Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
Πολίτικη Κουζίνα
Μια αγελάδα αποφάσισε να δοκιμάσει την υπομονή ενός σκύλου και το αποτέλεσμα χάρισε άφθονο γέλιο!
Το απρόσμενο περιστατικό έγινε viral, με την αντίδραση του τετράποδου να κλέβει την παράσταση.
ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΡΩΜΗΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΚΑ ΟΠΟΥ ΞΕΠΕΣΑΝΕ ΚΑΙ ΖΟΥΝΕ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΩΝ ΓΑΜΗΜΕΝΩΝ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ ΤΟΥΣ.

Εφημερίδα Δημοκρατία στο πρωτοσέλιδο _Ο Τσιόδρας συνεχίζει και κυκλοφορεί ελεύθερος ενώ έχει διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

Σήμερα ο καθένας κάθεται και κατασκευάζει μία θρησκεία δική του.
Μοναχός Θεόκτιστος ο Κρης
«Σήμερα ο καθένας κάθεται και κατασκευάζει μία θρησκεία δική του. Παίρνει λίγο από τον Χριστιανισμό, λίγο από τη φιλοσοφία, λίγο από τις ανατολικές θρησκείες, προσθέτει και ό,τι του υπαγορεύει ο λογισμός του και ύστερα λέει με βεβαιότητα:
«Εγώ έτσι πιστεύω». Μα, βρε παιδί μου, η πίστη δεν είναι φαγητό, για να βάζει ο καθένας μέσα όποιο υλικό του αρέσει. Ούτε ο Χριστός είναι μία αόριστη ιδέα, την οποία μπορεί ο καθένας να προσαρμόζει στις επιθυμίες και στις αντιλήψεις του. «Για μένα, λέει, ο Χριστός ήταν ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας σοφός δάσκαλος».
Άλλος λέει: «Ήταν ένας από τους πολλούς φωτισμένους της ανθρωπότητας». Αυτά δεν είναι πίστη. Είναι ανθρώπινες κατασκευές, γεννημένες συνήθως από την άγνοια και την υπερηφάνεια. Ο Χριστός δεν είπε ότι είναι μία από τις πολλές αλήθειες. Είπε ότι είναι η Αλήθεια. Δεν άφησε τον καθένα να Τον ερμηνεύει σύμφωνα με τα πάθη, τις ιδεολογίες και τις προσωπικές του προτιμήσεις. Ίδρυσε την Εκκλησία, έστειλε τους Αποστόλους, παρέδωσε το Ευαγγέλιο και τα Μυστήρια. Όποιος λοιπόν απορρίπτει την Εκκλησία, αλλά κρατά έναν Χριστό που έφτιαξε μόνος του, δεν ακολουθεί τον Χριστό. Ακολουθεί τον εαυτό του και ονομάζει πίστη την προσωπική του αυθαιρεσία.
Δεν μπορεί ο άνθρωπος να μην εκκλησιάζεται, να μην εξομολογείται, να μη γνωρίζει ούτε τα στοιχειώδη της πίστεως, να μην έχει ανοίξει ποτέ ολόκληρο το Ευαγγέλιο και ύστερα να αποφαίνεται με αυθεντία για τον Χριστό, την Εκκλησία, τη Θεία Κοινωνία, τον Παράδεισο και την κόλαση. Σε όλα τα άλλα οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται γνώσεις, σπουδές και πείρα. Για να μιλήσει κάποιος για την ιατρική, πρέπει να έχει σπουδάσει. Για να χτίσει ένα σπίτι, πρέπει να γνωρίζει την τέχνη. Μόνο για τον Θεό νομίζουν ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τίποτε. Επειδή άκουσαν μία συζήτηση, παρακολούθησαν μία εκπομπή ή διάβασαν δυο αράδες στο διαδίκτυο, φαντάζονται ότι έγιναν θεολόγοι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ρωτούν για να μάθουν, αλλά μιλούν για να επιβάλουν την άγνοιά τους. Η πραγματική κατήχηση όμως δεν είναι μία ξερή διανοητική ενημέρωση ούτε μία σειρά θρησκευτικών μαθημάτων. Προϋποθέτει συμμετοχή στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, μετάνοια, προσευχή, εξομολόγηση και ταπεινή μαθητεία. Η πίστη δεν μαθαίνεται μόνο με τον νου. Βιώνεται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Αν ο άνθρωπος δεν αγωνιστεί να καθαρίσει την καρδιά του, ακόμη και πολλά βιβλία να διαβάσει, θα τα ερμηνεύσει όλα σύμφωνα με τον λογισμό του. Μπορεί τότε να χρησιμοποιήσει ακόμη και το Ευαγγέλιο, όχι για να διορθώσει τον εαυτό του, αλλά για να δικαιολογήσει τις πλάνες και τα πάθη του.
Έρχεται κατόπιν ο άλλος και λέει: «Πιστεύω στη μετενσάρκωση, αλλά θέλω να κοινωνήσω». Τι να του πεις; Η Εκκλησία ομολογεί ανάσταση νεκρών και αιώνια ζωή, ενώ εκείνος πιστεύει ότι η ψυχή μεταβαίνει διαδοχικά από το ένα σώμα στο άλλο. Απορρίπτει δηλαδή τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως απαιτεί να προσέλθει στο Άγιο Ποτήριο. Άλλος λέει: «Δεν δέχομαι την εξομολόγηση, δεν πιστεύω στους Αγίους, δεν τιμώ την Παναγία, δεν συμφωνώ με τις νηστείες, αλλά θέλω να κοινωνώ, επειδή είμαι καλός άνθρωπος». Μα η Θεία Κοινωνία δεν είναι βραβείο καλής συμπεριφοράς, κοινωνική επιβεβαίωση ή έθιμο που τηρούμε το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Όποιος κοινωνεί, ομολογεί έμπρακτα ότι αποδέχεται την πίστη της Εκκλησίας και ότι αγωνίζεται να ζήσει μέσα σε αυτήν. Δεν μπορεί να αρνείται την πίστη της Εκκλησίας και συγχρόνως να απαιτεί τα Μυστήριά της. Είναι σαν να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει ένα σπίτι, δεν αποδέχεται την οικογένειά του και περιφρονεί την τάξη του, αλλά απαιτεί να έχει θέση στο οικογενειακό τραπέζι. Αυτά τα πράγματα δεν στέκουν. Η Εκκλησία δεν αποδιώχνει κανέναν. Καλεί όμως όλους σε μετάνοια. Άλλο είναι να δέχεται τον άνθρωπο, για να τον θεραπεύσει, και άλλο να ονομάζει την πλάνη του αλήθεια, μόνο και μόνο για να μην τον δυσαρεστήσει.
Με την ίδια επιπολαιότητα μιλούν και για τον διάβολο. «Εγώ, λέει, δεν πιστεύω ότι υπάρχει διάβολος. Ο διάβολος είναι απλώς μία συμβολική εικόνα του κακού». Και το λέει αυτό άνθρωπος που δεν έχει διαβάσει ούτε μία φορά ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Αν το είχε διαβάσει με στοιχειώδη προσοχή, θα γνώριζε τον πειρασμό του Χριστού στην έρημο, όπου ο διάβολος Τον πλησιάζει και Τον πειράζει. Θα γνώριζε τις πολλές περιπτώσεις δαιμονισμένων, τους οποίους θεραπεύει ο Κύριος. Θα έβλεπε ότι οι δαίμονες αναγνωρίζουν τον Χριστό, Του μιλούν, Τον φοβούνται και Τον παρακαλούν. Θα διάβαζε ακόμη την προειδοποίηση του Κυρίου προς τον Απόστολο Πέτρο ότι ο σατανάς ζήτησε να δοκιμάσει τους μαθητές. Όλα αυτά τα παραμερίζουν και ύστερα αποφαίνονται ότι ο διάβολος δεν υπάρχει. Δεν δέχονται δηλαδή ούτε το Ευαγγέλιο ούτε τη μαρτυρία του ίδιου του Χριστού, αλλά επιμένουν να ονομάζονται Χριστιανοί. Κρατούν από τον Χριστό μόνο ό,τι δεν ενοχλεί τον λογισμό τους και απορρίπτουν ό,τι δεν χωρά στις θεωρίες τους. Δεν δέχονται τον Χριστό όπως είναι, αλλά προσπαθούν να Τον διορθώσουν. Όταν όμως ο άνθρωπος φτάσει να πιστεύει ότι γνωρίζει καλύτερα από το Ευαγγέλιο, τότε η υπερηφάνειά του έχει γίνει σκοτεινότερη και από την άγνοιά του. Η άγνοια μπορεί να θεραπευτεί με τη μάθηση. Η υπερήφανη άγνοια, επειδή νομίζει ότι γνωρίζει, αρνείται ακόμη και τη θεραπεία.
Άλλοι πάλι λένε: «Αφού υπάρχει Θεός, τότε ο Θεός δημιούργησε το κακό» ή «Γιατί επέτρεψε ο Θεός να υπάρχει το κακό;». Με μία τέτοια πρόχειρη κουβέντα φορτώνουν στον Θεό όλα τα εγκλήματα, τις αδικίες και τις συμφορές που γεννά η απομάκρυνση του ανθρώπου από Αυτόν. Ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό, επειδή το κακό δεν έχει δική του ουσία και δημιουργική αρχή. Είναι στέρηση του καλού, διαστροφή της ελευθερίας και απομάκρυνση από τον Θεό. Ούτε ο διάβολος δημιουργήθηκε κακός. Άγγελος δημιουργήθηκε και με την υπερηφάνεια και την ελεύθερη επιλογή του απομακρύνθηκε από τον Θεό. Και ο άνθρωπος δεν πλάστηκε ως μηχανή, για να εκτελεί αναγκαστικά το καλό. Ο Θεός τού έδωσε ελευθερία, επειδή χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή αγάπη. Εμείς όμως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύουν τα πάθη μας και, όταν έρθουν οι συνέπειες, κατηγορούμε τον Θεό. Ο άνθρωπος προκαλεί πολέμους, αδικεί, εκμεταλλεύεται, σκοτώνει, διαλύει την οικογένειά του, καταστρέφει τη φύση, παραδίδεται στα πάθη και ύστερα ρωτά με παράπονο: «Γιατί τα επιτρέπει αυτά ο Θεός;». Αν ο Θεός εμπόδιζε με τη βία κάθε κακή πράξη, οι ίδιοι άνθρωποι θα διαμαρτύρονταν ότι τους στέρησε την ελευθερία. Θέλουν και την ελευθερία της παραβάσεως και την απαλλαγή από κάθε συνέπειά της. Αυτό δεν είναι ειλικρινής αναζήτηση της αλήθειας. Είναι προσπάθεια να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και να μεταθέσουν στον Θεό την ευθύνη που οι ίδιοι αρνούνται να αναλάβουν.
Πρέπει λοιπόν να σταματήσει αυτή η πνευματική προχειρότητα και αυθαιρεσία. Δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει το όνομα του Χριστιανού, να απορρίπτει όσα δίδαξε ο Χριστός και να απαιτεί από την Εκκλησία να προσαρμοστεί στις προσωπικές του αντιλήψεις. Η Εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να μεταβάλει την αλήθεια, για να αναπαύσει την πλάνη οποιουδήποτε. Έχει χρέος να αγαπά τον άνθρωπο, αλλά ακριβώς επειδή τον αγαπά, οφείλει να του λέει την αλήθεια. Ο γιατρός που αγαπά τον άρρωστο δεν ονομάζει τον καρκίνο υγεία. Του φανερώνει την ασθένεια και του προσφέρει τη θεραπεία. Έτσι και η Εκκλησία δέχεται τον αμαρτωλό, αλλά δεν ευλογεί την αμαρτία. Συγχωρεί εκείνον που μετανοεί, αλλά δεν δικαιώνει εκείνον που επιμένει να παρουσιάζει την πλάνη ως πίστη. Όποιος θέλει ειλικρινά να γνωρίσει τον Χριστό, ας εγκαταλείψει την αυτάρκεια, ας ανοίξει το Ευαγγέλιο, ας κατηχηθεί, ας εισέλθει στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή και ας πλησιάσει με ταπείνωση την Εκκλησία. Τότε δεν θα μιλά πια για έναν Χριστό κατασκευασμένο από τον λογισμό του. Θα αρχίσει να γνωρίζει τον αληθινό Χριστό, ο Οποίος δεν ήρθε για να επιβεβαιώσει τις θεωρίες μας, αλλά για να μας ελευθερώσει από την πλάνη, την αμαρτία και την τυραννία του ίδιου μας του εγωισμού.»
Μήπως ήρθε η ώρα γιαυτά τα ρεμάλια ;
- Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974.
- Είναι γιος του αείμνηστου επιχειρηματία Παύλου Γιαννακόπουλου.
- Διοικεί τη ΒΙΑΝΕΞ, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες φαρμάκων στην Ελλάδα.
- Δραστηριοποιείται στον χώρο των ΜΜΕ και άλλων επενδύσεων.
- Ηγείται της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού.
- Έχει συνδέσει το όνομά του με τη διοίκηση του συλλόγου και μεγάλες επιτυχίες στην Ευρωλίγκα (EuroLeague) και στην Ελλάδα
Τα πρώτα χρόνια που ήμουν Πνευματικός έλεγα στους ανθρώπους ''ακουμπήστε στον Χριστό''. Τώρα λέω ''γαντζωθείτε στον Χριστό''.
Ηφαίστειο Σαντορίνης: Ο νεκρός έφηβος του τσουνάμι λύνει το μυστήριο της Πομπηίας του Αιγαίου
Ανάμεσά του ο σκελετός ενός εφήβου, ο οποίος βρέθηκε στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο.
Οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν ότι ο νεαρός βρέθηκε θαμμένος μέσα στα στρώματα άμμου, λάσπης και θαλάσσιων υλικών που άφησαν τα κύματα του τσουνάμι. (φωτογραφία). Η θέση του σώματος και τα γεωλογικά στοιχεία δείχνουν ότι δεν πέθανε από άλλη αιτία, αλλά παρασύρθηκε και καταπλακώθηκε από τα τεράστια κύματα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, πρόκειται για την πρώτη άμεση απόδειξη ανθρώπινου θύματος που μπορεί να συνδεθεί με τα τσουνάμι της έκρηξης της Θήρας.

Νεότερα στοιχεία που αναδημοσιεύουν οι Tίmes, αντλημένα από εξελίξεις στην ίδια έρευνα, σημειώνουν ότι η χρονολόγηση των οστών του εφήβου τοποθετεί τον θάνατό του γύρω στο 1500 π.Χ. και όχι γύρω στο 1600 π.Χ., όπως είναι η εν γένει παραδεδογμένη άποψη για την έκρηξη της Θήρας.
Αν επιβεβαιωθεί, αυτή η ημερομηνία μπορεί να αναθεωρήσει τη χρονολόγηση της έκρηξης.
Η αναπηρία
Από την εξέταση των οστών προκύπτει ότι ο έφηβος πιθανότατα αντιμετώπιζε κινητικό πρόβλημα ή κάποια αναπηρία στο ένα του πόδι. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί δεν κατάφερε να απομακρυνθεί εγκαίρως, ενώ άλλοι κάτοικοι ίσως είχαν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή.
Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι το τσουνάμι δεν ήταν ένα μόνο κύμα. Αντίθετα, η περιοχή φαίνεται πως χτυπήθηκε από διαδοχικά κύματα. Μετά το πρώτο κύμα, κάποιοι άνθρωποι επέστρεψαν για να αναζητήσουν επιζώντες ή να περισυλλέξουν αντικείμενα. Στη συνέχεια όμως ακολούθησαν νέα, ακόμη ισχυρότερα κύματα, τα οποία προκάλεσαν περισσότερους θανάτους και μεγαλύτερες καταστροφές. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στη διαδοχή των στρωμάτων καταστροφής που εντόπισαν οι αρχαιολόγοι.

Οι Times κάνουν αναφορά στον οικισμό του Ακρωτηρίου Σαντορίνης (συχνά αποκαλούμενο «Πομπηία του Αιγαίου) επαναλαμβάνοντας μία από τις επιστημονικές εκδοχές: Το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την Πομπηία της Ιταλίας, στο Ακρωτήρι δεν έχουν βρεθεί ανθρώπινοι σκελετοί, οδηγεί «τους περισσότερους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι είχαν αντιληφθεί τα προειδοποιητικά σημάδια της επικείμενης έκρηξης —όπως οι σεισμοί— και εγκατέλειψαν τον οικισμό πριν από την τελική καταστροφή».
Οσον αφορά στη χρονολόγηση της έκρηξης: Η ακριβής ημερομηνία αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής διαφωνίας εδώ και δεκαετίες. Η νέα ανάλυση του σκελετού, μέσω ραδιοχρονολόγησης, φαίνεται να τοποθετεί το γεγονός περίπου στο 1500 π.Χ., δηλαδή αργότερα από ορισμένες προηγούμενες εκτιμήσεις που πρότειναν χρονολόγηση γύρω στο 1600 π.Χ.
Ορθώς επίσης το άρθρο εξετάζει τη σχέση της έκρηξης με την παρακμή του μινωικού πολιτισμού.
Οι περισσότεροι επιστήμονες δεν θεωρούν πλέον ότι η έκρηξη προκάλεσε αυτή καθ’ αυτή την κατάρρευση της μινωικής Κρήτης. Κρίνουν όμως ότι οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες επώδυνες. Η καταστροφή των παράκτιων εγκαταστάσεων, η απώλεια του εμπορικού στόλου και οι ζημιές στα δίκτυα εμπορίου πιθανότατα αποδυνάμωσαν τον μινωικό κόσμο, διευκολύνοντας αργότερα την μυκηναϊκή επικράτηση στην Κρήτη.
Τα νεότερα στοιχεία της έρευνας πρόκειται να παρουσιαστούν σε ντοκιμαντέρ του National Geographic, βασισμένο σε επιστημονική εργασία που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία αξιολόγησης από ειδικούς.
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται πρόσθετες μελέτες πριν τα συμπεράσματα θεωρηθούν οριστικά.
Ναυτεμπορικη
Έχουμε δάση... We are killing our planet & there is no planet B....

Η μεγαλύτερη ζημιά της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν στην εκκλησία. Είναι ότι θέλουν να πηγαίνουν με τους δικούς τους όρους.
Μοναχός Θεόκτιστος ο Κρης
«Η μεγαλύτερη ζημιά της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν στην εκκλησία. Είναι ότι θέλουν να πηγαίνουν με τους δικούς τους όρους. Θέλουν έναν Χριστό που να χωράει στο πρόγραμμά τους, μια Θεία Λειτουργία κομμένη στα μέτρα τους και μια Θεία Κοινωνία χωρίς κόπο, χωρίς αναμονή, χωρίς προετοιμασία. Αυτό όμως δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα, είναι το κοσμικό πνεύμα που μπήκε μέσα στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία δεν προσαρμόζεται στη δική μας ευκολία. Εμείς καλούμαστε να προσαρμόσουμε τη ζωή μας στον ρυθμό της Εκκλησίας.
Και ξέρετε ποιο είναι το πιο λυπηρό; Τηλεφωνούν στις ενορίες και στα μοναστήρια και μας ρωτούν: «Τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;» Τι ερώτηση είναι αυτή, παιδί μου; Ποιος άνθρωπος που αγαπά πραγματικά τον Χριστό μπορεί να κάνει αυτή την ερώτηση; Είναι σαν να λέει: «Πείτε μου πότε να έρθω, για να χάσω όσο το δυνατόν περισσότερη Θεία Λειτουργία και να κρατήσω μόνο αυτό που με εξυπηρετεί». Αν κάποιος αγαπά έναν άνθρωπο, δεν ρωτά πότε θα τελειώσει η συνάντηση, ρωτά πότε αρχίζει, για να μην χάσει ούτε ένα λεπτό. Όταν όμως η καρδιά ψυχρανθεί, τότε αναζητά πάντοτε το ελάχιστο. Πόσο πρέπει να μείνω; Πότε θα τελειώσει; Πόσο διαρκεί; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις αγάπης. Είναι ερωτήσεις μιας καρδιάς που ακόμη δεν γεύθηκε τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού.
Από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» αρχίζει η είσοδος στον Ουρανό. Δεν είναι μια φράση που προηγείται της Λειτουργίας γιατί είναι η ίδια η αρχή της Βασιλείας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι κατά τη Θεία Λειτουργία η γη γίνεται ουρανός και οι άγγελοι συλλειτουργούν μαζί με τους ανθρώπους. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διδάσκει ότι κάθε μέρος της Θείας Λειτουργίας προετοιμάζει την ψυχή για την ένωση με τον Χριστό. Ποιος λοιπόν τολμά να περιφρονήσει αυτή την πορεία και να κρατήσει μόνο το τέλος; Δεν κόβεται η Θεία Λειτουργία σε κομμάτια. Δεν παίρνουμε μόνο εκείνο που μας αρέσει. Όποιος κόβει τη Λειτουργία στα μέτρα του, σιγά-σιγά θα κόψει και το Ευαγγέλιο στα μέτρα του.
Να σας πω κάτι που πονάει. Για μια θεατρική παράσταση φθάνουμε μισή ώρα νωρίτερα. Για έναν κινηματογράφο καθόμαστε υπομονετικά μέχρι να τελειώσουν ακόμη και οι τίτλοι. Για μια πτήση βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο μία ή δύο ώρες πριν. Μη χάσουμε τη θέση μας. Μη χάσουμε την αρχή. Μη χάσουμε τίποτε. Μπροστά όμως στον Χριστό δεν έχουμε την ίδια ευαισθησία. Εκεί αρκούμαστε στο να προλάβουμε την ουρά της Θείας Κοινωνίας. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος. Είναι η αγάπη. Εκεί όπου βρίσκεται η αγάπη, βρίσκεται και ο χρόνος.
Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ότι κάθε πράξη της Θείας Λειτουργίας έχει θεολογικό νόημα και οδηγεί τον άνθρωπο στη μέθεξη των θείων Μυστηρίων. Τίποτε δεν είναι περιττό. Καμία εκφώνηση, καμία δέηση, κανένα «Κύριε, ἐλέησον». Όλα παιδαγωγούν την καρδιά. Όλα καθαρίζουν τον νου. Όλα προετοιμάζουν τον άνθρωπο να σταθεί μπροστά στο Φοβερό Μυστήριο. Όταν λοιπόν περιφρονούμε την αρχή, στην πραγματικότητα περιφρονούμε την παιδαγωγία της Εκκλησίας. Και τότε κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε ακόμη και τα πιο άγια.
Ας το προσέξουμε αυτό. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι δικαίωμα που πρέπει να προλάβουμε. Είναι δώρο που πρέπει να αξιωθούμε. Και δεν αξιώνεται κανείς επειδή βρέθηκε την κατάλληλη ώρα στον ναό, αλλά επειδή άφησε τη Θεία Λειτουργία να εργασθεί μέσα του από την πρώτη ευλογία μέχρι το τελευταίο «Δι’ ευχών». Οι άγιοι δεν αναζητούσαν το ελάχιστο. Δεν ρωτούσαν «πόσο πρέπει;». Ρωτούσαν «πώς θα αγαπήσω περισσότερο τον Χριστό;». Εκεί αρχίζει η αληθινή εκκλησιαστική ζωή. Όλα τα άλλα είναι ευκολίες που παρηγορούν τη συνείδηση, αλλά δεν θεραπεύουν την ψυχή.»
«Απόψε θ’ανοίξουν οι ουρανοί κι ο καθένας μας να φροντίσει να κάμει την προσωπική του ανάβαση»
«Απόψε θ’ανοίξουν οι ουρανοί κι ο καθένας μας να φροντίσει να κάμει την προσωπική του ανάβαση», τους ορμήνευε ο
παπα-Δανήλος καθώς ανηφορίζανε στο ξωκλήσι.
Θα περνούσαν τη νύχτα κάτω από τα αστέρια του Αυγούστου,
αφού πρώτα τελούνταν πανηγυρικός εσπερινός.
Κι όσο να ανέβουν στην κορφή
«Δευτε αναβωμεν»,
έλεγε και ξαναλέγε
ο παπά Δανήλος που μετρούσε και 70 χρόνια
μα και τον Σαρή τον γαϊδαράκο τον είχε μόνο να κουβαλά τις λειτουργιές και τους άρτους του Σωτήρος.
«Και τ’αστέρια που θα πάνε άμα ανοίξουν οι ουρανοί παππούλη;»
τον ρώτησε ο Σωτηράκης που πήγαινε από δίπλα καμαρωτός,
αφού αύριο όλοι θα του εύχονταν για τη γιορτή του.
«Σε όποιον έχει ανοιχτά και καθαρά μυαλά, Σωτηράκη μου.
Νους
που καθαρίστηκε από κάθε λάσπη, γίνεται ουρανός γεμάτος αστέρια», λέει ο
γέροντας και λοξοκοιτά και τον ψάλτη και το νεωκόρο που είχαν ψυχραθεί
κάμποσο καιρό τώρα
και ανταλάσσαν μισές καλημέρες όταν η ανάγκη τους έφερνε στον ίδιο δρόμο.
«Δηλαδή Σωτηράκη μου, άμα βρουν το κεφάλι μας καθαρό,
θα το γεμίσουν τα αστέρια από λαμπρές και φωτεινές σκέψεις»,
είπε ετούτη τη φορά στο παιδί.
Κι
ο Σωτηράκης που το ‘ξερε καλά το μέρος εκείνο, άρχισε να καταστρώνει
σχέδια για το πού θα του βάλει η μάνα του τα στρωσίδια απόψε έτσι που
όλα τα αστέρια να θρονιαστούν στο μυαλό του.
Όταν
όλα ετοιμάστηκαν στο παμπάλαιο ξωκλήσι με τις βυζαντινές αγιογραφίες, ο
παπα Δανήλος, όμοιος με πρεσβύτη της Γραφής και παλαιός σαν τις
τοιχογραφίες,
έλαμψε μέσα στα λευκά του άμφια με το έμπυρο θυμιατήρι στο χέρι να αναδίδει ευωδιά
ενώπιον του Σωτήρος και των αγίων.
Πιο πολύ όμως και από τους αγίους,
ο παπά Δανήλος θυμιάτιζε το νεωκόρο τον Πετρή και τον ψάλτη τον Ηλία που ήταν από καιρό ψυχραμένοι.
Ύμνησε ο ψάλτης Ηλίας τη Μεταμόρφωση κι ο Πετρής τα είχε όλα στην εντέλεια κι όταν ο παπά Δανηλος είπε το
«Δι ευχών»,
είπε και τούτο,
«Αναβαινομεν αδελφοί μου! Αναβαινομεν
ίνα καθαρθώμεν
ίνα φωτισθωμεν
ίνα τελειωθώμεν»
και πάλι λοξοκοίταξε μια τον Πετρή και μια τον Ηλία.
Αδειασε η εκκλησιά κι όσο ο πρώτος συμμάζευε κι όσο ο δεύτερος έβαζε τους σελειδοδεικτες στον όρθρο της μεγάλης εορτής,
τους φώναξε ο παπάς,
πως τους θέλει.
Ο ένας πήγε από την πόρτα του Μιχαήλ και ο άλλος από την πόρτα του Γαβριήλ,
μα ο παπάς βγήκε στη μέση.
Πλησίασαν κι αυτοί στο ίδιο σημείο θέλοντας και μη
με σκυμμένα τα κεφάλια:
«Άμα δε συγχωρεθούν οι καρδιές σας μη και πλησιάσετε αύριο το Άγιο Ποτήριο, τους λέει αυστηρά».
«Μα…πήγε να πει ο Πετρής.…αύριο γιορτάζει το παιδί μου και δε θα μεταλαβω;»
Ο παπάς τον έκοψε:
«Βρε νιώθετε τι γίνεται
απόψε; Εσύ Λιακο για ποιο φως που μεταμορφώνει έψαλλες και θα ψάλλεις αύριο τάχα;
κι εσύ Πετρή μου σε ποιο ευαγγέλιο θα δώσεις του Σωτηράκη να κρατήσει τη λαμπάδα;
«Έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο και τα ενδύματά Του έγιναν λευκά ωσάν το φως».
Ετσι θα πει αύριο ο Ματθαίος.
Γιατί το έκαμε αυτό ο Χριστός λέτε;
Για να γίνει ποιανών το πρότυπο;
Για
εμάς όλους και για εσάς που είστε φίλοι από μικρά παιδάκια και
μοιραστήκατε τόσα και τόσα και όμως καταδεχτήκατε για μια στιγμή να
ψυχραθείτε
για ένα σύνορο αυτής της γης που δεν μας ανήκει.
Και θυμώσατε και φέρεστε ως δούλοι μιας επίγειας μιζέριας.
Και τι θα του ζητήσετε βρε απόψε πού θα ανοίξουν οι ουρανοί;
Πλούτη
και υγεία και δόξα; Τι να τα κάνετε όταν η καρδιά σας ειναι ταραγμένη
και κρύβεστε μη και συναντηθείτε κι αλλάξετε καλημέρες;
Τι θα του πείτε βρε μια ημέρα των ημερών που θα βρεθείτε εμπρός Του;
Εμείς δεν σε είδαμε Σωτήρα μας γιατί είχαμε να ξεμπερδέψουμε τα σύνορα των χωραφιών μας; Ντράπηκε η ντροπή…»
Έσκυψαν τα κεφάλια τους κι οι δυο ντροπιασμένοι…
Αλήθεια, τι θα έλεγαν στον Κριτή εκείνη την ώρα την αναπόφευκτη του Κριτηρίου;
Το είχαν σκεφτεί;
Τα λόγια του πρεσβύτη του συνέτριψαν τις σκληρές καρδιές τους.
Τα
δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα πρόσωπα και σε μια στιγμή μετανοίας
αληθινής κάτω από το άγιο πετραχήλι του παπα-Δανηλου σβήστηκε η αμαρτία.
Μόνο μια στιγμή χρειάστηκε να μεταμορφωθεί η ταραχή σε γαλήνη.
Απ
έξω ακουγοταν ο Σωτηράκης που σημάδευε τα πιο λαμπρά αστέρια για να
γεμίσει με αυτά ο νους του την ώρα που θα ανοίξουν οι ουρανοί.
Βγηκαν οι δυο τους στον περίβολο της μικρής βυζαντινής εκκλησιάς κι ανάσαναν βαθειά σε μιαν ανάσα.
«Ίνα ώσιν εν εσμέν».
Το ξάγναντο ησύχαζε.
Οι γρύλοι ψιθυριζαν μέσα από τις ανασαιμιές των σχίνων κι ένα καράβι πέρα στο Αιγαίο ταξίδευε σε μια απαρασάλευτη ομορφιά.
Ο Σωτηράκης αποκοιμήθηκε χαμογελαστος στην αγκαλιά της μάνας του καθώς σημάδευε τα αστέρια
κι ο παπά Δανηλος γονατιστός ανάμεσα στα σχινα και με τα χέρια υψωμένα σαν άλλος Μωυσής ψιθύριζε κι αυτός:
«Δεύτε αναβώμεν…
Γιατί τι είναι η ζωή μας Κύριε;
Μια ανηφοριά είναι
Ενα ξωκλήσι στο Θαβώρ
Μια θέα άρρητη και άφατη είναι
Να αναβώμεν Κύριε
ίνα φωτισθώμεν
Ίνα τελειωθώμεν!
Καλή Σωτηρούλα, αδελφοί μου!»
ευχήθηκε στην ομήγυρη και έγειρε κάτω από τους ανοιχτούς ουρανούς, ο παλαιός των ημερών,
ο πρεσβυτης,
ο παπα-Δανήλος.
Ἀντίσταση νεήλυδος, στὴν ἀσυμμάζευτη ἐκτροπὴ τῆς ποιμαινούσης (Ἐκκλησίας)

~Βλαδίμηρος Κυριακίδης~«Δεν πιστεύω στον Θεό, είναι δημιούργημα του ανθρώπου»
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026
Θ α β ώ ρ ~

Έλληνες πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.

ΠΕΡI ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ....
Τ'αφεντη Χριστού στο Γιουχτα και στο Λίθινο.

Έφτασε η μέρα του Χριστού
Τ' αφέντη του μεγάλου
Που στις κορφές στολίζονται ναοί και εξωκλήσια
Τρέχουνε άγιοι κι ασκητες κι ειν όλα παραδεισια
Θα τρέξει η Κρήτη ολακερη
Στο Γιουχτα θα ανέβει
Κεριά να βάλει στο Χριστό που όλους αγναντευει
Κι όπου αλλού έχει ναους
Θα απλωθεί θυμιάμα
λιτές θα στείλουν οι πιστοί να τον παρακαλεσουν, άλλος υγειά του για να δει
άλλος να βρει μια λύση
απ'ουλα του τα βάσανά που σκόρπισε του ή ζηση
Κι εγώ.. Θωρώ ευλαβικά σαν ήρθε μια εικόνα
Εκιο τον Άγιο ασκητή ετούτου του αιωνα
που στ' ακρωτήρι Λιθινο
στο όρος το Κεφάλι
εκτυπαγε το σήμαντρο γιορτή είναι μεγαλη
Τρέχω ψηλά στην εκκλησιά που Λάμπει στα λευκά της, να ιδω τον παπαθοδωρου, που' ναι στην αγκαλιά της
Λιβάνι βάνει μυριστο και στο ψαλτηρι ψέλνει
Είναι γλυκό το δειλινό που την ψυχή ανασταινει
Πιάνει στο χέρι το σταυρό, μ' αγάπη ευλογαει
Όλο θαρρείς το, το κακό μακρυά μας το πετάει
Δεν ξέρω αν θα ξαναρθω καντηλια να αναψω
Και στη γλυκειά του τη μορφή μπροστά του για να κλαψω
Μόνο θωρώ το, σεργιανα
στον κόσμο στέλνει μυρα
απ το λιβάνι του Θεού και τ' ουρανού τη γυρα
Χαμογελάει στους πιστούς, π' ανέβηκαν επάνω, τιμή να δώσουν στο Χριστό, να τους μεταμορφωσει
Να γίνουν όλοι φωτεινοί
Την πίκρα τους να διωξει
Ανιστορωντας σήμερο θεέ μου όλη τη δοξα
απάλυνέ μας Κύριε, ψυχή μας πούχει τοσα
Δείξε το φως Σου Κυριε
Έλα κι αγκάλιασε μας
Κι απ το κακό που μας φθονει
Έλα κι απαλλαξε μας
Κ. Λ inokrini
Απ τη συλλογη της κρητης τα γυρισματα
Η άγνωστη ιστορία της Ιεράς Μονής Κορμπόβου που λίγοι γνωρίζουν
Η Ιερά Μονή Κορμπόβου, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, είναι ένα από τα πιο ιστορικά και εντυπωσιακά μοναστήρια της Ελλάδας. Χτισμένη πάνω σε απόκρημνο βράχο, κουβαλά μια ιστορία αιώνων, θαυμαστών γεγονότων και βαθιάς πίστης. Στο ντοκιμαντέρ αυτό ταξιδεύουμε στην ιστορία της Μονής, γνωρίζουμε τις μοναχές που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον Θεό και ακούμε συγκλονιστικές μαρτυρίες για θαύματα, την αναγέννηση του μοναστηριού και την καθημερινότητα μιας σύγχρονης μοναστικής αδελφότητας.
Πώς βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας;
Γιατί οι κάτοικοι έλεγαν ότι έβλεπαν φώτα και άκουγαν ψαλμωδίες όταν το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο; Πώς ξαναγεννήθηκε από τα ερείπια το 1972; Ένα μοναδικό ταξίδι στην Ορθοδοξία, την ελληνική παράδοση και την ιστορία της Ιεράς Μονής Κορμπόβου, μέσα από εικόνες και αφηγήσεις που συγκινούν.
Ένας Ξένος
Π.Β. Πάσχου
Kανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε πράγματι ή σκούφια του. Όποιον να ρώταγες μες στο χωριό, θα σήκωνε πρώτα τους ώμους του, κι ύστερα θα έκανε τη συνηθισμένη γκριμάτσα, σα να λεγε: «ποιος σάματις ξέρει, να ξέρω κ' εγώ;» Κι αν κανείς έπαιρνε το θάρρος να ρωτήσει τον ίδιο, από πού ήρθε και πού άφησε τους δικούς του, εκείνος απαντούσε, σχεδόν στερεότυπα: «Από τη γη έφυγα και στη γη θα επιστρέψω - φτάνει, αφεντικό;» Κ' έκοβε μονομιάς την κουβέντα.
Έφτασ' ένα φθινοπωρινό βράδυ, πού είχε κιόλας αρχίσει να πέφτει πάχνη. Χτύπησε μια πόρτα και ζήτησε ένα πιάτο φαΐ. Ύστερα ρώτησε αν έχουν ανάγκη από έναν εργάτη ή ένα δούλο. Του απάντησαν, πώς δεν είχαν. Το 'βλεπε κι αυτός, πώς είχαν αρκετά παιδιά για να δουλέψουν τα χωράφια τους. Μετά τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να κοιμηθεί στον αχυρώνα ή στό αχούρι. Τόν άφησαν νά κοιμηθεί ανάμεσα φούρνο καί μαγειριό, στό χαγιάτι, πού δέν τό 'πιανε αγέρας, κι όσο νά 'ναι, κρατούσε λίγη ζέστη καί τή νύχτα. Τό πρωί, πρίν ακόμη ξυπνήσουν οι νοικοκυραίοι, ο ξένος σηκώθηκε καί ταχτοποίησε τό γιατάκι του. Συμμάζεψε στην άκρη τίς φτωχοπραμάτειες του κ' έκατσε σταυροπόδι μπρος στό φούρνο. Έτσι τόν βρήκε ό Μπαρμπαθόδωρος, πού βγήκε πρώτος άπ' τό σπίτι, γιά νά ρίξει μιά ματιά στά ζωντανά στό σταύλο.
- Καλημέρα, ξένε μου, πώς καλοκοιμήθηκες; Μπας καί κρύωσες εδώ έξω;
- Καλημέρα, αφεντικό. Μακάρι νά κοιμόμουνα πάντα σε τόσο ζεστό κρεβάτι. Καί τό άχυρο ήταν καλό στρώμα, καί ή κάπα πολύ ζεστή, μά καί ό φούρνος σά νά μέ σκέπαζε μέ μιά παχιά κουβέρτα. Ούτε πού κατάλαβα πότε έφεξε ό Θεός τή μέρα!
Ό Μπαρμπαθόδωρος ήθελε νά τόν ρωτήσει τώρα ό,τι δέν τόν ρώτησε χτες βράδυ, μπρος στους άλλους, μά ντράπηκε. Ό ξένος είχε έναν αέρα, μιά φινέτσα, σχεδόν αριστοκρατική, πού σέ αφόπλιζε. Τόν κάλεσε νά πάνε μαζί στό αχούρι νά ιδούν τί γίνονται τά βόδια καί τ' άλογα. Ό ξένος ακολούθησε μ' ευχαρίστηση. Σέ λίγο βρισκόταν ανάμεσα στά βόδια, πού άναχάραζαν. Απέναντι, στό άλλο παχνί ήταν ένα μουλάρι κ' ένα άλογο κόκκινο, ξεσαμάρωτα. Τά τέσσερα βόδια σιγά-σιγά άρχιζαν νά σηκώνονται, νά χαϊδεύουν με τη μουσούδα καί νά γλύφουν μέ τη γλώσσα τους τά χέρια τού Μπαρμπαθόδωρου. Ό ξένος κοντοστάθηκε.
-Έλα, μην τά φοβάσαι, ξένε μου, δεν κάνουν κακό. Αλήθεια, δε μού λές: όταν βαφτίστηκες τί όνομα σού δώσανε; Σέ ρωτάω -καί νά μέ συμπαθάς- γιατί δέν μπορώ νά σέ λέω συνέχεια ξένο!
Κι άρχισε μέ τό ξυστρί νά ξύνει τά βόδια.
- Ναί, αφεντικό, έχεις δίκιο. Έγώ φταίω, πού δε σού τό είπα χτες τό βράδυ. Μέ λένε Ιορδάνη, κ' έρχομαι από την Ανατολή. Έρχομαι νά βρω μιά δουλειά, ή μιά τύχη, γιατί ώς τώρα δέ γνώρισα τίποτ' άλλο από ατυχίες.
- Πρόσεχε, Ιορδάνη, έτσι τό ξυστρί, πάρ' το λίγο πιό μαλακά, γιατί ό «καλέσης» είναι άγριος αν τόν γρατσουνίσεις. Έτσι, μπράβο! Τί λέγαμε, λοιπόν; Α, νά, πώς έρχεσαι άπ' τήν Ανατολή καί ζητάς δουλειά ή τύχη. Αν καταλαβαίνω καλά, θά ήθελες ή νά πιάσεις δουλειά ή νά πάς σώγαμπρος, έτσι δέν είναι;
-Όχι ακριβώς,αφεντικό. Θέλω νά βρώ δουλειά, μά δέ θέλω καθόλου νά πάω σώγαμπρος.
-Καί σάν τί δουλειά ξέρεις νά κάνεις,γιά νά 'χουμε καλό ρώτημα; έκαμε ό Μπαρμπαθόδωρος.
- Σχεδόν τίποτε πολύ καλά, απάντησε ό ξένος, με μιά φοβερή ειλικρίνεια, πού ξάφνιασε τό Μπάρμπα Θόδωρο. Μπορώ, όμως, νά μάθω γρήγορα κάποια δουλειά, πού δέν θέλει δά καί δύσκολα γράμματα.
-Φτάνει αυτό τό βόδι,τώρα πήγαινε στό άλλο, τόν διέκοψε ό Μπαρμπαθόδωρος. Αυτό είναι πολύ ήμερο, μήν τό φοβάσαι. Σ' αυτό ό γιος μου ό Χρήστος ανεβαίνει καβάλα όταν τό ξύνει καί τό πάει γιά πότισμα έτσι. Απίστευτα ήμερο!
Σέ λίγο τέλειωσαν καί βγήκαν στην αυλή. Ό Μπαρμπαθόδωρος έλυσε καί τ' άλογα καί τά 'βαλαν όλα μπροστά, νά πάνε νά τά ποτίσουν στό ποταμάκι στό μεσοχώρι. Ό ξένος έβλεπε τά σπίτια ένα γύρο, πού άρχιζαν νά ξυπνούν, καί τά τζάκια νά βγάζουν ένα γκριζογάλανο καπνό. Μερικοί άντρες ήταν σκυμένοι στό ποταμάκι κ' έριχναν νερό στό πρόσωπο τους. Μετά, σκουπίζονταν μ' ένα υφαντό μαντήλι, πού είχαν στό ζωνάρι τους κ' υστέρα τραβούσαν γιά τήν εκκλησιά, νά κάνουν τό σταυρό τους. Ό Μπαρμπαθόδωρος τού εξήγησε , πώς κάθε πρωί γίνεται τό ίδιο, εξόν τήν Κυριακή, πού πλένονται στά σπίτια τους οι χωριανοί, ντύνονται τά καλά τους κ' ύστερα πάν στην εκκλησιά.
-Πολύ ωραία συνήθεια, παρατήρησε ό ξένος, ν' αρχίζει κανείς τή μέρα του μέ τή χάρη τού Θεού.
Ό Μπαρμαθόδωρος δέν είπε τίποτε, μά χάιδεψε τό μεγάλο μουστάκι του ικανοποιημένος. Τού άρεσε ή κουβέντα τοϋ ξένου. Γύρισαν καί οδήγησαν μαζί τά ζωντανά στό στάβλο. Τους έριξαν άχυρο. Έσβησαν τό γκαζοκάντηλο, πού είχαν πρίν ανάψει στό μεσιανό δοκάρι , έκλεισαν τήν πόρτα καί βγήκαν πάλι προς τήν πλατεία. Πλύθηκαν καί τράβηξαν γιά τήν εκκλησιά.
Πέρασαν έτσι κάμποσες μέρες κι ό ξένος έμενε πάντα στό Μπαρμπαθόδωρο, κάνοντας μικροθελήματα, έτσι, γιά νά δικαιολογεί τό καθημερινό του.
Τά παιδιά τοϋ Μπαρμπαθόδωρου δέν έλεγαν τίποτε, μά σαν νά μην τους άρεσε καί πολύ αυτός ό ξένος στό σπίτι τους. Είχαν καί νέες γυναίκες, καί αυτοί έλειπαν ολημερίς στη δουλειά. Δέν ήθελαν τούτον τόν ξένο μες στά πόδια τους. Τί θά έλεγε κι ό κόσμος. Ό Γεροθόδωρος τό μυρίστηκε καί τους καθησύχασε, πώς δέν ήτανε από εκείνους ο ξένος. Καί πώς δέν είχανε τίποτε νά φοβηθούν. Δέν ήτανε δά καί σωστό νά τόν διώξουν μέ τέτοιο βροχερόν καιρό, στό έμπα τοϋ χειμώνα. Έκαναν υπομονή τά παιδιά, μά δέν ησύχαζαν πέρα γιά πέρα. Ύστερα, δέν τους άρεσε αυτό τό μυστήριο πού πλανιόταν γύρω άπ' τό πρόσωπο του ξένου: τί ήταν; ποιος ήταν; από που ερχόταν; Ό «Ιορδάνης από την Ανατολή» δέν τους έλεγε καί πολλά πράγματα. Αυτοί θέλανε λεπτομέρειες από τή ζωή του, όλα, μέ τό νί καί μέ τό σίγμα,γιά νά καθησυχάσουν τίς ανησυχίες τους. Ήρθαν μετά κ' οι ερωτήσεις των χωριανών, πού δέν καταλάβαιναν τί νόημα είχε ή παρατεταμένη φιλοξενία του Μπαρμπαθόδωρου ενός πεντάξενου, πού δέν ήξεραν τίποτε γι' αυτόν. Μπας κ' ήταν κατάσκοπος; Εγκληματίας; Κάποιος τέλοσπάντων, πού ήθελε νά κρυφτεί με τήν ανωνυμία του; Κι αν ερχόταν από τό Σταθμό κάποιος χωροφύλακας, νά ρωτήσει γιά δαϋτον, τί θά του άπαντούσανε; Βάλανε, λοιπόν, στά δυό στενά τόν πατέρα τους: ή νά τους έλεγε ποιος ήταν, ή νά τόν έδιωχναν. Δέ χωρούσε πιά, τίποτε άλλο. Οι καιροί ήταν δύσκολοι.
Είδε κι απόειδε ό γέρος καί πήρε, όχι δίχως κάποια συστολή, τή μεγάλη απόφαση νά τοϋ μιλήσει. Καί νά του πει τό καί τί. Πώς, γιά τά παιδιά του, ήταν θέμα οικογενειακής τιμής. Έπρεπε, ή νά μιλήσει περισσότερο γιά τόν εαυτό του, ή νά φύγει γι' άλλου. Ό ξένος σήκωσε τά χέρια του μέ απορία, μά δίχως κακία, καί είπε, πώς τό προτιμότερο θά ήταν νά φύγει. Δέν ήθελε νά βάλει σέ μπελάδες τό σπιτικό τους. Παρακάλεσε μονάχα νά περάσει ή Κυριακή καί Δευτέρα πρωί νά 'φευγε. Έτσι κι έγινε. Έμεινε καί τήν Κυριακή. Πήγαν στην εκκλησία κι ό ξένος -γιά πρώτη φορά του, σέ τούτο τό χωριό- πήγε στό δεξιό αναλόγιο κ' έψαλε. Μά,τί 'ταν εκείνο τό ψάλσιμο, Θέ μου! Νόμιζες πώς κατέβαιναν άγγελοι κ' έψελναν μαζί του, τόσο έμορφα ήταν. Μετά τό τέλος της λειτουργίας, όλοι τόν πλησίαζαν καί τόν καλωσόριζαν - λες καί τόν έβλεπαν γιά πρώτη φορά! Άλλοι τόν χαιρετούσαν σά νά 'τανε χωριανός τους κ' είχαν χρόνια νά τόν δουν. Στό τέλος οι Επίτροποι, σά μέτρησαν τίς δεκάρες καί τίς δραχμές στό παγκάρι, βγήκαν στό νάρθηκα καί τόν ευχαρίστησαν, πού στόλισε μέ τή γλυκιά φωνή του τήν εκκλησία τους. Ύστερα, όταν «κατέλυσε» καί ξεντύθηκε τά χρυσά του άμφια, βγήκε κι ό παπα-Μόδεστος καί τόν ασπάστηκε:
Εύγε, τέκνον μου! Ό Θεός νά σέ φυλάγει καί νά σ' ευλογεί! Χρόνια είχα νά κάνω λειτουργία μέ τέτοιο ψάλτη!
Πήρε νά τόν ρωτάει που έμαθε μουσική, που έψελνε νωρίτερα, καί άλλα πολλά. Μά, ό Ιορδάνης όλο απόφευγε νά απαντήσει. Ξέφευγε μέ γενικότητες: πώς είχε μάθει νά ψέλνει στην Πόλη καί πώς είχε πολλά χρόνια νά ψάλει. Τόν κάλεσε, τέλος, ό παπάς νά φάει μαζί του τό μεσημέρι. Ό ξένος, δέχτηκε συγκινημένος. Εκεί, ανάμεσα στ' άλλα, είπε στον παπά πώς, αύριο Δευτέρα, θά έφευγε. Έτσι του είχαν πει από τό σπίτι του Μπαρμπαθόδωρου. Ό παπάς δεν είπε τίποτε, μά έδειξε ταραγμένος. Δεν του άρεσε νά διώξουν έτσι έναν ξένο. Καί πού μπορούσε, μάλιστα, νά τους φανεί καί τόσο χρήσιμος γιά τήν εκκλησία τους, γιά τό χωριό τους.
Σάν απόφαγαν, είπε στην πρεσβυτέρα νά τους κάνει έναν καφέ καί νά τους αφήσει μόνους. Ήθελε νά μιλήσει μέ τόν κ. Ιορδάνη. Ό παπάς ήθελε, σώνει καί καλά, νά τόν κρατήσει στό χωριό. Θά του βρίσκανε μιά δουλειά νά κάνει. Καί τίς Κυριακές καί τίς γιορτάδες θά έψελνε καί θά στόλιζε τήν εκκλησιά τους. Τά είπε καί στον Πρόεδρο. Μάζεψε καί τους προεστούς. Ήτανε μεγάλο κελεπούρι ό ξένος γιά τό χωριό τους. Τί τους ένοιαζε στό κάτω-κάτω ποιος ήταν καί πούθε κρατούσ' ή σκούφια του; Μήπως θά τόν κάνανε παπά ή πρόεδρο τους. Ας του δίνανε τά βακούφικα χτήματα νά τά καλλιεργεί, καί νά δίνει στην εκκλησιά τά μισά. Κι άν δέν ήθελε, ας έπαιρνε τά γελάδια του χωριού νά τά βοσκά όλες τίς μέρες, εξόν τήν Κυριακή μονάχα, πού θά έψελνε.
Ό ξένος δέν ήξερε από χωράφια. Κ' ύστερα φοβότανε τό βακούφικο. Δέν ήθελε νά πιάνει χρήματα ή πράγματα της εκκλησίας στά χέρια του. Προτίμησε τά γελάδια, πού δέν ήθελαν καί μεγάλη τέχνη γιά νά τά βγάλεις στό βουνό, γιά βοσκή, νά τά πάς στό ποτάμι γιά νά πιούν νερό καί τό βράδυ όταν σουρουπώνει, νά τά βάζεις στό γελαδομάντρι ώς τό πρωί, πού όταν θά έφεγγε, θά ξανάρχιζε άπ' τήν αρχή πάλι ή μέρα, μέ τή βοσκή,τό πότισμα, τήν επιστροφή στό γελαδομάντρι. Ό παπάς καί τό Συμβούλιο βρήκανε κάποιον νά τόν «συναλλάζει» τίς Κυριακές, γιά νά μπορεί νά κατεβαίνει ό ξένος στό χωριό, νά ψέλνει. Καί όλα πήγαιναν πολύ καλά. Καί περνούσαν οι μέρες, οί βδομάδες, οι μήνες...
Ώσπου, μιά μέρα χάθηκε ό γελαδάρης, δίχως νά πει τίποτε, σέ κανέναν. Μονάχα, σ' ένα βοσκό φίλο του, είπε νά συνοδέψει τά γελάδια ώς τό μαντρί καί νά ειδοποιήσει τόν Πρόεδρο, πώς ό Ιορδάνης φεύγει. Δίχως κάν νά ζητήσει τό μισθό του. Παρακαλούσε νά τόν συγχωρήσουν, πού δέν θά έψελνε στό πανηγύρι, όπου θά λειτουργούσε κι ό δεσπότης. Έφυγε καί δέν ξαναφάνηκε ποτέ.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, δίχως νά μπορέσει κανείς νά λύσει τό μυστήριο του γελαδάρη. Μέ τόν καιρό ξεχάστηκε σχεδόν. Κανείς πιά δέ μιλούσε γι' αυτόν. Μονάχα ό παπάς, όταν λειτουργούσε καί άκουγε τίς άγριοφωνάρες του άμουσου ψάλτη, θυμότανε τόν Ιορδάνη μέ τήν αγγελική φωνή καί σιγομουρμούριζε: «άχ, Θέ μου, νά μου 'φερνες ξανά έναν ψάλτη σάν τόν Ιορδάνη εκείνον!».
Καί ό Θεός τόν άκουσε. Καί τόν έστειλε τόν Ιορδάνη. Μά σ' ένα γράμμα, πού καθώς τό διάβαζε τά γένια του βρεχόντανε από καφτά δάκρυα. Φώναξε καί τήν παπαδιά του καί της τό διάβασε, κ' έβαλε κ' εκείνη τά κλάματα. Καί χτύπησε τήν καμπάνα, μαζεύτηκε ό κόσμος, τους διάβασε τό γράμμα καί σταυροκοπήθηκαν κ' εκείνοι, κ' έπιασαν νά κλαίνε : «Μέγας είσαι, Κύριε!», ψιθύρισε ό παπάς. «Ποτέ δέ φανταζόμουνα τέτοια θαύματα καί τέτοια ταπείνωση σέ Δεσπότη - άς μέ συγχωρέσουν οί δεσποτάδες, προσκυνώ τήν άγιωσύνη τους!...»
Τά παιδιά του Μπαρμπαθόδωρου ήθελαν νά ζητήσουν συγγνώμη, μά δέν ξέρανε ούτε διεύθυνση, ούτε όνομα. Ό παπάς ήθελε νά πάει νά του φιλήσει τό χέρι, μά κι αυτός δέν μπορούσε, αφού δέν ήξερε τίποτε περισσότερο άπ' ό,τι έγραφε τό γράμμα. Πώς ήταν δηλαδή επίσκοπος καί πώς γιά κάποιαν αμαρτία του έλαβε κανόνα από τό γέροντα του, έναν αυστηρό Ιερομόναχο, νά γίνει δούλος ή βοσκός σέ άλογα ζώα, ώσπου νά ξαναγίνει άξιος νά γίνει ποιμένας λογικών προβάτων. Ώσπου δηλαδή νά λάβει τήν πληροφορία ενδοθεν, νά μείνει άγνωστος καί περιφρονημένος. Κι' όταν έρθει τό πλήρωμα τού χρόνου, θά γυρνούσε ξανά στή μητρόπολη του. Όπως κ' έγινε. Μά τους παρακαλούσε νά τόν συγχωρήσουν καί νά μήν επιχειρήσουν, μέ κανέναν τρόπο, νά μάθουν ποιος ήταν καί νά τόν βρουν. Κι αυτός τους έστελνε τήν ευχή του. Καί θά τους θυμότανε πάντα στίς αρχιερατικές προσευχές του. Καί νά χαιρετίσουν θερμά τό φίλο του τό βοσκό, πού φύλαγε τά γίδια κι άνταμώνανε τότε καμιά φορά στό βουνό, καί κείνος τόν φίλευε γιδίσιο ξυνόγαλο, πολύ νόστιμο.
-Τώρα καταλαβαίνω, έλεγε ό τσοπάνος, γιατί δέν έτρωγε ποτέ γάλα άπό τό δερμάτι μου, όταν τού τό άνοιγα Τετάρτη καί Παρασκευή. Τώρα εξηγώ γιατί έσταζε μέλι άπό τό στόμα του όταν μιλούσε, κ' ημέρευαν καί τ' άγρια κράκουρα μπροστά στό βλέμμα του. Κ' έκανε τό σταυρό του, προσπαθώντας νά κρύψει ένα δάκρυ του.



