Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Κυρ-Φώτης Κόντογλου:«Η Αγία Παρασκευή - Σε τούτο το μέρος γεννήθηκα», μελάνι σε χαρτί, εικονογράφηση βιβλίου «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου»

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 

Παρασκευής Οσιομάρτυρος σήμερα. Μεγάλη γιορτή για τον κύρ Φώτη Κόντογλου, που μάτωνε την ψυχή του, αναπολώντας τον Παράδεισό του, το οικογενειακό υποστατικό της Αγίας Παρασκευής στο Αϊβαλί!
«Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήτανε ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου· είχανε ζήσει και πεθάνει πάνω κει πάππου προς πάππου, καλόγεροι οι πιο πολλοί …»
«Τι να σημειώσω στο χαρτί; Χωρίς να κατρακυλήσει κι ένα ζεματιστό δάκρυ να λιώσει τα ψηφιά; Τ’ όνομά σου; Ή κατά που έπεφτε η αγριεμένη μεριά, που βρισκόσουν μια φορά, απάνου στην απέραντη επιφάνεια της γης; Σα βάζω με το νου τις χρυσές μέρες σου, που χαθήκανε, πιάνεται η κάρδιά μου. Ήτανε όνειρο μαθές; Ήτανε πλάνεμα μαγικό; Τι είναι λοιπόν αυτός ο κόσμος; Ρωτώ ύστερ’ από τόσους και τόσους που το ρωτήσανε. Αγαπημένη γωνιά, Αγαπημένο βουνό …»
Έτσι θρηνεί ο Κόντογλου στο βιβλίο του «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου» για το μέρος που γεννήθηκε και που το έχασε για πάντα διωγμένος και κυνηγημένος. Και πως να μη θρηνεί και να μη μοιρολογείται; «Μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο».
Κι έτσι περιγράφει στο ίδιο βιβλίο αυτόν τον χαμένον Παράδεισο …
«Στο χαμοβούνι απάνω στέκεται ένας βράχος θεόρατος,
θεόχτιστος, που άλλος τέτοιος λένε πως δε βρίσκεται σ’ όλη την Ανατολή. Εξόν ότι είναι θεόρατος, είναι και πολύ παράξενος, γιατί έχει στη μέση μια τρύπα σαν καμάρα κι από τη μια μεριά απομένει μονάχα ένα ποδάρι, είδος κολόνα, και απάνου σ΄ εκείνη την κολόνα ζυγιάζεται ούλο το βάρος, που κρέμεται στον αγέρα. Ο κάθε άνθρωπος στέκεται και θαυμάζει κι απορεί πως δεν πέφτει εκείνη η σκουριασμένη σιδερόπετρα, εκατομμύρια καντάρια βάρος και στέκεται κρεμάμενη απάν’ από το κεφάλι του, σκισμένη σε σφήνες από την πολυκαιρία κι από τος σεισμούς, που λες πως την ίδια ώρα θα γκρεμνιστεί, όχι χρόνια και ζαμάνια που στέκεται όπως τη βλέπεις.
Στην κολόνα απάνου είναι κολλημένη η εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής, ένα μικρό κλησάκι, Στη ρίζα του βράχου, κατά
το μέρος της Νοτιάς, είναι χτισμένο κάστρο σωστό, με πλήθος καμάρες και κελάρια, επειδή η Αγία Παρασκευή ήτανε υποστατικό κι είχε σύνορα από το Ταλιάνι ίσαμε του Δαιμόνου την Τράπεζα και το λέγανε μοναστήρι, γιατί ήτανε η συνήθεια ένας από το σόγι εκεινών που τ’ ορίζανε να καλογερεύει. Οι Τούρκοι το λέγανε Τασλί Μοναστίρ, δηλαδή Πετρομονάστηρο.
Στον καλόν καιρό στάθηκε φημισμένο για την ευτυχία του, επειδής δεν έλειπε τίποτα σ’ αυτό το τσιφλίκι, ό,τι βγάζει η στεριά κι η θάλασσα εκεί το ΄βρισκε ο άνθρωπος. Μέσα στην περιφέρειά του είχε αμπέλια, χωράφια, μπαξέδες, και κάθε ήμερο δέντρο και κοντά σε τούτα είχε ευλογία σ’ ό,τι βγάζει η θάλασσα, ψάρια και θαλασσινά, ξακουσμένα στην Ανατολή : κυδώνια, μύδια, καλόγνωμες, πίνες, παβούρια, σουλήνες, χταπόδια, χιβάδες, πετροσουλήνες, φούσκες, χτένια, ό,τι τραβά η καρδιά σου. Βάλε ακόμα βόδια, αλόγατα, που γυρίζανε σαλμά, πρόβατα, γίδια κι άγρια πολλά, λαγούς πλήθος, πέρδικες, αγριοπερίστερα, αγριόχηνες, αγριόπαπιες, καραμπλάκες, πελεκάνους, τους λεγόμενους σακάδες, αϊτούς, αγιούπες, γεράκια, καθώς κι άλλα μεγάλα αγρίμια, αλεπούδες, αγριογούρουνα, κουνάβια, μπρουσούκηδες, ως και ούγαινες, τα λεγόμενα
αντίσια, γιατί περνούσανε κυνηγημένα από τη μεγάλη στεριά. Ακόμα κι αλυκή είχε και πλήθος μαντριά, μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο»


 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Κυδωνίαι.- Κυδωνίαι.-Εξοχική Εξοχική τοποθεσία Αγία Παγαισκευή Aivaly -Le Pay Paysage sage Ste Paraskevi." 

«Κυδωνίαι – Εξοχική τοποθεσία Αγία Παρασκευή»

Μπορεί να είναι απεικόνιση κείμενο 

«Αγία Παρασκευή», αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 1912, με υπογραφή Φώτης Αποστολέλης.

Ήλιος ο πρώτος

 Μπορεί να είναι εικόνα μαντίλα

Σήμαιναν οι καμπάνες
της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
Και κομμάτια κομμάτια
τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
Τα ‘παιρνε το μπουγάζι.
Τρεις ώρες πιο ψηλά
Μ’ ανοιχτό πανί τα καΐκια
ρυμουλκούσαν τις στέγες
.
.
| Οδυσσέας Ελύτης |Ήλιος ο πρώτος - XIV (Ελυτονήσος)| Ποιητική συλλογή:"Τα ετεροθαλή"|

Το ψωμί και το νερό του προφήτη ~

 Μπορεί να είναι εικόνα ψωμί σικάλεως και κείμενο που λέει "καψάκης έγκρυφίας όλυρίτης"

Στην εμβληματική ιστορία του προφήτη Ηλία, όπως την αφηγείται το Γ΄ Βασιλειών, μετά τη νικηφόρα αλλά εξουθενωτική αναμέτρηση με τους προφήτες του Βάαλ, ο Ηλίας καταρρέει. Φοβισμένος από την Ιεζάβελ, εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά, πέφτει κάτω από ένα σπάρτο στην έρημο και ζητά να πεθάνει. Εκεί, στο χαμηλότερο σημείο της πίστης του, τον ξυπνά μια ουράνια φωνή με δύο λέξεις:
📜 ❝ ἀνάστηθι καὶ φάγε❞
Τότε
❝ ἐπέβλεψεν Ἠλιού, καὶ ἰδοὺ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ
ἐ γ κ ρ υ φ ί α ς ὀλυρίτης καὶ κ α ψ ά κ η ς ὕδατος·
καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε· καὶ ἐπιστρέψας ἐκοιμήθη. ❞
▶ Ο "ἐγκρυφίας (ἄρτος)" στην αρχαιότητα ήταν το ψωμί που ψήνεται μέσα στη στάχτη (επειδή κατά κάποιον τρόπο "εγκρύπτεται" μέσα σ' αυτήν).
▶ "Ὀλυρίτης" λέγεται αν είναι παρασκευασμένος από "ὄλυρα", το σιτηρό τής αρχαιότητας που ονομαζόταν "ζειά" -από όπου και το νεοελλ. "ζέα" (πβ. αλεύρι ζέας). Βέβαια, η λέξη είναι επιλογή των Ο΄ (Εβδομήκοντα) στη μετάφραση, πιθανώς για να αποδώσουν κάποιον τύπο άρτου πενιχρού, κατάλληλου για την έρημο.
▶ "Καψάκης" (κ. "καμψάκης") είναι το πήλινο αγγείο, παράλληλος τ. της λ. "κάψα" (λατ. capsa «θήκη, θύλακος»), η οποία σήμερα επιβιώνει, προφανώς με αφορμή το σχήμα της, στη Βοτανική (το περικάρπιο), αλλά και στη Φαρμακευτική (κάψουλα).
Τρεις λέξεις για τρία ταπεινά πράγματα — ψωμί σε στάχτη, στάρι φτωχικό, δοχείο πήλινο. Κι όμως μ᾽ αυτά σηκώνεται ο εξουθενωμένος προφήτης και περπατά ως το όρος Χωρήβ. Καμιά φορά η αναγέννηση δεν χρειάζεται λόγο μεγάλο — αρκεί μια φωνή που λέει: "σήκω και φάε"...

π.Αρσένιος Βλιαγκόφτης- Τίτλοι τέλους για την ψηφιακή ταυτότητα στην Μ. Βρετανία

Η οσία μοναχή Άννα Γιοβάνογλου, η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας (1903-1998).

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
▪▪▪
Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το έτος 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς, τον Ιωάννη και τη Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.
Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».
Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.
Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.
Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε όσα άκουγε.
Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.
Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.
Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.
Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.
Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».
Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.
Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».
Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.
Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.
Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».
«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».
Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!
Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.
%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».
«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.
»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.
»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».
Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.
»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.
»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.
»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.
Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».
«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».
«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».
«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».
«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».
«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».
«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».
«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».
Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.
Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.
Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».
Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.
Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Οι άγιοι και τα ζώα

 Μπορεί να είναι εικόνα περιστέρι 

Γράφει  ο  π.ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ*

Η σχέση των ανθρώπων προς τα ζώα θα πρέπει ίσως να παρουσιασθεί κάτω από το πρίσμα της δημιουργίας του κόσμου. Διαβάζουμε σχετικά στη Γένεση: ´και εποίησεν ο Θεός τα θηρία της γης κατά γένος, και τα κτήνη κατά γένος αυτών και πάντα τα ερπετά της γης κατά γένος αυτών, και είδεν ο Θεός ότι καλόν´ (Γεν. 1,25).
Μετά τη δημιουργία του ανθρώπου, του δίδεται η εξουσία πάνω στα ζώα: «και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων και πάσης της γης και πάντων των ερπετών επί της γης» Γεν. 1,28. Η εξουσία αυτή των ζώων επιτείνεται με την επακόλουθη ονοματοθεσία, όταν ο Θεός φέρνει όλα τα ζώα μπροστά του για να τους δώσει το όνομά τους: «ιδείν τι καλέσει αυτά» Γεν. 2,19. Eτσι ο άνθρωπος εξουσιάζει τα ζώα, όπως και όλη την κτίση, ως δημιούργημα «κατ? εικόνα Θεού». Τα ζώα έβλεπαν τον άνθρωπο ως κορωνίδα όλης της δημιουργίας γι´ αυτό όχι μόνο υποτάσσονται σ´ αυτόν, αλλά ζούσαν και αρμονικά μεταξύ τους.
Η πτώση των πρωτοπλάστων δεν είχε μόνο μια ριζική αλλαγή στη σχέση ανθρώπου
– Θεού, αλλά και ανθρώπου και δημιουργίας. Eχοντας αμαυρώσει το κατ? εικόνα, και στερημένος τη θεία χάρη, ο άνθρωπος τώρα αντιμετωπίζεται εχθρικά από τα άλογα ζώα: «τα θηρία και πάντα τα ζώα της γης γυμνωθέντα τούτον της πρώτης θεασάμενα δόξης καταφρονήσαντα αυτού, ετραχύνθησαν άπαντα ευθύς κατ´ αυτού» (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγοι Ηθικοί, 1,2, Sources Chretienes 122, σελ. 190).
Αποτέλεσμα, άλλα να τα φοβάται και άλλα ζώα να τον φοβούνται.
Σε αρκετές περιπτώσεις της Π.Δ. βλέπουμε και πάλι την προπτωτική σχέση ανθρώπου
– ζώων, στον Προφήτη Ηλία δίνεται ρητά η υπόσχεση ότι θα του παρέχεται μέριμνα για την τροφή του, «εντελούμαι τοις κόραξιν τρέφειν σε εκεί» βασ. Γ´, 17, 4. Βλέπουμε τον κόρακα, ένα κατ? εξοχήν μισότεκνο πουλί
-που δεν μεριμνάει ούτε για τα ίδια του τα νεογνά- να μεταφέρει κρέας και ψωμί στον προφήτη.
Ο Ιωνάς παραμένει στην κοιλιά του κήτους επί τρεις ημέρες (σημείον Ιωνά) προτυπώνοντας την τριήμερον ταφή και ανάστασιν του Κυρίου. Αργότερα, στη Βαβυλώνεια αιχμαλωσία ο Δανιήλ μένει αβλαβής μέσα στο λάκκο των λεόντων: «οι δε ενέβαλον αυτόν εις τον λάκκον των λεόντων και ήν εκεί ημέρας έξ» Δανιήλ, 12, 31.
Στην Καινή Διαθήκη ο Κύριος μας ερχόμενος στον κόσμο δέχεται τη στοργή των αλόγων ζώων: «και εσπαργάνωσεν αυτόν, και ανέκλινεν αυτόν εν φάτνη» Λουκ. 2,7.
Αργότερα, όταν ο Χριστός ετοιμάζεται για να κηρύξει στον κόσμο με την επί σαράντα ημέρες νηστεία, βλέπουμε να ζει ανάμεσα στα θηρία της ερήμου: «και ήν εκεί εν τη ερήμω ημέρας τεσσαράκοντα… και ήν μετά των θηρίων, και οι άγγελοι διηκόνουν αυτόν» Μάρκ. 16, 18. Στο θαύμα της θεραπείας του δαιμονιζομένου ο Χριστός προστάζει τα δαιμόνια και πηγαίνουν στους χοίρους, που πέφτουν στη λίμνη, σε ζώα ακάθαρτα, Αυτό είναι μία ένδειξη ότι τα ζώα προσβάλλονται από τους δαίμονες.
Στους βίους των αγίων βλέπουμε ότι είναι άπειρες οι περιπτώσεις των μαρτύρων που ρίχνονται ως βορά των αγρίων θηρίων και όχι μόνο δεν βλάπτονται από αυτά, αλλά και με την στάση τους δείχνουν (σκύψιμο της κεφαλής, γλύψιμο πληγών) να υποτάσσονται στους μάρτυρες δείχνοντας μ? αυτό ότι ο Θεός «και θήρας αυτοίς υπείκειν παρασκευάζει, διατηρούσι το κατ? εικόνα και καθ? ομοίωσιν άσπιλον» Μηναίον Μαρτίου, εκδ. ?Φωτός´ 1982, σελ. 28β – 29α. Από τα θαύματα αυτά αξίζει να σταχυολογήσουμε μερικές ενδεικτικές περιπτώσεις από τα συναξάρια των αγίων.
Οι άγιοι Τρόφιμος και Δορυμέδων δίδονται ως τροφή σε άγρια αρκούδα και, επειδή μένουν αβλαβείς, σε λεοπάρδαλη και μετά σε λιοντάρι.
Επειδή και το λιοντάρι δεν τους πείραξε, παρακινημένο από τον θηριοδαμαστή να τους επιτεθεί, όρμησε κατ´ εκείνου και τον κατεσπάραξε ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, εκδ. Κυψέλη, 19 Σεπτ.
Ο άγιος Αλέξανδρος επίσκοπος Ιεροσολύμων καταδικάστηκε να σπαραχθεί από τα θηρία, μετά όμως από την προσευχή του άλλα τον προσκυνούσαν σκύβοντας την κεφαλή τους και άλλα του έγλυφαν τις πληγές.
Επίσης τα συναξάρια μας διηγούνται πολλές περιπτώσεις όπου τα ζώα υπηρετούν τους αγίους ποικιλοτρόπως.
Ο άγιος Κόπριος σαν νήπιο τρεφόταν από μια κατσίκα η οποία ?βόσκουσα με άλλες, όταν ερχόταν καιρός να βυζάνει το παιδίον κατέβαινεν από το βουνό και αφού εβύζαινεν το παιδίον εγύριζε εις την συνήθη βοσκήν´. Ο ίδιος άγιος ανεβαίνοντας στο βουνό με όνο φορτωμένο που τον επλήγωσε μία αρκούδα «έπιασεν την άρκτον και της εφόρτωσε τα ξύλα ειπών θα κάνεις την υπηρεσίαν του όνου όν επλήγωσες έως ου υγιαίνει εκείνος´…» Ό.π., 24 Σεπτ..
Στην περίπτωση του Αγίου Μακαρίου του Ρωμαίου τα λιοντάρια έγιναν αιτία να συναισθανθή την αμαρτωλότητά του: έρχονταν καθημερινά στο κελί του δύο λιοντάρια και τον κρατούσαν συντροφιά. Μια βραδιά πειράχθηκε από σαρκικό λογισμό και το θεώρησε μεγάλη αμαρτία, γιατί τα λιοντάρια δεν έρχονταν κοντά του για δέκα μέρες Ό.π., 23 Σεπτ..
Πολύ γνωστή μας είναι η περίπτωση του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτου, όπου ένα λιοντάρι τον υπηρετούσε και όταν πληροφορήθηκε από τον υπηρετούντα μοναχό την τελευτή του Αγίου και όταν το οδήγησαν εκεί «μεγάλα βρυχήσας εξέπνευσε».
Ενα άλλο λιοντάρι βοήθησε τον γέροντα Ζωσιμά να θάψει το λείψανο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας: «Ευθύς δε άμα τω ρήματι τοις προσθίοις ποσίν όρυγμα ο λέων, όσον ήρκει, εποίησε το σώμα θαπτόμενον».
Επειδή οι βίοι των παλαιών αγίων φαίνονται κάπως απομακρυσμένοι από το σύγχρονο κόσμο θα ήταν, ίσως, παράλειψη να μην αναφέρουμε πιο κοντινούς μας αγίους και Γέροντες των ημερών μας.
α. Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: στο βίο του αγίου αναφέρεται ότι τον υπηρετούσε μία αρκούδα η οποία είχε ως «διακόνημα» να «σερβίρει» τους επισκέπτες του Αγίου: καμιά φορά έστελνε την αρκούδα για «θέλημα».
«Αντί να φοβίζεις τους ανθρώπους, Μίσα, πήγαινε καλλίτερα και να μου φέρεις τίποτε καλό… Η αρκούδα γύριζε πίσω κρατώντας στα μπροστινά της πόδια μια κηρήθρα μέλι» Ε. ΓΚΟΡΑΪΝΩΦ, Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ, εκδ. Τήνος, σελ.66..
β. Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης ποτέ δεν ανέβηκε στα ζώα γιατί δεν ήθελε να τα κουράζει.
γ. Στο βίο του γέροντος Παϊσίου βλέπουμε ότι τον πλησίαζαν και έπαιρναν τροφή τα άγρια πουλιά. Οταν κάποιος διανοούμενος του δήλωσε ότι πιστεύει σε μια δύναμη, αλλά όχι στο Χριστό, η απάντηση ήταν: «Εσύ είσαι πιο κουτός και από τη σαύρα». Για μεγάλη έκπληξη του ερωτήσαντος, ο γέροντας ρώτησε μια σαύρα αν υπάρχει ο Χριστός και η σαύρα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση με το γέροντα Παΐσιο, που μας θυμίζει τον Προφήτη Ηλία, είναι η εξής: «Την Κυριακή του τυφλού ήταν άρρωστος, εξαντλημένος και νηστικός, βγαίνει στην αυλή λίγο στενοχωρημένος γιατί δεν είχε τι να φάει. Κοιτάζει προς τη θάλασσα και είδε να υψώνεται στον ουρανό ένα μεγάλο πουλί, σα γεράκι η αετός, που κρατούσε στα νύχια του ένα μεγάλο ψάρι. Καθώς έφτασε πάνω στο κελί, άφησε το ψάρι κι εκείνο έπεσε μπροστά στα πόδια του, ο γέροντας προσευχήθηκε, το μαγείρεψε και το έφαγε.» ΜΟΝΑΧΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ο Γέρων Παΐσιος, σελ. 275.
Οπως φαίνεται βλέπουμε ότι γίνεται μία διάκριση ανάμεσα στα άγρια ζώα: οι άγιοι, ενώ αγαπούν τα ζώα γενικά, με την προσευχή τους διώχνουν ή θανατώνουν τα επιζήμια, (πουλιά, φίδια, ακρίδες), όταν αυτά γίνονται αιτία να δεινοπαθεί και να υποφέρει ο άνθρωπος.
Το κέντρο της αγάπης είναι πρώτα ο Θεός, έπειτα ο άνθρωπος και μετά τα ζώα σε σχέση, όμως, με το αν ωφελούν ή βλάπτουν τον άνθρωπο, που ωφελούμενος δοξάζει γι? αυτό τον Θεό.

*Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος
Ι. Μ. Κυδωνίας και Αποκορώνου

Μπορεί να είναι εικόνα ελάφι

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μπορεί να είναι εικόνα κινκατζού

Μπορεί να είναι εικόνα ελάφι

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μπορεί να είναι εικόνα γρασίδι

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Η συνέχεια :Ο ερημίτης μοναχός Αμβρόσιος και η λύκαινα ...ΕΔΩ

Οι Ολιγάρχες Γιορτάζουν Την Αποκατάσταση Του Διεφθαρμένου Κοινοβουλευτισμού

 Σταύρος Καλεντερίδης: Ντροπιαστική εορτή για την υποτιθέμενη αποκατάσταση της δημοκρατίας 

 👉 Ο αστικός μύθος και η διαφορά δημοκρατίας και κοινοβουλευτισμού (ολιγαρχίας) 

👉 Οι κομματικοί κοτζαμπάσηδες που πανηγυρίζουν πάνω στην ακρωτηριασμένη Κύπρο 

👉 Η Ελλάδα έχει ανάγκη μια πραγματική πολιτική επανάσταση, νέο σύνταγμα και πολίτευμα

"..οι φακοί με τους οποίους βλέπομε τον ήλιο, τον Χριστόν.."

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Όπως, όταν κάθεσαι μέσα στο σκοτάδι και ξαφνικά έρχωμαι και σου ρίχνω στο πρόσωπο έναν προβολέα, ανοίγεις τα μάτια σου καλά καλά, το ίδιο θα νοιώσης, όταν διάβασης τα βιβλία που έγραψαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Τα βιβλία αυτά γίνονται οι φακοί με τους οποίους βλέπομε τον ήλιο, τον Χριστόν.
Μακαριστός  Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Της τέχνης τα καμώματα..

εγκατάλειψη


Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Κική Δημουλά

Φορεσιές από το Μέτσοβο

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού

 Ιερά Σκήτη Αγίας Άννης - Mount Athos Legacy 

(Α και Β μέρος)


Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ

Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών. Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη. Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά – Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.

Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής. Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως. Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο. Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος. Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος. Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας. Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν.

Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα. Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο. Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους. Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους. Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας. Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος. Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί. Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι. Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή. Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του!

«ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ»

Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα – Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου. Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772. Έγραφε: «… Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι…»

Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «… Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι…»

Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι «όλοι οι εν σκήταις ασκούμενοι… να έπωνται και να ακολουθώσιν απαρασαλεύτως εις την φυλαττομένοιν εν τοις Μοναστηρίοις τάξιν και συνήθειαν περί των μνημοσύνων…».

Ήταν φανερό ότι το Πατριαρχείο δεν ήθελε να πει την αλήθεια καθαρά, ότι οι Κολλυβάδες έχουν δίκαιο και να σταματήσει η παρανομία, γιατί από καιρό ήδη το ίδιο παρανομούσε κάνοντας μνημόσυνα τις Κυριακές, για να ευχαριστήσει την κοσμικοφροσύνη των αρχόντων. Εφαρμόζοντας όμως Φαναριωτική πολιτική δίνει μια λύση που αν την εφήρμοζαν οι καινοτόμοι θα σταματούσε η παρανομία και κάθε έρις, γιατί κανένα Μοναστήρι δεν έκανε μνημόσυνα Κυριακή.

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΥ

Μόλις οι διώκτες των Κολλυβάδων πήραν στα χέρια τους την διακήρυξη του Πατριαρχείου ότι «ουκ υποκείνται κρίματι» έγιναν αχαλίνωτοι. Λησμόνησαν όχι μόνον το σχήμα του μοναχού που έφεραν αλλά και το χριστιανικό τους βάπτισμα, και ακολούθησαν την οδό του Κάϊν. Στην αρχή επιχείρησαν δυο φορές να δολοφονήσουν τον ασκητικό και ενάρετο Καππαδόκη μοναχό Σίλβεστρο. Την πρώτη φορά του έριξαν πέτρα καθώς περνούσε έξω από την Αγία Άννα. Την δεύτερη φορά, όταν μπήκε σε πλοίο για να φύγει από το Όρος, έπεισαν τον πλοίαρχο να τον σκοτώσει καθ’ οδόν. Όμως ο πλοίαρχος μετάνοιωσε και έτσι ο γέρο Σίλβεστρος γλίτωσε και έφθασε στην Πάρο. Για να γίνουν αποτελεσματικοί οι αββάδες της Αγίας Άννας και της Νέας Σκήτης, προσκάλεσαν τον αρχιληστή καπετάν – Μάρκο, του έδωσαν 700 αργυρά νομίσματα και τα ονόματα ένδεκα μοναχών Κολλυβάδων, που παρέμεναν ακόμη στα όρια των δύο Σκήτεων. «Οι μοναχοί αυτοί, του είπαν, είναι μάγοι και μασόνοι και κάνουν μεγάλο κακό στο Όρος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γλιτώσει ο τόπος παρά μόνον αν φονευθούν».

Τα παλικάρια του καπετάν – Μάρκου έφθασαν στο Κυριακό της Άγίας Άννης Σάββατο βράδυ, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του έτους 1773, ενώ είχε αρχίσει η αγρυπνία. Μπήκαν στο ναό και ζήτησαν οδηγό να τους δείξει τις καλύβες των μελλοθάνατων. Οι αββάδες υπέδειξαν κάποιον Τιμόθεον αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τον έπεισαν λέγοντας ότι πρέπει να κάνει υπακοή. Όταν έφυγαν οι ληστές με τον Τιμόθεο αυτοί συνέχισαν τον Προοιμιακό. Ο Τιμόθεος έδειξε στους ληστές την πόρτα του Παϊσίου και έφυγε. Ο ιερομόναχος Παϊσιος κατοικούσε στην καλύβη του προφήτη Ηλιού, πάνω από το Κυριακό της Αγίας Άννης και ήταν καλλιγράφος. Οι αντικολλυβάδες τον μισούσαν πολύ γιατί τους αποστόμωνε σε κάθε συζήτηση. Οι ληστές εισέβαλαν στην καλύβη του παπα – Παϊσίου, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια, γιατί δεν πίστευαν ότι δεν είχε κρυμμένα χρήματα. Τέλος ζήτησαν φαγητό και, αφού έφαγαν, φόρτωσαν στον παπά – Παϊσιο και τον γέροντά του Θεοφάνη τα κλοπιμαία και τους ζήτησαν να τους οδηγήσουν στον παπα – Αγάπιο, που ήταν τρίτος στη λίστα. Οι Πατέρες όμως δε μαρτύρησαν τις καλύβες των άλλων, παρά τους δαρμούς και τις ύβρεις. Η θλιβερή συνοδεία, έφθασε στο Κυριακό την ώρα που έψαλλαν την εβδόμη ωδή. Οι εξαντλημένοι από τους δαρμούς και τα βάρη πατέρες ακούμπησαν πίσω από το άγιο βήμα, και οι ληστές μπήκαν στην εκκλησία και φώναξαν έξω τους συνασκητές των μελλοθανάτων, για να τους δείξουν «το καλό κυνήγι». Αυτοί έβγαιναν λίγοι – λίγοι και, όπως γράφει ο Αθανάσιος Πάριος «στοχαζόμενοι συνομίλουν. Και ην να εκπλαγή τινας δια την τόσην απανθρωπίαν εκείνων των ασκητών… Καθ’ ότι ενώ έβλεπον τους αδελφούς αυτών εις τοσαύτην αθλίαν κατάστασιν, ουδείς ευρέθη ίνα είπη, τι τούτο εις αυτούς;… ουδείς ηκούσθη ίνα εκβάλη λόγον συμπαθείας εκ του στόματος.. τινάς δεν δείχνει έλεος εις εκείνους όπου κάθηνται δεδεμένοι οπίσω εις το βήμα, εκδεχόμενοι τον θάνατον». Αφού οι ληστές λεηλάτησαν και το κελλί του παπα – Γαβριήλ χωρίς να βρούν τον ίδιο, φόρτωσαν τα νέα κλοπιμαία σε κάτι λαϊκούς κτίστες που βρέθηκαν εκεί, και πήγαν στη Νέα Σκήτη την ώρα που οι εκεί πατέρες, έβγαιναν από τη λειτουργία. Ούτε αυτοί δεν έδειξαν την ελάχιστη χριστιανική συμπάθεια προς τους δύο καταδίκους, μόνον παρατηρούσαν το μαρτύριο από μακριά. Οι ληστές κατέβασαν τον παπα – Παϊσιο και τον γέροντα Θεοφάνη στο γιαλό, όπου είχαν το πλοίο τους, έδεσαν πέτρες στο λαιμό τους, ανοίχθηκαν λίγο και, λέγοντάς τους: «Σκυλιά, γιατί δεν θέλετε να κάνετε κόλλυβα τις Κυριακές, όπως λέγουν οι Πατριάρχες και οι πνευματικοί του Όρους;» τους έριξαν από το πλοίο στη θάλασσα, μπροστά στα μάτια όλου του πλήθους των μοναχών της Νέας Σκήτης, προσθέτοντας στους Αγίους Πάντες, που γιόρταζαν εκείνη την ημέρα, άλλους δύο οσιομάρτυρες.

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Το ισχυρότερο πλήγμα κατά των Κολλυβάδων το έδωσε το Πατριαρχείο Κων/λεως το έτος 1776, πατριαρχεύοντος του Κων/λεως Σωφρονίου Β΄. Μεγάλη κληρικολαϊκή Σύνοδος, αποτελούμενη απ’ όλους τους ενδημούντας στην Πόλη αρχιερείς και από πολλούς άρχοντες, καταδίκασε και αφόρισε όλους τους Κολλυβάδες και όλους όσους μαζί μ’ εκείνους και μετά από εκείνους φρονούν ότι μνημόσυνα νεκρών δεν επιτρέπει η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να γίνονται ημέρα Κυριακή. Διακήρυξε η Σύνοδος αυτή ότι ανέκαθεν η ιερά της Εκκλησίας τάξη και κανονική διατύπωση ήταν να γίνονται τα μνημόσυνα και Σάββατο και Κυριακή και οποιαδήποτε άλλη μέρα της εβδομάδος αδιακρίτως και ότι αυτό δήθεν είναι Αποστολική Παράδοσις, και όσοι δεν την δέχονται και δεν τελούν Κυριακή μνημόσυνα είναι αντάρτες, καινοτόμοι και κακόδοξοι. Ως αντιπροσώπους όλων των Κολλυβάδων, προταίτιους και αρχηγούς η Σύνοδος καθήρεσε και αφόρισε τέσσαρες ιερομονάχους αναφέροντάς τους ονομαστικά.

Το «θέσπισμα» αυτό της Συνόδου του 1776 το οποίο έκτοτε ακυρώθηκε, γράφει κατά λέξη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σωφρόνιος ελέω Θεού… επειδή ταραχή και σύγχυσις κατέλαβε την Εκκλησίαν… δια τινων δοκησισόφων και δοκοφρόνων.. ασέβειαν και ανταρσίαν νοσούντων… της ούν καινοτομίας ταύτης και κακοδοξίας καταδήλου γενομένης… διορίζοντες δια τούτο και αποφαινόμενοι κατά την ανέκαθεν ιεράν της Εκκλησίας τάξιν και κανονικήν διατύπωσιν απαρατηρήτως τελείσθαι και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα κατά την Παράδοσιν των Αποστολικών Διατάξεων… Όσοι μεν ουν συνωδή τη Εκκλησία και τω παρόντι Συνοδικώ θεσπίσματι και φρονούσι και πράττουσι, τελούντες απαρατηρήτως και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα, οι τοιούτοι είησαν συγκεχωρημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος». Αυτό φυσικά σημαίνει ότι όσοι μέχρι σήμερα, δεν φρονούσι και πράττουσι συνωδά τω παρόντι θεσπίσματι είησαν ως και οι πρωταίτιοι και αρχηγοί και συνίστορες της τοιαύτης δόξης… καθηρημένοι.. και γεγυμνωμένοι πάσης Θείας Χάριτος και ιεροπραξίας… και πάντη ανίεροι εν βάρει αργίας και αλύτου αφορισμού… Εξ αποφάσεως… 9ης Ιουνίου 1776» (Το πλήρες κείμενο βλέπε εν Ph. Meyer: «Die Haupturkϋnden fϋr die geschichte der Athos Kloster», Leipjig 1894 σ. 236-241 όπου και τα προαναφερθέντα κείμενα).

«ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥ ΕΥΛΟΓΗΣΕΙΣ»

Καταδικασμένοι από το Πατριαρχείο και κυνηγημένοι από τους συνασκητές τους, όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, έφυγαν από το Όρος και βρήκαν καταφύγιο στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί, αγκαλιασμένοι από ένα λαό που διψούσε για αλήθεια και παράδειγμα, οι Κολλυβάδες έσπειραν τον λόγο του Χριστού, και η σπορά εκαρποφόρησε «εις εκατόν». Αυτή η καρποφορία ονομάσθηκε από την Ιστορία: «η πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνος». Σ’ αυτήν οφείλουμε την «Φιλοκαλία», τον «Ευεργετινό», τα «Ευρισκόμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου», τα δύο βιβλία «περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως», τον «Αντίπαπα», το «Πηδάλιο», τον «Συναξαριστή», το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», και πλήθος άλλα. Οι Κολλυβάδες ίδρυσαν στα νησιά ονομαστά μοναστήρια, πηγές αγιασμού, που πότιζαν τον λαό του Θεού θεία νάματα έναν ολόκληρο αιώνα, στην Πάτμο, στην Ικαρία, στην Πάρο, στη Σκιάθο, στη Χίο. Οι «αφορισμένοι» Κολλυβάδες αποδείχθηκαν άγιοι και πολλών από αυτούς τα οστά ευωδίασαν και θαυματούργησαν: ο Νήφων ο κοινοβιάρχης της Σκιάθου, ο Παρθένιος ο ζωγράφος ο Σκούρτος, ο Μακάριος Κορίνθου ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αρσένιος ο Νέος ο εν Πάρω ο θαυματουργός. Στους Κολλυβάδες χρωστούμε πνευματικά αναστήματα σαν τον Νεομάρτυρα Πολύδωρο, τον Όσιο Παρθένιο της Χίου, τον Γέροντα Διονύσιο ιδρυτή της Ι. Μονής Παναγίας της Κονιστρίας της Σκιάθου και συνεργάτη του αναγεννητού της Πελοποννήσου Παπουλάκου, τον Μωραϊτίδη και τον Παπαδιαμάντη. Μ’ ένα λόγο σ’ αυτούς χρωστούμε το ότι υπάρχει ακόμη Ορθοδοξία στην Ελλάδα παρά την θύελλα του Φαρμακίδη και των Βαυαρών. Αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα. Η Ρουμανία δέχθηκε γρήγορα την επίδραση Κολλυβάδων που εξωρίσθηκαν σ’ αυτήν. Η Ρωσία, τσακισμένη από το νεοειδωλολατρικό, δυτικόπληκτο και αντιμοναστικό πνεύμα του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄, κείτονταν, παρά το πολιτικό μεγαλείο και την δύναμη της, σε πνευματικά ερείπια. Από αυτά την σήκωσε ο Μολδαβός στάρετς Όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκι φέρνοντάς της, από το Άγιον Όρος, τον κολλυβαδικό ησυχασμό και την «Φιλοκαλία». Οι Αρχιερείς καταδίκασαν και αφόρισαν αυτούς που αγάπησαν την αλήθεια και αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Ο Θεός όμως τους ευλόγησε και τους δόξασε στον αιώνα. 

  • Αλέξανδρος Καλόμοιρος περιοδικό ΟΙ ΡΙΖΕΣ, Τεύχος 23 Καλοκαίρι 1988 Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ



Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού (Β΄ μέρος)


ΤΟ ΡΗΓΜΑ…


Τον ΙΗ΄ αιώνα η πνευματική αποσύνθεση της Δύσης είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ο ουμανισμός και η κοσμικοφροσύνη άρχισαν να έρπουν παντού και να κρυφοδαγκάνουν τις ψυχές. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα άρχισε να λάμπει στις αληθινά χριστιανικές χώρες της Ανατολής σαν «άγγελοι φωτός».

Η ψεύτικη γνώση έκανε να χάσουν οι άνθρωποι σιγά – σιγά τη γλυκύτητα του αληθινού φωτός. Αγνοώντας την όντως Ζωή και συνεπαρμένοι από τα κεράτια της δυτικής σοφίας έχασαν την ευαισθησία που χαρακτήριζε τους πατέρες τους και τους έκανε ικανούς να διακρίνουν το γνήσιο από το κάλπικο. Το λεπτότατο πνεύμα της εκκοσμίκευσης εκθήλυνε ύπουλα τον τόνο της ψυχής, άμβλυνε τις πνευματικές αισθήσεις, παρέλυσε τις αντιδράσεις. Χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε απ’ έξω άλλαξε κάτι μέσα στις ψυχές. Και τότε άρχισαν τα: «Τι πειράζει αυτό;, «σε τι βλάπτει εκείνο;». Η κάθοδος στον κατήφορο έγινε στην αρχή ανεπαίσθητα. Αν ένα φράγμα ραγίσει δε θα γίνει βέβαια κατακλυσμός. Θ’ αρχίσει όμως να περνάει λίγο νερό από τη ρωγμή. Το λίγο αυτό νερό θα διευρύνει σιγά – σιγά το ρήγμα ώσπου θα έρθει κάποτε η ώρα που το φράγμα θα σπάσει και θα πλημμυρίσουν τα πάντα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έφθασε στο σημερινό οικουμενισμό ξαφνικά. Το πρώτο ρήγμα ήταν μια «μικρή» υποχώρηση στους πλούσιους και δυνατούς της Πόλης, που είχαν την απαίτηση να γίνονται τα μνημόσυνα των νεκρών ημέρα Κυριακή, για να τα παρακολουθεί πολύς κόσμος. Έτσι, όταν άρχισε στο Άγιον Όρος η περί μνημοσύνων έρις, το Πατριαρχείο ήταν ήδη εκτεθειμένο από τη δική του παρανομία. Γι’ αυτό πήρε στην αρχή αμφίρροπη στάση: «Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ αν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι..» Αλλά και προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράβαση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με την συνήθεια που επικράτησε: «.. όπερ και είθισται εν τοις κατά πόλεις εκκλησίαις εν Κυριακή δηλαδή τελείν τα μνημόσυνα διά τας εν ταύταις συναθροίσεις των Χριστιανών…» (Πρώτη επιστολή του Πατριαρχείου προς τους Αγιορείτες, Ιούλιος 1772). Συνέπεια της στάσεως αυτής, που αποφεύγει να υπερασπιστεί την αλήθεια είναι να ζητήσει το Πατριαρχείο από τους Αγιορείτες τον επόμενο χρόνο να εφαρμόσουν στο επίμαχο θέμα συγκρητισμό:«Νουθετούμεν άπαντας τους περί τοιούτων διαφερομένους, όπως από του νυν και εις το εξής να παύσωσι από τοιαύτας ταραχώδεις και ακαίρους διενέξεις, τας μηδόλως αυτάς ανηκούσας, και ούτε και οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν, αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι και να συναναστρέφονται εν αγάπη και ομονοία…» (Δεύτερη επιστολή του Πατριαρχείου από 10 Ιουνίου 1773). Δηλαδή: «ειρήνη» και «αγάπη» και εκκλησιαστική κοινωνία σε βάρος της αλήθειας, η πεμπτουσία του Οικουμενισμού.

Τα ίδια συνεχίζει να γράφει το Πατριαρχείο στους Αγιορείτες και στην τρίτη επιστολή του, γύρω στα 1774, παρά την αλλαγή του Πατριάρχου και την άνοδο στο θρόνο του Σαμουήλ Χατζερή: «Να παύσωσιν από τας τοιαύτας φιλονεικίας και ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθνος, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς να τους ονομάζουν αιρετικούς ή καινοτόμους ή άλλα δύσφημα ονόματα, να λέγωσιν αδίκως κατ’ αυτών…

Οι σύγχρονοι συγκρητιστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν το Πατριαρχείο λέγοντας ότι αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ομόνοια των πιστών εφαρμόζοντας εκκλησιαστική οικονομία. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λένε και σήμερα οι Οικουμενιστές για να δικαιολογήσουν τον αδιάντροπο οικουμενισμό των ημερών μας. Ταλαίπωρη έννοια η εκκλησιαστική οικονομία! Χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει του κόσμου τις εκκλησιαστικές παρανομίες. Όμως στην πραγματικότητα, η οικονομία που δίδαξαν οι Πατέρες είναι ποιμαντική διάκριση και ευλυγισία μέσα στα όρια του νόμιμου και του αληθινού. Σε καμία περίπτωση δε δίνει άδεια στους ποιμένες να παρανομούν. Και στην περίπτωση των μνημοσύνων της Κυριακής υπήρχε σαφής παρανομία, αθέτηση της Παραδόσεως και του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής. Το Πατριαρχείο απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια ότι δεν επιτρέπονται μνημόσυνα την Κυριακή, γιατί την Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Αλλά όχι μόνον απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια. Έβαλε τους Αγιορείτες – ουσιαστικά μόνον τους ορθόδοξους Κολλυβάδες – μπροστά στο δίλημμα να διαλέξουν ή την ειρήνη και την αγάπη ή την αλήθεια. Κι αυτό είναι μεγάλη αμαρτία κατά της ίδιας της ειρήνης, της αγάπης και της αλήθειας, που δε χωρίζονται ούτε διασπώνται ποτέ σε αντίθετα στρατόπεδα, αφού ειρήνη, αγάπη και αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός που ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Του. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ειρήνη και αγάπη χωρίς αλήθεια; Χωρίς αλήθεια αυτή η «ειρήνη» κι αυτή η «αγάπη» είναι κάτι το επίπλαστο, κάτι το ψεύτικο, και απατηλό, κοσμική συνύπαρξη με εγκόσμιες κοινωνικές σκοπιμότητες ξένες προς την πραγματικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Αυτό το τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη και την αλήθεια είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αίρεσης του Οικουμενισμού που, όπως βλέπουμε, τα σπέρματά του έχουν τουλάχιστον δύο αιώνων ηλικία.

Όμως οι Κολλυβάδες έμειναν στην αλήθεια, και μαζί με την αλήθεια κράτησαν και την αγάπη και την ειρήνη. Αποσύρθηκαν στα ησυχαστήριά τους και εν αληθεία αγάπησαν το Θεό και εν ειρήνη κοινώνησαν μαζί Του. Και επειδή κοινώνησαν εν αγάπη με το Θεό γι’ αυτό αγάπησαν και αγαπήθηκαν από τους Χριστιανούς των τόπων της εξορίας τους και γι’ αυτό έδωσαν καρπούς πνευματικούς, τέκνα και τέκνα τέκνων, τον καιρό που το Όρος έπεφτε σε μια χωρίς προηγούμενο προοδευτική παρακμή και συρρίκνωση. Το ψέμα τα κάνει όλα ψεύτικα και φθαρτά. Η αλήθεια τα κάνει όλα αληθινά, φωτεινά και άφθαρτα, και δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, πεσμένων μεν και αμαρτωλών και μετανοημένων και αγίων μέσα στο φως του Χριστού, «ασπρισμένη όλη»«ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου».

ΑΠΟ ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

Η πατριαρχική αμαρτία όμως δε σταμάτησε στο συγκρητισμό. Έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της εμπάθειας και του μίσους κατά της αλήθειας και προχώρησε στο κακούργημα. Ενώ το Φανάρι στην αρχή παραδεχόταν ότι οι Κολλυβάδες «καλώς ποιούσιν» κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος», και μάλωνε τους Αγιορείτες που τους ονόμαζαν «αιρετικούς» και «καινοτόμους», τώρα κάνει αυτό που πρώτα θεωρούσε απρεπές και άδικο και χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Παραδόσεως «κακόδοξους»«δοκησίσοφους»«δοκόφρονες»«καινοτόμους»«ανταρσίαν νοσούντας». Ισχυρίζεται τώρα το Πατριαρχείο, αντίθετα προς ό,τι έλεγε πριν, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η «ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις» και «αποστολική Παράδοσις»! Και όλα αυτά τα πρωτάκουστα, ψευδή και άδικα λόγια δεν τα γράφει ένας Πατριάρχης μόνον αλλά ολόκληρη Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 1776 ακριβώς για να καταδικάσει τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμαζαν Κολλυβάδες, και να τους αφορίσει. Ο κατάπτιστος αυτός και εμπαθής αφορισμός (βλέπε «Ρίζες»23) δεν αφορά μόνον τους Κολλυβάδες της εποχής εκείνης αλλά καταδικάζει όλους τους Ορθοδόξους, όλους τους υπερασπιστές της Ιεράς Παραδόσεως όλων των εποχών, διότι εξαιρεί του αφορισμού και συγχωρεί μόνον όσους παρανομούν κατά της Παραδόσεως και τελούν μνημόσυνα την Κυριακή. Αλλά και κάτι πιο φοβερό ακόμη ο αφορισμός δεν αναφέρεται μόνο στην πράξη αλλά και στο φρόνημα. Συγχωρεί όσους φρονούν κακόδοξα και αφορίζει όσους φρονούν ορθόδοξα στον αιώνα, ρίχνοντας επάνω τους «άλυτο αφορισμό»! Ο συνοδικός αυτός αφορισμός, που όπως όλοι οι άδικοι αφορισμοί επέστρεψε στα κεφάλια αυτών που τον πρόφεραν, είναι ποιμαντική αμαρτία που δεν ξεπλύθηκε ποτέ, γιατί ποτέ το Πατριαρχείο δεν μετάνοιωσε γι’ αυτήν αλλά, αντίθετα, όπως θα δούμε, την επικύρωσε αργότερα επανειλημμένα και με τον ίδιο φανατισμό. Η αθώωση του Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781 δεν αφορούσε τους Κολλυβάδες γενικά αλλά μόνον το πρόσωπο του Αθανασίου, το οποίο απάλλαξε αυθαίρετα από τις κατά των Κολλυβάδων κατηγορίες, ενώ ο Αθανάσιος ποτέ δεν έπαψε να είναι Κολλυβάς. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει την ασυναρτησία και ασυνέπεια του Πατριαρχείου και την κακή του συνείδηση που ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει στη μετάνοια.

Οι Κολλυβάδες και όσοι φρονούν όπως αυτοί, έμειναν αφορισμένοι, μισημένοι και χλευασμένοι, γιατί διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους συνασκητές τους και έμειναν αλύγιστοι και ανυποχώρητοι για ένα τόσο «ασήμαντο» πράγμα όπως είναι τα κόλλυβα την Κυριακή. Τους έλεγαν στενοκέφαλους και φανατικούς, μισαλλόδοξους και ανθρώπους των άκρων, όπως γίνεται πάντοτε με όλους τους Ορθοδόξους που δεν υποκύπτουν στο ψεύδος. Τους μισούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες τους στο όνομα μιας εξωτερικής εκκλησιαστικής ενότητας που, όταν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, καταστρέφει την εσωτερική μυστική ενότητα της Εκκλησίας. Οι Κολλυβάδες έμειναν ενωμένοι εκκλησιαστικά με τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους, και αυτή η ενότητα με την θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ήταν υπέρ αρκετή, έστω και εάν επρόκειτο να μείνουν μόνοι τους επί της γης.

Το έτος 1807 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ θεώρησε υποχρέωσή του να υπομνήσει με συνοδικό γράμμα προς όλους τους υποκείμενους στη Μ. Εκκλησία, μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων «προς τελείαν εξάλειψιν, όπως έγραφε, της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως». Έγραφε μεταξύ άλλων: «Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος». (Βλέπε Μ. Γεδεών, «Διατάξεις τ. Β΄ σ. 125) Ένα χρόνο αργότερα άλλος Πατριάρχης, ο Καλλίνικος Ε΄ γράφει προς τους Αγιορείτες τα παρακάτω: «Επειδή έφθασε και διωρίσθη παρά του προκατόχου της Αυτού Σεβασμιωτάτης Παναγιότητος εκ της συμμορίας των κολλυβιστών είς Ιερομόναχος Πνευματικός της Κοινότητος του Όρους τούνομα Ιερόθεος και ανακαινεί την αναφυείσαν ποτέ δολοφροσύνην και αλληλομαχίαν περί τε των κολλύβων και της Ιεράς Μεταλήψεως, και διά Συνοδικών Τόμων καταργηθείσαν… διά τούτο, ως εναντίον όντα τοις Αποστολικοίς και Συνοδικοίς κανόσι και τοις εκδοθείσιν Εκκλησιαστικοίς Τόμοις, να αποβάλωσι της πνευματικής διαγωγής και να εκλέξωσιν έτερον..» (Βλέπε Μ. Γεδεών «Ο Άθως» 1885 σ. 150).

Επισφράγισμα της κατά των Κολλυβάδων μήνης του Πατριαρχείου ήταν η επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ προς τους Αγιορείτες, κατά την τρίτη Πατριαρχεία του, τον Αύγουστο του 1819. Στο γράμμα αυτό ο Γρηγόριος Ε΄ περιέγραφε την αδαμάντινη Ορθοδοξία των Κολλυβάδων σαν «ευρωτιώσα εκείνη και πεπαλαιωμένη σαθρά ιδέα», και βεβαίωνε ότι είναι «έθος αρχαίον της Εκκλησίας τα μεν κόλλυβα να προφέρονται εις τον θείον και ιερόν ναόν και να εκτελώνται μνημόσυνα… κατά Κυριακήν», και ότι «το τοιούτον, κοντά όπου παντελώς δεν κωλύεται είναι και ακαταιτίατον και πάντη ανέγκλητον, καθώς περί τούτου τρανώς απεφήνατο η Εκκλησία εν τω προεκδοθέντι Πατριαρχικώ ημών και συνοδικώ τόμω». (Παρά Μ. Γεδεών «Διατάξεις» τ. Β΄ σ. 152-155).

Ύστερα απ’ αυτά δεν πρέπει, να απορεί κανείς γιατί ο Θεός εγκατέλειψε τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και την άφησε να τη συρρικνώσουν οι αμαρτίες της και επέτρεψε να χάσει συν τω χρόνω το ποίμνιό της, που είχε μείνει ακμαίο κατά τη διάρκεια τόσων αιώνων οθωμανικής τυραννίας, και να καταντήσει σήμερα, χωρίς ποίμνιο, στη χειρότερη αίρεση της Ιστορίας. Το Πατριαρχείο έχασε πρώτα την Εκκλησία της Ελλάδος, με το «αυτοκέφαλο» του Φαρμακίδη. Έχασε ύστερα την Εκκλησία της Βουλγαρίας με το περίφημα «σχίσμα». Έχασε αργότερα τις «Νέες Χώρες» με τους βαλκανικούς πολέμους, όλη τη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Και, μετά την ανοικτή διακήρυξη του Οικουμενισμού με την εγκύκλιο του 1920, έχασε και την καρδιά της Ορθοδοξίας, όλο το ποίμνιο της Μικράς Ασίας. Τέλος, το 1955, όσο βυθιζόταν στην αίρεση, έχασε και το μόνο ποίμνιο που της είχε μείνει, τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως.

Όπως έγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η εν ολίγω της αληθείας παρατροπή τη ασεβεία την πάροδον δέδωκεν». (P.G. 44, 1249) Και η ασέβεια σιγά – σιγά, όσο μένει αμετανόητη, υψώνει τείχος και κλείνει έξω τη Χάρη και την Ευλογία του Θεού. Ό,τι γίνεται με τα πρόσωπα γίνεται και με τις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό παθαίνουμε όταν τα του Θεού χάσουν για μας την ιερότητά τους και συμπεριφερθούμε προς αυτά σα να ήσαν πράγματα ανθρώπινα. Όποιος ξεχωρίζει μικρά και μεγάλα στα του Θεού δεν ξέρει με ποιόν έχει να κάνει και δεν έχει πραγματική ευσέβεια, και τότε οι συνέπειες είναι φοβερές. «Ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν» (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συγγρ. Α΄, σ. 24).

  • Περιοδικό Οι Ρίζες Φθινόπωρο 1988 Τεύχος 24 Copyright Εκδόσεις Ζέφυρος