Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Τα εγκλήματα της εγκατάστασης ανεμογεννητριών στο περιβάλλον και οι συνέπειες στην υγεία των πολιτών

ΝΙΚΟΣ ΑΛΙΑΓΑΣ - ''ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΩ ΝΑ ΖΩ''...

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα 
 
Αυτή η σκέψη, μια βαθιά και συχνά λυτρωτική φράση που μας ξυπνά από την καθημερινή ρουτίνα, δείχνει πόσο πολύτιμη θεωρείς τη ζωή σου. Το να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις να ζήσεις είναι η απόδειξη ότι είσαι ζωντανός, πως αφυπνίζεσαι και πως θέλεις να δώσεις ουσία σε κάθε σου στιγμή, μακριά από άγχος και προθεσμίες...Με αφορμή την παρουσίαση ορισμένων φωτογραφιών από το αρχείο του στο Μουσείο Άλατος Μεσολογγίου, ο Νίκος Αλιάγας προχώρησε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στα social media θέλωντας να απαντήσει σε ένα ερώτημα που του θέτουν συχνά «Γιατί φωτογραφίζεις;».
 
Μιλώντας στην κάμερα ο διεθνούς φήμης παρουσιαστής έκανε μια αναδρομή της ζωής του. «Μέσα από αυτή την οθόνη μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω για την αγάπη μου για τη φωτογραφία»...«Κάποιοι από εσάς γνωρίζετε πως δεν γεννήθηκα ούτε μεγάλωσα στην Ελλάδα. Οι ξενιτεμένοι γονείς μου, ο Ανδρέας και η Χαρούλα Αλιάγα, με κάποιον τρόπο μας μπόλιασαν εμένα και την αδελφή μου τη Μαρία με μια υπόσχεση… Μια υπόσχεση επιστροφής. Από την πρώτη μέρα της ύπαρξής μου κουβαλούσα τον νόστο. Στην πραγματικότητα αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα μου έδωσε άλλη γεύση στη ζωή μου. Κακά τα ψέματα η Γαλλία μας αγάπησε σαν δικά της παιδιά. Μας ενέταξε στην κοινωνία της χωρίς διακρίσεις, με εμπιστοσύνη στην αξία και στις δυνατότητές μας.
Η Ελλάδα ωστόσο δεν έπαψε ποτέ να πάλλεται μέσα μας σαν ιδέα άπιαστη πολλές φορές, σαν εμπειρία φωτός ή κάθαρσης. Σαν μια φωνή που μας κρατούσε ξάγρυπνους και μας καλούσε επίμονα από τα έγκατα της ρίζας. Δεν τα βάζεις με τις ρίζες γιατί αργά ή γρήγορα ξυπνούν και σου υπενθυμίζουν ακόμα κι αν δεν το ξέρεις ποιος είσαι. Κάθε καλοκαίρι η επιστροφή μου στο Μεσολόγγι με έφερνε πιο κοντά στον εαυτό μου γιατί αυτός ο μαγικός τόπος δεν ήταν και δεν είναι για εμένα απλώς η γη των προγόνων μου».
«Εργάζομαι στα τηλεοπτικά μέσα της Γαλλίας σχέδον 40 χρόνια. Τη φωτογραφία ωστόσο δεν τη θεώρησα ποτέ ως επάγγελμα. Συχνά με ρωτάνε γιατί φωτογραφίζω. Η αλήθεια είναι πως δεν αποφάσισα μια ημέρα να γίνω φωτογράφος και να ζήσω από τη φωτογραφία. Η φωτογραφία μπήκε στη ζωή μου πολύ νωρίς σχεδόν αθόρυβα. Για να μπορέσω να καταλάβω τι ακριβώς αναζητούσα μέσα από τη φωτογραφία πέρασε χρόνος. Η φωτογραφία δεν υπόσχεται την αθανασία κρατάει ανοιχτό έναν μυστικό δίαυλο ανάμεσα στους απόντες και στους ζωντανούς».
«Δεν φοβήθηκα ποτέ τον θάνατο. Φοβήθηκα μήπως ξεχάσω να ζήσω. Μήπως χαθώ μέσα στα κίβδηλα και τις προθέσεις, μήπως ξεχάσω να βλέπω χωρίς να κρίνω. Φωτογραφίζω για να μπορώ να κοιτάζω στα μάτια τον συνάνθρωπό μου και να του λέω έστω και σιωπηλά ότι σε είδα, σε αναγνώρισα, σε αισθάνθηκα κι ας μην ξέρω τίποτα για εσένα.
Η επαγγελματική μου ζωή ήταν και είναι έντονη. Με κάμερες, με κόσμο, με κοινό. Η δημοσιότητα είναι μια παρεξήγηση. Σίγουρα τα Μέσα Ενημέρωσης και η τηλεόραση μου επέτρεψαν με κάποιο τρόπο να συναντήσω ανθρώπους να ακούσω ιστορίες, να μεταφέρω κάποιον λόγο. Αλλά όσο μεγάλωνε αυτός ο θόρυβος γύρω μου, υπήρξε μια ανάγκη βαθιά για τη σιωπή. Έμαθα πολύ γρήγορα πως τίποτα από όλα αυτά δεν μου ανήκει πραγματικά. Ίσως όμως αυτό που μένει να είναι η ικανότητά μας να επιλέξουμε και να συνδεθούμε αληθινά με κάτι. Θαρρώ πως η φωτογραφία το προσφέρει αυτό».

"Κόνιαλης"

 

Κουλαξίζης Λάζαρος, Αλέξανδρος Καμπουράκης
Με το ακορντεόν τους παίζουν έναν παραδοσιακό σκοπό του Ικονίου

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός _Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

"Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴ Δύση, κλονίσθηκαν τὰ θεμέλια τοῦ ἀμετάβλητου στὴ μεταφυσικὴ ὀντολογία. Διότι ἡ ἐπιστήμη βεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀμετάβλητο δὲν ὑπάρχει. Μὲ τὴν πτώση δὲ τῆς Μεταφυσικῆς ἔπεσε καὶ ἡ ἠθική, ἀφοῦ διαλύθηκαν τὰ δῆθεν μεταφυσικὰ θεμέλιά της..
Ἡ Ὀρθοδοξία γι᾿ αὐτὸ δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22 ε.). Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμὸς συνιστᾶ πάλη ἐμπειρισμοῦ καὶ μεταφυσικῆς (ἀριστοτελικῆς). Οἱ διαφωτιστὲς εἶναι philosophes, ἀλλὰ καὶ rationalistes.
Οἱ Ἕλληνες διαφωτιστές, μὲ πρῶτο τὸν πατριάρχη τους Ἀδ. Κοραῆ, ἦσαν στὴ θεολογία μεταφυσικοὶ καὶ μετέφεραν τὴ σύγκρουση ἐμπειριστῶν-μεταφυσικῶν στὴν Ἑλλάδα. Οἱ ὀρθόδοξοι ὅμως ἡσυχαστὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ Κολλυβάδες, παρέμεναν στὴ θεολογική τους μέθοδο ἐμπειριστές.
Στὸν Κοραῆ κυρίως ὀφείλεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς μεταφυσικῆς (του στοχασμοῦ) στὴ θεολογία, λαϊκὴ καὶ Ἀκαδημαϊκή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κοραὴς ἔγινε ἡ αὐθεντία τόσο τῶν Ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων μας, ὅσο καὶ τῶν εὐσεβιστικῶν λαϊκῶν κινημάτων. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἔπαυσε ἡ νήψη (κάθαρση) νὰ θεωρεῖται προϋπόθεση τῆς θεολόγησης, τὴ θέση της δὲ ἔλαβε ἡ σχολαστικὴ παιδεία..
Ἡ δῆθεν προοδευτικότητα τοῦ Κοραῆ συνίσταται στὸ ὅτι ἦταν ὑποστηρικτὴς τῆς καλβινικῆς χρήσης τῆς μεταφυσικῆς καὶ ὄχι τῆς παπικῆς. Στὰ θεολογικά του ἔργα εἶναι ἔντονος ὁ καλβινικὸς εὐσεβισμός (ἠθικισμός) του.
Ἡ πατερικὴ ὅμως Ὀρθοδοξία εἶναι ἀντιμεταφυσική, διότι ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἐμπειρικὴ «βεβαιότητα», μὲ τὴ χρήση τῆς ἡσυχαστικῆς μεθόδου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἡσυχασμὸς τῶν Κολλυβάδων εἶναι ἐμπειρικός-ἐπιστημονικός..

 
Η ανάλυση του π. Γεωργίου Μεταλληνού φωτίζει σήμερα, με σχεδόν προφητικό τρόπο, τη σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας. Ο Διαφωτισμός και η μεταφυσική σκέψη που εισήγαγε ο Κοραής δημιούργησαν αναδιαμφισβήτητα ένα ρήγμα που συνεχίζει να πλήττει το σώμα της Εκκλησίας,κλήρος και λαός έχουν απομακρυνθεί από την εμπειρική πνευματικότητα και την καρδιά που ζει πραγματικά τον Θεό.
Το φαινόμενο σήμερα είναι ορατό περισσότερο από ποτέ,πολλοί ιερείς αντί να καλλιεργούν την ησυχία, την νήψη και την εμπειρική γνώση του Θεού, προσαρμόζουν τον λόγο τους στα μέτρα των πιστών, «προτεσταντίζοντας» ουσιαστικά. Ο λόγος τους μοιάζει περισσότερο με life coaching ή συμβουλευτική προσωπικής ανάπτυξης παρά με θεολογία που καλεί σε θέωση. Η πίστη γίνεται ένα βολικό εργαλείο για την καθημερινή ζωή, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του χριστεπωνύμου πληρώματος, χωρίς να απαιτεί πνευματική άσκηση, κάθαρση ή προσωπική θυσία.
Αυτή η τάση, όμως, δεν είναι αθώα. Η μετατροπή της Εκκλησίας σε χώρο «ευκολίας» απομακρύνει το πλήρωμα από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και υπονομεύει το ήθος που γεννάται από την προσωπική σχέση με τον Θεό. Ο κλήρος που εγκαταλείπει την εμπειρική θεολογία και το πνευματικό παράδειγμα, δημιουργεί έναν λαό που βλέπει την πίστη σαν συμβουλές ή ψυχολογική στήριξη, όχι σαν ζωή και θέωση.
Η Ορθόδοξη Παράδοση, μέσα από τον ησυχασμό των Κολλυβάδων, καλεί σε αντίθετη πορεία η εμπειρική γνώση του Θεού, η καρδιά που ασκείται στην προσευχή και τη νήψη, η πνευματική ζωή που μεταμορφώνει, είναι οι μόνες βάσεις για να ξαναζωντανέψει η Εκκλησία. Όσο οι ιερείς υποκύπτουν στη λογική του «ευκολοδιάβαστου λόγου» και οι πιστοί αποδέχονται μια πίστη κομμένη στα μέτρα τους, τόσο η Εκκλησία θα παραμένει επιφανειακή, πνευματικά αδύναμη και ξένη προς το βάθος της Πατερικής εμπειρίας.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο η σημερινή κρίση είναι πνευματική, όχι μόνο θεσμική. Αφορά τον κλήρο που έχει απομακρυνθεί από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και το λαό που έχει συνηθίσει τη «χρήσιμη» πίστη. Η επιστροφή στην εμπειρική θεολογία, στην νήψη και στην καρδιά που ζει τον Θεό, είναι μονόδρομος. Όποιος δεν το κατανοήσει, συνεχίζει να επαναλαμβάνει τα λάθη του Κοραή μια θεολογία σχολαστικά όμορφη, βολική, αλλά κενή ζωής και θέωσης.

ο κύρ Βασίλης

 

Έφυγε από τη ζωή ο κύρ Βασίλης Κονιός
ένας ευγενής άντρας των Ανωγείων
στα 95 του χρόνια.
ακούστε πώς περιγράφει την αγάπη του
για τη γυναίκα της ζωής του τη κυρία Νίκη
που σήμερα δύο χρόνια μετά
κίνησε να την συναντήσε

 

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Ἐκ τῆς Γεθσημανῆς

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

(Ὁ νεαρός μοναχὸς, γράφοντας σὲ χαρτί παλαιό, ἔπειτα ἀπὸ ὅραμα νυκτερινό. Εμπνευσμένος ἀπό τούς ὕμνους τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα στήν Παναγιά μας)

Τὴν εἶδα στὴ Γεθσημανή.
Δὲν ἦταν ντυμένη μέ λαμπρά.
Οὔτε ἐστεφανωμένη μὲ ἀστέρια,
ὅπως λέγουν οἱ ὑμνωδοί.
Φοροῦσε ἕνα ἱμάτιο σιωπῆς
καὶ οἱ παλάμες της
εἶχαν τὴ στάση τῆς προσευχῆς·
ὄχι ὡς βασίλισσα —
ὡς μάννα.
Οἱ Ἀπόστολοι ἤλθαν.
Κανεὶς δὲν εἶπε πολλά.
Καθίσανε γύρω,
ὥσπερ φίλοι σὲ ἐπιτάφιο.
Ἐκεῖνη τοὺς ἐκοίταζε ἕνα-ἕνα
ὅχι γιὰ νὰ τοὺς χαιρετίσει,
ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς κρατήσει
μέσ’ στὴ μνήμη τοῦ Υἱοῦ της.
Ἔπειτα, γύρισε ὀλίγον τὸ κεφάλι
καὶ —οὗτος ὁ λόγος με ἐξύπνησε—
εἶπε ψιθυριστὰ (ἀλλ’ ὅλως ἐμφανῶς):
«Παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα.»
Ὅχι μέ φόβο·
οὔτε μὲ θρῆνο·
ἀλλὰ μέ ἐκείνην τὴ βεβαιότητα
ποὺ ἔχουν τὰ ἔργα
ὅταν τελειώνουν ὅμορφα.
Κι ἐγὼ ἐπληρώθην δακρύων,
ὄχι διὰ τὴν κοίμησιν
ἀλλὰ διότι, γιὰ μία στιγμή,
κατενόησα πῶς εἶναι νὰ φεύγεις
ἀπὸ τὸν κόσμο
χωρὶς ἁμαρτίες.

ΚΥΠΡΟΣ _Η Εκκλησία Παναγίας Φορβιωτισσας (γνωστή σαν Παναγία της Ασινου) κοντά στο χωριό Νικηταρι , έχει ανακηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco από το 1985.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

δυο οφθαλμοί....το άβατο της ψυχής πάντα θα καθρεπτίζουν...

 


Σαν ένα ξύλο που ο άνεμος το ρήμαξε, σαν ένα φτερό που δεν είχε δύναμη να αντισταθεί στης βαρύτητας τη δόξα κι έπεσε απ' του αηδονιού την αγκαλιά αισθάνεσαι σαν κάνεις κάτι που είναι τάχα τόσο έξω από σένα, κάτι που ξεπερνά τις ίδιες σου τις αντοχές.


Μα εσύ σαν ένα γέρικο πουλί που πετά καμαρωτό ανενόχλητο από τις συνεχόμενες σφαλιάρες της Μοίρας θα προχωράς, δε θα λυγίσεις, μήτε το κεφάλι θα αφήσεις να πέσει για λίγο , θα το κρατάς έστω βαστώντας το και με τα χέρια δυνατά για να μην υποκύψει...Μην σκρεφτείς ούτε λεπτό τα βάσανα, τον πόνο το βαρύ τον ακατάπαυστο, τη μοναξιά που πέρασες σε αυτό το δύσβατο μονοπάτι μονάχα το μέλλον να κοιτάς και να το φαντάζεσαι λαμπρό χρωματιστό χαρούμενο, όπως ακριβώς αξίζει να είναι μετά την τρικυμία.

Ένα ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα να προσμένεις κι ας έρθει κι αργά....Κι αν τάχα όλα αυτά κατορθώσεις στο μυαλό σου να εμφυσήσεις μη νομίσεις πως τα πάντα μονομιάς θα εξαφανιστούν, δάκρυα θλίψη κραυγές γιατί πάντα υπάρχει ένα όργανο που όλα τα θυμάται - το μυαλό- κι ένα ακόμα που μυστικά τα φανερώνει κάτω από βουβή θλίψη - τα μάτια- ...κι ακόμα κι αν κάποτε όλες αυτές οι πίκρες φαίνονται παρελθόν τα μάτια θα' ναι πάντα εκεί να στις θυμίζουν...

Μια ψυχή θα καθρεπτίζουν ταλαιπωρημένη μα τόσο γεμάτη και καθαρή. Αυτά τα μάτια όλα τα δείχνουν στην στιγμή και κάθε φορά που στον πόνο η συζήτηση θα τραβά εκείνα λυγισμένα από εκείνον θα σε κοιτούν.Δυο οφθαλμοί κομμένοι μα και τόσο λαμπροί και δοξασμένοι παράλληλα... δυο μάτια όπως και να βρίσκεσαι εσύ πάντα μια ψυχή θα υπηρετούνε...

Ε ναι...

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "<όπου κι αν πηγαίνει το πλήθος, τρέξε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κάνουν πάντα λάθος» -Τσαρλς Μπουκόφσκι"

Μην βιαστείτε να τον κρίνετε..

ΑΛΟΓΑ ΟΝΕΙΡΑ .Ν Καλογερόπουλος

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ — ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Στέλιος Ράμφος 1939-2026 1939- -2026" 

Γραφει ο Στυλιανός Καβάζης

Πριν από λίγες μόλις ώρες, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σε ηλικία 87 ετών, ο Στέλιος Ράμφος.
Ένας άνθρωπος που δεν αρκέστηκε ποτέ στις εύκολες απαντήσεις. Ένας διανοούμενος που πέρασε μέσα από τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις του 20ού αιώνα και αφιέρωσε τελικά μεγάλο μέρος της ζωής του στην προσπάθεια να καταλάβει κάτι πολύ βαθύτερο..
Τον Έλληνα. Την Ελλάδα. Το Βυζάντιο. Την Ορθοδοξία.Η διαδρομή του είχε κάτι βαθιά συμβολικό.
Ξεκίνησε από τον μαρξισμό, από εκείνο το μεγάλο σκοτεινό ιδεολογικό ρεύμα που επιχείρησε να ερμηνεύσει τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ιστορία χωρίς τον Θεό.Με τα χρόνια όμως απομακρύνθηκε από αυτόν τον κόσμο.Και άρχισε να κοιτάζει προς μια άλλη κατεύθυνση.
Προς την ελληνική πνευματική παράδοση.
Προς το Βυζάντιο.
Προς την Ορθοδοξία.
Προς όλα εκείνα που η νεότερη Ελλάδα, πολλές φορές, έμαθε να αντιμετωπίζει είτε ως μουσειακά κατάλοιπα είτε ως εμπόδια στον δρόμο προς τη νεωτερικότητα.
Ο Ράμφος προσπάθησε να καταλάβει ακριβώς αυτό που πολλοί αρνήθηκαν ακόμη και να εξετάσουν.
Μήπως ο σύγχρονος Έλληνας δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του εάν δεν καταλάβει πρώτα το Βυζάντιο;
Μήπως πίσω από τη σύγχυση της νεοελληνικής ταυτότητας βρίσκεται μια βαθύτερη ρήξη με την πνευματική παράδοση που διαμόρφωσε επί αιώνες τον ελληνικό κόσμο;
Μήπως ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και η αρχαία ελληνική παιδεία δεν εξαφανίστηκαν μέσα στο Βυζάντιο, αλλά μεταμορφώθηκαν και συνέχισαν να ζουν μέσα από την πατερική σκέψη, την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και την ορθόδοξη θεολογία;
Αυτά τα ερωτήματα τον απασχόλησαν βαθιά και εδώ συναντάμε και τον αείμνηστο Χρήστο Γιανναρά ο οποίος έφυγε από την ζωή περίπου τέτοιες μέρες πριν δύο χρόνια.Δύο σημαντικές μορφές της λεγόμενης "νεοορθοδοξίας", που προσπάθησαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν κόσμο τον οποίο η νεωτερική Ελλάδα είχε συχνά αφήσει στο περιθώριο.
Όμως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση ίσως και το μεγάλο όριο αυτής της γενιάς.
Ράμφος και ο Γιανναράς προσπάθησαν να προσεγγίσουν την Ορθοδοξία με τα εργαλεία του φιλοσοφικού και διανοητικού στοχασμού.
Προσπάθησαν να αγγίξουν την Ορθοδοξία με τον νου.Να την εξηγήσουν.Να την ερμηνεύσουν.
Να αναδείξουν τη διαφορά της από τη δυτική σκέψη.Να αποκαταστήσουν τη σχέση της με τον ελληνισμό και αυτή η προσπάθεια είχε τεράστια σημασία.Όμως η Ορθοδοξία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα.Δεν είναι ιδεολογία.Δεν είναι πολιτισμικό επίτευγμα.Δεν είναι ακόμη μία θεωρία για τον άνθρωπο.
Η Ορθοδοξία είναι ζωή.
Είναι μετάνοια.
Είναι άσκηση.
Είναι προσευχή.
Είναι Θεία Ευχαριστία.
Είναι σταυρός και Ανάσταση μαζί.
Είναι η μεταμόρφωση ολόκληρου του ανθρώπου.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστήριο της πνευματικής διαδρομής του Ράμφου.Μπορεί κανείς να μελετήσει τους Πατέρες και να μην έχει γίνει ακόμη πατερικός.Μπορεί να γράψει για το Βυζάντιο και να μην έχει ακόμη εισέλθει στο μυστήριο της βυζαντινής πνευματικότητας.
Μπορεί να μιλά ασταμάτητα για την Ορθοδοξία και να μην έχει ακόμη μάθει να γονατίζει μπροστά στον Χριστό.
Γιατί άλλο είναι να γνωρίζεις την Ορθοδοξία με τον νου και άλλο να την γνωρίζεις με την καρδιά και αυτό σαφώς δεν αποτελεί κατηγορία μόνο για τον Ράμφο.Αποτελεί ερώτημα για όλους μας.
Γιατί μπορεί να μιλάμε για ελληνισμό, για Βυζάντιο, για Πατέρες, για παράδοση, για ιστορία και τελικά να μην έχουμε καταλάβει το πιο απλό.
Ότι ο Χριστιανισμός δεν ζητά από τον άνθρωπο απλώς να αλλάξει ιδέες.
Ζητά να αλλάξει ζωή.
Γι' αυτό και η πορεία του Ράμφου έχει ιδιαίτερη σημασία.Γιατί ξεκίνησε από μια κοσμοθεωρία που αναζητούσε τον παράδεισο μέσα στην ιστορία και κατέληξε να αναμετράται με μια παράδοση που διδάσκει ότι ο αληθινός Παράδεισος δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα αλλά Πρόσωπο,Ο ίδιος ο Χριστός.
Έχω την εντύπωση ότι αυτό μπορεί είναι το μεγαλύτερο μάθημα μιας ολόκληρης ζωής αναζήτησης.Ο άνθρωπος μπορεί να περάσει από τον Μαρξ, από τον Χέγκελ, από τον Χάιντεγκερ, από τη φιλοσοφία, από την ιστορία, από το Βυζάντιο, από χιλιάδες βιβλία και χιλιάδες λέξεις.Κάποια στιγμή όμως όλα αυτά σωπαίνουν.
Έρχεται ο θάνατος και τότε δεν μένει ούτε η ιδεολογία ούτε η φιλοσοφία ούτε η ακαδημαϊκή γνώση.
Μένει η ψυχή και απέναντί της ο Θεός.
Δεν γνωρίζουμε τι συνέβη μέσα στην τελευταία σιωπή της ψυχής του Στέλιου Ράμφου.
Δεν μας ανήκει αυτή η κρίση.
«Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε».
Μας ανήκει όμως η προσευχή και η ελπίδα.
Γι' αυτό σήμερα, πέρα από τις συμφωνίες και τις διαφωνίες μας μαζί του, μπορούμε να κρατήσουμε κάτι πολύ σημαντικό.Ότι ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τον μαρξισμό πέρασε τη ζωή του αναζητώντας.
Αναζητώντας τον άνθρωπο.
Αναζητώντας τον ελληνισμό.
Αναζητώντας το Βυζάντιο.
Αναζητώντας την Ορθοδοξία.
Ας ελπίσουμε ότι εκεί όπου πλέον σταματούν τα βιβλία, οι λέξεις και ο ανθρώπινος νους, η αναζήτησή του συνάντησε Εκείνον που τόσα χρόνια προσπαθούσε να κατανοήσει.
Εκείνον που δεν είναι απλώς ιδέα.
Δεν είναι φιλοσοφία.
Δεν είναι πολιτισμός.
Είναι η Αλήθεια.
«Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.»
 
Καλό ταξίδι, Στέλιο Ράμφο.
Και ας ελπίσουμε πως στο τέλος της μεγάλης διαδρομής από τον νου προς την καρδιά, από την ιδεολογία προς την αναζήτηση, από την ιστορία προς την αιωνιότητα, βρήκες τελικά το Φως που αναζητούσες.
Αιωνία η μνήμη.

Η οδός του Χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα παλτό


Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από
το Θεό με τη δωρεά της Χάρης και όταν
έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας.
Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου
και η εμπιστοσύνη του στο Θεό και
δοκιμάζεται «σκληρά». 
 
Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις που μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από τον Θεό. 
 
Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας,
τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται
ο ουρανός και να γίνεται κουφός σε όλες
τις δεήσεις.
Για τον θερμό Χριστιανό, όλα στη ζωή του
γίνονται δύσκολα.
Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν, αυτό που ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν,
η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες.
Η φύση, οι άνθρωποι,
όλα στρέφονται εναντίον του.
Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίησει. Επιπλέον, υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι
η ανυπόφορη θλίψη από τη Θεία εγκατάλειψη.
Τότε κορυφώνεται το πάθος του,
γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος
σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.
Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;...
Είναι δυνατό αυτό;...
Και εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους και όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος.
H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της
προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια, ΟΥΤΕ προσοχή.
Ολα τότε γίνονται φορτικά.
Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο.
H ζωή γεμίζει από μόχθους και αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω
του η κατάρα και η οργή του Θεού.
Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες,
τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του
Θεού τον φύλαγε προσεκτικά, σε όλες
τις πτυχές της ζωής του. 
 
Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά
σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη
της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε
την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους
και ύψη που είναι απρόσιτα σ' άλλους.
Αγιος Σωφρόνιος 

Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις

«Ἐσένα πού εἶσαι ζωντανή κιβωτός τοῦ Θεοῦ, ἄς μή σέ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλά χείλια πιστά ἄς ψάλλουνε δίχως νά σωπάσουνε τή φωνή τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδός θέλει νά πεῖ τή φωνή τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πού εἶπε «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί») κι ἄς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

(«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων· χείλη δέ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω: Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή»)

 

Κυρ  

Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».

Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.

Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».

Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.

Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».

Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα»· ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»

Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»

Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».

Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!

Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.

Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.

Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμε καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»

Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.

Αν ποτέ σας ρωτήσουν τί σημαίνει ηθοποιός... Δείξτε τους το παρακάτω βίντεο...


Τον Νικόλα να αφηγείται τη ζωή του μπάρμπα Χρήστου στον εαυτό του, τον Μάιμο...

Έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καλογερόπουλος. Το ελληνικό σινεμά αποχαιρετά έναν ξεχωριστό δημιουργό

«Ξεκληρίζεται σιγά σιγά ένα είδος ανθρώπων που είχαν τόση ανιδιοτέλεια στους αγώνες τους, τόσο ταλέντο, τόση ψυχή, τόση ετοιμότητα να καούν από τις αγάπες τους»
Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο για τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου.
 

Κάποιοι ηθοποιοί παίζουν ρόλους.
Κάποιοι άλλοι, χωρίς να το καταλάβουν ίσως ποτέ, γίνονται οι ίδιοι ο ρόλος μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος ήταν από τους δεύτερους.
Ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα καλούπια. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής, τραγουδοποιός.
Από εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν μπορείς να τους περιγράψεις με μία ιδιότητα, γιατί πάντα κάτι θα έχεις αφήσει απ' έξω.
Γεννημένος στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, έφτασε στο θέατρο και στην οθόνη με εκείνη τη χαρακτηριστική αμεσότητα που δεν διδάσκεται.
Σπούδασε στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών και έκανε τα πρώτα του βήματα στο θέατρο και την τηλεόραση τη δεκαετία του '70.
Και μετά ήρθε το σινεμά.
«Μάθε παιδί μου γράμματα».
Ένας ρόλος που του χάρισε το Β' Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Και λίγο αργότερα η «Λούφα και Παραλλαγή», όπου κέρδισε το Α' Βραβείο Ανδρικού Ρόλου.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτά.
Ήταν το «Ρεμπέτικο», το «Άρπα Colla»,
το «Κάμπινγκ», οι τηλεοπτικές σειρές,
το θέατρο, οι δικές του ταινίες, η ποίηση,
η μουσική.
Ένας καλλιτέχνης που δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει άλλους τρόπους για να πει αυτό που είχε μέσα του.
Κι ίσως αυτό να ήταν τελικά το πιο χαρακτηριστικό του.
Είχε μέσα του κάτι από τον μάστορα του θεάτρου, κάτι από τον περιπλανώμενο ποιητή, κάτι από τον τύπο που θα καθόταν σε ένα τραπέζι και θα σου έλεγε μια ιστορία μέχρι να ξημερώσει.
Και είχε αυτή τη σπάνια ποιότητα που είχαν αρκετοί άνθρωποι μιας άλλης εποχής:
Να μη φοβάται να είναι διαφορετικός.
Να μη γυαλίζει υπερβολικά την εικόνα του.
Να αφήνει πάνω του τις γρατζουνιές της ζωής.
Σήμερα, 9 Αυγούστου 2026, ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 74 του χρόνια.
Και κάπου εκεί, σε μια παλιά τηλεόραση, ένα παλιό κάμπινγκ και μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια όπως τότε...
θα εμφανίζεται ξανά ο Μάιμος.
Εκείνος ο απίθανος τύπος από το
«Στο Κάμπινγκ», ένας ρόλος που ο Καλογερόπουλος έφερε στη ζωή με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο όμορφο πράγμα που μπορεί να αφήσει πίσω του ένας ηθοποιός.
Να φύγει ο άνθρωπος, αλλά να μην φύγει ποτέ ο χαρακτήρας.
Να ανοίγεις κάποτε την τηλεόραση,
να τον βλέπεις ξανά στην οθόνη και για λίγα λεπτά να αισθάνεσαι πως είναι ακόμα εδώ.
Ο Μάιμος θα είναι εκεί.
Ο Νίκος θα είναι εκεί.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.
Μένουν μέσα στις σκηνές που μας χάρισαν.
Καλό ταξίδι, Νίκο Καλογερόπουλε.
Και ευχαριστούμε για τις ιστορίες.

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα


 
ΣΕ ΦΙΛΩ...ΚΑΙ ΠΙΝΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΣΟΥ
Για τον Νίκο Καλογερόπουλο
Αντί επικήδειου.
Με τον θάνατο του Νίκου Καλογερόπουλου ένιωσα μια βαθιά θλίψη που με ξάφνιασε. Όχι γιατί πίστευα πως οι άνθρωποι σαν εκείνον δεν φεύγουν ποτέ. Αλλά γιατί, καθώς διάβαζα ξανά τα λόγια του και θυμόμουν τους ρόλους του, κατάλαβα πως, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, τον κουβαλούσα κι' αυτόν χρόνια μέσα μου, παρέα με τον άλλο "ηττημένο νικητή" τον Χρόνη Μίσσιο.
Ξέρεις τώρα, κάποιους ανθρώπους δεν τους συναντάς στην καθημερινότητά σου. Κι όμως, κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως σου κράτησαν συντροφιά στις πιο αθόρυβες διαδρομές της ζωής σου. Ο Νίκος ήταν ένας από αυτούς. Δεν ξέρω αν ήταν οι ρόλοι του. Δεν ξέρω αν ήταν ο τρόπος που μιλούσε. Ίσως να ήταν ο τρόπος που σιωπούσε. Εκείνη η γενναιόδωρη ήσυχη μελαγχολία που δεν ζητούσε αλλά χάριζε. Εκείνη η τρυφερότητα που δεν φοβόταν να συνυπάρχει με την ήττα.
Γιατί ο Νίκος δεν μου έδινε ποτέ την αίσθηση ενός ανθρώπου που νίκησε τη ζωή. Μου έδινε την αίσθηση ενός ανθρώπου που συμφιλιώθηκε με γενναιότητα μαζί της. Και αυτό είναι πολύ πιο ζόρικο.
Κάποτε σε μια συνέντευξη του είχε πει: «Πες μου αν υπάρχει κάτι καλύτερο... Το κακό είναι ότι άμα μιλάς για την πατρίδα σου, σε λένε γραφικό.» Πόσο παράξενη εποχή...Έχουμε φτάσει... να απολογούμαστε για όσα αγαπάμε. Για την πατρίδα. Για την ποίηση. Για την πίστη. Για τον έρωτα. Για την τρυφερότητα. Σαν η εποχή μας να θεωρεί πιο ασφαλή την ειρωνεία από τη συγκίνηση. Κι όμως, εκείνος δεν ντράπηκε ποτέ γι' αυτά που αγαπούσε. Ίσως γι' αυτό μου ήταν τόσο οικείος.
Τα τελευταία χρόνια γράφω πολύ. Για τον έρωτα. Για το τραύμα.
Για τη συμφιλίωση. Για την ανάγκη να μη σκληρύνουμε κι' άλλο.
Δεν τα αναφέρω αυτά επειδή πιστεύω πως οι διαδρομές μας ήταν ίδιες. Θα ήταν υπερβολικό και άδικο απέναντί του. Τα αναφέρω γιατί, βλέποντας σήμερα τη δική του πορεία, καταλαβαίνω καλύτερα και τις ερωτήσεις που με απασχολούν τόσα χρόνια. Σαν να αναγνωρίζω, εκ των υστέρων, μια συγγένεια όχι στις απαντήσεις, αλλά στην αγωνία.
Έγραψα κάποτε πως η ζωή δεν μας ζητά να γίνουμε κάποιος άλλος. Μας ζητά να εγκαταλείψουμε εκείνον που δεν είμαστε πια.
Έγραψα πως δεν πρέπει να ζητάμε νερό από άδεια πηγάδια. Πως η μεγαλύτερη ελευθερία αρχίζει όταν καίμε τα καράβια που μας κρατούν δεμένους στις "συνήθεις επιστροφές". Και, γράφοντάς τα, νόμιζα πως μιλούσα για τον έρωτα. Σήμερα αναρωτιέμαι αν, χωρίς να το ξέρω, μιλούσα και για ανθρώπους σαν τον Νίκο. Για εκείνους που προτίμησαν να χάσουν κάτι από τον κόσμο, παρά να χάσουν την αλήθεια τους. Αυτήν ακριβώς «Την αλήθεια ρε... την αλήθεια!» που αναζητούσε με όλο του το είναι στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα».
Είμαι σίγουρος πια πως όσο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο με ενδιαφέρουν οι νικητές. Αντιθέτως! Με συγκινούν οι άνθρωποι που δεν έγιναν πικροί. Που δεν μπέρδεψαν τη σοφία με τον κυνισμό. Που δεν θεώρησαν ποτέ την ευαισθησία αδυναμία. Που συνέχισαν να χαμογελούν με τη θλίψη να τους καίει τα μάτια.
Στο βιβλίο που γράφω αυτό τον καιρό προσπαθώ να υπερασπιστώ μια ιδέα. Ότι η ωριμότητα δεν είναι να πάψεις να πληγώνεσαι. Είναι να μη ντρέπεσαι πια για την ευαλωτότητά σου. Είναι να μπορείς να δακρύζεις χωρίς να αισθάνεσαι πως μικραίνεις.
Η είδηση της απώλειας του Νίκου με βρήκε ακριβώς στο σημείο του βιβλίου που έγραφα πως ο έρωτας αρχίζει τη στιγμή που κάποιος δεν σκουπίζει απλώς τα δάκρυά σου, αλλά τα φιλά. Που σου ψιθυρίζει: «Σε φιλώ... και πίνω τα δάκρυά σου». Γιατί η αγάπη δεν υπάρχει για να εξαφανίσει τον πόνο μας. Υπάρχει για να μην τον αφήσει ποτέ πια μόνο του. Για να τον κοινωνεί.
Και το γράφω αυτό με την πιο βαθιά ευγνωμοσύνη για τη γυναίκα που κάποτε μου ψιθύρισε ακριβώς αυτή τη φράση. Γιατί κάποιες λέξεις σε σώζουν, ακόμη κι όταν η ζωή μοιάζει να καταρρέει γύρω σου.
Αλλά υπάρχει ακόμη μια προσωπική ανάμνηση που σήμερα επιστρέφει επίμονα.
Τους «Ιππείς της Πύλου» τούς είδα μαζί με τον γιο μου. Κι έτυχε να τους δω σε μια περίοδο της ζωής μου που ένιωθα πως η λέξη «αποτυχία» είχε εγκατασταθεί μόνιμα μέσα μου. Από εκείνες τις εποχές που αναρωτιέσαι αν όσα ονειρεύτηκες άξιζαν τελικά τον κόπο. Αν οι επιλογές σου σε δικαίωσαν. Αν θα ήταν ευκολότερο να είχες γίνει λίγο πιο συμβιβασμένος, λίγο πιο πρακτικός, λίγο λιγότερο πιστός σ' αυτά που αγαπούσες, λίγο πιο «συνετός και νοικοκύρης», αν με εννοείς.
Κι όμως, βλέποντας τον ήρωα του Νίκου, κατάλαβα κάτι που με συντροφεύει μέχρι σήμερα. Η αποτυχία δεν ήταν ποτέ το πραγματικό θέμα της ταινίας. Το πραγματικό της θέμα ήταν τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν του αφαιρέσεις σχεδόν όλες τις επιτυχίες του. Όταν πάψει να τον προστατεύει η αναγνώριση, η δόξα, οι βεβαιότητες και οι πάνοπλοι ρόλοι που ανέλαβε ίσως και άθελα του.
Τι μένει τότε; Αν μένει ακόμη λίγη τρυφερότητα. Αν μένει ακόμη η ικανότητα να αγαπάς. Αν μένει ακόμη λίγη αξιοπρέπεια. Αν μένει ακόμη η δυνατότητα να ονειρεύεσαι. Τότε σίγουρα δεν έχεις ηττηθεί πραγματικά.
Εκείνη την ημέρα δεν ένιωσα ότι έβλεπα έναν ηθοποιό να υποδύεται έναν αποτυχημένο άνθρωπο. Ένιωσα πως ένας άνθρωπος μου ψιθύριζε, σχεδόν πατρικά: «Μη φοβηθείς την αποτυχία, ρε μαλάκα! Φοβήσου μόνο μήπως, προσπαθώντας να την αποφύγεις, χάσεις αυτό που είσαι.» Και, παράξενα, εκείνη η σκέψη με ανακούφισε τότε περισσότερο από πολλές ψευτο-παρηγοριές.
Έτσι τον ένιωσα εγώ τον Νίκο Καλογερόπουλο. Σαν έναν άνθρωπο που, χωρίς να το διακηρύσσει, υπερασπίστηκε σε όλη του τη διαδρομή αυτή την ανθρώπινη δυνατότητα. Να μη φοβόμαστε τα δάκρυα. Να μη ντρεπόμαστε για την ευαλωτότητά μας. Να μη θεωρούμε την τρυφερότητα μια ήττα, αλλά τον πιο βαθύ τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιστέκεται στη βαρβαρότητα.
Νομίζω πως ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν το δίδαξε αυτό με λόγια. Το ενσάρκωσε. Γι' αυτό και οι ήρωές του δεν έμοιαζαν ποτέ ατρόμητοι. Έμοιαζαν ανθρώπινοι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Να παραμείνεις άνθρωπος. Όχι όταν όλα πηγαίνουν καλά. Αλλά όταν η ζωή σε έχει ήδη νικήσει σε πολλά.
Καλό σου ταξίδι, Νίκο.
Σ' ευχαριστώ.
Όχι μόνο για τους ρόλους σου. Αλλά γιατί, χωρίς ποτέ να το γνωρίζεις, κράτησες συντροφιά και στις δικές μου μεγαλοπρεπείς ήττες. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος σ' έναν άλλον. Να του θυμίσει ότι μπορεί να χάσει σχεδόν τα πάντα...χωρίς να χάσει την τρυφερότητά του. Ότι μπορεί να μείνει συντροφιά με εκείνη τη γλυκιά αποδοχή της ήττας που δεν μοιάζει καθόλου με παραίτηση. Αλλά με αγάπη.
Καλή μας αντάμωση σύντροφε!
Σε φιλώ...
και πίνω τα δάκρυα σου.
 
  
σχολιο:Πόσο λείπουν σήμερα από την Ελλάδα τέτοιοι αντισυστημικοί καλλιτέχνες, που προτιμούν να ζουν φτωχοί και ελεύθεροι παρά να συμβιβαστούν με το κατεστημένο;


Όταν βρέθηκε σε απόγνωση ο Νίκος Καλογερόπουλος για τον βανδαλισμό στο "Τρενοτεχενείο"

Η Παναγία

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Η Παναγία δεν είναι απλώς Παρθένος. Είναι η Παρθένος. Η Αειπάρθενος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης βλέπει στο πρόσωπο κάθε παρθένου το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου. Και πραγματικά ο θάνατος που κληροδοτείται από τον γενάρχη στους απογόνους του σταματά κάθε φορά στο σώμα του ή της παρθένου. Έτσι το παρθενικό σώμα γίνεται το τέλος της διαδοχής των θανάτων που άρχισαν από τον πρώτο άνθρωπο και έφθασαν ως αυτό. Ο Χριστός, ως Υιός της Παρθένου που δεν έχει φυσικό απόγονο, είναι η καινή κτίση.
Η παρθενία ως απλή βιολογική κατάσταση δεν έχει καμιά θεολογική ή σωτηριολογική σπουδαιότητα. Η παρθενία της Παναγίας δεν είναι απλή βιολογική, αλλά καθολική ψυχοσωματική κατάσταση. Είναι η κατάσταση της πλήρους και καθολικής αναφοράς στο Θεό. Είναι το ήθος της. Η Παρθένος δεν κατέχει τίποτα για τον εαυτό της. Δεν κατέχεται από τίποτα και από κανένα, αλλά προσφέρει τα πάντα και τον εαυτό της εξολοκλήρου στο Θεό: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Έτσι ολοκληρώνεται η παρθενία. Διαφορετικά δεν έχει καμιά ιδιαίτερη άξια. Άλλωστε και η Εύα που οδήγησε τον κόσμο στην πτώση ήταν παρθένος. Ως παρθένος συνέλαβε τη συμβουλή του διαβόλου και γέννησε την παρακοή και το θάνατο. Η Παναγία όμως με την απόλυτη εμπιστοσύνη και υπακοή της στο Θεό γέννησε το Χριστό που έφερε στον κόσμο τη σωτηρία και την ανακαίνιση.
Η καινή κτίση, που εισάγεται στον κόσμο με την Παναγία, πραγματοποιείται με σύμπτωση αντιθέσεων. Ό,τι προηγουμένως γινόταν ως έκτακτη επέμβαση του Θεού στην ιστορία, δηλαδή ως θαύμα, παρουσιάζεται με την Παναγία ως καινή φύση και ιστορία. Η παρθενία συμβαδίζει με τη μητρότητα. Η διακοπή της διαδοχής των θανάτων συμπίπτει με την απαρχή της φανερώσεως της ζωής. «Η γαρ αυτή και παρθένος και μήτηρ, καινοτομούσα την φύσιν τη συνόδω των αντικειμένων, είπερ των αντικειμένων παρθενία και γέννησις».
Στη σύμπτωση αυτή των αντιθέσεων κορυφώνεται η ανθρώπινη συνεργασία στο έργο της σωτηρίας. Η παρθενία ως καθολική αυτοπροσφορά του ανθρώπου προς τον Θεό, ως τέλειος κατά κόσμο θάνατος, συνάπτεται με την πλήρη αυτοπροσφορά του Θεού προς τον άνθρωπο με την τέλεια ενανθρώπηση. Έτσι η Παναγία γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως και ο οδηγός της πνευματικής τελειώσεως. «Αύτη τε απαρχή αγία και της προς τον Θεόν φερούσης ηγεμών ανθρώποις». Αυτή δέχεται πρώτη το πλήρωμα της χάριτος του Θεού και το κάνει μεθεκτό στον καθένα κατά το μέτρο της καθαρότητός του. Θαυμάσια περιγραφή του προσώπου και της ζωής της Παναγίας ως προτύπου πνευματικής τελειώσεως παρουσίασε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε ομιλία εις τα εισόδια της Θεοτόκου.
Η Παναγία τοποθετείται ψηλότερα από τις αγγελικές δυνάμεις. Είναι «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφίμ». Το μεγαλείο που γνωρίζει η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο της Παναγίας υπερβάλλει το μεγαλείο ολόκληρης της κτίσεως. Έτσι κατανοείται και ο χαιρετισμός της που συναντούμε στο Θεοτοκάριο: «Χαίροις μετά Θεόν η Θεός τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα». Στο μεγαλείο αυτό της Παναγίας μετέχει και κάθε άνθρωπος που ζει κατά το πρότυπο της Παναγίας.
Γ. Μαντζαρίδης

Ένα πανέμορφο ταξίδι σε μαγευτικό τόπο δροσιάς στα παραμυθένια χωριά της Ελβετίας συνδυάζουν τις χιονισμένες κορυφές των Άλπεων, τις καταπράσινες κοιλάδες και τις πανέμορφες λίμνες.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του υψίστου

 Ψαλμός 76





Αρχέγονη ορμή

θεουργεί,

μορφές

ζωντανής επικοινωνίας.

Η εορτή της απεραντοσύνης,

πλάθει

τα κριτήρια

των αισθήσεων.

Αυτό που έμεινε ανέπαφο,

μυσταγωγεί

την ωραιότητα.

Η ερημιά

στολίζει την

Δημιουργία.

Η καρδιά

ανοίγει στο μυστήριο της

Παρουσίας.

Η Χάρις

ζωντανεύει

εκρηκτικά την

αιωνιότητα του

παρόντος.

Η ζωή

λαμπροφορεί

το Πνεύμα

το Άγιο.

Δόξα

στην καθαρότητα

την απάτητη.

Δόξα

στην αμόλυντη δύναμη

των Λευκών Ορέων.

Δόξα

στη φωτεινή διαύγεια

των βράχων.

Δόξα

στο πράσινο φάος

της αχλαδιάς το αγέρωχο.

Δόξα

στο απύθμενο γαλάζιο

των ουρανών

το απρόσιτο.