Ἐποχή» τους στὴν ἰσλαμικὴ Ἱσπανία, ἡ ἱστορία καταγράφει τρομακτικὰ γεγονότα ποὺ διαψεύδουν αὐτὴ τὴν εἰδύλλια εἰκόνα. Τὸ πογκρὸμ τῆς Γρανάδας τὸ 1066 εἶναι ἕνα ἀποκαλυπτικὸ παράδειγμα: ὁ ὄχλος, παρακινημένος ἀπὸ θρησκευτικοὺς ἡγέτες ποὺ ἐνοχλήθηκαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἰσχὺ ἑνὸς Ἑβραίου βεζίρη, ἔσφαξε χιλιάδες Ἑβραίους σὲ μία μόνο ἡμέρα. Ἡ ἐπικράτηση τῶν Ἀλμοραβιδῶν καὶ τῶν Ἀλμοαδῶν ἀργότερα κατέστησε τὴν ἐπιβίωση τῶν μὴ μουσουλμάνων σχεδὸν ἀδύνατη, ἐξαναγκάζοντάς τους εἴτε σὲ βίαιο ἐξισλαμισμὸ εἴτε σὲ φυγή.

ΓΙΑΤΙ ΣΥΝΤΗΡΕΙΤΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ;

Γεννᾶται τὸ εὔλογο ἐρώτημα: ἂν τὰ στοιχεῖα εἶναι τόσο συντριπτικά, γιατί συνεχίζουμε νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸν «Ἀνδαλουσιανὸ Παράδεισο»; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι ἱστορική, ἀλλὰ ἰδεολογική. Ὁ μύθος αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ὡς ἕνα ἐργαλεῖο κριτικῆς κατὰ τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Παρουσιάζοντας τὸ Ἰσλὰμ ὡς «ἀνεκτικό» καὶ τὴ Χριστιανικὴ Εὐρώπη ὡς «σκοτεινή», δημιουργεῖται ἕνα ἀφήγημα ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὴ σύγχρονη πολυπολιτισμικότητα.

Ὡστόσο, ἡ ἄγνοια τῶν γεγονότων εἶναι ἐπικίνδυνη. Ὅταν ὡραιποιούμε τὸ παρελθόν, προδίδουμε τὴ μνήμη ἐκείνων ποὺ ὑπέφεραν κάτω ἀπὸ αὐτὰ τὰ συστήματα. Ἡ Al-Andalus δὲν ἦταν μία προφητεία τοῦ σύγχρονου φιλελευθερισμοῦ, ἀλλὰ μία μεσαιωνικὴ θεοκρατία. Ἡ πραγματικὴ ἱστορία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὡραιωμένους μύθους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν τόλμη νὰ κοιτάξουμε τὸ παρελθὸν κατὰματα, ἀποδέχοντας ὅτι ἡ συνύπαρξη, ὅπου ὑπῆρξε, ἦταν προϊόν ἀνάγκης καὶ ὄχι ἀρετῆς.

Ἡ ἀποδόμηση τοῦ μύθου τῆς Ἀνδαλουσίας δὲν εἶναι μία πράξη μίσους, ἀλλὰ μία πράξη δικαιοσύνης ἀπέναντι στὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι αὐτονόητα, ἀλλὰ κατακτήθηκαν μέσα ἀπὸ σκληροὺς ἀγῶνες ἐνάντια σὲ συστήματα ποὺ θεωροῦσαν τὴν ἀνισότητα θείο νόμο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ»

τού Ντάριο Φερνάντες-Μορέρα

Τὰ κείμενα ποὺ ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἔρευνα τοῦ Darío Fernández-Morera, ὅπως αὐτὰ παρατίθενται στὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἑβραϊκὴ κοινότητα καὶ τὸ καθεστὼς τῶν ὑποταγμένων πληθυσμῶν.

Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΥ

«Πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ “ἀνοχὴ” στὴν ἰσλαμικὴ Ἱσπανία δὲν εἶχε καμία σχέση μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἦταν μία ἀνοχὴ ποὺ πήγαζε ἀπὸ τὴν περιφρόνηση. Οἱ Ἑβραῖοι, ὅπως καὶ οἱ Χριστιανοί, γινόταν ἀνεκτοὶ μόνο ἐφόσον ἀποδέχονταν τὴ θέση τους ὡς πνευματικὰ “μιάνσματα”. Ὁ ἰσλαμικὸς νόμος ὅριζε ὅτι οἱ ντίμμι ἔπρεπε νὰ φοροῦν ροῦχα ποὺ νὰ τοὺς διακρίνουν ἀμέσως, ὥστε κανένας μουσουλμάνος νὰ μὴν τοὺς χαιρετήσει κατὰ λάθος μὲ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἁρμόζει μόνο σὲ ἕναν πιστό. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Al-Andalus ἐφάρμοσε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα συστήματα θεσμοθετημένου κοινωνικοῦ διαχωρισμοῦ στὴν ἱστορία».

ΤΟ ΠΡΟΓΚΡΟΜ ΤΗΣ ΓΡΑΝΑΔΑΣ: Η ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

«Τὸ ἔτος 1066 ἀποτελεῖ μία σκοτεινὴ ὑπενθύμιση τοῦ πόσο εὔθραυστη ἦταν ἡ “Χρυσὴ Ἐποχή”. Ἡ σφαγὴ τῆς Γρανάδας δὲν ἦταν ἕνα τυχαῖο ξέσπασμα βίας, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἰσλαμικῆς ἀντίδρασης στὴν παραβίαση τῶν κανόνων τῆς dhimma. Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι θεωρήθηκε ὅτι ἀπέκτησαν “πολλὴ δύναμη”, ὁ ὄχλος, καθοδηγούμενος ἀπὸ τὶς διδαχὲς τῶν θεολόγων, ἐπέβαλε τὴν τάξη μὲ τὸ σπαθί. Ἡ σταύρωση τοῦ Joseph ibn Naghrela στὴν πύλη τῆς πόλης καὶ ἡ σφαγὴ χιλιάδων ὁμοεθνῶν του ἦταν τὸ μήνυμα ὅτι ὁ ντίμμι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶ τὴ θέση του. Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ ποὺ προσπερνοῦν αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὡς μία “ἐξαίρεση”, ἀγνοοῦν ὅτι αὐτὴ ἡ βία ἦταν δομικὸ στοιχεῖο τοῦ συστήματος».

Η ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΑΛΜΟΑΔΩΝ

«Μὲ τὴν ἄνοδο τῶν Ἀλμοαδῶν, κάθε πρόσχημα ἀνοχῆς κατέρρευσε. Ἡ ἰδεολογία τους δὲν ἄφηνε χῶρο γιὰ “προστατευόμενους”. Ὁ Μαϊμονίδης, μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες διάνοιες τῆς ἑβραϊκῆς γραμματείας, ἀναγκάστηκε νὰ ὑποστεῖ τὴν ταπείνωση ἑνὸς προσχηματικοῦ ἐξισλαμισμοῦ γιὰ νὰ γλιτώσει τὸν θάνατο, πρὶν καταφέρει τελικὰ νὰ διαφύγει. Ὁ ἴδιος ἔγραφε στὴν “Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ὑεμένη” ὅτι κανένα ἔθνος δὲν εἶχε ταπεινώσει καὶ μισήσει τοὺς Ἑβραίους τόσο ὅσο οἱ Ἰσμαηλίτες (Μουσουλμάνοι). Αὐτὴ ἡ μαρτυρία, ἀπὸ τὴν καρδιὰ τῆς ὑποτιθέμενης Χρυσῆς Ἐποχῆς, εἶναι ἡ πιὸ ἠχηρὴ διάψευση τῶν σημερινῶν ὡραιοποιήσεων».

ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

«Ἡ καθημερινότητα ἑνὸς Ἑβραίου στὴν Al-Andalus ἦταν ἕνας διαρκὴς ἀγῶνας γιὰ τὴν ἀποφυγή τῆς πρόκλησης. Ἀπαγορευόταν νὰ φέρουν ὅπλα, νὰ ἱππεύουν ἄλογα —ποὺ θεωροῦνταν εὐγενῆ ζῶα— καὶ συχνὰ ὑποχρεώνονταν νὰ περπατοῦν ξυπόλητοι ἢ μὲ εὐτελῆ ὑποδήματα. Οἱ συναγωγὲς δὲν ἔπρεπε μόνο νὰ εἶναι χαμηλότερες ἀπὸ τὰ τζαμιά, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἔχουν κανέναν ἐξωτερικὸ διάκοσμο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προσβάλει τὴν αἰσθητικὴ τῆς κυρίαρχης θρησκείας. Ἡ “ἀνοχὴ” ἐξαντλοῦνταν στὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχεις ἁπλῶς ὡς σκιὰ μέσα σὲ μία κοινωνία ποὺ σὲ θεωροῦσε “ἄπιστο”».

Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ

«Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιατί ἡ Δύση ἐπέλεξε νὰ ἀγκαλιάσει τὸν μύθο τῆς Al-Andalus. Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὴν ἀνάγκη δημιουργίας ἑνὸς ἀντιπαραδείγματος πρὸς τὴ χριστιανικὴ Εὐρώπη. Κατασκευάζοντας μία φανταστικὴ ἰσλαμικὴ οὐτοπία, οἱ διανοούμενοι τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ οἱ σύγχρονοι πολυπολιτισμικοὶ ἀκαδημαϊκοὶ μπόρεσαν νὰ ἀσκήσουν δριμεία κριτική στὶς δικές τους παραδόσεις. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἰδεολογικὴ χρήση τῆς ἱστορίας γίνεται εἰς βάρος τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς μνήμης τῶν θυμάτων τῆς πραγματικῆς Al-Andalus». (πηγή)

Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ καὶ θρησκευτικὴ καταπίεση, ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν Ἀνδαλουσιανὸ “παράδεισο” ἀποκαλύπτεται στὴν πλήρη της ἔκταση ἂν ἐξετάσουμε τὸ ὑπόβαθρο τοῦ πολιτισμοῦ της: Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες παρερμηνεῖες τῆς Ἀνδαλουσιανῆς περιόδου εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἀνθησης ἀποκλειστικὰ στὸν «ἰσλαμικὸ μεγαλοφυῆ νοῦ». Ἡ ἱστορικὴ πραγματικότητα, ὅμως, μαρτυρεῖ μία διαδικασία πολιτισμικοῦ παρασιτισμοῦ. Οἱ κατακτητὲς βρῆκαν στὴν Ἰβηρικὴ χερσόνησο ἕναν ὥριμο βησιγοτθικὸ πολιτισμό, μπολιασμένο μὲ τὶς ῥωμαϊκὲς παραδόσεις. Τὰ λαμπρὰ οἰκοδομήματα τῆς Κόρδοβας δὲν θὰ ὑπῆρχαν χωρὶς τὴν ἐργασία Χριστιανῶν τεχνιτῶν καὶ τὴ χρήση κιόνων καὶ ὑλικῶν ἀπὸ ἀρχαίους ναοὺς καὶ δημόσια κτίρια. Ἡ Al-Andalus δὲν ἔφερε τὸν πολιτισμὸ ἀπὸ τὴν ἔρημο· τὸν οἰκειοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς ὑποδουλωμένους γηγενεῖς, μετατρέποντας τὴν ὑπάρχουσα γνώση σὲ ἰσλαμικὸ προπέτασμα.

Ἀκόμα καὶ ἡ φήμη τῆς Al-Andalus ὡς θεματοφύλακα τῆς κλασικῆς γνώσης εἶναι βαθιά προβληματική. Παράλληλα μὲ τὴν ἀντιγραφὴ κειμένων, ὑπῆρχε μία διαρκὴς καχυποψία πρὸς κάθε τι ποὺ θύμιζε «ἑλληνικὴ ἐπιστήμη» καὶ ξέφευγε ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ Κορανίου. Ἡ τύχη τῆς μεγάλης βιβλιοθήκης τοῦ Al-Hakam II εἶναι ἐνδεικτική: ὁ διάδοχός του, Al-Mansur, προκειμένου νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τῶν φονταμενταλιστῶν οὐλεμάδων, διέταξε τὸ δημόσιο κάψιμο χιλιάδων τόμων φιλοσοφίας καὶ ἀστρονομίας. Ἡ «πνευματικὴ ἐλευθερία» ἦταν μία ἐύθραυστη παραχώρηση, ποὺ ἀνά πάσα στιγμὴ μποροῦσε νὰ θυσιαστεῖ στὸ βωμὸ τῆς θρησκευτικῆς ὀρθοδοξίας.

Ὡστόσο, ἡ πιὸ ἀποτρόπαιη πτυχή, τὴν ὁποία ἡ σύγχρονη ἱστοριογραφία ἀποφεύγει ἐπιμελῶς νὰ ἀγγίξει, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ «παραδείσου» στηριζόταν στὴν εὐρύτατη χρήση δούλων. Ἡ ἰσλαμικὴ Ἱσπανία ὑπῆρξε τὸ μεγαλύτερο κέντρο σωματεμπορίας τῆς μεσαιωνικῆς Εὐρώπης. Οἱ ἐτήσιες στρατιωτικὲς ἐπιδρομὲς (aceifas) στὰ χριστιανικὰ ἐδάφη δὲν εἶχαν μόνο ἐδαφικοὺς στόχους, ἀλλὰ ἀποσκοποῦσαν στὴν αἰχμαλωσία ἀνθρώπων.

Χιλιάδες γυναῖκες ἀπὸ τὸν Βορρᾶ σύρθηκαν στὰ παζάρια τῆς Κόρδοβας καὶ τῆς Σεβίλλης γιὰ νὰ στελεχώσουν τὰ χαρέμια τῶν ἐλίτ. Ἡ σεξουαλικὴ δουλεία δὲν ἦταν ἁπλῶς μία παράπλευρη ἀπώλεια, ἀλλὰ ἕνας θεσμοθετημένος πυλώνας τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, μὲ συγκεκριμένους νόμους ποὺ ὅριζαν τὴν κατοχὴ καὶ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν «ἐρωτικῶν παλλακίδων». Παράλληλα, ὁ ἐυνουχισμὸς Χριστιανῶν αἰχμαλώτων γιὰ τὴν παραγωγὴ εὐνούχων ἦταν μία συνηθισμένη, ἂν καὶ βάρβαρη, πρακτική, ποὺ τροφοδοτοῦσε τὴ διοικητικὴ μηχανὴ τοῦ Χαλιφάτου.

Αὐτὴ ἡ κοινωνία, χτισμένη πάνω στὴν ὑποταγή, τὸν φόβο καὶ τὴν ἐμπορία ἀνθρώπων, ἀπέχει ἔτη φωτὸς ἀπὸ τὸ πολυπολιτισμικό εἴδωλο ποὺ προβάλλεται σήμερα. Ἡ ἀποδομή τοῦ μύθου τῆς Al-Andalus δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ ἀσκηση, ἀλλὰ μία ἀναγκαία ἐπιστροφὴ στὰ ἱστορικὰ δεδομένα. Ἡ πραγματικὴ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ «παράδεισος» τῆς Ἀνδαλουσίας ἦταν στὴν πραγματικότητα μία σκοτεινὴ ἐποχὴ βίας καὶ καταπίεσης, ἡ ὁποία ἐπιβίωσε στὴ συλλογικὴ μνήμη μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιλεκτικὴ λήθη καὶ τὴν ἰδεολογικὴ διαστρέβλωση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 *   Al-Andalus: Ἡ χρήση τῆς λέξης Al-Andalus (Ἀλ-Ἄνταλους) ἀναφέρεται στὴν περιοχὴ τῆς Ἰβηρικῆς χερσονήσου ποὺ βρισκόταν ὑπὸ μουσουλμανικὴ κυριαρχία ἀπὸ τὸ 711 ἕως τὸ 1492. Στὸ πλαίσιο τοῦ ἄρθρου μας, εἶναι ὁ ὅρος ποὺ χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ περιγράψουμε ὄχι ἁπλῶς μία γεωγραφικὴ ἔκταση, ἀλλὰ τὸ συγκεκριμένο θεοκρατικὸ καθεστὼς

 ...............

Τὸ ἄρθρο βασίστηκε στὸ ἐμβληματικὸ ἔργο τοῦ Darío Fernández-Morera, μὲ τίτλο «The Myth of the Andalusian Paradise: Muslims, Christians, and Jews under Islamic Rule in Medieval Spain» (Ὁ Μῦθος τοῦ Ἀνδαλουσιανοῦ Παραδείσου: Μουσουλμάνοι, Χριστιανοὶ καὶ Ἑβραῖοι ὑπὸ ἰσλαμικὴ κυριαρχία στὴ μεσαιωνικὴ Ἱσπανία), τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ 2016.

Ὁ Darío Fernández-Morera εἶναι ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο Northwestern, μὲ εἰδίκευση στὶς Ἱσπανικὲς καὶ Πορτογαλικὲς Σπουδές. Κατέχει διδακτορικὸ δίπλωμα ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο Harvard καὶ ἔχει διατελέσει μέλος τοῦ Συμβουλίου τοῦ National Endowment for the Humanities. Τὸ ἔργο του ἐπικεντρώνεται στὴν κριτικὴ ἐπανεξέταση τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας καὶ τῶν πολιτισμικῶν συγκρούσεων στὴν Ἰβηρικὴ χερσόνησο. Παρόλο ποὺ τὸ βιβλίο του προκάλεσε θύελλα ἀντιδράσεων στοὺς ἀκαδημαϊκοὺς κύκλους ποὺ συντηροῦν τὸ ἀφήγημα τῆς «Convivencia», ὁ ἴδιος παραμένει ἐνεργὸς στὸν δημόσιο διάλογο, ὑπερασπιζόμενος τὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια ἔναντι τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας.

entaksis

Ένα μικρό αφιέρωμα στην Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας.

Κρήτη ,Ο Χρήστος από το χωριό Μάραθος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο Χρήστος
υπήρξε μια βιβλική μορφή
που άφησε αποτύπωμα
με το αθώο του πέρασμα από τη ζωή.
Είπε στον καφετζή του χωριού:
«την Μαρία μου την πήραν τα τάγματα των αγγέλων,
ή θα με πάνε να τη βρω ή θα μου τη φέρουν»
Και έφυγε σε ένα ταξίδι μέχρι τέλους περπατώντας όλη την Κρήτη Από χωριό σε χωριό
Το τέλος του έγινε κάποια χρόνια μετά
σε ένα εξωκλήσι όπου αποκοιμήθηκε για πάντα.
Το τραγούδι
«Το ξύλινο Παλτό»
Είναι για κεινον
Την είδε την μικρή Μαρία να Λουγει τα μακριά μαλλιά
κι ύστερα πάνω στο γιοφύρι να του γλυκοχαμογελα
Λένε πως ό τι αγαπούσε ήταν το γέλιο της μικρής
που έσβησε μαζί με εκείνη ένα πρωί μιας Κυριακής
Φορούσε ξύλινα σαντάλια Φορούσε ξύλινο παλτό
ήθελε να ‘ναι κυπαρίσσι σε ένα εξωκλήσι ερημικό
βήματα αργά και λασπωμένα Αστράφτει Βρέχει και φύσα
και ο Χρήστος με μισή ομπρέλα πέρνα και σιγοτραγουδά
Τον βρήκαν στον προφήτη Ηλία το 65 δύο παιδιά
με ένα χαμόγελο στα χείλη και με το χέρι στην καρδιά

Λουδοβίκος των Ανωγείων