Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΤΙ ΌΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΣ!!

 Μπορεί να είναι εικόνα η Βασιλική του Εθνικού Ιερού της Αμώμου Συλλήψεως

 «Ήταν έξι το απόγευμα.. Είχε ήδη βραδιάσει, όταν μια άγνωστη για μένα κοπέλα χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μου επίμονα για να την ανοίξω.
Τη δέχθηκα και ρώτησα τι θα ήθελε.
– Πάτερ, θέλω να μου διαβάσετε μια ευχή.
Το πρόσωπό της ήταν ταραγμένο, μιλούσε απότομα.
Δε μου είπε πολλά πράγματα, απλά μου ζήτησε να προσευχηθώ γι’ αυτήν.
Πήγαμε στην Εκκλησία και της διάβασα μια ευχή.
Έφυγε αμίλητη χωρίς να μου δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τη ζωή της,
ούτε και να μοιραστεί τον λόγο που ήθελε να της διαβάσω την ευχή.
Μετά από τρεις μέρες, ξαναήρθε.
Ζητούσε και πάλι να προσευχηθώ γι’ αυτήν. Μπήκαμε στον Ναό, της διάβασα μια ευχή και όταν τελείωσα, με ρώτησε:
- Πάτερ, με φοβάστε;
- Όχι, της απάντησα.
Το πρόσωπό της ήταν πιο ήρεμο από την προηγούμενη φορά.
Έφυγε και πάλι αμίλητη με σκυμμένο το κεφάλι.
Πέρασαν τρεις μέρες και ξαναήρθε αργά την νύχτα.
Όταν της διάβασα την ευχή, την παρακάλεσα να μην έρχεται τόσο αργά.
Με κοίταξε και είδα τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Μου είπε:
- Πάτερ, είμαι ιερόδουλη, αυτή είναι η δουλειά μου. Δεν κυκλοφορώ τη μέρα, γιατί όλος ο κόσμος γνωρίζει ποια είμαι και ντρέπομαι να κυκλοφορώ.
Γι’ αυτό ήρθα και ξαναήρθα βράδυ.
Έρχομαι σε εσάς, γιατί νιώθω καλά όταν μπαίνω στην Εκκλησία.
Θέλω να σας πω ότι την πρώτη φορά που ήρθα ένιωσα μια ανεξήγητη δύναμη μέσα μου και εκείνο το βράδυ δεν έκανα την αμαρτία. Δεν έχω σχέση με την Εκκλησία, ούτε είμαι Ορθόδοξη.
Από τότε έφυγε και δεν την ξαναείδα.
Κάποιες φορές ρωτούσα τον φύλακα αν βλέπει την κοπέλα αυτή να κυκλοφορεί στην πόλη μας και μου απαντούσε αρνητικά.
Πέρασαν έξι μήνες και ένα απόγευμα ξαναήρθε, υποβασταζόμενη από μια φίλη της. Χαμογέλασε όταν με είδε.
Την αναγνώρισα αμέσως.
Την έφερα και την έβαλα να ξαπλώσει σε έναν πάγκο που είχαμε μέσα στην Εκκλησία.
Όπως μου εξήγησε η φίλη της, ζήτησε την βοήθειά της και της είπε:
- Θέλω να με πας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που χτυπούν πολλές καμπάνες.
Σήμερα θέλω να με πας, όχι αύριο!
Την κοίταξα και μου είπε:
- Την ευχή σου, πάτερ, την ευχή σου!
Σκέφτηκα αμέσως και την ρώτησα:
- Μήπως θέλεις να σε βαπτίσω, να γίνεις Χριστιανή;»
- Ναι, πάτερ, θα μου δώσεις πολλή χαρά αν με βαπτίσεις! Θα με βοηθήσει ο Θεός!
Ξεκίνησα την προετοιμασία για τη βάπτιση. Της έδωσα και φόρεσε έναν χιτώνα.
Αφού διάβασα τον Κατηχητικό Λόγο, τη βάπτισα:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και της έδωσα το όνομα Γεωργία.
Της φόρεσα και έναν Σταυρό και, στη συνέχεια, έβγαλα τη Θεία Κοινωνία που έχουμε στο Αρτοφόριο και την κοινώνησα.
Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και χαρούμενο.
- Πάτερ, μου είπε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Δοξάζω τον Θεό για αυτή την ώρα, που με αξίωσε να βαπτιστώ!
Οι γιατροί κουράστηκαν με την αρρώστια μου και μου είπαν να πάω στο σπίτι.
Παρακαλώ τον Θεό να με συγχωρέσει για όλα αυτά που έκανα στη ζωή μου.
Σε παρακαλώ, πάτερ, θέλω τον χιτώνα αυτό να τον πάρω μαζί μου για να μου τον φορέσουν όταν πεθάνω.
Δε θέλω τίποτα άλλο...
Θαύμασα ακούγοντας αυτά τα λόγια και της έδωσα τον χιτώνα.
Η φίλη της με ευχαρίστησε, πήρε τη Γεωργία και φύγανε.
Καθώς φεύγανε, είδα την ώρα.
Ήταν 6:30 το απόγευμα.
Πέρασαν δύο ώρες και ήρθαν να με ενημερώσουν ότι κοιμήθηκε η Γεωργία η ιερόδουλη.
Την κάλεσε ο Θεός στη Βασιλεία των Ουρανών!
Ο Θεός μας είναι δίκαιος, την προετοίμαζε με τρόπο που το μυαλό μας δεν μπορεί να συλλάβει.
Ο κόσμος την έβριζε, όλοι την είχαν για σκουπίδι.
Όχι όμως ο Δημιουργός της! .
Τη θάψαμε με τον χιτώνα της βάπτισης και με τον Σταυρό της.
Τι ωραία που ήταν η Γεωργία μας!
Άλλη η δικαιοσύνη του Θεού και άλλη των ανθρώπων.
Ο Θεός δε θέλει να χαθεί ούτε μια ψυχή αρκεί να τον αναγνωρίσει ως Σωτήρα και Λυτρωτή».
Μαρτυρία π. Χαρίτων Musungayi από την Γκόμα του Ανατολικού Κονγκό
ΔΟΞΑ ΣΟΙ ΚΥΡΙΕ ΔΟΞΑ ΣΟΙ!!!

Ο Άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης

Ψυχοθεραπευτικές διηγήσεις του μακαριστού π. Ανανία Κουστένη

Στην Παναγία.


Ώ πλατυτέρα ουρανών, της γης η ανωτέρα, βασίλισσα των ουρανών, μετά Θεόν Δευτέρα και του γλυκύτατου Ιησού η πάναγνος μητέρα,  ρίξε μια στοργική ματιά στον κόσμο όπου ζούμε, να δεις γλυκιά Παρθένα μου, όλοι το τί τραβούμε.

Επροτιμήσαν την φθορά τα πλάσματα του γιου σου και φεύγουν απ’ την λύτρωση τ’ άχραντου τοκετού σου.

Εγέμισαν οι φυλακές και τα νοσοκομεία, η πείνα και η στέρηση και η παρανομία.

Αυτά κυριαρχούν στην γη και η σαρκολατρία, και εταυτιστήκαν οι πολλοί με την ακολασία.

Από τον δρόμο του Χριστού οι πιο πολλοί έχουν φύγει, και απαρνηθήκαν τ’ άπλετο το φως που μας φωτίζει.

Σ’ όλη την γη απλώθηκε πυκνό βαθύ σκοτάδι και μεσ’ σ’ αυτήν την σκοτεινιά κάθε ψυχή στενάζει.

Παρακαλώ σε, Δέσποινα, μη μας εγκαταταλείψεις και στην ουράνια χαρά να μας δρομολογήσεις.        
                                         04/11/2013

ΓΕΡΟΝΤΙCCΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ 
       Η ΒΛΕΠΟΥCΑ

«Στο φίλο που πάει για δάσκαλος»

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα παιδί, το Δυτικό Τείχος και κείμενο

Ντίνος Χριστιανόπουλος
«Στο φίλο που πάει για δάσκαλος»
«Μονάχος σου, σε αψηλό χωριό απομονωμένος,
δίχως μάνα να σου καρικώνει τις κάλτσες,
δίχως φίλους για βόλτα,
τότε θα νιώσεις πως ό,τι πήρες – πήρες•
τώρα πρέπει να δώσεις•
κι αν έχεις πολλά, πολλά θα δώσεις• αν λίγα,
σκέψου τις ώρες που σπατάλησες εδώ κι εκεί.
Παρ’ όλες τις τυχόν επιφυλάξεις μου,
σε συμβουλεύω
να την κρατήσεις την αγνότητά σου.
Βέβαια,
είναι οδυνηρή η εγκράτεια, όταν μάλιστα
η φαντασία οργιάζει• όμως, αν θέλεις
του κόσμου την εκτίμηση, όλο και πρέπει
να ολοκληρώνεσαι στη στέρηση.
Εξόν απ’ τη διδασκαλία στο σχολείο,
κοίτα να κάνεις και καμιά μικρή βιβλιοθήκη,
να ’ρχονται οι νέοι του χωριού και να διαβάζουν.
Στην ενδοχώρα, να εργαστείς. Έτσι προσφέρεις
πολύ περισσότερα απ’ τους νεανίσκους της Τσιμισκή.
Ωστόσο κοίτα και την ηθική σου ακεραιότητα:
από έναν νέο δροσερό κι αγνό, κυρίως αγνό,
ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιωτέραν.
Κι εν τω μεταξύ θα κρατούμε αλληλογραφία
και θα μου στέλνεις φωτογραφίες σου
ανάμεσα στα παιδιά του χωριού.
Και θα ’μαι, αλήθεια, περήφανος
για έναν τέτοιο φίλο.»
Από την ποιητική συλλογή «Ο αλλήθωρος», (1951).

Ένας άντρας με φιλότιμο - Το χαμίνι 1960

Σαν σήμερα πριν πέντε χρόνια – Η αυτοκτονία της Χρυσάνθης που αρνήθηκε τα εμβόλια του θανάτου θα βαραίνει για πάντα την αιματοβαμμένη κυβέρνηση Μητσοτάκη – Μέχρι τέλους για να μπουν οι δολοφόνοι της φυλακή

 Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο


Σημείωση;Δεν αποδεχόμαστε την αυτοκτονία ως πράξη ηρωϊκή, αλλά για αυτούς τους θανάτους κάποιοι πρέπει να καθήσουν στο σκαμνί

Το φαινόμενο των «στερεοτύπων» στον εκκλησιαστικό δημόσιο λόγο

 Μπορεί να είναι εικαστικό

+Νεκταρίου Χογκ Κονγκ
Υπάρχουν φράσεις που επανέρχονται στον εκκλησιαστικό δημόσιο λόγο σαν να μη χρειάζονται πια καμία απόδειξη. Οι επίσκοποι καταδυναστεύουν τους ιερείς. Οι άγαμοι κληρικοί ενδιαφέρονται μόνο για να γίνουν μητροπολίτες. Η Εκκλησία αγαπά το χρήμα και τη δόξα, έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει απομακρυνθεί από τον λαό. Οι νέοι δεν γίνονται ιερείς εξαιτίας του ράσου και δεν εκκλησιάζονται επειδή δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα της λατρείας. Τις συναντούμε σε άρθρα, ομιλίες και σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως, ακόμη και από ανθρώπους που διακονούν την Εκκλησία. Κάποτε εκφέρονται με αγανάκτηση, άλλοτε με πόνο και άλλοτε με την ειλικρινή επιθυμία να αλλάξει κάτι.
Η καλή πρόθεση, όμως, δεν αρκεί για να κάνει μια διαπίστωση αληθινή. Ούτε η συχνή επανάληψή της αποτελεί τεκμήριο αληθείας. Μια φράση μπορεί να μας φαίνεται περισσότερο αξιόπιστη απλώς επειδή την έχουμε ακούσει πολλές φορές. Η επανάληψη δημιουργεί οικειότητα και η οικειότητα μπορεί να εκληφθεί ως επιβεβαίωση. Το «το ακούμε παντού» δεν σημαίνει αναγκαστικά «έχει αποδειχθεί».
Το πρόβλημα με τα στερεότυπα δεν είναι ότι αναφέρονται πάντοτε σε ανύπαρκτες καταστάσεις. Μπορεί να ξεκινούν από ένα πραγματικό περιστατικό, μια οδυνηρή εμπειρία, μια δικαιολογημένη διαμαρτυρία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται ερμηνεία για όλους. Όταν από το «αυτός ο επίσκοπος συμπεριφέρθηκε αυταρχικά» περνούμε στο «έτσι είναι οι επίσκοποι». Όταν από την αλαζονική φιλοδοξία ενός κληρικού καταλήγουμε να γνωρίζουμε, υποτίθεται, τα κίνητρα κάθε άγαμου ιερέα. Εκεί η κριτική παύει να εξετάζει την πραγματικότητα και αρχίζει να την προσαρμόζει σε μια έτοιμη εικόνα.
Χρειάζεται εξαρχής μια διευκρίνιση: η αμφισβήτηση των στερεοτύπων δεν μπορεί να αποτελεί τέχνασμα αποφυγής της αυτοκριτικής. Το «δεν είναι όλοι έτσι» δεν απαντά στον άνθρωπο που αδικήθηκε. Μία και μόνη περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας αξίζει να εξεταστεί και να αντιμετωπιστεί. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι όλοι οι επίσκοποι είναι αυταρχικοί για να δικαιούται προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία ενός. Άλλο, όμως, η απόδοση συγκεκριμένης ευθύνης και άλλο η συλλογική καταδίκη.
Στις σχέσεις επισκόπων και πρεσβυτέρων, για παράδειγμα, δεν βοηθά να μοιράζουμε εκ των προτέρων τους ρόλους του δυνάστη και του θύματος. Όταν ένας πρεσβύτερος υπονομεύει τη συνεργασία, ασκεί πιέσεις ή μετατρέπει μια διαφωνία σε προσωπικό πόλεμο, η συμπεριφορά του δεν γίνεται λιγότερο προβληματική επειδή βρίσκεται «χαμηλότερα» στην ιεραρχία. Η αναγνώριση αυτού του ενδεχομένου δεν απαλλάσσει τον επίσκοπο από την ιδιαίτερη ευθύνη του. Μας υποχρεώνει όμως να εξετάζουμε πρόσωπα, πράξεις και σχέσεις, αντί να θεωρούμε ότι ο τίτλος κάποιου αποδεικνύει αυτομάτως την ενοχή ή την αθωότητά του. Άλλωστε, η εκκλησιαστική αντίληψη της εξουσίας απαιτεί ταπείνωση και αμοιβαία ευθύνη.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται απέναντι στους άγαμους κληρικούς. Η αγαμία δεν είναι πιστοποιητικό αγιότητας, αλλά ούτε αποδεικτικό επαγγελματικής φιλοδοξίας. Με ποιο δικαίωμα ερμηνεύουμε μια ολόκληρη ζωή διακονίας ως αναμονή για έναν μητροπολιτικό θρόνο; Και γιατί να παραβλέπουμε τις διακονίες που απαιτούν μετακινήσεις, παρατεταμένη απουσία ή εγκατάσταση μακριά από ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον; Ένας άγαμος κληρικός μπορεί να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε τέτοιες ανάγκες. Αυτό δεν τον καθιστά ανώτερο από τον έγγαμο. Αντιστοίχως, η ευθύνη ενός έγγαμου ιερέα απέναντι στη σύζυγο και στα παιδιά του δεν αποτελεί έλλειμμα αφοσιώσεως στην ιερατική διακονία.
Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν ανταγωνισμό προσφοράς. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή περιλαμβάνει τόσο την έγγαμη όσο και την άγαμη ιερατική διακονία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποια οικογενειακή κατάσταση εγγυάται καλύτερους ανθρώπους, αλλά πώς ο καθένας ανταποκρίνεται στην κλήση και στις υποχρεώσεις του. Η φιλοδοξία χρειάζεται έλεγχο όπου εμφανίζεται· δεν χρειάζεται να αποδίδεται προκαταβολικά σε μια ολόκληρη κατηγορία κληρικών.
Το ίδιο ισχύει για τη φράση «η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνο για το χρήμα και τη δόξα». Τι ακριβώς εννοούμε; Την προσκόλληση στο χρήμα ή την ανάγκη να υπάρχουν τα μέσα για να επιτελεστεί ένα έργο; Διότι άλλο η φιλαργυρία, η αδιαφάνεια και η επίδειξη πλούτου και άλλο οι καθημερινές ανάγκες μιας μητροπόλεως, μιας ενορίας και η διακονία των πιστών. Με ποιον τρόπο φανταζόμαστε ότι μπορεί να συντηρηθεί ένας ναός, να λειτουργήσει ένα συσσίτιο, να υποστηριχθεί μια οικογένεια ή να οργανωθεί μια αποστολή βοηθείας χωρίς οικονομικούς πόρους; Η απαίτηση για λιτότητα και λογοδοσία είναι απολύτως θεμιτή. Η ιδέα ότι ένα τέτοιο έργο μπορεί να επιτελείται χωρίς χρήματα παραβλέπει τις υλικές προϋποθέσεις ακόμη και της πιο ανιδιοτελούς προσφοράς.
Κοντά σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται και η άλλη: ότι η Εκκλησία έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει εγκαταλείψει τον λαό. Κάθε σχέση που δημιουργεί εξαρτήσεις, ανταλλάγματα ή ένοχες σιωπές χρειάζεται έλεγχο. Αλλά από πότε η εικόνα μιας επίσημης συναντήσεως ή η συνεργασία με πολιτικούς φορείς αρκεί για να περιγράψει ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή; Πού χωρούν σε αυτή τη γενική καταδίκη ο ιερέας που στέκεται δίπλα στον ασθενή, η ενορία που στηρίζει μια οικογένεια, εκείνος που ακούει επί ώρες έναν απελπισμένο άνθρωπο; Για όποιον δέχεται αυτή τη φροντίδα, η Εκκλησία έχει και το πρόσωπο εκείνου που δεν τον εγκατέλειψε. Η κριτική στις σχέσεις με την εξουσία δεν δικαιούται να διαγράφει αυτή την παρουσία.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους των στερεοτύπων: όσα δεν ταιριάζουν στην έτοιμη εικόνα μένουν έξω από τη συζήτηση. Η θυσιαστική διακονία, η υπομονή, η αθόρυβη εργασία μέσα στις ενορίες και στις τοπικές κοινωνίες αποκρύπτονται, ηθελημένα ή αθέλητα. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τους κληρικούς για να αναγνωρίσουμε τον κόπο τους. Όπως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε την προσφορά τους για να συγκαλύπτουμε μια αδικία, έτσι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε μια αδικία για να διαγράφουμε την προσφορά τους. Διαφορετικά, η γενίκευση αδικεί και εκείνον που διακονεί και εκείνον που προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η συνέπεια αυτής της απλουστεύσεως γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν περνούμε στις προτάσεις για αλλαγές. Αν έχουμε αποφασίσει ότι γνωρίζουμε τη μία αιτία ενός προβλήματος, εύκολα πιστεύουμε ότι διαθέτουμε και τη μία λύση.
Λέγεται, για παράδειγμα, ότι οι νέοι δεν επιλέγουν την ιερωσύνη επειδή θα είναι υποχρεωμένοι να φορούν ράσο. Ας θέσουμε το ερώτημα: ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για έναν νέο άνθρωπο; Η ενδυμασία που θα κληθεί να φορέσει ή η θυσιαστική ζωή που θα κληθεί να αναλάβει; Το εξωτερικό γνώρισμα της ιερωσύνης ή η δέσμευση να προσφέρει χρόνο, δυνάμεις και προσωπική άνεση σε ανθρώπους που θα τον χρειάζονται, ενίοτε στις πιο δύσκολες ώρες τους; Η θυσία αυτή δεν σημαίνει ανοχή στην αυθαιρεσία ούτε κατάργηση της αναπαύσεως και της οικογενειακής ζωής. Σημαίνει, όμως, ότι η ιερωσύνη δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς προσφορά και αυταπάρνηση.
Πιστεύουμε πραγματικά ότι, αν καταργηθεί η υποχρεωτικότητα του ράσου, οι ιερατικές κλήσεις θα αυξηθούν κατακόρυφα; Σε ποια δεδομένα στηρίζουμε μια τέτοια προσδοκία; Για ορισμένους νέους η ενδυμασία μπορεί πράγματι να αποτελεί δυσκολία, και δεν υπάρχει λόγος να υποτιμήσουμε τη μαρτυρία τους. Άλλο, όμως, ένα επιμέρους εμπόδιο και άλλο η συνολική εξήγηση ενός προβλήματος. Η άρση μιας εξωτερικής δυσκολίας δεν γεννά από μόνη της την επιθυμία της διακονίας. Χρειάζεται να ακούσουμε τους νέους: τις προσδοκίες και τους φόβους τους, τα παραδείγματα ιερατικής ζωής που έχουν γνωρίσει, τις ανησυχίες τους για τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα υπηρετήσουν. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αλλάξουμε εκείνο που φαίνεται εύκολα, αφήνοντας ανέγγιχτο εκείνο που δυσκολεύει ουσιαστικά.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στη συζήτηση για τη γλώσσα της λατρείας. Ο άνθρωπος που λέει «δεν καταλαβαίνω» δεν χρειάζεται επίπληξη ούτε μια εύκολη κατηγορία ότι δεν ενδιαφέρεται αρκετά. Χρειάζεται βοήθεια. Η μετάφραση και η ερμηνεία μπορούν να προσφέρουν αυτή τη βοήθεια. Ωστόσο, άλλο η κατανόηση των λέξεων και άλλο η κατανόηση όσων τελούνται. Η λατρεία είναι κοινή πράξη προσευχής, προσφοράς και κοινωνίας, όχι απλώς ένα κείμενο του οποίου αρκεί να αναγνωρίσουμε το λεξιλόγιο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των φοιτητών θεολογικών σεμιναρίων που επισκέπτονται τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λουκά στο Χονγκ Κονγκ. Ακούν το «Κύριε, ελέησον» στα Αγγλικά και στα Κινεζικά. Και όμως ρωτούν τι σημαίνει και γιατί επαναλαμβάνεται συνεχώς. Η απορία τους δεν λύνεται απλώς με τη μετάφραση των λέξεων. Αφορά το περιεχόμενο της προσευχής και τη θέση της μέσα στη λατρεία: τι ζητούμε, γιατί το ζητούμε και τι σημαίνει να απευθυνόμαστε με αυτόν τον τρόπο στον Θεό.
Το παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι οι μεταφράσεις είναι περιττές. Αν το χρησιμοποιούσαμε έτσι, θα κάναμε ακριβώς το σφάλμα που προσπαθούμε να επισημάνουμε. Αναδεικνύει, όμως, τα όρια της προσδοκίας ότι η γλωσσική αλλαγή θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα. Μπορώ να γνωρίζω κάθε λέξη μιας προσευχής και να μην αντιλαμβάνομαι ακόμη τι ομολογώ όταν την προφέρω. Η μετάφραση μπορεί να ανοίξει μια πόρτα· δεν καταργεί την ανάγκη κατηχήσεως, συζητήσεως και ουσιαστικής συμμετοχής.
Η ίδια μονομέρεια εμφανίζεται όταν κάθε απόσταση ενός ανθρώπου από την εκκλησιαστική ζωή αποδίδεται αυτομάτως σε κάποιο εκκλησιαστικό σφάλμα. Ασφαλώς υπάρχουν συμπεριφορές που πληγώνουν και απομακρύνουν, και η ευθύνη γι’ αυτές δεν πρέπει να μετακυλίεται στον πληγωμένο. Δεν έχουν, όμως, όλοι οι άνθρωποι την ίδια διαδρομή και τις ίδιες προθέσεις. Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την πίστη, διαφορετικές προτεραιότητες, οικογενειακά βιώματα, πρακτικές δυσκολίες ή δισταγμός απέναντι σε μια ζωή που ζητά αλλαγές και δεσμεύσεις. Ούτε αυτά δικαιούμαστε να τα προεξοφλούμε για κανέναν. Χρειάζεται να τα ακούμε από τον ίδιο τον άνθρωπο, αντί να του αποδίδουμε μια έτοιμη εξήγηση πριν ακόμη μας μιλήσει.
Δεν φταίει, λοιπόν, πάντοτε και για όλα η Εκκλησία. Αυτό δεν είναι πρόσκληση εφησυχασμού ούτε τρόπος να κατηγορήσουμε όσους δυσκολεύονται να την πλησιάσουν. Είναι πρόσκληση για ακριβέστερη διάκριση των ευθυνών. Η Εκκλησία οφείλει να εξετάζει όσα εξαρτώνται από την ίδια, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε ανθρώπινη δυσκολία έχει αποκλειστικά εκκλησιαστική αιτία και αντιμετωπίζεται με μια διοικητική απόφαση. Η προσωπική ελευθερία, η αναζήτηση και η πάλη του ανθρώπου δεν χωρούν σε τόσο απλά σχήματα.
Τα στερεότυπα, επομένως, μπορούν να αποκρύψουν και την προσφορά της Εκκλησίας και τις πραγματικές δυσκολίες όσων στέκονται μακριά της. Μπορούν επίσης να μας κάνουν να παρουσιάζουμε μια χρήσιμη επιμέρους αλλαγή ως συνολική θεραπεία. Και όταν η αλλαγή δεν φέρει όσα υποσχεθήκαμε, κινδυνεύουμε να κατηγορήσουμε ξανά τους ανθρώπους, την Εκκλησία, τους κληρικούς, αντί να επανεξετάσουμε τη διάγνωσή μας.
Γι’ αυτό, πριν επαναλάβουμε μια εντυπωσιακή διαπίστωση, αξίζει να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς γνωρίζουμε; Πόσο αντιπροσωπευτική είναι η εμπειρία μας; Τι αφήνουμε έξω; Τι θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη; Η οικειότητα μιας φράσεως και η συμφωνία της με όσα ήδη πιστεύουμε μπορούν να επηρεάσουν την κρίση μας για την αλήθεια της. Η αυτοκριτική αρχίζει και από τον έλεγχο των δικών μας βεβαιοτήτων.
Η Εκκλησία χρειάζεται έναν λόγο που να καταγγέλλει χωρίς να συκοφαντεί, να αναγνωρίζει χωρίς να εξιδανικεύει και να προτείνει χωρίς να υπόσχεται εύκολες λύσεις. Έναν λόγο που να μη φοβάται ούτε την αλήθεια μιας αποτυχίας ούτε την αλήθεια μιας προσφοράς. Αν θέλουμε πραγματικά να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, το πρώτο βήμα είναι να τα περιγράψουμε σωστά. Διαφορετικά, μπορεί να επαναλαμβάνουμε επί χρόνια τις ίδιες κατηγορίες και τις ίδιες προτάσεις, χωρίς να έχουμε πλησιάσει περισσότερο ούτε τους ανθρώπους ούτε το πρόβλημα

Άραγε ο Ουρανὀς αντιλαμβάνεται ότι τώρα εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς που έφυγαν από την παρούσα γη; .............

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Μιά μέρα ένας Ιερομόναχος διαβάζοντας πολλά ονόματα κουράστηκε και αναρωτήθηκε:
Άραγε σώζονται αυτοί τους οποίους μνημονεύω;
Νοιώθουν τίποτε;
Άραγε ο Ουρανὀς αντιλαμβάνεται ότι τώρα εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς που έφυγαν από την παρούσα γη;
Βοηθούνται άραγε οι νεκροί;
Και την ώρα εκείνη, όπως ήταν κουρασμένος, στηρίχθηκε στο στασίδι του, έκλεισε λίγο τα μάτια του, και ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο, σε μιά εγρήγορση του νου του, αλλά και κόπωση της σάρκας, σηκώνει τα μάτια επάνω και βλέπει, βλέπει…
Πω, πω,! Τι γίνεται εκεί;
Πνεύματα κεκοιμημένων αναρίθμητα και μαζί με αυτά και οι Άγιοι, μαζί και Άγγελοι.
Και μπροστά, μπροστά στον θρόνο του Χριστού η Υπεραγία Θεοτόκος με το ωραιότατο ένδυμά της, με το πρόσωπό της φωτεινό έδειχνε τα πνεύματα, κοιτούσε τον Χριστό, και του έλεγε:
''Υιέ μου και Θεέ μου,
για όλους αυτούς εγώ μεσιτεύω.
Δέξου τις φωνές της Αγίας Εκκλησίας σου''.
Και τότε όλοι οι νεκροί άρχισαν να ψάλλουν:
“Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία… ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών”
….Άς φωνάζομε, ας παρακαλούμε τον Θεό για εμάς και τους νεκρούς μας.
Και να ξέρετε, οι νεκροί μας, όταν προσευχόμαστε συνεχώς, πλησιάζουν πιο κοντά στον Θεό και φθάνουν εν τέλει στην δόξα, εφόσον δεν Τον αρνούνται.
+ Μακαριστός Γέροντας
Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ πατέρες τῶν πιστῶν

Είπε Γερων

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ένα φθινόπωρο

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

με το νοτιά ξεχνάς
με το βοριά θυμάσαι,
κάθε οκτώβρη θα ζητάς
ένα φθινόπωρο να μη λυπάσαι...
Δ. Δημητριάδης

Οπτασία Κοσμά Μοναχού από το Συναξάρι της ημέρας.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Κατά τον δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού του Λεκαπηνού, δηλαδή το έτος 932, βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ένας άνθρωπος, ο πιο οικείος από τους υπηρέτες που παραστέκονταν στον βασιλικό κοιτώνα του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε βασιλεύσει λίγο πριν από τον Ρωμανό. Ο Αλέξανδρος ήταν γιος του Βασιλείου του Μακεδόνα και αδελφός του Λέοντα του Σοφού.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, του Θεού άνθρωπος, αφού άφησε τον κόσμο και τα του κόσμου, αγάπησε τον μοναχικό βίο. Και αφού έλαβε το αγγελικό σχήμα μετονομάστηκε σε Κοσμάς. Ύστερα έγινε και ηγούμενος του σεβασμίου μοναστηριού που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Σαγγάριο.
Αφού πέρασαν μερικά χρόνια, ο όσιος Κοσμάς έπεσε σε βαριά και μακρόχρονη αρρώστια, που κράτησε πολύ. Όταν πέρασαν πέντε μήνες, συνήλθε κάπως από την ασθένεια, και σηκώθηκε λίγο από το κρεβάτι του, καθισμένος με τη βοήθεια των αδελφών που τον υπηρετούσαν. Τότε βγήκε έξω από τον εαυτό του και έμεινε σε έκσταση από την τρίτη ώρα της ημέρας (9 το πρωί) έως την ενάτη (3 το απόγευμα). Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και στραμμένα στη στέγη του κελιού του, ενώ τα χείλη του κινούνταν, ψελλίζοντας άναρθρους και ακατανόητους λόγους.
Όταν ήρθε λίγο στον εαυτό του, είπε στους παρευρισκόμενους: «Δώστε μου τις δύο μερίδες του άρτου που μόλις πήρα από τον τίμιο Γέροντα». Και βάζοντας τα χέρια στον κόρφο του, έψαχνε να τα βρει. Μερικοί τότε από τους παρόντες, θεωρώντας ότι πρόκειται για θεία έκσταση, τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει το μεγάλο μυστήριο: «Πες μας, Πάτερ· πες χωρίς να μας το κρύψεις, για τη μεγάλη ωφέλεια που θα λάβουμε. Πού ήσουν τόσες ώρες; Σε ποια θεωρία ανυψώθη ο νους σου; Με ποιον συνομιλούσες κινούμενος τα χείλη;».
Ο όσιος, βλέποντάς τους να τον παρακαλούν με θρήνους, είπε: «Σταματήστε, τέκνα μου, σταματήστε. Όταν ο Κύριος θελήσει και έρθω τελείως στον εαυτό μου, τότε βέβαια θα σας αποκαλύψω την παράκλησή σας».
Το επόμενο πρωί, όταν συγκεντρώθηκε όλη η αδελφότητα στο κελί του, άρχισε ο τίμιος Γέροντας να διηγείται την οπτασία:
«Πατέρες και αδελφοί, να κατανοήσω όλα όσα είδα λεπτομερώς και να τα διηγηθώ, είναι πέρα από κάθε νου και ανθρώπινη γλώσσα. Θα σας πω μόνο όσα θυμάμαι.
Ενώ καθόμουν στο κρεβάτι, στηριζόμενος από δύο αδελφούς, φάνηκε να βλέπω από τα αριστερά μου ένα πλήθος ανθρωπάκια με μελανιασμένα πρόσωπα. Δεν είχαν όλοι το ίδιο μαύρισμα· σε άλλους ήταν περισσότερο, σε άλλους λιγότερο. Άλλοι είχαν τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, άλλοι μαύρα σαν το μολύβι, άλλοι αιματωμένα και αγριεμένα σαν φονιάδες. Άλλος είχε τα χείλη μαύρα και πρησμένα, άλλος μόνο το ένα, άλλος το πάνω, άλλος το κάτω.
Αυτά τα ανθρωπάρια πλησίασαν στο κρεβάτι μου και προσπαθούσαν να με πάρουν από εσάς. Στην αρχή σας έβλεπα όλους γύρω μου, και μου φαινόταν ότι δεν τα φοβόμουν. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πώς, έμεινα μόνος, και τότε με κυρίεψαν. Άλλοι με τραβούσαν δεμένο μπροστά, άλλοι με έσπρωχναν πίσω, άλλοι με εμπόδιζαν, άλλοι με βασάνιζαν. Τελικά με έφεραν σε έναν βαθύτατο γκρεμό, πλάτος περίπου όσο η ρίψη μιας πέτρας, και βάθος που έφτανε ως τον τάραχο του Άδη. Με βία με κατέβασαν εκεί. Στη μία πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις χωρούσε το ίχνος ενός ποδιού. Με τραβούσαν με βία, ενώ εγώ προσπαθούσα να γέρνω δεξιά, φοβούμενος μην πέσω στο αχανές βάθος, όπου ακουγόταν ποταμός που έτρεχε με θόρυβο.
Περνώντας με τρόμο αυτό το στενό πέρασμα, βρήκαμε μια μεγάλη πόρτα μισάνοιχτη. Εκεί καθόταν ένας γιγαντιαίος άνδρας, μαύρος και φοβερός. Τα μάτια του γυρισμένα ανάποδα, μεγάλα και αιματώδη, έβγαζαν φλόγα· η μύτη του καπνό· η γλώσσα του κρεμόταν έξω μια πήχη· το δεξί του χέρι παγωμένο, το αριστερό παχύ σαν κολόνα και πολύ μακρύ. Με αυτό το χέρι έπιανε τους αμαρτωλούς και τους έριχνε στο άπειρο χάος, ενώ αυτοί φώναζαν «ουαί» και «οίμοι».
Όταν πλησιάσαμε, φώναξε με δυνατή φωνή: «Αυτός είναι φίλος μου!», και άπλωσε να με πιάσει. Τρόμαξα. Τότε φάνηκαν δύο άνδρες σεβάσμιοι, με άσπρα μαλλιά· μου φάνηκαν σαν ο Απόστολος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Μόλις τους είδε ο γίγαντας, φοβήθηκε και κρύφτηκε. Οι δύο αυτοί με πήραν με καλοσύνη και με πέρασαν σε άλλη πόρτα.
Βγήκαμε σε μια πεδιάδα με πανέμορφα χωράφια, κι έπειτα σε μια χλοερή κοιλάδα απερίγραπτης ωραιότητας, όπου καθόταν ένας τίμιος γέροντας περιτριγυρισμένος από πλήθος παιδιών σαν την άμμο της θάλασσας. Ρώτησα ποιος είναι· μου είπαν: «Ο Αβραάμ και αυτός είναι ο κόλπος του Αβραάμ». Τον προσκύνησα και τον ασπάστηκα.
Ύστερα φτάσαμε σε έναν τεράστιο ελαιώνα, με άπειρα δέντρα, και σε κάθε δέντρο μια σκηνή με κρεβάτι και άνθρωπο. Εκεί γνώρισα πολλούς που είχα γνωρίσει εν ζωή, λαϊκούς και μοναχούς. Όλοι είχαν πεθάνει. Οι συνοδοί μου είπαν: «Αυτός είναι ο τόπος με τις πολλές μονές, που δίνονται κατά την αξία και την αρετή».
Πέρα από τον ελαιώνα υπήρχε πόλη ανείπωτης ωραιότητας, με τείχη από δώδεκα σειρές πολύτιμων λίθων. Οι πύλες της ήταν στολισμένες με χρυσάφι και ασήμι· τα σπίτια, οι καθέδρες, οι τράπεζες, όλα λαμπρά· η πόλη γεμάτη φως και ευωδία. Στο άκρο της υπήρχαν θαυμαστά παλάτια με νυμφικό θάλαμο, όπου βρισκόταν μια μεγάλη μαρμάρινη τράπεζα γεμάτη συνδαιτημόνες. Δύο νέοι λαμπροί σαν αστραπή, που έμοιαζαν με αγγέλους, είπαν: «Ας καθίσει κι αυτός στην τράπεζα». Και με έβαλαν να καθίσω. Εκεί γνώρισα πολλούς φίλους μου από τη ζωή, λαϊκούς και μοναχούς.
Ύστερα από πολλές ώρες, οι δύο νέοι φάνηκαν ξανά και είπαν: «Επιστρέψτε τον πίσω, γιατί τα πνευματικά του τέκνα θρηνούν και ο βασιλεύς (ο Θεός) παρακινήθηκε από τους στεναγμούς τους. Ας μείνει ακόμα στη μοναχική ζωή. Αντί γι’ αυτόν, πάρτε τον μοναχό Αθανάσιο από το μοναστήρι του Τραϊανού».
Με πήραν λοιπόν από άλλο, συντομότερο δρόμο. Στη διαδρομή περάσαμε επτά λίμνες γεμάτες κολάσεις: άλλες με σκοτάδι, άλλες με φωτιά, άλλες με βρωμερή ομίχλη, άλλες με σκουλήκια, άλλες με διάφορα βάσανα. Όλες γεμάτες ανθρώπους που έκλαιγαν οικτρά.
Ύστερα συναντήσαμε ξανά τον Αβραάμ, τον προσκύνησα και μου έδωσε χρυσό ποτήρι με γλυκό κρασί και τρία κομμάτια ψωμί. Έφαγα το ένα βουτηγμένο στο κρασί, και τα άλλα δύο τα έβαλα στον κόρφο μου – αυτά που ζητούσα χθες από εσάς.
Καθώς επιστρέφαμε, περάσαμε ξανά μπροστά από τον φοβερό γίγαντα, που βρυχήθηκε: «Τώρα γλίτωσες από μένα· στο εξής όμως δεν θα πάψω να σου στήνω σκάνδαλα και κακά, σε σένα και στο μοναστήρι σου».
Αυτά θυμάμαι, πατέρες και αδελφοί, και σας τα αποκάλυψα. Πώς ξαναγύρισα στον εαυτό μου, δεν ξέρω».
Μετά από αυτά, στάλθηκε ένας αδελφός στο μοναστήρι του Τραϊανού, όπου βρήκε τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, όπως είχε αποκαλυφθεί στην οπτασία. Έμαθε ότι πέθανε χθες την ενάτη ώρα, την ίδια ώρα που ο όσιος Κοσμάς είδε την οπτασία και συνήλθε.
Ύστερα από λίγο καιρό, τα δύο μοναστήρια, του Κοσμά και του Τραϊανού, ενώθηκαν σε ένα, γιατί ήταν κοντά. Και έως σήμερα διοικούνται από έναν ηγούμενο. Ο όσιος Κοσμάς, ζώντας άλλα τριάντα χρόνια μετά την οπτασία, ηγούμενος και στα δύο μοναστήρια, τα προόδευσε πολύ, τόσο στην αρετή των μοναχών όσο και στα αναγκαία εισοδήματα, προς δόξαν του φιλανθρώπου Θεού. Αμήν.

«τον χαβά τους αυτοί»

 

Συνεχίζεται η προώθηση των εμβολίων κατά του Covid από την κυβέρνηση Μητσοτάκη παρά τις δεκάδες παρενέργειες και τους ξαφνικούς θανάτους νέων και όχι μόνο ανθρώπων 
 
 
Την ίδια στιγμή που ο Μπουρλά και η Pfizer βρίσκονται στο εδώλιο για τα προβλήματα που προκάλεσαν τα εμβόλια σε Αμερικανούς πολίτες η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει και τα πασάρει σα να μην τρέχει τίποτα ζητώντας και άλλους νεκρούς

Σ' Έβλεπα στα μάτια - Βικυ Μοσχολιου

 

Σ’ έβλεπα στα μάτια
κι ήσουνα δικός μου,
ταίρι μου παντοτινό.
Μ’ άφησες μια μέρα
κι έχασα το φως μου
κι έχασα τον ουρανό.
Στον Άγιο Σπυρίδωνα ένα δειλινό
γύρισες, χαρά μου, κι ήρθα να σε βρω.
Δάκρυσαν τα μάτια σου, δάκρυσα κι εγώ
στον Άγιο Σπυρίδωνα ένα δειλινό.
Πάλι την πόρτα μου θα χτυπάς
μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς
πάλι καρδούλα μου θα σ’ το πω
σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ.

ΕΛΛΑΣ – ΓΑΛΛΙΑ ΣΥΜΜΑΧΙΑ «ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ…»

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κουστούμι 

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης

Θυμάμαι πολύ καλά τις θερμές αγκαλιές, τα χαμόγελα, τις πανηγυρικές δηλώσεις και τα μεγάλα λόγια περί «στρατηγικής εταιρικής σχέσης» Ελλάδας και Γαλλίας.

Όπως θυμάμαι επίσης τι είχα γράψει τότε.
Ότι καλές είναι οι συμμαχίες, καλά είναι τα Rafale, καλές είναι οι φρεγάτες και οι συμφωνίες, αλλά η ιστορία δεν επιτρέπει σε έναν λαό να ξεχνά επειδή μια φωτογραφία είναι όμορφη.
Τότε είχα θυμίσει πόσες φορές η Γαλλία, σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, ακολούθησε τα δικά της συμφέροντα όταν αυτά συγκρούονταν με τα ελληνικά.
Από τα γαλλικά στρατεύματα που βρέθηκαν στο Άργος το 1833 και την αιματηρή σύγκρουση με τους Έλληνες, μέχρι τη γαλλοκεμαλική προσέγγιση του 1921, όταν το Παρίσι, αναζητώντας τα δικά του γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Κιλικία και την Ανατολία, προχώρησε σε συμφωνία με την Άγκυρα του Κεμάλ.Γι' αυτό, όταν πριν από λίγους μήνες βλέπαμε τον Μακρόν στην Αθήνα, δίπλα στον Έλληνα πρωθυπουργό, με τις θερμές δηλώσεις περί στρατηγικής σχέσης και ευρωπαϊκής άμυνας, κάποιοι πανηγύριζαν σαν να είχαμε αποκτήσει έναν νέο αιώνιο προστάτη.
Εγώ τότε κρατούσα μικρό καλάθι.
Όχι επειδή δεν θέλω συμμάχους.
Αλλά επειδή έχω μάθει να ξεχωρίζω τη συμμαχία από τη φωτογραφία και το εθνικό συμφέρον από τη διπλωματική φιλοφρόνηση.
Σήμερα πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, λίγους μήνες αργότερα, Παρίσι και Άγκυρα υπογράφουν Οδικό Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας.
Για να είμαι ακριβοδικαιός δεν πρόκειται για γαλλοτουρκική συνθήκη αμοιβαίας άμυνας όπως ακούγεται από κάποιους ούτε έχει ανακοινωθεί με αυτόν τον τίτλο κάποια οριστική γαλλική πώληση Meteor στην Τουρκία.
Αλλά ο δρόμος άνοιξε και στο τραπέζι βρίσκονται ήδη ευρύτερες αμυντικές και βιομηχανικές συνεργασίες, ενώ οι συζητήσεις για το SAMP/T δείχνουν ότι το Παρίσι εξετάζει πλέον σοβαρότερα την αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.
Και κάπου εδώ συγχωρήστε μου ένα χαμόγελο.
Ελλάς – Γαλλία συμμαχία.
Βεβαίως.Αλλά φαίνεται πως το Παρίσι έχει αποφασίσει να έχει… πολλές συμμαχίες και μάλιστα αντιφατικές.
Με εμάς Rafale και φρεγάτες.
Με την Τουρκία Eurofighter, αμυντική βιομηχανία, SAMP/T και έναν νέο Οδικό Χάρτη.
Και όλοι μαζί, αγαπημένοι, για την ευρωπαϊκή άμυνα!

Συγνώμη αλλά κάτι δεν κολλάει,η γεωπολιτική δεν λειτουργεί σαν οικογενειακό τραπέζι όπου όλοι αγαπιούνται και στο τέλος τσουγκρίζουν τα ποτήρια.Λειτουργεί με συμφέροντα, ισχύ, ανταλλάγματα και συσχετισμούς και η Τουρκία αυτό ακριβώς κάνει εδώ και χρόνια.
Δεν περιμένει απλώς να της πουλήσουν όπλα.
Χτίζει σχέσεις με τις ίδιες τις ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες.Μπαίνει στις αλυσίδες παραγωγής.Συνδέεται με ευρωπαϊκές εταιρείες.
Ανοίγει πόρτες σε Βερολίνο, Ρώμη, Μαδρίτη και τώρα Παρίσι.Η Άγκυρα δεν χτυπά πλέον μόνο τις πόρτες της Ευρώπης αλλά μπαίνει μέσα.
Οπότε εμείς καλό θα ήταν να κρατήσουμε κάτι πολύ απλό στο μυαλό μας.Δεν χρειάζεται να τα σπάσουμε με τους Γάλλους αλλά ούτε να λατρεύουμε τους Γάλλους.Πανώ από όλα χρειάζεται να αγαπάμε την Ελλάδα αρκετά ώστε να μην μπερδεύουμε τις δημόσιες σχέσεις με την εξωτερική πολιτική.Γιατί οι αγκαλιές περνούν,οι δηλώσεις ξεχνιούνται,οι φωτογραφίες κιτρινίζουν,οι συμφωνίες όμως μένουν.Η ιστορία, όσο κι αν κάποιοι θα ήθελαν να την ξεχάσουμε, έχει έναν περίεργο τρόπο να επιστρέφει την κατάλληλη στιγμή.
 
Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε στο τέλος της μέρας είναι ότι στη διπλωματία το πιο επικίνδυνο δεν είναι να έχεις φίλους αλλά να ξεχνάς ότι ακόμη και οι φίλοι έχουν συμφέροντα

Γέροντας Δαμασκηνός Αγιορείτης

 

Η Ορθοδοξία ως θεραπεία
O π. Δαμασκηνός ο Καρακαλλινός, είναι μοναχός σε κελί της Ιεράς Μονής Καρακάλλου. Το κελάκι του είναι μέσα στό δάσος, και το βρίσκεις στο πανέμορφο μονοπάτι που κατηφορίζει απο Φιλοθέου για Καρακάλλου. Καλό είναι να ρωτήσει κανείς τον π. Μάρκελο, τον αρχοντάρη της Καρακάλλου για να λάβει πληροφορίες πως θα το βρεί και πότε να τον επισκεφτεί, διότι και το κελί είναι ''κρυμμένο'' στο δάσος, και ο πάτερ, που μας έχει ουσιαστικά παραδώσει και απομαγνητοφωνίσει τις κασέτες με τις ομιλίες του παπά Γιάννη του Ρωμανίδη, και έγινε το βιβλίο ''Πατερική Θεολογία'' , δεν εμφανίζεται και πολύ...