Σάββατο 30 Μαΐου 2026

~Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑΣ~

 Μπορεί να είναι εικόνα ‎κείμενο που λέει "‎اامناسسَا BIZ SANA BIR FETHI MUBIN ACDIK HICRETIN 20 Cesa 857 MILADIN 29 MAYIS 1453 SALI SABAHI SABAHIBUCIVARDA BU IVARDA ACil JGLANGEDIKDEN FATIHIN FATIHINORDUSU ORDUSU ISTANBULA A -GIRMISDIR.‎"‎

Γράφει  ο   Στυλ. Καβάζης
 
Η περίφημη Κερκόπορτα όσο βαθιά κι αν ρίζωσε στο λαϊκό θυμικό ανάγεται περισσότερο στη σφαίρα του θρύλου παρά σε ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός.
Δεν έπεσε η Πόλη από μια μικρή ξεχασμένη πύλη.
Δεν γκρεμίστηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέσα σε μια στιγμή αφηρημάδας. Οι περισσότερες πρωτογενείς πηγές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης δεν την αναφέρουν καν εάν εξαιρέσουμε τον Δούκα που στην ουσία δεν ήταν παρών και οι πηγές του προέρχονται από 3-4 μήνες μετά την άλωση.Παρολαύτα ο μύθος επιβίωσε, γιατί οι άνθρωποι πάντοτε αναζητούν μια απλή εξήγηση για τις μεγάλες συμφορές.
Είναι πιο εύκολο να πιστέψεις πως μια αυτοκρατορία χάθηκε από μια ανοιχτή πόρτα, παρά να αποδεχθείς πως κατέρρευσε από τις πληγές που κουβαλούσε επί αιώνες μέσα της.
Γιατί η πραγματική Κερκόπορτα ίσως δεν ήταν ποτέ πέτρινη.
Ήταν πολιτική.
Ήταν οικονομική.
Ήταν ηθική.
Η Πόλη δεν ηττήθηκε πρώτα από τα κανόνια του Μωάμεθ Β΄.Ηττήθηκε όταν η απληστία άρχισε να υπερισχύει της δικαιοσύνης.Όταν η γη συγκεντρωνόταν στα χέρια λίγων ισχυρών και οι μικροκαλλιεργητές λύγιζαν κάτω από το βάρος των φόρων.Όταν οι «προνοιάριοι» και οι οικονομικές ελίτ πλούτιζαν, ενώ το κράτος αποδυναμωνόταν.Όταν οι άρχοντες και οι φατρίες φρόντιζαν περισσότερο τα θησαυροφυλάκιά τους παρά την άμυνα της αυτοκρατορίας.
Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης έμοιαζαν ακόμη απόρθητα.Όμως πίσω από τα μάρμαρα και τις σημαίες, το σώμα της αυτοκρατορίας είχε κουραστεί.Η οικονομία είχε εξαντληθεί.
Ο στρατός είχε αποδεκατιστεί.
Η κοινωνική συνοχή είχε ραγίσει και η ενότητα είχε διαρραγεί μέσα σε εμφύλιες διαμάχες, δογματισμούς και συμφέροντα.
Η περίφημη βοήθεια από τη Δύση δεν ήρθε ποτέ όπως την περίμεναν,η Πόλη είχε ήδη μείνει μόνη πολύ πριν φανεί ο οθωμανικός στόλος στον ορίζοντα.Ο μετέπειτα Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος περιέγραψε με πικρία αυτή τη βαθιά παρακμή τη φιλαργυρία, την αδικία, τη διαφθορά, την ηθική κατάπτωση μιας κοινωνίας που έχανε σταδιακά τον προσανατολισμό της και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία της τραγωδίας όχι σε μια πόρτα που άνοιξε ξαφνικά, αλλά σε μια αυτοκρατορία που είχε αφήσει επί χρόνια ανοιχτές τις πύλες της εσωτερικής αποσύνθεσης.
Γι’ αυτό και ο μύθος της Κερκόπορτας άντεξε μέσα στους αιώνες.
Γιατί οι μύθοι παρηγορούν.
Η αλήθεια όμως είναι πολύ πιο βαριά
οι μεγάλες αυτοκρατορίες σπάνια πέφτουν από ένα μόνο χτύπημα,καταρρέουν αργά, αθόρυβα και επώδυνα, όταν χάνουν το μέτρο, τη δικαιοσύνη, την ενότητα και την ψυχή τους.
Ακριβώς γι’ αυτό έχω την αίσθηση ότι η Άλωση εξακολουθεί να συγκλονίζει μέχρι σήμερα.
Όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως διαχρονική υπενθύμιση πως κανένας λαός δεν κινδυνεύει μονάχα από τους εξωτερικούς εχθρούς.Ο μεγαλύτερος κίνδυνος γεννιέται όταν η σήψη αρχίζει από μέσα αθόρυβα, ύπουλα, σχεδόν αόρατα μέχρι τη στιγμή που ακόμη και τα ισχυρότερα τείχη δεν αρκούν για να σώσουν μια ολόκληρη εποχή.

📸Η πύλη Χαρισίου από όπου ξεκίνησε την θριαμβευτική του είσοδο ο Μωάμεθ ο Β'

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει ""...Αυτό που μισεί περισσότερο το κοπάδι, είναι τον έναν που σκέφτεται διαφορετικά. Δεν είναι τόσο η ίδια η άποψη του, αλλά το θράσος του να θέλει να σκεφτεί μόνος του, κάτι που το κοπάδι δεν ξέρει πώς να κάνει..." (Άρτουρ Σοπενχάουερ. 1788-1860) Κάνετε λάθος!!"

π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: «Θέλουν ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ χωρίς ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

Ο πάτερ Αρσένιος Βλιαγκόφτης σε μία αποκαλυπτική συνέντευξη στην Ελεύθερη Πένα μιλά για την κρίση στην ηγεσία της Εκκλησίας, την αλλοίωση αξιών, τον οικουμενισμό, την εκκοσμίκευση και τον ψηφιακό ολοκληρωτισμό που – όπως αναφέρει – προωθείται παγκοσμίως. Αναλύει τη στάση της διοίκησης της Εκκλησίας απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα, τον ρόλο της πολιτικής εξουσίας, τις νέες ψηφιακές ταυτότητες, τον προσωπικό αριθμό και τη σύγχρονη κοινωνία ελέγχου. Μία συζήτηση με έντονους προβληματισμούς για την Ορθοδοξία, την ελευθερία και το μέλλον της κοινωνίας.

Πεντηκοστή

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


“Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν
καί Πνεύματος ἐπιδημίαν
καί προθεσμίαν ἐπαγγελίας
καί ἐλπίδος συμπλήρωσιν·
καί τό μυστήριον ὅσον;
῾Ως μέγα τε καί σεβάσμιον.
Διό βοῶμέν σοι·
Δημιουργέ τοῦ παντός,
Κύριε, δόξα σοι”.

Αὐτόν τόν θαυμάσιο ὕμνο θέτει ἡ ᾿Εκκλησία μας σάν προπύλαιο στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς. Καί σ᾿ αὐτόν ἀνακεφαλαιώνει τό “μέγα καί σεβάσμιον” μυστήριον, τό ὁποῖον πανηγυρίζει: Τήν συμπλήρωσι τῆς ἐλπίδος, τήν προθεσμία τῆς ἐπαγγελίας, τήν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου. Γιατί πράγματι τό ἑορταζόμενο γεγονός, ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ ἁγίου Πνεύματος στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τό τέλος καί τό ἐπιστέγασμα ὅλου τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας. ῞Ολο τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔλευσις, ἡ διδασκαλία, τό πάθος, ἡ ἀνάστασις, ἡ ἀνάληψις ἀπέβλεπαν σ᾿ αὐτό· στήν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο, στήν νέα δημιουργία. ᾿Ακριβῶς γιά τό λόγο αὐτό στό τροπάριο πού ἀκούσαμε καί σέ ὅλη τήν ὑμνογραφία τῆς Πεντηκοστῆς ἀνυμνεῖται ὁ δημιουργός τοῦ παντός, ὁ Πατήρ, πού διά τοῦ Λόγου, τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης Του, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δημιουργεῖ τόν κόσμο, ἀναδημιουργεῖ, ξανακτίζει τήν κτίσι καί τήν μεταβάλλει σέ νέα, τήν ἀνακαινίζει.

῎Ετσι ἡ ἡμέρα αὐτή συνδέει τήν ἀνάμνησι τῆς γενεθλίου ἡμέρας τοῦ νέου κόσμου μέ τήν ἀνάμνησι τῆς γενεθλίου ἡμέρας τοῦ παλαιοῦ. Τίς δύο γεννήσεις, τήν φυσική καί τήν ὑπερφυσική. Στήν πρώτη μᾶς μεταφέρουν οἱ πρώτες γραμμές τῆς Βίβλου: “῾Η δέ γῆ ἦν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος καί σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καί πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. Καί εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς. Καί ἐγένετο φῶς. Καί εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν” (Γεν. 1,2—4). Στήν δευτέρα συμβαίνει τό ἴδιο. ᾿Επάνω στήν ἄμορφο ὕλη τῶν ἐθνῶν καί τό σκότος τῆς πλάνης ἐκχύνεται ἡ βιαία πνοή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο λόγος Του ἀνακαινίζει τήν παλαιωθεῖσα κτίσι. “Πάρθοι καί Μῆδοι καί ᾿Ελαμῖται καί οἱ κατοικοῦντες τήν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καί Καππαδοκίαν, Πόντον καί τήν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καί Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καί τά μέρη τῆς Λυβίης τῆς κατά Κυρήνην…. Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοι τε καί προσήλυτοι, Κρῆτες καί ῎Αραβες” (Πράξ. 2,9—11) εἶναι ἡ νέα ἄβυσσος, τό γέννημα τῆς διασπορᾶς, τῆς κατατμήσεως καί τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ κόσμου. ᾿Επάνω ἀπό αὐτούς τώρα ἐπιφέρεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὁ Λόγος Του καλεῖ ὅλους εἰς συμφωνίαν, εἰς ἑνότητα Πνεύματος ἁγίου, εἰς τό φῶς. “῾Ο εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι” (Β.´ Κορ. 4,6) τούς καλεῖ νά ἐπιστρέψουν “ἀπό σκότους εἰς φῶς” (Πράξ. 26,18), νά γίνουν “φῶς ἐν Κυρίῳ” (Ἐφεσ. 5,8). Καί ἡ ἀναχώνευσις γίνεται μέ τάς πυριμόρφους γλώσσας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού διεμερίσθησαν στούς ἀποστόλους. “Καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός” (Πράξ. 2,3). ῾Η γλῶσσα, τό σύμβολο, τό ἀποτέλεσμα καί τό αἴτιο τοῦ χωρισμοῦ, γίνεται τώρα σύμβολο ἑνότητος, τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἑνότητος τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἐγκαινισμός τοῦ Πνεύματος συμβολίζεται μέ τήν καινουργία τῶν γλωσσῶν. Διά τοῦ Χριστοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι λαλεῖται τώρα τό μυστήριο τῆς αἰωνίου σωτηρίας. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει τό δεύτερο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ α´ ἤχου:

“Γλώσσαις ἀλλογενῶν
ἐκαινούργησας, Χριστέ, τούς σούς μαθητάς,
ἵνα δι᾿αὐτῶν σε κηρύξωσι
τόν ἀθάνατον Λόγον καί Θεόν,
τόν παρέχοντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος”.

῾Ο λαός λοιπόν τοῦ Θεοῦ, ἡ ᾿Εκκλησία ἑορτάζει κατά τήν Πεντηκοστή τήν γέννησί της. Τήν γενέθλιο ἡμέρα της, ἀλλά καί αὐτό τό μυστήριο τῆς ἰδίας τῆς ζωῆς της. Γιατί ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἔζησε τό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς σέ μία στιγμή χρόνου κατά τό μακάριο ἐκεῖνο ἔτος καί τήν ἱστορική ἐκείνη ἡμέρα, πού “ἐπλήσθησαν” οἱ μαθηταί “Πνεύματος ἁγίου”. ᾿Αλλά τό ζῇ καθημερινῶς, διαρκῶς, σέ κάθε στιγμή χρόνου, ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη τήν γενέθλιο μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Γιατί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἦλθε τότε καί ἔκτοτε μένει καί θά μένῃ εἰς τόν αἰῶνα στόν κόσμο γιά νά συγκροτῇ τήν ᾿Εκκλησία. Πνεῦμα καί ᾿Εκκλησία εἶναι ἀδιασπάστως ἡνωμένα. Τό ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ζωή, ἡ ὕπαρξις τῆς ᾿Εκκλησίας, τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι καινῆς ζωῆς. Σ᾿ αὐτό ὀφείλεται ἡ ἑνότης, ἡ ἁγιότης, ἡ καθολικότης τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Από αὐτό πηγάζουν τά χαρίσματα, οἱ θεσμοί, ἡ πίστις καί ἡ θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας. Τήν βιαία Του πνοή καί τήν πυρίμορφο δρόσο Του αἰσθάνεται σέ κάθε βῆμα, σέ κάθε ἐκδήλωσι, σέ κάθε κίνησί της. ᾿Από αὐτό πηγάζουν οἱ ὑπερφυσικές ἐνέργειες τῶν μυστηρίων, πού ζωογονοῦν, πού τροφοδοτοῦν καί ἁγιάζουν τό σῶμά της. Αὐτό θεολογεῖ καί ὁ ποιητής τοῦ τρίτου στιχηροῦ τοῦ ἑσπερινοῦ:

“Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό ἅγιον·
βρύει προφητείας,
ἱερέας τελειοῖ,
ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν,
ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν,
ὅλων συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾿Εκκλησίας.
῾Ομοούσιε καί ὁμόθρονε
τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ,
Παράκλητε, δόξα σοι”.

Στήν ἱστορική λοιπόν Πεντηκοστή, ἀλλά καί στήν διαρκῆ Πεντηκοστή, στήν ὁποία ζῇ ἡ ᾿Εκκλησία, θά μᾶς μεταφέρῃ κατά τήν ἐπέτειο τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Θά μᾶς καλέσῃ νά κλίνωμε τά γόνατα στάς αὐλάς τοῦ Κυρίου καί νά προσκυνήσωμε τήν ἀήττητο δύναμί Του, νά δοξολογήσωμε τήν ἁγία Τριάδα, πού φωτίζει καί ἁγιάζει τίς ψυχές μας. Καί στήν στάση αὐτή τῆς ταπεινώσεως, τῆς κλίσεως τῶν γονάτων καί τοῦ αὐχένος, νά ὑποδεχθοῦμε τήν χάρι τοῦ Παρακλήτου. Νά ἀνανεώσωμε καί νά ἀναρριπίσωμε τήν φλόγα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Νά συνειδητοποιήσωμε τήν θέσι μας καί τήν ὑπόστασί μας σάν μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας, σάν ναῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ναῶν καί σκευῶν καθαρῶν, δοχείων τοῦ Παρακλήτου, τῶν ὁποίων κάθε σκέψις θά ὑπαγορεύεται ἀπό τό Πνεῦμα τῆς σοφίας, κάθε ἐνέργεια ἀπό τό Πνεῦμα τῆς συνέσεως, τό ἀγαθόν, τό εὐθές, τό νοερόν, τό ἡγεμονεῦον, τό καθαῖρον τά πταίσματα. Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό Κύριον καί ζωοποιόν, τό θεῖον πού θεοποιεῖ τούς ἀνθρώπους, πού διά τῆς χάριτός Του μᾶς μεταβάλλει σέ “Θεούς κατά μέθεξιν”.

Αὐτό τό ὑπερφυές γεγονός τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Παρακλήτου περιγράφουν τά τρία θαυμάσια τροπάρια τῶν αἴνων καί τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ δ´ ἤχου. Αὐτό τό Πνεῦμα ἐγκωμιάζουν καί αὐτοῦ τήν χάρι ἐπικαλοῦνται μαζί μέ τό δοξαστικό τοῦ πλ. β´ ἤχου.

“Παράδοξα σήμερον
εἶδον τά ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυίδ,
ὅτε τό Πνεῦμα κατῆλθε τό ἅγιον
ἐν πυρίναις γλώσσαις,
καθώς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἀπεφθέγξατο.
Φησί γάρ· Συνηγμένων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ,
ἐγένετο ἤχος, καθάπερ φερομένης βιαίας πνοῆς,
καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι·
καί πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι
ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι,
ξένοις διδάγμασι τῆς ἁγίας Τριάδος”.

“Τό Πνεῦμα τό ἅγιον,
ἦν μέν ἀεί καί ἔστι καί ἔσται
οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον,
ἀλλ᾿ ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον
καί συναριθμούμενον.
Ζωή καί ζωοποιοῦν·
φῶς καί φωτός χορηγόν·
αὐτάγαθον καί πηγή ἀγαθότητος·
δι᾿ οὗ Πατήρ γνωρίζεται
καί Υἱός δοξάζεται
καί παρά πάντων γινώσκεται,
μία δύναμις, μία σύνταξις,
μία προσκύνησις τῆς ἁγίας Τριάδος”.

“Τό Πνεῦμα τό ἅγιον,
φῶς καί ζωή καί ζῶσα πηγή νοερά,
Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως·
ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν,
ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τά πταίσματα.
Θεός καί θεοποιοῦν·
πῦρ ἐκ πυρός προϊόν·
λαλοῦν, ἐνεργοῦν,
διαιροῦν τά χαρίσματα·
δι᾿ οὗ προφῆται ἅπαντες
καί Θεοῦ ἀπόστολοι
μετά μαρτύρων ἐστέφθησαν.
Ξένον ἄκουσμα, ξένον θέαμα,
πῦρ διαιρούμενον εἰς νομάς χαρισμάτων”.
“Βασιλεῦ οὐράνιε,
Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,
ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν,
ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός·
ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν
καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος
καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν”.

Καριώτικο βιολί το χάραμα - Μάραθο Ικαρία

Δημήτρης Κουτσογιάννης«Ποια κλιματική κρίση; Πολιτικό αφήγημα από το οποίο κερδίζουν λίγοι»-

 Κλιματική αλλαγή ή κλιματική κρίση; Η διαφορά είναι μεγάλη και η αντιπαράθεση επιστημόνων σ’ όλο τον πλανήτη ,γίνεται όλο πιο έντονη και όλο πιο ενδιαφέρουσα… Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. Από τη μία το «στρατόπεδο» όσων υποστηρίζουν ότι το κλίμα πάντα άλλαζε και πάντα θα αλλάζει , κάνοντας κύκλους… Από την άλλη εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οδεύουμε προς την καταστροφή του πλανήτη! Η δεύτερη θεωρία αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια αιτία ,δικαιολογία ή άλλοθι για να ληφθούν από κυβερνήσεις μέτρα που συχνά δεν αποδεικνύονται σοφά, αλλά σίγουρα κερδοφόρα για πολύ λίγους. Στην Ελλάδα με την παρούσα κυβέρνηση Μητσοτάκη, ζούμε από το 2019 , την απόλυτη καταστροφή όλων των ενεργειακών εφεδρειών της χώρας! Τα αποτελέσματα τα πληρώνουν πανάκριβα οι πολίτες της χώρας, στους λογαριασμούς του ρεύματος, την ίδια ώρα που οι εταιρικοί τραπεζικοί λογαριασμοί κάποιων «φουσκώνουν» εντυπωσιακά. Είναι η κλιματική αλλαγή ένα «πολιτικό ζήτημα», όπως υποστηρίζει Δημήτρης Κουτσογιάννης, Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου;  

Ο κ. Κουτσογιάννης που έχει υδρολόγος κάνει μια ιστορική αναδρομή των κλιματικών αλλαγών στον πλανήτη, θυμίζει πότε και γιατί ακούσαμε για πρώτη φορά περί κλιματικής κρίσης και επιμένει ότι πρόκειται για «ένα αφήγημα με πολλές επενδυτικές ευκαιρίες, γι’ αυτό και το συντηρούν». Ο Ομότιμος Καθηγητής του ΕΜΠ υποστηρίζει ότι «το κλίμα πάντα άλλαζε και η επίδραση των ανθρώπων σ’ αυτές τις αλλαγές είναι αμελητέα».

Τι χρώμα θεέ μου








Για την ωφέλεια από τα ιερά μνημόσυνα. Απόσπασμα από το μνημειώδες έργο του θείου Δαμασκηνού.

 

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Οι μαθητές του Σωτήρα μας, οι μύστες και αυτόπτες του Λόγου, οι θείοι απόστολοι, που σαγήνεψαν τον κόσμο, θέσπισαν να γίνεται μνημόνευση των πιστών νεκρών κατά την τέλεση των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων. Από τότε μέχρι τώρα η αποστολική και καθολική Εκκλησία του Χριστού, σ’ όλα τα μέρη της γης, κρατάει σταθερά και αναντίρρητα αυτή την παράδοση, και θα την κρατάει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Αυτό, οπωσδήποτε, δεν το θέσπισαν ούτε αλόγιστα ούτε άσκοπα ούτε τυχαία. Γιατί τίποτε ανώφελο δεν έχει παραλάβει η αλάθητη χριστιανική θρησκεία και τίποτε άχρηστο δεν έχει διατηρήσει σταθερά τόσους αιώνες. Όλα όσα έχει παραλάβει και διατηρήσει είναι και χρήσιμα και θεάρεστα και πολύ ωφέλιμα και πολύ σωτήρια.
Ας δούμε, όμως, τι έχουν πει γι’ αυτό το θέμα οι παλαιότεροι άγιοι πατέρες.
Ο μεγάλος και βαθύς γνώστης των θείων Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο έργο του για την εκκλησιαστική ιεραρχία, γράφει ακριβώς τα εξής: «Οι προσευχές των αγίων και σ’ αυτή τη ζωή και, πολύ περισσότερο, μετά το θάνατο, επιδρούν σ’ εκείνους που είναι άξιοι ιερών ευχών, δηλαδή στους πιστούς». Και πάλι: «Ο πανάγαθος Θεός ζητάει να συγχωρήσει όλα τα πταίσματα, που οφείλονται στην ανθρώπινη αδυναμία, και να τους τοποθετήσει στη χώρα των ζωντανών, στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ’ όπου έχουν φυγαδευθεί ο πόνος, η λύπη και ο στεναγμός, παραβλέποντας με την αγαθότητα της θεαρχικής Του δυνάμεως τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, κανένας δεν είναι καθαρός από αμαρτία.
Βλέπεις εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ότι είναι ωφέλιμες οι δεήσεις γι’ αυτούς που πέθαναν με την ελπίδα τους στον Θεό;
Ο επώνυμος της θεολογίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέει για τη μητέρα του στον επιτάφιο λόγο του αδερφού του Καισαρίου: «Ακούστηκε κήρυγμα αξιοπρόσεκτο και ο πόνος της μητέρας γίνεται πιο ελαφρός με την καλή και θεάρεστη υπόσχεση, ότι θα τα δώσει όλα για χάρη του παιδιού, θα δώσει τον πλούτο του ως επιτάφιο δώρο γι’ αυτό». Και πιο κάτω: «Όσα, λοιπόν, εξαρτώνται από μας, είναι αυτά. Και άλλα τα κάναμε ήδη, αλλά θα τα κάνουμε στο μέλλον, προσφέροντας τις ετήσιες τιμές και τα μνημόσυνα, αν φυσικά μείνουμε στη ζωή».
Βλέπεις πώς βεβαιώνει και χαρακτηρίζει καλές και θεάρεστες τις προσφορές που γίνονται για όσους πέθαναν, και επιτρέπει τα ετήσια μνημόσυνα;
Μετά απ’ αυτόν, ο χρυσώνυμος και πραγματικά Χρυσόστομος Ιωάννης, στη θεοφώτιστη ερμηνεία του στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, λέει: «Αν οι ειδωλολάτρες καίνε μαζί με τους νεκρούς και τα πράγματα που τους ανήκουν, πόσο μάλλον εσύ, ο πιστός, πρέπει να συνοδέψεις μαζί με τον πιστό και τα πράγματα του, όχι για την στάχτη, όπως εκείνα των ειδωλολατρών, αλλά για να του εξασφαλίσεις μεγαλύτερη δόξα: Αν δηλαδή ο νεκρός είναι αμαρτωλός, για ν’ απαλλαγεί από τις αμαρτίες του· αν πάλι είναι δίκαιος για ν’ αυξηθούν ο μισθός και η ανταμοιβή του». Και στην ερμηνεία του στην προς Φιλιππησίους επιστολή γράφει: «Ας σοφιστούμε κάποιαν ωφέλεια γι’ αυτούς που έφυγαν. Ας τους προσφέρουμε κάθε δυνατή βοήθεια. Μιλάω για τις ελεημοσύνες και τις προσφορές, αυτές που πραγματικά τους εξασφαλίζουν πολλή ανακούφιση, μεγάλη απολαβή και ωφέλεια. Γιατί αυτά που νομοθετήθηκαν ούτε παραδοθήκαν έτσι άσκοπα και τυχαία στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς μαθητές Του. Και δεν θα μας άφηναν εκείνη την παράδοση να κάνει ευχή ο ιερέας, κατά την τέλεση των φρικτών μυστηρίων, για τους πιστούς που κοιμήθηκαν, αν δεν γνώριζαν ότι θα είχαν απ’ αυτό πολύ κέρδος και μεγάλη ωφέλεια.
Ο σοφός Γρηγόριος ο Νύσσης, πάλι γράφει: «Τίποτα δεν παραδόθηκε ασυλλόγιστα και ανώφελα από τους μαθητές και κήρυκες του Χριστού, μα και τίποτα δεν διατηρήθηκε ασυλλόγιστα και ανώφελα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία του Θεού. Το να μνημονεύουμε κατά τη θεία κι ολόλαμπρη μυσταγωγία εκείνους που κοιμήθηκαν ορθόδοξοι, είναι οπωσδήποτε ωφέλιμο και θεάρεστο».
Γιατί τα λόγια, «Εσύ, Κύριε, θ’ αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ. 61:13) και «Ο καθένας θα θερίσει αυτό που έσπειρε» (πρβλ. Γάλ.6:7) και τα άλλα παρόμοια, έχουν λεχθεί οπωσδήποτε για τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, τη φοβερή κρίση και τη συντέλεια του κόσμου. Τότε, βέβαια, δεν θα υπάρχει δυνατότητα βοήθειας. Τότε κάθε ικεσία θα είναι ανώφελη. Γιατί, όταν τελειώσει το παζάρι, δεν υπάρχει πια εμπόρευμα διαπραγματεύσιμο. Πραγματικά, πού θα είναι τότε οι φτωχοί; Πού θα είναι οι ιερείς για την τέλεση της λατρείας; Πού οι ψαλμωδίες; Πού οι ευεργεσίες; Πού οι αγαθοεργίες;
Γι’ αυτό, πριν έρθει εκείνη η ώρα, ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και ας προσφέρουμε στον φιλάνθρωπο Θεό τα έργα της αγάπης μας στους αδερφούς. Γιατί δέχεται με ευχαρίστηση τις προσφορές μας για χάρη όσων δεν πρόλαβαν και έφυγαν, θα λέγαμε, απροετοίμαστοι. Τις δέχεται και τις λογαριάζει σαν πράξεις και προσφορές εκείνων. Έτσι θέλει ο φιλάνθρωπος Κύριος, να Του ζητάνε τα πλάσματά Του και να τους δίνει όσα είναι για τη σωτηρία τους. Και μάλιστα λυγίζει ολοκληρωτικά, όταν κάποιος δεν αγωνίζεται μόνο για την δική του ψυχή, αλλά ενδιαφέρεται και για την ψυχή του πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος γίνεται μιμητής του Θεού και τις δωρεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες. Έτσι εκπληρώνει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, εξασφαλίζει τον μακαρισμό («μακάριοι είναι όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεος Του», Ματθ.5: 7) και, μαζί με την ψυχή του πλησίον, ευεργετεί πάρα πολύ και τη δική του ψυχή.
Ας περάσουμε τώρα απ’ αυτά σε άλλα παρόμοια και ισοδύναμα. Ο Παλλάδιος, στη Λαυσαϊκή Ιστορία του, αναφέρει με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου Μακαρίου. Εκεί γράφει πως ο όσιος Μακάριος, ρωτώντας κάποτε το κρανίο ενός νεκρού έμαθε όλα τα σχετικά μ’ αυτούς που έχουν πεθάνει. Και στο τέλος τον ρώτησε: ‘‘Δεν βρίσκετε, λοιπόν, καμιά παρηγοριά;’’ Αυτή την ερώτηση την έκανε, γιατί συνήθιζε να προσεύχεται για τους νεκρούς και ήθελε να ξέρει αν πραγματικά τους ωφελούσε. Τότε ο φιλάνθρωπος Κύριος θέλησε ν’ αποκαλύψει την αλήθεια στο πιστό υπηρέτη Του. Τον πληροφόρησε, λοιπόν, μέσω του κρανίου: ‘‘Όταν προσφέρεις τις δεήσεις για τους νεκρούς, αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφιση’’.
Κάποιος άλλος, πάλι, από τους οσίους πατέρες είχε έναν μαθητή που ζούσε απρόσεκτα. Έτσι, μέσα στη ραθυμία, έφτασε στο τέλος της ζωής του. Ο πολυεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Κύριος φανέρωσε στο γέροντα, που τον παρακάλεσε με δάκρυα, ότι θα ρίξει τον μαθητή του στην φωτιά μέχρι το λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου (Λουκ. 16:23-24). Όταν ο όσιος γέροντας άρχισε να κτυπιέται και να ικετεύει κλαίγοντας το Θεό, Εκείνος του αποκάλυψε ότι θα τον βάλει στη φωτιά μόνο μέχρι τη ζώνη. Μα όταν και πάλι ο γέροντας Τον παρακάλεσε με μεγάλη επιμονή, ο Θεός του έδειξε σε όραμα ότι λύτρωσε τελείως το μαθητή του από τη φωτιά της κολάσεως.
Αλλά ποιος θα μπορούσε να διηγηθεί με τη σειρά όλες τις μαρτυρίες, που βρίσκονται σκόρπιες μέσα στους βίους των αγίων, στα μαρτυρολόγια και στις ιερές αποκαλύψεις, απ’ όπου ολοφάνερα αποδεικνύεται ότι οι προσευχές, οι λειτουργίες και οι ελεημοσύνες για τους νεκρούς ωφελούν πολύ τις ψυχές τους; Γιατί, απ’ όσα δανείστηκαν στο Θεό, τίποτα δεν πάει χαμένο. Όλα τα ανταποδίδει ο Κύριος με το παραπάνω.
Όσο για το λόγο του προφήτη, «Στον άδη ποιος θα μετανοήσει ενώπιον Σου;» (πρβ. Ψαλμ. 6:6), είπαμε ήδη πως οι απειλές του παντοκράτορα Θεού είναι, βέβαια, φοβερές, αλλά τελικά τις εξουδετερώνει η ανυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Άλλωστε, και μετά απ’ αυτόν τον λόγο του προφήτη, έγινε οπωσδήποτε μετάνοια στον άδη. Εννοώ τη μετάνοια εκείνων που πίστεψαν εκεί, όταν κετέβηκε ο Κύριος για να τους σώσει. Αλλά και στον άδη δεν τους έσωσε όλους ο Ζωοδότης. Έσωσε μόνο όσους τον πίστεψαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η προφητεία. Όχι, ποτέ. Απλά αποδεικνύεται ότι ο πανάγαθος Κύριος νικιέται από την αγάπη Του στον άνθρωπο. Το ίδιο και με τον προφητικό λόγο του Ιωνά, «Η Νινευΐ θα καταστραφεί» (Ιων.3:4). Και όμως δεν καταστράφηκε, γιατί η αγαθότητα του Θεού νίκησε τη δικαιοσύνη Του. Και στον Εζεκία είπε με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου, γιατί θα πεθάνεις. (Δ΄ Βασ. 20:1). Και όμως δεν πέθανε. Στον Αχαάβ, πάλι, έστειλε τον προφήτη Ηλία για να τον προειδοποιήσει: «θα σου στείλω συμφορές» (Γ΄ Βασ. 20:21). Και δεν του έστειλε. Γιατί; Το εξήγησε στον προφήτη. Είδες πως μετανόησε ο Αχαάβ; Γι’ αυτό δεν θα του στείλω συμφορές όσο ζει» (Γ΄ Βασ. 20:29). Πάλι, δηλαδή, η αγαθότητα Του νίκησε την απόφαση του, όπως έγινε και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις και όπως θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, τότε που θα τελειώσει το πανηγύρι, τότε που δεν θα είναι πια καιρός για βοήθεια αλλά κάθε άνθρωπος θα βρεθεί μόνος με το φορτίο του. Ενώ τώρα είναι ακόμα καιρός, καιρός για φροντίδα, καιρός για συναλλαγή, καιρός για κόπο και τρεχάματα και αγώνα. Και μακάριος είναι εκείνος που δεν απόκαμε, ούτε έχασε την ελπίδα του. Μα πιο μακάριος είναι εκείνος που αγωνίστηκε και για τον εαυτό του και για τον πλησίον του.
Γιατί αυτό, το να τρέχει δηλαδή ο καθένας σε βοήθεια του πλησίον, ευχαριστεί περισσότερο τον φιλεύσπλαχνο Κύριο. Αυτό θέλει και επιθυμεί, να ευεργετούμε ο ένας τον άλλο και στην παρούσα ζωή και μετά το θάνατο. Αν δεν έβλεπε σωστό κάτι τέτοιο, δεν θα μας έδινε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους νεκρούς στη θεία λειτουργία, καθώς και να τους κάνουμε μνημόσυνα στις τρεις ημέρες, στις εννέα, στις σαράντα και στο χρόνο, όπως χωρίς καμιάν αντίρρηση τα τηρεί ο ευσεβέστατος λαός της. Αν, δηλαδή, αυτά ήταν μια κοροϊδία δίχως κέρδος και ωφέλεια, οπωσδήποτε σε κάποιον από τους πολλούς προγενέστερους θεοφόρους αγίους, πατριάρχες, πατέρες και διδασκάλους θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει την πλάνη. Κανένας τους, όμως, δεν δοκίμασε ποτέ να καταργήσει τα μνημόσυνα. Απεναντίας, μάλιστα, όλοι τα επικύρωσαν, κι έτσι καθημερινά η πρακτική αυτή όχι μόνο απλώνεται και ριζώνει, αλλά δέχεται και αλλεπάλληλες προσθήκες.
Ας δούμε, όμως τι λέει και ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κοιμηθέντες: «Κι αν ακόμα ο νεκρός τελείωσε τη ζωή του με ευσέβεια και τοποθετήθηκε στο ουρανό, μην αρνείσαι να προσφέρεις λάδι και ν’ ανάβεις κεριά στον τάφο του, ζητώντας το έλεος του Χριστού. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και φέρνουν πλούσια την ανταπόδοση Του, αφού το λάδι και το κερί είναι θυσία, η θεία λειτουργία είναι εξιλέωση, και η αγαθοεργία στους φτωχούς φέρνει κάθε αγαθή ανταπόδοση προσαυξημένη. Ο σκοπός, λοιπόν, εκείνου που κάνει την προσφορά για τον νεκρό, είναι ίδιος μ’ εκείνου που έχει ένα παιδί άλαλο, αδύναμο και άρρωστο, και για χάρη του προσφέρει με πίστη στον ιερό ναό, ως θυσία, κεριά, λιβάνι και λάδι. Αυτά, λοιπόν, δεν είναι σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρει το ίδιο το παιδί; Κάτι ανάλογο δεν γίνεται και στο μυστήριο του θείου βαπτίσματος, οπότε ο ανάδοχος ‘‘αποτάσσεται τω σατανά’’ και ‘‘συντάσσεται τω Χριστώ’’ για λογαριασμό του νηπίου που βαπτίζεται; Όμοια πρέπει να κατανοούμε και την περίπτωση εκείνου που πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι δηλαδή ο ίδιος κρατάει και προσφέρει τα κεριά, το λάδι και όλα όσα εμείς προσφέρουμε για την λύτρωση του. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, η επιδίωξη, που συνοδεύεται από την πίστη, δεν θα ματαιωθεί. Γιατί οι θεολόγοι απόστολοι και οι μυσταγωγοί και οι πνευματοφόροι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το Θεό και έγιναν μέτοχοι της εκστατικής δυνάμεως Του, θέσπισαν θεάρεστα τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη των νεκρών».
Έρχεται, όμως, ένας αντίθετος και λέει: ‘‘Αν είναι έτσι, όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί’’.
Σωστά. Και μακάρι να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι αυτό που ποθεί και θέλει και επιδιώκει ο πανάγαθος Κύριος, είναι αυτό που Του δίνει χαρά και ευφροσύνη, το να μη στερηθεί κανείς τις θείες δωρεές Του. Μήπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Μήπως ήρθε στη γη και σαρκώθηκε από την Παρθένο και έγινε άνθρωπος και έπαθε και πέθανε για να σώσει τις ουράνιες δυνάμεις; Μήπως στους αγγέλους θα πει, «Ελάτε, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί» (Ματθ. 25:34); Δεν μπορείς εσύ, ο αντιρρησίας, να ισχυριστείς ότι θα γίνει αυτό. Αφού όλα για τον άνθρωπο τα υπέφερε ο Χριστός, όλα για τον άνθρωπο και τα ετοίμασε. Ποιος άλλωστε, καλώντας τους φίλους του σε πλούσιο γεύμα, δεν θέλει να έρθουν όλοι και να χορτάσουν απ’ τα καλά του; Για ποιο σκοπό, δηλαδή, ετοίμασε το φαγοπότι, αν όχι για να περιποιηθεί τους φίλους του; Αν, λοιπόν, αυτό θέλουμε εμείς, δεν θα το θέλει πολύ περισσότερο ο μεγαλόδωρος Θεός, που από τη φύση Του είναι πανάγαθος και φιλάνθρωπος και που, μοιράζοντας και δίνοντας δώρα, χαίρεται και αγάλλεται περισσότερο απ’ όσο εκείνος που τα παίρνει;
Κάθε άνθρωπος που απέκτησε μικρή ζύμη αρετών και, μολονότι ήθελε, δεν πρόφτασε να την κάνει ψωμί από ραθυμία ή αμέλεια ή αναβλητικότητα, κι έτσι μια μέρα, χωρίς να το περιμένει, τον θέρισε ο θάνατος, αυτός δεν θα λησμονηθεί από τον δίκαιο Κριτή. Ο Κύριος θα συγκινήσει τις ψυχές των οικείων του, για να τον βοηθήσουν, αναπληρώνοντας τα υστερήματα του νεκρού.
Απεναντίας, όποιος έζησε ζωή αμαρτωλή, όποιος δεν πορεύθηκε ποτέ σύμφωνα με τη συνείδηση του, αλλά κυλιόταν άφοβα και αδιάντροπα στις δυσωδίες των ηδονών, ικανοποιώντας όλες τις ορέξεις της σάρκας και αδιαφορώντας ολότελα για την ψυχή του, όταν θα φύγει απ’ αυτή την ζωή, από κανέναν δεν θα βοηθηθεί. Ο Θεός, επειδή δεν τον λογαριάζει για δικό Του, θα οικονομήσει να τον ξεχάσουν και η γυναίκα του και τα παιδιά του και τ’ αδέλφια του και οι φίλοι του.
Εμένα, λοιπόν, όποιος είναι φίλος μου, εύχομαι να με βοηθήσει, αν είναι δυνατόν, ώστε να μην αφήσω πίσω μου κανένα υστέρημα. Αν, όμως, φτάσω στο τέλος της ζωής μου χωρίς να είμαι απόλυτα έτοιμος, παρακαλώ τον πολυέλαιο Κύριο να συγκινήσει τους συγγενείς και τους φίλους μου και να θερμάνει τις καρδιές τους, ώστε, αν ως άνθρωπος αφήσω κάποιο υστέρημα, να με βοηθήσουν ολοπρόθυμα και να το αναπληρώσουν με καλά και θεάρεστα έργα. Έτσι, άλλωστε, διδάσκει και διακηρύσσει ο θεολόγος Χρυσόστομος, που τον ανέφερα και πιο πάνω. «Αν δεν πρόλαβες», λέει, «να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντα σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις το Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».
Ο ίδιος, πάλι γράφει κάπου αλλού: «Στη διαθήκη σου βάλε συγκληρονόμο, μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς σου, και τον Κύριο. Ας έχει το χαρτί και το όνομα του Κριτή. Ας μην παραλείπει, ακόμα, ν’ αναφέρει και τους φτωχούς. Εγώ γίνομαι εγγυητής τους. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να το χρησιμοποιήσει κανείς ως πρόφαση, για να μην κάνει ελεημοσύνες όσο είναι ζωντανός. Και όσο ζει να κάνει, αλλά και μετά το θάνατο να τις συνεχίζει. Το αντίθετο είναι τελείως παράλογο, βέβηλο και ασύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Πολύ καλό και αρεστό και ευπρόσδεκτο απ’ το Θεό είναι το να καθαρίζει κάθε ευσεβής και φιλόχρηστος άνθρωπος τον εαυτό του με όλες τις αγαθοεργίες, να αποφεύγει κάθε αμαρτία και να τηρεί τις φωτεινές εντολές του Θεού, για να μπορέσει, όταν φτάσει στο τέλος της ζωής του, να πει θαρρετά στον Κύριο: ‘‘Έτοιμη είναι η καρδιά μου, Θεέ μου, έτοιμη είναι η καρδιά μου’’ (Ψαλ. 107:2). Και έτσι με χαρά να υποδεχτεί τους αγγέλους, που θα κατέβουν για να τον παραλάβουν».

Ελλάδα δύο τελεία μηδέν...

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Τα «Χρυσά Κόλλυβα».


Τα κόλλυβα της Ορμύλιας

Τα «Χρυσά Κόλλυβα», ετσι λέγεται το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής αυτά δηλαδη που φτιάχνονται αποκλειστικά το δεύτερο μεγάλο Ψυχοσάββατο του έτους (το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής). 
Γιατί ονομάζονται «Χρυσά Κόλλυβα;;;;
 
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση,  το βράδυ της Ανάστασης ο Χριστός επιτρέπει στις ψυχές των κεκοιμημένων να βγουν και να κυκλοφορήσουν ελεύθερες στη γη. Οι ψυχές μένουν στον επάνω κόσμο όλη την περίοδο μέχρι την Ανάληψη του Χριστού. 
Το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή (9 ημέρες μετά την Ανάληψη), η ελευθερία τους τελειώνει και πρέπει να επιστρέψουν στον ουρανό. Η παράδοση λέει ότι οι ψυχές γυρίζουν πίσω λυπημένες και οι ζωντανοί φτιάχνουν τα κόλλυβα αυτά όσο πιο πλούσια, γλυκά και φροντισμένα γίνεται για να τις φιλέψουν, ώστε να φύγουν «χορτάτες» και ανακουφισμένες. 
Τα κόλλυβα αυτά λέγονται χρυσά επειδή παρασκευάζονται με μεγάλη ευλάβεια και περιλαμβάνουν αυστηρά 9 συγκεκριμένα υλικά που συμβολίζουν τα 9 τάγματα των αγγέλων:
    1. Σιτάρι (το σώμα και η ανάσταση)
    2. Ζάχαρη άχνη (ο γλυκός Παράδεισος)
    3. Σταφίδες (ο Χριστός, που είναι η Άμπελος)
    4. Ρόδι (η λαμπρότητα του Παραδείσου)
    5. Μαϊντανός (ο χλοερός τόπος ανάπαυσης)
    7. Καβουρδισμένο αλεύρι κ σουσάμι  (το ελαφρύ χώμα)
    8. Αμύγδαλα (τα γυμνά οστά)
    9. Καρύδια (η ζωή που αναπαράγεται)
    10. Μπαχαρικά / Κανέλα (τα αρώματα του κόσμου τούτου) 

Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ποτέ τις ψυχούλες των ανθρώπων μας.
Μπορεί να έφυγαν από τα μάτια μας, όμως δεν έφυγαν από την αγάπη μας. Ένα κεράκι, ένα κόλλυβο, μια προσευχή και ένα «Θεός συγχωρέσ’ τους» είναι τρόποι να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους.
Γιατί οι νεκροί πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν τους ξεχάσουμε. Κι όσο τους θυμόμαστε με αγάπη, η ψυχή τους αναπαύεται και η παρουσία τους συνεχίζει να φωτίζει την ζωή μας.

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θανάσης Βέγγος.

Ένας απίστευτα γλυκός άνθρωπος, από τους σπουδαιότερους κωμικούς μας, αλλά και ένας ηθοποιός που μας συγκίνησε βαθιά με τους δραματικούς του ρόλους.

🎥: “Όλα είναι Δρόμος” (It's a Long Road) του Παντελή Βούλγαρη

«Ο Τελευταίος Έλληνας - Εκεί που τελείωσε το Βυζάντιο και άρχισε η Ελλάδα»

 

«Οὐκ ἑάλω ἡ Ρίζα! Οὐκ ἑάλω τὸ Φῶς!»
~Νικηφόρος Βρεττάκος, «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη»~
 
Μπορεί να είναι εικόνα ο ποταμός ΆρνοΓράφει ο  Στυλ. Καβάζης 
 Μια μέρα σαν την σημερινή,29 Μαΐου του 1453 η Βασιλεύουσα ανέπνεε για τελευταία φορά μέσα σε καπνό, αίμα και προσευχή. Τα τείχη έτριζαν από τα κανόνια, οι καμπάνες της Αγία Σοφία σίγησαν και η υπερχιλιόχρονη Ρωμανία στεκόταν στο χείλος της αιωνιότητας. Εκεί, μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο τελευταίος Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, δεν διάλεξε τη σωτηρία ούτε την παράδοση. Διάλεξε να σταθεί όρθιος. Με το σπαθί στο χέρι, υπέρ πίστεως και πατρίδος, έπεσε μαχόμενος μαζί με τους τελευταίους υπερασπιστές της Πόλης, κλείνοντας με το αίμα του το τελευταίο κεφάλαιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ανοίγοντας τον μαρτυρικό δρόμο του νεότερου Ελληνισμού. Από εκείνη την αποφράδα αυγή δεν γεννήθηκε μόνο ένας θρύλος αλλά η μνήμη, η αντοχή και η ακατάλυτη συνέχεια του Γένους.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Ρωμανίας, ο τελευταίος υπερασπιστής μιας αυτοκρατορίας χιλίων ετών, εκείνος που ο Οδυσσέας Ελύτης θα ονόμαζε αιώνες αργότερα «ο τελευταίος Έλληνας». Όχι επειδή μετά από αυτόν δεν υπήρξαν Έλληνες, αλλά επειδή με τον θάνατό του έκλεισε ένας κύκλος και άνοιξε ένας άλλος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα..
Ο Κωνσταντίνος δεν γεννήθηκε για να βασιλεύσει σε εποχές ακμής. Γεννήθηκε για να σταθεί όρθιος σε εποχές ερειπίων. Κληρονόμησε όχι μια αυτοκρατορία, αλλά τα απομεινάρια της. Τείχη ραγισμένα, ταμεία άδεια, συμμάχους απόντες και υπηκόους διχασμένους. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ιστορική ερημία, κράτησε ζωντανή εκείνη τη χρυσή γραμμή ατελεύτητη που ενώνει την αρχαία Ελλάδα, τη Ρωμανία και τον νεότερο Ελληνισμό τη γλώσσα, την πίστη, την ιστορική συνείδηση.
Ήξερε.
Ήξερε ότι η Πόλη δεν σωζόταν.
Ήξερε ότι η Δύση δεν θα ερχόταν.
Ήξερε ότι η ιστορία είχε ήδη αποφασίσει.
Κι όμως, δεν παρέδωσε ούτε εκατοστό. Γιατί υπάρχουν στιγμές όπου η πολιτική υποχωρεί μπροστά στο ήθος και η λογική μπροστά στο χρέος. Όταν του ζητήθηκε η Πόλη, απάντησε όχι ως μονάρχης, αλλά ως εκπρόσωπος ενός λαού με το περίφημο:
«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν…»
Με αυτά τα λόγια, ο Κωνσταντίνος δεν υπερασπίστηκε απλώς τείχη. Υπερασπίστηκε την αρχή ότι υπάρχουν πράγματα που δεν παραδίδονται.Την ύστατη νύχτα, στην Αγία Σοφία, χωρίς Πατριάρχη, χωρίς βεβαιότητες, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, κοινώνησε ως άνθρωπος που γνωρίζει ότι βαδίζει προς τον θάνατο. Όχι ως άγιος, αλλά ως συνειδητός μάρτυρας της ιστορίας. Και την αυγή της αποφράδας μέρας, στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, έπεσε μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος όχι για να νικήσει, αλλά για να νοηματοδοτήσει την ήττα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μέγεθός του.
Όχι στη νίκη, αλλά στη θυσία.
Όχι στην επιβίωση, αλλά στην επιλογή.
Η θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν ήταν απλά ένα στρατιωτικό γεγονός, ήταν ιστορικός καταλύτης. Από το σώμα του που χάθηκε στα ερείπια της Πόλης γεννήθηκε ο θρύλος, και από τον θρύλο γεννήθηκε η αντοχή. Τέσσερις αιώνες σκλαβιάς δεν έσβησαν τον Ελληνισμό, γιατί είχε ήδη αποκτήσει το δικό του μαρτυρικό πρότυπο. Έναν αυτοκράτορα που έπεσε όπως οι ήρωες της αρχαιότητας, αλλά προσευχήθηκε όπως οι άγιοι της Ρωμιοσύνης.
Από εκείνον ξεκινά ο δρόμος που οδηγεί στο Κρυφό Σχολειό, στον Κολοκοτρώνη, στο ’21, στη νεότερη Ελλάδα. Όχι ευθύγραμμα, αλλά υπόγεια σαν τη γραμμή του Ελύτη που σέρνεται πίσω του καθώς ορμά στο πλήθος. Ο Κωνσταντίνος δεν ανήκει μόνο στο Βυζάντιο ανήκει σε κάθε στιγμή που ο Ελληνισμός επιλέγει το καθήκον αντί της ασφάλειας.Γι’ αυτό και δεν χρειάστηκε να ονομαστεί «Μέγας».
Η ιστορία τον έκρινε αλλιώς.
Τον κατέγραψε ως σύμβολο.
Σήμερα λοιπόν στην επέτειο της αποφράδας ημέρας της Άλωσης θυμόμαστε την απαρχή μιας θυσίας που ακόμη μας αφορά. Γιατί όσο υπάρχει Έλληνας που αναγνωρίζει τον εαυτό του σε εκείνον τον άνδρα που στάθηκε μόνος μπροστά στην Πύλη, η γραμμή δεν κόπηκε.
Και όσο αυτή η γραμμή παραμένει ατελεύτητη,
ο τελευταίος Έλληνας δεν πέθανε ποτέ.
🕯️ 
 
 
«Υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως του ενδόξου Βασιλέως των Ρωμαίων και Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και των συν αυτώ μαρτυρικώς πεσόντων κατά την άλωση της Βασιλίδος των Πόλεων».
 
 
 

 

Η αράχνη, η κουκουβάγια και ο Πορθητής: Μια ιστορία από την Άλωση της Πόλης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ~.~

Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την Άλωση της Πόλης. Εκεί λοιπόν που διάβαζα

«πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης»,

ξανάπιασα στα χέρια μου την Άλωση του Ράνσιμαν. Γρήγορα το μάτι μου έπεσε σε κάτι που είχα υπογραμμίσει ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια και σχετίζεται με μια υποτιθέμενη απαγγελία ενός περσικού δίστιχου από τον Πορθητή Μωάμεθ.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως εκείνες τις στιγμές της εισόδου του νικητή, εκπορθητή Μωάμεθ στην Πόλη των Πόλεων, το απόγευμα της ίδιας μέρας, αφού ο στρατός του είχε επί το πλείστον καταλεηλατήσει πια και διαγουμίσει τις ζωές και το βιος της θεοφρούρητης Βασιλίδος, της περιλάλητης Κωνσταντινούπολης.[1]

«Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από την εκλεκτότερη φρουρά του από γενίτσαρους και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του, προχώρησε αργά μέσ’ από τους δρόμους ως την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις από τις πύλες της ξεκαβαλίκεψε και έσκυψε για να σηκώσει μια φούχτα χώμα που έριξε απάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά στο Θεό του. Μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Κατόπιν, καθώς βάδιζε προς το ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε ν’ αποσπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο. Γύρισε προς αυτόν με οργή και του είπε ότι η άδεια για λαφυραγωγία δεν περιλάμβανε την καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα προόριζε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Έλληνες ζαρωμένοι στις γωνίες που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα δέσει για να τους απαγάγουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Κατόπιν βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το ιερό και του ζήτησαν έλεος. Και αυτούς επίσης άφησε να φύγουν κάτω από την προστασία του. Αλλά επέμεινε να μετατραπεί αμέσως η εκκλησία σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και κήρυξε ότι δεν υπήρχε άλλος θεός από τον Αλλάχ. Ο ίδιος κατόπιν ανέβηκε στο ιερό και προσκύνησε τον νικηφόρο Θεό του. Όταν βγήκε από την εκκλησία ο σουλτάνος, πέρασε την πλατεία και πήγε στο παλιό Ιερό Παλάτι. Καθώς περνούσε μεσ’ από τις μισοερειπωμένες αίθουσες και διαδρόμους του, λέγεται ότι μουρμούρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στο παλάτι των Καισάρων
και η κουκουβάγια κρώζει στους πύργους του Αφρασιάμπ».

(“When he left the Cathedral the Sultan rode across the square to the old Sacred Palace. As he moved through its half-ruined halls and galleries it was said that he murmured the words of a Persian poet: ‘The spider weaves the curtains in the palace of the Caesars; the owl calls the watches in Afrasiab’s towers”).

Δίπλα λοιπόν σ’ αυτή την τελευταία φράση με το περσικό δίστιχο είχα σημειώσει –Κύριος οίδε πότε!– ότι το δίστιχο αυτό προερχόταν από το Σαχναμέ του Φερντουσί. Γέλασα με έκδηλη ικανοποίηση μα και παρευθύς βάλθηκα να το επιβεβαιώσω σκαλίζοντας το Σαχναμέ του Φερντουσί. Όσο κι αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν βρισκόταν τέτοιο δίστιχο. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή που το ξαναντίκρισα, μου έγινε έμμονη, βασανιστική ιδέα να βρω την προέλευσή του, να εξακριβώσω ποιο στόμα το ξεστόμισε πρώτο ή ποια γραφίδα το κατέγραψε. Ήταν όντως περσικής καταγωγής κι εμπνεύσεως ή δημιούργημα αυτοσχέδιο του Μεχμέτ του Πορθητή;

Ας δηλώσω ευθύς εξαρχής πως η εναρκτήρια ορμή για να θηρεύσω τον δημιουργό αυτού του δίστιχου ξεπήδησε κεραυνοβόλα κι αυθόρμητα, λόγω της ποιητικής πυκνότητας, εκφραστικής εικονοποιητικής δεινότητας κι εκθαμβωτικής ενάργειας του ίδιου του δίστιχου. Στα μάτια και στα αυτιά μου (και πάμπολλων άλλων μέχρι πρόσφατα, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια) δεν έχουν αστραποβολήσει άλλοι στίχοι που να μιλούν με τέτοια αλληγορική ακρίβεια (ναι· σύντομα θα εξηγήσω την υποτιθέμενη αντίφαση) και ελεγειακή εικονοποιΐα για την καταστροφή, την πτώση και την ερήμωση ενός πολιτισμού, μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης  εγκόσμιας κυριαρχίας· για την ανατροπή της τύχης. Συνήθως ό,τι σύστοιχο ανάλογο επικαλείται ο δυτικοστραφής νους μας είναι η κατάφορτη αποσιωπητικών και στοχαστικής διδακτικότητας συμπερασματική φράση sic transit gloria mundi

*

*

Πιάνω λοιπόν το νήμα της αναζήτησης από εκεί όπου ξεκίνησα κι εγώ, πριν από οκτώ συναπτά έτη, και το ξετυλίγω διαβαίνοντας τις δαιδαλώδεις ατραπούς που πορεύτηκα. Στράφηκα πάλι στον Ράνσιμαν και στη συνοδευτική υποσημείωση, όπου μας πληροφορεί πως αντλεί το συγκεκριμένο παράθεμα από την Ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας του Δημητρίου Καντεμίρ, συμπληρώνοντας πως ο Καντεμίρ παραδίδει μεν την παραπομπή στα περσικά όχι όμως και την πηγή της προέλευσής της.

Ο Μολδαβός πρίγκηπας, βοεβόδας, λόγιος, πολύγλωττος (μιλούσε, κατανοούσε κι έγραφε σε έντεκα γλώσσες), πολυσχιδής συγγραφέας και μουσικός συνθέτης Δημήτριος Καντεμίρ (1673-1723) συνέγραψε, λατινιστί, ανάμεσα στα πολλά και ποικίλα έργα του, και μια ιστορία της Οθωμανικής αυλής (Historia incrementorum atque decrementorum Aulae Othomanicae), το χειρόγραφο της οποίας κυκλοφορούσε στη δυτική Ευρώπη για χρόνια. Χάρη στις επίμονες προσπάθειες του γιου του, το έργο μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον N. Tindal και κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1734 (The History of growth and decay of the Othman Empire), και κατόπιν στα γαλλικά, γερμανικά, ρωσσικά κλπ. παραμένοντας το βασικό έργο για την Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.

 

 Στη μετάφραση του Τίνταλ το επιζητούμενο παράθεμα έχει ως εξής:

«[…] he [ο Μωάμεθ] goes in a triumphal procession to Sancta Sophia, and there orders the Ezan to be sung, and  Namaz to be perform’d. After prayers he goes to the Imperial Palace, and as he is entering, being addicted to Poetry, he is reported to say an extempore Distich in the Persian Language», με την επεξηγηματική υποσημείωση που ακολουθεί: «The Distich was, Perdè dari mikuined ber kysr Caisar ankebut Bumi neubèt mizènedber kiumbeti Efrasiyab, that is, “The spider has wove her web in the Imperial Palace, the owl has sung her watch song upon the towers, of Efrasiyab,” (a palace of the King of Persia, celebrated in the Turkish fables.) This oracle seems to intimate the downfall of the proud majesty of the Grecian Emperors. For as we see spiders throw their Webs over ruinous and deserted houses; In like manner, the Grecian Empire, subverted and wrested from its ancient possessors, is likely to become as the palaces of Efrasiyab, in which, instead of guards, owls make their nests, and scream out their direful notes. A true prediction, and fulfilled in every circumstance! For at this day, as I before observ’d the palace of the Grecian Emperors is become the Residence of owls and bats, a lively emblem of the destroy’d Empire» (Demetrius Cantemir, late Prince of Moldavia, The History of the Growth and Decay of the Othman Empire, trans. from Latin by N. Tindal, 1734-35, 102).

Εδώ ας σταθούμε για λίγο για να καταπιαστούμε με μια αρχική ερμηνευτική ανάλυση του δίστιχου, όπως παραδίδεται από τον Καντεμίρ. Στα περσικά έχει ως εξής:

*

*

Κι η απλοποιημένη, ορθή φωνητική μεταγραφή του είναι η ακόλουθη:

Perde dari mikonad der qasr-i Qaysar ankebut
Bum nevbet mizened der kunbed-i Afrasiab.

Perde dari σημαίνει το παραπέτασμα, την κουρτίνα, στην θύρα, αλλ’ ως εκ τούτου και την ανειλημμένη αρμοδιότητα ενός προσώπου (καθώς και το αξίωμα ενός προσώπου) να μετακινεί ακριβώς το παραπέτασμα στον ηγεμονικό θάλαμο, επιτρέποντας ή απαγορεύοντας την είσοδο προς αυτόν, δηλονότι τον αρχιθαλαμηπόλο· επέχει εδώ τόπο μεταφοράς της ισχύος.

Η λέξη nevbet (στα αραβικά και στα περσικά) δηλώνει τόσο τον φρουρό, την φρουρά, τη βάρδια της φρούρησης, όσο και τη μουσική με τύμπανα και τρομπέτες που ορίζει την αλλαγή της βάρδιας της φρουράς.

Συντομίας χάριν, συνοπτικά ας σημειώσουμε εδώ πως  οι θόλοι του Αφρασιάμπ (kunbed-i Afrasiab) αποτελούν ιρανική αναφορά στον μυθικό βασιλέα, πρόγονο των Τουρανών (Τουρκομάνων), που εισέβαλε στο Ιράν και στο μαγικό του, υπερφυσικό παλάτι, που επισκίαζε οποιαδήποτε μεγαλόπνοη ανθρώπινη κατασκευή.

Μετά από αυτά, καθίστανται φανερές θαρρώ οι αλληγορικές σημασίες που διεγείρουν και κινητοποιούν τη φαντασία της ανατολίτικης σκέψης, συνοδευμένες από τις μεταφορικές πολιτικές συνδηλώσεις· συνδηλώσεις όμως που παραμένουν ανενεργές στην άμαθη, μη εξοικειωμένη με αυτές δυτική αντίληψη. Οπότε η πολιτισμική κατανόηση του δίστιχου βαθαίνει και εμπλουτίζεται σημασιολογικά με την ακόλουθη μετάφραση, που πάντα προϋποτίθεται, πριν από κάθε άλλη:

Η αράχνη (με τον ιστό της) είναι ο θαλαμηπόλος στου Καίσαρα το παλάτι
κι η κουκουβάγια κράζει τη μουσική για την αλλαγή φρουράς στους θόλους του Αφρασιάμπ.

Αρκεί προς ώρας.

 

Η επίδραση του Καντεμίρ και του έργου του εν γένει απέβη τεράστια για τη γνώση της οθωμανικής ιστορίας, καθιστώντας έτσι δυσχερές ή/και ακατόρθωτο να εξιχνιάσει κανείς την προέλευση της παρουσίας του συγκεκριμένου δίστιχου σε διάφορα έργα της αγγλικής γλώσσας. Τον Καντεμίρ όμως  ακολουθεί, κι αυτόν αντιγράφει ο πολύς Edward Gibbon, στη διαβόητη The History of the Decline and Fall of the Roman Empire (1776-1788). Ιδού πως περιγράφει την είσοδο του Μωάμεθ:

«From St. Sophia he proceeded to the august but desolate mansion of a hundred successors of the great Constantine, but which in a few hours had been stripped of the pomp of royalty. A melancholy reflection on the vicissitudes of human greatness forced itself on his mind, and he repeated an elegant distich of Persian poetry:

“The spider has wove his web in the Imperial palace, and the owl hath sung her watch-song on the towers of Afrasiab”»,

υποσημειώνοντας ακολούθως (και παραλληλιζόντας το δίστιχο με τους ομηρικούς στίχους που επαναλάμβανε ο Σκιπίων για την πτώση της Καρχηδόνας):

«This distich, which Cantemir gives in the original, derives new beauties from the application. It was thus that Scipio repeated, in the sack of Carthage, the famous prophecy of Homer. The same generous feeling carried the mind of the conqueror to the past or the future».

 

 

Περνώντας από την ιστορική αφήγηση στην ποίηση, συναντούμε την πιο ενδιαφέρουσα και δημιουργική χρήση και ποιητική ανάπλαση του εν λόγω δίστιχου στη σύνθεση Γκιαούρ (δημ. 1813) του λόρδου Βύρωνα, εκεί που περιγράφει το ερημωμένο παλάτι του Χασσάν:

The lonely Spider’s thin gray pall
Waves slowly widening o’er the wall;
The Bat builds in his Haram bower,
And in the fortress of his power
The owl usurps the beacon-tower.

Παραθέτω την ελληνική μετάφραση της Αικατερίνης Δοσίου (1857):

εἰς τὸν ἔρημόν του οἶκον μόνη ἡ ἀράχνη μένει,
κ’ εἰς τοὺς τοίχους τὸ τεφρίζον ὕφασμά της ἐνυφαίνει.
Νυκτερίδες κατοικοῦσι τώρα τὸ χαρέμιόν του
καὶ νυκτοφωνοῦσαι γλαῦκες ἔλαβον τὸ φρούριόν του,
κυριεύσασαι τὸν πύργον, ἕδραν τῶν δυνάμεών του.

Επειδή όμως η γνώση και η διάχυση της περσικής ποίησης έχει ήδη εισχωρήσει (και καταγοητεύσει τα μυαλά και τη φαντασία) στην Βρετανία και στην Δυτική Ευρώπη, οι ερευνητές αμφιβάλλουν εάν ο Βύρων άντλησε το γνωστό μας δίστιχο από τον Καντεμίρ, που όντως εγνώριζε από την ηλικία των δέκα ετών, ή από το πρωτότυπο εγχειρίδιο περσικής γραμματικής του William Jones, λαμπρού φιλολόγου και πολύγλωσσου ανατολιστή (A Grammar of the Persian Language, Λονδίνο 1771). Εκεί ο Jones χρησιμοποιώντας περσικά ποιητικά παραθέματα ως παραδείγματα για την εκμάθηση της γραμματικής, μνημονεύει το δίστιχο, φευ χωρίς την αντίστοιχη μνεία δημιουργού του, και το μεταφράζει έτσι:

The spider holds the veil in the palace of Caesar;
the owl stands sentinel on the watch-tower of Afrasiab.

Η αμέσως επόμενη ποιητική αναφορά στο δίστιχο έρχεται από την Βρετανίδα ποιήτρια Felicia Hemans και τη σύνθεσή της The Last Constantine (1823), η οποία όμως δηλώνει πως το έχει αντλήσει από τον Γίββωνα:

The owl upon Afrasiab’s towers hath sung
Her watch-song and around th’ imperial throne
The spider weaves his web!

Ήδη εκείνη την περίοδο, παράλληλα με τη εξάπλωση της γνώσης για την Ανατολή και τη μετάφραση κλασικών αραβικών και περσικών κειμένων βαδίζει και η διάχυση της περσικής ποίησης στη Δύση. Το δε δίστιχο που μας απασχολεί συναντάται σε πάμπολλες περιγραφές ταξιδιωτικές από τις περιοχές της Ανατολής (βρισκόμαστε ήδη στην κορύφωση της οριενταλιστικής έξαψης και της περιέργειας για την εξωτική Ανατολή). Π.χ. ένας ταξιδιώτης καταγράφοντας τη συνομιλία του μ’ ένα σοφό και καλλιεργημένο δερβίση καθ’ οδόν προς το Χαμαντάν του Ιράν, γράφει πως ο δερβίσης

«concluded with the beautiful distich of Ferdousi, expressive of the transitory nature of human greatness― “The spider weaves his web in the palace of the Caesars, and the owl keeps her watch, like a sentinel, upon the ruined tower of Afrasiab”»

(J. S. Buckingham, Travels in Assyria, Media, and Persia, London 1829).

Αυτή η διάχυση φυσικά της ανατολίτικης λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα της περσικής ποίησης είναι ευρύτατα κι εν αφθονία παρούσα και στη γειτονική Γαλλία. Πέρα από μία αντίστοιχη με τη βρετανική πληθώρα παραδειγμάτων, αρκεί να μνημονεύσει κανείς δυο αξιοσημείωτο δείγματα της παρουσίας του δίστιχου, στον Λαμαρτίνο (Voyage en Orient, Paris 1836) και στον Γκωτιέ:

 

«Le vainqueur de Constantin XIII, s’il revenait au monde, pourrait placer encore avec à-propos sa mélancolique citation persane: ‘L’araignée file sa toile dans les palais des empereurs, et la chouette entonne son chant nocturne sur les tours d’Efrasiab».

(Αν ο νικητής του Κωνσταντίνου ΙΓ΄ [sic] επέστρεφε στον κόσμο, θα μπορούσε να επαναλάβει καίρια τη μελαγχολική περσική παραπομπή του: «Η αράχνη πλέκει τον ιστό της μες στο παλάτι των αυτοκρατόρων, και η κουκουβάγια λέει το νυχτερινό τραγούδι της πάνω στους πύργους του Αφρασιάμπ.», Theophile Gautier, Constantinople, Paris 1896, μτφρ. Έρση Μπομπολέση, Καστανιώτης)

Είναι σαφές πια πως το δίστιχο είναι ευρέως γνωστό και συχνόχρηστο, έως και παροιμιώδες. Το Λεξικό Larousse (Grand dictionnaire universel du XIXe siècle, Paris 1866), στο λήμμα για την ΑΡΑΧΝΗ παραθέτει το ίδιο δίστιχο και μάλιστα ως περσική παροιμία, υπονοώντας τοιουτοτρόπως την ευρύτητα της διάδοσής του: «L’araignée file sa toile dans le palais des empereurs, et la caquette entonne son chant noturne sur les tours d’Ephrasiab. (Prov. persan.)».

Αυτή η επισκόπηση όμως των συχνότατων πλέον ανατολίτικων αναφορών παρατήρησα πως έχουν κοινή προέλευση την ίδια την Περσία άμεσα, κι όχι τις δυτικές πηγές. Ταυτόχρονα δε δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής η προσπάθεια, για την ακρίβεια η βεβαιότητα της απόδοσης του δίστιχου σε μεγάλες δόξες της περσικής ποίησης, πράγμα που συνεχίστηκε ακάθεκτα έως τις μέρες μας. Είναι αναγκαίο εδώ να σημειώσω πως κατά καιρούς και από διάφορους, και δη σημαντικούς ιστορικούς ή μελετητές, αποδόθηκε ―μετά πάσης βεβαιότητας και ακλόνητης σιγουριάς, χωρίς όμως την παραμικρή παραπομπή στη σύνολη ποιητική σύνθεση ή την παράθεση των αναγκαίων πειστηρίων― η πατρότητα στον Φερντουσί, τον Σααδί, τον Ανβαρί και τον Χακανί. Η βιασύνη μου κι η επιθυμία μου να αποδώσω το δίστιχο σε μια μεγάλη περσική ποιητική δόξα ακολουθούσε διαπίστωσα την αντίστοιχη δίψα και άλλων, κατά πολύ σημαντικότερων, θυμάτων μιας παρόμοιας ακατασίγαστης λαχτάρας. Κι εξαιτίας όλων αυτών των ισχυρών βεβαιοτήτων έψαχνα μανιωδώς και με αναπτερωμένες κάθε φορά ελπίδες από ντιβάν σε ντιβάν (στις συλλογές των περσικών ποιητικών έργων)· και από αναφορά σε υπαινιγμό κι από παραπομπή στην παραμικρή μνεία αναζητούσα δυσεύρετα άρθρα στα ρωσικά ή σε περιοδικά του 1966 απ’ τη Λαχώρη του Πακιστάν, πασχίζοντας να πετύχω το δίστιχο και τον δημιουργό του, που με είχε πια στοιχειώσει. Κι όμως, κι όμως· εις μάτην…

Πουθενά, η ακλόνητη απάντηση που αναζητούσα, πουθενά η οριστική κι αμετάσειστη βεβαιότητα που θήρευα.

Εις μάτην; Κι όμως, κι όμως…

Στράφηκα πάλι πίσω, στις ιστορίες της Άλωσης και στον βίο του Μεχμέτ του Πορθητή, πιο υποψιασμένος μα και πιο αποφασισμένος τώρα πια να ψάξω διεξοδικότερα όλες τις διαθέσιμες μαρτυρίες. Καταγράφω ευθύς αμέσως τις ελάχιστες και πιο γνωστές πηγές που παραδίδουν λόγια κι αντιδράσεις του Μωάμεθ.

Ο Κριτόβουλος, μη αυτόπτης της Αλώσεως μάρτυς, μεταφέρει τα εξής για την αντίδραση και τα υποτιθέμενα λόγια του Μωάμεθ εμπρός στο οικτρό θέαμα της λαφυραγωγίας της Πόλης:

«Ὁ δὲ βασιλεὺς ἑώρα δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῶν οἰκιῶν καί τὴν παντελὴ φθοράν αυτῆς καὶ τὸν ὄλεθρον· καὶ οἶκτος αὐτὸν εὐθὺς ἐσήει καὶ μετάμελος οὐ μικρὸς τῆς ἀπωλείας τε καὶ διαρπαγῆς καὶ δάκρυον ἀφῆκε τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ μέγα στενάξας τε και περιπαθές, “οἵαν, ἔφη, πόλιν εἰς διαρπαγὴν καὶ ἐρήμωσιν ἐκδεδώκαμεν;” οὕτως ἔπαθε τὴν ψυχήν».

*

*

Από Το Ρώσικο Χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη (Η Πολιορκία και η Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453), που παρά τις κάποιες συγχύσεις, στηρίζεται σε αυθεντική μαρτυρία ανθρώπου παρόντος στα γεγονότα, μαθαίνουμε τα ακόλουθα για τον Μωάμεθ:

«κι έφτασε στην πλατεία, μπροστά στη μεγάλη εκκλησία, ξεπέζεψε κι έπεσε με το πρόσωπο χάμω στη γη, επήρε χώμα με το χέρι του και το εσκόρπισε στο κεφάλι του· έτσι ευχαριστούσε το Θεό. Κι αφού εθαύμασε το μέγιστο αυτό κτίσμα είπε τα ακόλουθα: “Αλήθεια, οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν κι έφυγαν κι ύστερα από κείνους άλλοι τέτοιοι ποτέ δεν θα υπάρξουν”» (απόδοση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Κέδρος).

Μα επιτέλους από πού πρωτομαθαίνουμε για το πολυσυζητημένο δίστιχο που ξεστόμισαν τα χείλη του Πορθητή (μα και ποιητή) Μωάμεθ; Ποια είναι η πένα που παρέδωσε στους μεταγενέστερους αυτούς τους στίχους τους θρηνητικούς; Η μαρτυρία του Καντεμίρ έρχεται ήδη αργά, η μακρά του όμως παραμονή καθώς κι οι σπουδές του στην οθωμανική Πόλη οδηγούν με σχετική ασφάλεια στην πιθανότερη δεξαμενή αυτής της γνώσης. Ναι, η μνεία η πρωταρχική προέρχεται από την άλλη πλευρά, την πλευρά των νικητών, από την πλευρά των ελαυνόντων πορθητών. Κι από την ίδια ακριβώς πηγή φαίνεται πως αντλεί κι ο Καντεμίρ, μέσω του οποίου πληροφορήθηκε η Δύση την ύπαρξη τούτου του δίστιχου. Υπάρχει λοιπόν το σημαντικό και κεφαλαιώδες ― αν και ιδιαίτερο, λόγω και των συχνών ποιητικών και θρησκευτικών παρεμβολών του― έργο ενός Τούρκου, του Τουρσούν Μπεγκ, που ακολούθησε τον Μωάμεθ στις εκστρατείες και τις κατακτήσεις του (Tursun Beg, Ιστορία του Μεχμέτ του Πορθητή). Αν και από αρκετούς θεωρείται βέβαιο πως ήταν αυτόπτης και αυτήκοος στα όσα διαδραματίστηκαν με την είσοδο του Μωάμεθ στην κατακτημένη Πόλη, ένας-δυο κορυφαίοι μελετητές, στηριζόμενοι σε εσωτερικά κυρίως κριτήρια, αμφισβητούν την παρουσία του εκείνες ακριβώς τις στιγμές. Όπως κι αν έχει αυτή η φωνή αφηγήθηκε, με τη δική της χροιά, τα όσα μνημονεύουμε. Ας την ακούσουμε επομένως να περιγράφει την είσοδο του Μωάμεθ στην Αγιασοφιά (ακολουθώντας το ύφος των βυζαντινών ‘Εκφράσεων’):

«Στον κεντρικό τρούλο, ένας επιδέξιος καλλιτέχνης είχε απεικονίσει, με επιχρυσωμένα γυάλινα κομμάτια και πολύχρωμες ψηφίδες τη μορφή ενός σεβάσμιου άνδρα [του Ιησού Χριστού] με τέτοιο τρόπο ώστε, από όπου κι αν τον κοίταζε κανείς, να στρέφει το πρόσωπό του προς αυτή την κατεύθυνση. Αφού συλλογίστηκε τα θαυμαστά και παράξενα έργα τέχνης και τις εικόνες που ήταν στερεωμένες στην κοίλη επιφάνεια αυτής της εκκλησίας, ο παντισάχ, ο ηγεμόνας του κόσμου, καταδέχτηκε να ανέβει στην κυρτή επιφάνεια. Ανέβηκε όπως το πνεύμα του Θεού [ο Ιησούς] ανυψώθηκε στον τέταρτο ουρανό. Από τις στοές των ενδιάμεσων ορόφων, κοίταξε σκεπτικός τα κύματα της θάλασσας στο δάπεδο και πάτησε στην οροφή του τρούλου. Όταν παρατήρησε ότι τα εξαρτήματα και τα βοηθητικά κτίσματα αυτής της επιβλητικής κατασκευής ήταν ερείπια και κατεστραμμένα, συλλογίστηκε ότι αυτός ο κόσμος είναι παροδικός και ασταθής και ότι, τελικά, θα καταρρεύσει. Από τα γλυκά σαν ζάχαρη λόγια που είπε, το παρακάτω δίστιχο έφτασε στα αυτιά αυτού του άθλιου [που είμαι] και χαράχτηκαν στην πλάκα της καρδιάς [μου]:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στους πύργους του Χοσρόη
η κουκουβάγια κυκλογυρίζει το φρούριο του Αφρασιγιάμπ

*

*

Σε αυτή, την πρώτη χρονικά αφήγηση που διαθέτουμε, αμέσως αμέσως διαπιστώνουμε δυο καίριες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αφήγηση του Καντεμίρ, αλλά και των περσικών κειμένων που έφταναν στην Ευρώπη. Εν πρώτοις η τοποθεσία. Ο Τουρσούν Μπεγκ θέλει τον Μωάμεθ να ξεστομίζει αυτά τα λόγια όχι περιφερόμενος στα άδειο κι ερημωμένο αυτοκρατορικό παλάτι, μα από την εξωτερική κορυφή του τρούλου της μεγάλης εκκλησίας, της του Θεού Σοφίας· από εκεί όπου το βλέμμα εποπτεύει απρόσκοπτο όλη την Πόλη και θεάται την καταστροφή που έχει επιφέρει ο χρόνος μα κι η λαφυραγωγία. Κατά δεύτερον στη θέση του αυτοκρατορικού παλατιού (του Καίσαρα) έχει το παλάτι του Χοσρόη (του Πέρση βασιλέα των βασιλέων), μα και χρησιμοποιεί άλλες περσικές λέξεις για τα παλάτια ή τους πύργους. Αδύνατον να διακρίνει κανείς την αλήθεια του πρώτου ισχυρισμού για τον τόπο, σε ό,τι όμως αφορά το δεύτερο φαίνεται πως σε διαφορετικά οθωμανικά χειρόγραφα παραδίδονται και οι δυο γραφές. Αλλά και σε άλλους οθωμανούς ιστορικούς, έστω και λίγο μεταγενέστερους, συναντούμε την γραφή ‘του Καίσαρα’. Όντως και στα περσικά χειρόγραφα ή ποιητικά ανθολόγια, ήδη από τις απαρχές του 16ου αιώνα, που πρωτοεμφανίζονται καταγεγραμμένοι οι στίχοι, παρατηρούνται αυτές οι εναλλαγές, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο τόσο να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς έγραφε το πρωταρχικό δίστιχο αλλά και πότε πρωτοκυκλοφόρησε. Σαν αποτέλεσμα αυτή η αμφισημία εξακολουθεί να συνοδεύει το δίστιχο, αν κι ίσως βρίσκω πιθανότερο η φράση για το παλάτι του Καίσαρα να αντικατέστησε αυτήν του Χοσρόη (μετρικά και λεκτικά ήταν ευχερές κι απλό) λίγο μετά την Άλωση της Πόλης.

Ο Μεχμέτ, εκτός από πορθητής ήταν και ποιητής, με το παρωνύμιο μάλιστα Αβνί και σώζεται η συλλογή των ποιημάτων του, στην οποία όμως δεν περιλαμβάνεται το εν λόγω δίστιχο. Σώζεται μόλις και το τεφτέρι του, όπου δοκιμάζει τη γραφή των ελληνικών γραμμάτων αλλά και έχει σχεδιάσει και μια κουκουβάγια. Θέλω να φαντάζομαι πάντως, πως όποιο κι αν ήταν το αρχικό περιεχόμενο του δίστιχου, ο Μεχμέτ (διεγείροντας και το ποιητικό του ένστικτο κιόλας κι όχι μόνο την απομνημόνευση) 

 

χρησιμοποίησε τη φράση για το παλάτι του Καίσαρα αντί για του Χοσρόη. Πιθανόν για λόγους «επικαιροποίησης», μιας και μπροστά του αντίκριζε το παλάτι του βυζαντινού Καίσαρα. Διεύρυνε επίσης έτσι και μεγιστοποιούσε ―λόγω της μακροβιότητας της των Ρωμαίων αυτοκρατορίας― την αντίθεση της ισχύος μιας σύγχρονης εγκόσμιας κυριαρχίας προς μια παλαιότερη μυθική (Αφρασιάμπ). Εξάλλου, όπως μου θύμισε κι ένας φίλος, αμέσως μετά την κατάκτηση της Πόλης ανέλαβε τον βυζαντινό τίτλο του Καίσαρα.

Όπως είναι φανερό απάντηση στο ερώτημα για τον δημιουργό του δίστιχου που ξεστομίστηκε στην Άλωση της Πόλης από τα χείλη του πορθητή της δεν βρήκα κι ούτε έχω να προσφέρω το ομολογώ, με πλήρη βεβαιότητα. Κι όμως, τι κι αν δεν βρέθηκε ο αρχικός δημιουργός; Ίσως εντέλει συλλογίζομαι σημαντικότερο κι από την ανακάλυψη του πρωταρχικού αυθεντικού δημιουργού (είναι άραγε κι ένας ή ο ανώνυμος λαός;) είναι η ίδια η παρουσία κι η διάχυση αυτού του περίφημου δίστιχου σε ανατολή και δύση, γεγονός που μαρτυρά την επιδραστική του ισχύ. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς και οι Πέρσες από νωρίς στα ποιητικά τους ανθολόγια πότε το προσέγραφαν στον Φερντουσί, πότε στους μεγάλους ποιητές του 12ου αιώνα, τον Χακανί και τον Ανβαρί, και πότε στον Σααδί, διότι αποτελούσε κοινό κτήμα της περσικής αντίληψης και κατανόησης της πορείας του κόσμου και των ανθρωπίνων, και των τροπών της τύχης.

 

Πόσες και πόσες ποιητικές περιγραφές όλων αυτών δεν μας παρέδωσε η περσική ποιητική παράδοση, έχοντας πάντα στο κέντρο της τα ιρανικά εμβληματικά κτίρια-σύμβολα, μυθικά και ιστορικά, του Αφρασιάμπ και του σασανιδικού παλατιού του Χοσρόη στην Κτησιφώντα. Ας μνημονεύσω τον Χαφέζ:

Ο κόσμος τούτος, ερειπωμένος και βουβός,
είναι ο ίδιος σταθμός που αντίκρισε
το ιβάν [αίθουσα ακροάσεων] του Αφρασιάμπ…

Μα δεν χάθηκαν μόνο το ιβάν και το παλάτι του
στους άνεμους του αφανισμού —
κανείς πια δεν θυμάται
ούτε τον τάφο του.

[…]

Αλήθεια, μια σκηνή είναι τούτος ο ρημαγμένος κόσμος,
που είδε τις αίθουσες του Αφρασιάμπ…
Κι όχι μονάχα το παλάτι και οι θόλοι του
σκορπίστηκαν στον άνεμο της φθοράς —
μα ούτε τη μνήμη του τάφου εκείνου
κρατά πια άνθρωπος κανείς
.

Κι ας μεταφέρω και μερικούς στίχους από την πιο διάσημη ελεγειακοδιδακτική κασίντα του Χακανί (12ος αι.) για την πτώση του παλατιού της Κτησιφώντας (Mada’in Qasida), στου οποίου τα ερείπια στέκεται εμπρός και συλλογίζεται:

Άκου, καρδιά που βλέπεις πίσω απ’ του κόσμου τα φαινόμενα — κοίτα καλά·
του Μανταΐν το ανάκτορο καθρέφτη γνώριζε της μοίρας.

Πάρε μια μέρα τον δρόμο του Τίγρη και στάσου στο Μανταΐν·
κι ύστερα, με μια δεύτερη ματιά, χύσε τον ποταμό στα ερείπια επάνω.

Τόσο πικρά θρηνεί ο Τίγρης, που θαρρείς εκατό ποτάμια αίμα κυλούν·
κι από την πυρωμένη αιμάτινη ροή του στάζουν φωτιά τα βλέφαρα.

Τον Τίγρη θα δεις να φέρνει αφρό στα χείλη σαν άνθρωπος που σπαράζει·
λες κι από τον πυρετό της νοσταλγίας άνοιξε θρήνου στόμα.

«Εμείς υπήρξαμε παλάτι δικαιοσύνης — κι όμως μας βρήκε τέτοια συμφορά·
τι μέλλει άρα να πέσει στων τυράννων τα παλάτια;»

 

 

Βέβαια ο πιο ηχηρός ελεγειακός τόνος για την ανατροπή της τύχης και της πτώσης των ισχυρών, μας έρχεται από λίγο παλιότερα (τον 11ο αι.) και δεν είναι άλλος από το μοναχικό γουγουρητό ενός περιστεριού μες στα χαλάσματα του μυθικού παλατιού (μα και κάθε μεγαλοφάνταστου ανθρώπινου κατασκευάσματος). Είναι ένα ρουμπάι του Χαγιάμ, που έστω κι ελαφρώς αλλιωμένο το μετέφρασε στα αγγλικά ο Φιτζέραλντ (στη δεύτερη έκδοση 1868):

The Palace that to Heav’n his pillars threw
And Kings the forehead on his threshold drew
I saw the solitary Ringdove there,
And “Coo, coo, coo,” she cried; and “Coo, coo, coo.”

Το ίδιο αυτό ρουμπάι, διαμεσολαβημένο από τον Φιτζέραλντ πια, ευτύχησε να μεταφερθεί και στη γλώσσα μας, (από τον Παύλο Γνευτό το 1918):

Στο Ανάκτορο, που απ’ τα ψηλά προς τους πιστούς κοιτάζει,
Κι ο βασιλιάς περήφανος ζερβά δεξιά προστάζει,
Βλέπω που τώρα κάθεται μονάχη η δεκοχτούρα
Και «Κου, κου, κου» θρηνολογεί, και «Κου, κου, κου» φωνάζει.

///

[1] Να σημειώσω πως σήμερα πια διαθέτουμε πλήρεις κι εμπεριστατωμένες μελέτες της Άλωσης μα και ογκώδεις συλλογές όλων των μέχρι πρόσφατα απροσπέλαστων πηγών για αυτήν. Στις αρχές δε του μήνα, μόλις χτες, κυκλοφόρησε η βαρυσήμαντη κι ανατρεπτική ―πολλών βεβαιοτήτων και δεδομένων προκαταλήψεών μας, ιδίως για το αναπόφευκτο της πτώσης της Πόλης και τη σημασία της αντίστασής της― μελέτη του Αντώνη Καλδέλλη (1453: The Conquest and Tragedy of Constantinople, Oxford University Press), που κρατώ στα χέρια μου. Συναρπαστικό ―στέρεα θεμελιωμένο― ανάγνωσμα.
πηγή 

*