Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
Κάθε μέρα να τη θεωρείς ως την τελευταία της ζωής σου …
Μια δεκάρα η βιολέτα....
Το σπίτι της Αρχοντούλας το χώριζε μια πέτρινη πεζούλα στο ύψος μιας δρασκελιάς από της Φρόσως. Μεγαλωμένες από το θήλασμα .. αχώριστες..
Και τα δυο σπίτια κοιτούσαν από το ύψωμα ως πέρα στο λιμάνι.. και απέναντι στο Αγκίστρι…
Μπροστά τα χωράφια με τις φιστικιές και δυο αμυγδαλιές.. εκεί που σκαρφάλωναν με δυο μαξιλαράκια και ονειρεύονταν τη ζωή με τα δικά τους χρώματα..
Το σημείο απόδρασης. .το ραντεβού με το όνειρο.
Με τα χέρια σφιχτοδεμένα κρατώντας τις πάνινες τσάντες κατηφόριζαν για το σχολείο.
«Μια δεκάρα η βιολέτα τσίγκολελετα» …
Πάνω στο στριφογύρισμα μεγάλωναν.. έπλεκαν τις πλεξούδες με τα κορδελάκια ..κεντούσαν τα προικιά προσμένοντας τις μοίρες να διαλέξουν τους έρωτες..
Για τη Φρόσω δεν ήρθε ποτέ..
Στην αγκαλιά της Αρχοντούλας, χώθηκε ο Νεκτάριος.
Μόνο που ξαπόστασε πολύ και λησμόνησε να σηκωθεί. Τρία χρόνια όλα κι’όλα μπαρκαρισμένος στα καράβια μαραγκός και αυτά πριν την παντρειά.
Δυο γέννες αρσενικές η Αρχοντούλα και το «στήριγμα» του σπιτιού χάραζε διαδρομές.. καφενείο, σπίτι, ταβερνείο το «Μαριδάκι» να αγναντεύει τα καΐκια να ρουφά τη ρετσίνα μέχρι να δει το φάρο στο έμπα της Αίγινας διπλό.
Η αφέντρα του σπιτιού, ζαλώθηκε, σήκωσε τα μανίκια και έπεσε στα μεροκάματα..
Κάτι απόσωνε ο πατέρας της, μεγάλωνε τα αγόρια..
Κάθε πρωί ένας καυγάς.
-Σήκω, αχρόνιαστε να βρεις μεροκάματο! Δεν έχεις μέτρο και όριο!
Απαθής ο Νεκτάριος έδινε την απάντηση που έβαζε μπουρλότο στα νεύρα της.
-Παν μέτρον άχρηστον Αρχόντισσα μου!
-Τα χέρια μου βρε άχρηστε είναι σαν παραγουλισμένα χταπόδια που κακό χρόνο να μην έχεις!
Δυο φάσκελα για καλημέρα…
Δίπλα την περίμενε με τον καφέ η Φρόσω να την ηρεμήσει.
-Ακουστήκαμε; Στερεότυπη ερώτηση.
-Μπα, μέχρι Σουβάλα!
-Αν δεν είχα και εσένα να προσέχεις τα παιδιά τι θα έκανα μωρέ; Να τον διώξω που να πάει; Ξερό κορμί είναι τον λυπάμαι. Και είναι άκακος ο κακοχρονισμένος… τον λυπάμαι…
Αυτό τον έσωζε.. το γέλιο του, η μαλαγανιά, ο καλός του λόγος, που δεν σου έκανε καρδιά να του κακιώσεις.
Περνούσαν τα χρόνια.. άσπρισαν τα μαλλιά τους νωρίς.. η κάθε μια μ’ ένα καημό…
Τα αγόρια έφυγαν για «μέσα» Στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα..
Η Φρόσω που τα κανάκεψε σαν δικά της.. είχε πληρωθεί από τις αγκαλιές τους για ότι δεν απόχτησε.
Κρυφά πούλησε ένα οικόπεδο, που είχε στην Παναγίτσα.. Να μη στερηθούν, να μη πεινάσουν, να έχουν την αξιοπρέπεια τους ..
Το συκώτι του Νεκτάριου «κέρωσε» είπαν οι γιατροί. Κατάκοιτος με το κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο να αγναντεύει το λιμάνι και να γνωρίζει από τα φουγάρα τα πλοία..
Έρχεται η "Χαρά", μεσημέριασε..
Ο "Πορτοκαλής ήλιος", σουρούπωσε..
Μετρούσε το χρόνο με το έμπα έβγα των καραβιών..
Ενα πρωινό του Σεπτέμβρη η Φρόσω είχε βγάλει τα μαξιλάρια που έβαζαν στα κλαδιά της μυγδαλιάς.. τα ακούμπησε στο τραπέζι το ένα πάνω στ’ άλλο σαν την πορεία τους, το σεργιάνι της ζωής τους ..ΜΑΖΙ…
Η Αρχοντούλα λύθηκε στο κλάμα..
Την επόμενη θα πήγαιναν στην Αθήνα.. ο μεγάλος έπαιρνε το πτυχίο του..
Δέσανε τα χέρια και στροβιλίστηκαν στον χορό που τις ένωσε …
«Μια δεκάρα η βιολέτα.. τσιγκολελέτα..»
Γιαγιά Αντιγόνη
Κύπρος ,ο π.Ιωάννης της Κυπερούντας
Ελεύθερος
Θέλω να βρω τον εαυτό μου να ταξιδέψω να χαθώ να με πάρει το μυαλό μου σ´ αυτά τα μέρη που αγαπώ στο κύμα πάνω να κοιμάμαι και να ξυπνάω σε ακτές ηλιαχτίδες να φωτίζουν τις σκέψεις μου τις σκοτεινές Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Τι κι αν φεύγω μακρυά σου τι κι αν πέφτεις χαμηλά βάφουν τη γη τα δάκρυα σου που είναι γαλάζια & λευκά Τι κι αν είμαι μακρυά σου εγώ σε αισθάνομαι εδώ γαλάζια είναι τα αισθήματα σου και το μέλλον σου λευκό Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Από την Κέρκυρα στη Χίο και από τη Δράμα στα Χανιά είναι γαλάζιο το τοπίο και έχουμε ολόλευκα πανιά Όλο να δω το μεγαλείο απ´ του Ολύμπου την κορυφή να ψιθυρίσω δυο στιχάκια ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Ελεύθερος για μια ζωή Να μη φοβάμαι να ξεφύγω μα ούτε να παρεκτραπώ και την καρδιά μου να ανοίγω σε κάποιον περαστικό
Θα δεχόταν ο Χριστός τόση λάμψη στις Εκκλησίες;
Του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς Επισκ. Αχρίδος
Στο προηγούμενο γράμμα μου απαντάτε πάλι με ερώτηση: «Θα ανεχόταν ο Χριστός τόση λάμψη στην Εκκλησία;». Οπωσδήποτε. Το ανεχόταν και τότε, θα το ανεχόταν και τώρα. Τότε υπήρχε στα Ιεροσόλυμα ο ναός του Σολομώντα, ένα από τα σπάνια θαύματα της αρχιτεκτονικής και πολυτέλειας στον κόσμο. Τούτος ο ναός είχε περισσότερο χρυσό και πολύτιμες πέτρες εσωτερικά απ' ό,τι έχουν σήμερα όλοι οι χριστιανικοί ναοί στα Βαλκάνια. «Και όλον τον οίκον περιέσχε χρυσίω έως συντέλειας παντός του οίκου» (Γ' Βασ. 6,22). Σ' αυτό το ναό έμπαινε ο Χριστός πολλές φορές, όμως ποτέ δεν εξέφρασε τη δική σας σκέψη, ότι θα έπρεπε όλα αυτά να μεταμορφωθούν σε ψωμί και να φαγωθούν.
Αυτός προέβλεψε την κατάρρευση αυτού του ναού και ο ναός καταστράφηκε, αλλά όχι εξαιτίας του χρυσού στον ναό, αλλά εξαιτίας της λάσπης στις ανθρώπινες ψυχές. Εμένα με ευχαριστεί που δείχνετε ελεήμων προς τους φτωχούς, αλλά ακόμα περισσότερο θα με ευχαριστούσε εάν δείχνατε ελεήμων με τη δική σας περιουσία και όχι των άλλων.
Δεν θα ήθελα να σας δω όμως στήν ίδια πλευρά με τον Ιούδα. Θα θυμάστε πώς ο Ιούδας θέλησε κάποτε να φανεί πιο ελεήμων από τον Χριστό... Διαβάστε το δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Κάποια γυναίκα πήρε ένα μπουκαλάκι με πολύτιμο μύρο νάρδου και άλειψε τα πόδια του Ιησού. Ο Ιούδας, ο οποίος αργότερα πρόδωσε τον δάσκαλο του για τα λεφτά, θύμωσε και φώναξε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς;» (Ιωάν. 12,5). Σ' αυτό του απάντησε ο στοργικός Κύριος, που ήταν καθ' οδόν να δώσει και τη ζωή Του για τούς φτωχούς: «Τους πτωχούς γάρ πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ιωάν. 12,8).
Ακούστε, λοιπόν, τι θα σας πω: εάν όλοι εμείς είχαμε πάντα τον Χριστό μαζί μας, δεν θα υπήρχαν φτωχοί ανάμεσα μας. Εκείνοι οι οποίοι έχουν τον Χριστό μαζί τους, εκείνοι προσέφεραν στην Εκκλησία όλα αυτά που εσείς ονομάζετε «λάμψη». Εκείνοι οι ίδιοι δίνουν τα μέγιστα στους φτωχούς. Η αγάπη προς τον ζωντανό Χριστό τους σπρώχνει και στις δύο θυσίες: στη θυσία προς την Εκκλησία τους και στη θυσία προς τα φτωχά αδέλφια τους. Ενώ εκείνοι που δεν έχουν τον Χριστό μαζί τους, δεν έχουν ούτε τούς φτωχούς μαζί τους. Εκείνοι θα ήθελαν να πάρουν από την Εκκλησία και να δώσουν στους φτωχούς, για να μη δίνουν τα δικά τους και για να μην τούς ενοχλούν οι φτωχοί. Αυτός είναι ο βαθύτερος πειρασμός, πού κάνει αυθάδη περίπατο ανάμεσα μας με το προσωπείο της ευεργεσίας.
«…αυτό θεωρητικά θα μπορούσε να συνδεθεί με αποβολή κατά το πρώτο τρίμηνο»

Όσο μπορείς

Ο Προσωπικός Αριθμός και η πνευματική ευθύνη της έγκαιρης εγρήγορσης Διάλογος με έναν κληρικό.

Με ιδιαίτερο σεβασμό προς τον λόγιο συνομιλητή μας (αρχιμανδρίτη π. Αθηναγόρα Σουπουρτζή), προς την ιερατική του ιδιότητα και προς τον συνοδικό θεσμό, θεωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι η διαφωνία μας δεν στηρίζεται στην απλουστευτική θέση ότι κάθε διοικητικός αριθμός αποτελεί αυτομάτως το «χάραγμα» της Αποκαλύψεως. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι κάθε τεχνολογικό μέσο είναι εκ φύσεως κακό ή ότι η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας συνιστά αφ’ εαυτής άρνηση της πίστεως.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: πότε οφείλει να αρχίζει η πνευματική, εκκλησιαστική και κοινωνική αντίσταση; Όταν ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός εξαναγκασμού και αποκλεισμού έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία ή όταν διακρίνουμε ότι οικοδομούνται σταδιακά οι αναγκαίες προϋποθέσεις του; Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσιαστική διαφορά μας.
Α.- Δεν εξετάζουμε τον Προσωπικό Αριθμό απομονωμένο
Ο σεβαστός κληρικός αντιμετωπίζει τον Προσωπικό Αριθμό κυρίως ως ένα συγκεκριμένο διοικητικό αναγνωριστικό. Υπό αυτήν την απομονωμένη θεώρηση είναι ευχερές να υποστηριχθεί ότι ένας αριθμός, αυτός καθαυτός, δεν έχει θεολογικό περιεχόμενο. Πράγματι, κανείς αριθμός δεν είναι από μόνος του ούτε αγαθός ούτε κακός, ούτε μπορεί να αποτελεί αυτομάτως ομολογία ή άρνηση πίστεως.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η αριθμητική μορφή του Π.Α. Το ζήτημα είναι η λειτουργία του μέσα στη συνολική αρχιτεκτονική που οικοδομείται.
Ο Προσωπικός Αριθμός προορίζεται να αποτελέσει το ενιαίο και μόνιμο αναγνωριστικό, μέσω του οποίου θα αντιστοιχίζονται και θα διασυνδέονται οι διαφορετικές πλευρές της διοικητικής και κοινωνικής παρουσίας του ανθρώπου. Συνδέεται με τη νέα ηλεκτρονική ταυτότητα, τα κρατικά μητρώα, τις ψηφιακές υπηρεσίες και, δυνητικά, με κάθε μελλοντική διαδικασία ηλεκτρονικής πιστοποίησης.
Δεν έχουμε, επομένως, ενώπιόν μας έναν ακόμη αριθμό μητρώου περιορισμένης χρήσεως. Έχουμε το κεντρικό «κλειδί» μιας υποδομής καθολικής ταυτοποίησης και διασύνδεσης. Η αξιολόγησή του δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση το τι επιτρέπει σήμερα η νομοθεσία, αλλά και με βάση τη δύναμη που αποκτά το σύστημα για το αύριο.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τη διακηρυγμένη σημερινή χρήση της. Πρέπει να κρίνεται και από τις δυνατότητες εξουσίας που συγκεντρώνει, ιδίως όταν οι δυνατότητες αυτές μπορούν αργότερα να ενεργοποιηθούν με μία απλή νομοθετική ή διοικητική μεταβολή.
Β. Άλλο η ταύτιση και άλλο η πνευματική συσχέτιση
Ο συνομιλητής μας ορθώς απορρίπτει την αυτόματη ταύτιση κάθε ηλεκτρονικού συστήματος ταυτοποίησης με το «χάραγμα». Συμφωνούμε ότι η προφητεία της Αποκαλύψεως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται επιπόλαια, ούτε να μετατρέπεται σε εργαλείο φόβου.
Από αυτό, όμως, δεν ακολουθεί ότι απαγορεύεται κάθε πνευματική συσχέτιση των σύγχρονων εξελίξεων με την προφητική προειδοποίηση. Το 13ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως δεν περιγράφει απλώς έναν οποιονδήποτε αριθμό. Περιγράφει ένα σύστημα εξουσίας μέσα στο οποίο η δυνατότητα αγοράς και πώλησης εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένου σημείου και αριθμού.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό. Βρίσκεται στη σύνδεση της ενιαίας αναγνώρισης του ανθρώπου, της υποχρεωτικής συμμετοχής σε ένα σύστημα, του ελέγχου των κοινωνικών και οικονομικών λειτουργιών και της δυνατότητας αποκλεισμού εκείνου που δεν συμμορφώνεται.
Δεν λέμε ότι ο σημερινός Π.Α. είναι ήδη το «χάραγμα». Λέμε ότι ο συνδυασμός μοναδικού αριθμού, καθολικής ηλεκτρονικής ταυτότητας, διασύνδεσης δεδομένων και αποκλειστικά ψηφιακής πιστοποίησης μπορεί να δημιουργήσει την τεχνική και διοικητική υποδομή ενός συστήματος που θα διαθέτει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στην Αποκάλυψη.
Η διάκριση αυτή είναι αποφασιστική. Δεν ταυτίζουμε αυθαίρετα. Δεν αδιαφορούμε, όμως, ούτε για την κατεύθυνση προς την οποία οδηγούνται τα πράγματα.
Γ. Η θεολογική διάσταση δεν αρχίζει μόνο με ρητή απαίτηση αρνήσεως της πίστεως
Σύμφωνα με την άποψη που ο σεβαστός κληρικός διατυπώνει, η θεολογική αξιολόγηση ενός μέτρου εξαρτάται κυρίως από το εάν αυτό συνδέεται με εξαναγκασμό της συνείδησης, περιορισμό της θρησκευτικής ομολογίας ή αποκλεισμό από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Τα κριτήρια αυτά είναι ασφαλώς σοβαρά. Είναι, όμως, υπερβολικά στενά αν εφαρμοσθούν αποκλειστικά.
Η προσβολή της ελευθερίας του προσώπου δεν αρχίζει μόνο όταν το κράτος ζητήσει από τον χριστιανό να αρνηθεί ρητώς τον Χριστό. Πνευματικό ζήτημα ανακύπτει και όταν διαμορφώνεται ένα περιβάλλον καθολικού ελέγχου, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ελεύθερο και ανεπανάληπτο πρόσωπο και μετατρέπεται σε πλήρως καταγράψιμη, προβλέψιμη και διαχειρίσιμη ψηφιακή οντότητα.
Η ορθόδοξη ανθρωπολογία δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ελευθερία της εξωτερικής θρησκευτικής ομολογίας. Ενδιαφέρεται για το αυτεξούσιο, για την ελευθερία της συνείδησης, για την ανεπανάληπτη αξία του προσώπου και για την αποτροπή κάθε εξουσίας που επιδιώκει να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά επάνω στον άνθρωπο.
Επομένως, η καθολική προφιλοποίηση, η αλγοριθμική χειραγώγηση και η δυνατότητα κοινωνικού αποκλεισμού δεν είναι απλώς τεχνικά προβλήματα ή ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αφορούν άμεσα την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και, ως εκ τούτου, διαθέτουν αναμφισβήτητη πνευματική και θεολογική διάσταση.
Δ. Οι τρεις βαθμίδες του κινδύνου
Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές συνέπειες της ψηφιακής μεταστοιχείωσης.
Η πρώτη είναι η προφιλοποίηση και ο εντοπισμός του πολίτη μέσω της συγκέντρωσης και καθολικής διασύνδεσης των πληροφοριών του. Εδώ απειλείται πρωτίστως η ιδιωτικότητα.
Η δεύτερη είναι η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων, των προτιμήσεων και των απόψεών του μέσω αλγορίθμων. Εδώ απειλείται το ανεπηρέαστο της κρίσης και, τελικά, το ίδιο το αυτεξούσιο.
Η τρίτη και σοβαρότερη είναι η δημιουργία του αποκλειστικά ψηφιακού πολίτη: του ανθρώπου που, εάν δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό και την ηλεκτρονική ταυτότητα και δεν πιστοποιείται μέσω αυτών, δεν μπορεί να εργάζεται, να συναλλάσσεται, να ταξιδεύει, να λαμβάνει δημόσιες υπηρεσίες ή να ασκεί θεμελιώδη δικαιώματα.
Στην τρίτη αυτή βαθμίδα ο αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα παύουν να είναι απλά μέσα διευκόλυνσης. Γίνονται όροι κοινωνικής υπάρξεως. Ο φυσικός άνθρωπος δεν αρκεί πλέον να εμφανισθεί ενώπιον της Πολιτείας ως πρόσωπο. Πρέπει να αναγνωρισθεί προηγουμένως από το ψηφιακό σύστημα. Εάν το σύστημα δεν τον πιστοποιεί, θα είναι κοινωνικά σαν να μην υπάρχει.
Αυτό είναι το έσχατο σημείο. Αυτή είναι η κόκκινη γραμμή.
Και ακριβώς επειδή ο κληρικός αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός από βασικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες αποτελεί κρίσιμο στοιχείο θεολογικής αξιολόγησης, η μεταξύ μας διαφωνία περιορίζεται κυρίως στο πότε πρέπει να αντιδράσουμε. Εκείνος φαίνεται να τοποθετεί την αποφασιστική κρίση όταν ο αποκλεισμός θα έχει ήδη θεσπισθεί. Εμείς υποστηρίζουμε ότι πρέπει να εμποδίσουμε εγκαίρως την ολοκλήρωση της υποδομής που θα καταστήσει τον αποκλεισμό τεχνικά εύκολο και πολιτικά εφαρμόσιμο.
Ε. Η αρχή της προαιρετικότητας είναι η ασφαλής δοκιμασία
Εάν ο Προσωπικός Αριθμός και η ηλεκτρονική ταυτότητα είναι πράγματι απλώς μέσα διοικητικής διευκόλυνσης, γιατί πρέπει να είναι υποχρεωτικά;
Γιατί να μην παρέχεται στον πολίτη η δυνατότητα να εξυπηρετείται και να πιστοποιείται με εναλλακτικό, μη ηλεκτρονικό τρόπο; Γιατί να μην προστατεύεται θεσμικά το δικαίωμα εκείνου που, για λόγους συνείδησης, ιδιωτικότητας ή ασφάλειας, δεν επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα;
Η προαιρετικότητα αποτελεί το καθαρότερο κριτήριο των πραγματικών προθέσεων ενός συστήματος. Όσο το ψηφιακό μέσο είναι επιλογή, παραμένει εργαλείο στην υπηρεσία του ανθρώπου. Όταν γίνεται υποχρεωτικό και αποκλειστικό, ο άνθρωπος τίθεται στην υπηρεσία του συστήματος.
Η απαίτηση της «ΕΞΟΔΟΥ» δεν είναι η κατάργηση της τεχνολογίας ούτε η απαγόρευση της ψηφιακής εξυπηρέτησης για όσους την επιθυμούν. Είναι η κατοχύρωση της προαιρετικότητας, η διατήρηση φυσικών και αναλογικών τρόπων συναλλαγής και το δικαίωμα του πολίτη να υπάρχει και να συμμετέχει στην κοινωνία χωρίς υποχρεωτική ψηφιακή ταυτότητα και καθολικό προσωπικό αναγνωριστικό.
Αυτή η θέση είναι και δημοκρατικά και ποιμαντικά ισορροπημένη. Δεν επιβάλλει την άρνηση σε κανέναν, αλλά δεν επιτρέπει ούτε την επιβολή της αποδοχής σε όλους.
ΣΤ. Η συνοδική διαβεβαίωση δεν κλείνει οριστικά τον προβληματισμό
Τιμούμε τον συνοδικό θεσμό και δεν παραγνωρίζουμε τη βαρύτητα της απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ωστόσο, η ΔΙΣ δεν ταυτίζεται με την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, αλλά αποτελεί διαρκές διοικητικό όργανο περιορισμένης σύνθεσης και συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων. Επομένως, η κρίση της για τον Προσωπικό Αριθμό δεν μπορεί να εμφανίζεται ως οριστική και αμετάκλητη συνοδική απόφαση ολόκληρης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πολύ περισσότερο δεν αποκλείει την περαιτέρω θεολογική εξέταση του ζητήματος ούτε δεσμεύει τη συνείδηση των πιστών σαν να επρόκειτο για απόφαση δογματικού χαρακτήρα.
Δεν ξέρουμε αν έγινε διάλογος μεταξύ των μελών της, ούτε ποιες γνώμες/τάσεις διαμορφώθηκαν. Η κρίση της αφορά τον Προσωπικό Αριθμό υπό τα δεδομένα που τέθηκαν τότε ενώπιόν της από τον εκπρόσωπο του Κράτους και το νομικό της σύμβουλο. Εάν τεθούν όμως υπόψη της Συνόδου της Ιεραρχίας άλλα στοιχεία για τη λειτουργία του, την έκταση της διασύνδεσης, το βαθμό υποχρεωτικότητας και κυρίως για τις συνέπειες της μη αποδοχής του, οφείλει να επανεξετασθεί και η αξιολόγησή του.
Επιπλέον, η θεολογική κρίση δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την τεχνική και νομική πραγματικότητα. Εάν η τεχνική ενημέρωση στην ΔΙΣ περιορίσθηκε στην περιγραφή του μέτρου ως διοικητικής διευκόλυνσης, χωρίς πλήρη εξέταση της μελλοντικής διαλειτουργικότητας, της δυνατότητας καθολικής διασύνδεσης και του ενδεχόμενου αποκλεισμού, τότε και η θεολογική διαβεβαίωση αναγκαστικά εκδόθηκε μέσα σε περιορισμένο πραγματικό πλαίσιο.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έχει αρμοδιότητα να εκφέρει θεολογική κρίση. Ασφαλώς και έχει. Το ερώτημα είναι αν όταν κληθεί να αποφανθεί θα έχει τεθεί ενώπιόν της ολόκληρη η αρχιτεκτονική και όλες οι πιθανές συνέπειες του συστήματος, ώστε η κρίση της να καλύπτει όχι μόνο τον σημερινό Π.Α., αλλά και τη σύνδεσή του με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και κυρίως τη μελλοντική μετατροπή του διδύμου αυτού σε υποχρεωτική πύλη κοινωνικής συμμετοχής.
Άλλωστε, η ίδια η συνοδική παράδοση δεν καταργεί την προσωπική ευθύνη, τη φωνή της συνείδησης και την υποχρέωση ποιμένων και πιστών να επισημαίνουν εγκαίρως έναν αναδυόμενο κίνδυνο. Η υπακοή στην Εκκλησία δεν είναι πνευματική αδράνεια ούτε παραίτηση από τη διάκριση και τη νήψη. Υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι λίγες οι αποφάσεις Συνόδων που τις απέρριψε η εκκλησιαστική συνείδηση (βλ. περί ληστρικών συνόδων).
Ζ. Δεν αρκεί να αντιδράσουμε όταν θα είναι πλέον αργά
Κανένα ολοκληρωτικό σύστημα δεν εμφανίζεται εξαρχής με την τελική του μορφή. Οικοδομείται σταδιακά[1], με επιμέρους μέτρα που παρουσιάζονται ως ουδέτερα, χρήσιμα και απολύτως αναγκαία. Πρώτα δημιουργείται το μοναδικό αναγνωριστικό. Έπειτα διασυνδέονται τα μητρώα. Στη συνέχεια οι υπηρεσίες μεταφέρονται αποκλειστικά στο ψηφιακό περιβάλλον. Τελικά η ψηφιακή πιστοποίηση γίνεται αναγκαίος όρος πρόσβασης σε δικαιώματα και αγαθά.
Σε κάθε στάδιο μπορεί να υποστηρίζεται ότι «δεν έχει ακόμη συμβεί κάτι θεολογικά επιλήψιμο». Όταν, όμως, ολοκληρωθεί η αλυσίδα, ο άνθρωπος που θα θελήσει να αρνηθεί ίσως βρεθεί ήδη χωρίς πραγματική δυνατότητα επιλογής.
Η χριστιανική νήψη δεν είναι πανικός, ούτε συνωμοσιολογία. Είναι η ικανότητα να διακρίνουμε τις εξελίξεις πριν φθάσουν στην τελική τους μορφή. Ο συνετός δεν περιμένει να εκδηλωθεί ολόκληρο το κακό για να αναγνωρίσει την κατεύθυνσή του. Εξετάζει τα σημεία, τις δυνατότητες, τις εξαρτήσεις που δημιουργούνται και τις ελευθερίες που βαθμιαία καταργούνται.
Γι’ αυτό η θέση μας δεν είναι ότι «ο Π.Α. είναι ήδη το χάραγμα». Είναι ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει, μαζί με την υποχρεωτική ηλεκτρονική ταυτότητα, το αναγκαίο εργαλείο ενός συστήματος μέσα στο οποίο κανείς δεν θα μπορεί να αγοράζει, να πωλεί, να εργάζεται ή να συμμετέχει κοινωνικά χωρίς την ψηφιακή έγκρισή του.
Η.- Συμπέρασμα
Συμφωνούμε με τον σεβαστό κληρικό ότι χρειάζεται θεολογική σοβαρότητα, αποφυγή εύκολων ταυτίσεων και σεβασμός προς τον συνοδικό θεσμό. Διαφωνούμε, όμως, με την ιδέα ότι ο πνευματικός προβληματισμός μπορεί να ανασταλεί έως ότου εμφανισθεί ρητός εξαναγκασμός της συνείδησης ή ολοκληρωμένος κοινωνικός αποκλεισμός.
Το θεολογικό ζήτημα δεν αρχίζει μόνο στο τέλος της διαδρομής. Αρχίζει από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αποτελεί το μέτρο της τεχνολογίας και η συμμετοχή του στην κοινωνία αρχίζει να εξαρτάται από την υπαγωγή του σε ένα καθολικό ψηφιακό σύστημα.
Η ιδιωτικότητα είναι μεγάλο αγαθό. Το ανεπηρέαστο της κρίσης και το αυτεξούσιο είναι ακόμη μεγαλύτερα. Η τελική, όμως, κόκκινη γραμμή είναι να μην καταστεί η ψηφιακή ταυτότητα και ο αριθμός όρος κοινωνικής υπάρξεως.
Κάθε δημοκρατικός πολίτης έχει καθήκον να υπερασπισθεί αυτή τη γραμμή. Ο χριστιανός έχει επιπλέον πνευματικό χρέος να βρίσκεται σε διαρκή νήψη. Όχι για να ορίσει αυθαίρετα ημερομηνίες και ταυτίσεις, αλλά για να μη συναινέσει, από αμέλεια ή εφησυχασμό, στην οικοδόμηση ενός μηχανισμού που αύριο θα μπορεί να απαιτήσει από τον άνθρωπο την πλήρη υποταγή του.
[1] Για την πορεία εξοικείωσης από την «κάρτα» στο «σφράγισμα» βλ. σχετικά τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου σε: Γ. Αποστολάκη, «Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας», εδω
Τρίτη 11 Αυγούστου 2026
ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΙΑ
![[DPP_8852.jpg]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiGEy6lZSFBHfal_EAFeYiqzANZ8v0AqZQvt6tViod34tM5a39fOGShI1v7mxJATc7YTglWun4ZgqMygp5HpbJIwjskJ3W9ImDz0-VOZ635IXx2Ckptf2zhenU8vlLjVmDZi5J0ifR0fV0/s1600/DPP_8852.jpg)
κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
με τό καμπαναριό της, που ειν' ένα στολίδι
του λιμένος και της προκυμαίας,
στέκει ο ναός της Παναγίας.
5 'Ωραίος ό ναός, τό τέμπλο ωραίο,
ώραία τα λαμπρά τα εικονίσματα,
ωραίες κ' οι νορίτισσες που εκκλησιάζονται,
όλα ωραία.
Στολισμένο το τέμπλο με χρυσές ποδιές,
10 στολισμένος ο χορός και τα στασίδια
με μυρτιές και δάφνες,
στολισμένες κ' οι κόρες που πηγαίνουν
νε εκκλησιασθούν στην Παναγία.
Αριστερά στο τέμπλο στέκεται
η εικόνα σου η μεγάλη [θεωpός]
15 όλη ασημένια όλη, Παναγία μου,
με τ' άσημοκάντηλά της.
Απάνω στην εικόν' αφιερώματα
κρέμονται, καραβάκια, γολετίτσες,
καΐκια, βάρκες, μπάρκα τριοκάταρτα,
20 όλ' αφιερώματα των πλοιάρχων.
Κ' οι καπεταναίοι οι παλαιοί
καθένας έχει στο ναό βαλμένο
από ένα λίθο' και καθένας έχει
ένα στασίδι γύρω γύρω στο δεσποτικό
και γύρω γύρω στο παγκάρι, όλοι τους.
Τάζουν στην Παναγία και τούς δίνει
καλά ταξίδια, γαληνιάζ' η θάλασσα
όταν στο πέλαγο την επικαλεσθούν
την Παναγία την Σαλονικιά.
"Αμποτε να 'σαι βοηθός, Παρθένα μου,
κ' εις τους χειμαζομένους εις του βίου
τα βάσανα και τας ανάγκας, άμποτε
να είσαι βοηθός και σωτηρία.
ο ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΠΟΥ «ΣΦΥΡΟΚΟΠΗΣΕ» ΤΟΝ ναρκισσιστή ΑΠΑΤΕΩΝΑ ΦΑΟΥΤΣΙ ΓΙΑ 9 ΛΕΠΤΑ
ΝΙΚΟΣ ΑΛΙΑΓΑΣ - ''ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΩ ΝΑ ΖΩ''...
"Κόνιαλης"
Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός _Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22

Ἐκ τῆς Γεθσημανῆς
(Ὁ νεαρός μοναχὸς, γράφοντας σὲ χαρτί παλαιό,
ἔπειτα ἀπὸ ὅραμα νυκτερινό.
Εμπνευσμένος ἀπό τούς ὕμνους τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα στήν Παναγιά μας)
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
δυο οφθαλμοί....το άβατο της ψυχής πάντα θα καθρεπτίζουν...
Σαν ένα ξύλο που ο άνεμος το ρήμαξε, σαν ένα φτερό που δεν είχε δύναμη να αντισταθεί στης βαρύτητας τη δόξα κι έπεσε απ' του αηδονιού την αγκαλιά αισθάνεσαι σαν κάνεις κάτι που είναι τάχα τόσο έξω από σένα, κάτι που ξεπερνά τις ίδιες σου τις αντοχές.
Μα εσύ σαν ένα γέρικο πουλί που πετά καμαρωτό ανενόχλητο από τις συνεχόμενες σφαλιάρες της Μοίρας θα προχωράς, δε θα λυγίσεις, μήτε το κεφάλι θα αφήσεις να πέσει για λίγο , θα το κρατάς έστω βαστώντας το και με τα χέρια δυνατά για να μην υποκύψει...Μην σκρεφτείς ούτε λεπτό τα βάσανα, τον πόνο το βαρύ τον ακατάπαυστο, τη μοναξιά που πέρασες σε αυτό το δύσβατο μονοπάτι μονάχα το μέλλον να κοιτάς και να το φαντάζεσαι λαμπρό χρωματιστό χαρούμενο, όπως ακριβώς αξίζει να είναι μετά την τρικυμία.
Ένα ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα να προσμένεις κι ας έρθει κι αργά....Κι αν τάχα όλα αυτά κατορθώσεις στο μυαλό σου να εμφυσήσεις μη νομίσεις πως τα πάντα μονομιάς θα εξαφανιστούν, δάκρυα θλίψη κραυγές γιατί πάντα υπάρχει ένα όργανο που όλα τα θυμάται - το μυαλό- κι ένα ακόμα που μυστικά τα φανερώνει κάτω από βουβή θλίψη - τα μάτια- ...κι ακόμα κι αν κάποτε όλες αυτές οι πίκρες φαίνονται παρελθόν τα μάτια θα' ναι πάντα εκεί να στις θυμίζουν...
Μια ψυχή θα καθρεπτίζουν ταλαιπωρημένη μα τόσο γεμάτη και καθαρή. Αυτά τα μάτια όλα τα δείχνουν στην στιγμή και κάθε φορά που στον πόνο η συζήτηση θα τραβά εκείνα λυγισμένα από εκείνον θα σε κοιτούν.Δυο οφθαλμοί κομμένοι μα και τόσο λαμπροί και δοξασμένοι παράλληλα... δυο μάτια όπως και να βρίσκεσαι εσύ πάντα μια ψυχή θα υπηρετούνε...
ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ — ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Γραφει ο Στυλιανός Καβάζης
Η οδός του Χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις
«Ἐσένα πού εἶσαι ζωντανή κιβωτός τοῦ Θεοῦ, ἄς μή σέ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλά χείλια πιστά ἄς ψάλλουνε δίχως νά σωπάσουνε τή φωνή τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδός θέλει νά πεῖ τή φωνή τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πού εἶπε «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί») κι ἄς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
(«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων· χείλη δέ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω: Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή»)

Κυρ Φώτης Κόντογλου
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».
Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.
Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.
Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».
Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.
Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».
Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα»· ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»
Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»
Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».
Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!
Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.
Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.
Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.
Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμε καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»
Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.


