
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, εμβληματική μορφή της ελληνικής και ευρωπαϊκής διανόησης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 100 ετών, αφήνοντας πίσω της μια πλούσια πνευματική παρακαταθήκη.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1926 από Μικρασιάτες γονείς, ακολούθησε από νωρίς τον δρόμο της Ιστορίας, αρχικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα γνώρισε και τον σύζυγό της, Ζακ Αρβελέρ (1918–2010), αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας, με τον οποίο απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν.
Το Βυζάντιο δεν υπήρξε για εκείνη απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά ένα ζωντανό εργαστήριο πολιτικής σκέψης, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής συνέχειας. Με το έργο της σφράγισε τη μελέτη του βυζαντινού κόσμου και επανατοποθέτησε τον ρόλο του στην ευρωπαϊκή ιστορία και την πολιτιστική συνείδηση.

Η διεθνής ακαδημαϊκή διαδρομή της υπήρξε εντυπωσιακή. Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης από το 1967, έγινε η πρώτη γυναίκα, σε μια παράδοση επτά αιώνων, που ανέλαβε τα ανώτατα διοικητικά αξιώματα του ιδρύματος: πρόεδρος τμήματος, πρόεδρος πανεπιστημίου και, το 1976, πρύτανης. Η παρουσία της στους θεσμούς της ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής ζωής ήταν ουσιαστική, παρεμβατική και βαθιά πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου.
Παράλληλα, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε ενεργή σε διεθνείς οργανισμούς και πολιτιστικά ιδρύματα. Από το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού έως την UNESCO και το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, η παρουσία της σφράγισε τον διάλογο ανάμεσα στην ιστορική γνώση, στον πολιτισμό και στη σύγχρονη κοινωνία.

Το συγγραφικό της έργο, εκτενές και πολυμεταφρασμένο, παραμένει σημείο αναφοράς για τη βυζαντινολογία, αλλά και για τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη και τη Μεσόγειο.
Η ψυχή, η μνήμη, ο απολογισμός
Στο βιβλίο «Από μένα αυτά…» (εκδ. Πατάκη), η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μέσα από συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Εφη Βασιλοπούλου, ξετύλιξε τη ζωή της, μιλώντας για τα παιδικά της χρόνια, τους γονείς της, την Κατοχή και την Αντίσταση, τη μετανάστευση και τη ζωή στη Γαλλία, τη μητρότητα και τον ρόλο της ως γιαγιάς.

Στις σελίδες του βιβλίου συνυπάρχουν η προσωπική μνήμη και η Ιστορία. Η Αρβελέρ μίλησε για την «ελληνική συνέχεια», για τη σχέση της αρχαίας Ελλάδας με το Βυζάντιο, για τη νεότερη ελληνική ιστορία που «πελοποννησιάζει», αλλά και για το «σήμερα»: τις «ανιστόρητες ανοησίες» του Ερντογάν, την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ταυτόχρονα, κατέθεσε τις σκέψεις της για τη μνήμη και τη λήθη, την αλήθεια, τον έρωτα και τον ευτυχισμένο γάμο, την προδοσία και την απώλεια, την αυτογνωσία και τον γρίφο της ψυχής. Μίλησε για την ανθρωπιά ως ύψιστη αρετή και για την τέχνη ως ζωντανό οργανισμό, αποκαλύπτοντας και μια λιγότερο γνωστή πλευρά της, καθώς η έκδοση περιλαμβάνει και 10 αδημοσίευτα ποιήματά της.
Οπως έγραφε στην «Κ» ο Νίκος Βατόπουλος, «αυτή η μακροσκελής συνέντευξη, στο είδος των βιβλίων που αποκαλύπτουν μύχιες σκέψεις, αναμνήσεις και περιγραφές, σαν μια μαιευτική μέθοδος συναινετικής αυτοβιογραφίας, έχει στην προκειμένη περίπτωση σημαντικές αρετές. Πρώτον, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, απελευθερωμένη και γνήσια, μιλάει όχι μόνον για τη δική της ζωή, αλλά με την αρετή των χρόνων της για όλα τα θέματα της ζωής, με τρόπο ρεαλιστικό και φιλοσοφικό. Δεύτερον, μας αποκαλύπτει τα ποιήματά της (ο “Απολογισμός” διαβάζεται με τη νοερή εικόνα ενός κλάδου ελαίας ή μιας δάφνινης στεφάνης). Και τρίτον, μας καθιστά κοινωνούς ενός τρόπου θέασης: “Η πειθαρχία στον άνθρωπο είναι πολύ σημαντική και πολύ δύσκολη. Ομως το βασικό ερώτημα είναι: Πειθαρχία σε τι; Και ας πούμε ότι διέκρινες σε τι πρέπει να πειθαρχήσεις – τι θυσίες είσαι διατεθειμένος να κάνεις γι’ αυτό; Πειθαρχία σημαίνει μια σειρά θυσιών, και γι’ αυτό άλλοι την αντέχουν και άλλοι όχι”».
Εχω καταλήξει πως όσο ζεις, περνάς σε κάποιους τη”σκυτάλη” και αυτή η σκυτάλη είναι η ψυχή. Αρα, από αυτήν την άποψη, ποτέ δεν είσαι ένας μόνος άνθρωπος.
«Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ μιλάει με έναν τρόπο στέρεο και είναι σαν να ακούς τη γνώριμη χροιά της φωνής της. “Αν είχα τη δυνατότητα να αφαιρέσω ένα ελάττωμα του Ελληνα, θα ήταν το εγώ”, διαβάζουμε. Ο λόγος της ρέει και είναι φορές που θέλεις να σταθείς και να διαβάσεις ξανά τα δωρικά αποστάγματα της σκέψης της. Σε μια ερώτηση για το “πού πάει η ψυχή μετά θάνατον”, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ καταλήγει: “Εχω καταλήξει πως όσο ζεις, περνάς σε κάποιους τη “σκυτάλη” και αυτή η σκυτάλη είναι η ψυχή. Αρα, από αυτήν την άποψη, ποτέ δεν είσαι ένας μόνος άνθρωπος”».

Ο Μέγας Αλέξανδρος και η πατρίδα
«”Εχω πλέον πολλά επιχειρήματα”, λέει, “που με κάνουν να είμαι πεπεισμένη ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι θαμμένος στον μεγάλο βασιλικό τάφο της Βεργίνας, και πιστεύω ότι θα δικαιωθώ, αλλά μετά θάνατον”. Εντυπωσιάζει αυτό που λέει στο τέλος της συνέντευξης: “Ως παρακαταθήκη θα ήθελα να θυμούνται ότι ήμουν πεπεισμένη πως στη Βεργίνα είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος και όχι ο πατέρας του, Φίλιππος Β΄”».
Για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ πατρίδα δεν ήταν απλώς ένας γεωγραφικός τόπος, αλλά το συναίσθημα: «Πατρίδα είναι η συγκίνηση, είναι ο τόπος που κρατά τις αναμνήσεις και τις συγκινήσεις σου. Πατρίδα είναι τα κοινά μας ενδιαφέροντα, το “εμείς”, το οποίο είναι πολύπλευρο και φυσικά δεν περιλαμβάνει μόνο τους ανθρώπους με τους οποίους είσαι συμπατριώτης, αλλά και αυτούς με τους οποίους συγκινούμαστε από τα ίδια πράγματα».
«Η ιστορία του Βυζαντίου θα μετριέται πριν την Ελένη και μετά την Ελένη»
Τον Νοέμβριο του 2025, στο Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση προς τιμήν της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ με θέμα «Οι αντηρίδες του βυζαντινού πολιτισμού ως “προπύλαια” της Αναγέννησης». Ηταν μια στιγμή αναγνώρισης του έργου και της πνευματικής της παρακαταθήκης, με παρεμβάσεις πολιτικών, συγγραφέων και ποιητών που μίλησαν για τη συμβολή της στη βαθύτερη κατανόηση της Ιστορίας και του πολιτισμού.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος τη χαρακτήρισε πρωτοπόρο ερευνήτρια διεθνούς εμβέλειας, υπογραμμίζοντας ότι ανέδειξε την πεμπτουσία του βυζαντινού πολιτισμού. Οπως τόνισε, «στον ευρύτερο χώρο της Ιστορίας και του πολιτισμού διεθνώς, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ θα μείνει ως η πρωτοπόρος ερευνήτρια που ανέδειξε την πεμπτουσία του βυζαντινού πολιτισμού. Το Βυζάντιο της χρωστάει ότι αποκάλυψε τη μεγάλη αλήθεια γι’ αυτό. Η ιστορία του θα μετριέται πριν την Ελένη και μετά την Ελένη».
«Ιστορία του Αγώνα»
Τον Μάρτιο του 2021, η Ελένη Αρβελέρ έγραψε στην «Κ» την «Ιστορία του Αγώνα» με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Μέσα από το αφιερωματικό αυτό ποίημα, η βυζαντινολόγος και ιστορικός ανατρέχει στα χρόνια της υποδούλωσης, κάνοντας μνεία στους ήρωες και σε όλα όσα αποτέλεσαν τη σπίθα της Επανάστασης.
Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου, γεννήθηκε στις Φέρες
στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες.
Κι’ εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός,
το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός
κι’ είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.
Κλέφτης κι’ αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος
ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος.
Με τον Καραϊσκάκη, φρουρός της θείας ήμουν πίστης
και με τον Υψηλάντη της Φιλικής έγινα μύστης.
Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά,
δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.
Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη
ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει
στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει
αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι’ είχε την άνοιξη σημάνει.
Το είπαν με τον τρόπο τους, Σέλλεϋ, Ουγκώ, Ντελακρουά
κι’ ο Σολωμός το τραγουδά: Χαίρε ω! χαίρε ελευθεριά.
Ας μην ξεχνάμε όμως τα χαλεπά και θλιβερά
Του Διάκου το μαρτύριο, του Ζάλογγου τα οδυνηρά.
Θρήνησε η λευτεριά τον Μπάιρον, η δόξα τα Ψαρά,
τα γυναικόπαιδα της Χίου έκλαψε ο κόσμος όλος.
Του Φαναριού η πύλη χτίστηκε και σείστηκε ο θόλος.
Πέσαν στην ΄Εξοδο οι ντάπιες, το Μεσολόγγι όμως ζει
Έζησε τον Απρίλη εκείνο, πάθη κι’ Ανάσταση μαζί.
Χρόνια και χρόνια κράτησε η άνιση πάλη αυτή˙
παρά τις έριδες, τους διχασμούς και τα εμφύλια μίση,
που παραλίγο τον αγώνα θα είχαν αφανίσει,
νίκησε τέλος ο σταυρός (του Κάλβου η τόλμη κι’ αρετή)˙
Νίκη που Γάλλοι, Ρώσοι κι Άγγλοι δική τους έκαναν γιορτή,
όταν κατατροπώσαν τον Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο
και οι Έλληνες Ανάσταση ζήσαν τον χρόνο εκείνο.
Έτσι από τότε στο σχολειό μαθαίνουν τα παιδιά
τη Λευτεριά να τραγουδάνε σαν άλλη Παναγιά.
Κι’ εμείς για του εικοσιένα τον απολογισμό,
μετράμε Πάσχα, Άνοιξη και Ευαγγελισμό.

Τα πριόνια του Ελγιν και οι Αγγλοι
Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, στην «Κ» φιλοξενήθηκε συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ στον Παύλο Παπαδόπουλο με αφορμή την επάνοδο στην επικαιρότητα του ζητήματος των Γλυπτών του Παρθενώνα. Τόνισε ότι ο λόρδος Ελγιν δεν είχε ποτέ επίσημο φιρμάνι από τον σουλτάνο Σελίμ Γ΄ και απέρριψε τον ισχυρισμό ότι αφαίρεσε τα Γλυπτά για να τα προστατεύσει. «Μια μέρα θα έρθουν τα Γλυπτά στην Ελλάδα και ελπίζω να ζω για να το δω», έλεγε στο τέλος της συνομιλίας.

– Κυρία Αρβελέρ, είναι εφικτή η επιστροφή στην Ελλάδα των Γλυπτών του Παρθενώνα;
– Θα πω δύο πράγματα. Πρώτον, ο Ελγιν δεν πήρε ποτέ φιρμάνι. Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ δεν έδωσε ποτέ επίσημο φιρμάνι για να πάρει ο Ελγιν αυτά που πήρε. Αυτό δεν το λέω εγώ. Δύο Τούρκοι ακαδημαϊκοί, ερευνητές των οθωμανικών αρχείων, η Ζεϊνέπ Εγκέν και ο Ορχάν Σακίν, απέδειξαν ότι δεν υπήρχε φιρμάνι. Υπήρχε μόνο μία δήθεν μετάφραση, ιταλική. Η επιχείρηση του Ελγιν γίνεται έπειτα από δωροδοκία σε τοπικούς παράγοντες. Δεύτερον, ο Ελγιν παρήγγειλε αμέσως πριόνια, και όταν τα παραλαμβάνει, ζητάει μεγαλύτερα, γιατί αυτά που έλαβε δεν ήταν κατάλληλα για την αποψίλωση τόσων γλυπτών. Δηλαδή, δεν παίρνει μόνο αυτά που ήταν πεσμένα κάτω, αλλά ήταν αποφασισμένος να ξηλώσει τα πάντα. Μιλάμε για 200 μεγάλα κιβώτια, που μεταφέρθηκαν με τουλάχιστον τρία πλοία, και ένα από αυτά, ο «Μέντωρ», ναυάγησε στα Κύθηρα το 1802. Ηρθαν από την Κάλυμνο δύτες για να συλλέξουν γλυπτά που βρέθηκαν στον βυθό. Ολα αυτά δείχνουν ότι εκείνο που έκανε ο Ελγιν ήταν μια απατεωνιά, για να μην πω τίποτα παραπάνω. Και μόνο αυτά αν μάθουν οι Αγγλοι, θα πρέπει να κοιτάξουν τα πράγματα διαφορετικά.
– Δηλαδή, ο Ελγιν δεν αφαίρεσε τα Γλυπτά από τον Παρθενώνα για να τα θέσει υπό την προστασία της Αγγλίας;
Η έννοια του Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα, θα τα φέρει στο Μουσείο της Ακρόπολης, που είναι καλύτερα οργανωμένο από το Βρετανικό Μουσείο για να τα υποδεχθεί.
– Οχι, και θα σας πω κάτι που δεν είναι γνωστό. Η Μιμή Ντενίση ανακάλυψε ένα βιβλίο, ένα ντοκουμέντο, γραμμένο από έναν απόγονο του Ελγιν, που κυκλοφόρησε γύρω στα 1920. Περιέχει την αλληλογραφία της κυρίας Ελγιν με τον άνδρα της και με τη μάνα της και περιγράφει πού θα βάλουν τα Γλυπτά, σε ποιο σπίτι και σε ποιο κήπο. Οπότε ο Ελγιν τα μάζεψε όλα για τον εαυτό του. Η κ. Ντενίση έχει το μοναδικό αντίτυπο, αλλά έκανε και ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ με θέμα αυτό το βιβλίο, που δεν το δείχνουν πουθενά. Πρέπει κάποτε αυτό το ντοκιμαντέρ να βγει παντού, γιατί δείχνει ότι ούτε αρχαιολατρία είχε ο Ελγιν όταν έκοβε τα Μάρμαρα ούτε στον αγγλικό λαό ήθελε να τα δώσει. Οταν πτώχευσε τα πούλησε στο κράτος και το κράτος τα έδωσε στο μουσείο.
– Η επιστροφή των Γλυπτών είναι ρεαλιστικό αίτημα;
– Ναι, γιατί είναι δίκαιο αίτημα. Εχει περάσει πολύς καιρός και έχει γίνει μια μεταστροφή στην ίδια την αγγλική κοινωνία. Εμείς πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι η επιστροφή είναι θέμα που σχετίζεται με τον Πολιτισμό και με την έννοια της Δικαιοσύνης. Ενας λαός πολιτισμένος, όπως οι Αγγλοι, πρέπει να σταθεί και στον Πολιτισμό και στη Δικαιοσύνη. Ακριβώς επειδή η Βρετανία είναι μια χώρα με διεθνή εμβέλεια, δεν μπορεί παρά να υπακούσει στην έννοια του Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης. Η έννοια του Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα, θα φέρει τα Γλυπτά στην Αθήνα, στο Μουσείο της Ακρόπολης, που είναι καλύτερα οργανωμένο από το Βρετανικό Μουσείο για να τα υποδεχθεί. Μια μέρα θα έρθουν τα Γλυπτά στην Ελλάδα και ελπίζω να ζω για να το δω.














