Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Άγιος Πολύδωρος ο Κύπριος Νεομάρτυρας


Απολυτίκιον αγίου Πολύδωρα

Μέγα καύχημα της Λευκωσίας,

μέγα στήριγμα πόλεις Εφέσου,

μέγα κλέος τε των δύο πόλεων

της μεν γαρ γόνος σεπτός εχρημάτισας,

την δε τα σα επορφύρωσαν αίματα.

Αλλά πρεύσβευε Χριστώ τω Θεώ άγιε Πολύδωρε,

ίνα ρυσθώμεν κινδύνων και θλίψεων.


Το όνομά του δεν είναι γνωστό στους πολλούς. Κι όμως αποτελεί ένα πραγματικό στολίδι της νεότερης κυπριακής ιστορίας κι ένα ηρωικό μαχητή και νέο μάρτυρα της εκκλησίας μας. Ο Πολύδωρος γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου λίγο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα. Απαγχονίστηκε στη Νέα Έφεσο (Γενί Κουσάντασι), στίς 3 Σεπτεμβρίου του 1794.

Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα. Χρόνια σκοτεινά. Χρόνια μαύρης σκλαβιάς. Παρ’ όλα αυτά όμως οι γονείς του Χατζηλουκάς και Λουρδανού, άνθρωποι θεοφοβούμενοι κι ευσεβείς φρόντισαν να δώσουν στο παιδί τους μόρφωση χριστιανική και τον έστηλαν και διδάχθηκε θεολογία.

Όταν ο Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση έξυπνη και δημιουργική, επιδόθηκε στο εμπόριο. Για τις δουλειές του μάλιστα άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη και στην Αίγυπτο. Για ένα διάστημα οι συμβουλές των γονιών του, να προσέχει στις συναναστροφές του, αντηχούσαν διαρκώς στ’ αυτιά του και τον συγκρατούσαν, όμως με τον καιρό ή προσοχή χαλαρώθηκε. Σ’ ένα από τα ταξίδια του στη χώρα του Νείλου γνωρίστηκε μ’ ένα πλούσιο εξωμότη από την Ζάκυνθο και προσλήφθηκε στην υπηρεσία του. Στην εργασία αύτη συνδέθηκε και με διάφορους τύπους της ηλικίας του. Τύπους που θα ονομάζαμε σήμερα των κατωγείων, τύπους χωρίς ηθικούς φραγμούς. Και γρήγορα άρχισε να ξενυχτά, να πίνει και να μεθά, να χαρτοπαίζει και να νυχτοξημερώνεται στα διάφορα καταγώγια. Μια βράδια σ’ ένα από τα κέντρα αυτά της ηδονής παρασύρθηκε κι ήπιε τόσο που μέθυσε. Και στο μεθύσι επάνω, αλλαξοπίστησε κι ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό. Η νέα θρησκεία δεν του πρόσφερε καμιά χαρά μα ούτε μπορούσε να του προσφέρει και την ελάχιστη ψυχική ικανοποίηση. Παρά τα χρήματα που κέρδιζε και τις θέσεις και τα μεγαλεία που εξασφάλισε με τη νέα του ζωή, καμιά χαρά δεν είδε. Αντίθετα οι τύψεις που άρχισαν να ξυπνούν μέσα του και που μεγάλωναν μέρα με τη μέρα και πλήθαιναν δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Η συνείδηση του, μαστίγιο σκληρό κι ανελέητο, τον έδερνε φρικτά και χωρίς οίκτο.

Κάποια βράδια σε μια τέτοια ψυχική αναστάτωση, θυμήθηκε με γλυκιά νοσταλγία το σπίτι του. Αγράμματοι ήταν οι γονείς του μα είχαν τη μόρφωση της πίστεως και της αρετής. Πριν να πάνε για ύπνο το βράδυ γονάτιζαν όλοι μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας και προσεύχονταν να τους φύλαξει από τους Τούρκους και αυτού του Τούρκου τη θρησκεία ασπάσθηκε τώρα. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της καλής του μάνας. Του τα είπε σε μια περίπτωση, που έκανε κάτι που δεν έπρεπε κι ήταν ανήσυχος και στενοχωρημένος, Παιδί μου, του είχε πει. Την ταραγμένη συνείδηση ένα πράγμα μόνο την καθησυχάζει και την γαληνεύει: Η μετάνοια κι η εξομολόγηση.

Κι η θύμηση αυτή τον ενίσχυσε κάπως. Μα και τον έσπρωξε χωρίς καμιά καθυστέρηση ή αναβολή ν’ αφήσει την Αίγυπτο και να φύγει για τη Βηρυτό. Σαν έφτασε, με λαχτάρα έτρεξε να ιδεί τον Δεσπότη. Και όταν τον βρήκε, με βαθιά συντριβή έπεσε μπροστά του και τον παρακάλεσε να δεχθεί την εξομολόγηση του. Τα είπε όλα. Τίποτα δεν απέκρυψε. Ο Δεσπότης ένας ευλαβής κληρικός, τον άκουσε με συμπόνια και δάκρυα στοργής. Στο τέλος, αφού τον παρηγόρησε και τον ενίσχυσε, τον συμβούλεψε για ασφάλεια του και για ξεκούρασμα να καταφύγει σε κανένα μοναστήρι. Ο Πολύδωρος τον άκουσε με προσοχή. Αφού ευχαρίστησε τον καλό γέροντα έφυγε. Έσπευσε να εκτελέσει τη συμβουλή του. Κατέφυγε σ’ ένα μοναστήρι. Λίγο καιρό όμως έμεινε εκεί. Από φόβο μήπως εκθέσει τον πνευματικό του πατέρα έφυγε νωρίς. Περιήλθε διάφορους τόπους και κατέληξε στο νησί της Χίου. Εδώ επισκέφθηκε κάποιο άλλο πνευματικό, εξομολογήθηκε και πάλι με πόνο ψυχής και ζήτησε να ξαναγίνει δεκτός από την Εκκλησία. Ο πνευματικός δέχτηκε τη μετάνοια του. Του διάβασε τη συγχωρητική ευχή, τον έχρισε με άγιο μύρο και τον κοινώνησε.

Μετά την αποκατάσταση του αυτή στους κόλπους της Εκκλησίας ο Πολύδωρος αναχώρησε για τη Νέα Έφεσο. Ο πόθος του να επανορθώσει πραγματικά το αμάρτημα του, δεν τον αφήνει ήσυχο. Μια σκέψη στριφογυρίζει αδιάκοπα στο μυαλό του. Η σκέψη να επισκεφθεί τις τουρκικές αρχές και με παρρησία να διακηρύξει μπροστά σ’ αυτούς την πίστη του στον Χριστό και την αφοσίωση του στο θέλημά του. Και το ‘καμε.

Μια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά στον μουφτή και χωρίς περιστροφές τον ρώτησε:

- Πες μου, αφέντη. Είναι νόμιμο και σωστό να δώσω πίσω ένα πράγμα κάλπικο, που μου έδωκαν πριν λίγο καιρό με απάτη;

Ο μουφτής απήντησε καταφατικά. «Ναι» , του είπε, «Είναι νόμιμο».

Τότε ο Πολύδωρος πρόσθεσε:

— Δώσε μου, σε παρακαλώ, αυτή την απόφαση γραπτώς.

Ο μουφτής έγραψε την απόφαση και του την έδωσε. Μόλις ο Πολύδωρος πήρε στο χέρι την απόφαση (τον φετφά), χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε στον ιεροδικαστή (Καδή) και δείχνοντας την απόφαση του μουφτή του είπε:

— Πριν δέκα χρόνια με ξεγελάσaν και με κάμαν να αρνηθώ την πίστη μου. Πέταξα το χρυσάφι που κρατούσα για να πάρω το χώμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπάμαι γι’ αυτό που έκαμα και στενοχωρούμαι και κλαίω. Πάρτε το χώμα σας κι εγώ ξαναπαίρνω το χρυσάφι μου. Ήμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι είμαι έτοιμος να πεθάνω χριστιανός!

Στα λόγια του ομολογητή ο καδής με κόπο συγκράτησε τον θυμό του. Δοκίμασε κάτι να πει. Άρχισε τις κολακείες. Προχώρησε στις υποσχέσεις. Προσπάθησε να μεταπείσει τον Πολύδωρο τάζοντας χρήματα και θέσεις και τιμές… Και κατέληξε.

— Έναν καιρό ήσουν χριστιανός. Τώρα όμως είσαι μωαμεθανός.

— Όχι! Όχι! Διαμαρτυρήθηκε έντονα ο Πολύδωρος. Είμαι χριστιανός. Και θα πεθάνω χριστιανός.

Ο καδής δεν απογοητεύθηκε. Συνέχισε τις υποσχέσεις. Υποσχέσεις δελεαστικές. Απίθανες. Μα τίποτα. Στο τέλος, σαν αντιλήφθηκε, πώς οι προσπάθειες του ήταν χαμένες, διέταξε να αρπάξουν τον Πολύδωρο, να τον κλείσουν στη φυλακή και ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια.

Όλη νύχτα οι δήμιοι βασάνιζαν τον μάρτυρα. Να αριθμήσει κανείς τα βασανιστήρια; Είναι αδύνατο. Τούτο μόνο λέγουμε. Την επομένη ο Πολύδωρος με το πρόσωπο αλλοιωμένο από τις ολονύχτιες κακώσεις και το κορμί τσακισμένο από τους αλύπητους ξυλοδαρμούς οδηγήθηκε μπροστά σ’ ένα συμβούλιο από Τούρκους άρχοντες. Για δεύτερη φορά ο Πολύδωρος με παρρησία ζηλευτή διακήρυξε πάλι την πίστη του στον Χριστό και την αμετάκλητη απόφαση του να πεθάνει γι’ Αυτόν. Σ’ όλες τις απειλές και τις πιέσεις πού του έκαμναν η απάντηση του ήταν:

— Είμαι χριστιανός! Θα μείνω χριστιανός! Και θα πεθάνω χριστιανός.

Η άκαμπτη επιμονή του είχε εξοργίσει όλα τα μέλη του Συμβουλίου, που για να δώσουν μια διέξοδο στο αδιέξοδο, διέταζαν να ρίξουν και πάλι τον άγιο στη φυλακή και να επαναλάβουν τα βασανιστήρια. Οι δήμιοι με ασυγκράτητη μανία άρπαξαν το θύμα ξανά και το πέταξαν σ’ ένα σκοτεινό κελί. Εκεί με καννιβαλίστικο πάθος, τόσο γνωστό και στην εποχή μας, άρχισαν το μακάβριο έργο τους. Έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του μάρτυρος για να μη μπορεί να μετακινηθεί και με μαστίγια τον κτυπούσαν συνέχεια παντού. Το άγιο κορμί έγινε μια πληγή από την οποία το αίμα έτρεχε άφθονο. Ύστερα του έβαλαν σίδερα καυτά και τούβλα πυρωμένα στους ώμους και τις μασχάλες. Επιπλέον παρενέβαλαν μια ράβδο σιδήρου στο πέος του,ενώ άλλοι την ίδια ώρα του φορούσαν στο κεφάλι ένα πυρακτωμένο τάσι για σκούφο. Δεν θα αναφέρουμε άλλα βασανιστήρια. Μας είναι αδύνατο. Άλλωστε και να τ’ ακούει κανείς δυσκολεύεται, τούτο μόνο σημειώνουμε. Ο καρτερόψυχος ομολογητής τα υπέμεινε όλα με θάρρος και καρτερία μοναδική. Τα υπέμεινε προφέροντας με πίστη: «Κύριε, συγχώρησε με». Είχε πια αποφασίσει τον θάνατο κι έτσι ο πόνος δεν τον φόβιζε.

Με τα μαρτύρια πέρασε όλη η νύχτα. Όταν ξημέρωσε, μερικοί δήμιοι πήραν τον μάρτυρα και τον οδήγησαν με φωνές και βρισιές στην πλατεία, μπροστά στον κριτή, πού περίμενε καθισμένος σε μια ψηλή εξέδρα ανάμεσα σε πολλούς επίσημους μωαμεθανούς.

Λίγο πιο κάτω ήταν στημένη μια αγχόνη. Ο μάρτυρας κοίταξε πρώτα την αγχόνη κι υστέρα τον κριτή. Ένα αίσθημα παρηγοριάς ένοιωσε βλέποντας την πρώτη. Μια αηδία σαν αντίκρισε τον δεύτερο.

— Άϊ! τι λες; του φώναξε ο κριτής μ’ ένα γέλιο σαρδόνιο. Έβαλες μυαλά ή ακόμα επιμένεις στις απόψεις σου;

— Τα μυαλά μου τάχασα μόνο, όταν παρασύρθηκα κι αντάλλαξα την πίστη μου με τη δική σας. Τρέλα είναι να πετά κανείς το χρυσάφι, για να πάρει το χώμα. Τώρα τα έχω τετρακόσια τα μυαλά μου. Τώρα πού ξαναγύρισα στον Χριστό μου. Στα λόγια του μάρτυρα ο κριτής έχασε την υπομονή και φώναξε:

— Κρεμάστε τον γκιαούρη να γλυτώσουμε. Κρεμάστε τον. Είναι αγύριστο κεφάλι. Οι δήμιοι οδήγησαν τον Πολύδωρο προς την αγχόνη. Κι αυτός αφού με σταθερό βήμα πλησίασε, ασπάστηκε με σεβασμό το σχοινί της, έκαμε μ’ ευλάβεια τον σταυρό του και γαλήνιος δέχτηκε το σχοινί στον λαιμό του. Ο δήμιος έσυρε το σχοινί. Το κορμί υψώθηκε μετέωρο, ενώ η αγία ψυχή του μάρτυρα πέταξε στα γαλανά χάη του ουρανού.Το άγιο λείψανο έμεινε τρεις μέρες στην αγχόνη. Την τρίτη μέρα οι Τούρκοι διέταξαν τους χριστιανούς να το πάρουν και να το θάψουν. Μερικές αγνές ψυχές χριστιανοί αλλά και παραδόξως μουσουλμάνοι κατέβασαν το άγιο σκήνωμα απ’ την αγχόνη, το ξέπλυναν με καθαρό νερό και το έθαψαν κοντά στο νεκροταφείο των αρμενίων ραίνοντας το με τα δάκρυα του θαυμασμού και της αγάπης τους.

Σήμερα η κάρα του Αγίου φυλάσσεται στο Ναό της Αγίας Αικατερίνης Πλάκας στην Αθήνα.

Θα το μεθύσουμε τον ήλιο σίγουρα ΝΑΙ!

"κύριε" Πρόεδρε έλα πάμε άλλη μια φορά ...
 
θα τον τρελάνουμε το φίλο σίγουρα ναι,
με το νταούλι και με το ζουρνά,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.
Με το νταούλι και με το ζουρνά,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.

Γελά ο ήλιος κι αμολιέται στα στενά,
χορεύει πάνω στο νταούλι κι αρχινά,
το κόκκινο για τη ροδιά,
το πράσινο για τα παιδιά,
για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά.
Το κόκκινο για τη ροδιά,
το πράσινο για τα παιδιά,
για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά.

Θα το μεθύσουμε τον ήλιο σίγουρα ναι,
θα τον τρελάνουμε το φίλο σίγουρα ναι,
με το νταούλι και με το ζουρνά,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.
Με το νταούλι και με το ζουρνά,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.

Γελά ο ήλιος κι αμολιέται στα στενά,
χορεύει πάνω στο νταούλι κι αρχινά,
το κόκκινο για τη ροδιά,
το πράσινο για τα παιδιά,
για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά.
Το κόκκινο για τη ροδιά,
το πράσινο για τα παιδιά,
για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά.

Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο σίγουρα ναι,
θα τον κρατήσουμε τον ήλιο σίγουρα ναι,
πάνω στις στέγες μέσα στις καρδιές,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.
Πάνω στις στέγες μέσα στις καρδιές,
καλημέρα ήλιε καλημέρα.


25 Μαρτίου 2026

25η Μαρτίου 1821: Η συμβολή των Κυπρίων στην ελληνική επανάσταση

 25η Μαρτίου 1821: Η συμβολή των Κυπρίων στην ελληνική επανάσταση - φωτό: web

Περίπου 1000 Κύπριοι πολέμησαν στην Ελληνική Επανάσταση και αρκετοί εξ αυτών έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των μαχών. Ακόμα περισσότερα ήταν τα θύματα των αντιποίνων από τους Τούρκους στην Κύπρο για τη συμμετοχή Κυπρίων στον απελευθερωτικό αγώνα. 

Η υπόσχεση του Κυπριανού έγινε πράξη το 1821, όταν ο ναύαρχος Κανάρης με τα καράβια του έφτασε στην Κύπρο για να τα φορτώσει με προμήθειες για τους επαναστατημένους Έλληνες, χρήματα, αλλά και με Κύπριους εθελοντές που ήθελαν να ενισχύσουν τον αγώνα για την απελευθέρωση. Υπάρχουν καταγεγραμμένα επίσης στη διάρκεια της Επανάστασης δρομολόγια ελληνικών πλοίων από και προς την Κύπρο, όπου φορτώνονταν με αναγκαίες προμήθειες.

Η Φάλαγγα των Κυπρίων

Είναι σχετικά γνωστή η δράση της λεγόμενης «Φάλαγγας των Κυπρίων» στην Ελληνική Επανάσταση. Πρόκειται για μία ομάδα Κύπριων στρατιωτών, με επικεφαλής τον στρατηγό Χατζηπέτρο, που πολέμησαν με ιδιαίτερη γενναιότητα σε διάφορες μάχες. Είχαν μάλιστα και τη δική τους σημαία, που ήταν λευκή με έναν μπλε σταυρό στη μέση και στο ένα τεταρτημόριο έγραφε: «Σημαία ελληνική πατρίς Κύπρου». Η σημαία αυτή εκτίθεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

Ο συνολικός αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που πολέμησαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Επανάστασης υπολογίζεται στους 1.000. Από πηγές της εποχής προκύπτει ότι περίπου 130 Κύπριοι έχασαν τη ζωή τους στη Μάχη των Αθηνών, ενώ Κύπριοι ήταν και μεταξύ των νεκρών της εξόδου του Μεσολογγίου. Μάλιστα, στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου υπάρχει ένα μνημείο αφιερωμένο στους Κύπριους πεσόντες.

Έχει μείνει ιστορική μία ρήση του στρατηγού Χατζηπέτρου για τον ηρωισμό που επέδειξαν οι άνδρες της Φάλαγγας των Κυπρίων στις μάχες όπου συμμετείχαν. Δείχνοντας τα παράσημα στη στολή του, έλεγε: «Αυτά μου τα ‘δωκεν ο ηρωισμός και η παλικαριά των Κυπρίων Φαλαγγιτών».Αξίζει να σημειωθεί ότι η Φάλαγγα των Κυπρίων ανασυγκροτήθηκε και πάλι με ηγέτη τον στρατηγό Χατζηπέτρο το 1853 και πολέμησε στη Θεσσαλία.

Τα σκληρά αντίποινα των Οθωμανών

Πίσω στην Κύπρο, οι Ελλαδίτες προσπαθούσαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο την εξέγερση κατά των Οθωμανών, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους. Αυτό φυσικά εξόργισε τους Οθωμανούς, που προέβησαν σε θηριωδίες για να κάμψουν το φρόνημά τους και να τιμωρήσουν όσους ενίσχυαν τον ελληνικό αγώνα, αποτρέποντας έτσι και μία ενδεχόμενη εξέγερση επί κυπριακού εδάφους.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε να αφοπλιστούν όλοι οι Έλληνες της Κύπρου, και ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός τους κάλεσε να υπακούσουν, προκειμένου να κατευνάσει τις υποψίες των Οθωμανών ότι σχεδιαζόταν εξέγερση επί κυπριακού εδάφους. Όμως παρά τις παραινέσεις του, ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς (που αργότερα πολέμησε στην Επανάσταση) επιχείρησε να ξεσηκώσει τους κατοίκους της Λάρνακας μοιράζοντας επαναστατικά φυλλάδια, μία κίνηση που εξόργισε τους Τούρκους.

Ο ίδιος ο Κυπριανός, βέβαια, γνώριζε καλά πως οι Οθωμανοί ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση και έψαχναν μία αφορμή για να τον εκτελέσουν, λόγω των πατριωτικών του αισθημάτων. Σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Τζον Καρν, που είχε συνομιλήσει μαζί του στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Κύπρο, ο Κυπριανός του είχε πει: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω ότι περιμένουν μία ευκαιρία να με σκοτώσουν». Είχε μάλιστα τη δυνατότητα να φυγαδευθεί εκτός Κύπρου για να γλιτώσει, όμως ο ίδιος επέλεξε να μείνει εκεί.

Στις 9 Ιουλίου του 1821 ο πασάς Κιουτσούκ Μεχμέτ, ο τοπικός Οθωμανός κυβερνήτης, μετά από εντολή του σουλτάνου, κάλεσε σε συνάντηση στη Λευκωσία τους εκκλησιαστικούς ηγέτες και τους προκρίτους της Κύπρου. Εκεί εκτυλίχθηκε το μεγάλο δράμα: οι οθωμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν δι' απαγχονισμού τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τον αρχιδιάκονο Μελέτιο, και αποκεφάλισαν τους μητροπολίτες Πάφου, Κηρυνείας και Κιτίου.

Όμως αυτή ήταν μόνο η αρχή, καθώς τις επόμενες μέρες έφτασαν στο νησί 4.000 στρατιώτες από τη Συρία (ή από την Αίγυπτο, σύμφωνα με άλλες ιστορικές πηγές), οι οποίοι προχώρησαν σε μαζικές εκτελέσεις Κυπρίων που θεωρήθηκαν ύποπτοι για υποκίνηση πατριωτικών αισθημάτων στον ελληνόφωνο πληθυσμό. Εκτιμάται ότι μέσα σε πέντε μέρες εκτελέστηκαν δι' απαγχονισμού ή αποκεφαλισμού τουλάχιστον 470 Κύπριοι.

Τα αντίποινα των Οθωμανών συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης και εκτιμάται ότι πάνω από 2.000 ήταν οι Έλληνες της Κύπρου που σφαγιάστηκαν συνολικά.

«H 9η Ιουλίου 1821 εν τη Λευκωσία Κύπρου»

Τα γεγονότα της 9η Ιουλίου 1821 κατέγραψε σε ένα μνημειώδες ποίημά του ο Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Πρόκειται για το ποίημα «Η 9η του Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», το οποίο αποτελείται από 24 ραψωδίες και 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Γραμμένο σε κυπριακή διάλεκτο, μεταφέρει με γλαφυρό τρόπο τον απαγχονισμό του Κυπριανού και τα όσα προηγήθηκαν, αναδεικνύοντας τον πατριωτισμό του αρχιεπισκόπου και την αγριότητα των Οθωμανών.

Σχετικές για το θέμα είναι και οι αναφορές του Δρ.Ντίνου Αυγουστή σε δημοσίευμα της εφημερίδας Σημερινή τον Μάρτιο του 2019 όπου αναφέρει ότι παρά τους εξανδραποδισμούς και τις εκτελέσεις, εκατοντάδες Έλληνες της Κύπρου θα μεταβούν στην Ευρώπη και την επαναστατημένη Ελλάδα και θα δώσουν βροντερό «παρών» στον πανελλήνιο απελευθερωτικό αγώνα. Ο Κανάρης φθάνει συχνά με τα καράβια του στις ακτές της Κερύνειας και τα φορτώνει πολεμιστές και κάθε είδους υλική βοήθεια. Πολλοί εκποίησαν τις περιουσίες τους για τους σκοπούς της Επανάστασης.

Αναφορά γίνεται σε ποιητική μαρτυρία του εθνικού ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη για τον απόπλουν επαναστατών από την Καρπασία, οι οποίοι είχαν ως όραμά τους τη Μεγάλη Ελλάδα: «Είπαν μου πώς εφύασιν ποτζιεί που το Καρπάσιν μια κοπή παίδκιοι τοπιανοί τζιαι πώς επήαν πέρα, πέρα στους λας που πολεμούν τζιαι παν κατά την Πόλη».

Εκατοντάδες εθελοντές

Οι Κύπριοι εθελοντές, εκτός από την ένταξή τους σε διάφορα στρατιωτικά Σώματα, είχαν δημιουργήσει και δικό τους λόχο, με δικό τους λάβαρο, λευκό με γαλανό μεγάλο σταυρό στη μέση, που στο επάνω μέρος υπήρχε γραμμένη η ένδειξη «ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΥΠΡΟΥ».

Συγκλονιστικές είναι οι έγγραφες μαρτυρίες μεγάλων προσωπικοτήτων της Επανάστασης, όπως των Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Μακρυγιάννη, Κανάρη, Νοταρά, Γιατράκου και πλήθος άλλων κορυφαίων ηγετών και οπλαρχηγών, μέσα από τις οποίες υμνούνται οι Έλληνες Κύπριοι που ήρθαν το 1821 στην επαναστατημένη Ελλάδα και πολέμησαν παντού - στα ελληνικά Αρχεία καταγράφονται πέραν των 580 επίσημα. Ωστόσο άλλοι μιλούν για πολύ μεγαλύτερο αριθμό εθελοντών πολεμιστών, αφού ήταν αδύνατον να καταγραφούν όλοι.

Πολλοί που επέζησαν των μαχών έμειναν για το υπόλοιπο της ζωής τους στην Ελλάδα, όπως ο Ιωάννης Σταυριαν?ς, που έφτασε στον βαθμό του ταγματάρχου Χωροφυλακής. Ο Φιλικός Χαράλαμπος Μάλης διετέλεσε γραμματέας του Πατριάρχου Αντιοχείας Ανθέμιου και αργότερα διδάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1822 διορίστηκε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Θρησκείας της πρώτης επαναστατημένης Κυβέρνησης.

Στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, το Αρχείο της Βουλής, το Αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, το Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, το Γενικό Αρχείο του Κράτους, τα Αρχεία Μητροπόλεων και Μοναστηριών και άλλες πολλές ιστορικές πηγές αναφέρονται πολλές λεπτομέρειες για τη συμμετοχή των Ελλήνων της Κύπρου στην Εθνική Παλιγγενεσία.

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο βιβλίο του Πέτρου Παπαπολυβίου, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, με τίτλο «Πτυχές και διαθλάσεις του κυπριακού 1821: Πρόσωπα, σχέδια και σκιές» (Λευκωσία: Ρίζες 2022, σελ. 446).

Η έκδοση διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη και στο Επίμετρο, που αντιστοιχούν, συνολικά, σε 14 κεφάλαια. Παρουσιάζουν ποικίλες πτυχές του θέματος, με την έμφαση να δίνεται στο ζήτημα της κυπριακής συμμετοχής στην Επανάσταση, την ανάδειξη του ρόλου συγκεκριμένων προσώπων και του κατοπινού αντίκτυπου του 1821 στην Κύπρο. Το βιβλίο κλείνει ο κατάλογος 294 Κυπρίων αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, που καταρτίστηκε με βάση την ειδική και γενική βιβλιογραφία, τα απομνημονεύματα των οπλαρχηγών, την έρευνα στον Τύπο των επαναστατικών και των πρώτων μεταπελευθερωτικών χρόνων και σε διάσπαρτες αρχειακές πηγές. Ο κατάλογος δεν είναι ο «οριστικός», αλλά είναι ο πληρέστερος μέχρι σήμερα.

πηγή 

Hüseyni Saz Semâî - Lavtaci Andon

 Ο Αντώνης Κυριαζής (Lavtaci Andon) γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στην Πόλη και ήταν ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέρφια Γιάννη (Civan), Χρήστο και Εριφύλη. Έπαιζε λαούτο (εξ ου και lavtaci, δηλ. λαουτιέρης) και ούτι και με τα αδέρφια του είχαν την περίφημη ορχήστρα μουσικής Fasıl κι έπαιζαν στα μεγάλα meyhane του Πέραν. Συχνά με την ορχήστρα τους επισκέπτονταν το Παλάτι όπου έδιναν παραστάσεις και τύγχαναν της εύνοιας του Σουλτάνου και των αξιωματούχων. Ο Αντώνης Κυριαζής συνέθεσε κυρίως οργανικές συνθέσεις και λίγα τραγούδια. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι τα Hüseyni Peşrev και Saz Semai, τα οποία περιλαμβάνονται πολύ συχνά σε κλασικές φόρμες Fasıl μουσικής. Πέθανε το 1925 στο Σκουτάρι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Η γερόντισσα Γαλακτία

 Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα


μέχρι τα βαθειά γεράματα, σκορπούσε
έδιδε τοις πένησι
Ήταν γερόντισσα χειρουργημένη
και στα δύο πόδια, αλλά
έστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό
για να μη στερηθούν
οι μοναχικοί γέροντες της γειτονιάς.
Γι'αυτό λίγο πριν το τέλος
την επισκέφθηκαν ανάμεσα σε άλλους,
οι επτά Αρχάγγελοι που μεταφέρουν
τις προσευχές των Αγίων από τη γη
στον ουρανό.
Της συστήθηκαν με τα ονόματα τους
που δεν τα λησμόνησε, αλλά τα ενέταξε
στην καρδιακή μνήμη της
Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ, Ουριήλ, Ραμαήλ, Φαναήλ Θαναήλ.
Ο Ουριήλ της είπε ότι φυλάει την άβυσσο. Σήκωσαν ψηλά τις ρομφαίες και τις έκαναν ρεκάπιτο όπως είπε, για να περάσει.
Την οδήγησαν σε ένα πάγχρυσο παλάτι.
Είναι ο τόπος της κατοικίας σου της είπαν.
Στη μέση ξεχείλιζε ένα ολόχρυσο δοχείο που ανέβληζε κρυστάλλινο νερό. Ρώτησε.
Τί είναι αυτό; Είναι το δοχείο της καρδιάς σου απάντησαν και ξεχειλίζει η αγνότητά σου
η σιωπή σου, η ταπεινοφροσύνη σου
και οι ελεημονίες σου .
Την ευχή της να έχουμε

Μυθολογικά ονόματα που αποδίδουν εκ των υστέρων ιδιότητες ~


Η γενική αρχή της ονοματοδοσίας είναι ότι τα ονόματα δίνονται σε ένα πρόσωπο προληπτικά, δηλαδή εκ των προτέρων, ώστε να του αποδώσουν ιδιότητες. Στα μυθικά πρόσωπα, όμως, καθώς και σε όσους το όνομά τους έχει μεταφερθεί μέσω της παράδοσης, η κατονομασία συχνά γίνεται εκ των υστέρων, βάσει γνωστών χαρακτηριστικών ιδιοτήτων των προσώπων αυτών.
 
 
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Μυθολογικά ονόματα που αποδίδουν દ των υστέρων ιδιότητες 63. Names that dedte dedatie defiect the Ρ/Αίσωπος Plaros, bA spetost.iongie, nuskok donbe, ce for ike ames havdier suad iedenoo masks, Καλυψώ saratavo sedier. fcit dene ΠΑχιλλέας snii sxove Oxnion; vorrknegepuire. Ορφέας te five snuds leaket. -burd: notulivar fiouon Cheailon, chanie Navnets lessal 03 Blatkucposet esal) adcc'sear nade(Dayoż), ar acaiwet, hawafce and pinsiuis, ,thth paoperdtard Ix.hs giuls waes, Rundy, Cheilon, won hare: lesegetis OD epeenoros he. '4aro suart ams.tepeald? Icotaures that fous tnd he mod: Seeson, the r, .Μπαμπινιώτη, Μπαμπι ιιώτη, Λεξικό Κυρίων ΛεξικόΚυρίωνΟνομάτων Ονομάτων"
 
◾ "Αίσωπος"
Το όνομα "Αίσωπος", του μεγάλου αρχαίου Έλληνα μυθοποιού του 6ου αιώνα π.Χ., είναι μάλλον σύνθετο από το αρχαίο "αἶσα" («μοίρα, πεπρωμένο» – πβ. το επίθετο "αίσιος") και το θέμα "-ωπ-" της λέξης "ὄψ, ὀπ-ός" («όψη» – πβ. "οπή", "όψη").
📌 Ετυμολογική σημασία → «Αυτός που βλέπει το πεπρωμένο».
◾ "Αχιλλέας"
Το όνομα "Αχιλλέας" ("Ἀχιλλεύς") του κορυφαίου ήρωα της "Ιλιάδας" έχει προταθεί ότι προέρχεται από τις λέξεις "ἄχος" («θλίψη, πόνος» – πιθανόν μέσω υποκοριστικού "ἀχ-ίλος") και "λαός" (σύνηθες β΄ συνθετικό σε ονόματα, πβ. "Ἀγησί-λαος", "Ἀρχέ-λαος" κ.ά.).
📌 Ετυμολογική σημασία → «Αυτός που προξενεί θλίψη / πόνο στους ανθρώπους» (ίσως υπονοώντας τους αντιπάλους του).
◾ "Καλυψώ"
Η νύμφη "Καλυψώ", που υποδέχθηκε και κράτησε τον Οδυσσέα στο νησί της Ωγυγία για επτά χρόνια, έχει όνομα που, σύμφωνα με μία εκδοχή, σχηματίστηκε από το ρήμα "καλύπτω".
📌 Ετυμολογική σημασία → «Αυτή που προσπαθεί να κρύψει» (υπονοώντας την επιθυμία της να κρατήσει τον Οδυσσέα για πάντα κοντά της, νέο και αθάνατο).
◾ "Ορφέας"
Το όνομα "Ορφέας", σύμφωνα με μία εκδοχή, ανάγεται στο Ι.Ε. "orbho-" («ορφανός»).
📌 Ετυμολογική σημασία → Αν ληφθεί υπό ευρύτερη έννοια, μπορεί να σχετίζεται με το ότι ο μυθικός Ορφέας είχε στερηθεί τη σύζυγό του, "Ευρυδίκη".
◾ "Πανδώρα"
Σύμφωνα με τη μυθολογία, στη "Πανδώρα" δόθηκε από τους θεούς ως γαμήλιο δώρο ένα πιθάρι (το γνωστό "κουτί της Πανδώρας"), το οποίο περιείχε όλα τα δεινά και που, όταν εκείνη το άνοιξε, τα άφησε να ξεχυθούν στον κόσμο.
📌 Ετυμολογική σημασία → Το όνομά της είναι σύνθετο από "παν-" και "-δώρα", άρα σημαίνει:
◆ ⅰ) «Αυτή που είναι προικισμένη με όλα τα δώρα από τους θεούς»
◆ ⅱ) «Αυτή από την οποία εκπορεύονται όλα τα δώρα προς τους ανθρώπους»
◾ "Δώρος"
Το όνομα "Δώρος", του μυθικού γιου του "Έλληνος" και εγγονού του "Δευκαλίωνος", αναφέρεται στην αρχαία γραμματεία ως ο φερώνυμος μυθικός πρόγονος των "Δωριέων".
📌 Ετυμολογική σημασία → Είναι πιθανό ότι σχηματίστηκε από το εθνωνυμικό "Δωριεῖς", προκειμένου να δικαιολογήσει την ονομασία αυτού του λαού.
◾ "Καλλιόπη"
Η "Καλλιόπη", Μούσα της επικής και λυρικής ποίησης, έχει όνομα που προέρχεται από τα "καλλι-" και "-όπη", από τη λέξη "ὄψ, ὀπός" («φωνή»).
📌 Ετυμολογική σημασία → «Αυτή που έχει όμορφη φωνή» (καλλίφωνη).
❧ Έτσι, στα μυθολογικά ονόματα συχνά παρατηρούμε μια αναδρομική διαδικασία ονοματοδοσίας, όπου η σημασία του ονόματος διαμορφώνεται βάσει των ιδιοτήτων και του ρόλου που αποδίδεται στο κάθε πρόσωπο μέσα στον μύθο.
______
🗒από Γ. #Μπαμπινιώτη, Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, bit.ly/3z9gwF8, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 63. Μυθολογικά ονόματα που αποδίδουν εκ των υστέρων ιδιότητες

ΛΑΜΠΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ

Το σύστημα τους στην κυριολεξία έχει αφηνιάσει και δεύτερη ανάρτηση μας έριξαν για το ίδιο θέμα.

ΔΕΝ ΜΑΣΆΜΕ ΡΕ!!!


Άλλα δεν μασάμε …ΕΔΩ   


Άγιο Όρος: Μαρτυρίες του Γέροντα Προδρόμου

 Το euronews στη σειρά ντοκιμαντέρ «Στα μονοπάτια του Αγίου Όρους», βρέθηκε και στο Ιερό Κελί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις Καρυές όπως είδαμε στο 4ο μέρος του μεγαλού οδοιπορικού μας. Μετά από 50 χρόνια μοναστικής ζωής, οι μαρτυρίες του Γέροντα Προδρόμου αποτελούν διδαχές ζωής, τόσο για τους μοναχούς όσο και για τους προσκυνητές. Παραγωγή: Βασίλης Μπίτσης

Γέροντας Αυξέντιος Γρηγοριάτης (1892 - 1/14 Μαρτίου 1981)


Δαμασκηνού μοναχού Γρηγοριάτου. 
 
Ὁ ὁσιώτατος Μοναχός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης, ἦταν τό καμάρι καί τό στολίδι τῆς ῾Ιερᾶς  Μονῆς μας. ῏Ηταν ὁ ἀσκητής τοῦ κοινοβίου, ὁ ἀετός τῆς θείας ἀγάπης, ὁ θεωρός τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὁ περιφρονητής τῶν γηῒνων καί ἐραστής τῶν οὐρανίων. 
῏Ηταν τό καύχημα τῆς μετανοίας. ὁ πλοῦτος τῆς θείας σοφίας, ὁ δυνάστης τῶν δαιμόνων, τῆς προσευχῆς τό λαμπρότατον τέμενος, ὁ ἐπίγειος ῎Αγγελος καί οὐράνιος ἄνθρωπος.
Μέ αὐτά τά ταπεινά λόγια ἐτόλμησα στό ἐλάχιστο βέβαια, νά ἐκθειάσω τήν ὁσιακή προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς μας π. Αὐξεντίου.

Γνωρίζω τήν ἀδυναμία τῆς γλώσσης μου, νά ἐξυμνῶ τέτοιες μορφές, γι᾿ αὐτό καί ἐκ τῶν προτέρων ζητῶ  συγγνώμη.
Πολλά ἐγράφησαν ἀφ᾿ ὅτου ὁ ῞Οσιος αὐτός Μοναχός ἤλλαξε τά ἐπίγεια μέ τά οὐράνια, τά φθαρτά μέ τά ἄφθαρτα. Ἐθεώρησα ὅμως ἀναγκαῖον, ἀνάμεσα στίς ἄλλες βιογραφίες τῶν ῾Αγιορειτῶν Γεροντάδων μας, νά προσθέσω καί τόν μακαριστό π. Αὐξέντιο, περιλαμβάνοντας συνοπτικά, τά ἱστορικά στοιχεῖα γιά τήν ζωή του, τούς ἀγῶνες καί τό μακάριο τέλος του.
 Ἐπίσης θά προσθέσω καί ὅσα γεγονότα συνέβησαν μετά τήν κοίμησίν του, πρός δόξαν Θεοῦ καί ἔπαινον τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.
῾Ο Γέρων Αὐξέντιος, γεννήθηκε στήν Μάνδρα Ἀττικῆς Ἐλευσῖνος) τό 1892. Τό κοσμικό του ὄνομα, ἦταν Ἀθανάσιος Κωνσταντίνου. Προήρχετο ἀπό εὐσεβῆ οἰκογένεια. Ἀπό τήν ἐφηβική του ἡλικία ἀγάπησε τόν μονήρη βίο. Οἱ βιγραφίες ῾Οσίων Πατέρων, πού ἄπληστα ἐδιάβαζε, τοῦ εἶχαν ἀνάψει τόν ζῆλο γιά τόν ἀσκητικό μοναχισμό. ῞Οταν ἐμεγάλωσε, ὑπηρέτησε ὡς στρατιώτης τήν Πατρίδα ἐπί ἀρκετά χρόνια κατά τήν περίοδον  τῶν Βαλκανικῶν πολέμων. Ἀφοῦ μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε σῶος, ἔφυγε ἀμέσως γιά τό Μοναστήρι τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Δομβοῒτου, πού εὑρίσκεται κοντά στήν περιοχή τῆς γενετείρας του. Ἐκάρη ἐκεῖ ρασοφόρος Μοναχός καί μετ᾿ ὀλίγον ἀνεχώρησε γιά περισσότερη ἡσυχία καί προσευχή, γιά τόν εὐλογημένο ῎Αθωνα.
Στήν ῾Ιερά Μονή τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου ἦλθε τό 1920 σέ ἡλικία 28 ἐτῶν. Μετά ἕνα χρόνο, ἐκάρη Μεγαλόσχημος Μοναχός μέ τό ὄνομα Αὐξέντιος. Ἀπό τότε μέχρι τήν ἡμέραν τῆς κοιμήσεώς του, πού συνέβη τό ἑσπέρας τῆς ἀγρυπνίας τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1981, ὁ Γέροντας ἔκαιγε καί ἔλυωνε ὡς μία λαμπάδα στό Μοναστήρι μας φωτίζοντας ὅλους μέ τά ἔνθεα κατορθώματά του καί τίς πλούσιες ἐμπειρίες του. Μερικά ἀπό αὐτά θά σημειώσουμε ἐν συνεχείᾳ, ὡς φόρον τιμῆς καί ἀγάπης πρός τήν ἁγίαν του μορφή.
῾Ο Γέρο ῾Ησύχιος, ἕνα χαριτωμένο γεροντάκι τῆς Μονῆς μας, πού τώρα σέ ἡλικία 99 ἐτῶν γηροκομεῖται στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς μας, μοῦ εἶπε τά ἑξῆς:
῾Ο Αὐξέντιος, ἀδελφάκι μου, ἦταν ἅγιος ἀπό τήν μάννα του. ῏Ηλθε ἕτοιμος Καλόγερος ἀπό τό Μοναστήρι τῆς πατρίδος του. Ἐκεῖ ἔμαθε ὅλα τά καλογερικά καί ἦλθε ἐδῶ ἕτοιμος. Μαζί διακονήσαμε στό Μετόχι Βούλτσιστα τῆς Κατερίνης. Ἐκεῖνος ὑπηρέτησε ἐκεῖ ὡς μάγειρος τρία χρόνια. Ἐνῶ ὅλοι ἔτρωγαν κρέατα, αὐτός οὔτε τά δοκίμαζε, καί παραδόξως πάντα ἦταν νόστιμα. Κρατοῦσε τήν σιωπή καί τήν εὐχή.
῏Ηταν πολύ ἐργατικός. Μακάρι ν᾿ ἀξίωνε καί ἐμένα ὁ Θεός νά ἔχω τό τέλος του.
Ο γράφων ἔζησε μαζί μέ τόν π. Αὐξέντιο ἕξι χρόνια. Ἀλλά καί ἄλλοι Πατέρες, οἱ πρῶτοι ἀπό τούς νέους, ἔχουν πολλά νά διηγοῦνται γιά τήν ὁσιακή του πολιτεία.
Δέν ἀγάπησε τίποτα ἀπό τά ἐφήμερα καί ἡδέα τοῦ κόσμου. ῞Ολη του τήν προσοχή τήν εἶχε ἀνυψώσει πρός τά ἐπερχόμενα ἐπηγγελμένα ἀγαθά. Τά τελευταῖα 20 καί πλέον χρόνια, εἶχε χάσει τό φῶς τῶν σωμτικῶν ὀφθαλμῶν του, λόγῳ καταρράκτου.
Τοῦ πρότειναν οἱ Πατέρες νά βγῇ γιά νά ἐγχειρισθῇ, ἀλλά δέν δέχθηκε καί προτίμησε νά παραμείνη τυφλός, μέχρι τοῦ θανάτου του.
῾Υπηρέτησε σέ πολλά διακονήματα τῆς Μονῆς, ὅπως στήν ἐκκλησία, στόν μῦλο, στό μαγειρεῖο, στά Μετόχια, στούς κήπους μέ ὑποδειγματική ἐργατικότητα καί ἐγρήγορσι στήν εὐχή. Στό μῦλο αὐτός κατεσκεύασε τά πεζούλια, ἔκτισε τίς μάνδρες, ἔβγαλε τά χαλίκια ἀπό τά κηπάρια καί τά καλλιέργησε γιά πρώτη φορά. 
Κάποια φορά ἐκινδύνευσε ἀπό τίς σφαῖρες ἑνός κυνηγοῦ. ῏Ηταν νύκτα καί ἔβγαζε τά χαλίκια ἀπό τόν κῆπο ἔξω. Κάποιος κυνηγός νόμισε ὅτι ἐκεῖ μέσα στούς θάμνους ἦταν ἀγριόχοιρος. Θά πυροβολοῦσε, ἀλλά ἡ Θεία Χάρις τόν ἔσωσε.
Ποτέ δέν ἐπεδίωξε στήν Μονή νά πάρῃ ἀξιώματα. ῏Ητο εὐχαριστημένος μέ τό κατ᾿ ἔτος διακόνημά του καί τήν ἀμίμητον πτωχεία του. Στό κελλί του εἶχε μόνο τό ξυλοκρέβατό του, μία διχαλωτή καρέκλα, ὅπου τίς νύχτες ἔκανε τίς ἀγρυπνίες του, λίγες εἰκόνες καί τά ἐλάχιστα χιλιομπαλωμένα ροῦχα του. Κρατοῦσε ἀκόμη τό ζωστικό του, τό ὁποῖο ἔρραβε ὁ ἴδιος μέ σακορράφα καί κλωστή σπάγγο.
Εἶχε τόσο πολύ φθαρεῖ, ὥστε σήμερα δέν διακρίνεται ἀπό τά πολλά μπαλώματα τό ἀρχικό του ὕφασμα. Κάποιος Μοναχός, ὁ μακαρίτης π. Ἀνδρέας, ἐνῶ ἤξερε ὅτι ὁ Γέρο Αὐξέντιος δέν φορεῖ, οὔτε ζητεῖ καινούργοια ροῦχα, πῆγε ἕνα ἀπόγευμα ἔξω ἀπό τό κελλί του. Πῆρε τό κουρελιασμένο παντελόνι τοῦ παπποῦ καί κρέμασε ἕνα ἄλλο καινούργιο.
῾Ο παπποῦς τήν ἄλλη ἡμέρα ζητοῦσε τό δικό του. Δέν τό βρῆκε, μά οὔτε καί διαμαρτυρήθηκε. Μετά ἀπό ἕξι ἡμέρες, ἀφοῦ ὁ π.'Ανδρέας διεπίστωσε ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνῃ τίποτε, ἐπῆγε, ἐπῆρε τό δικό του καί κρέμασε πάλι τό παλιό παντελόνι τοῦ Γέροντος.
Ἀγαποῦσε πολύ τίς Ἀκολουθίες. Πρίν ἀρχίσουν ἔπιανε τόν τοῖχο καί σιγά-σιγά ψελλίζοντας τήν εὐχή ἤ τούς Χαιρετισμούς κάποιου ῾Αγίου, κατευθυνόταν πρός τήν ἐκκλησία.
῞Οταν κάποια φορά ἔπεσε καί κτύπησε, δέν ζήτησε βοήθεια, ἀλλά οὔτε καί σταμάτησε νά ψιθυρίζῃ τήν εὐχή. Στά νειᾶτα του, φλογισμένος ἀπό τόν πόθο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀνεχώρησε γιά τό Κάθισμα τῆς Παναγίας, πού ἀπέχει ἀπό τήν Μονή 15 λεπτά.
Σέ ἕνα μῆνα ἐπέστρεψε. 
Τόν ρώτησα γιατί γύρισες Γέροντα; Μοῦ ἀπήντησε: «Εἶχε πάει χωρίς τήν εὐλογία τῆς Μονῆς καί μέ ἐνωχλοῦσε ὁ λογισμός. Ἐπί πλέον ἔμαθαν οἱ Χριστιανοί, ὅτι κάποιος ἀσκητεύει ἐκεῖ καί ἤρχοντο νά μοῦ ζητήσουν συμβουλές. Ἐγώ βέβαια ἐκρυβούμουν στό δάσος, ἀλλά δέν μποροῦσε νά γίνεται αὐτό κάθε ἡμέρα. ῎Ετσι προτίμησα νά κατέβω πάλι στήν Μονή γιά νά ἀγωνισθῶ χωρίς νά μέ ξέρῃ κανείς». 
Η βία του στή σιωπή καί στήν εὐχή, ἦταν χαρακτηριστική καί ἀπό τό ἑξῆς γεγονός: Κάποτε ὅταν τόν διακονοῦσα, διηγεῖται ὁ ἀδελφός π,. Βασίλειος, ἠθέλησε ἕνας ἄλλος ἀδελφός νά τόν συνοδεύῃ μετά τόν ῾Εσπερινό γιά τό κελλί του. Στό δρόμο ἐσκέφθηκε νά τοῦ ὁμιλῇ διάφορα πράγματα διά νά διασκεδάσῃ τήν τύφλωσί του.
῞Οταν τόν μετέφερε στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, τοῦ εἶπε μέ αὐστηρό ὕφος: «Θέλω νά μέ ὁδηγῇς χωρίς νά μοῦ μιλᾶς, γιατί θέλω νά λέω τήν εὐχή».  Συχνά ὅμως ἐπήγαινε ὁ Παπποῦς μόνος του στήν ἐκκλησία, ἀκουμβῶντας στόν τοῖχο καί ψηλαφῶντας τούς χώρους πού εὕρισκε μπροστά του. 
Μάλιστα δέ μέ τά δεξί του χέρι ἀκουμβοῦσε στόν τοῖχο καί μέ τό ἀριστερό του ἔκλεινε τό αὐτί του γιά νά μή ἀκούῃ συνομιλίες τῶν κοσμικῶν προσκυνητῶν. ῎Ετσι ζοῦσε μυστικά μέ τήν ἀδιάκοπη προσευχή στήν καρδιά τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἐμποδίζοντας κάθε τι τό ἐξωτερικό στήν νοερά ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό.
Στήν ἐκκλησία καί τίς Ἀκολουθίες, μᾶς ἔλεγε ὅτι αἰσθάνεται εὐλευθερία, γι᾿ αὐτό καί ἐρχόταν πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους. Ἀφοῦ προσκυνοῦσε ὅλες τίς εἰκόνες, φορητές καί τοιχογραφίες, στεκόταν στό μόνιμο στασίδι του, τό πρῶτο δεξιά στόν κυρίως Ναό.
Πρίν ἀρχίσει ἡ Ἐννάτη ῞Ωρα ρωτοῦσε, ἄν ἄκουγε ὅτι κάποιος περνοῦσε ἀπό δίπλα του: «Ποῖος ῞Αγιος γιορτάζει αὔριο;». Ἀπ᾿ ἐκείνη τήν στιγμή θά ἄρχιζε νά κάνῃ κομποσχοίνι γιά τόν ῞Αγιο τῆς αὐριανῆς ἡμέρας.
Ἐγνώριζε δέ μέ κάθε λεπτομέρεια τήν τάξι τῶν ἀκολουθιῶν. 'Εάν κάποιος παρέλειπε κάτι ἀπό ἄγνοια ἤ ἀπροσεξία, τόν διώρθωνε λέγοντάς του, π.χ. Δόξα Πατρί, λέγε. Ἐάν ὁ διαβαστής δέν ἄκουγε ἤ ἀδιαφοροῦσε, τοῦ ἔλεγε μέ αὐστηρό ὕφος: «ἑβραῖος εἶσαι καί παραλείπεις τά μισά;»
Στό κελλί του εἶχε δύο μικρά μεταλλικά κουτιά ἀπο γάλα βλάχας. Τό ἕνα τό χρησιμοποιοῦσε γιά νά πίνῃ τό νερό, καί τό ἄλλο γιά τό κρασί. Ἐπειδή αὐτά εἶχαν σκουριάσει, σκέφθηκα νά τά πετάξω καί νά βάλω καινούργια ἀνοξείδωτα. Τοῦ τό εἶπα, ἀλλά ἦταν ἀνένδοτος. Δέν ἤθελε πολυτέλειες. Ἀρκεῖτο στά ἀπολύτως ἀναγκαῖα.
Δέν ἤθελε νά κουράζῃ κανέναν, γι᾿ αὐτό δέν ζήτησε οὔτε νά τοῦ ἀσπρίσουν τό κελλί, οὔτε νά τοῦ διορθώσουν τήν πόρτα ἤ τό παράθυρα, οὔτε ζήτησε ἄλλα ροῦχα.
῎Εμεινε μέ τά παλιά, πού εἶχαν γίνει κουρέλια.
῞Οταν τόν ἐρωτοῦσα: «Τί θέλεις νά φᾶς; Μοῦ ἔλεγε: «῞Ο,τι ἔχῃ ἡ τράπεζα». Τίποτε τό ἰδιαίτερο. Καμμία ἰδιοτροπία. Ἀπό τό πρωϊνό φαγητό, κρατοῦσε τό μισό καί τό ἔτρωγε τό ἀπόγευμα. Τότε συνήθως ἔπινε καί ἕνα τσάϊ μέ λίγο κρασί. Μέσα ἔβαζε καί ἀρκετή ζάχαρι καί μία φέτα ψωμί.
Κάποτε τοῦ εἶχα πάρει καραμέλλες. Τοῦ ἄρεσαν πολύ. Ἄλλοτε εἶχε ζητήσει νά τοῦ ἀγοράση ὁ π. Δαμιανός ἕνα κιλό. Ὅταν τίς ἐπῆγε στό κελλί του, ὁ Γέρο Αὐξέντιος τοῦ εἶπε νά τίς κρατήση στό κελλί του καί νά τοῦ φέρνη μόνο ἀπό δύο κάθε ἡμέρα.
Δέν ἤθελε νά ἔχη περιττά πράγματα στό κελλί του γιατί τόν πείραζε ὁ λογισμός του.
-Γιατί π. Αὐξέντιε, θά σέ πειράξη ὁ λογισμός σου;
-Νά, θά θέλω νά κάνω προσευχή καί ὁ νοῦς μου θά πηγαίνη στίς καραμέλλες!!!
Κάτι παρόμοιο συνέβη καί μέ τόν χαλβὰ. Ὅταν εἶδα ὅτι τοῦ ἄρεσε, τοῦ ἔφερα ἕνα μπαστοῦνι τῶν τριῶν κιλῶν. Τήν ἄλλη ἡμέρα μοῦ εἶπε: 
-Πάρε τόν χαλβὰ καί δέν θέλω νά μοῦ φέρης ἄλλη φορά.
Τέτοια βία ἀσκοῦσε στόν ἑαυτό του, ὅταν ἔβλεπε ὅτι κάποια ἀνθρώπινη ἀδυναμία θά μποροῦσε νά τοῦ δημιουργήση πνευματική ἀνωμαλία. Ἦταν γιά ἐμᾶς ἀληθινό ὑπόδειγμα βιαστοῦ μοναχοῦ.
Ὅταν ἦταν στά τελευταῖα του κι ἐμεῖς περιμέναμε ὅτι δέν θά ζήση ἀκόμη πολλές ἡμέρες, τόν ἐπισκέφθηκε τότε ὁ σεβαστός μας Γέροντάς. Ἦταν ἡ τελευταία ἑβδομάδα, πρίν ἀρχίση ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Θέλοντας λοιπόν νά τόν πειράξη ὁ Γέροντας, τόν ἐρωτᾶ:  "Θά κρατήσης κι ἐσύ τό τριήμερο τῆς νηστείας, π. Αὐξέντιε;
Καί ὁ Γέρο Αὐξέντιος πνέοντας τά λοίσθια στό κρεββάτι του, τοῦ ἀπαντᾶ μέ ὅση δύναμι τοῦ εἶχε ἀπομείνει: "Ναί θά τό κρατήσω, πρῶτα ὁ Θεός".
Ὅλοι φυσικά γελάσαμε καί ὁ Γέροντας μειδιῶντας καί γυρίζοντας πρός ἐμᾶς, μᾶς; εἶπε: "Εἶναι ζήτημα, ἐάν θά ζήση ἀκόμη τρεῖς ἡμέρες, κι ὅμως τό τριήμερο τῆς νηστείας, πρό τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς θέλει νά τό κρατήση". Αὐτό φανέρωνε τήν ἀγωνιστικότητά του καί τήν μέχρι τελευταίας του ἀναπνοῆς βία στόν ἑαυτό του γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἕνωσί του μέ τόν ἐράσμιο Νυμφίο τῆς ψυχῆς του, τόν Χριστό.
Ὅταν κάποτε τόν ἐρώτησα: Πῶς νά λέγω τήν εὐχή, μοῦ ἀπήντησε: Μέ τήν καρδιά".
-Κι ὅταν ἔρχονται λογισμοί, τί νά κάνω;
-Νά τούς διώχνης. Οἱ λογισμοί, προέρχονται ἀπό τά πάθη. Τά πάθη εἶναι σάν τήν  μηχανή. Ἔρχεται ὁ διάβολος γυρίζει τήν μηχανή του καί τότε βγαίνουν σάν τά ζάρια οἱ λογισμοί. Ἐμεῖς πρέπει νά τούς διώχνουμε καί νά βάζουμε τό νοῦ στήν καρδιά μας καί νά λέμε τήν εὐχή", καί συνέχισε νά προσεύχεται μέ τόν νοῦ στήν καρδιά του. 
Σέ ὅλους ἦταν καταδεκτικός μέ τήν σεμνοτάτη παρουσία του. Τούς ἀγαποῦσε τούς Πατέρες καί ἰδιαίτερα αὐτούς πού τόν διακονοῦσαν τούς τραβοῦσε κομποσχοίνι.
Οἱ συμβουλές του πρός ὅλους σχεδόν, ἀκόμη καί πρός τούς εὐλαβεῖς χριστιανούς πού τόν ἐπισκέπτοντο, ἦταν ἡ εὐχή καί ἡ ἀνάγνωσι τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ.
Ἀπέφευγε κάθε τί πού θά τόν ἠμπόδιζε στήν γλυκυτάτη του προσευχή. ῎Ετσι δέν ἤθελε νά συζητῇ πολύ, οὔτε νά καθυστεροῦν Πατέρες στό κελλί του, ἀνάβοντας τήν σόμπα του ἤ ἑτοιμάζοντας τό φαγητό του. 
Οὐδέποτε ἐζήτησε νά τόν συνοδεύσῃ κάποιος γιά νά πάη βόλτα στόν περίβολο τῆς Μονῆς. Ἐνίοτε, ὅταν ἀντιλαμβάνετο, ὅτι θά ἔλθουν κάποιοι νά τόν ἐνοχλήσουν, κρυβόταν μέσα στά τετριμμένα κλινοσκεπάσματά του γιά νά μή κουβεντιάζῃ μαζί τους.
Ἐντύπωσι εἶχε προξενήσει σέ ὅλους μας, ἡ συμμετοχή του στίς ἱερές Ἀκολουθίες. Σχεδόν πάντοτε στεκόταν ὄρθιος ψελλίζοντας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκάθητο λίγο, ἀλλά ὅταν ἄκουγε τό ὄνομα τῆς Παναγίας, τοῦ ῾Αγίου τῆς ἡμέρας, ἔκανε ἀμέσως τό Σταυρό του καί σηκωνόταν. Τό πόσο εἶχε χαριτωθεῖ, θά τό μάθουμε ἀπό τό στόμα ἑνός ἐργάτου τῆς Μονῆς μας τοῦ κ. Δημήτρη, ὁ ὁποῖος μετά τό πέρας τῆς Λειτουργίας κάποιου Σαββάτου, το 1979, μέ πλησίασε καί μέ ρώτησε τά ἑξῆς: 
-Πάτερ, ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ἀλλά τέτοια πράγματα πού εἶδα σήμερα τό πρωῒ στήν'Εκκλησία, θά ἔπρεπε ἐσεῖς νά τ·ά βλέπετε καί ὄχι ἐγώ.
-Τί εἶδες, Δημήτρη; Τί σοῦ συνέβη;
-῞Οταν μπῆκα τό πρωῒ στήν ἐκκλησία, διαβάζανε κάτι Ψαλμούς οἱ Μοναχοί.
Πέρασα ἀπό τήν Λιτή (ἐσωνάρθηκας) γιά τό κυρίως Ναό. Τότε δεξιά μου, ἐκεῖ πού στέκεται πάντα ἕνος τυφλός γέρος, ψηλός καί ἀδύνατος, ἄκουσα Ψαλμωδίες. Ἀπόρησα. Κύτταζα ἀπό ποῦ προέρχονται, ἀλλά ἀπό πουθενά δέν ἔβλεπα κάποιους ἀπό τούς Πατέρες νά ψάλλουν. Ἀρκετά συγκινημένος ἐπῆρα ἕνα στασίδι καί προσευχόμουν. Στήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας ἄλλη παρόμοια περίπτωσι μέ ξάφνιασε. ῞Ολοι οἱ Μοναχοί μέ προπορευομένους τούς παλαιοτέρους Πατέρες, ἦταν σέ παράταξι πλησίον τοῦ Τέμπλου γιά νά κοινωνήσουν. Καθώς τούς ἐκύτταζα ἀπό μακρυά, τό πρόσωπο τοῦ πρώτου, αὐτοῦ δηλαδή τοῦ τυφλοῦ, ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο καί περισσότερο. Μά ποιός εἶναι, πάτερ, αὐτός ὁ Μοναχός;
-Ὀνομάζεται Γέρων Αὐξέντιος καί εἶναι ἅγιος Μοναχός. Ἀλλά πές μου ἀκόμη, Δημήτρη, σοῦ ἔχουν συμβεῖ καί ἄλλα παρόμοια τέτοια γεγονότα στήν ζωή σου;
-Ναί, μία φορά, καθώς διάβαζα τήν Θεία Μετάληψι, αἰσθάνθηκα γύρω μου εὐωδία καί ἄλλοτε ἐπιθυμῶ πολύ νά κλαίω, ὅταν διαβάζω αὐτές τίς εὐχές.
Πνευματικός τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ἐχρημάτισε ὁ ῾Ιερομόναχος π. Π. Μαζί του συνῆψε τόν παρακάτω διάλογο:
-Γέρο Αὐξέντιε, θά πᾶμε στό παράδεισο;
-῾Ο Θεός ξέρει.
-Τί πρέπει νά κάνουμε γιά νά κερδίσουμε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν;
-Νά λέμε συνεχῶς τήν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» καί προσέθεσε: «Πολλές φορές βλέπω πρός τό δεξιό μέρος Φῶς. Αὐτό τό βλέπω ὅταν κάνω τόν κανόνα μου μέ κομποσχοίνι. Τό βλέπω τακτικά καί μετά πάλι φεύγει.
-Τί αἰσθάνεσαι, ὅταν τό βλέπῃς, Γέρο Αὐξέντιε;
-Αἰσθάνομαι πολλή χαρά καί εἰρήνη.
Εἶχε φθάσει στά μέτρα τῆς ἁγιότητος ἀπό τήν παροῦσα ζωή. ῾Ο Χριστός μέ τήν παρουσία τοῦ ἀκτίστου Φωτός στήν ψυχή του, ἐφανέρωνε τήν δική του παρουσία, ἡ ὁποία τόν εἰρήνευε καί τόν χαροποιοῦσε.
Εἶχε μεγάλη εὐλάβεια στόν Γέροντα καί ῾Ηγούμενο τῆς Μονῆς μας, τόν π. Γεώργιο. Ἀπέφευγε νά δίνῃ συμβουλές, διότι μᾶς ἔλεγε: «Ἐσεῖς ἔχετε τόν Γέροντα πού εἶναι θεολόγος. Αὐτόν νά ρωτᾶτε καί νά κάνετε ὑπακοή σέ ὅ,τι σᾶς λέγει».
῾Οσάκις ἐπέστρεφε ὁ Γέροντας ἀπό τόν κόσμο, ὁ Γέρο Αὐξέντιος, μέ βῆμα βιαστικό ἐπήγαινε νά πάρῃ τήν εὐχή του. Ἀλλά καί ὁ Γέροντάς μας στίς ὁμιλίες καί συμβουλές του πρός ὅλη τήν Ἀδελφότητα, τά ἑξῆς περίπου ἔλεγε: "Πρέπει νά ἀγωνιζώμεθα κατά τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί τῶν λοιπῶν παθῶν μας. Βλέπετε τόν Γέρο Αὐξέντιο; Εἶναι τυφλός καί οὔτε ὁμιλεῖ κρατῶντας τήν σιωπή. Ἀγωνίζεται μέ τήν ταπείνωσι, τήν μετάνοια, τήν σιωπή, τήν προσευχή καί τόν Κανόνα του.
Μέ τήν προσευχή του ὁ Γέρο Αὐξέντιος ἁγιάζεται ὁ ἴδιος, ἁγιάζει καί τήν Ἀδελφότητα καί ὅλο τόν κόσμο. ῾Η προσευχή του λυώνει τούς πάγους τῆς ἁμαρτίας.
῎Ετσι, Πατέρες, κι ἐμεῖς πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε, οἱ παλαιοί ἀλλά καί οἱ νέοι, διότι ὅλος ὁ κόσμος περιμένει πολλά ἀπό ἐμᾶς.
῾Ο πνευματικός του π. Π. μᾶς παρέδωσε καί τήν προσευχή πού ἔλεγε ὁ παπποῦς πρίν ἀπό τόν ὕπνο του τό βράδυ.
῎Ελεγε τό ἑξῆς: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Κατόπιν ἐσταύρωνε τό μέτωπό του, τόν μυελό δεξιά καί ἀριστερά, τήν κεφαλή, τούς ὀφθαλμούς, τήν μύτη) καί ἔλεγε: «Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ φρούρησέ με, φύλαξέ με, σκέπασέ με, ὁδήγησέ με εἰς ὁδόν μετανοίας καί σῶσόν με. Σταυρέ, καθάρισέ με ἀπό πάσης φαντασίας. (αὐτό τό ἔλεγε τρεῖς φορές, καί ἔτσι ἔφευγε ἡ φαντασία). Λῦσον μου τό σκότος τῆς διανοίας καί ρῦσαι με ἀπό παντός σκότους τοῦ πονηροῦ. (Κατόπιν ἐσταύρωνε τήν κοιλιά του καί τά γόνατά του) καί ἔλεγε: "Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, σῶσόν με τῇ δυνάμει σου, φρούρησέ μου ταύτη τήν σάρκα τήν θνητήν, ὅπου φορῶ καί φύλαξέ την ἀπό παντός μολυσμοῦ καί πάσης ἀκαθαρσίας. Ἀμήν». 
Στά τελευταῖα του ὑπέφερε ἀπό ἐξογκωμένη κήλη. ῾Ο γιατρός τοῦ ἔδωσε εἰδική προστατευτική ζώνη, ἀλλά δέν τήν φόρεσε, διότι τόν ἐμπόδιζε στήν προσευχή του.
῞Οταν χειροτέρευσε ἡ κατάστασίς του, μεταφέρθηκε στό νέο νοσοκομεῖο τῆ Μονῆς.
Ο μόνιμος καθετήρας τοῦ προκαλοῦσε πόνους, πού δέν τούς ἐξωτερίκευε. 
Τό χρῶμα τοῦ προσώπου του ἔδειχνε, ὅτι γρήγορα θά ἀπέλθη τῶν ἐπιγείων. Ἐνώπιον δύο νέων Μοναχῶν παρέδωσε τήν ψυχή του, ὅταν στήν ἐκκλησία ὁ χορός τῶν Ψαλτῶν καί τῶν ἱερέων, ἔψαλλον τό «Φῶς ἰλαρόν» στήν ἀγρυπνία τῆς Ὀρθοδοξίας.
῞Ο ἕνας ἀπό τούς δύο ἀδελφούς πού στάθηκε κοντά του στίς τελευταῖες στιγμές, εὑρισκόμενος σέ κατάστασι Χάριτος, ἀξιώθηκε νά ἰδῆ ὑπερφυσικά πράγματα.
Τόν ἀκοῦμε νά μᾶς τά διηγηθῇ:  "῾Η μορφή του πῆρε τό νεκρικό της χρῶμα. ῾Ο Παπποῦς ἐπῆρε δύο-τρεῖς φορές μεγάλες εἰσπνοές, ἐνῶ οἱ ἐκπνοές του ἐγένοντο μαλακά καί ἥσυχα. Ξαφνικά ἔστρεψε τό πρόσωπό του ἀπότομα πρός τά δεξιά, ὡσάν νά ἤθελε νά ἀποφύγῃ κάτι ὡς ἀηδιαστικό καί ἀποτρόπαιο. Πλησίασα, τοῦ ἔπιασα τό χέρι καί τό φίλησα. 
Παραξενεύτικα, διότι εὐωδίαζε. Ἐνῶ ἦταν νύκτα, ἀμέσως ἀκούω ἔξω βήματα πολλῶν ἀνθρώπων. Εἶχα τήν αἴσθησι, ὅτι ἦλθαν καί στάθηκαν στά πόδια τοῦ Παπποῦ. Βέβαια δέν τούς ἔβλεπα, ἀλλά ἔνοιωθα ὅτι εὑρίσκοντο ἐκεῖ. ῎Εξαφνα βγῆκε ἀπό τό στόμα τοῦ Γέροντος, ἕνας ὁλόκληρος Γέρο Αὐξέντιος...Βγῆκε μέ μία θριαμβευτική ἰαχή, μ᾿ ἐκύτταξε τόν ἐκύτταξα, καί χωρίς νά μοῦ μιλήσῃ, εἶπε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Τώρα ἀπελευθερώθηκα, τώρα ἀναπαύθηκα, τώρα ἡσύχασα» Αὐτοί πού τόν περίμεναν, τόν παρέλαβαν καί ἀνεχώρησαν.
Ἀγαποῦσα τόν Γέροντα Αὐξέντιο καί ἀποροῦσα, πῶς δέν εἶδα τίποτε γιά τά τελώνια πού γνωρίζουμε, ὅτι ἔρχονται νά φοβερίσουν τήν Ψυχή. Ἀγωνιοῦσα λοιπόν, τί συνέβη μέ τήν ψυχή τοῦ Γέρο Αὐξέντιου. Μετά μία ἑβδομάδα, εἶδα στόν ὕπνο μου τόν Παπποῦ καί τόν ἐρώτησα:
-Πάτερ Αὐξέντιε, πῶς πέρασε ἡ ψυχή σου τά τελώνια; Δέν σέ ἐνώχλησαν;
-Κανένα ἀπό τά δαιμόνια δέν μπόρεσε νά μέ πλησιάσῃ, πάτερ Ν. ῏Ηταν ἀγριεμένα, διότι δέν μπόρεσαν νά κάνουν αὐτά πού ἤθελαν. Μέ ἀπειλοῦσαν χωρίς νά μποροῦν νά μοῦ κάνουν κακό. ῎Αχ τί μᾶς ἔκανες μέ τίς προσευχές σου, μέ τίς νηστεῖες σου, μέ τίς μετάνοιες καί ἀγρυπνίες σου... Μ᾿ αὐτά τά λόγια μέ ἀγριοκύτταζαν, χωρίς νά μποροῦν κἄν νά μέ πλησιάσουν. Μόνο ἕνα δαιμονάκι τῆς πορνείας τόλμησε νά ἔλθῃ στά πόδια μου καί μοῦ εἶπε: «Ἐγώ θά σ᾿ ἐνοχλῶ μέχρις ὅτου φθάσῃς στόν οἶκο τοῦ πατέρα σου». 
Στά τελευταῖα του ὑπέφερε ἀπό ἐξογκωμένη κήλη. ῾Ο γιατρός τοῦ ἔδωσε εἰδική προστατευτική ζώνη, ἀλλά δέν τήν φόρεσε, διότι τόν ἐμπόδιζε στήν προσευχή του.
῞Οταν χειροτέρευσε ἡ κατάστασίς του, μεταφέρθηκε στό νέο νοσοκομεῖο τῆ Μονῆς.
῾Ο μόνιμος καθετήρας τοῦ προκαλοῦσε πόνους, πού δέν τούς ἐξωτερίκευε. 
Τό χρῶμα τοῦ προσώπου του ἔδειχνε, ὅτι γρήγορα θά ἀπέλθη τῶν ἐπιγείων. Ἐνώπιον δύο νέων Μοναχῶν παρέδωσε τήν ψυχή του, ὅταν στήν ἐκκλησία ὁ χορός τῶν Ψαλτῶν καί τῶν ἱερέων, ἔψαλλον τό «Φῶς ἰλαρόν» στήν ἀγρυπνία τῆς Ὀρθοδοξίας.
῞Ο ἕνας ἀπό τούς δύο ἀδελφούς πού στάθηκε κοντά του στίς τελευταῖες στιγμές, εὑρισκόμενος σέ κατάστασι Χάριτος, ἀξιώθηκε νά ἰδῆ ὑπερφυσικά πράγματα. Τόν ἀκοῦμε νά μᾶς τά διηγηθῇ:  "῾Η μορφή του πῆρε τό νεκρικό της χρῶμα. ῾Ο Παπποῦς ἐπῆρε δύο-τρεῖς φορές μεγάλες εἰσπνοές, ἐνῶ οἱ ἐκπνοές του ἐγένοντο μαλακά καί ἥσυχα. Ξαφνικά ἔστρεψε τό πρόσωπό του ἀπότομα πρός τά δεξιά, ὡσάν νά ἤθελε νά ἀποφύγῃ κάτι ὡς ἀηδιαστικό καί ἀποτρόπαιο. Πλησίασα, τοῦ ἔπιασα τό χέρι καί τό φίλησα.
Παραξενεύτικα, διότι εὐωδίαζε. Ἐνῶ ἦταν νύκτα, ἀμέσως ἀκούω ἔξω βήματα πολλῶν ἀνθρώπων. Εἶχα τήν αἴσθησι, ὅτι ἦλθαν καί στάθηκαν στά πόδια τοῦ Παπποῦ. Βέβαια δέν τούς ἔβλεπα, ἀλλά ἔνοιωθα ὅτι εὑρίσκοντο ἐκεῖ. ῎Εξαφνα βγῆκε ἀπό τό στόμα τοῦ Γέροντος, ἕνας ὁλόκληρος Γέρο Αὐξέντιος...Βγῆκε μέ μία θριαμβευτική ἰαχή, μ᾿ ἐκύτταξε τόν ἐκύτταξα, καί χωρίς νά μοῦ μιλήσῃ, εἶπε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Τώρα ἀπελευθερώθηκα, τώρα ἀναπαύθηκα, τώρα ἡσύχασα» Αὐτοί πού τόν περίμεναν, τόν παρέλαβαν καί ἀνεχώρησαν.
Ἀγαποῦσα τόν Γέροντα Αὐξέντιο καί ἀποροῦσα, πῶς δέν εἶδα τίποτε γιά τά τελώνια πού γνωρίζουμε, ὅτι ἔρχονται νά φοβερίσουν τήν Ψυχή. Ἀγωνιοῦσα λοιπόν, τί συνέβη μέ τήν ψυχή τοῦ Γέρο Αὐξέντιου. Μετά μία ἑβδομάδα, εἶδα στόν ὕπνο μου τόν Παπποῦ καί τόν ἐρώτησα:
-Πάτερ Αὐξέντιε, πῶς πέρασε ἡ ψυχή σου τά τελώνια; Δέν σέ ἐνώχλησαν;
-Κανένα ἀπό τά δαιμόνια δέν μπόρεσε νά μέ πλησιάσῃ, πάτερ Ν. ῏Ηταν ἀγριεμένα, διότι δέν μπόρεσαν νά κάνουν αὐτά πού ἤθελαν. Μέ ἀπειλοῦσαν χωρίς νά μποροῦν νά μοῦ κάνουν κακό. ῎Αχ τί μᾶς ἔκανες μέ τίς προσευχές σου, μέ τίς νηστεῖες σου, μέ τίς μετάνοιες καί ἀγρυπνίες σου... Μ᾿ αὐτά τά λόγια μέ ἀγριοκύτταζαν, χωρίς νά μποροῦν κἄν νά μέ πλησιάσουν. Μόνο ἕνα δαιμονάκι τῆς πορνείας τόλμησε νά ἔλθῃ στά πόδια μου καί μοῦ εἶπε: «Ἐγώ θά σ᾿ ἐνοχλῶ μέχρις ὅτου φθάσῃς στόν οἶκο τοῦ πατέρα σου».
Η ἡμέρα τῆς κηδείας του, ἦτο πράγματι μία ἀνάστασιμη ἡμέρα. Χαρμόσυνο γεγονός ἡ μετάστασις τῆς ψυχῆς τοῦ Γέρο Αὐξέντιου, γι᾿ αὐτό καί αὐθόρμητα τόν προπέμψαμε μέ τό «Χριστός Ἀνέστη..» πού ἀντήχησε σέ ὅλη τήν γύρω περιοχή, ὡς ὕμνος θριάμβου.
῾Η αἴσθησις ὅτι τόν ἔχουμε ἀνάμεσά μας, εἶναι πάντοτε δυνατή. ῾Ο Πανάγαθος Θεός, θέλοντας νά μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ μακαριστός Γέροντας σώθηκε, καί δοξάσθηκε, ἔδωσε ἀρκετά σημεῖα σέ ὡρισμένους ἀδελφούς πρός παρηγορίαν μας καί δόξαν τοῦ ῾Αγίου Ὀνόματός του.
῾Ο ἀδελφός τῆς Μονῆς μας π. Θ. ὅταν διακονοῦσε τό ἔτος τῆς κοιμήσεως τοῦ Παπποῦ, τό 1981, στό ἀμπέλι, μπῆκε ἕνα ἀπόγευμα στό ἐκκλησάκι τῆς Καλύβης του γιά νά προσευχηθῇ. Αὐθόρμητα τοῦ ἦρθε μία ἐρώτησις στόν νοῦ του: ῾Ο Παπποῦς τότε εἶχε κοιμηθεῖ πρίν τρεῖς μῆνες: «῎Αραγε Χριστέ μου, ἔχει σωθεῖ ὁ Γέρο Αὐξέντιος; Ξαφνικά εἶδε νά κινοῦνται ὅλα τά κανδήλια τῶν ῾Αγίων τοῦ Τέμπλου πολύ χαρμόσυνα. 
Αὐτό ἐπανελήφθηκε.
῾Ο κηπουρός Ἀδελφός κατέβηκε στό Μοναστήρι καί ἀνεκοίνωσε τό φαινόμενο στόν ῾Ηγούμενο π. Γεώργιο. ῾Υπέθεσαν μήπως ἦταν τά παράθυρα ἀνοικτά καί ἐκινοῦντο τά κανδήλια μέ τίς ἁλυσίδες μαζί. ῏Ηλθαν καί οἱ δύο. 
Καθώς μπῆκαν στό ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ ἀμπελιοῦ, καί πάλι εἶδαν νά κινοῦνται ὅλα τά κανδήλια μόνα τους. Ἐκατάλαβαν πλέον ὅτι ἦτο πληροφορία τοῦ Θεοῦ ὅτι ὁ Γέρο Αὐξεντιος ἀνεπαύθη κάι μάλιστα σέ καλό τόπο.
Μία ἄλλη φορά μετά τήν κοίμησιν τοῦ Γέρο Αὐξεντίου ἦλθε στήν Μονή μας ὁ ἐρημίτης Μοναχός π. Γ. ἀπό τά Καυσοκαλύβια. Τότε ὁ γράφων, ἤμουν ἀρχοντάρης καί γιά εὐλογία, ἔβαλα τόν π. Γ. στό δωμάτιο ὅπου ἐκοιμήθη ὁ Γέρο Αὐξέντιος. Τοῦ ἐπεξήγησα ὅτι στό τάδε κρεβάτι κοιμήθηκε πρό μηνῶν ὁ τάδε Γέροντας. 
Ἐκεῖνος ἰδού τί μᾶς γράφει, μετά ἀπό ὅσα ἔζησε: «Ἀφοῦ ἔκλεισα τήν πόρτα καί πλησίασα τό κρεβάτι του, σκέφθηκα μέσα μου καί εἶπα: "Ἄρα γε τί ἀρετή νά ἔχῃ οὖτος ὁ Γέρων; ῾Υψώσας τό ὄμμα τῆς καρδίας μου πρός τά ἄνω, εἶπα Κύριε ὁ Θεός μου, ἐάν οὖτος ὁ Μοναχός εἶχε ἀρετή στήν ψυχή του καί εὗρε παρρησίαν ἐνώπιόν σου, δός μοι σέ παρακαλῶ νά ἐλαφρώσουν οἱ πόνοι τῆς παμμίαρης κεφαλῆς μου. 
Στραφείς πρός τόν μακαρίτη, εἶπα:  "Πάτερ Αὐξέντιε, ἐάν ἡ ἀρετή σου εὗρε παρρησίαν πρός τόν Κύριον, θεράπευσόν μου σέ παρακαλῶ, ὅσο εἶνα δυνατόν, τήν ζάλη καί τόν καύσωνα τῆς ἀνοήτου μου κεφαλῆς, καί σταυρώσας τό μαξιλάριον καί τήν στρωμνήν, ξάπλωσα καί ἐκοιμήθην. Στή κατάλληλη ὥρα ἦλθε ὁ ρηθείς ἀδελφός καί μέ ἐξύπνησε. Παρετήρησα κάποια ἐλάφρωσι ἐπάνω μου, ἀλλά ἐπειδή ἤμουν ἀπό τόν ὕπνο, δέν ἔδωσα μεγάλη σημασία. 
Κάτω στόν ἀρσανᾶ ἔνοιωσα μεγάλη πνευματική ἐλευθερία, τόσο στήν ψυχή μου ὅσον καί στό σῶμα μου, καθώς καί πολλή ἐλάφρωσι στήν παμμίαρη κεφαλή μου.Ἀφοῦ μπῆκα στό καῒκι, ἔνοιωσα καί αἰσθάνομαι μέσα μου κίνησι, πήδημα καί ἅλμα ἀνατατικό. 
Προχωρῶντας τό καῒκι πρός τον προορισμό μου, ἡ καρδιά μου δούλευε σάν μηχανή ἀεροπλάνου. Δύναμις νοερά ἐκινεῖτο στήν καρδιά μου μέ χαρά καί εὐφροσύνη. Σκιρτήματα μεγάλα καί μέ ἅλματα ἀνατατικά, ὁρμοῦσε τό πνεῦμα μου ὡσάν νά ἤθελε ν᾿ ἀνέλθῃ στά οὐράνια. Ἀναλογίσθηκα καθ᾿ ἑαυτόν καί εἶπα: «Ἄρα γε αὐτή νά εἶναι ἡ νοερά προσευχή; Ἀλήθεια λέγω, δέν ἐκατάλαβα πότε ἔφθασα στόν προορισμό μου. Ἐβάσταξαν αὐτά τά πνευματικά σημεῖα 5-6 ὧρες καί μετά τά ἔχασα χωρίς νά πάρω χαμπάρι.
Αὐτά θέλουν μεγάλη πεῖρα, αὐστηρή νῆψι καί προσευχή καί ψυχή πολυόμματι, γιά νά μπορέσῃ κανείς νά τά παρακολουθήσῃ. Ἐγώ ὡς ἀσθενής καί ἄσωτος στήν ψυχή δέν τό πῆρα εἴδησι πότε ἔφυγαν.Ἀπό τότε, ἀπό τήν ἀμέλειάν μου καί τήν ραθυμίαν μου, δέν ξανάνοιωσα τέτοια πνευματικά πράγματα. 
Κατάλαβα ὅμως, ὅτι ὅλα αὐτά ἦταν χάρις τοῦ πατρός ἡμῶν Αὐξεντίου, γιά νά μᾶς πληροφορήσῃ ὁ Θεός, ὅτι ὄχι μόνον ἐσώθη ὁ Γέροντας, ἀλλά καί παρρησίαν εὗρε στόν Θεόν καί ἴσως νά ἔλαβε καί τόν στέφανον τῆς ἁγιωσύνης. Τοῦτο βέβαια ἐγώ δέν τό γνωρίζω, ὁ Θεός τό γνωρίζει. 
Λοιπόν ἦταν πνευματικά δῶρα γιά νά μᾶς δώσῃ ὁ Θεός θάρρος λέοντος καί πίστι ζῶσα καί θερμοτάτη, νά ἀγωνιζώμεθα σάν πνευματικοί πῆκτες καί ἀθλητές καί γενναῖοι καί ἀνδρεῖοι στρατιῶτες. γιά νά ποθήσουμε τόν ὑπεργλυκύτατον καί ἀπειροαγαπημένον μᾶς Ἰησοῦν, τόν Κύριον καί Θεόν μας. 
Ἐάν λοιπόν, ἐγώ ὁ βορβοροπαμμιαροβδελυγμένος, παναμαρτωλός καί πανακάθαρτος, τό κέντρο τοῦ ἄδου καί τῆς ἀβύσσου, ἀξιώθηκα  αὐτή τήν σύντομο χάριν ἀπό τόν π. Αὐξέντιο, πόσο μᾶλλον οἱ Πατέρες αὐτῆς τῆς Μονῆς θά ἀξιώνονται πολλῆς χάριτος, ἐάν ἔχουν πίστι σ᾿ αὐτόν; 
Εἴθε λοιπόν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς, ν᾿ ἀξιωθοῦν αὐτῶν τῶν πνευματικῶν σημείων πού αἰσθάνθηκα ἐγώ ἡ αὐτοαπώλεια καί ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλά καί μεγαλύτερα καί ὑψηλότερα ἀπό ταῦτα καί μόνιμα μέ τίς εὐχές καί πρεσβεῖες τοῦ ῾Οσίου πατρός ἡμῶν Αὐξεντίου. Ἀμήν".
Μιά ἄλλη φορά ἦλθε στήν Μονή μας, ὁ γνωστός σέ ὅλους νεαρός Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε ἐπί χρόνια ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα. Τόν ἔβαλα νά κοιμηθῇ στό δωμάτιο, ὅπου ἄφησε τήν ἐσχάτη ἀναπνοή του ὁ Γέρων Αὐξέντιος. Τοῦ ἐξήγησα μάλιστα ποιός ἐκοιμήθη τόν αἰώνιο ὕπνο στό κρεβάτι αὐτό. 
῾Ο Γεώργιος διεπίστωσε τήν ἑξῆς διαφορά, τήν ὁποίαν μέ ἀμηχανίαν μοῦ ἐδιηγεῖτο: «῞Οταν ἐξάπλωνα στό ἄλλο κρεβάτι, (τά κρεβάτια ἐκεῖ ἦσαν παντοτε δύο), πειραζόμουν φοβερά ἀπό τά δαιμόνια, ἐνῶ ὅταν ξάπλωνα στό κρεβάτι τοῦ Γέρο Αὐξεντίου, παραδόξως ἤμουν πολύ εἰρηνικός".
Μετά τήν κοίμησι τοῦ Γέροντος, ἦλθε στήν Μονή μας, ὡς προσκυνητής  ἕνας εὐλαβής διανοούμενος Χριστιανός ἀπό τήν Πάτρα. ῎Εμαθε γιά τήν κοίμησι καί τίς ἀρετές τοῦ Παπποῦ. Τότε καί αὐτός μέ τήν σειρά του, ἀπεκάλυψε ἐνώπιον τοῦ ῾Ηγουμένου τῆς Μονῆς μας, ὅτι ὅταν πρό ἐτῶν εἶχε ἔλθει μέ συνοδεία ἀδελφῶν ὡς προσκυνητής στήν Μονή, συνάντησε τόν κοιμηθέντα ἀδελφό στό θυρωρεῖον τῆς Μονῆς. 
Τόν ἐρώτησε πότε ἠμποροῦν νά προσκυνήσουν τ᾿ ἅγια Λείψανα. ῎Εσκυψε νά πάρῃ τήν εὐχή του, καθώς καί οἱ ἄνθρωποι τῆς συνοδείας του. Πολύ τούς παραξένευσε τό γεγονός, ὅτι τό χέρι τοῦ Γέροντος Αὐξεντίου εὐωδίαζε σάν ἅγιο λείψανο. Τήν ἴδια εὐωδίαν αἰσθανθήκανε οἱ ἀδελφοί μόνο σέ ἅγια Λείψανα καί ὄχι σέ ζωντανό ἄνθρωπο. Θαυμαστός λοιπόν ὁ Θεός ἐν τοῖς ῾Αγίοις αὐτοῦ. 
Πιστεύω ὅτι θά ὑπάρχουν καί ἄλλα σημεῖα, τά ὁποία σταδιακά, ἐάν εἶναι θέλημα Θεοῦ, θά ἀποκαλυφθοῦν. Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὁ Γέρων Αὐξέντιος, ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ  διά τόν ὁποῖον ἦλθεν ἐπί τῆς γῆς καί ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ κόσμου. Καί αὐτός ὁ σκοπός εἶναι ἡ Θέωσις, ἡ αἰωνία ἕνωσις μέ τήν ῾Αγία Τριάδα.
Εἴθε καί ἐμεῖς μέ τίς δυνατές πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ Γέροντος Αὐξεντίου, ν᾿ ἀγωνισθοῦμε καί νά ἐπιτύχωμεν τοῦ ποθουμένου διά νά χαιρώμεθα μετά τῶν ἁγίων καί δικαίων εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.