Σάββατο 11 Ιουλίου 2026
Η “Αστερομάτα” στη Βοστώνη
❝-μήνις❞ «οργή, θυμός» ~

Άγιος Σωφρόνιος_Η γνήσια ἐν Χριστῷ ζωὴ ρέει ἐκεῖ, στὴ βαθιὰ καρδιά, κεκρυμμένη ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ ξένα βλέμματα, ἀλλὰ στὸ πλήρωμά της καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο.
Ὅποιος εἰσῆλθε σὲ αὐτὸν τὸν μυστικὸ νυμφώνα, αὐτὸς ἀναμφίβολα καταλήφθηκε ἀπὸ ἄφραστη ἔκπληξη μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς ὑπάρξεως. Ὅποιος μὲ κεκαθαρμένη διάνοια παραδόθηκε στὴν ἐντατικὴ παρατήρηση τῆς βαθιᾶς του καρδιᾶς, αὐτὸς κατανοεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ παρακολουθήσει πλήρως τὴ ροὴ τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς, ἔστω καὶ γιὰ ἕνα βραχὺ χρονικό διάστημα. Αὐτὸς συνειδητοποιεῖ τὸ ἀδύνατο νὰ συλλάβει τὴν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς καρδιᾶς, τὸ βάθος τῆς ὁποίας ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ ἐκεῖνο τὸ Εἶναι, ὅπου δὲν ὑπάρχουν πλέον πορεῖες. Ἐντούτοις, αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς προβάλλεται ἐνώπιόν μας σὲ αὐτὴ τὴ βιογραφία: νὰ διαζωγραφίσουμε τὴν ἐσωτερικὴ πορεία τῆς ἀνόδου ἑνὸς μεγάλου ἀσκητῆ.
ΔΙΑΤΑΡΑΞΤΕ ΤΟΝ ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΟ.
Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΟΥ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ. ΜΕΤΑ ΤΑ ΚΟΤΕΤΣΙΑ ΤΩΡΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ - ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙ - ΤΙΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ & ΚΑΘΕ ΚΗΠΕΥΤΙΚΟ !!!
ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΡΟΦΙΜΩΝ !!!
ΔΙΑΤΑΡΑΞΤΕ ΤΟΝ ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΟ.
ΛΟΙΠΟΝ ΕΓΩ ΣΑΣ ΤΟ ΛΕΩ ΚΑΘΑΡΑ. Η ΧΟΥΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΒΡΙΣΚΕΙ ΜΠΑΤΣΟΥΣ ΝΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΤΙΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΠΑΛΑ ΤΟΥΣ.ΟΤΑΝ ΕΚΛΕΙΨΟΥΝ ΟΙ ΡΟΠΑΛΟΦΟΡΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΠΟΥ "ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ" = ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΙΣΘΟ ΤΟΥΣ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΕΚΛΕΙΨΕΙ ΚΑΙ Η ΧΟΥΝΤΑ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ.
Andreas Papadopoulos
Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος_Τα γηρατειά είναι η πιο σημαντική περίοδος της ζωής μας.

«Σύμη, το νησί του Πανορμίτη»
Σύμη, το νησί του Πανορμίτη. Ένα νησί, με ιστορία που χάνεται μέσα στους θρύλους και στις παραδόσεις. Η Ιερά Μονή του Πανορμίτη, αιώνες τώρα, αποτελεί τον πνευματικό μαγνήτη για τους πιστούς των Δωδεκανήσων και όχι μόνο. Ο Πανορμίτης συγκεντρώνει στο Μοναστήρι του, χιλιάδες ανθρώπους, από τα πέρατα της Γης.
Ο τηλεθεατής θα γνωρίσει την ιστορία της Μονής, τη θαυματουργή εικόνα του Ταξιάρχη Μιχαήλ, το Εκκλησιαστικό Μουσείο, στο οποίο φιλοξενείται πλήθος αξιόλογων κειμηλίων, αλλά και τάματα που φτάνουν διά θαλάσσης στο Μοναστήρι του Πανορμίτη. Η δύναμη του Ταξιάρχη, η ένδοξη ιστορία και το ανυπέρβλητο φυσικό κάλλος του χώρου της Μονής, είναι οι λόγοι που φέρνουν πλήθος κόσμου στον Πάνορμο της Σύμης.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Σωφρονίου τοῦ Ἀθωνίτου, Ἱδρυτοῦ καὶ Κτίτορος τῆς ἐν Βρεττανίᾳ Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ἔνθα καὶ ἐκοιμήθη ὁσιακῶς ἐν Κυρίῳ τῷ ἔτει χιλιοστῷ ἐννεακοσιοστῷ ἐνενηκοστῷ καὶ τρίτῳ (1993).

Στίχοι.
Ἀκτίστου φωτός, Σωφρόνιε, μύστα,
ὁρᾷς νῦν Θεὸν τὸν ἀθέατον πᾶσι.
Ο Γέροντάς μου άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
π.Ραφαήλ Νόϊκα
Ερώτηση:”Αναφερθήκατε στον π. Σωφρόνιο, τον γέροντα της Μονής του Έσσεξ• πείτε μας κάποια εμπειρία που ζήσατε κοντά σε αυτόν τον μεγάλο πνευματικό πατέρα και υποτακτικό του αγίου Σιλουανού.”
π.Ραφαήλ Νόϊκα: Σε
σχέση με αυτό που είπα και πρωτύτερα! ότι η αγιότητα δεν είναι κάτι που
προαιώνια σχεδίασε ο Θεός για κάποιους και μετά τη γέννησή τους, τους
έβαλε σε ένα υψηλό βάθρο, ο π. Σωφρόνιος πρωτίστως εκτιμούσε τη
φυσικότητα. Αλλά και ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος τόσο φυσικός! Στο
Ευαγγέλιο λέγεται ότι, συνηθισμένοι οι απόστολοι από τα θαύματα που
έβλεπαν να κάνει ο Κύριος, οι καρδιές τους πωρωθηκαν.
Βλέπετε τι φυσικότητα έχει η αγιότητα, και
πώς οι αισθήσεις μπορούν να αμβλυνθούν! Να φτάσει το καλό να σου είναι
απαρατήρητο, να σου γίνει βαρετό! Αυτό το ένιωσα όταν ζούσα κοντά στον
π. Σωφρόνιο συνειδητοποίησα ότι τον συνήθισα! Το στοιχείο αυτό της
φυσικότητας, που χαρακτήριζε τον γέροντα ανάμεσα στά πολλά άλλα, μου
έρχεται πρώτο και θα μπορούσα να μιλάω γι’ αυτό ημέρες ολόκληρες.
Θα σας πω μέχρι σε ποιο βαθμό έφτανε αυτή η
φυσικότητα. Ο π. Σωφρόνιος στα γεράματά του δεν δεχόταν πια κόσμο δεν
μπορούσε ούτε να εξομολογήσει, ούτε να συνομιλήσει με τους προσκυνητές.
Αυτά τα είχε αναθέσει σ’ εμάς.
Μόνο σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος
επίσκοπος -όπως τότε που μας είχε επισκεφθεί ο Σεβασμιώτατος
Μητροπολίτης Γερμανίας Σεραφείμ- τον δεχόταν, αν και με πολύ κόπο. Αυτό
όμως συνέβαινε σπανίως. Σε περιπτώσεις όμως που κάποιος ασθενής με
καρκίνο ερχόταν να ζητήσει την προσευχή του, πάντοτε τον δεχόταν. Τις
περισσότερες φορές στηριζόταν επάνω μας, τον κρατούσαν δύο από εμάς’ ο
ένας από τη μια πλευρά και ο άλλος από την άλλη, και πάλι με τον ίδιο
τρόπο τον φέρναμε στο κελί του.
Όσοι έρχονταν στην Αγγλία από την Ελλάδα
για θεραπεία καρκίνου, προτού πάνε στο νοσοκομείο, ή μετά, περνούσαν από
το μοναστήρι μας, για να ζητήσουν την προσευχή του π. Σωφρονίου. Άρχισα
να υποψιάζομαι πως αυτό δεν ήταν τυχαίο, ότι κάτι είχε συμβεί στην
Ελλάδα. Ε, αυτό το καλοκαίρι έμαθα για ένα σωρό θαύματα που είχαν συμβεί
την εποχή εκείνη.
Αξιώθηκα να ζήσω κοντά στον π. Σωφρόνιο- έζησα αυτή τη φυσικότητα. Σας είπα και στην αρχή ότι
οι Άγιοι δεν εντυπωσιάζονται από τα θαύματα, δεν τους ενδιαφέρουν τόσο
αυτά, όσο η ταπείνωση και η αγάπη, που είναι η βάση και μένει
απαρατήρητη από τα μάτια των άλλων αργότερα μπορεί να γίνουν και θαύματα. Το θαύμα είναι κάτι το φυσιολογικό στον άνθρωπο που έχει προοδεύσει- και αυτή η πρόοδος είναι η αγιότητα.
Ο π. Σωφρόνιος έλεγε χαμογελώντας πως ο καρκίνος είναι μια αρρώστια που φοβάται την προσευχή.
Και έλεγε πολλές φορές, όταν πήγαινα σε αυτόν τα βράδια: «Για δες,
ξαναήλθαν από την Ελλάδα και νομίζουν ότι είμαι άγιος• μου βγήκε το
όνομα ότι είμαι άγιος. Δεν πειράζει, όμως, άφησέ τους να πιστεύουν ότι
είμαι άγιος. Θα έχουν εμπιστοσύνη στην προσευχή μου, και έτσι η προσευχή
μου θα τους θεραπεύσει». Και συνέχιζε: «Ο Θεός, όμως, βρίσκει τρόπους
να με ταπεινώνει». Και γελούσε λέγοντας: «Για μένα, τώρα πια, υπάρχει
μόνο μια αλήθεια: Όλα πονάνε! Όλα τα κόκαλά μου πονάνε!» Και πράγματι,
έτσι ήταν. Έλεγε ότι πονούσε και συγχρόνως γελούσε…
Να μια μικρή μου εμπειρία κοντά σε αυτόν
τον γνήσιο άνθρωπο του Θεού. Βρήκα αυτή τη φυσικότητα και στον π.
Πορφύριο, τον οποίο δεν γνώρισα προσωπικά αλλά μέσω των υποτακτικών του
και των βιβλίων που γράφτηκαν γι’ αυτόν. Τη βρήκα και στον π. Παΐσιο,
τον οποίο και γνώρισα, στον παπά-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, που έχουν
γράψει και γι’ αυτόν, και σε άλλους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν
απλότητα! Άλλοι επειδή ήταν χωρικοί, απλοϊκοί άνθρωποι χωρίς πολλά
γράμματα, ή άλλοι, όπως ο π. Σωφρόνιος που ήταν μορφωμένος, με πολλές
γνώσεις και υψηλό πολιτιστικό επίπεδο και δεν ξέρω τι άλλο, αλλά όλοι
απλοί και φυσικοί!
Σας τα λέω αυτά, επειδή και εμείς πρέπει να τα πετύχουμε. Ο π. Σωφρόνιος μας ενθάρρυνε προς αυτό το φυσικό, προς αυτή τη φυσικότητα. Δεν του άρεσε τίποτε το προσποιητό, καμιά υποκριτική συμπεριφορά. Δεν του άρεσαν καθόλου αυτά. «Η ταπείνωση», μας έλεγε, «είναι κάτι το πραγματικά φυσικό, το αληθινά ωραίο, το πιο άγιο πράγμα». Και το ωραίο, το άγιο και το φυσικό ήταν τρεις λέξεις που συχνά τις έβαζε στην ίδια φράση.
πηγή: Η Καλλιέργεια του Πνεύματος · Ιερομονάχου Ραφαήλ Νόϊκα, Εκδόσεις: Το περιβόλι της Παναγίας, 2013, σελ. 187-190.
***
π. Ραφαήλ :
[Ο π. Σωφρόνιος Ζαχάρωφ] συνήθιζε να λέει: «Φοβάμαι τα παιδιά». Τι φόβος ήταν αυτός; «Ο φόβος μήπως πληγώσω το παιδί στην ευθραυστότητά του, που είναι ακόμα στην ανάπτυξη…»
Συνήθιζε να δίνει σοκολάτες και καραμέλες
στα παιδιά. Είχε το δικό του στυλ: του άρεσε να σηκώνει την καραμέλα και
να το βάζει να πηδήξει… Όταν το παιδί συνήθιζε με αυτό το παιχνίδι, το
ρωτούσε: «πώς τη θέλεις, κάτω ή πάνω;» Και το παιδί έλεγε: «πάνω, πάνω!»
Και μετά την έδινε με αυτόν τον τρόπο… Και αφού το παιδί πηδούσε 2 ή 3
φορές, τη κατέβαζε, για να φαίνεται ότι το παιδί πραγματικά την κέρδισε.
Συνήθιζε να λέει δύο πράγματα: αν ένας ιερέας δώσει μια καραμέλα σε ένα
παιδί, αυτό είναι ένα μάθημα θεολογίας, η αρχή της θεολογικής
διαμόρφωσης αυτού του παιδιού. Δεύτερον: είναι καλό να κάνεις τέτοια
κόλπα, ώστε το παιδί να ξέρει ότι αν θέλει κάτι, πρέπει να καταβάλει
προσπάθεια. Ναι, προσπάθεια… Αλλά στο παιδί άρεσε… Όταν το ρώτησε: «πώς
το θέλεις, κάτω ή πάνω;» Το παιδί είπε: «πάνω, πάνω!» Και αυτό οδήγησε
το παιδί όχι μόνο να καταβάλει προσπάθεια, αλλά και να αγαπήσει αυτή την
προσπάθεια…
***
Η αληθινή αγάπη στα παιδιά εκφράζεται μόνο
μέσω της προσευχής γι’ αυτά.
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
— Μέσα
στην κοινωνία που ζούμε, όποια θέση και αν έχουμε, ας προσπαθήσουμε να
μην είμαστε τυραννικοί ελεγκτές των άλλων. «Ζήσε εσύ και άφησε τους
άλλους γύρω σου να δουν, να καταλάβουν, να ζήσουν ό,τι μπορούν και όσα
χωρούν».
— Ιδιαίτερα στους γονείς ο Γέροντας έλεγε:
μην ελέγχετε συνεχώς τους άλλους και ιδιαίτερα τα παιδιά σας. Ζήστε
εσείς σωστά και κείνα θα βρούν το δρόμο τους, θα καταλάβουν και θα
διορθωθούν. Μη τους λέτε συνέχεια τι να κάνουν ή πώς να το κάνουν, πώς
να συμπεριφερθούν, πώς να μιλούν, να μη φωνάζουν, να μη νευριάζουν…
Αφήστε όλα αυτά να τα δουν στη δική σας ζωή, στη καθημερινή συμπεριφορά
σας. Μην είστε έτοιμοι να δίνετε πάντα συμβουλές. Μη λέτε στον άλλον τι
να κάνει ή πώς να το κάνει, πώς να φερθεί κλπ. Αφήστε τον να δει αυτό
που λέτε στη δική σας ζωή μάλλον παρά στα λόγια σας. Αφήστε ΑΛΛΟΝ [τον Θεό δηλαδή] να μιλήσει στην ψυχή του…
Η αληθινή αγάπη στα παιδιά εκφράζεται μόνο μέσω της προσευχής γι’ αυτά. Όταν πραγματικά αγαπάς προσεύχεσαι, μιλάς για τα αγαπητά σου πρόσωπα πρώτα και κύρια στο Θεό. Του τα λες όλα…
«Μετά από ουσιαστική προσευχή δεν είναι
δυνατόν να θυμώνεις, να απαιτείς συνεχώς υπακοή, να επιβάλεις
αναγκαστική πειθαρχία, να νευριάζεις, να φωνάζεις. Αν πέφτεις σε μια
τέτοια κατάσταση σημαίνει ότι δεν έχεις καμιά σχέση με την προσευχή`
σημαίνει ότι μιλάς πολύ στους άλλους και λίγο ή καθόλου στο Θεό».
— Όταν σας στεναχωρούν τα παιδιά σας, (όποιας ηλικίας), σας
δυσαρεστούν, σας κάνουν να πονάτε, σας απελπίζουν… μην τα σχολιάζετε,
μην τα ελέγχετε, μη μιλάτε γι’ αυτά στους άλλους. Μη λέτε κουβέντες και
συμβουλές στα ίδια. Ένα μόνο να εισπράττουν από σας: την προσευχή και τις δεήσεις σας γι’ αυτά!
[Θυμάμαι που μου έλεγε: Να συμβουλεύεις
τους γονείς να σταυρώνουν συνέχεια τα παιδιά τους. Να προσπαθούν να
διώχνουν από μέσα τους την αγωνία για τα παιδιά και το μέλλον τους. Να
αγωνιούν μόνον για το αν η δική τους προσευχή για τα παιδιά τους είναι
σωστή και συνεχής ]..
Ἡ ευθύνη και ὁ ρόλος των γονιών κατά τόν Γέροντα Σωφρόνιο, Ἑλένη Γκανούρη
***
Ο θείος μου Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
Ἡ ἀνεψιά του Εἰρήνη, κόρη τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, Νικολάου Σαχάρωφ διηγεῖται στήν κ. Δήμ. Δαβίτη :
[…] Ὅσο γιά τόν Γέροντα, τόν θεῖο μου
Σωφρόνιο, τί νά πῶ! Ἦταν τῆς οἰκογενείας μας, ἀλλά κάτι ἄλλο, μέ ὑψηλό
χάρισμα ἀπό τόν Θεό. Αὐτό φαινόταν στή ζωή. Νιώθαμε τήν προσευχή του
πολύ. Νιώθαμε καί σιγουριά ἀπό τήν προσευχή του. Ἦταν κάτι ποῦ μᾶς
κρατοῦσε στή ζεστασιά τοῦ Θεοῦ καί στήν προστασία Του. Ἔφεγγε ὁ Γέροντας
καί πάντως φαινόταν κάτι πολύ πιό διαφορετικό ἀπό ὅλους ἐμᾶς.
Δέν ξέρω πῶς νιώθετε ἐσεῖς τώρα. Τώρα ποῦ ἔφυγε ἀπό κοντά μας. Ὅμως ἐμεῖς καί τώρα τόν νιώθουμε ὅπως ἦταν ὅταν ζοῦσε. Νιώθουμε τήν προσευχή του.
Νά μιλᾶς γιά τόν Γέροντα εἶναι πολύ δύσκολο. Καλύτερα νά τόν νιώθεις. Αὐτό εἶναι πιό εὔκολο…..
Πῆγαν στόν Γέροντα πολλοί, ποῦ δέν
ἐπίστευαν σέ τίποτα. Ὅμως, μετά ἀπό τή γνωριμία τους μαζί του, γίνονταν
οἱ πιό πιστοί χριστιανοί.
Ξέρω τέτοιες περιπτώσεις ὅπως, ἂν τό
ξέρετε, γιά μιά γυναῖκα ἤ ὁποία ἦταν πολύ εὐγενική ἀλλά ἄπιστη,
ἀβάπτιση, ποῦ προσπαθοῦσε νά βρεῖ τήν πίστη στή ζωή της μόνη της καί
ἔψαχνε. Ὅταν γνώρισε τόν Γέροντα, πίστευσε καί μετά ἐρχόταν ἐπί δέκα
χρόνια μαζί του στή Ρωσία. Στό τέλος ἔγινε ἡ μέ ταφράστρια τοῦ Γέροντα
ἀπό τά ρωσικά στά Ἀγγλικά. Ἔλεγε, ὅτι ἔχει ὅλα τά βιβλία τοῦ Γέροντα μέ
προσωπική ἀφιέρωση, σάν νά εἶχε θησαυρό.
Ἦταν μεγάλης ἡλικίας πιά ὅταν ἐρχόταν
ἐδῶ. Εἶχε κάποια προβλήματα στά κόκκαλα, στή σπονδυλική στήλη, ἀλλά
καθόταν στό τραπέζι σάν νά μήν εἶχε τίποτα. Εἶχε πάντα στάση εὐθυτενῆ
καί σηκωνόταν μέ πολλή εὐκολία σέ προπόσεις, ὄχι σάν γέρος μέ προβλήματα
ὑγείας ἀλλά σάν νέος κι ἂς πονοῦσε ὑπερβολικά.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ Γέροντας, ὅλοι ἐμεῖς τότε
εἴχαμε μικρά παιδιά. Ἀγαποῦσε πάρα πολύ τά παιδιά, τήν τρίτη γενιά, ὅπως
ἔλεγε. Τραγουδοῦσε πάντα μαζί τους παιδικά τραγούδια. Ὅτάν εἶχε βροχή,
τραγουδοῦσε τό τραγούδι τῆς βροχῆς καί πάντα ἄρχιζε πρῶτος. Καθόμασταν
ὧρές ἀτέλειωτες, κουβεντιά ζαμε καί ἡ ἐπικοινωνία αὐτή ἦταν σάν μιά
στιγμή.
Ὁ Γέροντας ἦταν ἄνθρωπος μέ κινήσεις νέου
μέ ὕφος νεανικό. Πάντα τόν ἔβλεπες νέο. Θυμᾶμαι τίς κινήσεις του καί τό
ἐνδιαφέρον του γιά ὅλα τά πράγματα. Ὁ,τι ἔλεγε ἦταν τέλειο γιά ὅλα καί
γιά ὅλους.
Μᾶς ρωτοῦσε πῶς τά περνᾶμε στή δουλειά μας καί πάντα μᾶς συμβούλευε νά εἴμαστε κοντά στόν Θεό καί νά πράττουμε τό θέλημά Του.
Τί νά εἰπῶ! Ἀνεξάντλητος ὁ Γέροντας. Αὐτός ὁ
ἄνθρωπος μποροῦσε πάντα νά δημιουργεῖ…. Γιά μᾶς ἦταν πράγματι
πνευματική γιορτή, ὅταν ἐρχόταν ὁ Γέροντας.
Πάντα,
ὅταν ξέραμε, ὅτι θά ἐρχόταν ὁ Γέροντας, τοῦ ἑτοιμάζαμε δῶρα μέ
πνευματικό περιεχόμενο, Τό ἤξερε αὐτό καί γελοῦσε πάντα. Αγαποῦσε πολύ
τήν ὀμορφιά, τήν τάξη, τήν καλαισθησία καί ποτέ δέν στάθηκε ἐλεγκτικός ἤ
αὐστηρός ὡς πρός τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση, ἀκόμη κι ὅταν διέκρινε σ αὐτήν
μία κάποια φιλαρέσκεια. Γνώριζε πώς, ὅταν φωτισθεῖ ἡ καρδιά, ὅλα θα
ἱεραρχηθοῦν.
Ἦταν καλλιτέχνης ἀπό τή φύση του καί ὅταν
ἔβλεπε μιά γυναῖκα μέ ὄμορφο φόρεμα, περιποιημένη, τήν ἐπαινοῦσε, γιατί
αὐτό ἔδειχνε τήν ἐσωτερική της ἰσορροπία καί τήν ψυχική της ὤραιότητά,
σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετά
αἰδοῦς καί σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μή ἐν πλέγμασιν ἤ χρύσῷ ἤ
μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, ἀλλ’ ὅ πρέπει γυναιξίν ἐπαγγελλομέναις
θεοσέβειαν, δι’ ἔργων ἀγαθῶν» (Α’ Τίμ. β’ 9-10).
Πάντα ὁ Γέροντας γέμιζε τήν καρδιά μας μέ ὡραῖα συναισθήματα, καί μόνο μέ τή ματιά του…
***
Ἡ πρώτη μου συνάντηση μαζί του
ἦταν στήν πινακοθήκη Τριτιακώφ. Στό Νο 27 ἦταν ἤ αἴθουσα μέ εἰκόνες.
Ἐκεῖ συναντηθήκαμε, ὄχι σάν γνωστοί ἀλλά σάν ξένοι. Βλέπαμε τίς εἰκόνες
καί ἔβλεπε ὁ ἕνας τόν ἄλλον χωρίς νά ἀλλάξουμε λέξη. Ἡ συνάντηση ἦταν μέ
σύμβολα (βλέπετε, τό κομμουνιστικό καθεστώς δέν ἄφηνε τότε νά μιλήσουμε
μέ κάποιον ἀπό τήν Εὐρώπη. Ἦταν δύσκολα τά πράγματα. Ἤμασταν σάν ξένοι,
σάν ἀπλοί ἐπισκέπτες).
Ἦταν τό 1954, δέκα χρόνια μετά τόν πόλεμο.
Στόν πόλεμο ὁ Γέροντας ἦταν στήν Ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὅρους, στά Καρούλια.
Ἐκεῖ, ὅπως γράφει στά γράμματά του, προσευχόταν γιά τή Ρωσία νά μή χυθεῖ
ἄλλο ἄἷμα,
Τό 1956 ἦρθε πάλι, ὑπό ἄλλες συνθῆκες. Ἦρθε
σάν καλλιτέχνης, σάν ἄνθρωπος πόὺ ἀσχολεῖτο μέ τή Γεωγραφία καί τήν
Τέχνη. Τότε ἡ οἰκογένειά μας ἦταν μεγάλη, ὅλοι εἴχαμε παντρευτεῖ, εἴχαμε
ἄνδρες, παιδιά. Ἐγώ ἦμουν ἡ πιό μικρή ἐγγονή, 20 χρονῶν. Ἐμάθαμε σέ
ποιό Ναό θά λειτουργοῦσε καί πήγαμε ἐκεῖ ὅλοι ἀλλά δέ μιλούσαμε. Δέν
μπορούσαμε νά ἐπικοινωνήσουμε γιατί τό καθεστώς δέν τό ἐπέτρεπε.
Δέν ἦταν δυνατή κάποια ἐπικοινωνία μαζί του, μόνο βρεθήκαμε στή Θεία Λειτουργία καί παρακολουθήσαμε τόν Λειτουργό, τόν Γέροντα.
Μπορούσαμε νά ἐπικοινωνούμε μαζί του πνευματικά μόνον, χωρίς νά μιλᾶμε· ἁπλῶς κοιτοῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Ἤμασταν πολύ εὐτυχισμένοι ποῦ ἦταν ἀνάμεσά μας. Κοιτούσαμε στό ἱερό
ὅπου λειτουργοῦσε καί τά μάτια μας καί ἡ καρδιά μᾶς ἦταν γεμᾶτα ἀγάπη.
Αὐτὸ ἦταν, καί ἀπό τότε ὁ Γέροντας ἤξερε ὅτι στή Μόσχα ἔχει μιά
οἰκογένεια δική του, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε. Γι’ αὐτόν ἦταν μεγάλο δῶρο τοῦ
Θεοῦ ἡ μεγάλη οἰκογένειά του.
***
Ὅταν
ἐρχόταν ἐδῶ στή Μόσχα, μᾶς ἕνωνε. Ὅλοι ἤμασταν ἑνωμένοι. Κάθε βράδυ
ἐπικοινωνούσαμε, μᾶς ἔδινε χαρά συγκεντρώνοντάς μας ὁ Γέροντας, γιατί
ὅλο τόν ὑπόλοιπο καιρό λόγῳ ἀποστάσεων ἤμασταν σκορπισμένοι.
Ὁ καθένας μποροῦσε νὰ βρεῖ μιά ἀπάντηση σέ
κάθε προσωπικό του πρόβλημα ποῦ εἶχε σχέση μέ τήν ψυχή του. Πάντα κάτι
εὕρισκε νά ὠφελήσει, ὥστε τελικά ἀπό ὅλη αὐτή τήν οἰκογένεια κάθε μέλος
ἔφυγε ἀπό τή ζωή ὡς πιστός, παρ’ ὅλον ὅτι ζούσαμε ἐδῶ στὸ ἄθεο καθεστώς,
ὅπου ἦταν τόσο δύσκολο νά εἶσαι ὀρθόδοξος Χριστιανός. Προσευχόταν πάρα
πολύ γιά μας. Τό ξέραμε αὐτό καί τό νιώθαμε.
̓Ἄν πῶ γιά μένα προσωπικά, λέει ἡ κυρία
Εἰρήνη, ἡ μεγαλύτερη χαρά μου ἦταν νὰ ἐπικοινωνώ μαζί του, χωρίς νά
μιλάω, μέ σιωπή. Ἤθελα ἁπλῶς νά κάθομαι δίπλα του καί νά ἀκούω. Αὐτή
ἦταν ἡ μεγαλύτερή μου χαρά. Ἔτσι, ἀπό τόν Γέροντα ἔβγαινε εἰρήνη. Ἀκτινοβολοῦσε μιά εὐλογία.
Οἱ μεγάλοι προσπαθοῦσαν νά τόν πλησιάσουν,
καί τά παιδιά, προπαντός τά παιδιά, τά τραβοῦσε κοντά του μέ τήν
προσωπικότητά του καί τήν ἀκτινοβολία του. Αὐτό γιατί ἦταν «ἀετός» στίς
κινήσεις του στήν ἐπικοινωνία του μέ ὅλους. Ὅταν ἤμασταν κοντά του δέν
θέλαμε νά δείξουμε ὅτι εἴμαστε ἔξυπνοι. Δέν χρειαζόταν. Μᾶς ἀφόπλιζε ἡ
πνευματική του ἀκτινοβολία. Ἀλλοῦ, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά θέλει νά φανεῖ,
ὅτι εἶναι κάτι. Μπροστά στόν Γέροντα, ὅμως, αὐτό ἦταν ἀδύνατο. Ἐδῶ δέν
χωροῦσε αὐτό.
Ἐπειδῆ ἐπικοινωνούσε τόσο ὡραῖα μέ τόν
ἄνθρωπο, καταλάβαινες ὅτι ξέρει γιά μᾶς τά πάντα, δηλαδή καί ὅσα ξέραμε
ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γιά τόν ἑαυτό μας. Δέν χρειαζόταν καμία προσποίηση
μπροστά του. Τά προβλήματά μας τά ἔλυνε πολύ γρήγορα. Πάντα ἤθελε νά τοῦ
λέμε τήν κατάσταση τῆς ζωῆς μας στό παρόν. Δέν ἤθελε νά ἀκούσει τό
παρελθόν. Ἤθελε νά ξέρει τό τώρα. Τί αἰσθανόμαστε!!!
***
Γιά τόν Γέροντα, ὅλα τά ἀνθρώπινα ἐδῶ στή γῆ, τά χαρούμενα, τά εὐχάριστα, τά ζεστά, δέν τοῦ ἦταν ξένα. Πάντα ὅταν ἐρχόταν στή Μόσχα μέ τήν ἀδερφή του Μαρία, τραγουδοῦσαν, ἀστειεύονταν καί θυμόνταν τά παιδικά τους χρόνια.
Ἡ ἀδερφή του καθόταν στό πιάνο καί τοῦ
ἔλεγε πάντα μέ μιά γλυκύτητα: «Θυμᾶσαι, Γέροντα, αὐτό τό κομμάτι!» Ὁ
Γέροντας τῆς ἔλεγε ἄλλα, ὅσα ἔκαναν σάν παιδιά. Γελοῦσαν! Ὕστερα,
καθόταν καί ὁ ἴδιος στό πιάνο καί τραγουδοῦσαν μαζί. Τότε ὅλοι ἐμεῖς
μαζευόμασταν δίπλα του. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἄλλαξε. Ὅλοι ἤμασταν χαρούμενοι καί δακρύζαμε ἀπό χαρά καί ἀπό συγκίνηση.
Σάν μαγνήτης μας τραβοῦσε ὅλους κοντά του καὶ δέν θέλαμε νά τόν ἀποχωριστοῦμε. Τότε
οὔτε πρόβλήματα εἴχαμε οὔτε ἔγνοιες ἀνούσιες. Τίποτα δέν σκεφτόμασταν
κοντά του. Νιώθαμε ὅλοι μιά γλυκύτητα πού μᾶς συνέπαιρνε τήν καρδιά καί
τόν νοῦ. Ἐκδηλωνόμασταν τότε μέ ὅλα τά συναισθήματά μας,
ἀγκαλιαζόμασταν, ἀσπαζόμασταν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ξέραμε πώς δέν ἦταν μέσα
στούς κανόνες της ζωῆς αὐτός ὁ αὐθορμητισμός. Δέν τό σχολίαζε ὁ
Γέροντας, ἀλλά μᾶς ἔλεγε συχνά:
-Τί κάνετε μαζί μου! Μέ συνθλίψατε, μέ πνίξατε μέ τήν ἀγάπη σας. Δέν ἔχω δικαίωμα νά δέχομαι τόση ἀγάπη!! Ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος.
Δέν μπόρεσε νά μᾶς ἀπαγορεύσει αὐτές τίς ἐκδηλώσεις.
Ἔτσι πέρασε ἡ ζωή, 13 χρόνια ἀπό τότε ποῦ ἀρχίσαμε νά συναντιόμαστε… Οἱ εὐλογημένες αὐτές συναντήσεις ἔγιναν μέχρι τό 1981.
Ὁ Γέροντας πλέον γέρασε. Σέ ἕνα γράμμα του
ἔλεγε: «Ἀγαπημένοι μου, ὡραῖοι μου, γλυκεῖς μου. Ἐγέρασα πλέον, εἶμαι
πολύ ἀδύναμος, δέν ἔχω δύναμη γιά τίποτα, ἀφοῦ σήμερα ἀπό ὑπερβολική
ἀδυναμία ἀκούμπησα στόν τοῖχο καί μετά κάθισα κάτω. Ὕστερα ἀπό λίγο θά
μπῶ στό χῶμα!…».
Ἦταν πλέον γέρος καί ἀνήμπορος. Νιώθαμε τήν ἀγάπη του καί τήν προσευχή του. Ὅλοι πήραμε τόν δικό μας, ξεχωριστό, πνευματικό δρόμο, δι’ εὐχῶν του καί ἕνας-ἕνας ἔφυγε ἀπό τή ζωή ἐν Χρίστῷ μέ πολλή εἰρήνη.
Μᾶς ἔμαθε ὁ Γέροντας νά
ἀντιμετωπίζουμε ὅλα τά προβλήματα στή ζωή ἐν Πνεύματι Ἀγίῳ, μέ ταπείνωση
πολλή καί ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Χριστοῦ.
Τώρα εἶμαι ἐγώ ἡ ἀνεψιά του, πού γέρασα πιά. Προσεύχομαι τά τέλη μου νά εἶναι «εἰρηνικά, χριστιανικά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, μέ καλήν ἀπολογίαν», ἔναντι τοῦ Κυρίου μοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
***
Ήταν
μερικές φορές που έπαιζε με τα παιδιά, σαν παιδί. Τον έβλεπες και
απορούσες που εύρισκε τόση χαρά. Πως τα έπαιζε! Τον απορροφούσε το παιδί
τόσο πολύ, που έδινε την εντύπωση πως ξεχνούσε όλα τα άλλα. Τα
έπαιρνε στην αγκαλιά του, τα έσφιγγε, τα φιλούσε, γινόταν ένα με αυτά.
Εκείνα τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν, τράβαγαν τα μαλλιά του, πω, πω τί
γινόταν! Πάντα μου έλεγε:
Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ καλά αυτά που
τους λες. Πρέπει να τους μιλάς με σεβασμό όπως στους μεγάλους, αν και οι
μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν όπως αυτά!.. Έλεγε επίσης, πως τα παιδιά που
ζουν σε χριστιανικές οικογένειες και έχουν καθαρή ζωή, φθάνουν στην
τέλεια θεωρία.
Σε κάθε γιορτή των παιδιών ήταν παρών.
Οι γονείς των παιδιών έστρωναν το τραπέζι με διάφορα γλυκά, το
εορταζόμενο παιδί καθόταν δίπλα του, έπιναν όλοι το τσάι ή τον καφέ, ο
Γέροντας έκανε μια ευχή και μετά έλεγε το πολυχρόνιο του εορταζόμενου,
στα Ελληνικά και στα Ρωσικά. Στα Ρωσσικά έλεγε το mnogaaleta. Ήταν πολύ
γλυκιά ατμόσφαιρα.
Όταν ο Γέροντας δεν συμφωνούσε με κάποιον, δεν έκανε κανένα σχόλιο παρά έλεγε: Αυτός ή αυτοί έτσι σκέπτονται, εγώ έτσι…
Μας έμαθε να είμαστε ανεξάρτητες προσωπικότητες με πρότυπο τον Χριστό. Μας δίδασκε μόνον με τη συμπεριφορά του, να αγαπήσουμε την απόλυτη αλήθεια και ειλικρίνεια και να την εφαρμόζουμε σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας, αναλαμβάνοντας το κόστος, με όποιο τίμημα, για να κερδίσουμε “Χριστόν Εσταυρωμένον “.
Αν
δεν ήξερε κανείς ότι είναι ηγούμενος, δεν θα καταλάβαινε ποτέ την
ιδιότητά του. Τίποτε το ξεχωριστό από τους άλλους. Το ξεχωριστό οφείλετο
στην ηλικία του και στην υγεία του. Δεν τον είδαμε με πατερίτσα ούτε με
μανδύα, αν και μπορούσε να τα φέρει. Δεν τα είχε, τα θεωρούσε υπερβολές
και χωρίς νόημα. Την πατερίτσα του την βλέπαμε μόνιμα, σταθερή στο
τέμπλο, κάτω από την εικόνα της Παναγίας, δίπλα στο πετραχήλι , το
κρεμασμένο στην Ωραία Πύλη.
Αναπαυόταν, όταν έβλεπε ελεύθερους ανθρώπους. Έτσι μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα, χωρίς να θέλει να επηρεάσει. Έλεγε την αλήθεια στη γλώσσα του Ευαγγελίου…
Από το βιβλίο της Δήμητρας Β. Δαβίτη, «Αναμνήσεις από το Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ», των εκδόσεων Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη.
Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας. Έτσι και εμείς κτίζουμε ναούς για να μετατρέψουμε την κόλαση σε παράδεισο και εάν δεν το κατορθώσουμε αυτό τότε [τουλάχιστον] θα επιτύχουμε να μην μας δεχτεί ο διάβολος στην κόλαση. Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
iconandlight.
Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Σωφρονίου του Ἀθωνίτη , ἦχος γʹ
Πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας, φῶς γενόμενος θεολογίας, προφητικῶς τὸν σὸν βίον διήνυσας· τὸν Ἐνυπόστατον Λόγον ἑώρακας, καὶ σωτηρίας ὁδοὺς ἡμῖν ἐγνώρισας. Πάτερ, πρέσβευε ἀεὶ τῷ Θεῷ δωρήσασθαι, Σωφρόνιε, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Συγκεντρωμένοι λόγοι και αποφθέγματα του Αγίου Σωφρονίου εδω
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
30 χρόνια Ισαάκ-Σολωμού: Στην Κερύνεια Αχαΐας για την Κερύνεια της Κύπρου
Οι συμβολισμοί κυριάρχησαν στην Άνω Κερύνεια Αχαΐας. Ο δρόμος της αρετής έγινε Πλατεία και όλα πήραν τον δρόμο τους για να διαδοθεί η μνήμη του Ισαάκ και του Σολωμού. Τα μηνύματα σαφή: Οι ήρωες του Ελληνισμού έπεσαν για την απελευθέρωση της Κύπρου. Και από σήμερα, η Πλατεία της συνώνυμης κοινότητας, θα φέρει τα ονόματα που οδηγούν τους μοτοσικλετιστές σε διαδρομές ελευθερίας, δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας. Ο μόνος δρόμος έχει προορισμό την Κερύνεια. Για να αναπαυθούν εκεί οι ψυχές του Σολή και του Τάσου. Με ευχή από τη μικρή πατρίδα της Αιγιαλείας.
