Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ "ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ"!

σχόλιο :άπαιχτος ο πατήρ..🤣

 

Καλή Ανάσταση από το Άγιον Όρος!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Οι προετοιμασίες για το Άγιο Πάσχα ολοκληρώνονται  με κατάνυξη και χαμόγελο...

Χίος: Το πρώτο "Ανάστα ο Θεός" από τον "ιπτάμενο" παπά

Ζωντανοὶ μέσα στὸν Ἅδη



Στρατής Ψάλτου
Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἑορτολογικὸ γεγονός. Ἀποτελεῖ καὶ τὴ δυνατότητα μιᾶς ἐμπειρίας ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Μιὰ μετατόπιση σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μὲ τὴν ὁποία ὁ κόσμος εἶναι δυνατόν νὰ χάσει τὸ βάρος του. Σὰν νὰ ἀνοίγει μέσα στὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι μιὰ ρωγμὴ φωτός. Μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἴδιο τὸν Ἅδη. Κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἐμπειρία περιγράφει ὁ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σ᾿ ἕνα ἀθηναϊκὸ διήγημά του, τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1896 μὲ τὸν τίτλο «Ο ξεπεσμένος δερβίσης».

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ποὺ ἔμενε συνήθως ἀνοικτὸ τὰ βράδια, ἔβρισκε καταφύγιο κάποιος, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης τὸν περιγράφει ὡς ἐξῆς: «Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστ'ον… Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένεια του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας».

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν δίνει ἄλλες πληροφορίες γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει νὰ τὸν συνοδεύσει μ᾿ ἕνα πλῆθος ἀποριῶν. «Εἶχεν ἀναφανῆ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος; Ἦτον δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος;» Πάντως, ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξῆς τὸν ἀναφέρει ὡς δερβίση.

Αὐτὸς ὁ δερβίσης, λοιπόν, καθόταν καθημερινὰ σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ἔπινε μαστίχα, καὶ οἱ διάφοροι θαμῶνες ποὺ ἔρχονταν σ᾿ αὐτὸ τοῦ ζητοῦσαν νὰ παίξει κάποιο τραγούδι μὲ τὸ νάϊ του. Στὸ καφενεῖο αὐτὸ κοιμόταν κιόλας τὰ βράδια, καθὼς ἦταν ἄστεγος, ἀνέστιος, πλάνητας. Κουβαλοῦσε τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχασε ὅ,τι εἶχε. Εἶχε χάσει πατρίδα. Εἶχε χάσει οἰκείους. Εἶχε χάσει ἀξιώματα. Κι ἔφτασε τώρα νὰ περιπλανιέται σὰν σκιὰ τοῦ παλιοῦ του ἑαυτοῦ μέσα στὴ ξένη πόλη. Τὸ καφενεῖο εἶχε γίνει προσωρινὸ λιμάνι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε πια λιμάνι.

Κι ἐνῶ τὰ πράγματα ἦταν γι᾿ αὐτὸν δύσκολα, ἔγιναν ἀκόμη δυσκολότερα. Τὰ βράδια τὸ καφενεῖο ἔμενε ἀνοικτό. Ὅμως τώρα, ἔστω γιὰ λίγα βράδια, ἔπρεπε νὰ κλείσει. Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ περιπολοῦσε στὴν περιοχή, προκειμένου νὰ δείξει στὸν καινούργιο προϊστάμενό του ὅτι συμμορφώνεται μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔλαβε, «διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ' ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ».

Ὁ Παπαδιαμάντης κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο στήνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ σκηνικὸ γιὰ ἕνα μικρὸ δράμα. Ὁ δερβίσης ἔφυγε ἀπὸ τὸ καφενεῖο καὶ ρίχτηκε ἀνέστιος μέσα στὴν ἀφιλόξενη, βροχερὴ νύκτα. «Ποῦ νὰ ὑπάγῃ; Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη». Στὸ βάθος αὐτῆς τῆς σήραγγας κατέβηκε ὁ δερβίσης. Ἡ κάθοδος αὐτὴ μοιάζει μὲ κάθοδο στὸν Ἅδη.

Κι ἐνῶ ὅλα ἔδειχναν νὰ βαραίνουν πάνω του ἀβάστακτα, συνέβη κάτι ἀπροσδόκητο καὶ παράδοξο. Ὁ δερβίσης «διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ». Ἡ μελωδία «ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα… πραεία, μειλιχία… χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον». Ἡ μελωδία ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὸ νάϊ δὲν ἦταν ἕνας ἀπλὸς ἦχος. Οἱ πέτρες, τὰ μάρμαρα, οἱ παλαιοὶ ὄγκοι τοῦ ναοῦ ἔμοιαζε νὰ ὑποδέχονται τὴ μελωδία μὲ μιὰ ἀπρόσμενη οἰκειότητα, σὰν νὰ ἀναγνώριζαν σ᾿ αὐτὴ κάτι γνώριμο ἀπὸ παλιά. «Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς… Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας». Ἡ μελωδία τοῦ νάϊ ἦταν ἡ μνήμη μιᾶς ἀρχαίας ἁρμονίας. Ταυτόχρονα, ἦταν ἡ φανέρωση μιᾶς γνώσης, μὲ τὴν ὁποία ἡ χαρὰ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα στὴν ἔλλειψη καὶ ἡ πληρότητα μπορεῖ νὰ ἀναδυθεῖ μέσα στὸ ἐλάχιστο.

Ἡ σκηνὴ αὐτὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ἂν ἰδωθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς αἰσθητικῆς θεωρίας τοῦ Theodor W. Adorno. Γιὰ τὸν Adorno, ἡ νεωτερικὴ τέχνη ὀφείλει νὰ παραμένει πιστὴ στὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα τῆς κοινωνίας. Ὁ κόσμος χαρακτηρίζεται ἀπὸ σχέσεις κυριαρχίας, ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἀλλοτρίωσης· γι᾿ αὐτὸ ἡ τέχνη δὲν πρέπει νὰ προσφέρει εἰκόνες ἁρμονίας. Ἡ ἀληθινὴ τέχνη ὀφείλει νὰ ἐνσωματώσει μέσα στὴ μορφή της τὴν ἴδια τὴν ἀντίφαση τοῦ κόσμου καὶ νὰ γίνει μιμητικὴ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἀναπαράσταση τῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς μορφικὴ μίμηση τῆς κοινωνικῆς ἀσυμφιλίωτης πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς θέσης ἀποτελεῖ ἡ μουσικὴ τοῦ Arnold Schoenberg. Ἡ ἔνταση, ἡ ἀστάθεια καὶ ἡ ἀπουσία τονικοῦ κέντρου μετατρέπονται σὲ μορφικὴ μαρτυρία μιᾶς πραγματικότητας ποὺ δὲν ἐπιτρέπει αἰσθητικὴ ἀνάπαυση. Ἡ ἀτονικότητα καὶ ἡ διάλυση τῆς παραδοσιακῆς ἁρμονίας ἐκφράζουν, σύμφωνα μὲ τὸν Adorno, μιὰ ἱστορικὴ κατάσταση ὅπου ἡ συμφιλίωση δὲν μπορεῖ πλέον νὰ παρουσιαστεῖ ὡς αἰσθητικὴ ἐμπειρία.

Ὡστόσο, ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση στὸν Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φαίνεται νὰ ἀνοίγει μιὰ διαφορετικὴ δυνατότητα. Μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σήραγγας, μοιάζει νὰ αἴρεται τὸ βάρος τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀποκαθίσταται καμία τάξη οὔτε ἀλλάζει ἡ μοῖρα τῶν πραγμάτων. Ὅμως μιὰ χαρὰ γεννιέται «μὲ τὸ τίποτα». Μιὰ ἀνάσταση μέσα στὴν ἴδια τὴ νύχτα τῆς ἱστορίας. Μιὰ ἐμπειρία ποὺ δὲν ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ μεταμόρφωση τῆς σχέσης μαζί του. Μιὰ σιωπηλὴ μορφὴ ἀντίστασης ἀπέναντι στὴ δύναμη ποὺ τὸν διαμορφώνει.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτική, μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ καὶ μιὰ κριτικὴ πρὸς τὴν αἰσθητικὴ θέση τοῦ Adorno. Ἡ ἐπιμονὴ στὴν αἰσθητικὴ τῆς δυσφορίας παραμένει δεσμευμένη στὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν κόσμο τὸν ὁποῖον καταγγέλλει. Ἂν ἡ τέχνη περιορίζεται στὸ νὰ μιμεῖται τὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα, ἀναπαράγει τὸ ἴδιο πλαίσιο ἐπιθυμίας καὶ σύγκρουσης, ὅπως οἱ πρῶτες μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, στὶς ὁποῖες τὸ μικρὸ παιδὶ χαίρεται ὅταν κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, κλαίει ἢ ἀρνεῖται μὲ πείσμα καθετὶ ἄλλο, ὅταν αὐτὸ λείπει. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ἡ ἐπιθυμία παραμένει δεσμευμένη στὴν ἴδια λογικὴ κυριαρχίας.


Ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση ὑποδηλώνει μιὰ διαφορετικὴ κατεύθυνση. Ἡ τέχνη δὲν περιορίζεται στὴν καταγραφὴ τῆς δυσφορίας τοῦ κόσμου· καθιστᾷ ὁρατὴ τὴ δυνατότητα τῆς ἐλευθερίας μέσα στὴ σκοτεινὴ ἱστορία. Γίνεται ἡ ἔκφραση μιᾶς διαφορετικῆς μορφῆς ζωῆς: μιᾶς ζωῆς ὅπου ἡ ἐπιθυμία ἔχει ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας. Ὅπως ἡ μελωδία τοῦ δερβίση, μὲ τὴν ὁποία ἡ πληρότητα ἐμφανίζεται μέσα στὸ ἐλάχιστο. Μιὰ ἀνάσταση ποὺ δὲν καταργεῖ τὸν Γολγοθᾶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τοῦ βγάζει τὸ κεντρί. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» (Α´ Κορ. 15, 55). Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, Ἅδη, ἡ νίκη σου;

Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του κυρ Φώτη Κόντογλου.



Φως επεσκέφθη εμέ...

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Άγιος Σωφρόνιος *
Και ιδού, την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου (ίσως το έτος 1924), το Φως επεσκέφθη εμέ μετά την Θείαν Μετάληψιν και ησθάνθην αυτό ως επαφήν της Θείας αιωνιότητος μετά του πνεύματός μου. 

Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και αγάπης το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου μετ’ εμού ανέστη ο κόσμος όλος.

Οι λόγοι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εις το τέλος της ακολουθίας του Πάσχα ήχησαν μετά συγκλονιστικής δυνάμεως: «Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος». Καταπεπονημένος υπό του θεάματος του γενικού θανάτου, ανέζησα εκείνην την στιγμήν: Αληθώς, και η ψυχή μου ανέστη και ουδένα πλέον βλέπω νεκρόν … 

Εάν τοιούτος είναι ο Θεός, πρέπει το συντομώτερον να εγκαταλείψω τα πάντα και να αναζητήσω μόνον την μετ’ Αυτού ένωσιν.



* Άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης :Απο το βιβλίο "Οψόμεθα τον Θεόν Καθώς εστί", εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (του Έσσεξ)

Η νέα γενιά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης

 

Στην Κωνσταντινούπολη των 15 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων, μας ταξιδεύει η εκπομπή «365 στιγμές» με τη Σοφία Παπαϊωάννου. Μεταξύ των εκατομμυρίων Τούρκων, 2.500 Έλληνες προσπαθούν να διατηρήσουν στην Πόλη ζωντανό το ελληνικό στοιχείο. Η εκπομπή «365 στιγμές» με τη Σοφία Παπαϊωάννου παρουσιάζει τη νέα γενιά των Κωνσταντινουπολιτών, ακολουθώντας στις ελληνικές γειτονιές τους νέους ανθρώπους, που γεννήθηκαν εκεί κι επέλεξαν, παρά τις αντιξοότητες, να παραμείνουν, αλλά και τους νέους που αποφάσισαν να μεταναστεύσουν από την Ελλάδα στην Πόλη, σε μία προσπάθεια να κατανοήσουμε τι σημαίνει η Πόλη σήμερα και τι σημαίνει να είσαι Έλληνας στην Πόλη.

~ Γέρων Χρυσόστομος Κατουνακιώτης_«Είδα το Άγιο Φως σαν φωτεινές ταινίες και άναβαν τα φιτίλια των κεριών. Η πίστη μας είναι μεγάλη και ζωντανή».

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Ο γέρων Χρυσόστομος Κατουνακιώτης κατήγετο από την Ανατολική Θράκη από ένα γειτονικό χωριό με την Σηλυβρία, την πατρίδα του αγίου Νεκταρίου. Τον είχε συναντήσει όταν κάποτε πέρασε από το χωριό του ο Άγιος.

Στα Κατουνάκια, στο κελί Άξιον Εστί, που μόνασε είχαν πολλή φτώχεια. Για να οικονομήσουν τα απαραίτητα τον έστελναν για μήνες και εργαζόταν σε Μοναστήρια.

Έκανε και εργόχειρο κουτάλες και χτένες. Γηροκόμησε τους Γεροντάδες του οι οποίοι και οι τρεις κοιμήθηκαν νέοι σχετικά γύρω στα 60 από φυματίωση...

Διηγήθηκε:

«Κάποια χρονιά πήγα το Πάσχα προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα. Ήταν το προηγούμενο έτος από την έκρηξη στο Τσερνομπίλ.

Είδα στο Ναό μία εικόνα της Παναγίας να δακρύζει, αυτό έγινε αντιληπτό από πολλούς και από έναν Άραβα Αστυνομικό...

Ήρθε ο Πατριάρχης φορεμένος τα Αρχιερατικά του Άμφια και με βαμβάκι σκούπισε τα δάκρυα της Παναγίας.

Στην συνέχεια έβλεπα την εικόνα να ανοιγοκλείνει τα μάτια της.

Άλλη φορά διανυκτέρευα στο παρεκκλήσι των Κλαπών, όπου είναι η κολόνα που έδεσαν και μαστίγωσαν τον Κύριο. Άκουγα ευκρινώς βουρδουλιές από μαστίγιο.

Είδα το Άγιο Φως σαν φωτεινές ταινίες πού διαπερνούσαν τον αέρα και άναβαν τα φιτίλια των κεριών. Η πίστη μας είναι μεγάλη και ζωντανή...!».

πηγή«Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη Παράδοση».

ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ+

Το Άγιο Φως 🔥 κατέβηκε  και φέτος στον Ιερό Ναό του Πανάγιου Τάφου στα Ιεροσόλυμα γύρω στις 14:13  Μπορεί να είναι εικόνα το Πάνθεον και ναός


Αφού ο πατριάρχης αποσφραγίσει την πόρτα του Παναγίου Τάφου σπάζοντας τις σφραγίδες και μπαίνει στην πρώτη αίθουσα, που λέγεται «Παρεκκλήσι του Αγγέλου», συνοδευόμενο, κατά την παράδοση, από Μουσουλμάνο Άραβα.
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 
Οι διάκονοι και ο εκκλησιάρχης παραμένουν έξω, στην πόρτα.
Το κερί από τις τέσσερις σφραγίδες συλλέγεται σε ένα ασημένιο κύπελλο και μεταφέρεται στο βωμό, όπου φυλάσσεται μέχρι το Πάσχα του επόμενου έτους.
Ο πατριάρχης τότε μπαίνει στο δεύτερο δωμάτιο και γονατίζει μπροστά στην πλάκα του Παναγίου Τάφου και ο Μουσουλμάνος παραμένει στο Παρεκκλήσι του Αγγέλου και επιβλέπει.
Όλα τα κεριά, τα φώτα σβήνουν, επικρατεί μεγάλη ησυχία στην εκκλησία.
Το συναίσθημα της απορίας αγκαλιάζει τους πάντες.
Μετά από 15-20 λεπτά θερμής προσευχής, όλοι στην εκκλησία παρατήρησαν ένα δυνατό φως,
σαν μια φωτεινή σπίθα αστραπής,
κατεβαίνοντας σε ζιγκ-ζαγκ μέσα από τον μεγάλο τρούλο της Εκκλησίας, ακούγονται στο πλήθος φωνές συγκίνησης σε όλες τις γλώσσες.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 
Η θεϊκή σπίθα κατεβαίνει πάνω από το Παρεκκλήσι του Παναγίου Τάφου, σαν μια σφαίρα φωτός που θρυμματίζεται σε μικρά κομμάτια.
Μετά μπαίνει σαν λεπτή αχτίδα φωτιάς.
Κατεβαίνει στην πλάκα του Τάφου και ανάβει το βαμβάκι που έχει πασπαλίσει από πάνω.
Ο πατριάρχης μαζεύει με τα χέρια του το βαμβάκι που αναφλέγεται από μια πρασινοκίτρινη φλόγα, που δεν καίει για αρκετά λεπτά.
Μετά βάζει το αναμμένο βαμβάκι σε δύο χρυσές κούπες με τρύπες και βγαίνει στο Παρεκκλήσι του Αγγέλου.
Εδώ ανάβει δύο μεγάλα μπουκέτα από 33 κεριά το καθένα,
(αυτά τα 33 κεριά που αντιπροσωπεύουν τα 33 χρόνια του Σωτήρος που έζησε ως άνθρωπος στη γη) παρουσία του μουσουλμάνου, και τους δίνει τα αναμμένα κύπελλα, σε δύο μικρά παράθυρα έξω, στους δύο ορθόδοξους διακόνους.
Το ένα κύπελλο το παίρνουν στο Άγιο Βήμα, και το άλλο στην εκκλησία των Αγίων Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Ελένης από το Πατριαρχείο.
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενοΤότε ο πατριάρχης βγαίνει μπροστά στον Πανάγιο Τάφο με τους δύο αναμμένους πυρσούς και φωνάζει τρεις φορές :
«ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΡΕ ΦΩΣ !»
Το θαύμα συνεχίζεται, τη στιγμή που ο πατριάρχης βγαίνει από τον Πανάγιο Τάφο, τα έξι κεριά των ορθοδόξων από πάνω, μέρος από τα κεριά από τα κηροπήγια και τα κεριά από το βωμό της Μεγάλης Εκκλησίας ανάβουν μόνα τους,
κάτω από το έκπληκτο βλέμμα όλων.
Έπειτα, δύο διάκονοι παίρνουν τον πατριάρχη και τον πηγαίνουν στο Ιερό Βήμα, σε όχι περισσότερο από τρία λεπτά, όλοι οι συγκεντρωμένοι πιστοί ανάβουν τα φανάρια και τις ανθοδέσμες από 33 κεριά
ο καθένας.
Η εκκλησία είναι σαν μια ζωντανή φλόγα.
Πολλοί αγγίζουν τη φλόγα με το πρόσωπο, με τα χέρια, με τα ρούχα τους, για ευλογία, χωρίς να καούν.
Μόνο μετά από λίγα λεπτά η φλόγα καίει κανονικά.
Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος❗️
Δόξα Σοι ο Θεός ημών❗️

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, φωτιά και κείμενο που λέει "Πού σου, θάνατε, το το κέντρον; Ανέστη Χριστός, και συ συ καταβέβλησαι! πνεύματος πνεέματοςκοινωνία κοινωνία"

~● Ἄνω σε ἐν θρόνῳ, καὶ κάτω ἐν τάφῳ, τὰ ὑπερκόσμια, καὶ ὑποχθόνια, κατανοοῦντα Σωτήρ μου, ἐδονεῖτο τῇ νεκρώσει σου· ὑπὲρ νοῦν ὠράθης γάρ, νεκρὸς ζωαρχικώτατος●~ ( Από την υμνολογία του Μ.Σαββάτου )

 Ένα τροπάριο, θαυμάσιο και αυτό δείγμα της ποιητικής τέχνης που κτίζεται με συμμετρικές αντιθέσεις λεκτικής ακρίβειας, σφραγίζοντας την αλήθεια, την πίστη, την διδαχή, μέσα από τον αγιοπνευματικό ποιητικό λόγο...

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Μένα Σάββατο Μάτην φυλάττεις τον τάφου, κουστωδία. 0ช่ vàp καθέξει τύμβος αύτοζωίαν. (Επίγραμμα (ΞπίγραμμαΣυναξαρίου (Επί Συναξαρίου Μ. Σαββάτου Σαβ JM 点火 キル"

Ιεροσόλυμα.Πανάγιος Τάφος η Τελετή Αφής Αγίου Φωτός

Ο τετρωμένος πελεκάνος ~



📜❝ Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε,
σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας,
ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς. ❞
— Υμνογραφία Μ. Εβδομάδας —
~ μετάφρ.
📖‟Σαν πελεκάνος που τρυπά την πλευρά του, Λόγε,
ζωντάνεψες τα νεκρά σου παιδιά,
στάζοντας πάνω τους κρουνούς της ζωής.”

___________________
Μπορεί να είναι εικαστικό χήνα και κύκνος
___________________
Ο υμνογράφος δανείζεται έναν μύθο της αρχαιότητας: ο πελεκάνος τρυπά την πλευρά του για να θρέψει με το αίμα του τα νεκρά νεογνά του.
Η λέξη «ἐπιστάζω» — στάζω επάνω, σταγόνα-σταγόνα — δεν είναι τυχαία: δεν περιγράφει ροή, αλλά αργή, επώδυνη, πολύτιμη προσφορά, στην οποία κάθε σταγόνα έχει μεγάλη αξία...

Πάσχα στο Άγιον Όρος

Από το Πάθος του Κυρίου στην ζωηφόρο Ανάστασή Του ,ένα μυροβόλο ταξίδι στο περιβόλι της Παναγιάς. 

 

Αφηγείται ο Κώστας Καστανάς.

Ὀψὲ δὲ σαββάτων

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον.
καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ.
ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών.
ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί.
ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξί· μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι ᾿Ιησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε·
οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε. δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος.
καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν.
καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ.
ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ᾿Ιησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ.
τότε λέγει αὐταῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.
Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα.
καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις λέγοντες·
εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων.
καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν.
οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ ᾿Ιουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον.
Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς.
καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν.
καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς.
πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος,
διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. ᾿Αμήν.

Ένα υπέροχο κείμενο του Γιάννη Κότσιρα για την μητέρα του.

 

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και άτομα που χαμογελούν
❝ Τέτοιες μέρες, πάντα ανησυχούσες να κάνουμε Πάσχα όλοι μαζί.
Και όταν ήμασταν παιδιά, τη Μεγάλη Εβδομάδα, έφτιαχνες τα γεμιστά πάντα χωρίς κιμά, την αγαπημένη μου σπανακόπιτα και τη μονίμως αποτυχημένη σου μαγειρίτσα.
Εμείς βέβαια, σου λέγαμε πόσο νόστιμη ήταν γιατί κουραζόσουν να την φτιάξεις και γελούσες μαζί μας γιατί ήξερες ότι σου λέγαμε ψέματα.
Είχαμε συνεχώς πολλές δουλειές και αυτό σε φόβιζε μήπως και κάνουμε χωριστά Πάσχα. Όμως σχεδόν πάντα τα καταφέρναμε. Εκτός από πέρσι. Δεν προλάβαμε.
Το φετινό λοιπόν ήταν δύσκολο και συνάμα ωραίο. Έλειπε και ο Θάνος. Και ο Λαυρέντης σου.
Την Παρασκευή ανηφορήσαμε στο Μαρούσι και ανάψαμε κερί και σε σένα και στον μπαμπά. Ο Νικόλας, το Σάββατο φόρεσε τα καλά του, με το τρομερό σακάκι που του είχες πάρει. Του πάει πολύ, να ξέρεις. Ο Κωνσταντίνος άρχισε να λέει πολλές λεξούλες. Και την Κυριακή, καταφέραμε να είμαστε όλοι μαζί με την Γιωτούλα, τον Βαγγέλη και τον Αντωνάκη. Και θυμηθήκαμε ωραία πράγματα. Θα ήσουν πολύ χαρούμενη αφού πάντα ανησυχούσες μήπως οι καταστάσεις μας απομακρύνουν. Δεν θα συμβεί ποτέ αυτό. Και η Κατερίνα σου, συνεχίζει να μας φέρνει πιο κοντά.
Η καρέκλα σου ήταν εκεί. Άδεια.
Θα συνηθίσουμε, που θα πάει...
Θα συνηθίσουμε να την βλέπουμε άδεια γιατί δεν έχουμε σκοπό να την βγάλουμε από το τραπέζι.
Λείπεις μάνα μου. ❞
.
.
---------------------------------------------------------------------------
Γιάννης Κότσιρας - Via: Η ποίησις Εντός Μας

ΝΑΞΟΣ: Η περιφορά του Επιταφίου στη θάλασσα που γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή στην υπέροχη αμμουδερή παραλία του χωριού.

Ένα έθιμο που, όπως μας είπαν, δεν έχει τις πηγές του στο μακρινό παρελθόν, αλλά στην ιδέα κάποιων νεότερων κατοίκων του χωριού να περιφέρουν τον λιτό Επιτάφιο, φτιαγμένο από θαλασσόξυλα και στολισμένο με κρίνους και αγριολούλουδα, μέσα στη θάλασσα!

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τι ’ναι τούτο; Σιωπή βαθειά σήμερα στη γη. Σιωπή βαθειά και ησυχία βαθειά. Σιωπή βαθειά, γιατί ο Βασιλιάς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε κι εκείνους που αιώνες κοιμόνταν ανέστησε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο άδης τρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε κι αυτούς που βρίσκονταν στον άδη ξύπνησε.
Σήμερα σώζονται αυτοί που ζουν πάνω στη γη κι εκείνοι που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, και ο ορατός και ο αόρατος.Από τον ουρανό στη γη κι από τη γη στα κάτω απ’ τη γη κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του άδη ανοίγονται. Όσοι κοιμάστε απ’ τους πανάρχαιους αιώνες, χαρείτε! Όσοι βρίσκεστε στο σκοτάδι, στον τόπο που τον σκιάζει ο θάνατος, υποδεχτείτε το δυνατό Φως! Ανάμεσα στους δούλους έρχεται ο Κύριος. Ανάμεσα στους νεκρούς ο Θεός. Ανάμεσα στους θνητούς η ζωή. Ανάμεσα στους ενόχους ο αθώος. Ανάμεσα στους βυθισμένους στο σκοτάδι το ανέσπερο Φως. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ο ελευθερωτής. Ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται στα καταχθόνια, Εκείνος που βρίσκεται πάνω απ’ τους ουρανούς.
Τι έγινε λοιπόν; Με την εμφάνισή Του στον άδη ο Θεός τους έσωσε όλους χωρίς εξαίρεση; Όχι, βέβαια, αλλά κι εκεί όσους πίστεψαν. Χθες φανερώθηκε η σωτηρία, σήμερα η εξουσία· χθες η αδυναμία, σήμερα η κυριαρχία· χθες η ανθρώπινη φύση, σήμερα η θεϊκή. Χθες Τον χτυπούσαν, σήμερα χτυπάει την κατοικία του άδη με την αστραπή της θεότητος· χθες Τον έδεναν, σήμερα σφιχτοδένει τον τύραννο (διάβολο) με άλυτα δεσμά· χθες Τον καταδίκαζαν, σήμερα χαρίζει ελευθερία στους καταδίκους· χθες ο υπηρέτες του Πιλάτου Τον περιγελούσαν, σήμερα οι πορτάρηδες του άδη Τον είδαν κι έφριξαν.
Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει.
Ηρθε ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιὰς στοὺς φυλακισμένους καὶ δὲν ντράπηκε οὔτε τὴ φυλακὴ οὔτε τοὺς φυλακισμένους. Γιατί ἦταν ἀδύνατο νὰ ντραπεῖ τὸ πλάσμα Του.
Καὶ συνέτριψε τὶς πύλες καὶ διέλυσε τοὺς μοχλοὺς καὶ κυριάρχησε στὸν Ἅδη καὶ ἐξαφάνισε ὅλη τὴ φρουρὰ καί, ἀφοῦ συνέλαβε δέσμιο τὸν δεσμοφύλακα (τὸν θάνατο), ἐπανῆλθε σ’ ἐμᾶς. Ὁ τύραννος μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος, ὁ ἰσχυρὸς δεμένος. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πέταξε τὰ ὅπλα του καὶ ἔτρεξε ἄοπλος καὶ δήλωσε ὑποταγὴ στὸ βασιλιά.
Εἶδες τί ἀξιοθαύμαστη νίκη; Εἶδες τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ;
Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου.
Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55).
Σήμερα ὁ ἅδης, στενάζοντας βοᾶ: Θά ἦταν συμφερότερο γιά μένα, ἄν δέν ὑποδεχόμουνα τήν ψυχή ἐκείνου, πού γεννήθηκε ἀπό τή Μαρία· διότι, ἐλθών σέ μένα, κατέλυσε τό κράτος μου· συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες τοῦ βασιλείου μου· τίς ψυχές, τίς ὁποῖες προηγουμένως κατεῖχα, σάν Θεός κραταιός ἀνέστησε.
Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε· δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν· αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω, ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα· ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες.
Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἀφανίστηκε τό κράτος μου· ὁ ποιμένας Χριστός σταυρώθηκε καί ἀνέστησε τόν Ἀδάμ· στερήθηκα τούς ὑπηκόους μου· καί ὅσους μπόρεσα ὥς τώρα νά καταπιῶ, ὅλους τούς ἀπέβαλα. Ἄδειασε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς Θεάνθρωπος. Δέν ἔχει πλέον ἰσχύ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου.
Δόξα, Κύριε, στό Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου!
Αγίου Επιφανίου Κύπρου
Ιερού Χρυσστόμου
Ύμνοι Εσπερινού Αναστάσεως

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ο λύχνος και το μόδιον ~

Σύμβολα του Πάθους 
📜❝ Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σάρξ τοῦ Θεοῦ,
ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται,
καὶ διώκει τὸν ἐν ᾍδη σκοτασμόν.❞.
- Εγκώμια Μ. Παρασκευής, Α΄ στάση -
~ μετάφρ.
📖‟Σαν φωτός λυχνία, τώρα η σάρκα του Θεού
κρύβεται στη γη σαν κάτω από κάδο,
και διώχνει το σκοτάδι του Άδη.”Μπορεί να είναι εικόνα ‎κείμενο που λέει "‎φωτός λυχνία, νύν يا σάρξ TOU Θεού. ύπό γήν ผร ύπό μόδιον κρύπτεται‎"‎
_______________
✦ Λέξη & Εικόνα
_______________
Ο υμνογράφος παίρνει την εικόνα του Χριστού από το Ευαγγέλιο (Ματθ. 5:15) και την αντιστρέφει θριαμβευτικά:
📜 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν
ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν,
καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Ματθ. 5,15
[* μόδιον = κάδος ]
Ο τάφος νομίζει ότι σκεπάζει, σβήνει το φως· στην πραγματικότητα το στέλνει κατευθείαν στο σκοτάδι.
Η λέξη «σκοτασμός» — όχι το κοινό σκότος — φέρει απόχρωση ολικής, πυκνής μαυρίλας, σαν να είναι ο Άδης η ίδια η ουσία του σκότους.
Και το ρήμα «διώκω» — κυνηγώ, εκδιώκω — δεν είναι ήπιο: το φως δεν φωτίζει απλώς τον Άδη, αλλά τον καταδιώκει, τον κατατροπώνει.
____

Άνοιξε η Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, με τους πιστούς να μπορούν να συμμετέχουν στις ακολουθίες

Τί λένε οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ γιά τή Μεγάλη Παρασκευή

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ έν Ευβοία

Μία Μεγάλη Παρασκευή τὴν ὥρα τῆς Ἀποκαθηλώσεως μὸλις κατέβασε τὸ Σῶμα ἔκλαιγε καὶ δὰκρυσε πολύ μὲ μεγάλη συγκίνηση καὶ δέος. Καὶ μετά μᾶς εἶπε:
«Πατέρες μου, σὴμερα δὲν κατέβασα σῶμα ἁγιογραφημένο, ἀλλά σῶμα ἀνθρώπινο, οἱ φλέβες του χτὺποῦσαν στὴ δικιές μοῦ φλέβες. Ἡ σάρκα του ἀκούμπαγε στὴν δικιά μοῦ σάρκα. Καταλάβαινα τὸ αἷμα νὰ τρὲχη στὶς φλέβες του».
«Σὺζῶ καὶ συλλειτουργῶ μὲ τὴν ἁγία Τριάδα. Ζεῖ Κύριος ὁ Θεός».

Ἅγιος Παΐσιος: «Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνη τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ προσευχή»
Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, ζῇ τὰ γεγονότα ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔτσι ἀλλοιώνεται.
Στὴν γιορτή, γιὰ νὰ νιώση κανεὶς τὸ γεγονός, δὲν πρέπει νὰ δουλεύη. Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ λ.χ., ἐὰν θέλη νὰ νιώση κάτι, δὲν πρέπει νὰ κάνη τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ προσευχή. Στὸν κόσμο οἱ καημένοι οἱ κοσμικοὶ τὴν Μεγάλη Ἐβδοβάδα ἔχουν δουλειές. Μεγάλη Παρασκευὴ νὰ δίνουν εὐχές. «Χρόνια πολλά! Νὰ ζήσετε! Μὲ μιὰ νύφη!»… Δὲν κάνει!
Ἐγὼ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ κλείνομαι στὸ Καλύβι. Όπως καὶ μετὰ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα ἡ ἑβδομάδα τῆς ἡσυχίας ποὺ ἀκολουθεῖ, βοηθάει, γιατί ποτίζει ἡ θεία Χάρις τὴν ψυχὴ καὶ καταλαβαίνει ὁ μεγαλόσχημος τί ἔγινε, ἔτσι καὶ στὶς γιορτὲς ἡ ἡσυχία πολὺ βοηθάει.
Μᾶς δίνεται περισσότερη εὐκαιρία νὰ ξεκουρασθοῦμε λίγο, νὰ μελετήσουμε καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Θὰ ἔρθη ἕνας καλὸς λογισμός, θὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ ποῦμε λίγο τὴν εὐχὴ καὶ θὰ νιώσουμε ἔτσι κάτι ἀπὸ τὸ θεῖο γεγονὸς τῆς ἡμέρας…

Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος
Ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος κατὰ τὴν τελευταία Μεγάλη Παρασκευὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, του ἔτους 1980, ήταν πολὺ ἐξαντλημένος καὶ οἱ Ἀδελφὲς τῆς Μονῆς Θαψανῶν, προσπάθησαν νὰ τοῦ δώσουν κάποια τροφή. Λίγη ταχινόσουπα ἢ ἔστω ἕνα ζεστὸ ρόφημα. Ἦταν τελείως ἀρνητικός. Τὰ λόγια του, τους ἔμειναν ἀξέχαστα: «Ὁ Χριστὸς στὸ Σταυρὸ κι ἐγὼ νὰ φάω;».

Παπα – Φώτης Λαυριώτης
Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ Παπα – Φώτης περνοῦσε ἀπ’ την Παναγιούδα (χωριὸ εὑρισκόμενο 3χλμ. βορείως τῆς Μυτιλήνης) καὶ εἶδε κάποιον μὲ τὴν οἰκογένειά του νὰ τρῶνε μπριζολάκια σὲ μιὰ ταβέρνα.
Τὸν πλησίασε καὶ τοῦ ἔκανε παρατήρηση γιὰ τὸ «αἰδέσιμον» τῆς ἡμέρας.
Καὶ ἐκεῖνος τὸν ἀποπῆρε μὲ σκαιὸ τρόπο. Βεβαίως κουβέντα στὴν κουβέντα, ὁ Παπα – Φώτης στὸ τέλος πέταξε τὰ φαγιὰ μαζὶ μὲ τὸ τραπεζομάντηλο, ὁπότε ὁ ἐνοχλημένος οἰκογενειάρχης σηκώθηκε καὶ τὸν πλάκωσε στὸ ξύλο. Ὁ Παπα – Φώτης ὑπέμεινε τὸ ξύλο ἀγόγγυστα, καὶ τοῦ εἶπε φεύγοντας:
«Ἐγὼ τὸ ξύλο τό ‘φαγα, ἀλλὰ καὶ σὺ δὲν πιστεύω νὰ ξαναφᾶς μπριζόλες Μεγάλη Παρασκευή;»

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς γιὰ τοὺς τρεῖς χιτῶνες τοῦ Χριστοῦ:
Μὲ ῥωτᾶς, σεβαστὴ ἀδελφή, γιὰ τοὺς τρεῖς χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ἦταν ντυμένος καὶ σκεπασμένος ὁ Κύριος κατὰ τὸ διάστημα ἀρκετῶν ὡρῶν τὴ Μεγάλη Παρασκευή.
Γιατὶ ὁ Πιλᾶτος τὸν ἔντυσε μὲ πορφυρὸ χρῶμα;
Γιατὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἔντυσε μὲ λευκὸ χρῶμα;
Καὶ γιατὶ οἱ ἐκτελεστὲς ἐπίσης λίγο πρὶν Τὸν θανατώσουν Τὸν ἔντυσαν πάλι μὲ τὸν δὶκὸ Τοῦ χιτῶνα;
Δὲν βλέπεις σ’ ὅλα αὐτὰ ἕνα μεγάλο δίδαγμα γιὰ μᾶς; Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἀποφαίνονται γιὰ τὸ ἂν εἴμαστε καλοὶ ἢ κακοί. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπόφασή τους μᾶς ἐκτιμοῦν, μᾶς θαυμάζουν ἢ μᾶς κατακρίνουν.
Οἱ διάφορες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων δὲν μοιάζουν γιὰ μᾶς μὲ χιτῶνες; τὴ μία μᾶς ντύνουν μὲ τὸν χιτῶνα τοῦ σοφοῦ, τὴν ἄλλη μὲ τὸν μανδύα τοῦ τρελλοῦ.
Τὴ μία μᾶς περιβάλλουν μὲ τὸν μανδύα τῆς ἀνδρείας, τὴν ἄλλη μᾶς σκεπάζουν μὲ τὰ κουρέλια τῆς ἀπαξίωσης.
Ἀλλὰ ὅλοι οἱ χιτῶνες γρήγορα βγαίνουν κι ἀλλάζουν, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀσταθεῖς καὶ συχνὰ ἐναλλασσόμενες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων.
Ὅμώς, ἐν τέλει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ φανεῖ μὲ τὸ δικὸ του χρῶμα, μὲ τὸν δικὸ του χιτῶνα.

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔβλεπε τὴ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ:
Στὴν ἐκκλησία, ἐννοῶ στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, πολὺ συγκινιόμουνα. Ἄκουγα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ συγκινιόμουνα. Τὸ πάθαινα αὐτό, ἐπειδὴ «ἔβλεπα» τὴν εἰκόνα, τὸν Χριστὸ τὸν ἴδιο.
Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ κάναμε τὴν ἀκολουθία. Ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη κόσμο. Τί ἔπαθα ἐκεῖ! Διάβαζα τὸ Εὐαγγέλιο κι ὅταν ἔφθασα στὴ φράση:
«Ἠλί, Ἠλί, λιμὰ σαβαχθανὶ· τοὺτ’ ἔστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἰνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;» δὲν μπόρεσα νὰ τὴν τελειώσω. Δὲν εἶπα τὸ «ἰνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;».
Μὲ πλημμύρισε ἡ συγκίνηση. Κόπηκε ἡ φωνή μου. Μπροστά μου εἶχα ὅλη τὴν τραγικὴ σκηνή. Εἶδα ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο. Ἄκουσα ἐκείνη τὴ φωνή. Τὸν ἔβλεπα τὸν Χριστὸ πολὺ ζωντανά. Ὁ κόσμος κάτω περίμενε. Ἐγὼ τίποτα, ἀδύνατον νὰ προχωρήσω. Ἀφήνω τὸ Εὐαγγέλιο στὸ τετράποδο καὶ γυρίζω μέσα στὸ Ἱερό. Κάνω τὸ σταυρό μου, ἀσπάζομαι τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἔβαλα μία ἄλλη εἰκόνα, πιὸ ὡραῖα, μέσα μου. Ὄχι πιὸ ὡραία. Πιὸ ὡραία ἀπὸ κείνη δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ ἦλθε στὸ νοῦ μου ἡ Ἀνάσταση. Ἀμέσως γαλήνευσα. Μετὰ βγῆκα στὴν Ὡραία Πύλη καὶ εἶπα:
«Συγχωρέστε με, παιδιά μου, παρασύρθηκα».
Μετὰ πῆρα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ εἶπα ἀπ’ τὴν ἀρχή. Ἐκείνη, ὅμως, τὴν ὥρα ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα πέταξε δάκρυα.
Ἦταν κακὸ αὐτό. Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ σκέπτεται ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶναι, ὅμως, καλὸ ν’ ἀφηνόμαστε. Πρέπει νὰ εἴμαστε συγκρατημένοι.
 
πηγή :Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη “Βίος καὶ Λόγοι”. Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγής.

«Σε τον αναβαλλόμενον το φως » σε ήχο πλ.α'

 

Οι μακαριστοί πατέρες Δανιήλ και Ακάκιος των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, ψάλλουν το Δοξαστικό των Αποστίχων της Μεγάλης Παρασκευής «Σε τον αναβαλλόμενον το φως σε ήχο πλ.α » Το κείμενο είναι από το βιβλίο Αθωνιάς του Πέτρου Φιλανθίδη .Η ηχογράφηση είναι ζωντανή στο κελλί τους .

Το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην εκκλησία, εκεί όπου το ιερό κουβούκλιο του Επιταφίου έχει γίνει ένα σώμα με την Άνοιξη.

 Μπορεί να είναι εικόνα κηροπήγια

Στο ημίφως του ναού, ο χρόνος μοιάζει να σταματά
ανάμεσα στην ευωδιά του μύρου
και το τρεμόπαιγμα των κεριών.
Κάθε άνθος πάνω στον Επιτάφιο είναι και μια ελπίδα,
κάθε προσκύνημα
μια σιωπηλή συνομιλία της καρδιάς με το Θείο.
Η φύση έξω αναγεννάται, όμως εδώ μέσα
η ζωή κοντοστέκεται για μια στιγμή, τιμώντας τη θυσία.
Προσκυνάμε την Άκρα Ταπείνωση,
προσδοκώντας τη νίκη της ζωής πάνω στη φθορά
και το αιώνιο φως που ανατέλλει μέσα από την αγάπη.

Μεγάλη Παρασκευή στα Ιεροσόλυμα: Πένθος, κατάνυξη και το βλέμμα στην ελπίδα

Ότε εκ τού ξύλου σε νεκρόν, ο Αριμαθαίας καθείλε, τήν τών απάντων ζωήν, σμύρνη καί σινδόνι σε Χριστέ εκήδευσε, καί τώ πόθω ηπείγετο, καρδία, καί χείλει, σώμα τό ακήρατον, σού περιπτύξασθαι, όμως συστελλόμενος φόβω, χαίρων ανεβόα σοι. Δόξα, τή συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε.

 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
 
Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο.
Ότε εν τώ τάφω τώ καινώ, υπέρ τού παντός κατετέθης, ο Λυτρωτής τού παντός, Άδης ο παγγέλαστος, ιδών σε έπτηξεν, οι μοχλοί συνετρίβησαν, εθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ηνοίχθησαν, νεκροί ανίσταντο, τότε ο Αδάμ ευχαρίστως, χαίρων ανεβόα σοι. Δόξα, τή συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε. 
 
Καί γάρ εστερέωσε τήν Οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται.
Ότε εν τώ τάφω σαρκικώς, θέλων συνεκλείσθης ο φύσει, τή τής θεότητος, μένων απερίγραπτος, καί αδιόριστος, τά θανάτου απέκλεισας, ταμεία καί Άδου, άπαντα εκένωσας, Χριστέ βασίλεια, τότε καί τό Σάββατον τούτο, θείας ευλογίας καί δόξης, καί τής σής λαμπρότητος ηξίωσας. 
 
Τώ οίκω σου πρέπει αγίασμα, Κύριε εις μακρότητα ημερών.
Ότε αι δυνάμεις σε Χριστέ, πλάνον υπ' ανόμων εώρων, συκοφαντούμενον, έφριττον τήν άφατον, μακροθυμίαν σου, καί τόν λίθον τού μνήματος, χερσί σφραγισθέντα, αίς σου τήν ακήρατον, πλευράν ελόγχευσαν, όμως τή ημών σωτηρία, χαίρουσαι εβόων σοι. Δόξα, τή συγκαταβάσει σου, Φιλάνθρωπε.