
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026
Το Πνεῦμα, λοιπόν, σοφίζει τοὺς θεοσόφους Πατέρες... καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει ἕναν τρόπο γιὰ νὰ βροῦν πάλι τὴ χάρη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθινὰ θαυμαστὸς καὶ κατ' ἐξοχὴν ἐπιστημονικός.
Αναμνήσεις από συναντήσεις μου με τον όσιο Γέροντα Παΐσιο (Α’)

Η πρώτη επίσκεψη στον Γέροντα Παΐσιο πραγματοποιήθηκε τη Μεγάλη Τρίτη του 1981. Ήταν τότε και η πρώτη μετάβασή μου στον αγιώνυμο Άθωνα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, για να περάσουμε εκεί την Μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση. Θυμάμαι πως μαζί μου ήταν και οι Νεόφυτος Τσάππας (σημ. αρχιμ. Νήφων Βατοπεδινός), Γεώργιος Χριστοδούλου (σημ. αρχιμανδρίτης και αρχιγραμματέας της Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου), Χρήστος Παπαβασιλείου από τον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου (θεολόγος). Οι ίδιοι ήταν παρόντες και στην εφεξής δεύτερη συνάντηση μου με τον Γέροντα (Νοέμβριος 1981).
Φθάνοντας έξω από το περιφραγμένο κελλί του Γέροντος, συναντήσαμε απρόσμενα γνωστό θεολόγο από την Κύπρο, που περίμενε πριν από μας. «Τι γίνεται, Χ., πώς βρίσκεσαι εδώ;», ερωτήσαμε. «Με έστειλε ο Πνευματικός μου, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, να συζητήσω με τον Γέροντα κάτι σοβαρό, που με απασχολεί», μας απάντησε. Μετά από λίγο, μας άνοιξε ο Γέροντας.
Δεν είχε τότε άλλους, θυμάμαι, και ο Γέροντας στην αρχή «περίλαβε» τον θεολόγο, που προαναφέραμε! Πριν δηλ. αρχίσουμε να του ομιλούμε, απευθύνθηκε αυστηρά σ’ αυτόν και, ναι με αγάπη, αλλά του έκανε παρατηρήσεις (σημειώστε, τον γνώριζε από χρόνια, από το κελλί του Τιμίου Σταυρού, και τον αγαπούσε). «Τι είναι αυτά τα πράγματα, βρε Χ.;», του είπε. «Τι είναι αυτές οι ταμπέλλες, που ακούω ότι βάζεις για μένα εκεί κάτω στην Κύπρο και με διαφημίζεις»; Αυτά είπε ο Γέροντας, διότι πράγματι ο Χ. διηγείτο αρκετά στην Κύπρο περί του Γέροντος, ασφαλώς για ψυχική των άλλων ωφέλεια, αλλά μετά αυξάνονταν οι επισκέπτες του Γέροντος κι αυτός τα πληροφορήθηκε προφανώς από άλλους Κυπρίους, και δεν τον ανέπαυε τούτο. Κι αμέσως μας είπε να πάμε πιο πέρα, σε κάτι κούτσουρα στην άκρη της αυλής του, για να μην ακούμε τι έλεγε στον Χ. Το μόνο που βλέπαμε από εκεί ήταν ότι του μιλούσε έντονα ο Γέροντας, ασφαλώς για το καλό του! Βεβαίως, θα μίλησαν και για το θέμα, για το οποίο είχε έρθει.
Κατόπιν, έφυγε ο Χ. και μας κάλεσε κοντά ο Γέροντας. Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως! Βέβαια, μας ταπείνωσε κι εμάς ο Γέροντας με τρόπο, ως εξής: Πριν από εμάς, ήταν κοντά του ένα άλλο παιδί από την Κύπρο, με τον οποίο γνωριζόμαστε καλά (ήμασταν κάποτε μαζί στα κατηχητικά σχολεία), ένας πράγματι εξαίρετος αγνός νέος, με ήθος σπάνιο, αριστούχος στο σχολείο, φοιτητής τότε ιατρικής, ο Χ. Π., και τον οποίο είδαμε, που ερχόταν από τον Γέροντα. Ο Γέροντας δεν ήξερε ασφαλώς πως γνωριζόμαστε, και μας είπε: «Εσείς, δεν είστε τίποτα! Πριν λίγο, ήταν εδώ κάποιος πατριώτης σας. Αυτός είναι καλό παιδί, με ιδανικά, με αγάπη στον Χριστό και στην πατρίδα, με πόθο να προσφέρει!»
Θυμάμαι πως είχαμε πάρει στον Γέροντα για ευλογία κάτι ψώνια (ένα καρβέλι, κάτι παξιμάδια και λίγες ντομάτες, από όσο θυμάμαι) από ένα μαγαζί στις Καρυές. Αλλά αυτός μας κατσιάδασε: «Τι μου τα φέρατε όλα αυτά;» Πού να σκεφθούμε τότε εμείς τα παιδαρέλια, πως του χαλούσαμε το ασκητικό του πρόγραμμα;
Κατόπιν μας είπε διάφορα ψυχωφελή. Θυμάμαι, που, κατά παρότρυνση του παπα-Θανάση του Σιμωνοπετρίτη (του σημερινού Υμνογράφου· είχαμε προηγουμένως περάσει από την Σιμωνόπετρα), τον ερωτήσαμε ταπεινά για τους λεγομένους «αόρατους ασκητές» του Αγίου Όρους (νομίζω κι αν είναι επτά ή δώδεκα), και μας είπε ότι πράγματι υπάρχουν. Μας περιέγραψε δε και τη συνάντηση, που είχε με ένα από αυτούς και την εντύπωση που του προξένησε, και το πώς, με τι κουρέλια ήταν ντυμένος. Μας είπε πως φορούσε κάτι σαν σακούλα, πιασμένη στον λαιμό με μια ραφίδα (σακκοράφι). Αργότερα ο Γέροντας δημοσίευσε το γεγονός της συνάντησής του αυτής με τον άγνωστο εκείνο ασκητή στο βιβλίο του Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα (εκδ. Ιερό Ησυχαστήριο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 46-47).
Ένας από τα παιδιά της ομάδας μας, ήταν ο Κύπριος Α., που κατόπιν έγινε και μοναχός. Πολύ εκδηλωτικός και συναισθηματικός ο Α., ζήτησε κάποια ευλογία από τον Γέροντα, και αυτός έδωσε σε όλους μας από ένα κομβοσχοινάκι, από εκείνα που έπλεκε συνομιλώντας με τους επισκέπτες του. Ο Α. όμως ήθελε κι άλλη, σπουδαιότερη ευλογία! Και, βγάζει ο Γέροντας απ’ την τσέπη του ένα απ’ αυτά τα παλαιότερα αργυρά ρολόγια τσέπης, που κλείνουν με καπάκι, και του το δίνει! Ενώ όμως συνομιλούσαμε με τον Γέροντα, ο Α., αφού περιεργάστηκε το ρολόι, πρόσεξε ότι δεν δούλευε, ήταν χαλασμένο! Και το είπε στον Γέροντα. Οπότε αυτός του απαντάει: «Βρε Α., τώρα είναι Μεγάλη Εβδομάδα, παιδί μου, είναι αργίες, και γι’ αυτό δεν δουλεύει το ρολόι!»
Κι όταν κατόπιν ο Α. άρχισε να ερωτά τον Γέροντα για πράγματα υψηλά, πώς έρχονται τα δάκρυα και η κατάνυξη, του απάντησε προσφυέστατα ο Γέροντας: «Άκου, βρε Α., αν θες κατάνυξη και δάκρυα, είναι εύκολο να τα αποκτήσεις. Πάρε ένα σακκί κρεμμύδια, κι άρχισε να τα καθαρίζεις, και θα έρθουν και τα δάκρυα!»…
Σημειώστε, μέχρι που να κοιμηθεί ο Γέροντας και, παρόλο που είχε γίνει μοναχός ο Α. και άλλαξε όνομα, όταν επισκεπτόταν τον Γέροντα, όπως πληροφορήθηκα, τον αποκαλούσε και πάλιν, βρε Α.! Γράφω τέτοιες λεπτομέρειες, γιατί μέσω αυτών διαφαίνεται και η διάκριση και ποιμαντική προσέγγιση του Γέροντα σε διαφόρους ανθρώπους, που τον πλησίαζαν και έπρεπε να βοηθήσει τον καθένα κατά την περίπτωσή του.
Φεύγοντας, μας έδωσε πίσω εκείνα τα λίγα τρόφιμα που του είχαμε πάρει και μαζί και άλλες τσάντες με φαγώσιμα, και μας είπε: «Εγώ, δεν έχω ανάγκη απ’ αυτά. Ξέρετε τον πατριώτη σας, τον γέρο-Ιωσήφ στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος;» (*) «Όχι, Γέροντα», απαντήσαμε. «Ευκαιρία να τον γνωρίσετε. Σ’ αυτόν να πάτε τα τρόφιμα αυτά, γιατί αυτός έχει πράγματι ανάγκη». Έτσι και κάναμε. Πριν αναχωρήσουμε όμως, ο Γέροντας έκοψε ένα κομματάκι από το καρβέλι που του πήγαμε και σταύρωσε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με το τεμάχιο εκείνο του ψωμιού. Μετά μας ρώτησε:«Προς τα πού πέφτει η Κύπρος»; Του δείξαμε, και στράφηκε προς την Ανατολή και σφράγισε και προς τα εκεί με το σημείο του σταυρού… Πήραμε την ευχή του Γέροντα και, ερωτώντας, ανακαλύψαμε την… τρώγλη, όπου οικειοθελώς ζούσε μόνος ο ευλογημένος εκείνος μοναχός, που χάρηκε πράγματι με την επίσκεψή μας. Και, φαίνεται, ο Γέροντας Παΐσιος θα έστελνε κατά καιρούς βοήθεια και στον παππού εκείνο, χωρίς όμως να το γνωρίζει αυτός. Γιατί, όταν ερωτήσαμε τον γέρο-Ιωσήφ αν γνώριζε τον Γέροντα Παΐσιο, που του έστελνε τα πράγματα, μας είπε πως δεν τον γνώριζε!
Ο Κυρ Αντώνης
κύρ Φώτης Κόντογλου_Η χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ μυαλά, γιατὶ εἶναι ἡ βαθύτερη ποίηση, ἡ ἄβυσσο τῆς ποίησης.

Και όμως οι μέλισσες έχουν συναισθήματα!

Διηγούνται γιά τό Γάλλο γερουσιαστή Renaud τό ἀκόλουθο ἀνέκδοτο.
«Διηγούνται γιά τό Γάλλο γερουσιαστή Renaud τό ἀκόλουθο ἀνέκδοτο. Ὅταν γιά πρώτη φορά βρέθηκε ἀπ' τά Πυρηναῖα στο Παρίσι, ὡς γερουσιαστής, νοίκιασε μερικά δωμάτια σ᾿ ἕνα ξενοδοχεῖο καί πλήρωσε προκαταβολικῶς ἕνα μῆνα, 150 φράγκα. Ο ξενοδόχος τον ρώτησε ἂν θέλη ἀπόδειξι.
Ὁ Renaud ἀπάντησε:
—Ὄχι, δέν χρειάζεται. Ὁ Θεός μᾶς βλέπει.
—Πιστεύετε στο Θεό;, ρώτησε ὁ ξενοδόχος.
Ἀσφαλῶς καί ἐσεῖς;
—Ὄχι, κύριε, ἐγώ δέν πιστεύω.
—Τότε, εἶπε ὁ γερουσιαστής, δώσετέ μου γρήγορα μία ἀπόδειξι».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ. ΟΥΡΑΝΙΟΙ ΟΔΟΔΕΊΚΤΕΣ.
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΗΣ ΙΩΆΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΑΓΊΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026.
Ἡ ἐπιλεκτικὴ κανονικότης τῶν Ἐπισκόπων καὶ ἡ ἐκκοσμικευμένη ἐξουσία
Γράφει ο Δημήτριος Λογοθέτης, θεολόγος
Στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα βρίσκεται καθημερινὰ ἐνώπιον μιᾶς ἔντονης ἀντίφασης. Ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἄμβωνα, μέσα ἀπὸ ἐγκυκλίους σημειώματα καὶ δημόσιες νουθεσίες, οἱ ἐπίσκοποι ὑπενθυμίζουν ἀδιάκοπα στοὺς πιστοὺς τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς κανονικότητος. Ὁ ἁπλὸς λαὸς καλεῖται σὲ ἀδιάπτωτη προσήλωση στὰ ἐκκλησιαστικὰ παραγγέλματα: νὰ τηρεῖ μὲ ἀπόλυτη αὐστηρότητα τὶς καθορισμένες νηστεῖες, νὰ ἀποφεύγει κάθε ἐκκοσμικευμένη συμπεριφορά, νὰ πειθαρχεῖ στοὺς ἠθικοὺς φραγμούς, νὰ ὑποτάσσει τὴ ζωή του στὸ πνεῦμα τῶν κανόνων.
Τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, ἕνα πέπλο σιωπῆς καλύπτει τὴν κορυφὴ τῆς διοικητικῆς πυραμίδας. Οἱ ἴδιοι ποιμένες ποὺ ἀξιώνουν ἀπόλυτη συμμόρφωση ἀπὸ τὸ ποίμνιο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ δικά τους προνόμια, τὴν δική τους λειτουργικὴ ἐμφάνιση καὶ τὴν στελέχωση τοῦ μηχανισμοῦ ἐξουσίας τους, παρακάμπτουν ἀσύστολα τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μὲ μιὰ αὐθαίρετη μετάθεση τῆς ἔννοιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» —ἡ ὁποία ἱστορικὰ θεσπίστηκε ὡς ἔσχατο φάρμακο σωτηρίας καὶ ποτὲ ὡς προνόμιο θεσμικῆς ἀσυλίας— ἡ ἱεραρχία νομιμοποιεῖ τὴν παρανομία βαπτίζοντάς την «κρατοῦσα συνήθεια».
Ὅμως, ὅπως διακήρυξε μὲ παρρησία ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, λόγος ποὺ ἐπισφραγίζει ὁλόκληρη τὴν κανονική μας συνείδηση, «συνήθεια ἄνευ ἀληθείας, παλαιότης πλάνης ἐστίν». Ἡ ἐπιλεκτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων, ὅπου ἡ ἀκρίβεια προορίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς ἀδυνάμους καὶ ἡ οἰκονομία γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, ἀνακαλεῖ ἀναπόφευκτα τὸν φοβερὸ ἔλεγχο τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ νομικισμοῦ τῶν Φαρισαίων: «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά» (Ματθ. κγ΄ 4).
Ἡ θεσμικὴ αὐτὴ ὑποκρισία δὲν εἶναι ἀφηρημένη· ἐκδηλώνεται καθημερινὰ μέσα ἀπὸ συγκεκριμένες, παγιωμένες πρακτικές, μὲ κορυφαῖες τὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς αὐτοκρατορικῆς μίτρας, τὴν πρόωρη χειροτονία ἀνώριμων κληρικῶν καὶ τὴν παραμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σὲ ἕνα σῶμα γραφειοκρατῶν ἀρχιμανδριτῶν ποὺ νέμονται τὴν ἐξουσία.
Δὲν ὑπάρχει ἐπίσκοπος, ποὺ νὰ μὴ ἔχει καταδικάσει ἀπὸ ἄμβωνος τὴν ματαιοδοξία, τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν κοσμικὴ ἀμφίεση τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονται στοὺς ναούς. Οἱ λαϊκοὶ ἐγκαλοῦνται συχνά, ἐὰν τὰ ἐνδύματά τους δὲν μαρτυροῦν σεμνότητα καὶ συντριβή. Ἐντούτοις, ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐκφέρει αὐτὲς τὶς ἐπικρίσεις, εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ Βῆμα φορώντας ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἐνσαρκώνει ἱστορικὰ τὴν ἀπόλυτη κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια: τὴν χρυσοκέντητη, βαρύτιμη καὶ λιθοκόλλητη μίτρα.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἐπισκόπου νὰ ἵσταται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὡς ἐστεμμένος μονάρχης, ἀποτελεῖ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σταυρικοῦ ἤθους τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν λειτουργεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Καίσαρα, ἀλλὰ «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν φόρεσε στέμμα ἀπὸ χρυσὸ καὶ σμαράγδια, ἀλλὰ τὸν ἀκάνθινο στέφανο τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς θυσίας.
Γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια, ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρξε ἀπόλυτα πιστὴ σὲ αὐτὸν τὸν λόγο. Ὁ ἐπίσκοπος λειτουργοῦσε μὲ ἀκάλυπτη κεφαλή, φέροντας τὸ ταπεινὸ ἀρχιερατικὸ φελώνιο καὶ τὸ ὠμοφόριο. Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 1453 καὶ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ὀθωμανικοῦ συστήματος τῶν μιλλέτ, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀνέλαβε πολιτικὴ ἡγεσία (Millet-başi), υἱοθετώντας τὰ σύμβολα τοῦ ἐκλιπόντος Αὐτοκράτορος. Σταδιακά, μέσα ἀπὸ ἕνα κῦμα μιμητισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικῆς ματαιοδοξίας, τὸ στέμμα διαδόθηκε σὲ ὅλους τοὺς μητροπολίτες, τοὺς ἐπισκόπους, ἀκόμη καὶ σὲ ἁπλοὺς τιτουλαρίους, ἱκανοποιώντας τὴν προσωπική τους κενοδοξία.
Ἡ υἱοθέτηση ἑνὸς τέτοιου ἀντικειμένου συγκρούεται μετωπικὰ μὲ τὴν ῥητὴ κανονικὴ νομοθεσία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες ὄχι ἁπλῶς δὲν προέβλεψαν ποτὲ στέμματα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καταδίκασαν κάθε μορφὴ πολυτέλειας καὶ ἐξωτερικοῦ ἐξωραϊσμοῦ.
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Νίκαια, 787), στὸν ις΄ (16ο) Κανόνα της, στηλιτεύει μὲ τρόπο ἀνεπίδεκτο παρερμηνείας τὴ χλιδὴ τῶν ἱερωμένων:
«Πᾶσα βλακεία καὶ καλλωπισμὸς σώματος, ἀλλότρια τῆς ἱερατικῆς ἐστι τάξεως καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, τοὺς λαμπραῖς καὶ περιβλέπτοις ἐσθῆσι ἑαυτοὺς κατακοσμοῦντας, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δὲ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς μύροις χριομένους…».
Ὁ ὅρος «βλακεία» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ κανονικὴ γλώσσα δὲν ὑποδηλώνει τὴν μωρία, ἀλλὰ τὴν μαλθακότητα, τὸν περιττὸ πλοῦτο, τὴν χλιδὴ καὶ τὴν τρυφηλὴ ζωή. Ἡ Σύνοδος ὁρίζει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος ποὺ περιβάλλεται λαμπρὰ καὶ περίβλεπτα ἐνδύματα πρέπει νὰ διορθώνεται, καὶ ἂν ἐπιμένει, νὰ ὑποβάλεται σὲ ἐπιτίμιο.
Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἐν Τρούλλῳ, 692), μὲ τὸν κζ΄ (27ο) Κανόνα της, ἀπαγορεύει ῥητὰ τὴν ἀνάρμοστη ἐνδυμασία:
«Μηδεὶς τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀνοίκειον ἀμφιεννύσθω ἐσθῆτα, μήτε ἐν ἀποδημίᾳ τυγχάνων, μήτε ἐν πόλει ἀναστρεφόμενος, ἀλλὰ ταῖς ἤδη τοῖς ἐν κλήρῳ τελοῦσιν ἀπονεμηθείσαις στολαῖς κεχρήσθω. Εἰ δέ τις τοῦτο πράξειεν, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἀφοριζέσθω».
Ἕνα δεύτερο, ἐξίσου βαθὺ σύμπτωμα τῆς ἴδιας παθογένειας εἶναι ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποία οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι χειροτονοῦν ἱερεῖς σὲ ἐξαιρετικὰ νεαρὴ ἡλικία. Νέοι εἴκοσι δύο, εἴκοσι τριῶν ἢ εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ κάποια θεολογικὴ σχολὴ ἢ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο, ὁδηγοῦνται στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ ἐνδύονται τὸ πετραχήλι τοῦ πρεσβυτέρου.
Στὸ κήρυγμά τους πρὸς τοὺς πιστούς, οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι ἐξυμνοῦν τὴν ἀνάγκη τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας. Διδάσκουν ὅτι καμία ἀπόφαση στὴ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ἐπιπόλαια, ὅτι ὁ γάμος ἀπαιτεῖ ὡριμότητα, ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ προϋποθέτει ὑπομονὴ καὶ ἄσκηση. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν δική τους δικαιοδοσία, παρακάμπτουν κάθε ἔννοια δοκιμασίας. Γιατί συμβαίνει αὐτό;
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπῆρξε ἀνέκαθεν κατηγορηματικὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν ἄφησε περιθώρια παρερμηνειῶν, διότι ἀναγνώριζε ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα καὶ ἡ διαποίμανση ψυχῶν δὲν εἶναι ὑπόθεση ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ καρπὸς πνευματικῆς ὡρίμανσης.
Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (692), στὸν ιδ΄ (14ο) Κανόνα της, θέτει τὸ ὅριο μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια:
«Ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κρατείτω κανών, ὥστε πρεσβύτερον πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μὴ χειροτονεῖσθαι, κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ’ ἀποταμιεύεσθαι μέχρι τῶν ἱκανῶν ἐτῶν. Ὁ γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ τριακοστῷ ἔτει ἐβαπτίσθη, καὶ ἤρξατο διδάσκειν. Ὡσαύτως μήτε διάκονος πρὸ τῶν εἴκοσι πέντε ἐτῶν, μήτε διακόνισσα πρὸ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν προχειριζέσθω».
Ἡ φράση ποὺ συνθλίβει κάθε σύγχρονη δικαιολογία εἶναι τὸ «κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος». Οἱ Πατέρες προέβλεψαν τὸ ἐπιχείρημα: ἀκόμα κι ἂν ὁ ὑποψήφιος διακρίνεται γιὰ τὴν εὐφυΐα του, τὴν ἁγνότητά του ἢ τὴν μόρφωσή του, ὀφείλει νὰ ἀναμείνει τὴν συμπλήρωση τοῦ τριακοστοῦ ἔτους. Τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἠθικολογικό, ἀλλὰ ὀντολογικὸ καὶ χριστολογικό. Ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν ξεκίνησε τὸ δημόσιο σωτηριῶδες ἔργο Του πρὶν τὸ τριακοστὸ ἔτος, ἔτσι καὶ ὁ οἰκονόμος τῶν μυστηρίων Του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προτρέχει.
Παρόμοια παρέκκλιση συναντᾶται καὶ στὸ πεδίο τοῦ μοναχισμοῦ. Στὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἔμπρακτη ἄρνηση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ὁ μοναχός, κατὰ τὴν κουρά του, δίνει ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Βήματος τρεῖς ἱερὲς ὑποσχέσεις: παρθενία, ὑπακοὴ καὶ ἀκτημοσύνη. Ὑπόσχεται νὰ πεθάνει γιὰ τὸν κόσμο, ὥστε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστό.
Στὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἔχει ὑποστεῖ πρωτοφανῆ ἐκφυλισμό. Ἑκατοντάδες νέοι κείρονται μοναχοὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες, ἐγγράφονται εἰκονικὰ στὰ μοναχολόγια ἀπομακρυσμένων ἢ ἱστορικῶν μονῶν, τὶς ὁποῖες δὲν ἐπισκέπτονται σχεδὸν ποτέ, καὶ ἀμέσως μετακομίζουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα.
Αὐτοὶ οἱ «μοναχοὶ» δὲν ζοῦν σὲ μοναστήρια. Ζοῦν σὲ ἰδιωτικὰ διαμερίσματα στὶς πρωτεύουσες, ὁδηγοῦν αὐτοκίνητα καὶ συναναστρέφονται ἐπιχειρηματικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους. Στελεχώνουν τὰ γραφεῖα τῶν Μητροπόλεων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποτελεῖ εὐθεῖα καταπάτηση τοῦ θεμελιώδους κανονικοῦ πλαισίου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451). Οἱ Πατέρες τῆς Χαλκηδόνας, διαβλέποντας τὸν κίνδυνο νὰ μετατραπεῖ ὁ μοναχισμὸς σὲ ὄργανο κοσμικῆς ἀνάμειξης, ἔθεσαν ὅρια ἀπαραβίαστα.
Ὁ δ΄ (4ος) Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποτελεῖ κόλαφο γιὰ τὴν σύγχρονη κατάσταση:
«…Ἔδοξε τοίνυν, μηδένα μὲν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδὲ συνιστᾶν μοναστήριον, ἢ εὐκτήριον οἶκον, παρὰ γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· τοὺς δὲ καθ’ ἑκάστην πόλιν καὶ χώραν μονάζοντας ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντας· μήτε δὲ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιωτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἢ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντας τὰ ἴδια μοναστήρια, εἰ μή ποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ὑπὸ τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου…».
Πῶς ἀπαντᾶ ἡ ἐπισκοπικὴ συνείδηση σὲ αὐτὰ τὰ ῥητὰ προστάγματα; Μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀδιαφορία. Οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συντηροῦν, ἐνθαρρύνουν καὶ ἀναπαράγουν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι χρειάζονται αὐλικούς, γραμματεῖς καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα χωρὶς οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις.
Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀρχιμανδρίτες τοποθετοῦνται ὡς προϊστάμενοι σὲ μεγάλες ἐνορίες τῶν πόλεων, παραμελοῦν τὰ καθημερινὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας —τὴν ἐξομολόγηση, τὴν κατήχηση, τὴν φιλανθρωπία— ὡς δευτερεύουσες ἐνασχολήσεις, κατάλληλες μόνο γιὰ τοὺς «κατώτερους» ἔγγαμους ἱερεῖς. Ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἔγγαμους ἱερεῖς ὄχι ὡς συλλειτουργοὺς καὶ ἀδελφούς, ἀλλὰ ὡς ὑφισταμένους ὑπαλλήλους.
Ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» ἔχει διαστρεβλωθεῖ πλήρως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴν οἰκονομία ὡς συγκατάβαση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς: «ἵνα μὴ τὸ ἀσθενὲς ἀπόλλυται». Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν ὅτι ἡ οἰκονομία θὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς ἄλλοθι, γιὰ νὰ διατηροῦν οἱ ἐπίσκοποι τὰ αὐτοκρατορικά τους προνόμια, νὰ παρακάμπτουν τὰ ὅρια ἡλικίας, γιὰ νὰ βολέψουν εὐνοουμένους τους καὶ νὰ μετατρέπουν τοὺς μοναχοὺς σὲ γραφειοκρατικοὺς ὑπαλλήλους τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων. Αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία· εἶναι αὐθαιρεσία καὶ καταφρόνηση τῶν Πατέρων.
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026
Όταν στα μάτια σε κοιτώ
Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας.
Του κύρ Φώτη Κόντογλου
Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα η ν’ αποκτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.
Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Άλλα τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πώς έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέλφια τους, …τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πώς οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;».
Αυτά είναι λογία καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; θα πει πως νομίζει πώς θα ξεγελάσει τον Θεό. Άλλα «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται.
Κι’ όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, Θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, άλλα να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να ‘χεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λογία του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».
Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέλφια τους.
Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι κάλο να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το ‘χει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πώς κρύφτηκε από αυτόν.
Ποσό αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πώς το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πώς τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ’ όλη την οικούμενη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι’ από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Η οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τούς αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πώς δεν θα περάσει πολύς καιρός πού θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ασάλευτο θεμέλιο, Έκδ. Ακρίτας
Μ. Μπόλαρης: Εγκλημα με τη συναίνεση του κράτους στο Σινά
Ο Μάρκος Μπόλαρης, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών / νομικός, μιλάει στην τηλεόραση της «Ν»
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ (4)
η συνεχεια απο εδω
Η ομολογία της αγιοπατερικής και αποστολικής πίστεως και η διαφύλαξη της ακεραιότητός της είναι το κύριο μέλημα όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι και η βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι «να διαφυλάξει ολόκληρο και αλώβητο τον αποστολικό και ευαγγελικό κανόνα της πίστεως» [ D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546]. Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου εντέλλονται: «να ακολουθήσουμε κατά πάντα ό,τι οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι έκαναν για την προστασία της πίστεως» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 184]. «Γιατί είναι μία και αυτή η πίστη που ομολόγησαν οι τέσσερεις Σύνοδοι και η Ε΄» [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 9].
Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Προς αυτά ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες και Διδασκάλους της αγίας Εκκλησίας του Θεού, Αθανάσιο, Ιλάριο, Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Αμβρόσιο, Αυγουστίνο, Πρόκλο, Λέοντα, Ιωάννη Κωνσταντινουπόλεως και αποδεχόμαστε ό,τι αυτοί έγραψαν και ερμήνευσαν περί της ορθής πίστεως και για την καταδίκη των αιρετικών. Τηρήσαμε πάντοτε και τηρούμε την πίστη την εξ αρχής παραδοθείσα από τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό στους αγίους Αποστόλους και κατόπιν την κηρυχθείσα σε ολόκληρη την οικουμένη και ερμηνευμένη εκ μέρους των αγίων Πατέρων και ιδιαίτερα εκείνων, οι οποίοι συμμετείχαν στις τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και τους οποίους κατά πάντα ακολουθούμε [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 13]. Δηλώνουμε, λοιπόν, ότι τηρήσαμε και τηρούμε ό,τι αποφάσισαν και αποφάνθηκαν οι παραπάνω τέσσερεις Οικουμενικές Σύνοδοι, καθώς αυτές, παρ’ όλο που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιόδους, εν τούτοις διαφύλαξαν και ανακεφαλαίωσαν τη μία και αυτή ομολογία πίστεως. Χάρη της ομοψυχίας στις εκκλησίες, είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τις Άγιες τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και να τηρούμε αδιάβλητα όσα αυτές όρισαν» . «Και οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτά υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος του Αγίου, το Οποίο μιλούσε δι’ Αυτών» [ J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 16].
Τα δόγματα είναι τα αιώνια θεανθρώπινα αγιάσματα. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε παν-περιληπτικώς να τα κατανοήσει ούτε να τα διανοηθεί. «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις!» Τα δόγματα είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά μέχρις ενός σημείου και μόνον με νου Χριστού, νου χριστοποιημένο. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου βροντοφωνάζουν ότι τα δόγματα δεν είναι έργο βασιλέων, αλλά Αρχιερέων, οι οποίοι έχουν νου Χριστού[J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 978].
Ο Άγιος Πατριάρχης Ταράσιος, πρόεδρος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, διευκρινίζει στην Σύνοδο: «Όσον αφορά στα δόγματα, το να κάνουμε μικρό ή μεγάλο σφάλμα είναι το ίδιο, γιατί και στις δύο περιπτώσεις ανατρέπουμε τον νόμο του Θεού» [ό.π., σ. 1080]. «Δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους αγίους Πατέρες, αντιθέτως, σαν να έχουν μία ψυχή κηρύττουν το ένα και το αυτό και διδάσκουν το ένα και το αυτό» [ό.π., σ. 1088]. «Ό,τι ορίστηκε στις Εκκλησίες του Θεού και είναι προς δόξαν και τιμή του Θεού, όλα είναι άγια και οφείλουμε να τα σεβόμαστε» [ό.π., σ. 1083].
Οι άγιοι Πατέρες είναι οι θεματοφύλακες της Οικουμενικής Εκκλησίας· είναι οι άγρυπνοι φρουροί των νοητών τειχών της. Είναι αυτοί που ανέκοψαν τις επελάσεις όλων των εχθρικών στρατιών και με την ρομφαία του πνεύματος απέκρουσαν τις αρχαίες αιρέσεις και πλάνες. Η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δηλώνει: «Ας μας κατευθύνουν οι διδαχές των θεορρημόνων Πατέρων. Αντλώντας από αυτούς, ξεδιψάσαμε με την Αλήθεια· ακολουθώντας τους, εκδιώξαμε το ψεύδος· διδασκόμενοι από αυτούς δεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες. Οι Πατέρες και εμείς παραμένουμε υπάκουα τέκνα και τιμούμε την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας. Πιστεύοντας στον Ένα Θεό, Τον δοξαζόμενο εν Τριάδι, αποδεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες και σε εκείνους που αυτό δεν αποδέχονται ανάθεμα, και ας είναι εκδιωγμένοι μακριά από την Εκκλησία. Ακολουθούμε τον αρχαίο νόμο της Οικουμενικής Εκκλησίας. Τηρούμε τις εντολές των Πατέρων. Ανάθεμα σε όποιον προσθέσει κάτι στην διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας αλλά και σε όποιον αφαιρέσει από αυτήν την διδασκαλία» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 133]. «Τηρώντας κατά πάντα την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων κηρύττουμε αυτήν την διδασκαλία με ένα στόμα και μία καρδιά· μη προσθέτοντας τίποτε, μη αφαιρώντας τίποτε από εκείνο που μάς παραδόθηκε. Αντιθέτως, σε τούτα στηριζόμαστε και αυτά δυναμώνουμε. Ομολογούμε και διδάσκουμε έτσι όπως όρισαν και βεβαίωσαν οι Άγιες και Οικουμενικές Έξι Σύνοδοι» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 129].
Αφού η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε τις απαραίτητες αποφάσεις και ο κάθε συμμετέχων τις υπέγραψε λέγοντας: «υπέγραψε και όρισε», η Αγία Σύνοδος διακηρύττει: «Όλοι έτσι πιστεύουμε, όλοι έτσι φρονούμε, όλοι είμαστε σύμφωνοι σε αυτό και θέσαμε τις υπογραφές μας. Αυτή είναι η ευαγγελική πίστη, αυτή είναι η ορθόδοξη πίστη, αυτή βεβαιώνεται, ως πίστη οικουμενική» [ό.π., σ. 397].
Στην Επιστολή που αναφέρεται στις εργασίες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και την οποία οι άγιοι Πατέρες αποστέλλουν στους αιρετικούς και στους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται: «Εργαστήκαμε στην Παράδοση της Οικουμενικής (:ήτοι Καθολικής / Συνοδικής) Εκκλησίας και τίποτε δεν αφαιρέσαμε ούτε και προσθέσαμε και με αγάπη δεχόμαστε ό,τι εξαρχής δέχθηκε γραπτώς και προφορικώς η Αγία Οικουμενική Εκκλησία, αλλά και οι αγιογραφημένες εικόνες. Εκείνο πάλι που απέρριψαν οι θείοι Πατέρες, απορρίπτουμε και εμείς και το θεωρούμε εχθρικό προς την Εκκλησία. Η αληθής και δικαιότερη κρίση της Εκκλησίας, συνίσταται σε τούτο: Να μην επιτραπούν εν τη Εκκλησία καινοτομίες, όπως και να μην αφαιρεθεί το παραμικρό. Και έτσι ακολουθώντας τους πατρώους νόμους και λαμβάνοντας την Χάρη του Ενός Πνεύματος, διαφυλάξαμε ό,τι αφορά στην Εκκλησία ακέραιο και χωρίς αφαιρέσεις, όπως μάς το παρέδωσαν οι Άγιοι των Έξι Οικουμενικών Συνόδων και ό,τι παρέδωσαν εκείνοι στην Εκκλησία αξίζει σεβασμού και το δεχόμαστε χωρίς αμφιβολίες» [ό.π., σ. 409]. «Σε εκείνους πάλι που οτιδήποτε προσθέτουν στην διδασκαλία της Καθολικής (:ήτοι Οικουμενικής / Συνοδικής) Εκκλησίας ή οτιδήποτε αφαιρούν από αυτήν, ανάθεμα» [ό.π., σ. 416].
«Επειδή αυτά έτσι είναι και επειδή έτσι το επιβεβαιώσαμε, αποδεχόμαστε ασμένως και αγαπητικώς τους θείους κανόνες και τηρούμε πλήρως και αναμφιβόλως την εδραίωση αυτών των κανόνων, των παρατεθέντων σάλπιγγι του Αγίου Πνεύματος, των πανενδόξων Αποστόλων και των έξι Οικουμενικών Συνόδων, όπως και των Τοπικών Συνόδων, οι οποίες συνήλθαν χάριν της εδραιώσεως αυτών των εντολών και τέλος εκ μέρους πάντων των Αγίων Πατέρων μας. Όλοι αυτοί κατέστησαν φωτισμένοι από το Ένα και Ίδιο Πνεύμα και νομοθέτησαν εκείνο το οποίο είναι ωφέλιμο. Και εκείνους που αυτοί παραδίδουν στο ανάθεμα, τους ίδιους και εμείς αναθεματίζουμε και εκείνους που αυτοί εξέβαλαν, εκείνους και εμείς αποβάλλουμε. Σε όποιον πάλι επιβάλλουν επιτίμιο, στον ίδιο και εμείς το πράττουμε»[ό.π., σ. 417].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 300-306.
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς_Ἡ μόνη ἐπανάσταση πού κάνει τόν ἄνθρωπο πιό εὐγενικό εἶναι ἡ ἐπανάσταση τοῦ χριστιανισμοῦ.

Λογοκρισία στο διαδίκτυο με πρόσχημα την προστασία των ανηλίκων;
Τα βιβλία σου μάς προσφέρουν το ύδωρ της ζωής, ξεδιψώντας τις ψυχές μας.
ΔΡΑΜΑ _Δάσος Φρακτού
Το Παρθένο Δάσος Φρακτού, στη Δράμα, ξεχωρίζει για το εντυπωσιακό και σπάνιο φυσικό του περιβάλλον. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα πλούσια χλωρίδα και πανίδα, ενώ αποτελεί ένα μοναδικό οικοσύστημα όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη.
Μαζί, λοιπόν, στο Άγιον Όρος με τον Γεράσιμο
Απόσπασμα από τον Πρόλογο του π. Νικολάου Λουδοβίκου στο βιβλίο "Λάμψη ο π. Γεράσιμος κι αν είδες, είδες"
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026
Τι λόγια να βρεις να πεις!
ΤΡΙΚΑΛΑ :Χορευτικό του Χορευτικού Ομίλου Τρικάλων από την εκδήλωση στο Μουσείο Τσιτσάνη "Η γυναίκα της υπαίθρου πυλώνας της ζωής" με διοργανώτρια την Νικολέτα Τζιωρτζιώτη.
Ὁ προφήτης Ωσηέ (+17 Οκτ.) κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ παντρεύτηκε μιά γυναίκα πόρνη, ἡ ὁποία τόν ἄφηνε καί ἔφευγε· ὕστερα μετανοημένη ξαναγύριζε, καί ὁ Θεός τοῦ ἔλεγε: «Νά τή δεχθεῖς»

«Συγχρόνως μέ τήν βοήθεια ἀπό τούς ἰατρούς, θά παρακαλέσωμε μέ πίστη τόν Θεό γιά τήν ἴασή μας»
























