Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Μην είστε κορόιδα, ξυπνήστε!

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
 Αντί να αντιστέκεστε στους ληστές είναι καλύτερα να τους διευκολύνετε! Ακόμα καλύτερα θα ήταν, να αρχίσετε και εσείς να ληστεύετε τους άλλους για να σας έχουν όλοι σε εκτίμηση!

Δεν έχετε καταλάβει ακόμα ότι ζείτε στην παράλογη εποχή του συριζαίικου ακτιβισμού και της κοσμοθεωρίας των αντεστραμμένων ειδώλων; 

Στον ανήθικο κόσμο της επικράτησης του ληστή, του ανώμαλου, του ψεύτη, του πούστη και του υποκριτή; 
Αυτή είναι τώρα η εποχή τους!
Γ.Γ.Γ

Μοναδική παράσταση από πιτσιρικά με γιουκαλίλ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, παιδί, λουλούδι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις - να βλέπεις και να μην χορταίνεις- καινούργια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους και ιδέες, και να τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά, να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά, κι έπειτα να σφλανάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν....
Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

ένα "ευχαριστώ" και ένα αντίο...


Αφού σώθηκε και θεραπεία από μια ομάδα κτηνιάτρων και βιολόγοι, ένας κόνδορας επιστρέφει στην "άγρια" ζωή.. Πριν την πτήση του, παίρνει χρόνο για να παρατηρήσει και να εκτιμήσει την απεραντοσύνη που τον περιμένει, και να στραφεί σε αυτούς που τον βοήθησαν, ως ένα "ευχαριστώ" και ένα αντίο...

Ένας βουδιστής ιερέας καλείται από το Χριστό στην Ορθοδοξία

Αφήγηση του Nilus Stryker
Σημείωση του Webmaster της αρχικής αγγλόφωνης σελίδας: Η ιστορία του Nilus είναι μία από τις πολλές που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για ένα φαινόμενο της εποχής μας. Τον Nilus τον γνώριζα από την καιρό που ήταν Βουδιστής. Εγώ πάλευα να αφομοιώσω τις ίδιες διδασκαλίες κάτω από τον ίδιο δάσκαλο. Δεν έφτασα εκεί που έφτασε ο Nilus, διότι όταν ο δάσκαλος μου είπε πως η περαιτέρω πρόοδος απαιτούσε την διακοπή κάθε άλλης πνευματικής αναζήτησης, η συνείδησή μου ξύπνησε και μου απαγόρευσε να το κάνω, καθώς επίσης με κατεύθυνε πίσω στον Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο κοινός παρανομαστής σε όλες αυτές τις ιστορίες φαίνεται να είναι πως αν ένας άνθρωπος έχει ήδη βιώσει κάποια ουσιώδη επαφή με το Ευαγγέλιο του Χριστού, τότε η πνευματική του πρόοδος θα εμποδιστεί σε κάποιο σημείο, ώσπου το άτομο αυτό να επιστρέψει στον Χριστό.

Υπήρξα Βουδιστής επί δέκα χρόνια. «Χειροτονήθηκα» μετά από επτά χρόνια μελέτης με τον δάσκαλό μου σε μια μικρή οικογενειακή γραμμή του Nyingma του Vajarayana (Θιβετιανού) Βουδισμού.



Είχα ένα Πνευματικό Δάσκαλο στην γραμμή αυτή τον οποίον αγαπούσα και συνεχίζω να αγαπώ. Ήταν, και συνεχίζει να είναι, παράδειγμα καλοσύνης στη ζωή μου. Χάρη στην δική του καθοδήγηση, άρχισα να βλέπω τον κόσμο πιο καθαρά και μεγαλόψυχα. «Χειροτονήθηκα» Ngakpa της γραμμής Nyingma. Το Ngakpa είναι ταντρική «χειροτονία» (ιεροσύνη) η οποία αν και έχει όρκους (damsig), αυτοί δεν προϋποθέτουν παρθενία ή αποχή από κρέας και αλκοόλ. Οι sangha μας δεν ήσαν αρνητές του σώματος, μόνο ακολουθούσαν την βασική μάθηση του tantra και dzogchen: και τα δύο αυτά βασίζονται στην μεταμόρφωση και όχι στην άρνηση του σώματος, καθώς και στις αιφνίδιες στιγμές ενόρασης οι οποίες τρεμοπαίζουν σε διάρκεια και ένταση και οδηγούν σε rigpa (κατάσταση νοός και αντίληψης που βασίζεται στην χαλάρωση που μας εισάγει στην φυσική κατάσταση διαφώτισης). Οι στιγμές εκείνες εγείρονταν δια της ενεργούς επέμβασης του δασκάλου μας, ή δια της ικανότητάς μας να μπαίνουμε «χαλαρά» μέσα στην υφή και την ποιότητα της εμπειρίας του «είναι» και του «μη-είναι» που ήταν το αποτέλεσμα των πρακτικών που είχαμε μάθει. Με το πέρασμα του χρόνου, οι στιγμές αυτές εξελίσσονται σε μια θεώρηση του κόσμου με όλο και περισσότερη καλοσύνη, ευγνωμοσύνη και συμπόνοια. Ο δάσκαλός μου συνήθιζε να λέει πως ο Βουδισμός είναι κατά 99% μέθοδος και 1% αλήθεια. Στον Βουδισμό, οι πρακτικές χρησιμοποιούνται για να αναπτυχθεί η διαύγεια και μια αίσθηση επαγρύπνησης που σε βοηθούν να διακρίνεις μια πραγματικότητα που δεν είναι διαστρεβλωμένη από νευρωτικά μυαλά και τις συνήθειες εξ αντιδράσεως. Ήμασταν μια μη-λειτουργική γραμμή, εφαρμόζαμε μόνο την «καθιστική σιωπή» και τραγούδια γιόγκικα, προσευχές-mantra, και επιλεγμένες ψυχο-πνευματικές φυσικές ασκήσεις στον πυρήνα της πρακτικής μας. 
Πήγαινα σε προσκυνήματα σε ιερούς τόπους του Νεπάλ και συμμετείχα σε απομονώσεις με τον δάσκαλό μου και τις αδελφές και αδέλφια «vajra» από την Αμερική και την Ουαλία. Τα απομονωτήρια αυτά – είτε συνεργαζόμενα είτε μεμονωμένα – έδιναν πολύ μεγάλο νόημα στη ζωή μου. Και μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα πως βίωσα κάποια «ανοίγματα» απόψεως, διευρύνσεις προοπτικής και εμπειρίες που αποδίδω στον δάσκαλό μου και τις πρακτικές που μου δόθηκαν. Ένα απόγευμα στα τέλη Ιανουαρίου του 1999, πήγα στον βωμό μου για την τακτική ημερήσια πρακτική μου. Συνήθιζα να αρχίζω με ένα γιόγκικο τραγούδι, έλεγα την προσευχή mantra, και μετά έκανα καθιστική σιωπή. Άναψα τα κεριά στον βωμό μου, και αφού τελείωσα το τραγούδι και την προσευχή μου, προχώρησα στην άσκηση σιωπής. Δεν μπορώ να πω πόση ώρα ακριβώς καθόμουν έτσι, όταν άκουσα ολοκάθαρα την φωνή μου να ξεστομίζει, με δικά μου λόγια, «Μου λείπει ο Ιησούς». Το είπα μεγαλόφωνα. Έμοιαζε σαν να βγήκε μέσω εμού, και όχι σαν να το πρόφερα εγώ ο ίδιος, όμως δεν επρόκειτο για έξωθεν φωνές. Ήταν ξεκάθαρο πως εγώ το είπα. Όταν είπα «Μου λείπει ο Ιησούς» αισθάνθηκα να γεμίζω με μια λαχτάρα. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το ονομάσω. Άλγος. Πονούσα μέσα μου. Αισθανόμουν αυτόν τον απόλυτο νόστο και δεν το πίστευα.
Προσπάθησα να συγκεντρώσω την προσοχή μου και την επαγρύπνηση, για να συνεχίσω τον διαλογισμό μου. Συχνά, κατά την διάρκεια του διαλογισμού, τυχαίνουν κάποιες ασυνήθιστες διαισθήσεις, οσφρήσεις, οπτικές απάτες, ίσως και ηχητικές: πρόκειται για ψυχο-πνευματικές ανωμαλίες που μας αποπροσανατολίζουν κατά την διάρκεια των σκέψεών μας και που εκπαιδευόμαστε να τις παρατηρούμε αποστασιοποιημένοι. Οι σκέψεις έρχονται και πάνε μεν, αλλά η μέθοδος που εφάρμοζα επιδίωκε να μην προσκολλάται σε οποιαδήποτε σκέψη που θα με οδηγούσε σε μια εσωτερική αφήγηση ή ιστορία… Έτσι, έκανα μια απόπειρα να θεωρήσω αυτή την εμπειρία σαν ένα nvam (εμπειρία διαλογισμού) και να μην της δώσω και πολύ σημασία. Δεν κατάφερα όμως να ξανασυγκεντρωθώ, ούτε να χαλαρώσω. Σηκώθηκα από τη θέση μου. Σκέφθηκα πως μάλλον πρόκειται για προβολές από στιγμιότυπα της παιδικής μου ηλικίας. Παιδιάστικα πράγματα μανούλας-πατερούλη, και αγάπης που δεν χόρτασα ενώ την επιζητούσα σαν παιδί… Ναι, σίγουρα θα είχε σχέση με την Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων… Αν και οι γονείς μου ήταν νομιναλιστές Χριστιανοί, είχα ανατραφεί ως Πρεσβυτεριανός λόγω της κοντινής απόστασης της εκκλησίας από το σπίτι μας. Οι γονείς μου πάντως δεν ήταν από αυτούς τους φανατικούς και επικριτικούς Χριστιανούς. Τερμάτισα την άσκησή μου και πήγα στην κουζίνα, όπου άρχισα να πλένω τα πιάτα. Έκανα και μερικές δουλειές του σπιτιού και δεν το σκεφτόμουν ιδιαίτερα, με εξαίρεση την συνεχιζόμενη αίσθηση πόνου που δεν έλεγε να ελαττωθεί. Στάθηκε αδύνατο να αποτινάξω την εμπειρία, όσο επίμονα και αν το προσπαθούσα. Συνέχιζα να έχω μέσα μου εκείνον τον τρομερό πόνο που δεν μπορούσα να αγνοήσω, ούτε να εξηγήσω. Δεν το ανέφερα στην σύζυγό μου, όμως, ούτε μπορούσα να σταματήσω να το σκέπτομαι, ούτε να βρω ανακούφιση από το άλγος και τον πόνο. Περάσαμε μια συνηθισμένη βραδιά, είδαμε λίγη τηλεόραση, κουβεντιάσαμε, και μετά πήγα στο ατελιέ μου να ζωγραφίσω. Είμαι ζωγράφος, και το ατελιέ μου επικοινωνεί με την αγροικία μας, και πολλές φορές κοιμάμαι εκεί όταν ζωγραφίζω μέχρι αργά. Ύστερα από μερικές άκαρπες προσπάθειες πάνω σε ένα καμβά που είχα αρχίσει, πήγα για ύπνο. Εκείνη τη νύχτα, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησα από μια «παρουσία» μέσα στο δωμάτιό μου. Ήταν ο Νόστος. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το αποκαλέσω. Ένοιωσα μια «παρουσία νόστου» μέσα στο δωμάτιο. Ανησύχησα, μήπως κάποιος είχε μπει κρυφά μέσα στο σπίτι. Βγήκα από το κρεβάτι και έλεγξα όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Δεν υπήρχε κανένας άλλος (εκτός από την σύζυγό μου) μέσα στο σπίτι, και αυτή κοιμόταν βαθειά. Αποφάσισα – μιας και ξαγρύπνησα – να κάνω καμία άσκηση, έτσι πήγα στον βωμό μου στο ατελιέ μου. Έκανα διαλογισμό για περίπου τριάντα-σαράντα πέντε λεπτά και επέστρεψα στο κρεβάτι μου. Το επόμενο πρωί έλεγξα αν όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες, και κάπως διστακτικά έριξα μια ματιά σε όλο το σπίτι, μήπως και βρω κάτι που να εξηγούσε εκείνη την «παρουσία». Κατοικίδια δεν έχουμε, οπότε, ρώτησα την Νταϊάν αν είχε σηκωθεί την νύχτα για κάποιον λόγο. Κοιμόταν συνεχώς. Με ρώτησε αν συμβαίνει κάτι. Της είπα πως είχα σηκωθεί μέσα στη νύχτα, και πως δεν μπόρεσε να με πάρει ο ύπνος για κάμποση ώρα. Δίστασα να της πω οτιδήποτε περί της αίσθησης μιας «παρουσίας». Δεν ήθελα να την τρομάξω, και ούτε ήθελα να με περάσει για τρελό. Την επόμενη νύχτα πάλι μου «φώναξε» να ξυπνήσω. Δεν μπορώ να σας πω ακριβώς πώς αισθανόμουν, μόνο πως υπήρχε αυτή η «παρουσία» μέσα στο δωμάτιο. Δεν ήταν φώτα, δεν ήταν παραισθήσεις, δεν ήταν θόρυβοι, δεν ήταν φανφάρες, δεν ήταν τίποτε σχιζοφρενικό (απ’ όσα μπόρεσα να καταλάβω), όμως ήταν σίγουρα η αίσθηση πως κάποια παρουσία με καλούσε να ξυπνήσω. Μπορώ να το περιγράψω μόνο σαν «παρουσία Νόστου». Πονούσα μέσα μου, και νοσταλγούσα κάτι που δεν μπορούσα να περιγράψω… Ένοιωθα εκατομμύρια μίλια μακριά από την εστία μου. Οφείλω να επισημάνω πως η ζωή μου ήταν αρκετά ευτυχισμένη. Η σύζυγός μου (ηλικίας εικοσιπέντε) και εγώ είμαστε ερωτευμένοι. Είμαστε και οι δύο ζωγράφοι, και κάναμε καλές δουλειές στον τομέα αυτό. Είχαμε μια μικρή αγροικία σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Βορείου Καλιφόρνιας, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο που αγαπούσαμε. Είχα ένα υπέροχο πνευματικό δάσκαλο και είχα πάρει όρκους και ήμουν αφοσιωμένος στην Βουδιστική Γραμμή και στο μονοπάτι του. Και ήμουν αρκετά υγιής, για άντρα πενήντα-κάτι ετών και χοντρό. Γενικά, όλα ήταν ΟΚ. Καμία μεγάλη κρίση. Τίποτα που να συσχετιζόταν με την εμπειρία που περνούσα, ή την απίστευτη αίσθηση νόστου που ένοιωθα. Σαν να ήμουν ερωτευμένος, χωρίς να γνωρίζω με ποιόν ή με τι. Σαν να ήμουν έφηβος ερωτευμένος. Δεν μπορούσα να σταματήσω αυτόν τον πόνο, τον νόστο, το μπέρδεμα. Όλα ξεκίνησαν, όταν πρωτοείπα «Μου λείπει ο Ιησούς», όμως δεν παραδεχόμουν πως αυτό ήταν πράγματι η πηγή αυτού του πόνου. Πρέπει να ήταν κάτι άλλο. Αλλά δεν ήξερα τι. Είχα προσπαθήσει να το ξεμπερδέψω λογικά, κάνοντας ένα νοερό ευρετήριο πιθανών πηγών, κινήτρων, γεγονότων, που θα μπορούσαν να είχαν γεννήσει αυτόν τον νόστο. Είχα κολλήσει. Κανένα από αυτά που ήταν στην λίστα δεν έμοιαζε να εξηγεί την εμπειρία αυτού του νόστου, πολλώ μάλλον την αίσθηση της παρουσίας κάποιου μέσα στο δωμάτιό μου την νύχτα. Επί μία εβδομάδα, με καλούσε να ξυπνήσω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Άρχισα να τρομάζω λιγάκι. Δεν διέθετα καμία εξήγηση για αυτά που συνέβαιναν, και καμία απολύτως ιδέα για το πώς να το χειριστώ. Παραδέχθηκα πως ήταν κάτι πέραν όλων όσων είχα βιώσει, και ήλπιζα πως θα με βοηθούσε ο δάσκαλός μου να καταλάβω και να αντιμετωπίσω τις εμπειρίες μου. Αν κάποιος θα μπορούσε να ξέρει τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε, θα ήταν αυτός. Τελικά, επικοινώνησα με τον δάσκαλό μου στην Ουαλία και του αφηγήθηκα ολόκληρη την σειρά των εμπειριών μου. Μου έδωσε το όνομα μίας θεότητας του Θιβέτ που μπορούσα να επικαλεσθώ, καθώς και μια προσευχή-mantra που συσχετιζόταν με εκείνο το «Ον της Επαγρύπνησης» (το sangha μας χρησιμοποιεί τον όρο «Ον της Επαγρύπνησης» εν αντιθέσει με τον παραδοσιακό όρο «θεότητα»). Μου είπε πως αν συνέχιζαν οι εμπειρίες, να κάνω την άσκησή μου και να απαγγείλω την προσευχή-mantra που μου είχε δώσει. Εκείνο το βράδυ με ξύπνησε πάλι η αίσθηση μιας «παρουσίας». Πήγα στον βωμό μου και άναψα τα κεριά. Εκάθησα σε σιωπηλό διαλογισμό για λίγο, πριν αρχίσω να λέω την προσευχή-mantra και να καλώ την Βουδιστική θεότητα που μου είχαν υποδείξει να χρησιμοποιήσω. Η μεσιτεία του ήταν ισχυρότατη. Επικράτησε μια βαθειά σιγή, και ένοιωσα μια ηρεμία και γαλήνη που διαπερνούσαν –μου φάνηκε– το δωμάτιό μου. Κάλεσα το όνομα της θεότητας όπως μου είχε υποδείξει ο Ρινποτσε (τιμητικός τίτλος για δάσκαλο Vajrayana που στην κυριολεξία σημαίνει Πολύτιμο Πετράδι). Προς μεγάλη μου έκπληξη, άκουσα μια φωνή να λέει «Εγώ δεν είμαι αυτό». Δεν μπορώ να σας πω από πού ερχόταν η φωνή αυτή. Μου φάνηκε σαν την δική μου φωνή, παρ’ ότι δεν θυμάμαι να ξεστόμισα εγώ εκείνες τις λέξεις. Δεν μπορώ να σας πω με ακρίβεια αν η φωνή αυτή ήταν εσωτερική ή εξωτερική, πάντως ήταν μια φωνή που είπε καθαρά και χαρακτηριστικά «ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ». Ταράχθηκα συθέμελα. Καθόμουν αποσβολωμένος και αμίλητος. Σηκώθηκα και βγήκα έξω από το σπίτι. Πρέπει να ήταν τρεις και μισή τα ξημερώματα, και ένα χλωμό φεγγάρι μόλις που διακρινόταν πάνω από τον ωκεανό. Κάθισα στο κατώφλι του σπιτιού μας και άρχισα να κλαίω. Ο πόνος και ο νόστος μέσα μου δεν είχαν μειωθεί. Μάλλον είχαν φουντώσει περισσότερο. Είχα φτάσει στα όρια της τρέλας. Ήμουν σίγουρος πως κάτι συνέβαινε. Μόνο που δεν ήξερα τι. Έκλαψα με την καρδιά μου. Με λυγμούς. Τελικά, σήκωσα το κεφάλι και ρώτησα:«Ποιος είσαι;» Μόλις ξεστόμισα εκείνες τις λέξεις, συνέβη κάτι το απίστευτο. Προσπαθήστε να καταλάβετε, πως δεν διαθέτω καμία αίσθηση του πρέποντος σε όσα περιγράφω. Δεν κατέχω καν τον τρόπο να εξηγήσω πώς ή γιατί συνέβη αυτό που συνέβη. Είμαι ο πλέον βλάκας. Δεν έχω καν το δικαίωμα να προσπαθήσω να εξηγήσω τι έγινε, ούτε και να προσπαθήσω να πω ότι εγώ – κατ’ οιονδήποτε τρόπο – κατανοώ ή αξίζω αυτό που έγινε. Πάντως, μόλις πρόφερα εκείνες τις λέξεις, γέμισα με ένα απαλό Φως. Ξέρω, είναι δύσκολο να κατανοηθεί, αλλά εγώ πράγματι γέμισα από αυτό το Φως. Δεν ήταν «ορατό» με την συνηθισμένη έννοια. Ήταν μια φωτεινότητα που με γέμιζε. Δεν μπορώ να περιγράψω εκείνο το Φως, ούτε να περιγράψω πώς ένα φως μπορεί να κουβαλάει μια «γνώση», πάντως εγώ ήξερα πως ένα Φως είχε διεισδύσει μέσα μου, και μάλιστα με γνώριζε προσωπικά. Ξέρω πως αυτό ακούγεται απίστευτο, αλλά συνέβη. Το Φως όχι απλώς με γνώριζε εμένα, τον Nilus, τον αψίθυμο γερο-παράξενο, που όλα τα είχε θαλασσώσει, αλλά με αγαπούσε κιόλας – με αγαπούσε πραγματικά. Συγχωρήστε μου το παράτολμο θράσος, αλλά πρόκειται για αυτό ακριβώς που αισθανόμουν. Δεν έχω τον τρόπο να σας εξηγήσω πώς ήμουν σίγουρος γι’ αυτό, μόνο ότι ήμουν. Δεν ήξερα πώς να το ονομάσω. Ένοιωθα άβολα, όταν προσπαθούσα να πω «Θεός» ή «Χριστός», όμως ένοιωθα πως ετούτο έπρεπε να είχε σχέση με τον Θεό και τον Χριστό-Λόγο. Μόνο που δεν μπόρεσα να πείσω τον εαυτό μου να το ξεστομίσει. Μου φαινόταν υπερβολικά αδύνατο να το κάνω: ήταν τόσο γεμάτο από όσα είχα απορρίψει στην Χριστιανοσύνη (την Προτεσταντική Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων). Μου ήταν αδύνατον να προφέρω αυτές τις λέξεις, παρ’ ότι αισθανόμουν πως είχε αποκοπεί μέσα μου ένα κομματάκι του Θεού, και πως αυτό το κομμάτι ήταν Αγάπη. Ένοιωθα την παρουσία της Αγάπης. Ένοιωθα μια Θεία Αγάπη. Ένοιωθα μια Αγάπη που ήρθε σε μένα προσωπικά, λες και είχε φωνάξει το δικό μου όνομα την στιγμή που με διαπερνούσε. Και όμως… λες και ήταν πάντοτε μέσα μου, χωρίς εγώ να το ξέρω. Σαν να διείσδυσε και να ανέβλυσε μέσα μου ταυτόχρονα. Ξέρω πως είναι δύσκολο να το φαντασθεί κανείς, αλλά δεν έχω άλλα λόγια που να μπορώ να επιστρατεύσω για να αποπειραθώ να το εξηγήσω αυτό το πράγμα. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος για να σας τα πω όλα αυτά με περισσότερη σαφήνεια, θα το έκανα. Έπεσα στα γόνατα και μετά τεντώθηκα πρηνής στο έδαφος. Δεν μπορώ να πω πόση ώρα έμεινα έτσι, πάντως κάποια στιγμή αργότερα ανακάθισα, πάνω στα σκαλοπάτια, και πάλι έκλαψα. Δεν έχω τρόπο να εξηγήσω τι ακριβώς ένοιωθα. Ίσως να είναι λάθος να το λέω, αλλά είχα νοιώσει τα λόγια να με εγκαταλείπουν καθώς διείσδυε το Φως, και αισθάνθηκα μια «γνώση» μέσα μου, η οποία φαινόταν να γεννιέται με την Αγάπη. Ήξερα πως ο Θεός με αγαπούσε, και όμως, δεν μπορούσα να πω την λέξη «Θεός». Ήξερα πως με καλούσε ο Χριστός, όμως δεν μπορούσα να πω την λέξη «Χριστός». Μέσα από τον Βουδισμό μου, είχα φτάσει σε κάποιες συνειδητοποιήσεις, κάποιες μικρές αναλαμπές κατανόησης της «Μεγάλης Εικόνας», δια του δασκάλου μου και των πρακτικών μου, αλλά τίποτε δεν θύμιζε ετούτο εδώ. Έλαμπα μέσα μου, από Αγάπη και μια «γνώση» για το Φως. Δεν ήταν μια πραγματική λάμψη – ορατή ή απτή – πάντως ένοιωθα πως έλαμπα μέσα μου. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ο Θεός λαχταρούσε για μένα ή εγώ για τον Θεό. Ήταν σχεδόν σαν να συναντηθήκαμε από κοινού μέσα σ’ αυτή την Λαχτάρα. Για πρώτη φορά, ο Νόστος - η Λαχτάρα - έμοιαζε να είναι η εμπειρία της παρουσίας του Θεού και η σχέση μου μαζί Του. Στον Βουδισμό συχνά μιλούσαμε για την εύρεση της παρουσίας της αντίληψής μας μέσα σε ένα περιστατικό ζωής. Στο tantra της γιόγκα, όσα βιώνουμε μας προσφέρουν την δυνατότητα να βιώσουμε τον φωτισμό εκείνη την στιγμή. Οι πρακτικές μας συχνά βασίζονταν στην εύρεση της παρουσίας μιας αντίληψης μέσα στο συναίσθημα ή τις συνθήκες ζωής που βιώναμε. Φαίνεται πως εγώ εντόπισα την παρουσία της αντίληψής μου, την στιγμή της λαχτάρας για (και από) τον Θεό, ως Φως και Αγάπη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, υπήρχε μια Θεία Αγάπη, μια Αγάπη που γνώριζε το όνομά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν στα σκαλοπάτια. Ο ουρανός φάνηκε να ξημερώνει, αλλά δεν θυμάμαι πότε μπήκα στο σπίτι. Σίγουρα αποκοιμήθηκα κάποια στιγμή, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, παρ’ ότι -όταν ξύπνησα- διαπίστωσα πως ακόμα φορούσα τα ρούχα μου. Το επόμενο πρωί όταν διηγήθηκα στην σύζυγό μου τα όσα συνέβησαν, της είπα πως «Ένα Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου» είχε διεισδύσει μέσα μου. Δεν ήξερα πώς αλλιώς να το αποκαλέσω. Περιέγραψα την εμπειρία, αλλά και πάλι δεν κατόρθωσα να προφέρω την λέξη «Θεός», ούτε να χρησιμοποιήσω το όνομα «Χριστός». Το ονόμασα «Ένα Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου» Φυσικά, η σύζυγός μου – σαν τυπική Καλιφορνέζα – με ρώτησε αν ήμουν «φτιαγμένος». Γελάσαμε και οι δυο. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αυτό ανήκε στις επιλογές μας (το κάπνισμα οιουδήποτε είδους ήταν απαγορευμένο στο sangha μας), όμως μου έδωσε την προσοχή της και εγώ της έδωσα όλες τις λεπτομέρειες. Ήξερα ήδη, σε εκείνη την φάση, πως όλα είχαν αλλάξει. Κατά κάποιον τρόπο, η Αγάπη είχε μπει στην εικόνα, και η ζωή όπως την ήξερα γκρεμιζόταν γύρω μου. Ο δάσκαλός μου ήταν αθεϊστής, και ο Βουδισμός που είχα διδαχθεί δεν πρότεινε επ’ ουδενί την ιδέα ενός Θεού-Δημιουργού, ούτε μιας θεότητας που να είναι πηγή Αγάπης. Μιλούσαμε για συμπόνοια και σοφία, καλοσύνη και αντίληψη, αλλά σπανίως αναφερόταν η λέξη Αγάπη, και σίγουρα όχι σε συνάφεια με Θεϊκή Αγάπη. Η σύζυγός μου είχε τρομοκρατηθεί. Το καταλάβαινα. Όσο και να το καλαμπουρίζαμε το θέμα, το αντιλαμβανόταν πως όλα είναι «στον αέρα». Δεν γνώριζε πού θα με οδηγούσε αυτό. Είχαν σταθεροποιηθεί αρκετά, όλα τα πράγματα της ζωής μας. Εκείνο το βράδυ, όλα ταρακουνήθηκαν ως τον πυρήνα τους, και η σύζυγός μου το διαισθάνθηκε. Όταν Το Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου με διαπότισε με τον εαυτό του, γνώρισα πράγματα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Βίωσα μια προσωπική Αγάπη από μια Πηγή που ήταν πέρα από κάθε τι που είχα βιώσει μέχρι τότε. Ήταν υπέροχη και ταυτόχρονα τρομερή. Γιατί όμως δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λέξη Θεός ή Χριστός; Τι ήταν αυτό που με κρατούσε; Η σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν οιοσδήποτε εκ των δύο, μου έφερνε ισχυρό ρίγος, και όμως, για πρώτη φορά, φαινόταν πως ήταν δυνατόν. Ήταν δυνατόν, να είναι του Θεού η Αγάπη αυτή. Ήταν δυνατόν, αυτή να ήταν μια εμπειρία του Χριστού. Κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να φταίω και εγώ ο ίδιος που το έβλεπα σαν κάτι ‘ρετρό’, αν το ομολογούσα. Δεν ήταν δα επιθυμία μου να γίνω Χριστιανός. Εγώ κριτικάριζα τους Χριστιανούς ως υποκριτές και βλάκες, χρόνια τώρα. Σαν Βουδιστής, ήμουν κατά τι πιο συγκρατημένος και ευγενικός σ’ αυτά, αλλά πάντως δεν είχα κανένα σκοπό να γίνω Χριστιανός, ούτε είχα καμία επιθυμία να εξερευνήσω αυτό το μονοπάτι. Ποτέ δεν κατάφερα να απαλλαγώ από την ιδέα ύπαρξης ενός Θεού, παρ’ ότι ο Ρινποτσε μου έλεγε πως θα έπρεπε να καταπιαστώ με την ιδέα του Θεού, συσχετίζοντάς την όμως με την μομφή. Μεμφόμουν τον Θεό για πολλά πράγματα στη ζωή μου. Μου έλεγε ο Ρινποτσε πως, για να ωριμάσω πνευματικά, θα έπρεπε να εγκαταλείψω την θεωρία της μομφής. Είχε δίκιο. Ένας κόσμος ανοιγόταν, και ένας άλλος αποσυρόταν. Οι όρκοι που είχα πάρει γενόμενος ένας Ngakpa, ήταν δια βίου όρκοι. Η υποχρέωση που είχα αναλάβει εθεωρείτο «υποχρέωση πολλαπλών ζωών» στον δάσκαλό μου και στην γραμμή μου. Και να που τώρα βρέθηκα αντιμέτωπος με το γεγονός πως υπάρχει ένας Δημιουργός της Αγάπης, μια Πηγή Αγάπης και ένα Πνεύμα Αγάπης, που δεν μπορούσε ο Βουδισμός μου να εξηγήσει, και το οποίο γεγονός -λόγω της εμπειρίας που βίωσα- δεν μπορούσα να αρνηθώ. Πάλευα μέσα μου, για το τι έπρεπε να κάνω. Δεν είχα κανένα πλαίσιο που θα μπορούσε να με βοηθήσει να ξεμπερδέψω αυτή την εμπειρία. Ο αθεϊσμός του δασκάλου μου έμοιαζε να αποκλείει την δυνατότητα να μου δείξει κατανόηση για την πραγματικότητα που μόλις ζωντάνεψε μέσα στη ζωή μου. Είχα υποστεί μια εμπειρία η οποία μάλλον γύρισε τα μέσα έξω στον Βουδισμό μου. Η δομή της πρακτικής μας, και η καθοδήγηση του δασκάλου μου, φάνταζαν περιορισμένα, και –οφείλω να ομολογήσω- ατελή. Ήμουν σίγουρος πως ο δάσκαλός μου έκανε λάθος για τον Θεό. Τι να έκανα όμως; Ο Παντελεήμων-David Walker είναι ο βελονιστής μου, και μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αμερική (σ.μ: Orthodox Church in America -OCA- πρόκειται για κανονική αυτόνομη Εκκλησία που υπάγεται στο Πατριαρχείο της Ρωσίας). Συζητούσαμε επί μήνες περί Βουδισμού και Χριστιανοσύνης, όσο καιρό μου έκανε θεραπεία. Την επόμενη εβδομάδα, είχα ραντεβού μαζί του. Αφού χαιρετηθήκαμε, μου είπε: «έχω ένα βιβλίο για σένα, που πιστεύω θα απολαύσεις». Ήταν το:Χριστός: το Αιώνιο Τάο, του Ιερομονάχου Δαμασκηνού (σ.μ.: βιβλίο βασισμένο στις σημειώσεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ). Εκείνο το βράδυ, βυθίστηκα στο βιβλίο αυτό. Δεν έχω ιδέα πότε πήγαινα για ύπνο, αλλά το διάβαζα μέρες ολόκληρες, και μου έδωσε μια βάση για το ξεμπέρδεμα της εμπειρίας που βίωνα, σε σχέση με Το Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου. Γνώριζα πως υπήρχε μια Πηγή Αγάπης και μια Ενέργεια Αγάπης, όμως δίσταζα να το αποκαλέσω «Άγιο Πνεύμα». Είχα αφήσει πολύ πίσω μου την Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων. Οι λέξεις αυτές συνέχιζαν να σκαλώνουν στο λαρύγγι μου. Ο David μου πρότεινε να προσπαθήσω να πάω σε μια Ορθόδοξη εκκλησία και ανέφερε ένα Ορθόδοξο Χριστιανικό Ναό της Αμερικής το Σαν Φρανσίσκο. Όμως, αυτό φάνταζε πολύ αλλόκοτο, και πολύ μεγάλη δέσμευση προς μια θρησκεία που είχα προ πολλού παρατήσει. Επιζητούσα κάτι που δεν στηριζόταν σε κάποιο ιδρυματικό πλαίσιο. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα, ήταν να μπλέξω με μια εκκλησία. Στο κάτω-κάτω, ήμουν Βουδιστής. Γιατί παρασυρόμουν προς μια άλλη θρησκεία, και ειδικά τον Χριστιανισμό; Είχα δεσμευθεί στον δάσκαλό μου και στην γραμμή μου. Δεν θα έπρεπε να εξερευνώ σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο μια οποιαδήποτε άλλη μορφή λατρείας. Έλα όμως, που ο Βουδισμός μου δεν άγγιζε ούτε αναγνώριζε τις εμπειρίες που μόλις βίωσα, σε σχέση με το Θείο. Γνώριζα -με την ίδια βεβαιότητα που γνώριζα οτιδήποτε άλλο- πως η εμπειρία που βίωσα του Φωτός Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου ήταν πραγματική και αληθινή. Ο δάσκαλός μου έλεγε πως δεν υπάρχει Θεός, και εγώ βίωσα την Θεία Αγάπη προσωπικά. Αντιστεκόμουν στην ιδέα της εκκλησίας, όμως, η Ορθοδοξία διέθετε μια αρχαία παράδοση προσήλωσης, και μια μέθοδο για την εμβάθυνση και την διαπλάτυνση της προσωπικής αίσθησης της μεταμορφώσεως του εαυτού σε σχέση με το Θείο. Το βιβλίο του πατρός Δαμασκηνού με έκανε δεκτικό, τουλάχιστον στην δυνατότητα της εξερεύνησης (χωρίς δέσμευση) μιας Χριστιανικής παράδοσης που ήταν πολύ πέρα από οποιαδήποτε Χριστιανική παράδοση που είχα ακούσει ποτέ. Τηλεφώνησα στον Καθεδρικό Ναό Αγίας Τριάδος (ένας Ορθόδοξος Χριστιανικός Ναός της Αμερικής στο Σαν Φρανσίσκο.) Το τηλέφωνο το σήκωσε ένας άνδρας, και τον ρώτησα αν οι ακολουθίες τελούνται στα Αγγλικά. Μου απάντησε με μια βαριά, Ρωσική προφορά: «σε σπαστά μόνο». Έσκασα στα γέλια.
Με καταγοήτεψε το ανέκφραστο στυλ του χιούμορ του. Σημείωσα τις ώρες των Λειτουργιών και τον ευχαρίστησα. Κυριακή, επτά Φεβρουαρίου. Ξύπνησα, ντύθηκα, και είπα στη γυναίκα μου πως θα πήγαινα να βρω μια εκκλησία. Σοκαρίστηκε. «Τι είπες;» μου φώναξε. «Ξέρω. Ξέρω. Μη ρωτάς. Θα επιστρέψω σε λίγο.» Έβρεχε καταρρακτωδώς, και οι δρόμοι ήταν σχετικά άδειοι. Οδήγησα μέχρι την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και μου ήρθε στο νου μια αχνή εικόνα μιας Ρωσικής εκκλησίας με γαλάζιους τρούλους στην άλλη άκρη της πόλης. Στο ευρετήριο, ο Καθεδρικός Ναός είχε διεύθυνση την οδό Γκρην, και είχα την εντύπωση πως πήγαινα στην σωστή κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, εντόπισα τον τρούλο και τον σταυρό… Ποτέ δεν βρίσκεις χώρο για στάθμευση στην συνοικία εκείνη, έτσι, καθώς πλησίαζα, είπα μέσα μου: «αν καταφέρω να σταθμεύσω, θα σταματήσω. Αν όχι, θα πάω στα χάμπουργκερ.» Την στιγμή που το είπα, κάποιος έβαζε όπισθεν και έφευγε από ένα χώρο απέναντι από την εκκλησία… «Εντάξει, εντάξει. θα πάω». Μπήκα μέσα στην εκκλησία την 7η Φεβρουαρίου 1999. Δεν το ήξερα εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν η Κυριακή του Ασώτου.
πηγή

Μονο για ενηλικους!!!

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο

Διαμάντια και σκουριά



Λοιπόν, να με πάρει και να με σηκώσει
το φάντασμά σου ξεπροβάλλει πάλι
αλλά  αυτό δεν είναι ασυνήθιστο
είναι απλώς που έχει πανσέληνο
κι εσύ έτυχε  να τηλεφωνήσεις
κι εγώ κάθομαι εδώ
με το χέρι στο τηλέφωνο
ν’ ακούω μια φωνή που είχα γνωρίσει
μερικά έτη φωτός παλιότερα
να  πηγαίνει  κατευθείαν στον γκρεμό
Καθώς  θυμάμαι τα μάτια σου
ήταν πιο γαλανά κι απ’ τα’ αβγά της κουρούνας
Η ποίησή μου είν’ άθλια είχες πει.
-Από πού καλείς;
-Από ένα θάλαμο στα μεσοδυτικά;
Πάνε δέκα χρόνια
που σ’ αγόρασα κάτι μανικετόκουμπα,
εσύ μου έφερες κάτι.
Κι οι δυο μας ξέρουμε τι μπορούν να φέρουν οι αναμνήσεις
φέρνουν διαμάντια και σκουριά.
Λοιπόν , ξεπετάχτηκες στη σκηνή
όντας ήδη ένα μύθος,
το ανεπιτήδευτο φαινόμενο,
ο γνήσιος αλήτης,
ξεστράτισες στην αγκαλιά μου
κι έμεινες εκεί,
για λίγο χαμένος στη θάλασσα
Η Παναγιά ήταν δικιά σου τζάμπα,
ναι το κορίτσι στο πιάτο σου
θα σε φύλαγε αλώβητο
Τώρα σε βλέπω να στέκεσαι
με κιτρινισμένα φύλλα να πέφτουν τριγύρω
και χιόνι στα μαλλιά σου
Τώρα χαμογελάς έξω απ΄ το παράθυρο
εκείνου του άθλιου ξενοδοχείου,
πέρα στην πλατεία Ουάσιγκτον,
με την ανάσα μας να βγαίνει σαν άσπρο σύννεφο
να σμίγει και να κρέμεται στον αέρα.
Μιλώντας αποκλειστικά για μένα
κι οι δυο μας θα μπορούσαμε
 να ‘χαμε πεθάνει εκεί και τότε
Τώρα μου λες
πως δεν είσαι νοσταλγικός
και μετά μου ξεφουρνίζεις μι’ άλλη λέξη γι’ αυτό,
εσύ που ‘σαι τόσο καλός με τα λόγια
και με το να κρατάς τα πράγματα αόριστα,
αφού χρειάζομαι λίγη από ‘κείνη την αοριστία τώρα.
Όλα μου ξανάρχονται τόσο ξεκάθαρα,
ναι σ’ αγάπησα πολύ
κι αν μου προσφέρεις διαμάντια και σκουριά
έχω ήδη πληρώσει

Η αποστολική χάρη και διαδοχή δεν αποδεικνύεται με το «χειροτονητήριο», αλλά με τη ζωή του κληρικού

Να τι σας ζητώ λοιπόν: Μάθετε όλα αυτά εσείς που επονομάζεσθε τέκνα του Θεού και νομίζετε ότι είστε Χριστιανοί, εσείς που διδάσκετε τους άλλους κούφια λόγια και νομίζετε, ψευδώς, ότι είστε ιερείς και μοναχοί, που μπορείτε να καθοδηγείτε. Καλέσατε τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς σας και συγκεντρωθείτε μαζί με αγάπη Θεού και πρώτα προσπαθήστε να τα μάθετε αυτά και να τα βιώσετε˙ ακόμη θελήσατε να τα δείτε και να γίνετε βιωματικά σαν τον Θεό...

Αλλά μην επιδιώξετε μονάχα με τα εξωτερικά σχήματα και τα άμφια και με τέτοια να αναρριχηθείτε στα αποστολικά αξιώματα, για να μην ακούσετε όσοι, χωρίς να γνωρίζετε τα μυστήρια του Θεού, σπεύδετε στα αξιώματα που αρμόζουν σε άλλους. “Αλίμονο σε σας που στην αλαζονεία σας νομίζετε ότι είστε σοφοί και σύμφωνα με τη δική σας εκτίμηση πιστεύετε ότι έχετε μεγάλη γνώση. Αλίμονο σε σας που κάνετε το φως σκοτάδι και το σκοτάδι φως”.
Λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί εν Χριστώ, σας παρακαλώ όλους να βάλετε θεμέλιο καλό στην οικοδόμηση των αρετών την ταπείνωση. Ύστερα με τους αγώνες της ευσεβείας να οικοδομήσετε τον οίκο της γνώσεως των μυστηρίων του Θεού και να φωτιστείτε από θείο φως και να δείτε, όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους, με καθαρό το μάτι της καρδιάς τον Θεό και έτσι να διδαχτείτε τα τελειότερα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών και έτσι, με αυτή τη γνώση που δίδεται υπό του Πατρός των φώτων, να έλθετε στον λόγο της διδασκαλίας και να διδάξετε τους αδελφούς μας ποιο είναι το θέλημα του Θεού το αγαθό και τέλειο και ευάρεστο και δια της διδασκαλίας μας να οδηγήσουμε λαό εκλεκτό στο Θεό που με το Άγιο Πνεύμα του μας προχειρίζει δασκάλους της Εκκλησίας του.  
Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου, «Κατήχηση ΧΧΧΙΙΙ»

Σχολάσατε καὶ γνῶτε


Μοῦ εἶπαν νὰ γράψω γιὰ Σᾶς. Μπορῶ νὰ γράψω; Γιὰ ἕναν θεωμένο ὁ ἁμαρτωλός; Ἡ ψυχή μου ζητᾶ νὰ βρῇ συγχώριο, νὰ δρέψῃ Χάρι Θεοῦ, νὰ εὐχηθῇ γιὰ τὴν ἁγία ψυχή Σας μᾶλλον, παρὰ νὰ γράψῃ γι᾽ αὐτήν. Νὰ εὐχηθῇ γιὰ τὴν ψυχὴ ἐκείνη, ποὺ τὴν εἶδα νὰ ἁγιάζεται καὶ νὰ διδάσκῃ ἐμπράκτως τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ, τοῦ σταυροῦ, τὴν πολύτροπο κοινωνία μετὰ τοῦ Ἑνὸς Ἁγίου, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Σχεδὸν μισὸ αἰῶνα καθημερινὰ ἐμπρὸς στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ τῆς διανοίας καὶ τῆς ἰσχύος Σας. «Ἐὰν μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾽ οὐ πολλοὺς πατέρας. Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ τοῦ εὐαγγελίου, ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε». 

Ἔψαξα νὰ βρῶ χαρτὶ ἱκανὸ καὶ γραφῖδα δυνατὴ νὰ γράψῃ. Δὲν βρῆκα. Καὶ πῶς νὰ βρῶ. Κάθε περιγραφὴ θὰ ἀκουμπήσῃ τὰ φαινόμενα καὶ θὰ ἀθετήσῃ τὰ βιούμενα, τὰ ὑψηλὰ ἐκεῖνα, ποὺ μόνο ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ ἡ μυστικὴ καρδία τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ γνωρίζουν. «Παρακαλῶ οὖν ἡμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε». Θὰ γράψω, λοιπόν, γι᾽ αὐτή Σας τὴν ἐντολή, ποὺ δὲν τὴν ἄρθρωσε ποτὲ τὸ στόμα Σας, ἀλλὰ τὴν ἐπέβαλε τὸ φλογερὸ καὶ ἀπαρασάλευτα ἀκριβὲς ἀσκητικὸ ὑπόδειγμά Σας. 

Θὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἀνδριάντα τῆς ἀσκήσεως, τῆς λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς Παραδόσεως τῶν Πατέρων, τῆς θεολογίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς, τῆς γλυκύτητας καὶ τῆς περισσῆς εὐγένειας, ποὺ ὅμως ποτὲ δὲν χαρίστηκε σὲ κανένα, προασπίζοντας τὴν ὑποστατικὴ Ἀλήθεια, τὸν Χριστό του καὶ μὲ τὴν ἴδια του τὴν ζωὴ καὶ ποὺ καθόρισε ἐπιτακτικὰ μὲ τὸ σιωπηλὰ προσευχόμενο φλογερὸ ὑπόδειγμά του καὶ μένα τὸν ἀδύναμο καὶ ἁμαρτωλό υἱό. Πατὴρ Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Παρακαλῶ οὖν ἡμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε».
 


Ἢμουν δεκαεννιὰ χρονῶν, στὸ δεύτερο ἔτος τῆς Νομικῆς σχολῆς. Ἔφτασα στὸ πετραχήλι του κουβαλώντας τὸ σκοτασμὸ τῆς ἄγνοιας σφιχταγκαλιασμένο μὲ τὸν ἐμπαιγμὸ τῆς πολυποίκιλης καὶ ὑπερφίαλης νεανικῆς μου ἀναζήτησης καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ συρφετὸς τοῦ σκότους καὶ τῶν λογισμῶν ἔσερνε μαζί του καὶ καμπόσα βάρη τῆς ὀδυνηρῆς καθημερινότητας. Ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ πετραχήλι γεννήθηκα στὴν ὄντως Ζωή. Ἐκεῖ ἔμαθα τὴν γενιά μου, τὴν παράδοσί μου, τὴν πίστι μου. Θαύμασα καὶ ἐντυπωσιάστηκα ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀρχοντιὰ τῆς Μίας Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἄρχισα νὰ μελετῶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ νὰ ξεδιψῶ ἐκεῖ τὴν ὅλη ὑπαρξιακὴ νεανική μου ἀνησυχία. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ τὶς καταπληκτικὲς ὁμιλίες του στὸν Ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο μὲ τὶς βαθύτατες προσεγγίσεις τῆς ἁγίας Φιλοκαλίας. Συγχωρέθηκα, κοινώνησα Χριστό, συναντήθηκα μὲ τὴν Ἀλήθεια, γεύτηκα τὴν Ἐλπίδα ἣ οὐ καταισχύνει, παρηγορήθηκα, χάρηκα. Ἐκεῖ ἀνδρώθηκα. Βρῆκα στὸν πνευματικό πατέρα μου, ἕναν ἄνθρωπο πολυεπίπεδο, βαθύτατο ἀναζητητή, τέτοιο ποὺ νὰ μπορῇ νὰ δίνῃ ἀπαντήσεις χωρὶς κενὰ ἢ περιθώρια, γιατὶ ζοῦσε τὴν μυσταγωγία τῆς Ἀληθείας. Ἐκεῖ πρώτη φορὰ ἔμαθα νὰ ὑπομένω, νὰ νηστεύω, νὰ προσεύχομαι, νὰ μετανοίζω, νὰ ἀγρυπνῶ, νὰ ψάλω, νὰ ἀναγνωρίζω τὴν ἱερότητα τῆς ἀκρίβειας τοῦ τυπικοῦ, νὰ δροσίζομαι στὴν φλόγα τῆς ἁγίας Ἀκολουθίας. Εὐφράνθηκα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς ταπείνωσης, συνέλαβα τὴν ὡραιότητα τῆς ἀφανείας. Βίωσα καρδιακὰ τὴν ἁγία ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ μιὰ ἀληθινὴ ἀγάπη πέρα ἀπὸ κοινωνικὰ στεγανά· δέθηκα στὸν ἰσχυρότερο ἀπὸ κάθε σαρκικὸ δεσμὸ συγγενείας, στὸν ἅγιο δεσμὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὑπακούουν στὸ θέλημά Του καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του. 

Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ πατρός μου ὑπῆρξε πάντοτε πρόκληση γιὰ τὰ ὑψηλά. Ὁ ἴδιος ἔγγαμος μὲ μιὰ σπουδαία συνοδοιπόρο – συνασκήτρια στὴν ζωή του, ἐτίμησε καὶ διακόνησε στὰ πνευματικά του τέκνα τὸν εὐλογημένο γάμο, ἀλλὰ προέκρινε γιὰ τὸν ἑαυτό του μαζὶ μὲ τὴν συνασκήτριά του, τὴν πρεσβυτέρα του, τὴν ἀγαμία. Ἡ ζωή του ὑπῆρξε γιὰ μένα στὰ χρόνια ἐκεῖνα μέτρο ἀσκητισμοῦ, ἐμπράκτου ἐπιδείξεως τῆς ἀληθείας τῶν λόγων ὅλων τῶν Πατέρων· τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου: «δύο εἰσὶ αἱ ὁδοὶ ἐν τῷ βίῳ, μία μὲν μετριωτέρα καὶ βιοτική, ὁ γάμος λέγω, ἡ δὲ ἑτέρα ἀγγελικὴ καὶ ἀνυπέρβλητος, ἡ παρθενία» ἢ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «ὅσον τοιγαροῦν ἄγγελος ἀνθρώπου ὑπέρτερος, τοσοῦτον παρθενία γάμου τιμιωτέρα. Τί δὲ λέγω ἄγγελος, αὐτὸς ὁ Χριστὸς τῆς παρθενίας τὸ κλέος...». Ἀπὸ τὰ χέρια του πῆρα δῶρο τὸ πρῶτο μου κομποσχοίνι καὶ στὰ χρόνια, ποὺ ἀκολούθησαν ἄρχισα δειλὰ μὲ τὴν προτροπὴ καὶ τὴν καθοδήγησί του νὰ ἐργάζομαι τὴν προσευχή. 

Ἐκεῖ πρωτογεύτηκα τὸν γλυκασμὸ τῆς ἀπαράμιλλης αὐτῆς πνευματικῆς ἐργασίας. Καταλάβαινα περνώντας ὁ καιρός, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐργασία γιὰ νὰ καρπίσῃ εὐθαλῶς ἀπαιτεῖ ἀφιέρωσι. Ἦρθα τότε στὸ πετραχήλι του καὶ τὸν ρώτησα, πῶς γίνεται νὰ βαθύνῃ κανεὶς στὴν προσευχή, ἔτσι ποὺ ἡ μελέτη ἑνὸς κειμένου νὰ μὴν ἐμποδίζῃ στὸ νοῦ τὴν συνέχισι τῆς προσευχῆς. Τοῦ ζητοῦσα, δηλαδή, μὲ νεανικὴ ἀφέλεια, νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τὴν κάθοδο τοῦ νοὸς στὴν καρδία, τὴν καρδιακὴ προσευχή. Κι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος, ποὺ τὴν γνώριζε, μοῦ εἶπε. Μελέτησε τὴν φρᾶσι τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Σχολάσατε καὶ γνῶτε» καὶ ὅταν τὴν ἐννοήσῃς σὲ βάθος θὰ λύσῃς τὴν ἐρώτησί σου. 

Πατέρα, Θεὸς σχωρέσῃ, σ᾽ εὐχαριστῶ. 


Τώρα, ποὺ στέκομαι πάνω στὸ φρύδι τοῦ βράχου μου καὶ κάτω ἀπ᾽ τὰ πόδια μου χαίνει τρακόσια μέτρα γκρεμός, τώρα ποὺ βρίσκομαι μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς κι ὀργώνω μὲ τὸ γαϊδούρι μου, γιὰ τὶς λίγες πατάτες τοῦ βιοπορισμοῦ, τὴν μικρὴ πεζούλα τοῦ ἀσκηταριοῦ μου, τώρα ποὺ κουβαλῶ ὅλο βαθειὰ χαρὰ καὶ ἀληθινὴ καρδιακὴ πλήρωσι τὸ μικρό μου μοναχικὸ σταυρό, ἦρθα μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια στὴν κοίμησί σου, στὴν πανήγυρι τῆς χαρᾶς καὶ τῆς δόξας Σου, νὰ δώσω τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ στὸ ἅγιο σκῆνος σου. 

Σ᾽ εὐχαριστῶ. 

Σ᾽ εὐχαριστῶ, ποὺ μοῦ ἔδειξες τὸν μοναχισμό, τὴν ὁδὸ τῆς ζωντανῆς ποίησης, τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, τῆς ἐν Χριστῷ πτωχείας, ποὺ πλουτεῖ ἀφάτως, μηδὲν ἔχουσα καὶ τὰ πάντα κατέχουσα. Ὅ,τι μοῦ εἶπες ἔκανα: «Σχολάσατε καὶ γνῶτε». Γιὰ τὴν γνῶσι τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή, σχόλασα ἀπ᾽ ὅλα, ἀπὸ τὴν δικηγορία, ἀπὸ τὸ μεταπτυχιακό, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, ἀπὸ τὴν περιουσία, ἀπ᾽ τοὺς φίλους κι ἀπ᾽ τοὺς ἐχθρούς. 

Ὅμως συγχώρα με, ἀπ᾽ τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μου ἀκόμα ἀγωνίζομαι νὰ σχολάσω.

 Τώρα, ποὺ στέκεις λειτουργὸς ἐνώπιος ἐνωπίῳ μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, παρακάλα Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἅγιε, παρακάλα τὸν Δεσπότη, τὸν Κύριο τῆς δόξης, νὰ κλίνῃ τὸ ἔλεός Του σὲ ὅλα σου τὰ παιδιά, στὴν ταλανισμένη μας πατρίδα, στὴν κλυδωνιζόμενη Ἐκκλησία, σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Ἕνας Μοναχός

Περί του ανίερου δεύτερου γάμου των κληρικών


Σταράτες κουβέντες για όσους έχουν αυτιά 
να ακούσουν ,μιλάμε κυρίως για Επισκόπους 
και ιερείς που ξερογλείφονται σε Πατριαρχικές αυλές και κλείνουν τα μάτια τους στην κατακρύλα…
ομιλεί ο π. Βασίλειος Βολουδάκης

Μη ξεχνάς, παιδί μου, τον σκοπόν σου. Κοίταξε εις τον ουρανόν τα κάλλη που μας περιμένουν, τι είναι τα παρόντα; Ουχί τέφρα και σκόνη και όνειρον; Ουχί ορώμεν τα πάντα υποκείμενα εις την φθοράν; Ενώ τα άνω αιώνια, του Θεού η βασιλεία είναι ατελεύτητος και μακάριος όστις κατασκηνώση εν αυτή, διότι θα βλέπη την δόξαν του θείου προσώπου! Παιδί μου να μη ξεχνάς ότι είμεθα προσωρινοί εις αυτόν τον κόσμον και ότι η ζωή μας κρέμεται εις μίαν κλωστήν και ότι όλα τα καλά του κόσμου είναι μάταια. Όταν λοιπόν έχωμεν αυτήν την γνώσιν της αληθείας, φυσικά θα στρέφωμεν συνεχώς κάθε στιγμήν τα μάτια της ψυχής μας προς την αιώνιον ζωήν, προς την άνω Ιερουσαλήμ, εκεί όπου οι χοροί των αγγέλων ψάλλουν τα απερινόητα εις γλυκύτητα και σοφίαν άσματα του Θεού. Ω, παιδιά μου, πόσην δόξαν θα έχουν αι ψυχαί σας, όταν μετά θάνατον θα ανέλθουν εις τους ουρανούς και θα συναριθμηθούν με τους αγγέλους του Ουρανού!

τρελογιαννησ
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης
Αυτής της αριστεράς τέτοιοι "ήρωες" της αξίζουν.

Αυτό είναι το τραγούδι που τραγουδήθηκε ζωντανά στο ΣΚΑΙ και ενόχλησε τους αναρχοάπλυτους, κατσαπλιάδες του Μαξίμου!!!

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, ουρανός, λουλούδι, σύννεφο, φύση και υπαίθριες δραστηριότητεςΈτσι, γίνεται ο πόλεμος!
Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου!
Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει ο λογισμός.
Καμιά σημασία.
Λέγε την Ευχούλα.

Θα σου πει κι άλλα.
Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν.
Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο.
Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα.
Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος.
Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του.
“Μπαινάκιας και Βγαινάκιας”!
Μόνο περιφρόνα τον λογισμό,λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Κρατάτε την Ευχή!
Φουρτούνα είναι, θα περάσει.
Θα υποχωρήσει.
Όταν αντιστέκεστε και κρατάτε το μέτωπο γερά και δεν χάνετε το θάρρος σας, τα πάντα υποχωρούν!
Ούτως ή άλλως, αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να επιτίθεται για να σπάσει το μέτωπο, να ρίξει το τείχος και να γκρεμίσει ό,τι όρθιο υπάρχει.
Να κρατάτε το τείχος γερά και αυτός θα υποχωρήσει.


Από το βιβλίο του Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνα:
"O Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης"(1897–1959)

Φθινόπωρο και επίσημα την Κυριακή -Σιγά σιγά μικραίνει η μέρα

Φθινόπωρο (Φωτογραφία: Unsplash)
Λίγο πριν τα χαράματα της Κυριακής 23 Σεπτεμβρίου, στις 04:54 ώρα Ελλάδας, αρχίζει και τυπικά το φθινόπωρο, καθώς θα συμβεί η φθινοπωρινή ισημερία στο βόρειο ημισφαίριο, όπου βρίσκεται και η χώρα μας.
Η ισημερία σηματοδοτεί την αστρονομική έναρξη του φετινού φθινοπώρου, ενώ αντίστοιχα στο νότιο ημισφαίριο θα αρχίσει η άνοιξη. Στην ισημερία, η νύχτα και η μέρα έχουν σχεδόν την ίδια διάρκεια. Στη συνέχεια, στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα θα μικραίνει και η νύχτα θα μεγαλώνει, ώσπου η τελευταία θα φθάσει στο ζενίθ της στο χειμερινό ηλιοστάσιο του Δεκεμβρίου.

Στην πραγματικότητα, στην Αθήνα η «ίση μέρα-ίση νύχτα» θα συμβεί λίγες μέρες αργότερα, καθώς την ίδια την ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας, η «ισοπαλία» μέρας-νύχτας συμβαίνει μόνο στους τόπους που βρίσκονται ακριβώς πάνω στον γήινο ισημερινό. Στις άλλες περιοχές που βρίσκονται είτε πάνω είτε κάτω από τον ισημερινό, η «ίση μέρα-ίση νύχτα» συμβαίνει μερικές ημέρες πριν ή μετά από την «ισημερία». Έτσι, στην Αθήνα, η οποία βρίσκεται 38 περίπου μοίρες βόρεια του ισημερινού, η «ίση μέρα-ίση νύχτα» αναμένεται να συμβεί μετά από τέσσερις μέρες.
Τόσο οι ισημερίες, όσο και τα ηλιοστάσια, συμβαίνουν δύο φορές τον χρόνο και σηματοδοτούν την έναρξη των εποχών του έτους. Από τα αρχαία χρόνια, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, τέτοια φαινόμενα γιορτάζονταν από τους λαούς, που τους απέδιδαν μυθικές σημασίες.
Λίγο μετά την φθινοπωρινή ισημερία, την Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου, στις 05:52 ώρα Ελλάδας, θα υπάρξει πανσέληνος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Φωτογραφίες: Unsplash

Διακρίνουμε  μια ρατσιστική αντιμετώπιση προς τους straight ληστές που έφυγαν από τη ζωή εν ώρα ληστείας...η μας φαίνεται.

Ε ρε γλέντια..!

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα στέκονται και κείμενο
EX OFFICIO μέλος της Πολιτικής επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας επί συνόλου 304 η κ. Τσανάκα. Σας εκφράζει 
κ. Μητσοτάκη ή θα την διαγράψετε για κοινή ρητορική και πολιτική αντίληψη με το ΣΥΡΙΖΑ;

Ξύπνα Έλληνα


Η εικόνα ίσως περιέχει: 5 άτομα, άτομα κάθονταιΆφησαν οι κατσαπλιάδες  Συριζανέλ την Μόρια 
να φτάσει στο απροχώρητο έτσι βρήκαν την δικαιολογία να μοιράσουν τους  λαθρομετανάστες  
 σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας!

Όχι δεν τους έπιασε ξαφνικά η ανθρωπιά τους!!!
  Όχι δεν σκέφτηκαν ξαφνικά ότι οι μετανάστες πρέπει να ζήσουν αξιοπρεπώς !
ΟΧΙ!!!!!!!
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΧΈΔΙΟ ΤΟΥΣ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΟΙΩΘΕΊ Η ΕΛΛΆΔΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΝΌΜΟ ΤΗΣ!! ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ ΤΗΣ!!!
ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΓΊΝΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΛΟ ΚΑΙ ΛΙΓΌΤΕΡΟΙ!!!

ΚΑΝΕΝΑΝ ΔΕΝ ΑΠΕΡΡΙΨΕΣ



ΖΟΥΣΕ πριν πολλά χρόνια ένας περιβόητος κακούργος και ληστής που φοβόντουσαν οι άνθρωποι ακόμη και να τον αντικρίσουν.
Κάποτε  πήρε το θάρρος ένας ρακένδυτος Καλόγηρος να φθάσει εις την έπαυλή του και να του ζητήξει να κοιμηθεί εκεί.
-Μα τι λές καλόγερε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ και θέλεις να μπεις και στο σπιτικό μου κιόλας; Θα σε σφάξω το δίχως άλλο!
-Όχι,δεν με χαλάς. Είσαι κατά βάθος πολύ καλός άνθρωπος. Πιστεύω στην καλή ψυχή που κρύβεις μέσα σου. Δεν θα μου κάμεις κακό!
Με το πες και πες ,τελικά κατάφερε εκείνη την νυχτιά να κοιμηθεί ο Μοναχός  εις το αρχοντικό του.
Την άλλη ημέρα όμως αποξυπνώντας δεν μπόρεσε να συναντήσει τον κακούργο. Του είπανε πως  στα αφέγγαρα μεσάνυχτα πήρε ένα δισάκι και αποχαιρετώντας τους υπηρέτες, τους μήνυσε πως πάει ασκητής ψηλά στα βουνά να κλάψει τις αρίφνητες αμαρτίες του μπας και τον λυπηθεί ο Θεός.
Ναι ! η αποδοχή, η εμπιστοσύνη και ότι βρέθηκε επιτέλους κάποιος στην ζωή του να του αποδείξει πως τον εμπιστεύεται για αυτό που είναι και για αυτό που μπορεί  να καταφέρει έκαμαν τον χθεσινό ληστή μεγάλο άγιο και ασκητή της αγάπης .Διότι δεν δύνασαι να χαρίσεις αγάπη αν πρώτα δεν μεταλάβεις αγάπη.
Σαν τον παραπάνω λοιπόν ασκητή στάθηκε και ο αγαπημένος μας και μακαριστός Πατέρας  Γαβριήλ.
 Μία ζωντανή και ζεστή αγκαλιά αγάπης, αποδοχής και εμπιστοσύνης  για τον καθένα μέχρι και αυτών των έσχατων και περιθωριακών μοναχικών χαμινιών της κοινωνίας.
Θυμάμαι νέα παιδιά που πηγαίναμε καθημερινά στα Πατ-ήσια για να  μεταλάβουμε της  αληθινής αγάπης τα ίσια.
Κάθε Τετάρτη συνάξεις γύρω από τον Χριστό αλλά και κάθε βράδυ Απόδειπνα, να διαβάζουν στο Ψαλτήρι νέοι και νέες που προτιμούσαν το θάλπος του ασκητικού στασιδιού από την πολυθρόνα της καφετέριας και του Μπαρ.
Παρότι   ήμασταν τότε κάτι περιφρονημένα και φτωχά παιδιά από την παλιά Κοκκινιά, που ούτε καν εξομολογούμασταν σε εκείνον, μας περιέβαλλε στην εμπιστοσύνη και ανυπόκριτη αγάπη του πιο πολύ και από βιολογικός κα πνευματικός πατέρας.
Ο π.Γαβριήλ δεν σε αγαπούσε  με λύπηση  σαν να ήσουνα επαίτης ,αλλά πίστευε σε εσένα,σε εμπιστευόνταν όποιος και αν ήσουν ,ό,τι και να είχες κάνει  και έτσι σε έκανε να βγάζεις προς  εκείνον και σε όλους τον καλύτερό σου εαυτό.
Δεν στρατολογούσε οπαδούς γύρω από το όνομά του ούτε χώριζε τους Χριστιανούς  σε Η και Υ ,δηλαδή σε Ημέτερους και Υμετέρους. Είχε δώσει πάνω από 100 συμμαρτυρίες σε  υποψήφιους  Ιερείς  έξω από  τις συνήθεις ευσεβίστικες «επιφυλάξεις» .Πίστευε στο διαμάντι που έκρυβε ο καθένας  μέσα του και  βουτούσε πρόθυμος και στην φωτιά μαζί σου.
Ο  π.Γαβριήλ δεν δίστασε να συγκρουστεί ηθικά με  την θρησκευτική πραγματικότητα της  εποχής του αφού σε καιρούς που πλεονάζουν οι μάσκες , οι υποκρισίες ,οι διπλωματικοί ελιγμοί, οι ραδιουργίες και οι υπόγειες διαδρομές εκείνος επαγγέλονταν  ήσυχα και αθόρυβα την ανόθευτη και άνευ προϋποθέσεων αγάπη προς  όλους.
Αγαπημένε μας  π.Γαβριήλ, είσαι ένας από τους πολύ ολίγους ,μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού που μας φανέρωσες  εμπιστοσύνη και αποδοχή όταν μισό αιώνα σχεδόν μέσα στον Θρησκευτικό  χώρο  συνήθως απόρριψη ,επιφύλαξη, άρνηση και καχυποψία προσλαμβάνουμε.
Όμως  αν ακόμη και Αυτός  ο ίδιος Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είχε την ανάγκη να ακούσει από τον Πατέρα Του Θεό το «εν ω ηυδόκησα» (δηλ. σε σένα αναπαύθηκα και ευαρεστήθηκα με εμπιστοσύνη) πόσο μάλλον οι δικές μας αδύναμες ψυχές έχουν ανάγκη από αποδοχή και εκτίμηση! Και ήσουν ο μοναδικός από τόσους κληρικούς που γνώρισα στην ζωή μου όπου αυτό το πολύτιμο τζοβαέρι  της αποδοχής μας  το χάρισες από την πλούσια μπερεκέτικη  Μικρασιάτικη καρδιά σου.
Ας αναπαύεσαι τώρα μέσα στην γλυκύτατη αγκάλη της Παναγίτσας μας εσύ που τόσους ανάπαυσες και που τόσο αγάπησες και αγαπήθηκες από Εκείνην  ως αληθινό της  παιδάκι.

π.Διονύσιος Ταμπάκης
Προσπαθούν εδώ και 130 χρόνια να αποσπάσουν τη Μακεδονία, αλλά κάθε φορά κάποιοι νέοι Παύλοι Μελάδες τους καταστρέφουν τα σχέδια..

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΡΑΓΕ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΤΟΥ 1925 ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 2018;


Αν ναι, τότε δε θα πρέπει να μας παραξενεύουν οι βεβηλώσεις των Ιερών Ναών
Το 1925 ρώτησαν την Αγία Ματρώνα:
" Γιατί επέτρεψε ό Θεός νά κλείσουν καί νά γκρεμίσουν τόσες Εκκλησίες στη Ρωσία;" καί απάντησε μέ τά παρακάτω λόγια:
"Αυτό ήταν τό θέλημα τού Θεού. Ο λαός είναι σάν υπνωτισμένος καί μιά φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σέ δράση. Βρίσκεται στόν αέρα, καί διεισδύει παντού. Παλιά, ή δαιμονική αυτή δύναμη κατοικούσε στά έλη καί στά πυκνά δάση, επειδή οί άνθρωποι πήγαιναν τακτικά στήν εκκλησία, φορούσαν καί τιμούσαν τόν σταυρό. Τά σπίτια τους ήταν προστατευμένα από τίς εικόνες, τά κανδήλια πού έκαιγαν, τόν αγιασμό πού έκαναν...Τά δαιμόνια πετούσαν μακριά καί φοβόντουσαν νά πλησιάσουν...Σήμερα όμως, τά σπίτια αυτά αλλά καί οί ίδιοι οί άνθρωποι έχουνε γίνει κατοικητήριο δαιμόνων γιά τήν απιστία τους καί τήν απομάκρυνσή τους από τόν Χριστό"


Η είδηση:Συμμορία εισβάλλει σε Ιερό Ναό στο κέντρο της Αθήνας και τρομοκρατεί τους πιστούς - Ευθύνη από «Ρουβίκωνα»

Χειρόγραφη προσευχή στον Γολγοθά του παπα-Τύχωνα και ο Βίος του από τον Άγιο Παΐσιο



Ο Βίος του Παπα - Τυχών
από τον Όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη


Η προσευχή του Γέροντα, πού είχε γράψει με πολύ πόνο 
και πολλά δάκρυα και την έστελνε στις πονεμένες ψυχές
της Ρωσίας σαν βάλσαμο από το Περιβόλι της Παναγίας.

1. Η Προσευχή του παπα-Τύχωνα του Καρουλιώτη


Άγιε Γολγοθά, θείε Γολγοθά,

Παρακαλώ πες μου πόσες χιλιάδες, εκατομμύρια αμαρτωλούς ανθρώπους καθάρισες και έστειλες και γιόμισες τον γλυκό Παράδεισο. Θεμέλιο για τον γλυκό Παράδεισο είναι ο άγιος Γολγοθάς.


Αμαρτωλοί ελάτε εδώ, να μην αργήσετε.


Ο άγιος Γολγοθάς ανοικτός. Η σταύρωσις. Ο Χριστός Ελεήμων. Μας περιμένει να του λούσουμε τα πόδια.


Μακάριοι εμείς, αν μας αξιώσει ο Χριστός, με ταπείνωση, με φόβο Θεού, με ζεστή καρδιά, με ζεστά δάκρυα να πλύνουμε τα άγια πόδια του Χριστού και, αν θελήσουμε πολλές φορές. Ύστερα ο Χριστός θα πλύνη τις αμαρτίες μας και θα γίνη καθαρή η ψυχή μας και θ' ανοίξει τον γλυκό Παράδεισο.


Ύστερα εμείς μετά χαράς θα πάμε στον γλυκό Παράδεισο, γιατί ο Χριστός και η Παναγία και οι άγιοι Πάντες μας περιμένουν. Μαζί με Αρχαγγέλους και Αγγέλους, Χερουβείμ και Σεραφείμ θα δοξολογούμε την Αγία Τριάδα εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


αμαρτωλός Τύχων
Κλειδί του Παραδείσου τα καυτά δάκρυα. [1]
η Χειρόγραφη προσευχή του παπα-Τύχωνα του Καρουλιώτη

φώτο η Χειρόγραφη προσευχή 
του παπα-Τύχωνα του Καρουλιώτη
O Παπα - Τυχών, Ο Βίος του 
1884 - 10 Σεπτεμβρίου 1968

O Παπα - Τυχών γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και ή Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλη να αφιερωθή στον Θεό από μικρό παιδί.

Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωρίμαση και στην σκέψη και μετά να αποφασίση μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών.


Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια πού πήγαινε, παρόλο πού ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.


Σε μια επαρχία όμως είχε ταλαιπωρηθή πολύ, γιατί οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη). Επειδή δε ο Τιμόθεος δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης έχει συνήθως μια άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάη. Γι' αυτό είχε εξαντληθή ο νέος. Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον όποιο είχε ζητήσει και άλλη φορά, να τον ξαναπαρακαλέση για λίγο άσπρο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχη για τον εαυτό του καλό ψωμί. Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακριά ακόμη, του είπε να φυγή.

Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν νέος, έπιασε μια άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή στην Παναγία:


«
Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσης, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο, πρίν να γίνω Καλόγηρος, δεν μπορώ να το φάω αυτό το ψωμί»

Δεν πρόλαβε να τελείωση την προσευχή του, και ξαφνικά του παρουσιάζεται μια Κόρη με λαμπερό πρόσωπο, του δίνει μια φραντζόλα άσπρο ψωμί και αμέσως εξαφανίζεται! Εκείνη την στιγμή τόχασε ο Τιμόθεος. Δεν μπορούσε να το εξηγήση αυτό το γεγονός! Του περνούσαν διάφοροι λογισμοί. Ένας λογισμός ήταν μήπως τον άκουσε η κόρη του φούρναρη και τον λυπήθηκε και είπε στον πατέρα της να του δώση λίγο καλό ψωμί. Σηκώνεται πάλι ο νέος και πηγαίνει να τον ευχαρίστηση. Άλλα ο φούρναρης νόμιζε πώς τον κορόιδευε ο Τιμόθεος, και τον έβρισε θυμωμένος.

- Άντε, φύγε από εδώ! ούτε γυναίκα έχω ούτε κόρη. Αφού έφαγε μετά από το ευλογημένο εκείνο ψωμί ο Τιμόθεος και δυνάμωσε και πνευματικά, συνέχισε το προσκύνημα του και στα επίλοιπα Μοναστήρια, άλλ' όμως το ανεξήγητο εκείνο γεγονός συνέχεια τριγύριζε στο νου του. Πέρασε αρκετό διάστημα με την απορία αυτή, αλλά αργότερα, όταν του έδωσε ένας Μοναχός ένα βιβλίο με τις θαυματουργικές εικόνες της Παναγίας της Ρωσίας, και είδε την Παναγία του Κρεμλίνου, σκίρτησε η καρδιά του από ευλάβεια, τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης, και είπε: «Αυτή η Παναγία μου έδωσε το άσπρο ψωμί!» Από τότε πια την Παναγία την ένιωθε πιο κοντά, όπως το παιδί την μάνα του.
  • Από το Σινά στο Άγιον Όρος
Μετά, λοιπόν, από τα Μοναστήρια της Πατρίδος του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας, πού κατέστρεψε, δυστυχώς, με τον δήθεν πολιτισμό της και τα άγια ακόμη ερημικά μέρη, πού γαληνεύουν και αγιάζουν τις ψυχές. Γι' αυτό αναγκάστηκε να φυγή για το Άγιον Όρος.

Ό πειρασμός όμως, βλέποντας με την πολυχρόνιο πείρα του ότι ο ευλαβής αυτός νέος πολύ θα προχώρηση στην πνευματική ζωή και πολλές ψυχές θα βοηθήση για να σωθούν, βάλθηκε να τον αχρηστέψη. Ενώ είχε επιστρέψει από την έρημο του Ιορδανού στην Ιερουσαλήμ, για να ετοιμασθή και να προσκύνηση για τελευταία φορά τον Πανάγιο Τάφο και να αποχαιρετήση και τους γνωστούς του, χρησιμοποίησε ο πονηρός για όργανά του δύο αθεόφοβες γυναίκες, πατριώτισσες του, οι όποιες τον κάλεσαν στο σπίτι, όπου έμειναν, για να του δώσουν δήθεν ονόματα να μνημόνευση στο Άγιον Όρος.




Ό απονήρευτος Τιμόθεος, πού είχε όλο καλούς λογισμούς, το πίστεψε και πήγε. Άλλα, όταν τον έκλεισαν μέσα στο σπίτι και όρμησαν επάνω του με ανήθικες διαθέσεις, ταχασε! Κοκκίνησε και δίνει μια σπρωξιά σ' αυτές και άλλη μια στην πόρτα και ξέφυγε από τα νύχια των γερακιών, σαν νέος Ιωσήφ, και φυλάχτηκε αγνός.


Ήρθε μετά, όπως ήταν αγνό λουλούδι, και φυτεύτηκε στο Περιβόλι της Παναγίας και πρόκοψε και ευωδίασε με τις αρετές του, όπως θα ιδούμε πιο κάτω.

Ή πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελλί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ' αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητάς, Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Το εργόχειρο του ήταν οι μεγάλες και οι μικρές μετάνοιες μαζί με την ευχή και την μελέτη. Δανειζόταν βιβλία από τις Μονές, άπ' όπου έπαιρνε και ευλογία, παξιμάδι, από τα περισσεύματα των κλασμάτων, για την οποία έκανε κομποσχοίνι. Έτσι φιλότιμα αγωνιζόταν, για να γίνη και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ' ένα Κελλί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε, και επόμενο ήταν να δεχθή πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.


Ή Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθή, για να βοηθάη πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθή.


Στο Κελλί του όμως Ναός δεν υπήρχε, ενώ ήταν πια απαραίτητος, ούτε και χρήματα είχε, αλλά είχε μεγάλη πίστη στον Θεό. Έκανε λοιπόν προσευχή και ξεκίνησε για τις Καρυές με την εμπιστοσύνη στον Θεό ότι θα του οικονομούσε τα χρήματα, πού θα χρειαζόταν για τον Ναό. Πριν φθάση ακόμη στις Καρυές, τον είδε από μακριά τον Παπα - Τύχωνα ο Δίκαιος του Προφήτη Ηλία (Ρωσικού) και τον φώναξε. Όταν πλησίασε κοντά, του είπε:


- Κάποιος καλός Χριστιανός από την Αμερική μου έστειλε μερικά δολάρια, να τα δώσω σ' εκείνον πού δεν έχει Ναό, για να κτίση. Εσύ δεν έχεις Ναό πάρ' τα και φτιάξε.

Δάκρυσε ο Γέροντας από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη στον Θεό, ευχαρίστησε και τον Δίκαιο και είπε το «Θεός συγχωρέσοι» για τον άνθρωπο του Θεού πού του έστειλε την ευλογία. Ό Καλός Θεός, σαν καρδιογνώστης, είχε φροντίσει για τον Ναό του, πριν ακόμη Τον παρακάλεση ο Γέροντας, για να του έχη έτοιμα τα χρήματα, την ώρα πού θα Του τα ζητούσε. Επόμενο ήταν να τον ακούση ο Θεός, αφού ο Γέροντας από μικρό παιδί άκουγε και τηρούσε τις θείες εντολές του Θεού και δεχόταν ουράνιες ευλογίες.


Στην συνέχεια βρίσκει δύο Μοναχούς τεχνίτες, για να λένε και την ευχή την ώρα πού θα εργάζωνται. Όταν, λοιπόν, τελείωσε ο Ναός, τον αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό, γιατί τον είχε σε ευλάβεια, αλλά και για να αποφεύγη τα Πανηγύρια με τον φυσιολογικό αυτόν τρόπο, επειδή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουν, και η ημέρα είναι πένθιμη. Ό Γέροντας δεν αναπαυόταν στα Πανηγύρια, γιατί δημιουργούν ανησυχία και περισπασμό, ενώ αυτός πανηγύριζε κάθε μέρα πνευματικά με το ήσυχο Σταυροαναστάσιμο τυπικό του, με την πολλή του άσκηση και με την καθόλου σχεδόν ανθρώπινη παρηγοριά μέσα στο λάκκο της Καλιάγρας, όπου έβλεπε ουρανό και ζούσε παραδεισένιες χαρές μαζί με τους Αγγέλους και τους Αγίους.


Όταν τον ρωτούσε κανείς «μόνος σου μένεις εδώ στην ερημιά», απαντούσε ο Γέροντας:


- Όχι, εγώ μένω μαζί με τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους, με τους Αγίους Πάντες, με την Παναγία και με τον Χριστό.

Πράγματι την ένιωθε την παρουσία των Αγίων και την βοήθεια του φύλακα Αγγέλου του. Μια μέρα πού τον είχα επισκεφθη, ενώ ανέβαινε τα σκαλάκια, έπεσε ανάποδα και σφηνώθηκε στην πόρτα, γιατί φορούσε πολλά καπιά, και δυσκολεύτηκα να τον σηκώσω. 

Όταν τον ρώτησα μετά «τι θα έκανες, Γέροντα, μόνος σου, εάν δεν ήμουν εδώ», με κοίταξε παράξενα και μου απήντησε με βεβαιότητα:
- Ό φύλακας μου Άγγελος θα με σήκωνε.


εικ. O τάφος του παπα Τύχωνα, γέροντος του οσίου Παϊσίου, 
στον οποίο ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας, 
φύτεψε δεντρολίβανο για να μη πατιέται 
το ενταφιασμένο σκήνος του πνευματικού του πατέρα.

Ενώ βρισκόταν σε έρημο τόπο, μόνος του, και το Κελλί του δεν είχε σχεδόν τίποτα, για να έχη όμως τον Χριστό μέσα του, δεν του χρειαζόταν τίποτα, γιατί όπου Χριστός εκεί Παράδεισος, και για τον Παπα - Τύχωνα το Περιβόλι της Παναγίας ήταν επίγειος Παράδεισος.

Είχε χρόνια αρκετά να βγη στον κόσμο, αλλά χωρίς να το θέλη, τον ανάγκασαν κάποτε, πού είχε γίνει πυρκαϊά στην Καψάλα, μαζί με άλλους Πατέρες να πάη κι αυτός ως μάρτυρας στην Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψε στο Άγιον Όρος ο Γέροντας, τον ρωτούσαν οι Πατέρες:


- Πώς είδες την πόλη και τον κόσμο μετά από τόσα χρόνια πού είχες να ιδής τον κόσμο;

Ό Γέροντας απήντησε:

- Εγώ δεν είδα πολιτεία με ανθρώπους, αλλά δάσος με καστανιές.


Έφθασε σ' αυτή την πνευματική αγία κατάσταση ο Γέροντας, γιατί αγάπησε πολύ τον Χριστό, την ταπείνωση και την φτώχεια. Μέσα στο κελλί του Γέροντα δεν έβλεπες ούτε ένα πράγμα της προκοπής, πού να εξυπηρετή άνθρωπο. Από αυτά πού είχε μέσα στο κελλί του έβρισκε κανείς όσα ήθελε πεταγμένα άπ' έξω, στο λάκκο. Άλλα για τους πνευματικούς ανθρώπους, ό,τι παλιό και εάν είχε ο Παπα - Τυχών, είχε μεγάλη αξία, γιατί ήταν αγιασμένο. Ακόμη και τα κουρέλια του τα έβλεπαν με ευλάβεια και τα έπαιρναν για ευλογία. Ο,τι επίσης παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά της ψυχής του. Για σκουφιά έραβε μόνος του με την σακοράφα κομμάτια ράσου, σαν σακούλες, και τα φορούσε, αλλά σκορπούσαν περισσότερη χάρη από τις πολύτιμες μίτρες τις δεσποτικές (όταν, φυσικά, δεν υπάρχη στην καρδιά του Μητροπολίτου «ο Πολύτιμος Μαργαρίτης»).

Κάποτε τον φωτογράφισε ένας επισκέπτης, όπως ήταν με την σακούλα για σκουφί και με μια πιτζάμα πού του είχε ρίξει στις πλάτες του, γιατί είδε τον Γέροντα να κρυώνη. Και τώρα, όσοι βλέπουν στην φωτογραφία τον Παπα - Τύχωνα, νομίζουν ότι φορούσε δεσποτικό μανδύα, ενώ ήταν μια παλιά παρδαλή πιτζάμα.

Πολύ αναπαυόταν στα φτωχά και ταπεινά πράγματα και πολύ αγαπούσε την ακτημοσύνη, η οποία και τον ελευθέρωσε και του έδωσε τα πνευματικά φτερά, και έτσι με φτερουγισμένη ψυχή αγωνιζόταν πολύ, χωρίς να αισθάνεται τον σωματικό κόπο, όπως το παιδάκι δεν νιώθει κούραση, όταν κάνη τα θελήματα του πατέρα του, αλλά νιώθει την αγάπη και την στοργή με τα χάδια. Φυσικά, αυτά δεν συγκρίνονται με τα θεϊκά χάδια της Χάριτος ούτε κατά διάνοια.

Όπως ανέφερα, το εργόχειρο του ήταν οι πνευματικοί αγώνες: νηστεία, αγρυπνία, ευχή, μετάνοιες κ.α. όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για όλες τις ψυχές του κόσμου (ζωντανούς και πεθαμένους). Όταν πια είχε γεράσει και δεν μπορούσε να σηκωθή, όταν έπεφτε κάτω με τις στρωτές μετάνοιες, έδεσε ένα χονδρό σχοινί ψηλά και τραβιόταν για να σηκωθή. Έτσι, πάλι έκανε μετάνοιες και προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια. Αυτό το τυπικό τηρούσε μέχρι πού έπεσε πια στο κρεβάτι, όπου ξεκουράστηκε για είκοσι μέρες, και μετά έφυγε για την αληθινή αιώνια ζωή, όπου και ξεκουράζεται πια αιώνια κοντά στον Χριστό.

  • Οι νηστείες του
Το ίδιο επίσης τυπικό της ξηροφαγίας, πού είχε από νέος, τηρούσε και στην συνέχεια μέχρι τα γεράματα του. Την μαγειρική την θεωρούσε και για σπατάλη χρόνου, εκτός πού δεν ταιριάζουν στην Καλογερική τα καλομαγειρευμένα φαγητά. Φυσικά, μετά από τόση άσκηση και τέτοια πνευματική κατάσταση δεν του έκανε καμιά αίσθηση η καλή τροφή, Αφού κατοικούσε μέσα του ο Χριστός, πού τον γλύκαινε και τον έτρεφε παραδεισένια.

Στις συζητήσεις του πάντα ανέφερε για τον γλυκό Παράδεισο, και από τα μάτια του κυλούσαν τα γλυκά δάκρυα, και δεν του έκανε καρδιά να ασχολείται με μάταια πράγματα, όταν τον ρωτούσαν κοσμικοί άνθρωποι.

  • Τα ελάχιστα πράγματα πού του χρειάζονταν, για να συντηρηθή, τα οικονομούσε από το λίγο εργόχειρο πού έκανε. Αγιογραφούσε έναν Επιτάφιο κάθε χρόνο και τον έδινε πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές και μ' αυτά τα χρήματα περνούσε ολόκληρη την χρονιά του.
Όπως ανέφερα, ήταν πολύ λιτοδίαιτος και ολιγαρκής, αφού ένα Άποστολιάτικο σύκο το έκοβε στα δύο και το έτρωγε δύο φορές. Μου έλεγε: «Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό είναι πολύ μεγάλο!» - ενώ εγώ, για να χορτάσω, έπρεπε να φάω ένα κιλό.

Κάθε Χριστούγεννα ο Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να πέραση όλες τις χαρμόσυνες ήμερες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος. Την δε ραχοκοκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή και, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή και είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ' ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκαλιά δυο -τρεις φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, και μετά έριχνε λίγο ρύζι. Έτσι έκανε κατάλυση και κατηγορούσε και τον εαυτό του ότι τρώει και ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί και για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια και τότε την πετούσε.


 Όταν έβλεπε τους ανθρώπους να του συμπεριφέρονται με ευλάβεια, αυτό τον στενοχωρούσε και τους έλεγε:

- Εγώ δεν είμαι ασκητής, αλλά ψεύτης ασκητής.

Μόνο στα τελευταία του πια δέχθηκε λίγη περιποίηση από τους ανθρώπους πού τον αγαπούσαν ιδιαίτερα, για να μη τους λύπηση.

Όταν του έδινε κανείς ευλογία από τρόφιμα, την κρατούσε και μετά την έστελνε σε Γεροντάκια στην Καψάλα. Εάν του έστελναν χρήματα, τα έδινε σ' έναν ευλαβή μπακάλη, για να αγοράζη ψωμιά και να τα μοιράζη στους φτωχούς.

Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του Γέροντα, για να τον ληστέψη, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρη ότι και εκείνα πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρη ψωμιά για τους φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα - τον έσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του - διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φυγή. 


Ό Παπα - Τυχών του είπε:
- Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου. Ό κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό, αλλά εκεί τον έπιασε ή Αστυνομία, και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και στον Παπα - Τύχωνα. 

Ό Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. 


Ό Γέροντας στενοχωρέθηκε γι' αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:


- Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.


Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε:
Άντε, γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».

Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.
Γέρων Παΐσιος: Ο δια Χριστόν... κλέφτης!
Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο μυαλό του και μου έλεγε:

- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν «δεν έχουν το «εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι» - ενώ ο Γέροντας την λέξη «ευλόγησον» την χρησιμοποιούσε πάντα και με τις πολλές καλογερικές έννοιες, όπως το «ευλογείτε» ή «ευλόγησον», όταν ζητούσε ταπεινά την ευλογία του άλλου, και μετά θα έδινε και αυτός την ευλογία του με την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση». Μετά από τον συνηθισμένο χαιρετισμό οδηγούσε τους επισκέπτες στο Ναό και έψαλλαν μαζί το Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και το Άξιον εστίν και, εάν ήταν καλός καιρός, έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:
- Εγώ τώρα κεράσματα.

Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη, έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρή κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το όποιο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα - Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ' ευλογείτε!» και περίμενε να του πή ο επισκέπτης την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση», αλλιώς δεν έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του. Την ευχή από τους άλλους την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.

Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να πέραση την ώρα του, τότε του έλεγε:

- Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.

Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φυγή. Όταν πάλι ήθελε να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρέτηση τον άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του έλεγε:

- Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω... πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να συνεννοηθής καλά.

Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά και τον νου προσευχόταν. Ή προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη, καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να κρυφτούν πια.

Κάποτε τον είχε επισκεφθή ο Πατήρ Άγαθάγγελος ο Ιβηρίτης, ως Διάκος. Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ό Παπα - Τυχών προεΐδε τον κίνδυνο, πού θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε αυτή την φορά στο τοιχάκι της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια. Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε τον Γέροντα να εύλογη ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη κουράζεται, να μπή στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια, σαν τον Μωυσή, προσευχόταν και ευλογούσε. Ενώ λοιπόν βάδιζε ξένοιαστος ο Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σε καρτέρι κυνηγών, πού περίμεναν αγριόχοιρους. Ένας κυνηγός τράβηξε να ρίξη, αλλά οι ευχές του Γέροντα έσωσαν τον Διάκο από τον θάνατο και τον κυνηγό από την φυλακή. 

Γι' αυτό μου έλεγε πάντα ο Γέροντας:
-Παιδί μου, να μην έρχεσαι ποτέ την νύχτα, γιατί την νύχτα τα θηρία περπατούν, και οι κυνηγοί τα περιμένουν κρυμμένοι...

Ακόμη και για την Θεία Λειτουργία έλεγε στον Μοναχό, πού θα τον βοηθούσε και θα έκανε τον ψάλτη, να έρχεται το πρωΐ με το φώτισμα. Την ώρα δε της Θείας Λειτουργίας του έλεγε να μένη στον μικρό διάδρομο, έξω από τον Ναό, και από εκεί να λέη το Κύριε, ελέησαν, για να νιώθη τελείως μόνος του και να κινήται άνετα στην προσευχή του. Όταν έφθανε στο Χερουβικό, ο Παπα -Τυχών ηρπάζετο είκοσι έως τριάντα λεπτά, και ο ψάλτης θα έπρεπε να επαναλάβη πολλές φορές το Χερουβικό, μέχρι να ακούση τις περπατησιές του στην Μεγάλη Είσοδο. 

«Όταν τον ρωτούσα μετά στο τέλος «τι βλέπεις, Γέροντα», εκείνος μου απαντούσε:
-Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ δοξολογούν τον Θεό.
Έλεγε επίσης στην συνέχεια:

- Έμενα μετά από μισή ώρα με κατεβάζει ο φύλακας μου Άγγελος και τότε συνεχίζω την Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τον είχε επισκεφθή ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης. Επειδή ή πόρτα του Παπα - Τύχωνα ήταν κλειστή, και από τον Ναό ακούγονταν γλυκιές ψαλμωδίες, δεν θέλησε να ενόχληση με το χτύπημα της πόρτας, αλλά περίμενε να τελειώσουν, γιατί νόμιζε ότι βρίσκονται στο «Κοινωνικό». Σε λίγο βγαίνει ο Παπα - Τυχών και ανοίγει την πόρτα. Όταν μπήκε ο π. Θεόκλητος, δεν βρήκε κανέναν άλλον εκτός από τον Παπα - Τύχωνα. Τότε κατάλαβε ότι οι ψαλμωδίες εκείνες ήταν Αγγελικές.

Στα γεράματα του πια, επειδή έτρεμαν τα πόδια του, έρχονταν συνήθως και λειτουργούσαν ο Παπα - Μάξιμος και ο Παπα - Αγαθάγγελος, οι Ιβηρίτες, πού ήταν πιο κοντά, και του άφηναν και Άγιον Άρτο, γιατί κοινωνούσε κάθε μέρα. Φυσικά, ήταν προετοιμασμένος κάθε μέρα με την αγία του ζωή.


Για τον Παπα - Τύχωνα όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν Διακαινήσιμες, και ζούσε πάντα την Πασχαλινή χαρά. Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός. Αυτό συνιστούσε και σε όλους: να λέμε το Δόξα σοι ο Θεός, όχι μόνο όταν περνάμε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.

Πολύ πονούσε για τις ψυχές πού υπέφεραν στο άθεο καθεστώς της Ρωσίας. Μου έλεγε με δακρυσμένα μάτια:


-Παιδί μου, η Ρωσία έχει ακόμη κανόνα από τον Θεό... θα πέραση όμως.
Για τον εαυτό του ό Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Επομένως, πώς να φοβηθή και τι να φοβηθή; Τους δαίμονες, πού τρέμουν από τον ταπεινό άνθρωπο, ή τον θάνατο, πού συνέχεια τον μελετούσε και ετοιμαζόταν χαρούμενος γι' αυτόν; Μάλιστα, είχε ανοίξει και τον τάφο του μόνος του, για να είναι έτοιμος, και έμπηξε και τον Σταυρό, πού και αυτόν τον είχε κάνει ο ίδιος, και έγραψε τα εξής, αφού είχε προαισθανθή τον θάνατο του: «
Αμαρτωλός Τυχών, Ιερομόναχος, 60 χρόνια στο Άγιον Όρος. Δόξα σοι ο Θεός».

Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθή πια με τον Θεό, γι' αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.

Επειδή είχε ανάψει πια η φλόγα του θείου έρωτος μέσα στην καρδιά του, γι' αυτό και δεν τον συγκινούσαν τα μάταια πράγματα, όπως ανέφερα. Το κελλί του ήταν και αυτό μικρό. Είχε ένα τραπεζάκι πού ακουμπούσε εικόνες, καθώς και το ακοίμητο κανδήλι και το θυμιατήρι. Δίπλα είχε το Αγγελικό του Σχήμα και το τριμμένο του ράσο. Από την άλλη πλευρά του τοίχου είχε τον Εσταυρωμένο και σε μια άκρη είχε τρεις σανίδες για κρεβάτι με μια κουρελιασμένη κουβέρτα απλωμένη για στρώμα.


Για σκέπασμα είχε ένα παλιό πάπλωμα με τα βαμβάκια άπ' έξω, από το όποιο έπαιρναν και τα ποντίκια βαμβάκι, για να κάνουν τις φωλιές τους. Επάνω στο δήθεν μαξιλάρι του είχε το Ευαγγέλιο και ένα βιβλίο με ομιλίες του Αγίου Χρυσοστόμου.


Το δε πάτωμα του κελλιού του ήταν μεν από σανίδες, αλλά φαινόταν σαν σουβαντισμένο, επειδή δεν σκούπιζε ποτέ, και οι λάσπες, πού έμπαιναν από έξω, με τα γένια και τα μαλλιά, πού έπεφταν κάτω χρόνια ολόκληρα, είχαν σχηματίσει κανονικό σουβά.


Ό Παπα - Τυχών δεν έδινε καμιά σημασία στο καθάρισμα του κελλιού του αλλά στο καθάρισμα της ψυχής του, γι' αυτό και κατόρθωσε να γίνη δοχείο της Χάριτος του Θεού. Συνέχεια έπλενε την ψυχή του με τα πολλά του δάκρυα και χρησιμοποιούσε χονδρά προσόψια, επειδή τα συνηθισμένα μανδήλια δεν τον εξυπηρετούσαν.

Είχε φθάσει σε μεγάλη κατάσταση πνευματική ο Γέροντας! Ή ψυχή του είχε γίνει πολύ ευαίσθητη, αλλά, για να βρίσκεται ο νους του συνέχεια στον Θεό, είχε φθάσει και σε αναισθησία σωματική, Αφού δεν αισθανόταν πια καμιά ενόχληση από τις μύγες, τα κουνούπια και τους ψύλλους, πού είχε χιλιάδες. Το κορμί του ήταν κατατρυπημένο και τα ρούχα του γεμάτα από κόκκινα στίγματα. Μου λέει ο λογισμός μου ότι και με τις σύριγγες να του τραβούσαν το αίμα του τα ζουζούνια, πάλι δεν θα το αισθανόταν. Μέσα στο κελλί του κυκλοφορούσαν όλα ελεύθερα, από ζουζούνια μέχρι ποντίκια.

Κάποτε του είπε ένας Μοναχός, επειδή έβλεπε τα ποντίκια να χοροπηδούν:

-Γέροντα, θέλεις να σου φέρω μια γάτα;

Εκείνος απήντησε:
- Όχι, παιδί μου. Εγώ έχω μια γάτα, μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την γάτα. Έρχεται εδώ, την ταΐζω, την χαϊδεύω, και μετά πηγαίνει στην καλύβα της κάτω στο λάκκο και ησυχάζει.


Ήταν μια αλεπού, ή οποία επισκεπτόταν τον Γέροντα τακτικά, σαν καλός γείτονας.
Είχε επίσης και μία αγριόχοιρο, πού γεννούσε κάθε χρόνο κοντά στο φράχτη του κήπου του, για να την προστατεύη ο Γέροντας. 

Όταν έβλεπε κυνηγούς να περνούν από την περιοχή του, τους έλεγε ο Παπα - Τυχών:

- Παιδιά μου, εδώ δεν υπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.
Οι κυνηγοί νόμιζαν ότι δεν υπάρχουν αγριόχοιροι στην περιοχή του και έφευγαν.

Ό άγιος Γέροντας σαν καλός πατέρας τους μεν ανθρώπους έτρεφε πνευματικά, τα δε μεγάλα άγρια ζώα τα ταΐζε από την λίγη τροφή πού είχε και τα χόρταινε περισσότερο από την πολλή του αγάπη, και τα μικρά ζουζούνια τ' αφήνε να θηλάζουν από το λίγο του αίμα.

Είχε γερή κράση ο Γέροντας, αλλά από την πολλή άσκηση είχε έξαντληθή. Όταν τον ρωτούσε κανείς «τι κάνεις, Γέροντα, είσαι καλά», απαντούσε:

- Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμαι, παιδί μου. Εγώ δεν είμαι άρρωστος, αλλά αδυναμία έχω.

Πολύ στενοχωριόταν, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο νέο, και περισσότερο, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, επειδή δεν ταιριάζουν τα παχιά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας λαϊκός πολύ χονδρός και του λέει:

- Γέροντα, έχω πόλεμο σαρκικό με βρώμικους λογισμούς, πού δεν μ' αφήνουν καθόλου να ησυχάσω.

Ό Παπα - Τυχών του είπε:- Εάν, παιδί μου, εσύ θα κάνης υπακοή, με την Χάρη του Χρίστου εγώ θα σε κάνω Άγγελο. Να λες, παιδί μου, συνέχεια την ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και να περνάς όλες τις ήμερες με ψωμί και νερό, και το Σάββατο και την Κυριακή να τρως φαγητό με λίγο λάδι. Να κάνης και από εκατόν πενήντα μετάνοιες την νύκτα και να διαβάζης μετά την Παράκληση της Παναγίας και ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο και το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας.


Μετά από έξι μήνες, πού τον ξαναεπισκέφτηκε, ο Γέροντας δεν μπόρεσε να τον γνωρίση, γιατί είχαν φύγει όλα τα περίσσια παχιά, και με ευκολία πια χωρούσε από την στενή πόρτα του Ναού του. 

Ό Γέροντας τον ρώτησε:

- Πώς περνάς τώρα, παιδί μου; 

Και εκείνος απήντησε:
- Τώρα νιώθω πραγματικά σαν Άγγελος, γιατί δεν έχω ούτε σαρκικές ενοχλήσεις ούτε και βρώμικους λογισμούς και αισθάνομαι πολύ ελαφρός, πού έφυγαν τα πάχυ.

Με τέτοιες πρακτικές συμβουλές νουθετούσε τους ανθρώπους πού του ζητούσαν βοήθεια. Έκτος, φυσικά, από την μεγάλη πείρα πού είχε αποκτήσει, είχε λάβει και θείο φωτισμό από τους μεγάλους ασκητικούς του αγώνες. Μετά από τις νουθεσίες του επακολουθούσαν οι προσευχές του, πού τις αισθάνονταν οι επισκέπτες έντονα, όταν έφευγαν.
το πετραχείλι του ΠαπαΤύχωνα

Το πετραχήλι σχεδόν ποτέ δεν το έβγαζε, γιατί πολλές φορές το σήκωνε από τον έναν άνθρωπο και το άπλωνε στον άλλον και έπαιρνε τις αμαρτίες από τους συνανθρώπους του και τους ξαλάφρωνε με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως. Τις εξομολογήσεις, πού του έκαναν οι άνθρωποι, τις ξεχνούσε αμέσως και έτσι έβλεπε όλους τους ανθρώπους πάντοτε καλούς και όλο καλούς λογισμούς είχε για όλους, γιατί είχε εξαγνισθή πια η καρδιά του και ο νους του.

Κάποτε τον είχε ρωτήσει ένας Ηγούμενος: -Γέροντα, ποιος αδελφός είναι πιο καθαρός μέσα στο Κοινόβιο;

Ό Παπα - Τυχών απήντησε:

- Άγιε Καθηγούμενε, όλοι οι αδελφοί είναι καθαροί. Ποτέ δεν πλήγωνε άνθρωπο, αλλά του θεράπευε τα τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χρίστου.


Έλεγε στην πονεμένη ψυχή:
- Παιδί μου, εσένα ο Χριστός σε αγαπάει, σε συγχώρεσε. Ό Χριστός αγαπάει περισσότερο τους αμαρτωλούς πού μετανοούν και ζουν με ταπείνωση.


Πάντα τόνιζε την ταπείνωση και έλεγε χαρακτηριστικά:
- Ένας ταπεινός άνθρωπος έχει περισσότερη Χάρη από πολλούς ανθρώπους. Κάθε πρωΐ ο Θεός ευλογεί τον κόσμο με το ένα χέρι, άλλ' όταν ιδή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί με τα δυο Του χέρια. Πά-πά-πά, παιδί μου! εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ο μεγαλύτερος από όλους.


Επίσης, έλεγε γι' αυτούς πού παρθενεύουν πώς πρέπει να έχουν και ταπείνωση, γιατί αλλιώς δεν σώζονται μόνο με την παρθενία, διότι ή κόλαση είναι γεμάτη και από υπερήφανους παρθένους.

- Όταν καυχάται κανείς ότι είναι παρθένος - έλεγε -θα του πή ο Χριστός:
«Επειδή δεν έχεις και ταπείνωση, πήγαινε στην κόλαση». Ενώ σ' εκείνον πού ήταν αμαρτωλός και μετανόησε και ζή ταπεινά με συντριβή καρδίας και ομολογεί ότι είναι αμαρτωλός, θα του πή ο Χριστός: «Έλα, παιδί μου, εδώ στον γλυκό Παράδεισο».

Έκτος από την ταπείνωση και την μετάνοια τόνιζε πολύ την μελέτη του Θεού, δηλαδή ο νους του άνθρωπου να γυρίζη συνέχεια γύρω από τον Θεό. 

  • Επίσης, τόνιζε την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων: Ευεργετινό, Φιλοκαλία, Άγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Άγιο Μάξιμο, Συμεών Νέο Θεολόγο, Άββά Μακάριο και Άββά Ισαάκ. «Ή μελέτη, έλεγε ο Γέροντας, θερμαίνει και την ψυχή, καθαρίζει και τον νου και έτσι ασκείται με προθυμία ο άνθρωπος και αποκτάει αρετές, ενώ, όταν δεν ασκήται, αποκτάει πάθη».
Μια μέρα με ρώτησε:
- Εσύ, παιδί μου, τι βιβλία διαβάζεις; Του απήντησα:-Άββα Ισαάκ.
- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτός ο Άγιος είναι μεγάλος! Ούτε έναν ψύλλο δεν σκότωνε ο Άββας Ισαάκ.


Ήθελε με αυτό πού είπε να τονίση την μεγάλη πνευματική ευαισθησία του Αγίου.

Ό Πάπα - Τυχών προσπαθούσε να μιμηθή τον Άγιο Ισαάκ, όχι μόνο στο ησυχαστικό του πνεύμα αλλά και στην ευαισθησία της πνευματικής του αρχοντιάς, και δεν επιβάρυνε κανέναν άνθρωπο. Έλεγε στους Μοναχούς ότι πρέπει να ζουν ασκητικά, για να ελευθερωθούν από τις μέριμνες, και όχι να δουλεύουν σαν εργάτες και να τρώνε σαν κοσμικοί. Γιατί το έργο του Μονάχου είναι οι μετάνοιες, οι νηστείες, οι προσευχές, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλο τον κόσμο, ζωντανούς και πεθαμένους, και λίγη δουλειά για τα απαραίτητα, για να μην επιβαρύνη τους άλλους, διότι με την πολλή δουλειά και μέριμνα ξεχνάει κανείς τον Θεό. 

Έλεγε χαρακτηριστικά:
- Ό Φαραώ έδινε πολλή δουλειά και πολύ φαγητό στον λαό του Ισραήλ, για να ξεχάσουν τον Θεό.

Πριν αρχίση τις συμβουλές του ο Γέροντας, είχε τυπικό να κάνη πρώτα προσευχή, να επικαλεσθή το Άγιο Πνεύμα, για να τον φώτιση, και αυτό συνιστούσε και στους άλλους. Έλεγε: «
Ό Θεός άφησε το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζη. Αυτό είναι νοικοκύρης. Γι' αυτό και ή Εκκλησία μας αρχίζει με το Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας». Ενώ έλεγε αυτά για το Άγιο Πνεύμα, αλλοιωνόταν το πρόσωπο του, και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι την έβλεπαν αυτή την αλλοίωση.

Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, πού είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστα ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.

Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:


- Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; 
Εκείνος απαντούσε:
- Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.

Δυό μέρες για δυό ισάγγελους ρώσους. 
παπα Τύχων, Άγιος Σιλουανός

Δυό μέρες μετά τον αγιορείτικο εορτασμό του Γενέσιου της Θεοτόκου του 1968 εκοιμήθη ο παπα Τύχων, ο γέροντας του π. Παϊσίου. Διήγηση του γέροντος Παϊσίου για τις τελευταίες μέρες και την εκδημία του παπα Τύχωνα. Ο παπούλης κάνει αναφορά και στον όσιο Σιλουανό.
  • Η κοίμησή του
Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του. Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχομαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και ή ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.

Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.


-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.

Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.

Επειδή ήταν ακίνητος πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ' αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά. Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη πού του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:


-Μυρίζει καλά, Γέροντα; 


Εκείνος μου απαντούσε:
- Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.

Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:


- Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;- Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; 

Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
- Τι σου είπε η Παναγία;

- Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ήμερες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Την προτελευταία ήμερα μου είχε πει ο Γέροντας:
- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.


Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να έκφραση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:

- Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.

Έλεγε επίσης:

- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).

Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:

- Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.



Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ήμερες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. 


Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστά είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διάβαση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί - να μη του κάνω την εκταφή - μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο Παπα - Τυχών, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά - σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.

Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί ή παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο. Άλλωστε, το είχε ύποσχεθη ο ίδιος: «
Εγώ θα έρχομαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».

Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «
μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αίτια σ' αυτό το θέμα.

Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξήγηση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. 


Όταν είδα ότι ήταν ή ήμερα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ήμερα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.


Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθη σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη πού μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως έξης:


Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι πού ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και! βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το έξης γεγονός:

Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:


- Ποιόν περιμένεις;

Και εγώ του απήντησα:

- Τον Πατέρα Παΐσιο.

Ό Γέροντας μου είπε:

- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.

Έκείνη την στιγμή πού έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»

Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα όποια είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανο του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.


Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά πού ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.

Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, πού δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.


Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο Παπα - Τυχών και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανός, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον Παπα - Τύχωνα και του είπε:

-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.[2]

Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. 
Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, 
τους δόξασε ο Θεός. Οι ευχές του Παπα - Τύχωνα 
και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων 
να μας βοηθούν στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε.


Παραπομπές:

1. «Χειρόγραφη προσευχή του παπα-Τύχωνα» Από το βιβλίο του Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου: «Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα» agioritikesmnimes.gr
2. «Παπα - Τυχών 1884-1968 Ο Βίος του» από το βιβλίο του Γέροντος Παΐσίου Άγιορείτου, «Άγιορείται Πατέρες καί Αγιορείτικα» έκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης. misha.pblogs.gr
3. Πηγή, επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση