Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

τ(Ρ) ΕΛΛΑΣ_Τά κατά συνθήκην ψεύδη. Καί ή έκφρασή τους.

 Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Αγία Σοφία της Κλεισούρας (2)

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θείᾳ,
Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ.
 
Η Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου. 
Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί. Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε.
Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».
Το 1927 μ.Χ. με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς... Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».
 Μπορεί να είναι απεικόνιση
 
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Η Οσία Σοφία, η «ἀσκήτισσα τῆς Παναγιᾶς» όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974 μ.Χ. Στις 7 Ιουλίου 1981 μ.Χ. γίνεται η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της, τα οποία ευωδιάζουν. Στις 27 Μαΐου 1998 μ.Χ. γίνεται η δεύερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας Σεραφείμ.
Το Πατριαρχείο την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ.στην Καστοριά.
Τόσο την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου όσο και τον Παρακλητικό κανόνα και τα Εγκώμια προς την Οσία, έγραψε ο Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, χαρισματούχος Δρ Χαράλαμπος Μπούσιας.
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "H ΑΓία COφίά Η A ΑΟΚΗe Ee ΚΛΕιςΟΥΡας"
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ
Η Μονή του Γεννεθλίου της Θεοτόκου όπου ασκήτευσε η Γερόντισσα Σοφία, βρίσκεται σε υψόμετρο 970 μέτρα στα όρια των νομών Καστοριάς και Φλώρινας και απέχει 35 χιλ. από την Καστοριά, 70 χιλ. από την Φλώρινα και 22 χιλ. από την Πτολεμαΐδα. Ιδρύθηκε περίπου στα 1314 μ.Χ. από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Νεόφυτο και ανακαινίστηκε το 1813 μ.Χ. από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο της Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους Ησαΐα Πίστα μετά από όραμα της Παναγίας.
Είναι ρυθμού τρίκλιτης ξυλοστέγης τρουλαίας βασιλικής με νάρθηκα και περιβάλλεται από ένα τεράστιο ορθογώνιο φρουριακό συγκρότημα, εντός του οποίου είναι κτισμένο το καθολικό. Κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες, έργα των Χιοναδιτών αγιογράφων Γεωργίου και Γεωργίου. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρυσώθηκε το 1772 μ.Χ. από τον Κωνσταντίνο Κτίπα από το Λινοτόπι.
Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα η Μονή φιλοξένησε και περιέθαλψε πολλούς Μακεδονομάχους με πρώτο τον Παύλο Μελά, αλλά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε κρησφύγετο όλων ταλαιπωρημένων από τους Γερμανούς κατοίκων της περιοχής. Όταν το 1903 μ.Χ. οι Τούρκοι έκαψαν το γειτονικό χωριό Βαρικό πολλοί κάτοικοί του βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι. Από το 1993 μ.Χ. λειτουργεί ως γυναικεία κοινοβιακή Μονή με ηγουμένη τη γερόντισσα Ανυσία, που μαζί με την υπόλοιπη μοναστική αδελφότητα προσπαθούν να «αναστήσουν» το σημαντικό αυτό λατρευτικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας.
Στα χρόνια που στη Μονή δεν υπήρχε μοναστική αδελφότητα και οργανωμένη κοινοβιακή ζωή, ασκήτευσε η γερόντισσα Σοφία που καταγόταν από τον Πόντο. Ήρθε νέα και δούλευε πολύ ως τα βαθιά γεράματά της και την αγαπούσανε όλο το χωριό.
 
 
 
Ἀπολυτίκιον 
 Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Σοφίας γέγονας, μῆτερ ἀοίδημε, Σοφία, σέμνωμα, τῆς Θεομήτορος, ἐν τὴ Μονὴ ἀσκητικῶς τὸν βίον σου διελθοῦσα,ὅθεν καὶ ἀπείληφας τῶν καμάτων σου ἔπαινον, κατατραυματίσασσα τῶν δαιμόνων τὰς φάλαγγας, καὶ πρέσβειρα Χριστῷ παρεστώσα, μὴ ἐπιλάθου τῶν πόθω τιμώντων σέ.
 
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Προσευχῇ χαμευνίᾳ πολλαῖς στερήσεσι, κακοπαθείαις νηστείαις, καὶ ἀγρυπνίαις Χριστῷ, εὐηρέστησας Σοφία παναοίδιμε, σὲ τῷ σοφίας ἀληθοῦς, ἀναδείξαντι φανόν, καὶ λύχνον λαμπρῶν χαρίτων, ὅθεν ὡς πρέσβειραν θείαν, Κλεισούρας σέμνωμα τιμῶμέν σε.
 
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὴν ὑπὲρ φύσιν, ἐν Κλεισούρᾳ ἐνασκήσασαν, καὶ ὑπομείνασαν, τὸ ψῦχος ὥσπερ ἄσαρκος, παρ’ ἑστίαν καθημένην Μονῆς αὐλείῳ, βιοτῆς αὐτῆς τὰς νύκτας καὶ σχολάζουσαν, προσευχῇ Σοφίαν θείαν εὐφημήσωμεν, πόθω κράζοντες· Χαίροις πάνυ Ἀσκήτρια.
 
Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Τὴν διδάσκαλον, τῆς μετανοίας, καὶ κοσμήτορα, χριστοηθείας, ἀφανῶς τὴν ἐν Κλεισούρᾳ ἀσκήσασαν, καὶ δαψιλῶς προσελκύσασαν Πνεύματος, τοῦ θείου χάριν εὐτάκτως ὑμνήσωμεν, πόθω κράζοντες· Σοφία θεομακάριστε, Χριστὸν ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει πάντοτε.
 
Ὁ Οἶκος
Ἄγγελοι καθορῶντες, σῇ ἀμέμπτῳ ἀσκήσει, ἐξέστησαν Σοφία θεόφρον, καὶ πιστῶν Μακεδόνων χοροί, σὺν Ποντίων δήμοις Μῆτερ θαυμάζοντες, ταπείνωσιν καὶ νῆψίν σου, ἐκραύγασαν ἐν κατανύξει·
Χαῖρε, διδάσκαλος μετανοίας·
χαῖρε, ὁ πρόβολος ἐγκρατείας.
Χαῖρε, τῆς Μονῆς Κλεισούρας ἡ ἔνοικος·
χαῖρε, παμφαὴς λαμπηδών, θείας χάριτος.
Χαῖρε, φάρος τῆς ἁπλότητος, καὶ ἀμέμπτου ἀγωγῆς·
χαῖρε, λύχνος ταπεινώσεως, καὶ εὐχῆς καρδιακῆς.
Χαῖρε, Θεοῦ σοφίας χρυσοστόλιστον σκεῦον·
χαῖρε, τῆς συμπαθείας τῆς Αὐτοῦ θεῖος τύπος.
Χαῖρε, κρηπὶς σαρκὸς κατατήξεως·
χαῖρε, πυξὶς Χριστοῦ ἀγαπήσεως.
Χαῖρε, ἐν γῇ ἡ οὐκ ἔχουσα κλίνην·
χαῖρε, πηγή, ἡ ἐκχέουσα χάριν.
Χαίροις, πάνυ Ἀσκήτρια.
 
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Ἀρδάσσης σεπτὸς βλαστός, χαίροις Πόντου κρίνον, μυροβόλον καὶ εὐανθές, χαίροις τῆς Κλεισούρας, κιννάμωμον Σοφία, ἡ ἀκραιφνεῖ ἀσκήσει, κόσμον ἡδύνασα.
 
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Σοφισθεῖσα, μῆτερ, πνευματικῶς, ὅλον σου τὸν βίον ἐν τελεία ὑπομονὴ διῆλθες, Σοφία, καὶ νὴν τού σου Νυμφίου τὸ κάλλος ἐποπτεύεις ἐν ταῖς παστάσιν αὐτοῦ.
 

Ρε Βελόπουλε..

Και εκεί που λέμε με τις παρεμβάσεις στην βουλή να ένας λογικός άνθρωπος ..τσούπ πετάς και μια μαλακία και μας στέλνεις αδιάβαστους!

 

Κάπου εδώ να πούμε ότι ο Βαρθολομαίος δεν έχει κάνει συλλείτουργο. Δηλαδή θεία λειτουργία και κοινό ποτήριο. Βέβαια έχουν γίνει συμπροσευχές και έχει συμμετάσχει σε εκκλησιαστικές τελετες που και κείνες φυσικά απαγορεύονται ,αλλά να ξέρουμε τι λέμε. Συλλείτουργο όμως δεν έχει γίνει. Από αυτό να καταλάβεις τι πολιτικός στόκος είναι ο Βελόπουλος και όσοι τον ακολουθούν... 

Ο άνθρωπος διατείνεται ότι δεν τον αφήνει η πίστη του να δει τον Βαρθολομαίο αλλά δεν γνωρίζει τίποτα για αυτήν. Έτσι είναι όταν πουλάς επιστολές του Χριστού δεν βρίσκεις χρόνο για άλλα..

Βάρδας Σκληρός

Άγιος Σωφρόνιος _δεν είναι χρήσιμο να βιαζόμαστε!

«Αναπόφευκτα θα υπάρξουν ώρες, εβδομάδες, χρόνια κατά τα οποία θα ζούμε χωρίς να βλέπουμε το έργο του Πνεύματος μέσα μας. Αυτές είναι στιγμές μεγάλης σημασίας, κατά τις οποίες έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε την πιστότητα της αγάπης μας για τον Χριστό. 

Ακόμα κι αν δεν βλέπουμε το έργο της χάρης, πρέπει να ζούμε σαν το Πνεύμα να είναι μαζί μας. 

 Ο Γέροντας Σιλουανός πίστευε ότι αν τηρούμε πιστά τις εντολές του Θεού, θα έρθει η ώρα που η χάρη θα εμφανιστεί και θα παραμείνει μαζί μας για πάντα. Επομένως, δεν είναι χρήσιμο να βιαζόμαστε. Μερικοί Πατέρες του Αγίου Όρους δεν έλαβαν μεγάλη χάρη και δεν γνώρισαν τον Θεό παρά μόνο μετά από σαράντα χρόνια αγώνα, και μερικές φορές ακόμη περισσότερο, μόνο πριν από τον θάνατο». 

πηγή «Εκ Ζωής και Πνεύματος»

Ο μικρός Βίκτωρας

Άγιοι της Φιλανθρωπίας


Κάθε άνθρωπος, για να είναι αληθινά ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο σκέψης και ζωής του, πρέπει να γνωρίζει τις δυνατές επιλογές. Ιδού λοιπόν ελάχιστοι από τους πολλούς αληθινούς χριστιανούς, που προβάλλουν ανά τους αιώνες ως δάσκαλοι της ανθρωπότητας και παραδείγματα προς μίμηση.

 Γράφει ο Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτης 

Αγία Ταβιθά της Ιόππης (1ος αιώνας μ.Χ.), αρχόντισσα προστάτισσα των φτωχών. Όταν πέθανε ξαφνικά, οι φτωχοί της Ιόππης κατέφυγαν θρηνώντας στον απόστολο Πέτρο, που ήρθε στην Ιόππη και την ανέστησε.

Άγιοι Ανάργυροι, γιατροί που ασκούσαν την ιατρική χωρίς «αργύρια» (χρήματα). Είναι περίπου 15. Οι πιο γνωστοί: Κοσμάς και Δαμιανός (στο βίο τους αναφέρεται και μεταμόσχευση ποδιού), και Παντελεήμων. Προστάτες άγιοι της ιατρικής.

Άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος, άγιος Ανάργυρος (6ος αι.). Τον αναφέρω χωριστά, γιατί είναι ο πατέρας του θεσμού των νοσοκομείων (ο «Ξενών» του ήταν νοσοκομείο).

Άγ. Σεραπίων ο Σιδώνιος, μοναχός. Πουλιόταν δούλος σε ειδωλολάτρες ή αιρετικούς και, με την αγία ζωή του, τους πλησίαζε στο χριστιανισμό. Έδινε στους φτωχούς τα χρήματα και τα ρούχα του και τυλιγόταν με ένα σεντόνι (γι’ αυτό τον έλεγαν κοροϊδευτικά «Σινδόνιο»).

Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος (4ος αι.). Περιέθαλπε κρυφά τους λεπρούς στην ΚΠολη, ενώ υπήρχε νόμος να θανατώνονται. Καταδικάστηκε σε θάνατο (τον έσυραν στους δρόμους δεμένο σε δύο άλογα). Προστάτης άγιος των λεπρών.

Άγιος Γεώργιος, άγ. Αντώνιος ο Μέγας, άγ. Στυλιανός, αγία Μελάνη η Ρωμαία, αγία Μακρίνα η Φιλόσοφος κ.π.ά.: μοίρασαν την περιουσία τους στους φτωχούς. Πολλοί απ’ αυτούς αποσύρθηκαν σε μονές ή στην έρημο ως ασκητές.

Άγιος Παυλίνος, επίσκοπος Καμπανίας της Γαλλίας (5ος αι.): δαπάνησε όλη την περιουσία της Εκκλησίας και τη δική του, για να απελευθερώσει αιχμαλώτους των Βανδάλων, και τελικά απελευθέρωσε το μοναχογιό μιας χήρας προσφέροντας ως αντάλλαγμα τον εαυτό του.

Μέγας Βασίλειος. Γιατρός, μαθηματικός και φιλόσοφος. Μοίρασε τα πάντα και έγινε αρχικά ρήτορας και έπειτα μοναχός. Μετά, ως επίσκοπος Καισαρείας, μετέτρεψε τα μοναστήρια σε συγκρότημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Υποδεχόταν τους λεπρούς με φίλημα. Έγραψε και σπουδαία βιβλία περί πλούτου (και εξήγησε πρώτος επιστημονικά τη Γένεση).

Άγιος Μαρτίνος της Τουρ (Γαλλία) ο Θαυματουργός και Ελεήμων, μεγάλο κοινωνικό έργο στη Γαλλία (397μ.Χ.). Προστάτης και των αιρετικών. Πριν γίνει ιερέας, έκοψε το στρατιωτικό μανδύα του για να ντύσει γυμνό ζητιάνο – ο Γκρέκο φιλοτέχνησε σχετικό πίνακα.

Αγία Γενεβιέβη του Παρισιού (περ. 500 μ.Χ.). Μεγάλη ασκήτρια, μητέρα του γαλλικού μοναχισμού. Έσωσε το Παρίσι από την πείνα οργανώνοντας κρυφές μεταφορές τροφίμων κατά την πολιορκεία από τους Φράγκους. Παρ’ όλα αυτά, τα λείψανά της ρίχτηκαν στο Σηκουάνα από την «προοδευτική» Γαλλική Επανάσταση.

Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αρχικά διάκονος στην Αντιόχεια της Συρίας με μεγάλο φιλανθρωπικό έργο (καθημερινή διατροφή χιλιάδων φτωχών). Τον διόρισαν πατριάρχη ΚΠολης με… απαγωγή (είχε αρνηθεί την πρόταση). Εκεί έτρεφε κάθε μέρα 7.500 φτωχούς. Εκφώνησε μνημειώδη κηρύγματα για τον πλούτο και την κοινωνική αδικία. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους ανθρώπους του πνεύματος όλων των εποχών. Ως γνωστόν, τον καθαίρεσαν και πέθανε στην εξορία. Εξόριστος, έκανε εράνους και μάζευε χρήματα για να απελευθερώνει αιχμαλώτους από τη ληστρική φυλή των Ισαύρων (βάθη Μικράς Ασίας).

Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, πατριάρχης Αλεξανδρείας με μνημειώδες οργανωμένο φιλανθρωπικό έργο, που περιέθαλψε και Πέρσες αιχμαλώτους πολέμου («εχθρούς»).

Άγιος Ακάκιος, επίσκοπος της Άμιδας (422 μ.Χ.), διέθεσε όλο τον πλούτο της Εκκλησίας για την απελευθέρωση 7.000 Περσών στρατιωτών, αιχμαλώτων των Βυζαντινών.

Άγ. Πέτρος ο Τελώνης (6ος αι., εποχή Ιουστινιανού), μοίρασε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα του, και τελικά πουλήθηκε δούλος και έδωσε το αντίτιμο από την πώληση του εαυτού του στους φτωχούς.

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Γαιοκτήμονας με τεράστια περιουσία, που τη μοίρασε μέχρι δεκάρας στους φτωχούς. Προστάτης άγιος των μελισσών.

Άγ. Ιωάννης Βατάτζης, ο Νέος Ελεήμων, αυτοκράτορας της Νίκαιας (ενώ η ΚΠολη ήταν κατακτημένη από τους σταυροφόρους). Μεγάλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, αντιμετώπισε επιθέσεις των Φράγκων, των Βουλγάρων, των Τούρκων και ντόπιων επαναστατών. Φυσικά, δεν είναι άγιος γι’ αυτό, αλλά για την γνήσια χριστιανική ζωή και πολιτική του. Προώθησε οργανωμένα τις επιστήμες και τις τέχνες, την περίθαλψη και την κοινωνική πρόνοια, προστάτευσε τους φτωχούς, τους μοίρασε γη και εμπόδισε τους γαιοκτήμονες να τους εκμεταλλεύονται. Έγιναν συνομωσίες και απόπειρες εναντίον του. Συνέλαβε συνωμότες, τους φυλάκισε τυπικά και μετά τους απελευθέρωσε. Πέθανε από φυσικά αίτια το 1254. Το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο και ευοδιάζον. Φυλασσόταν στη Μαγνησία της Μ. Ασίας, αλλά αγνοείται μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922).

Άγιος Ιωσήφ ο Σαμάκος (17ος αι.), Κρητικός ιερέας με μεγάλο φιλανθρωπικό έργο στον ενετοκρατούμενο Χάνδακα (Ηράκλειο). Το σώμα του φυλάσσεται άφθαρτο στη Ζάκυνθο.

Αγία Φιλοθέη η Αθηναία (17ος αι.), από τις σημαντικότερες γυναίκες της Ιστορίας. Μοναχή με τεράστιο κοινωνικό έργο στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα, προστασία φτωχών, παιδεία, απελευθέρωση σκλάβων, περίθαλψη κακοποιημένων γυναικών κ.λ.π. Την ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου οι Τούρκοι. Το άφθαρτο σώμα της φυλάσσεται στη μητρόπολη Αθηνών.

Άγ. Μητροφάνης του Βορόνεζ (1803), μητροπολίτης Βορόνεζ της Ρωσίας, προστάτης και βοηθός των φτωχών.

Άγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης (1908), έγγαμος ιερέας στη Ρωσία με κολοσσιαίο οργανωμένο φιλανθρωπικό έργο σε κάθε τομέα (ορφανά, άστεγους, αλκοολικούς, παιδεία κ.λ.π.). Πνευματικός χιλιάδων ανθρώπων. Θαυματουργός ήδη ενώ ζούσε.

Αγία Ελισσάβετ Θεοδώροβνα (Ρωσία 1918), Πολωνή ορθόδοξη πριγκήπισσα, σύζυγος του Ρώσου Μεγάλου Δούκα Σέργιου Ρωμανώφ. Έχοντας ήδη μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, αφοσιώθηκε εντελώς μετά τη δολοφονία του συζύγου της. Έγινε μοναχή ιδρύοντας το μοναστήρι-νοσοκομείο των αγίων Μάρθας και Μαρίας στη Μόσχα, με τεράστια κοινωνική προσφορά. Επειδή ανήκε στην τσαρική οικογένεια, οι μπολσεβίκοι τη σκότωσαν πετώντας την σ’ ένα πηγάδι μαζί με την αγία μοναχή Βαρβάρα και άλλους κρατούμενους.

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, ο Θαυματουργός (Ουκρανία 1961). Διακεκριμένος χειρούργος, καθηγητής του Παν/μίου της Τασκένδης, πολλά έτη εξόριστος για θρησκευτικούς λόγους. Με 4 παιδιά. Άσκησε την ιατρική χωρίς χρήματα, σε άθλιες συνθήκες, συνήθως εξόριστος. Είναι ένας σύγχρονος άγιος Ανάργυρος. Πέθανε τυφλός, ως αρχιεπίσκοπος Κριμαίας.

Άγιος Ιωάννης της Σαγκάης, Μαξίμοβιτς (1966). Αντισυμβατικός επίσκοπος, κοντός, με μπερδεμένη φωνή, συχνά ξυπόλυτος (γιατί είχε δώσει τα παπούτσια του σε ζητιάνους). Κολοσσιαίο φιλανθρωπικό έργο κάθε είδους σε Κίνα, Γαλλία, ΗΠΑ. Μάζευε παιδιά παρατημένα στα σκουπίδια ή κλεισμένα σε οίκους ανοχής. Εξαιρετικά θαυματουργός και διορατικός, ήδη ενώ ζούσε. Το άφθαρτο σώμα του φυλάσσεται στο Σαν Φρανσίσκο.

Η  Αγία Γερόντισσα Γαβριηλία (Αθήνα 28.2.1992). Μεγάλη ανθρωπιστική προσφορά ως νοσοκόμα σε διάφορες χώρες, ιδίως της Ασίας. Φράση της: «Μιλάω πέντε γλώσσες, που τις κατανοούν όλοι οι άνθρωποι της γης: γέλιο, κλάμα, άγγιγμα, προσευχή και αγάπη»


Όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Νομίζω ήταν Κυριακή βράδυ, 11 Μαΐου 1980, και είχαμε συγκεντρωθεί στο σπίτι του  Ιακώβου Πασχαλίδη, προέδρου Εφετών.
Ήταν μαζί μας ένας Αγιορείτης Ιερομόναχος καί διάφοροι δικαστικοί καί αξιωματικοί τού στρατού.
Λίγες ημέρες πρίν, στίς 8 Μαΐου, είχε κοιμηθεί ό π.Φιλόθεος Ζερβάκος, σέ ηλικία 96 ετών, καί ή συζήτηση περιστράφηκε γύρω απ' αυτό τό γεγονός.
Ό κ. Ιάκωβος μάς είπε πώς, μόλις πληροφορήθηκε τήν κοίμησή του, αμέσως τηλεφώνησε στόν Άγιο Πορφύριο καί τού είπε:
- Γέροντα, κοιμήθηκε ό π. Φιλόθεος Ζερβάκος!
- Εσείς νά πάτε.
Εγώ θά ''παρακολουθήσω'' από 'δω.
Σήμερα ή Εκκλησία μας ετοιμάζεται νά κηδέψει έναν μεγάλο Άγιο πού ό κόσμος δέν τόν ξέρει. Σήμερα ή Εκκλησία μας απέκτησε έναν δεύτερο Άγιο Νεκτάριο...!
Μαρτυρία τού Στυλιανού Κεμεντζετζίδη, θεολόγου καί εκδότου, Θεσσαλονίκη.
Από το βιβλίο:
''Ο Όσιος Πορφύριος ό Προφήτης, Μαρτυρίες Τόμος Β'',
σελίδα165.
Έκδοση από τό Αγιοπαυλίτικο Ιερό Κελλί τών Αγίων Θεοδώρων Αγίου Όρους.

Μονή Καλαμίου - Ντοκιμαντέρ

 Ταξιδεύοντας στο νοτιότερο άκρο του Αγιοφάραγγου της Γόρτυνας, σ' ένα καταφύγιο ψυχής πάνω από τα κρυστάλλινα νερά του Λούσιου ποταμού, το ντοκιμαντέρ μας αυτή τη φορά παρουσιάζει την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Καλαμίου Πάνω από τα κρυστάλλινα νερά του Λούσιου ποταμού στο νοτιότερο άκρο του Αγίοφάραγγου της Γόρτυνας βρίσκεται η ιερά μονή κοιμήσεως της Θεοτόκου Καλαμίου. 

 

Εκεί που η φύση, η ιστορία και η πίστη συναντήθηκαν πριν από πολλά πολλά χρόνια. Εκεί που το νερό κυλά αδιάκοπα έμελλε να γεννηθεί μια Μονή που αποτέλεσε καταφύγιο, ιατρείο αλλά καικρησφύγετο. Το όνομα της Ιεράς Μονής συνδέεται με τις συστάδες των καλαμιών που φύονται δίπλα στο ποτάμι έως και σήμερα ενώ στα διάσπαρτα στον χώρο της ερείπια αποκαλύπτεται η μεγάλη ιστορία της.

 Ένας τόπος πολύτιμος με ιδιαίτερο μικροκλίμα, χαμηλή υψομετρική θέση και συνύπαρξη διαφορετικών φυτικών ειδών. Η τοποθεσία αυτή, δίπλα στον Λούσιο ποταμό είχε επιλεχθεί από τις Ασκληπιάδες για την ίδρυση θεραπευτικού κέντρου αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα του σημείου. 

Η Γερόντισσα Αλεξία αφηγείται την ιστορία αυτού του τόπου και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν επαναλειτούργησε η μονή. Η ιστορία της μονής ξεκινάει την περίοδο της αυτοκρατορίας του Νικηφόρου Φωκά, το 967. Ο Νικηφόρος Φωκάς ένας από τους ιδιοφυής στρατάρχες του Βυζαντίου ιδρύει μέσω του Ιωάννη Λαμπαρδόπουλου το Αγιο Φάραγγο του Λούσιου ποταμού. Αρχής γενομένης από το περίφημο για την εποχή κοινόβιο, τη Μονή Φιλοσόφου. Μια μονή που εξελίχθηκε στο «Χάρβαρντ» του αγώνα. Από αυτό αποφοίτησαν 40 πατριάρχες και αμέτρητοι ιεροδιδάσκαλοι.

Μεσοπεντηκοστή

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Ἀναδαυλίζοντας τὴν δίψα γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου

«Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν»[1]

Ιερομόναχος  Ζαχαρίας της Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου του έσσεξ

Κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γευόμαστε σὲ κάποιο βαθμὸ τὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Στὴ μέση αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νὰ τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν ἀγῶνα νὰ προευπρεπίσουμε τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι διὰ Σταυροῦ ἡ χαρὰ καὶ ἡ Ἀνάσταση εἰσῆλθαν στὸν κόσμο.

Στὴ μέση τῆς περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἑορτάζουμε τὴ Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τὴ δίψα γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου καὶ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μᾶς ἐνισχύει νὰ προσκαρτερήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὐ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους»[2]. Ἡ Μεσοπεντηκοστὴ ἀποτελεί το προοίμιο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ὁ Κύριος θὰ χορτάσει τὴν πεῖνα τῆς ψυχῆς μας, «ἐν τῷ ὀφθῆναι ἡμῖν τὴν δόξαν Αὐτοῦ»[3].

Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς Παράκλητος. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι «ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως»[4], ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, εἶναι ὁ πρῶτος Παράκλητος, ὁ Ὁποῖος στέλνει στὸν κόσμο τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο[5]. Δηλαδή, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός ἐλέους, Θεὸς παρακλήσεως, Θεὸς παρηγοριᾶς. Πῶς ὅμως νὰ φθάσει αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ στὸν ἄνθρωπο; Πῶς νὰ φθάσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸν πηλό; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔχει δώσει ἤδη ὁ προφήτης Δαυίδ: «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουθενώσει»[6]. Ο Θεός μας δηλαδὴ ἔχει μία ἀδυναμία. Κάμπτεται πάνω ἀπὸ τὴν πονεμένη καρδιὰ ποὺ κράζει πρὸς Αὐτόν. Εἶναι Θεὸς ἐλέους καὶ γι’ αὐτὸ πολὺ εὔκολα γίνεται οἰκεῖος μὲ τοὺς πιστοὺς ποὺ φέρουν πληγὴ στὰ στήθη τους, διψασμένο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦν τὴ δική Του ἄφθαρτη παρηγοριὰ καὶ παράκληση.

Μικρὸ μὲν πράγμα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ γεμίσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁ τόπος ὅπου ἡ αἰώνια ἡμέρα διαυγάζει καὶ Φωσφόρος ἀνέσπερος ἀνατέλλει[7]. Ὅταν χαράξει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά, τότε ὁ «ὄντως ἄνθρωπος» ἀρχίζει καινούργια ζωή, «ἐξέρχεται ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας»[8].

Ὅλες οἱ Γραφές, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη, κάνουν λόγο γιὰ τό ὕδωρ τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου, γιὰ τὴ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὁποία κατασβήνει μόνο μὲ τὴ δωρεά Του. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ γνώριζε νὰ ἀνάγει τὴ δίψα του ἀπὸ τὸ βιοτικὸ στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Τὴ φυσικὴ δίψα του στὴν ἔρημο τὴ μετέτρεπε σὲ δίψα τῆς ψυχῆς «πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα»[9]. Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναφέρονταν στὴν ἐποχὴ, ποὺ ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς «μετ’ εὐφροσύνης» θὰ ἀντλοῦσε ὕδωρ «ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου»[10]. Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τὸ μεσσιανικὸ νερό, δηλαδὴ τὴν εὐδαιμονία μέσα στὴν εὐλογημένη καὶ ὑπεράγαθη Βασιλεία Του, μὲ τοὺς λόγους: «Ἐὰν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω»[11]. Ἡ συμπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν εἶναι ὁ Ἴδιος, τὸ Ἀρνίον, ποὺ «ποιμαίνει» τοὺς ἐκλεκτούς Του «καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»[12].

Τό τροπάριο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀποδίδει πολὺ ὄμορφα τὸ νόημα αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἐκφράζει τέλεια τὸν πόνο καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς, ποὺ ἂν καὶ βάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ τὴν ἀκηδία ποὺ πολεμάει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου, ὡστόσο, στρέφεται μὲ ὅλη τὴν ἔφεσή της πρὸς τὸν Κύριο, ἐκζητώντας τὴν κραταιὰ βοήθειά Του, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐπαξίως νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο.

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχήν, εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας· ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω. Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι»[13].

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ οὐδέτερο. Ἐπαγγέλεται τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἔνωση τοῦ χοϊκοῦ καὶ πεπερασμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄπειρο Θεό. Πολὺ θὰ ὠφελούμασταν, ἂν κάναμε δική μας, προσωπικὴ προσευχὴ λόγους σὰν τοὺς παραπάνω ἢ ἄν, ὡς προετοιμασία γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Πεντηκοστὴ θεοπρεπῶς, διαβάζαμε καθημερινὰ ἀργὰ καὶ προσεκτικὰ τὸν Ἄμωμο[14], ἀφήνοντας τὰ νοήματά του νὰ διαπεράσουν τὸ εἶναι μας. Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς ἐκφράζει καὶ καλλιεργεῖ τὴν ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καθὼς βάζει σὲ λόγια τὴν ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ «ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»[15]· τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ νὰ μεταβεῖ ἀπὸ «τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα»[16], ἀπὸ αὐτὴ τὴν παροδικὴ καὶ μάταιη ζωή, στὴν αἰώνια καὶ πλούσια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ παραμένει ἡ προσδοκία γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς σταθερὴ καὶ αὐξανόμενη, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρει συνεχῶς στὸν νοῦ του τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν ἀναμένει. Πρέπει νὰ μὴν ἀποκάμνει στὴν προσευχή να καταξιωθεῖ «σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου»[17]. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μεγάλη ἔμπνευση, διότι προσδοκοῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἐρχομὸς Του ἦταν γι’ αὐτοὺς ἐπικείμενος ἀνὰ πᾶσα στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχονταν: «Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος»[18]. Ἤξεραν ὅτι η χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸν ἐρχομό της, ποὺ τελείωναν τὴν προσευχὴ τους λέγοντας, «μαρὰν ἀθά», «ἔρχου, Κύριε». Δεν περίμεναν παθητικά, μὲ ἀδράνεια, ἀλλὰ Τὸν καλοῦσαν νὰ ἔλθει ταχέως. Καὶ ὄχι μόνο Τὸν καλοῦσαν, ἀλλὰ «ἔσπευδον πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Θεοῦ»[19], ἔτρεχαν πρὸς τὸν Κύριο, ἐπισπεύδοντες τὴν παρουσία Του. Η προσμονή τους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ ἐπισκίαζε τὰ πάντα καὶ τοὺς ἐνέδυε μὲ τὴν τόλμη νὰ ὁδηγοῦνται μὲ θάρρος ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο. Μὲ τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων, χάρη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς μεσιτεῖες τους, στερεώθηκε καὶ διατηρήθηκε ἡ πίστη πάνω στὴ γῆ.

Ἂς προετοιμαστοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὴ μεγάλη καὶ τελευταῖα ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν πίστη, ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσο μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν»[20], ὥστε νὰ τοὺς ὁδηγήσει «ἐν γῇ εὐθείᾳ». Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τὲ καὶ βεβαίαν»[21], ἂς παραδοθοῦμε στὸν συσσεισμὸ τῆς ἐνέργειας τοῦ Πνεύματός Του και ἄς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ὥστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νὰ δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποίο θά μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στὰ αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε, ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Και για ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομιά, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία[22], τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν».

*****

_________________________

Παραπομπές:

  1. Ἀποκ. 21,6.
  2. Βλ. Λούκ. 24,49.
  3. Βλ. Ψάλμ. 16,15.
  4. B΄ Κόρ. 1,3.
  5. Ἰωάν. 14,16-17.
  6. Ψάλμ. 50,19
  7. Βλ. Β΄ Πετρ. 1,19.
  8. Βλ. Ψάλμ. 103,23.
  9. Ψάλμ. 41,3.
  10. Ἤσ.12,3.
  11. Ἰωάν. 7,37.
  12. Ἀποκ. 7,17.
  13. Ἀπολυτίκιον Μεσοπεντηκοστῆς.
  14. Ψάλμ. 118.
  15. Φιλιπ. 1,23.
  16. Ἑσπερινὸς Δευτέρας Ἁγίου Πνεύματος, ε’ Εὐχὴ γονυκλισίας.
  17. Βλ. Λούκ. 21,36.
  18. Οἱ Ἀποστολικοὶ Πατέρες, Διδαχή, Ἔκδ. οἶκος Ἀστήρ, Ἄλ. καὶ Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1953, πάρ. 10, στίχος 6, σ. 18.
  19. Βλ. Β΄ Πετρ. 3,12.
  20. Λούκ. 11,13.
  21. Ἑβρ. 6,19.
  22. Βλ. Πράξ. 2,39.