Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Ολόκληρο το σούρουπο βυθίζεται αργά στη λέξη που δεν ειπες...

 Μπορεί να είναι εικόνα κουκουβάγια, έκλειψη και λυκόφως

Η εξαίρετη Δεναξά για την δαιμονισμένη ελίτ των Βρυξελών

Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα, η ερημίτισσα των ημερών μας

 

«Ήταν παρούσα δίπλα μας, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη εκεί όπου όλοι λαχταρούμε να φτάσουμε.» — η μοναχή Νεκταρία, η αδελφή της κατά σάρκα


Γεννήθηκε το έτος 1970, σύγχρονή μας με τους περισσότερους από εμάς. Κι όμως ο δρόμος που ακολούθησε ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν που θα περιμέναμε από έναν άνθρωπο της εποχής μας: άφησε τον κόσμο κι ανέβηκε να ασκηθεί στο βουνό, με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, όπως άλλοτε η Οσία Θεοδώρα της Σίχλας. Το επίγειο όνομά της ήταν Ροντίκα Λαζάρ· η Εκκλησία επρόκειτο να την τιμήσει ως Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα.

Υπάρχουν καιροί που η έρημος μοιάζει να έχει αδειάσει από ασκητές. Οι μεγάλοι ερημίτες του περασμένου αιώνα έφυγαν ένας ένας, κι ο κόσμος, παρασυρμένος από τον θόρυβό του, άρχισε να πιστεύει ότι η αδιάλειπτη προσευχή των βουνών έμεινε μια ιστορία του Γεροντικού, ωραία, αλλά τελειωμένη. Κι όμως, ακριβώς στα χρόνια μας, σε μια βουνοκορφή της Μπουκοβίνας, μέσα σε χιονοθύελλα και παγετό, μια νεαρή γυναίκα συνέχισε το αδιάκοπο νήμα της ησυχίας, μέσα στη σιωπή και τα δάκρυα, σχεδόν άγνωστη σε όλους. Το έτος 2025 η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά της, καταγράφοντάς την στη χορεία των οσίων.

Η ζωή της δεν μας άφησε πολλά λόγια. Οι ερημίτες δεν γράφουν απομνημονεύματα. Αλλά τα λίγα που έμειναν — συγκεντρωμένα από τις μαρτυρίες της αδελφής της, της μαθήτριάς της στην έρημο, των πνευματικών της και του ιεράρχη που έκανε την ανακομιδή των οστών της — αρκούν για να μας δείξουν πόσο βαθιά μπορεί να είναι η δίψα μιας ψυχής για τον Θεό.

Η παιδική ηλικία στις όχθες του ρυακιού Μπένι

Γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1970, στο χωριό Μπένια της κοινότητας Μόλντοβα-Σουλίτσα του νομού Σουτσεάβα, σε πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια, από τους γονείς Βασίλειο και Μαρία Λαζάρ. Ήταν έντεκα παιδιά, από τα οποία δύο πέθαναν μικρά· εννέα μεγάλωσαν μαζί. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ροντίκα.

 

Την πρώτη της ανατροφή την ανέλαβε η γιαγιά Ευδοκία, γυναίκα αυστηρή στα του αγιασμού, που ήταν όμως συνάμα και η χαρά των παιδιών, επειδή τα έπαιρνε πάντοτε μαζί της στην εκκλησία. Οι γονείς τα πήγαιναν συχνά στα μοναστήρια, ιδίως στις μεγάλες εορτές, και κάποτε πήγαιναν με τα πόδια από το ένα μοναστήρι στο άλλο — ένας δρόμος που ήταν από μόνος του προσκύνημα, όπου ο κόπος γινόταν ευλογία. Έτσι έμαθε από μικρή τον δρόμο προς τους μεγάλους πατέρες της περιοχής του Νεάμτς, συνήθεια που δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει ποτέ.

Γύρω στα δέκα της χρόνια βρήκε στο σπίτι ένα Ωρολόγιο. Άρχισε να διαβάζει από αυτό και δεν αποχωρίστηκε πια από αυτό: πήγαινε τις δύο αγελάδες του σπιτιού να βοσκήσουν και διάβαζε στην όχθη του νερού. Το πρώτο προσκύνημα που άναψε την καρδιά της το έκανε όταν ήταν στην έβδομη τάξη, στη Μονή Αγάπια· από εκεί γύρισε με ακόμη πιο δυνατό τον πόθο για τον Θεό. Η αδελφή της θυμάται ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθε την Ελισάβετ να αρχίζει να ζει έναν άλλο κόσμο — ήταν δίπλα τους, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη αλλού.

Η είσοδος στη Μονή Πασαρέα

Τον Σεπτέμβριο του 1986, στα δεκαέξι της, ξεκίνησε για προσκύνημα με δύο ξαδέλφες, αναζητώντας δρόμο και συμβουλή σε αρκετούς πνευματικούς. Έλαβε συμβουλή από τον π. Κλεόπα της Σιχαστρίας, προσκύνησε στην Τσέρνικα, και ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ τις κατεύθυνε προς τη Μονή Πασαρέα, κοντά στο Βουκουρέστι. Εκεί, ο πόθος για τον Θεό την κυρίεψε ολότελα και έμεινε, δεκτή στην αρχή ως αδελφή, στον καιρό της υπακοής και της δοκιμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα πρώτα βήματά της προς τον μοναχικό βίο βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των ίδιων μεγάλων πνευματικών που επρόκειτο αργότερα να την ευλογήσουν για την έρημο.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1990, την εορτή του Αγίου Ιεράρχη Σπυρίδωνος, εκάρη ρασοφόρος από τον αρχιμανδρίτη Μακάριο Ιονίτσα, πνευματικό της μονής, και έλαβε το όνομα Ελισάβετ. Η κύρια υπακοή της ήταν η εργασία στο εργαστήριο μεταλλοτεχνικής σμίλευσης του Ρουμανικού Πατριαρχείου, που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της μονής, όπου κατασκευάζονταν λατρευτικά αντικείμενα. Την ίδια εποχή έμαθε και την εκκλησιαστική ψαλτική, παρακολουθώντας τη Σχολή Ψαλτικής Μουσικής του Βουκουρεστίου.

Τα Ιεροσόλυμα και η δοκιμασία του θανάτου

Το 1996, έπειτα από πρόσκληση της μοναχής Τιμοθέας, στάλθηκε να υπηρετήσει μακριά από τη χώρα, στην Αντιπροσωπεία του Ρουμανικού Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους, στη Ρουμανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Εκεί ήταν παρεκκλησιάρισσα και ψάλτρια στο αναλόγιο. Ήταν τότε είκοσι έξι ετών και είχε πίσω της σχεδόν μία δεκαετία μοναχικής ζωής.

Στην Αγία Γη αρρώστησε βαριά. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ζωής της, η δοκιμασία από την οποία πήγασαν όλα τα υπόλοιπα. Έπειτα από μια δυνατή κρίση έπεσε σε κατάσταση παρόμοια με τον κλινικό θάνατο. Οι μοναχές που την παρακολουθούσαν μαρτυρούν ότι επί τρεις μέρες δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της με κανέναν τρόπο, και οι γιατροί δεν της έδιναν πια ελπίδα ζωής.

Η μαρτυρία που έδωσε αφού συνήλθε τους κατέπληξε όλους. Τη γνωρίζουμε από δύο διακριτές μαρτυρίες, μία παλαιότερη και μία μεταγενέστερη: μια επιστολή ενός μοναχού που τη συνάντησε χρόνια αργότερα και τη διήγηση της μαθήτριάς της στην έρημο, της μοναχής Πελαγίας. Οι δύο συμπίπτουν σε όλα τα ουσιώδη.

Μια μοναχή είχε έρθει στο κρεβάτι της και την είχε προτρέψει: προσευχήσου στον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ τον Χοζεβίτη του Νεάμτς, γιατί κι εκείνος βασανίστηκε από την ίδια αρρώστια και πέρασε τον ίδιο πόνο σε αυτό το νοσοκομείο. Εκείνη άρχισε να προσεύχεται με δύναμη, σχεδόν με απόγνωση. Τότε η ψυχή της βγήκε από το σώμα. Θα διηγούνταν αργότερα, κλαίγοντας κάθε φορά που το έκανε, ότι δαίμονες την άρπαξαν και την οδήγησαν στην κόλαση, όπου ένιωσε τα βασανιστήρια και όπου είδε, ανάμεσα στους βασανιζόμενους, αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς — όσους γνώριζαν το θέλημα του Δεσπότη και ραθύμησαν. Εκείνη δεν θέλησε ποτέ να πει τα ονόματα όσων είδε εκεί, παρά μόνο να προσεύχεται γι’ αυτούς.

 

Κραύγασε προς την Παναγία και τον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ να την βγάλουν από εκεί. Εκείνοι ήρθαν, επέπληξαν τους δαίμονες — γιατί αρπάξατε μια ψυχή που δεν έχει κριθεί; — έπειτα η Παναγία έφυγε, και ο Όσιος Ιωάννης την οδήγησε μέσα από τις ομορφιές του Παραδείσου. Πέρασε, έλεγε, από ένα λιβάδι με πρασινάδα και λουλούδια, όπου κάθε φύλλο χλόης, όταν το άγγιζε, έβγαζε έναν ήχο ουράνιας αρμονίας, ήχους που δεν λέγονται με λόγια. Όταν διηγούνταν αυτό, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Αλλά, στις πύλες της Βασιλείας, ακούστηκε μια φωνή σαν βροντή: δεν είναι άξια να μπει εδώ· πηγαίνετέ την πίσω στη γη, να μετανοήσει. Και ο Όσιος Ιωάννης, επιστρέφοντάς την στο σώμα της, της είπε: Ο Θεός σου χάρισε ακόμη χρόνια ζωής, για να μετανοήσεις· πρόσεξε πώς θα τα περάσεις.

Εδώ αξίζει να σταθούμε για μια στιγμή, με την ίδια νήψη με την οποία στάθηκε και η ίδια. Διότι, πράγμα άξιο προσοχής, η Γερόντισσα δεν σταμάτησε ποτέ στην ομορφιά όσων είδε. Κάθε φορά που η χαρά της ανάμνησης του Παραδείσου άρχιζε να φωτίζει το πρόσωπό της, εκείνη συγκρατούσε αμέσως τον νου της, κατηγορώντας τον εαυτό της: αυτή η ταλαίπωρη, αντί να σκέφτεται τα βασανιστήρια που την περιμένουν, ονειρεύεται τον Παράδεισο! — και ξεσπούσε σε κλάματα. Ήταν ακριβώς σύμφωνα με τον λόγο του αββά Βησσαρίωνος, που ο π. Κλεόπας επαναλάμβανε: αν είσαι σε ειρήνη και ησυχία, τότε να ταπεινώνεσαι περισσότερο, μήπως μπει ξένη χαρά στην ψυχή σου. Η πατερική Παράδοση, από τον Άγιο Ιγνάτιο Μπριαντσανίνωφ ως τους μεγάλους ασκητές της εποχής μας, αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή τα οράματα για τον άλλο κόσμο, γνωρίζοντας ότι ο εχθρός μεταμορφώνεται συχνά σε άγγελο φωτός. Το ασφαλέστερο σημάδι ότι μια τέτοια δοκιμασία προέρχεται από τον Θεό δεν βρίσκεται στη λαμπρότητα του οράματος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος περνά τις ημέρες που ακολουθούν: αν εισέλθει σε βαθιά μετάνοια, τότε ήταν προς σωτηρία. Και η ζωή της Γερόντισσας Ελισάβετ είναι ακριβώς η απόδειξη αυτού του σημαδιού. Όταν συνήλθε, η αρρώστια είχε εξαφανιστεί — αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κάνει μετάνοιες και να κλάψει, λέγοντας ότι πρέπει να μετανοήσει. Μερικοί νόμισαν ότι παραμιλά εξαιτίας της αρρώστιας. Μόνο μία μοναχή την κατάλαβε.

 

Η επιστροφή και η αναζήτηση της ευλογίας

Επέστρεψε στη χώρα το 1997. Η αδελφή της θυμάται ένα περιστατικό εκείνων των ημερών, που δείχνει ποια εσωτερική αλλαγή είχε επιφέρει μέσα της η δοκιμασία των Ιεροσολύμων: καταλαμβανόμενη ξαφνικά από μια αρπαγή της καρδιάς, έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα του Σωτήρος επί μία ημέρα και ολόκληρη νύχτα, χωρίς να κινηθεί. Εκπλήρωσε για λίγο καιρό ακόμη υπακοές στην Πασαρέα, αλλά η κοινοβιακή ζωή δεν ήταν πια στα μέτρα όσων έφερε στην ψυχή της. Βαθιά σημαδεμένη από τη δοκιμασία που είχε περάσει, διάλεξε τον δρόμο της ερήμου — όχι κατά το θέλημά της, αλλά με τον ίσιο δρόμο της υπακοής.

Έκανε αυτό που είχε μάθει από παιδί: πήγε και συμβουλεύτηκε τους μεγάλους πνευματικούς, ζητώντας ευλογία. Ήδη από τα νιάτα της είχε για κάποιο διάστημα καθοδηγητή τον π. Παΐσιο Ολάρου της Σιχαστρίας. Τώρα ζήτησε ευλογία από τον π. Κλεόπα Ηλίε της Σιχαστρίας, από τον π. Αρσένιο Παπατσιόκ του Τεκιργκιόλ και από άλλους δοκιμασμένους πατέρες. Στον Κλεόπα και στον Αρσένιο διηγήθηκε την ίδια την εμπειρία του κλινικού θανάτου, κι εκείνοι της έδωσαν την ευλογία τους, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλα προέρχονται από τον Θεό. Ο τελευταίος λόγος του π. Αρσενίου έμεινε περίφημος: Πήγαινε, γενναία, στην έρημο!

Όχι τυχαία αναζήτησε τον Αρσένιο Παπατσιόκ. Εκείνος, όπως και άλλοι μεγάλοι μοναχοί, είχε ζήσει ο ίδιος τη «ζωή των βουνών» στα δύσκολα χρόνια του κομμουνιστικού διωγμού, όταν τα μοναστήρια ήταν κλειστά και οι ασκητές διώκονταν. Όποιος είχε γνωρίσει την τραχύτητα της κρυψώνας μπορούσε να ευλογήσει εν γνώσει του έναν τέτοιο δρόμο.

Έφερε από τα Ιεροσόλυμα και ένα πολύτιμο κειμήλιο: τη ζώνη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ του Χοζεβίτη, που έλαβε, κατά τη μαρτυρία της μαθήτριάς της, από τη μοναχή Μαγδαληνή, αδελφή του π. Ιωαννικίου, μαθητή του οσίου. Η Γερόντισσα κόλλησε τη ζώνη πάνω σε μια άλλη, για να μη φθαρεί, και τη φορούσε σε όλη της τη ζωή. Με αυτήν επρόκειτο κάποτε να αμυνθεί απέναντι σε μια αρκούδα· και μέσω αυτής έγιναν, κατά μαρτυρίες, θεραπείες, ιδίως για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά.

 

Η έρημος του Τζιουμαλάου

Διάλεξε τον ορεινό όγκο Ραράου-Τζιουμαλάου, που γνώριζε από την παιδική της ηλικία, με την ησυχία και την αγριότητά του. Στο όρος Τζιουμαλάου έσκαψε μια υπόγεια καλύβα στον βράχο, βοηθούμενη από έναν αδελφό, τον Ιωάννη, και από τον π. Βαρλαάμ της Μονής «Όσιος Ιωάννης Ιάκωβ ο Χοζεβίτης» στο Κορλάτσενι-Ποζορίτα — αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πνευματικός της στα χρόνια του βουνού. Σε αυτούς τους πρώτους καιρούς άσκησης, στις 6 Αυγούστου 1998, την εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, έλαβε το μικρό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Θεοδώρα — «δώρο του Θεού».

Σε λίγο κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη σε εκείνο το βουνό: υπήρχαν και μερικοί μοναχοί και μερικές μοναχές, που ασκούνταν κρυμμένοι. Σκέφτηκε τότε μια μικρή σκήτη σκαμμένη στον βράχο, όπου οι ερημίτες θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται στην ακολουθία. Με τη βοήθεια του π. Βαρλαάμ, μερικών αδελφών και ορισμένων καλόκαρδων χριστιανών, κουβάλησαν τα υλικά στο βουνό και έσκαψαν στην πέτρα ένα μικρό κατάλυμα — θαμμένο περισσότερο από το μισό μέσα στον βράχο — με ένα εκκλησάκι, έναν προθάλαμο και δύο κελιά. Η σκήτη ήταν έτοιμη το 2004· την πρώτη ακολουθία τέλεσε ο επίσκοπος Γεράσιμος, την εορτή του Αγίου Προφήτη Ηλία. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος Πίμεν Σουτσεάβας, ο οποίος είπε στην ερημίτισσα λόγια που εκείνη θα δέχθηκε με δέος: Μητέρα Θεοδώρα, προσευχήσου και για μένα τον αμαρτωλό!

Σε εκείνο το βουνό δεν έμεινε χωρίς καθοδήγηση. Για την πνευματική της φροντίδα φρόντισε πρώτα ο π. Βησσαρίων Μπρεαμπάν — ο ιερομόναχος Βαρσανούφιος — από την Ποζορίτα, ένας από τους πατέρες που γνώριζαν τα μυστικά του Τζιουμαλάου· και μετά την εκδημία του προς τον Κύριο, τη φροντίδα ανέλαβε ο π. Βαρλαάμ, ηγούμενος της Μονής του Κορλάτσενι-Ποζορίτα. Έτσι φαίνεται ότι η ζωή της, όσο κρυμμένη κι αν ήταν, βρισκόταν κάτω από την τάξη της υπακοής και μιας σαφούς πνευματικής γενεαλογίας, όχι κάτω από το θέλημα του εαυτού. Όταν ήρθε ο καιρός του μεγάλου σχήματος, ο π. Βαρλαάμ, γνωρίζοντας την επιθυμία της Γερόντισσας, ζήτησε από τη σταυροφόρο Μαρίνα Αντρεΐκα, ηγουμένη της Μονής Τεοντορένι, να κεντήσει τα δύο σχήματα· κι εκείνη, ως ευχαριστία, της έστειλε ένα εσώρασο και ένα γιλέκο που φορούσε, και όσοι τα παρέλαβαν τα θεώρησαν ευλογίες.

Στις 19 Απριλίου 2006 έλαβε το μεγάλο σχήμα, τον υψηλότερο βαθμό του μοναχισμού, ανακτώντας το όνομα της ρασοφορίας: Ελισάβετ. Η αλλαγή του ονόματος — από Θεοδώρα πάλι σε Ελισάβετ — ήταν και ένας τρόπος να χαθούν τα ίχνη της, διότι άρχισαν να την αναζητούν οι άνθρωποι, και η απόκρυψη είναι η ίδια η καρδιά αυτής της κλήσης. Το μεγάλο σχήμα απαιτεί ακόμη πιο αυστηρή άσκηση, στο κελί, με κύριο δώρο την σχεδόν αδιάλειπτη προσευχή και τη σιωπή. Κατά τον λόγο του επισκόπου που επρόκειτο να κάνει την ανακομιδή της, στην τάξη του μεγάλου σχήματος επιτρέπεται στους μεγαλόσχημους να λένε μόνο επτά λέξεις την ημέρα. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί δεν μας έμειναν πολλά λόγια γι’ αυτήν: τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε σιωπώντας.

Έζησε στο βουνό, στη σιωπή, την προσευχή και την πλήρη αφιέρωση, επί δεκαεπτά χρόνια. Κάποτε, εξαιτίας δασικών υλοτομιών που διατάραξαν την ησυχία του Τζιουμαλάου, αναγκάστηκε να μετακινηθεί στα βουνά του Νεάμτς, στον τόπο που ονομάζεται «Ράπα λουι Κορόι», επιστρέφοντας έπειτα στο κελί της στον βράχο. Με τι τράφηκε σε εκείνο το κρύο, πώς νίκησε τη χιονοθύελλα με τη θέρμη της προσευχής — ερωτήματα στα οποία μόνο εκείνη θα μπορούσε να απαντήσει, κι εκείνη σώπασε. Δέχτηκε επιθέσεις από θηρία και βασανίστηκε από τους αόρατους εχθρούς, αλλά φυλάχθηκε, έλεγε, από τη χάρη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ, που ξεχυνόταν πάνω στη ζώνη που φορούσε. Είχε και μαθήτριες· μία από αυτές, η μοναχή Πελαγία, έζησε δίπλα της στο Τζιουμαλάου τα τελευταία της χρόνια, μαρτυρώντας ότι η Γερόντισσα την ευλογούσε για κάθε πράγμα που έκανε.

Από τη μαρτυρία αυτής της μαθήτριας γνωρίζουμε και την τάξη των ημερών τους, που μας δίνει μια καθαρή εικόνα της αυστηρότητας και της ομορφιάς εκείνης της ζωής. Η ημέρα ξεκινούσε γύρω στις τρεις το απόγευμα, με τον Εσπερινό και το Απόδειπνο, η κάθε μοναχή στο κελί της· ακολουθούσε ο βραδινός κανόνας, μεταξύ οκτώ και δέκα, και έπειτα η νυχτερινή αγρυπνία, που με τον καιρό αυξήθηκε από δύο σε τέσσερις ώρες. Έτρωγαν μία φορά την ημέρα, και ο ύπνος, κατακερματισμένος ανάμεσα στις προσευχές, συμπληρωνόταν μόλις σε πέντε περίπου ώρες. Η Γερόντισσα την προέτρεπε να προσεύχεται ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στο κοινόβιο, «διότι εδώ, στην ησυχία, δεν έχουμε ούτε τις φροντίδες του κόσμου ούτε καν εκείνες του μοναστηριού».

Η ίδια μαθήτρια διηγείται πόσο ήπια ήταν με τα άγρια πλάσματα του βουνού. Η Οσία έλεγε ότι φοβάται περισσότερο τους ανθρώπους παρά τα θηρία. Ένα ελάφι ερχόταν να φάει από την παλάμη της· κι όταν ένα φίδι έμπαινε κάποτε στο κελί, εκείνη το έβγαζε έξω με πραότητα, χωρίς φόβο. Η αδελφή της προσθέτει ότι, όταν συναντούσε θηρία του βουνού — αρκούδα, λύκους ή τσοπανόσκυλα — τα απομάκρυνε με την προσευχή και με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Όποιος είχε συμφιλιωθεί με τον Θεό είχε συμφιλιωθεί, σαν να λέμε, και με ολόκληρη την κτίση — όπως διαβάζουμε για τους αρχαίους οσίους, μπροστά στους οποίους τα θηρία έχαναν την αγριότητά τους.

Είχε λάβει από τον Θεό και το χάρισμα να βλέπει τα κρυμμένα. Η αδελφή της μαρτυρεί, από περιστατικό που έζησε η ίδια, πώς η Οσία γνώρισε διά της χάριτος ότι η Νεκταρία δεν έπρεπε να δεχθεί τη βαριά χειρουργική επέμβαση που της είχε προταθεί — και ο λόγος της αποδείχθηκε σωτήριος. Τέτοια χαρίσματα ούτε τα αναζητούσε ούτε τα επιδείκνυε· φανερώνονταν από μόνα τους, στην υπηρεσία της αγάπης προς τους γύρω της.

 

Ήταν ταπεινή μέχρι του σημείου να αρνείται να καθοδηγεί. Όταν ο μοναχός που τη συνάντησε στη Σίχλα προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει για την προσευχή, εκείνη δεν βιάστηκε να δώσει συμβουλές, ούτε να καθίσει στη θέση του καθοδηγητή — σημάδι όσων έχουν πέσει σε οίηση — αλλά τον έστειλε να διαβάσει το Σμπόρνικ. Κι όταν εκείνος επέμεινε, ζητώντας τη γνώμη της πέρα από τον λόγο του ίδιου του πνευματικού του, του απάντησε: αν ο πνευματικός σε συμβούλεψε, ο ίδιος ο Θεός τον ενέπνευσε· ποια είμαι εγώ, η αμαρτωλή, για να βάλω τον λόγο μου πάνω από πνευματικό;

Η κάθοδος από τα βουνά και η εκδημία προς τον Κύριο

Το 2014, ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε της εξάντλησε τις δυνάμεις, και ο πνευματικός ευλόγησε τη Γερόντισσα και τις μαθήτριές της να κατέβουν από το βουνό και να πάνε σε μοναστήρι. Με την ψυχή καμένη από τον πόθο της ερήμου όπου πέρασε τόσα χρόνια, η Ελισάβετ δέχθηκε εντούτοις με ταπείνωση να επιστρέψει στη μονή της μετανοίας της, όπου συνέχισε την ίδια τάξη προσευχής και άσκησης που είχε αποκτήσει στην έρημο.

Εξεδήμησε προς τον Κύριο στις 5 Ιουνίου 2014, λίγο πριν συμπληρώσει σαράντα τέσσερα χρόνια — με το σώμα εξασθενημένο από την αρρώστια και τους κόπους της άσκησης, αλλά, όπως ειπώθηκε, με ψυχή νεανική και φωτισμένη από τον πόθο του Θεού. Ετάφη την επομένη στη Μονή Πασαρέα, τη μονή της μετανοίας της, όπου ασκείται και η αδελφή της κατά σάρκα, η μοναχή Νεκταρία.

 

Η ένταξη στη χορεία των αγίων

Στη συνεδρία εργασίας της 1ης Ιουλίου 2025, στη Μεγάλη Αίθουσα (Aula Magna) «Πατριάρχης Θεόκτιστος» του Πατριαρχικού Μεγάρου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Δανιήλ, η Αγία Σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενέκρινε την αγιοκατάταξη της μεγαλόσχημης μοναχής Ελισάβετ Λαζάρ, με τον τίτλο Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα και με ημέρα εορτασμού την 5η Ιουνίου. Η γενική ανακήρυξη της αγιοκατάταξης έγινε στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου στις 6 Φεβρουαρίου 2026, μαζί με τη χορεία των δεκαέξι Ρουμάνων γυναικών με αγία ζωή, ενώ η τοπική ανακήρυξη στη Μονή Πασαρέα ορίστηκε για την ημέρα της εορτής της, 5 Ιουνίου 2026, μαζί με την Οσία Φιλοθέη της Πασαρέα.

Πριν από αυτό, στις 16 Ιανουαρίου 2026, ο Θεοφιλέστατος Τιμόθεος Πραχοβεάνουλ, βοηθός επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Βουκουρεστίου, τέλεσε την ακολουθία της ανακομιδής των οστών της, ώστε να τοποθετηθούν προς προσκύνηση στον ναό της μονής. Ο ιεράρχης μαρτυρούσε ότι, αν δυσκολεύτηκε να σταθεί μία μόνο ώρα στο κρύο του νεκροταφείου της Πασαρέα μέσα σε μια χειμωνιάτικη μέρα, τόσο περισσότερο του αποκαλυπτόταν η αυστηρότητα της ζωής εκείνης που είχε ασκηθεί επί χρόνια μέσα στη χιονοθύελλα του βουνού. Στην ακολουθία εκείνη ευχαρίστησε την οικογένεια της Οσίας, επισημαίνοντας ότι ο πατέρας και τα αδέλφια της είναι ακόμη εν ζωή — σημάδι του πόσο κοντά μας έζησε αυτή η οσία.

Σήμερα, στο πρώην κελί της Οσίας Ελισάβετ της Πασαρέα ζει η αδελφή της, η μοναχή Νεκταρία, μαζί με μια ανιψιά που διάλεξε κι αυτή τον μοναχικό δρόμο. Η αδελφή θυμάται ότι η Οσία τη δίδασκε να μην μένει ποτέ χωρίς τη φροντίδα της προσευχής, λέγοντας ότι η μεγαλύτερη πλάνη των καιρών μας είναι η αναβολή της προσευχής. Τη δίδασκε ακόμη, για τους ταραγμένους καιρούς μας, να μην απαντούμε στις προκλήσεις της ημέρας με θόρυβο και αντίσταση, αλλά να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον και να αναζητούμε την ειρήνη πριν από τη δικαιοσύνη, διότι τότε είμαστε με τον Θεό και έχουμε χαρά και ειρήνη μέσα στην προσευχή και στην καρδιά. Και όταν μιλά γι’ αυτήν, το κάνει με τρόμο: σήμερα, που η Εκκλησία την ονομάζει Αγία, εγώ την αποκαλώ αγία αδελφούλα μου — αλλά το κάνω με δέος, γιατί καταλαβαίνω ότι ο Θεός ενήργησε μέσα της περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε εμείς να πούμε, να δούμε ή να καταλάβουμε.


Η Οσία Ελισάβετ δεν μας άφησε γραπτή διδασκαλία, ούτε πολλά λόγια. Μας άφησε μια ζωή. Σε έναν κόσμο της άνεσης, όπου ξεχνούμε συχνά τα πραγματικά αναγκαία, λάμπει σαν τους ερημίτες των παλιών καιρών και μας καλεί να εκτιμούμε τον χρόνο και να αφιερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από αυτόν στον Θεό. Μας δείχνει ότι η έρημος δεν έμεινε χωρίς ασκητές, ότι το νήμα της αδιάλειπτης προσευχής δεν έχει κοπεί, και ότι, όσο υπάρχουν ψυχές που «ουκ έκαμψαν γόνυ τη Βάαλ», ο κόσμος δεν είναι χαμένος.

Οσία Ελισάβετ, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών!

Αφιερωμένη η ανάρτηση στο αγαπημένο μας Μόρφου Νεόφυτο 


Σημείωση για τις πηγές

Ο παρών βίος συντάχθηκε από τις μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν άμεσα, με προσπάθεια να διακριθούν τα καλά θεμελιωμένα από τις αβέβαιες λεπτομέρειες.

Για τα χρονολογικά και κανονικά στοιχεία ακολουθήθηκε το συναξάρι που δημοσίευσε η Αρχιεπισκοπή Βουκουρεστίου με αφορμή την ανακομιδή της 16ης Ιανουαρίου 2026.

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

ΣΤΙΒΕΝ ΧΟΚΙΝΓΚ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

~Όταν η επιστήμη προσπαθεί να απαντήσει σε ερώτηση που ξεπερνά τα όριά της~
Ο μακαρίτης ο Στίβεν Χόκινγκ υπήρξε αναμφισβήτητα ένα από τα λαμπρότερα επιστημονικά μυαλά της εποχής του. Γι’ αυτό και, ομολογώ, απορώ πώς ένας άνθρωπος με τέτοια επιστημονική οξυδέρκεια μπορεί, όταν περνά από τη φυσική στη μεταφυσική, να καταλήγει σε ένα επιχείρημα τόσο αδύναμο.Ειχέ πει χαρακτηριστικά ότι,
«Το σύμπαν δημιουργήθηκε αυθόρμητα από το τίποτα, σύμφωνα με τους νόμους της επιστήμης, επομένως δεν χρειάζεται Θεό».
Από ποιο τίποτα όμως;
Γιατί το κβαντικό τίποτα δεν είναι το απόλυτο τίποτα. Προϋποθέτει ήδη φυσικούς νόμους, κβαντικά πεδία, μαθηματική δομή και ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να συμβούν φυσικά φαινόμενα.Άρα δεν μιλάμε για μηδενική ύπαρξη. Μιλάμε για μια ήδη υπάρχουσα φυσική πραγματικότητα οπότε το ερώτημα επιστρέφει, ακόμη πιο δύσκολο..
Γιατί υπάρχουν αυτοί οι νόμοι;
Ποιος εξηγεί την ύπαρξή τους; Γιατί υπάρχουν αυτοί και όχι άλλοι; Γιατί υπάρχει ένα σύμπαν που υπακούει σε μαθηματική τάξη; Αλλά κυρίως, γιατί υπάρχει κάτι αντί για απολύτως τίποτα;
Το να πεις "οι νόμοι της φυσικής το εξηγούν" δεν απαντά στο ερώτημα αλλά αντίθετα το μεταφέρει ένα βήμα πίσω.Επίσης το επιχείρημα ότι "δεν υπήρχε χρόνος πριν από το Big Bang, άρα δεν υπήρχε χρόνος για να δημιουργήσει ο Θεός" παρουσιάζει ένα ακόμη λογικό πρόβλημα.
Αν ο χρόνος και ο χώρος ανήκουν στο ίδιο το δημιουργημένο σύμπαν, τότε γιατί θα έπρεπε ο Δημιουργός να βρίσκεται μέσα στον χρόνο για να δημιουργήσει τον χρόνο;
Είναι σαν να ρωτάμε κάτι του τύπου"Σε ποιο σημείο του χώρου βρίσκεται αυτός που δημιούργησε τον ίδιο τον χώρο;"
Η επιστήμη προφανώς είναι ανεκτίμητη όταν μας εξηγεί πώς λειτουργεί το σύμπαν. Δεν σημαίνει όμως ότι, επειδή περιγράφουμε τους μηχανισμούς του, απαντήσαμε και στο γιατί. Ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλυτερη σύγχυση.Ο Χόκινγκ αλλά και κανένας επιστήμονας δεν απέδειξε ότι δεν υπάρχει Θεός. Ο συγκεκριμένος υιοθέτησε την άποψη ότι δεν χρειάζεται Θεός ως υπόθεση μέσα στο επιστημονικό μοντέλο του σύμπαντος. Αυτό βέβαια είναι απολύτως διαφορετικό.
Η επιστήμη μπορεί να μας πει πώς σχηματίστηκαν οι γαλαξίες. Πώς συμπεριφέρονται τα σωματίδια. Πώς εξελίχθηκε το σύμπαν.
Δεν μπορεί όμως, μόνο με τις εξισώσεις της, να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει Δημιουργός.
Γιατί το να εξηγήσεις τους κανόνες ενός παιχνιδιού δεν σημαίνει ότι εξήγησες γιατί υπάρχει το παιχνίδι.
Τέλος κάτι ακόμη πολύ σημαντικό.
Το να πεις "δεν γνωρίζω γιατί υπάρχει το σύμπαν" πιστεύω είναι επιστημονικά έντιμο.
Το να πεις όμως αυθαίρετα ότι "δεν υπάρχει Θεός επειδή η επιστήμη δεν τον χρειάζεται" είναι φιλοσοφικό συμπέρασμα και σίγουρα όχι επιστημονική απόδειξη.Για μένα, λοιπόν, η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν ο Χόκινγκ ήταν ιδιοφυΐα αλλά αν η ιδιοφυΐα στη φυσική μετατρέπει αυτομάτως κάθε μεταφυσικό συμπέρασμα σε επιστημονική αλήθεια.
Και η απάντηση είναι ξεκάθαρα Όχι.
Θα πρέπει να καταλάβουν αργά ή γρήγορα όσοι είναι δογματικοί και κάθετοι ότι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του σύμπαντος δεν είναι μόνο ότι υπάρχει αλλά ότι υπάρχει τάξη μέσα στην ύπαρξη, μαθηματική αρμονία μέσα στο χάος και ένας ανθρώπινος νους ικανός να τα ανακαλύπτει.Το να ονομάσουμε αυτή την τάξη «φυσικούς νόμους» περιγράφει τι συμβαίνει όμως δεν απαντά σε καμία περίπτωση στο γιατί υπάρχει κάτι που υπακούει σε αυτούς τους νόμους.
Και αυτό το «γιατί» παραμένει.
 
 «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.»
Καταλήγοντας το μεγαλύτερο λάθος δεν είναι να πιστεύεις στον Θεό χωρίς να γνωρίζεις τα πάντα.
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύεις ότι επειδή γνωρίζεις πολλά, δεν υπάρχει τίποτε πέρα από αυτά που γνωρίζεις.
 Στυλ. Καβάζης

Γάκης: «ΜΕΙΩΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ» – Τι υποστηρίζει για τις ισχυρές ελίτ

«Οι χαρτογιακάδες της καρέκλας έκαμαν πρίμα»

Προς απόσυρση η διάταξη που βάζει τέλος στα μετρητά κατά τις παραδόσεις δεμάτων με κούριερ - Οι λόγοι

Της Σίσσυς Σταυροπιερράκου

Στην απόσυρση της  φασιστικής διάταξης  (εδω)που προέβλεπε την κατάργηση της πληρωμής με μετρητά κατά την παράδοση προϊόντων μέσω κούριερ, προσανατολίζεται το οικονομικό επιτελείο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η επίμαχη διάταξη δεν πρόκειται να περιληφθεί στο τελικό κείμενο του νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά τις έντονες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν, αλλά και τα νομικά ζητήματα που προέκυψαν σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπονται οι συναλλαγές με μετρητά για ποσά κάτω των 500 ευρώ.

Παρότι η κυβέρνηση διατηρεί ως βασικό στόχο την επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα δημιουργούσε στρεβλώσεις, χωρίς να διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση του φυσικού και του ηλεκτρονικού εμπορίου. Για τον λόγο αυτό, φαίνεται να αποσύρεται πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Η διάταξη προέβλεπε ότι, όταν ένα προϊόν αποστέλλεται σε ιδιώτη μέσω κούριερ και εξοφλείται κατά την παράδοση, η πληρωμή θα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό μέσο, όπως τραπεζική κάρτα ή e-banking, ανεξαρτήτως της αξίας της συναλλαγής. Μάλιστα, η αποδοχή μετρητών από την εταιρεία ταχυμεταφορών θα επέφερε πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.

Οι λόγοι 

Η βασική ένσταση αφορά τη διαφορετική μεταχείριση της ίδιας συναλλαγής, ανάλογα με τον τρόπο παράδοσης του προϊόντος.

Για παράδειγμα, ένας καταναλωτής θα μπορούσε να αγοράσει ένα προϊόν αξίας 200 ευρώ από φυσικό κατάστημα και να πληρώσει με μετρητά, καθώς η υποχρεωτική ηλεκτρονική εξόφληση αφορά συναλλαγές αξίας 500 ευρώ και άνω. Εάν, όμως, το ίδιο προϊόν αποστελλόταν στον ίδιο πελάτη μέσω κούριερ η πληρωμή με μετρητά θα απαγορευόταν ρητά.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος του ηλεκτρονικού εμπορίου. Και αυτό διότι τα φυσικά καταστήματα θα διατηρούσαν τη δυνατότητα είσπραξης μετρητών για συναλλαγές κάτω των 500 ευρώ, ενώ τα ηλεκτρονικά καταστήματα θα υπάγονταν σε αυστηρότερο καθεστώς όταν εξυπηρετούσαν παραγγελίες μέσω αντικαταβολής.

Ειδικότερα, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι εγείρονται ζητήματα ισονομίας σε τρία βασικά επίπεδα:

Άνιση μεταχείριση των καταναλωτών: Ένας πολίτης που αγοράζει ένα προϊόν αξίας 50 ευρώ από φυσικό κατάστημα μπορεί να πληρώσει με μετρητά. Αντίθετα, ένας καταναλωτής που αγοράζει το ίδιο προϊόν εξ αποστάσεως, για παράδειγμα επειδή κατοικεί σε χωριό χωρίς φυσικό κατάστημα, θα στερούνταν αυτή τη δυνατότητα.

Διακρίσεις λόγω γεωγραφικών ή ηλικιακών παραγόντων: Πολίτες που δεν διαθέτουν τραπεζική κάρτα ή δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, όπως ηλικιωμένοι και κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών, εξυπηρετούνται σε σημαντικό βαθμό από τις αγορές με αντικαταβολή. Η απαγόρευση των μετρητών στις συγκεκριμένες συναλλαγές, ενώ επιτρέπονται σε αντίστοιχες αγορές από φυσικά καταστήματα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσμενή μεταχείριση αυτών των ομάδων.

Ζήτημα αναλογικότητας: Σύμφωνα με νομικές εκτιμήσεις, η ρύθμιση θα μπορούσε να εγείρει ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος. Ειδικότερα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η πλήρης απαγόρευση των μετρητών στις αντικαταβολές, ανεξαρτήτως ποσού, αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για την επίτευξη του στόχου της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, ιδίως όταν για τις λοιπές συναλλαγές ισχύει διαφορετικό όριο.

Με αντικαταβολή το 40% των ηλεκτρονικών αγορών

Εκτιμάται ότι περίπου το 40% των ηλεκτρονικών αγορών πραγματοποιείται με αντικαταβολή, με τα μετρητά να εξακολουθούν να καλύπτουν σημαντικό μέρος αυτών των συναλλαγών.

Η συγκεκριμένη μέθοδος πληρωμής εξυπηρετεί κυρίως ηλικιωμένους, κατοίκους απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών, πολίτες που δεν διαθέτουν τραπεζική κάρτα, αλλά και καταναλωτές που προτιμούν να εξοφλούν τις αγορές τους κατά την παραλαβή, αντί να προπληρώνουν προϊόντα.

Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και πολιτών, όπως τα τρόφιμα, τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, τα άτομα άνω των 70 ετών και οι κάτοικοι μικρών οικισμών ή νησιωτικών περιοχών.

Ωστόσο, οι εξαιρέσεις αυτές επρόκειτο να καθοριστούν μεταγενέστερα με υπουργική απόφαση, γεγονός που ενίσχυε την αβεβαιότητα ως προς το εύρος και τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου στην πράξη.

Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΑΚΩΒΟ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

Μιὰ συνέντευξη τοῦ Ἀντρέι Ταρκόφσκυ

Αντρέι Ταρκόφσκι: «Η τέχνη γεννιέται από τις κακοτεχνίες του κόσμου» 

Ὁ Ἀντρέι Ταρκόφσκυ – μικρός, νευρικός, βίαιος, σχεδὸν ἀσιατικὸς τύπος – δὲν εἶναι λιγότερο ἀπαιτητικὸς ἀπὸ τὶς ταινίες του. Ὅσο ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἰκανοποίηση τοῦ κοινοῦ, θεωρῶντας πὼς τὸ ἔργο ποὺ ἔχει νὰ κάνει πρέπει νὰ τὸ κάνει, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ μόδες καὶ γιὰ ἐπιτυχίες, ἄλλο τόσο δὲν φροντίζει νὰ προσελκύσει τὸν Τύπο καὶ ἄλλα κέντρα κοινῆς γνώμης. Ἀπεχθάνεται τὴν κινηματογραφική κριτική, ποὺ τὴν βρίσκει στὸ σύνολό της μέτρια. Ἀποφεύγει τοὺς δημοσιογράφους. Ἀγαπᾶ νὰ προκαλεῖ, νὰ διακηρύττει, λόγου χάρη, παρωχημένες θέσεις τοῦ τύπου: Ὁ ἄνδρας εἶναι γιὰ νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ δημιουργεῖ. Ἡ γυναῖκα γιὰ ν’ ἀγαπᾶ τὸν ἄνδρα.

Αὐτὴ ἡ ἀποσιώπηση, ὅσον ἀφορᾶ τὸ σχολιασμὸ τοῦ ἔργου του, μαζὶ μὲ τὴν δυσκολία προσέγγισης τῶν ταινιῶν του, ἰδὶως τῶν τελευταίων, μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει μιὰ σοβαρὴ παρεξήγηση, ποὺ εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ διαλυθεῖ, γιὰ τὴν προσωπικὴ μεταφυσική τοῦ Ταρκόφσκυ. Ὁ κινηματογραφικός τύπος, ἰδιαίτερα, ἔχει παρουσιάσει τὸν Ταρκόφοκυ ὄχι σὰν ἕναν πιστό ἀλλὰ σὰν ἕναν ἄνθρωπο ποὺ νοσταλγεῖ τὸν Θεό. Βάζουν στὸ στόμα του Ταρκὸφσκυ φράσεις ἑκατὸ φορὲς ξαναειπωμένες: «Γιὰ μένα, ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος» (Positif Νο 109), «Δὲν διαθέτω τo ὄργανο, μὲ τo ὁποῖο νοιώθουμε τὸν Θεὸ» (Ecran Νο 66).

Ρωτήσαμε τὸν Ταρκόφσκυ, πῶς μποροῦσε νὰ συμβιβάζει τὸν ἀγνωστικισμὸ αὐτὸν μὲ τὴν ὁλοφάνερη πνευματικότητα, πῶς μποροῦσε νὰ λέει ταυτόχρονα: «Τὸ νόημα τῆς ζωῆς εἶναι νὰ ὑψωνόμαστε πνευματικὰ» καὶ «Γιὰ μένα ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος»…

Ἀναπήδησε: «Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος… Ποτὲ δὲν τό ‘πα αὐτό! Ποῦ διαβάσατε κάτι τέτοιο; Ὁ Μπέργκμαν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ ἢ ὁ Κίρκεγκαρντ! Ἐγὼ ποτέ!»

«Γιὰ σᾶς λοιπὸν ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι ἄδειος»;

«Ὄχι, βέβαια»!

«Τὸ ἐρώτημα γίνεται πιὸ ἁπλό. Τί εἶναι γιὰ σᾶς τὸ πνευματικό; Ποιά εἶναι ἡ πίστη σας»;

«Πιστεύω, πὼς ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ Κάποιον, ποὺ εἶναι ἀνώτερος, ποὺ εἶναι ἄπειρος καὶ πὼς ὅλη ἡ ζωὴ ὀφεὶλει νὰ ὑπηρετεῖ αὐτὸν τὸν Κάποιον».

«Αὐτὸ τὸ ἀνώτερο Ὄν εἶναι ὁ Θεὸς τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως»;

«Ἀναμφίβολα».

«Θὰ λέγατε, πὼς εἶστε Ὀρθόδοξος»;

«Ναι».

«Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ δίνετε μιὰ τόσο ἁπλὴ ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα…».

«Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μοῦ θέτουν τέτοιο ἐρώτημα. Οἱ δημοσιογράφοι ἐρμηνεύουν μὲ τὸν τρόπο τους. Γράφουν ὅ,τι θέλουν. Ἢ δὲν καταλαβαίνουν…».

«Κι ὅμως, εἶναι πολὺ πιὸ ἁπλὸ νὰ ξὲρουν πὼς ἐπικαλεῖσθε τὴν Ὀρθοδοξία μᾶλλον, παρὰ μιὰ «κούφια», διάχυτη πνευματικότητα…».

«Θά ‘θελα νὰ προσθέσω, πὼς βρίσκομαι ἀκόμη μακριὰ ἀπὸ αὐτὸ πρὸς τὸ ὁποῖο τείνω. Μιλάω γιὰ ἕνα ἰδανικό, προσωπικὰ εἶμαι πολὺ μακριά».

«Διαβάσαμε ἐπίσης γιὰ σᾶς, πὼς εἶστε κάποιος, ποὺ πέρασε μετὰ τὸν Ἀντρέϊ Ρουμπλιὼφ «ἀπὸ μιὰ πίστη στὸν Θεὸ, σὲ μιὰ πίστη στὴν τέχνη (Etudes cinematographiques Νο 135-138)».

(Δυνατὰ γέλια). «Καλὸ κι αὐτό…(ἐξοργισμένος). Ποιά τέχνη; Πῶς μπορεῖ νὰ «πιστεύει» κανεὶς στὴν τέχνη; Ποτὲ δὲν πίστεψα στὴν τέχνη. Ἡ τέχνη εἶναι ἡ ἀντανάκλαση μέσα στὸν καθρέφτη αὐτοῦ ποὺ εἴμαστε, μιᾶς ἀνώτερης ἱκανότητας νὰ δημιουργεῖς. Δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μιμούμεθα τὸν Δημιουργό. Εἴμαστε πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ἡ πράξη τῆς δημιουργίας εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς κινήσεις, ὅπου γινόμαστε ὅμοιοί του».

«Μὲ λίγα λόγια ἐπικαλεῖστε μιὰ θρησκευτική ἀντίληψη τῆς τέχνης»;

«Πραγματικά. Ἡ τέχνη εἶναι μιὰ προσευχή. Εἶναι ἡ προσευχή μου. Κι ἂν ἡ προσευχὴ μου ἐνδιαφέρει κάποιον, τότε ἡ τέχνη μου εἶναι χρήσιμη. Τὸ χρέος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ὑπηρετεῖ. Ὁ κόσμος φτιάχτηκε πάνω σ’ ἕναν μοναδικὸ τύπο σχέσεως, χάρις στὸν Θεό, τὴν διακονία. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πὼς οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ νὰ μὴ διακονοῦν ἀλλὰ νὰ ὑποδουλώνουν τοὺς ἄλλους, προσπαθοῦν ν’ ἀναποδογυρίσουν τὴν σχέση καὶ νὰ θεμελιώσουν ἔτσι τὴν ἐξουσία τους. Γι’ αὐτὸ, ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀγῶνες γιὰ τὴν ἔξουσίά».

«Ἀντὶ νὰ ποῦμε διακονοῦν, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ν’ ἀγαποῦν»;

«Ἀσφαλῶς».

«Καὶ μὲ ποιό τρόπο ἡ τέχνη μπορεῖ νά ‘ναι ἔτσι διακονία καὶ ἀγάπη»;

«Ἄ… αὐτό, κατὰ τὴ γνώμη μου, εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας. Θὰ μπορούσαμε νὰ ζήσουμε εἴκοσι, τριάντα αἰῶνες, ποτὲ δὲν θὰ μαθαίναμε, πῶς δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὅπως δὲν θ’ ἀποκρυπτογραφήσουμε ποτὲ τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας. Ὅταν γονατὶζουμε μπροστὰ σὲ μιὰ εἰκόνα καὶ προσευχόμαστε στὸν Θεὸ, βρίσκουμε τὰ ἀληθινά, τὰ σωστὰ λόγια. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅταν ἀπευθύνεις τὴν τέχνη σου στὸν Θεὸ σὰν μιὰ προσευχή, βρίσκεις τὰ σωστὰ πρόσωπα ποὺ θὰ βάλεις στὸ ἔργο σου».

«Οἱ ταινίες σας εἶναι ἡ ἔκφραση ἀγάπης γιὰ τὸν Δημιουργό»;

«Θά ‘θελα πολὺ νὰ τὸ πιστέψω… Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, προσθέτουμε πάντα ἕνα σωρὸ πράγματα στὴν δημιουργικὴ ὁρμή, ἀλλὰ τὸ ἰδανικὸ γιὰ μένα θά ‘ταν ν’ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ περιττά. Ὁ Μπὰχ γιὰ παράδειγμα: Νὰ ἡ καθαρὴ δημιουργία».

 

Ἀπὸ συνέντευξη σὲ ἰταλικὸ περιοδικό.

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

«Το Νέον Μητερικόν»

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Σ’ ένα σπουδαίο βιβλίο, «Το Νέον Μητερικόν», πού περιέχει «φοβερές ιστορίες από τον πόλεμο των πειρασμών στην πόλη και στην έρημο», βρήκα διηγήσεις οί οποίες έχουν τόση σχέση με το θέμα μου και θα μου δώσουν την ευκαιρία να διατυπώσω μερικές σκέψεις.
Τις μεταφέρω εδώ, όπως τις έχει μεταφράσει ο καθηγητής και λογοτέχνης Π. Β. Πάσχος.
 
«Κάποτε, στην ώρα της προσευχής στο κελί του, ο μέγας Μακάριος άκουσε μια φωνή άνωθεν, να του λέγει:
-Μακάριε, πρέπει να ξέρεις, πώς, παρά τις προσευχές και την άσκησή σου, δεν έφτασες ακόμη στα μέτρα της αρετής, πού έχουν ανέβει εκείνες οι δύο γυναίκες, στη τάδε πολιτεία.
Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, άρπαξε το ξύλινο ραβδί του και πήρε το δρόμο για την πολιτεία εκείνη. Όταν έφτασε, ρώτησε κι έμαθε, που μένουν εκείνες οι γυναίκες και χτύπησε την πόρτα τους. Βγήκε λοιπόν ή μία γυναίκα και τον υποδέχτηκε στο σπίτι, με πολύ χαρούμενο πρόσωπο. Ώσπου να καθίσει ο Γέροντας να πάρει μια ανάσα, ήρθε και ή άλλη. Τότε τις κάλεσε και τις δυο κοντά του και μόλις κάθισαν τους λέει:
—Έκαμα όλο το δρόμο και υπέμεινα τόση κούραση, ώσπου από την έρημο να φτάσω ίσαμε εδώ. Σάς παρακαλώ, λοιπόν, να μου πείτε ποια είναι ή πνευματική σας εργασία και οί αρετές, πού αγωνίζεστε ν’ ασκείτε.
Εκείνες απαντούν, με πολλή απλότητα
-Πίστεψε μας, άγιε Γέροντα, πώς δεν μένουμε έξω από τα κρεβάτια των συζύγων μας. Ποια εργασία πνευματική λοιπόν, περιμένεις από μας;
Όμως, ο Γέροντας τους έβαλε μετάνοια και τις παρακάλεσε να του φανερώσουν την αρετή τους.
Βλέποντας τότε την πολλή υπομονή του, είπαν στον άγιο Γέροντα
—Εμείς είμαστε ξένες για τούτο τον κόσμο, κ’ έτυχε να παντρευτούμε συζύγους, πού ήταν αδέλφια κατά σάρκα. Από τότε, πού ζούμε σε τούτο το σπίτι με τους άνδρες μας, δεν θυμούμαστε να'χουμε μαλώσει ποτέ μεταξύ μας, ούτε να πούμε άσχημη κουβέντα ή μια στην άλλη. Πάντα ζούμε, όλα τα χρόνια με ειρήνη και ομόνοια, αγαπημένες. 
 
Κάποτε μας ήρθε ένας περίεργος λογισμός: Να εγκαταλείψουμε τους άνδρες μας και να πάμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι να ζήσουμε. Κάναμε αγώνα και παρακαλέσαμε πολύ τους άνδρες μας να αφήσουν να φύγουμε. Μα δεν τα καταφέραμε να τους πείσουμε. Έτσι, καθώς δεν πετύχαμε αυτό το σκοπό μας, κάναμε μια συμφωνία (οι δυο μας με το Θεό): Να μη βγει ποτέ απ’ το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος, αδιαφόρετος.
Ακούγοντας τούτα τα λόγια ό άγιος εκείνος Γέροντας, θαύμασε και είπε:
—Αληθινά δεν παίζει κανένα ρόλο το ν’ ακολουθεί κανείς τον παρθενικό βίο ή τον έγγαμο, το νά είναι μοναχός ή κοσμικός, για να του χαρίσει ό Θεός το πνεύμα Του και το έλεος Του. Εκείνο, πού μονάχα ζητάει από μας είναι ή προαίρεση.
Ό Γέροντας οικοδομήθηκε πνευματικά πολύ από την αρετή τους κ’ επέστρεψε στο κελί του, στην έρημο, δοξάζοντας το Θεό».
 
Ό μέγας Μακάριος ήταν ενάρετος. Ήταν ό ασκούμενος και προσευχόμενος. Διέτρεχε, όμως, τον πνευματικό κίνδυνο να δεχτεί ότι έχει φτάσει στην ανώτατη κλίμακα των αρετών και αυτό θα ήταν μεγάλη πτώση.
Ή άνωθεν φωνή τον προτρέπει να πάρει το πνευματικό μάθημα από δυο γυναίκες, πού ζούσαν στον κόσμο.
Δεν του υπέδειξε κάποιον συνασκητή του ή κάποιον φημισμένο για την αγιότητα του όσιο.
Το σχέδιο του Θεού ήταν να παραμείνει ό Γέροντας στην ταπείνωση, να είναι μετριοπαθής και προπαντός ν’ αποφεύγει την περιφρόνηση των εν τω κοσμώ αδελφών του.
Οι δυο γυναίκες ήταν άγνωστες στον πολύ κόσμο. Κανένας δεν γνώριζε τον καρποφόρο πνευματικό τους αγώνα και οί ίδιες δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν αποκτήσει γνήσια αγάπη, με την οποία απέφευγαν τους κοσμικούς λόγους, τη χυδαιολογία και την κατάκριση.
Σύμφωνα με τη φωνή του Θεού, ό Γέροντας δεν είχε αποκτήσει την αγάπη, πού είχαν δυο γυναίκες ούτε και τον έλεγχο των λόγων του, παρόλο, πού εκείνες ζούσαν οικογενειακή ζωή και οί σύζυγοι τους δεν συμμερίζονταν τον αγώνα τους. Ό Θεός γνώριζε την αγαθή τους προαίρεση και ήθελε ό ασκητής Μακάριος να διαπιστώσει μόνος του ότι ή προαίρεση είναι πού σώζει τον άνθρωπο.
Ή επιθυμία των δυο γυναικών να ζήσουν σε μοναστήρι δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οί σύζυγοι τους, τους έκοψαν την επιθυμία αυτή. Αυτές, όμως, επιδόθηκαν σ’ άλλες αρετές και πέτυχαν εκείνο, πού δεν είχε κατορθώσει ο Μακάριος με την πολύχρονη άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή.
Οί γυναίκες, που ζούσαν στον κόσμο, αποτέλεσαν φωτεινό παράδειγμα στον μέγα Μακάριο, ό οποίος ζούσε στην αγιοτόκο έρημο!
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης

Οδυσσέας Ελύτης — Προσανατολισμοί (1941)

 Μπορεί να είναι εικόνα Στάρι Μοστ και Camogli

Όταν γλιτώνεις το σκοτάδι και ξανάρχεσαι με την ανατολή,
πηγή, μπουμπούκι, αχτίδα, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικότητα.

Η δαιμονισμένη κυβέρνηση Μητσοτάκουλα καταργεί βήμα βήμα τα μετρητά τρέχοντας ως χρήσιμη ηλίθια προς τον αφανισμό μας .

Τα μετρητά αποτελούν το τελευταίο προπύργιο πραγματικής αυτονομίας και ιδιωτικότητας του πολίτη απέναντι στην κεντρική εξουσία: δεν χρειάζονται ρεύμα, δεν απαιτούν άδεια από τρίτους και δεν αφήνουν ψηφιακό αποτύπωμα. Και αυτό φυσικά ενοχλεί τους δαιμονισμένους..

 

Αυτό που μέχρι πρότινος παρουσιαζόταν ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή υπερβολή, παίρνει πλέον επίσημη μορφή μέσα από τις διατάξεις του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 

 Με τα άρθρα 299 και 300, η διαβολοκυβέρνηση καταργεί πλήρως τα μετρητά κατά την παράδοση δεμάτων μέσω courier, καθιστώντας υποχρεωτική την πληρωμή αποκλειστικά με κάρτα ή ψηφιακά μέσα «ανεξαρτήτως ποσού».

Ακόμη κι αν παραγγείλεις ένα αντικείμενο αξίας 3 ή 5 ευρώ, ο διανομέας απαγορεύεται διά νόμου να δεχτεί χαρτονόμισμα ή κέρματα.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εταιρεία ταχυμεταφοράς απειλείται φυσικά με τι άλλο μα με πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.

Η τακτική του «βήμα-βήμα»: Πώς νομιμοποιείται η απαγόρευση

Το μοτίβο είναι πλέον γνώριμο. Η σταδιακή περιθωριοποίηση των μετρητών δεν επιβάλλεται με ένα σαρωτικό προεδρικό διάταγμα από τη μια μέρα στην άλλη κάτι τέτοιο θα προκαλούσε άμεσες κοινωνικές αντιδράσεις.

Αντίθετα, εφαρμόζεται με τη μέθοδο της σταδιακής αποδόμησης και όσο το δυνατόν αθόρυβα στην αρχή.

Πρώτα μπήκε το όριο των 500 ευρώ στις λιανικές συναλλαγές, στο όνομα της καταπολέμησης του «μαύρου χρήματος».

Στη συνέχεια, ήρθε η εξοικείωση: Καθιερώθηκαν τα POS παντού, το IRIS, και η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών.

Στην αντικαταβολή το όριο δεν μειώνεται απλώς — καταργείται εντελώς.

Τα μετρητά τίθενται εκτός νόμου για οποιοδήποτε ποσό! Μιλάμε για επίσημα χαρτονομίσματα, απόλυτα έγκυρα και νόμιμα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, των οποίων η χρήση  στην πράξη ποινικοποιείται!  

Κι όμως, το θράσος φτάνει ως εκεί: να καθιστούν παράνομο το ίδιο το φυσικό χρήμα.

Παράλογο; Προφανώς. Αλλά κανείς δεν μοιάζει να ασχολείται.

Το πρόσχημα παραμένει πάντοτε "ευγενές και τεχνοκρατικό": «φορολογική συμμόρφωση» και «χτύπημα της παραοικονομίας στο ηλεκτρονικό εμπόριο». Ωστόσο, η ουσία του μέτρου ξεπερνά κατά πολύ τη φορολογική πολιτική.

Ο πολίτης όμηρος του τραπεζικού δικτύου 

Η κατάργηση της δυνατότητας πληρωμής με φυσικό χρήμα αφαιρεί από τον πολίτη το θεμελιώδες δικαίωμα της επιλογής. Τα μετρητά αποτελούν το μοναδικό νόμιμο μέσο πληρωμής που δεν εξαρτάται από:

Τραπεζικές προμήθειες και χρεώσεις συντήρησης.

Τεχνικές βλάβες δικτύων ή διακοπές ρεύματος.

Την προηγούμενη έγκριση ενός τρίτου ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

Τι συμβαίνει με τους ηλικιωμένους, τους ψηφιακά αναλφάβητους ή τους ανθρώπους στην περιφέρεια που δεν διαθέτουν κάρτες ή e-banking;

Πολύ απλά, εξοστρακίζονται από την αγορά των ταχυμεταφορών και μελλοντικά (γιατί απλά ειναι θέμα χρόνου) από οποιαδήποτε αγορά.

Ταυτόχρονα, κάθε πολίτης μετατρέπεται σε πλήρως ιχνηλατήσιμο οικονομικό υποκείμενο, του οποίου η κάθε αγορά, όσο ασήμαντη κι αν είναι, καταγράφεται και φακελώνεται σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων.

Το επόμενο βήμα: Χωρίς καν δικαιολογία

Η διάταξη για τα courier αποτελεί τον «δούρειο ίππο». Αν η κοινωνία αποδεχθεί (και θα το αποδεχθεί αυτό είναι βέβαια) ότι για μια παράδοση στο σπίτι είναι παράνομο να πληρώσεις με μετρητά «ανεξαρτήτως ποσού», το επόμενο βήμα είναι προφανές: η επέκταση του μέτρου στα φυσικά καταστήματα, στα σούπερ μάρκετ, στην εστίαση.

Το διακύβευμα της απόλυτης εξουσίας: Ο έλεγχος του δικτύου είναι ο έλεγχος των πάντων

Στον πυρήνα της, η σταδιακή εξάλειψη του φυσικού χρήματος δεν είναι ζήτημα φορολογικής τεχνικής, αλλά αναδιανομής ισχύος.

Τα μετρητά αποτελούν το τελευταίο προπύργιο πραγματικής αυτονομίας και ιδιωτικότητας του πολίτη απέναντι στην κεντρική εξουσία: δεν χρειάζονται ρεύμα, δεν απαιτούν άδεια από τρίτους και δεν αφήνουν ψηφιακό αποτύπωμα.

Αντίθετα, σε ένα αμιγώς ψηφιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, όποιος ελέγχει το δίκτυο των πληρωμών, ελέγχει αυτόματα και τις ζωές των ανθρώπων.

Όταν η πρόσβαση στο φαγητό, στη στέγη και στην επιβίωση εξαρτάται αποκλειστικά από την άδεια ενός server και ενός τραπεζικού συστήματος, η έννοια της ατομικής ελευθερίας μετατρέπεται σε συνδρομητική υπηρεσία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απενεργοποιηθεί με το πάτημα ενός κουμπιού.

Όταν η υποδομή ολοκληρωθεί και η συνήθεια εμπεδωθεί, η πλήρης απαγόρευση του φυσικού χρήματος δεν θα χρειάζεται καν δικαιολογίες περί φοροδιαφυγής. Θα παρουσιαστεί απλώς ως μια «τυπική αναβάθμιση» μιας ήδη ελεγχόμενης, απόλυτα ψηφιοποιημένης κοινωνίας.

συμπέρασμα : Πρέπει να φύγουν χθες..

Δεν αρκεί να είσαι σαλος (διά το Ίδιον θέλημα ), Πρέπει και να φαίνεσαι!

 Μπορεί να είναι εικόνα Camogli

Μπορούμε να μνημονεύουμε τους «πωρωμένους αμαρτωλούς»;

Η συμβουλή του Θεοφάνη του Έγκλειστου

Φωτογραφία: Δημήτριος Κιριούχιν

Ως ιερέας, δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με ένα εκπληκτικό φαινόμενο. Για παράδειγμα, μια μακροχρόνια εργαζόμενη του ναού έρχεται και με ρωτά:

– Μπορώ να γράφω για μνημόνευση το όνομα του πατέρα μου; Μου είπαν με μεγάλη πειθώ ότι, αφού ο πατέρας μου έπινε και πέθανε χωρίς μετάνοια, δεν πρέπει καθόλου να γράφω το όνομά του για μνημόνευση.

Για χρόνια έγραφε το όνομά του στα δίπτυχα με την ελπίδα ότι πρόκειται για μια ευεργετική εκκλησιαστική μεσιτεία υπέρ του άτυχου πατέρα της, και ότι η μεσιτεία κατά τη Θεία λειτουργία έχει μεγαλύτερη σημασία από την κατ’οίκον προσευχή της για τον γονιό της… Και ξαφνικά, κάποιος την έκανε άνω-κάτω με ένα «αδιάσειστο» επιχείρημα:

– Ο πατέρας σου ζούσε στη μέθη κι αυτό ήταν η επιλογή του. Δεν στράφηκε ποτέ προς τον Θεό μέχρι τον θάνατό του, δεν προσέτρεξε στα μυστήρια της Εκκλησίας. Άρα, δεν έχεις το δικαίωμα να βάλεις το όνομά του στο δίπτυχο. Ας μην προσποιούμαστε ότι ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας.

Λογικό; Λογικό… αλλά κάτι σε αυτή τη λογική δεν κολλάει.

Λογική και νομιμότητα υπάρχουν εδώ, όχι όμως αγάπη. Υπάρχει δικαιοσύνη, αλλά λείπει η κατανόηση ότι ο Θεός είναι ανώτερος από τη δικαιοσύνη. Και έτσι προκύπτει μια κάπως κουτσουρεμένη λογική. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Όταν από τη χριστιανική σκέψη λείπει η αγάπη, τότε αυτό συνιστά ουσιαστικό πρόβλημα. Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Οι Φαρισαίοι, άλλωστε, είχαν παρόμοια λογική: αυστηρές και ισχυρές αντιλήψεις για τον νόμο του Θεού, και ανίσχυρες αντιλήψεις για το έλεος του Θεού. Με αυτό το ελάττωμα πάλευε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος ο ίδιος προερχόταν από το περιβάλλον των Φαρισαίων: «Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι» (Ρωμ. 10, 4–6).

Αν πιστεύουμε στον Χριστό, τότε συνειδητοποιούμε ότι ο νομικισμός δεν καθιστά τον άνθρωπο δίκαιο. Μόνο η αγάπη του Χριστού δίνει σε κάθε αμαρτωλό την ελπίδα για τη συγχώρεση όλων των αμαρτιών. Και αυτή η αγάπη λειτουργεί διαφορετικά, όχι με νομικιστικό τρόπο. Θυμάμαι το πώς οι παλιοί ιερείς μας δίδασκαν στον καιρό τους:

– Καλύτερα να ποιήσεις έλεος και να κάνεις λάθος, παρά να μην ποιήσεις έλεος και να κάνεις λάθος.

Αυτά τα λόγια τα είχε πει κάποτε ο πρωτοπρεσβύτερος Βαλεντίνος Ράντουγκιν, αλλά δεν ήταν ο μόνος που ακολουθούσε αυτή την αρχή στη ζωή του. Η αγάπη-έλεος υπερισχύει του νομικισμού. Ακόμη και στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν γνωστή αυτή η αντίληψη για τον Θεό και τον λαό Του. Γι’ αυτό ο Χριστός λέει στους νομικούς: «Μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Μτ. 9, 13).

Πού μπορούμε να το μάθουμε; Στο βιβλίο του προφήτη Ωσηέ ο Θεός λέει: «ἔλεος (חֶסֶד) θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ωσ. 6, 6). Πολλοί βιβλικοί μελετητές από διάφορες χώρες συζητούν για το πόσο δύσκολο είναι να μεταφραστεί η λέξη חֶסֶד (χέσεντ). Η μετάφρασή της στα ρωσικά δεν είναι και τόσο δύσκολη, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες γλώσσες. Στη ρωσική έννοια της «αγάπης» είναι βαθιά ενσωματωμένη η έννοια του «ελέους, της συμπόνιας». Οι αγρότες αντιλαμβάνονταν έτσι την αγάπη: «Αν σε λυπάται, σημαίνει ότι σε αγαπά». Ο Κύριος θέλει από εμάς έλεος, συμπόνια και αγάπη προς τον πλησίον, και όχι θυσία, δηλαδή όχι την εκπλήρωση μόνο ενός δίκαια καθορισμένου κύκλου υποχρεώσεων απέναντι στον Θεό και τον πλησίον. Σύμφωνα με την άποψη των νομικών όλων των λαών και όλων των εποχών: «Ο νόμος είναι σκληρός, αλλά είναι νόμος (Dura lex, sed lex)». Όμως οι ιερείς, που υπηρετούσαν στα βασανιστικά χρόνια των διωγμών, γνώριζαν με την εμπειρία τους κάτι διαφορετικό: δεν πρέπει να είμαστε άψυχοι νομικοί, δεν πρέπει να επιβάλλουμε στους ενορίτες και στους επισκέπτες τις πιο αυστηρές απαιτήσεις, και σε περίπτωση που δεν τηρούνται να τους διώχνουμε από τον ναό χωρίς οίκτο.

…Θα αναφερθώ κι εγώ σε ένα έγκυρο και πειστικό λόγο. Ο Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει στον αρχιμανδρίτη Μακάριο (Σούσκιν):

«Με ρωτάτε για την μνημόνευση των αμαρτωλών, εκείνων που ζουν στην αμαρτία και δεν την εγκαταλείπουν. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να τους μνημονεύετε, και να το κάνετε χωρίς καμία αμφιβολία. Ο Κύριος ήρθε να σώσει όχι τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Και η προσευχή προς Αυτόν για αυτούς είναι ευάρεστη. Η προσευχή… προσελκύει και αυτόν για τον οποίο προσεύχονται, στην προσευχή και τη μετάνοια, επιδρώντας στην ψυχή, διά της συμπάθειας των ψυχών»[1].

Μπορεί να αντιτάξει κανείς: «Η αναφορά σας δεν έχει σχέση με το θέμα. Εδώ ο Άγιος Θεοφάνης δεν μιλάει για τους νεκρούς, αλλά για τους ζωντανούς». Συμφωνώ, αλλά ας ακούσουμε προσεκτικά τη λογική της πνευματικής του συλλογιστικής. Ο Άγιος γράφει για όσους ζουν στην αμαρτία και δεν την εγκαταλείπουν. Με τον όρο «αμαρτία» προφανώς δεν εννοείται μια μικρή έλλειψη στη πνευματική ζωή, αλλά μια αμαρτία που επαναλαμβάνεται συστηματικά, βαθιά ενσωματωμένη στον τρόπο ζωής, δηλαδή μια βαριά αμαρτία. Ας το πούμε ξεκάθαρα: εδώ εντάσσονται τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ζωντανός με το σώμα, αλλά η ψυχή του είναι ήδη νεκρή, επειδή η πνευματική του ζωή έχει καταστραφεί από την αμαρτία. Από κοσμική άποψη, είναι ένας ζωντανός άνθρωπος. Από πνευματική άποψη, όμως, είναι νεκρός. Για τέτοιους ανθρώπους ο Σωτήρας είχε πει τα τρομερά λόγια: «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Λκ. 9, 60). Υπάρχουν, λοιπόν, και ζωντανοί που είναι σαν νεκροί. Γι’ αυτό, τα λόγια του Αγίου Θεοφάνη για την μνημόνευση υπέρ υγείας θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και στην μνημόνευση υπέρ αναπαύσεως.

Πώς γράφει ο άγιος; Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να μνημονεύουμε τους αμαρτωλούς που δεν έχουν εγκαταλείψει την αμαρτία. Αυτή είναι η πεποίθησή του, μάλιστα συμβουλή («κάντε το αυτό χωρίς καμία αμφιβολία»), και όχι απλώς μια προσωπική άποψη του αγίου. Πώς είναι δυνατόν; Μπορεί να νομίζει κανείς ότι είναι επικίνδυνο για έναν ευσεβή άνθρωπο να έρχεται σε επαφή με αμαρτωλούς. Οι Φαρισαίοι κατηγορούσαν τον Χριστό ότι δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς, οι οποίοι είχαν λερωθεί με βαριά αμαρτήματα. Εκείνος όμως δεν ήρθε να σώσει τους φαρισαΐζοντες «δικαίους», αλλά τους αμαρτωλούς. Οι αρχαίοι νομικοί θεωρούσαν ειλικρινά τους εαυτούς τους δικαίους (τσαντικίμ), σοφούς (χαχαμίμ). Δεν δίσταζαν να αποκαλούν έτσι τους εαυτούς τους και να δέχονται με ευχαρίστηση τέτοιους τίτλους από τους άλλους. Όλα αυτά προέρχονται από ματαιοδοξία. Το λεπτό και βαρύ πάθος της ματαιοδοξίας ωθεί τον άνθρωπο σε πράξεις ευσέβειας και σε έναν «ιδιαίτερα ευσεβή» τρόπο ζωής. Η σκέψη για τη δική του ευσέβεια γλυκαίνει την φαρισαϊκή καρδιά. Το μόνο που μένει στον Φαρισαίο είναι να προσθέτει σε αυτή την αυτοϊκανοποίηση πράξεις επιδεικτικής ευσέβειας, και έτσι να απολαμβάνει κάθε μέρα τα κομπλιμέντα από τους ανθρώπους που διαπίστωσαν την ευσέβειά του και την επαίνεσαν.

Η προσευχή μεσιτείας είναι ευάρεστη στον Κύριο, όχι μόνο η προσευχή για τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και για τους πωρωμένους αμαρτωλούς

Ναι, η προσευχή μεσιτείας είναι ευάρεστη στον Κύριο, όχι μόνο η προσευχή για τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και για τους πωρωμένους αμαρτωλούς. Αυτή είναι η πεποίθηση του Αγίου Θεοφάνη. Και ο Άγιος θεωρεί ότι μια τέτοια προσευχή δεν θα επιφέρει κακό σε όποιον προσεύχεται. Παρεμπιπτόντως, έχω ακούσει πολλές φορές ότι είναι επικίνδυνο να προσεύχεται κανείς για έναν πωρωμένο αμαρτωλό, ότι μπορεί να βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με δυστυχίες, να του επιτεθούν οι δαίμονες. Και αυτό εκφραζόταν ως πνευματική σκέψη – από εμπειρία, όχι με γέννημα του μυαλού. Νομίζω ότι όντως μπορεί κανείς να βρεθεί σε δυστυχία, αν προσεύχεται για έναν αμαρτωλό με αίσθημα πνευματικής ανωτερότητας απέναντί του: «Τον βγάζω με την προσευχή από το βούρκο της αμαρτίας». Μερικές φορές αυτό συνοδεύεται και με μια υποκρυπτόμενη σκέψη: «Αφού με την προσευχή έβγαλα τον εαυτό μου μου από την απώλεια, τώρα προσεύχομαι για τον μπαμπά για να τον βγάλω και αυτόν». Δηλαδή, και πάλι, η ματαιοδοξία και η αλαζονεία φέρνουν συμφορά και βάζουν τον άνθρωπο σε κίνδυνο. Δεν είναι η προσευχή μεσιτείας που τα προκαλεί.

Φτάσαμε στις αινιγματικές λέξεις του Αγίου Θεοφάνη. Στο τέλος λέει:

«Η προσευχή… προσελκύει και αυτόν για τον οποίο προσεύχονται, στην προσευχή και τη μετάνοια, επιδρώντας στην ψυχή, δια της συμπάθειας των ψυχών».

Κρυστάλλινα σαφής είναι μόνο η γενική έννοια των λέξεων: η προσευχή προσελκύει το έλεος του Θεού στον αμαρτωλό και σε εκείνον που προσεύχεται για τον αμαρτωλό. Χάρη σε μια τέτοια προσευχή και χάρη στο έλεος του Θεού, ο αμαρτωλός μπορεί να φτάσει στη μετάνοια, να αρχίσει να προσεύχεται. Προφανώς, εκείνος για τον οποίο έγραφε ο πατήρ Μακάριος στον Άγιο Θεοφάνη, είχε σταματήσει να προσεύχεται στον Θεό και ζούσε αμετανόητος στην αμαρτία. Είναι αινιγματικό εδώ το «συμπάθεια των ψυχών», τι είναι αυτό; Προφανώς, κάποιος άυλος δεσμός μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός άλλου: αυτό που βιώνει και αισθάνεται ο ένας άνθρωπος, μεταδίδεται εν μέρει στον άλλο. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και ο αμετανόητος αμαρτωλός με τον καιρό αρχίζει επίσης να βιώνει και να αισθάνεται την έλξη προς την προσευχή και τη μετάνοια.

Στην ιστορία της Εκκλησίας υπάρχουν παραδείγματα όπου μια τέτοια προσευχή μεσιτείας με το θάρρος της έφτανε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παρέμενε όμως ταυτόχρονα ταπεινή. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μας έχει δώσει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Ζούσε σε μια εποχή που είχαν ήδη αρχίσει οι διωγμοί κατά της Ρωσικής Εκκλησίας, και ορισμένοι από τους αδελφούς του στο Άγιο Όρος αρνούνταν να μνημονεύουν στις προσευχές τους τους άθεους διώκτες. Εκείνα τα χρόνια, ο γέροντας Σιλουανός ανέφερε ένα παράδειγμα από τη ζωή των αγίων:

«Προσευχόταν ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας για να συγχωρήσει ο Κύριος το μαθητή του, που απαρνήθηκε τον Χριστό και παντρεύτηκε μια Εβραία, ώστε να τον συγχωρήσει ο Κύριος. Αυτή του η προσευχή ευχαρίστησε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε ο Ίδιος θέλησε να παρηγορήσει το δούλο Του και εμφανίστηκε σε αυτόν και του είπε: «Παΐσιε, γιατί προσεύχεσαι γι’ αυτόν που Με απαρνήθηκε;» Αλλά ο Παΐσιος απάντησε: «Κύριε, Εσύ ως ελεήμων, συγχώρεσέ τον». Τότε λέει ο Κύριος: «Παΐσιε, έγινες όμοιος μ’ Εμένα στην αγάπη». Τόσο ευπρόσδεκτη είναι στον Κύριο η προσευχή για τους εχθρούς».

Θαυμαστός και δοξασμένος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός!

Η προσευχή μεσιτείας είναι απαραίτητη για όσους «ζουν ασεβώς», εν αμαρτία, και γι’ αυτούς πάντα προσεύχονταν και προσεύχονται οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Η προσευχή μεσιτείας είναι απαραίτητη και για εμάς τους ίδιους: στο μέλλον κάποιος θα μας μνημονεύσει, χωρίς να προσπαθήσει να προδικάσει την κρίση του Θεού, χωρίς να μας καταδικάσει σε αιώνια βάσανα. Στην παρούσα, την τρέχουσα ζωή μας, η προσευχή μεσιτείας ανυψώνει την ψυχή του χριστιανού στα σκαλοπάτια της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Όποιος το καταλαβαίνει αυτό, αναζητά «αφορμές» ή τρόπους για να προσευχηθεί για τον αμαρτωλό, να επιμείνει στη μεσιτεία υπέρ του. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, αναζητά προφάσεις για να αρνηθεί μια τέτοια προσευχή. Υπάρχει λόγος να αρνούμαστε κάτι τέτοιο;

Ιερέας Παύλος Σερζάντοβ
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα


Πώς βρήκα τα λείψανα της Αγίας Χρυσής

Ο π. Κωνσταντίνος Κοδζαμπογιούκης διηγείται πώς οδηγήθηκε στη θαυμαστή εύρεση των ιερών λειψάνων της Αγίας Χρυσής της Νεομάρτυρος, στο Κάστρο της Χρυσής, στην Πέλλα, όταν τον Οκτώβριο του 2009, κατά την επίσκεψή του στον χώρο, παρατήρησε ένα σημείο με κίτρινους ναρκίσσους, χωρίς κανένα εμφανές σημάδι τάφου. Όπως αφηγείται, από εκείνη τη στιγμή ένιωθε επίμονα μια εσωτερική παρότρυνση ότι η Αγία βρισκόταν κάτω από τα λουλούδια και ότι έπρεπε να προχωρήσει στην ανακομιδή.Στη συνέντευξη περιγράφει την εύρεση των λειψάνων, την ευωδία τους και τη συγκίνηση όσων ήταν παρόντες. 

  

Αναφέρει επίσης ότι, μετά την ανακομιδή, οι νάρκισσοι δεν άνθισαν ξανά στο συγκεκριμένο σημείο. Μια προσωπική μαρτυρία για την εύρεση των ιερών λειψάνων της Αγίας Χρυσής. Ομιλητής: π. Κωνσταντίνος Κοδζαμπογιούκης, εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Πιπεριάς Πέλλας.

είχα καιρό να νιώσω τόσο παρών στη ζωή μου

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Πήγα στο Άγιο Όρος με μια κάμερα στον ώμο, για να κρατήσω εικόνες.
Κι έφυγα με στιγμές που καμία φωτογραφία δεν χωράει ολόκληρες.
Ένα γέλιο. Ένα χέρι στον ώμο. Η αίσθηση πως, αν και βρίσκεσαι μακριά από το σπίτι σου, κάπου εδώ ανήκεις.
Κοιτάζω αυτή τη φωτογραφία και θυμάμαι πόσο ήρεμος ένιωθα. Πόσο είχα ανάγκη αυτή την απλότητα. Να βρίσκομαι εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους, χωρίς να βιάζομαι να πάω πουθενά.
Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελα να φύγω.
Γιατί είχα καιρό να νιώσω τόσο παρών στη ζωή μου. .
 Σιωπηλός Ταξιδευτής
 

Παπιγκο Ζαγοροχώρια.

 Μπορεί να είναι εικόνα οι Τρεις Κορυφές του Λαβαρέντο

Μπορεί να είναι εικόνα βουνό

Μπορεί να είναι εικόνα βουνό

Μπορεί να είναι εικόνα οι Τρεις Κορυφές του Λαβαρέντο

Μπορεί να είναι εικόνα Κοτσγουόλντς

Μπορεί να είναι εικόνα Κοτσγουόλντς

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

«Μόνα Λίζα της Κρήτης».

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Στην πλούσια συλλογή του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης υπάρχει μία φωτογραφία του 1939 της περίφημης Nelly’s (Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη).
H γωστή φωτογράφος είχε απαθανατίσει το σαγηνευτικό και εξίσου μυστηριώδες χαμόγελο μίας κρητικοπούλας που έμεινε γνωστή ως η «Μόνα Λίζα της Κρήτης».

Θέλει τρίτη θητεία ο Μητσοτάκουλας λέει..

Φρίκη στην Ολλανδία - Για πρώτη φορά σκοτώσανε για «το καλό του» δίχρονο βρέφος!

Γράφει  ο  Ελευθέριος Ανδρώνης

Η ιστορία της ανθρώπινης φαυλότητας επαναλαμβάνεται σαν ένα μοτίβο της κόλασης που βιάζεται να αναδυθεί από τα έγκατα, όταν έρχονται καιροί που ο άνθρωπος καταντά χειρότερος και από δαίμονα. Τα προγράμματα ευθανασίας είναι ακριβώς ένα τέτοιο βάραθρο, θαρρείς βγαλμένο από τις πιο φρικαλέες σκηνές της κόλασης του Δάντη. Και δεν υπάρχει απαισιότερη άβυσσος από εκείνη που ζητά να καταβροχθίζει παιδιά: την αθωότητά τους, το δικαίωμά τους στο φως, την ίδια τη ζωή τους.

Στο υλιστικό κράτος εξαχρείωσης που λέγεται Ολλανδία, ο θανατονόμος που εφαρμόζεται εκεί για 24 ολόκληρα χρόνια, έφτασε σε νέα – πρωτόγνωρα – βάθη σκότους. Η Ολλανδία ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που το 2002 νομιμοποίησε την ευθανασία για ασθενείς με ανίατες ασθένειες. Και τώρα για πρώτη φορά στα χρονικά της χώρας, θανάτωσαν παιδί κάτω των 12 ετών, βάζοντας τέλος στη ζωή ενός δίχρονου βρέφους.

Το άμοιρο μωράκι γεννήθηκε πρόωρο, στην 26η εβδομάδα κύησης. Ανέπτυξε σοβαρά προβλήματα υγείας όπως: βλάβες στον εγκέφαλο, σοβαρή διαταραχή όρασης, συσσώρευση βλέννας στους πνεύμονες και επιληπτικές κρίσεις που δεν ανταποκρίνονταν σε κάποια θεραπευτική αγωγή.

Οι πρώτοι γιατροί που κλήθηκαν να αποφασίσουν αν το παιδί βρισκόταν σε «συνεχή ανυπόφορη ταλαιπωρία» (που αποτελεί προϋπόθεση για τη διενέργεια ευθανασίας), ήταν αρνητικοί. Θεώρησαν ότι υπήρχε περιθώριο ελπίδων να βελτιωθεί το μωράκι με ανακουφιστική φροντίδα και δοκιμές νέων φαρμάκων. Επίσης εκτίμησαν το γεγονός ότι οι επιληπτικές κρίσεις ήταν μεν σοβαρές, αλλά δεν ήταν συνεχείς. Σε εκείνη τη φάση, το ενδεχόμενο της ευθανασίας αποκλείστηκε.

Ο χρόνος πέρασε, το μωράκι δεν καλυτέρευσε και η αρμόδια υπηρεσία ζήτησε δεύτερη αξιολόγηση. Ένας άλλος γιατρός που προφανώς δεν διέθετε την ανθρωπιά των προηγούμενων, έκρινε ως άλλος «θεός» ότι το βρέφος βρισκόταν πράγματι σε ανυπόφορη ταλαιπωρία και συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για να θανατωθεί. Ο φάκελος του παιδιού εξετάστηκε από την Επιτροπή για τις Ύστερες Εκτρώσεις και τον Τερματισμό της Ζωής σε Νεογνά και Παιδιά, η οποία έκρινε ότι δεν αναμενόταν βελτίωση. «Παρά όλες τις ιατρικές και μη ιατρικές παρεμβάσεις, οι γονείς και ο γιατρός δεν παρατήρησαν βελτίωση στην κατάσταση του παιδιού και ήταν πεπεισμένοι ότι υπέφερε χωρίς προοπτική ανακούφισης», ανέφερε η σχετική έκθεση.

Έτσι, το πράσινο φως της ιατρικής δολοφονίας άναψε και όλοι αυτοί οι επίγονοι του Ηρώδη ανέβηκαν στον θρόνο της «ευσπλαχνίας» για να παρακολουθήσουν τη σφαγή. Το δίχρονο μωράκι εκτελέστηκε (ναι, αυτή είναι η ορθή λέξη) με θανατηφόρα ένεση, στερούμενο κάθε δικαίωμα ελπίδας για τη ζωή του. Πριν προλάβει να μάθει ότι η μοίρα του σφραγίστηκε από νόμους βρεφοκτονίας και ψυχρά πορίσματα γραφιάδων. Πριν καταλάβει ότι η ιατρική ποδιά που το γέννησε, χρησιμεύει και για ποδιά χασάπη που θα βαφτεί με το αίμα του. Και κυρίως, πριν αποκτήσει την υποψία δικαιώματος να ερωτηθεί για το αν θέλει τη ζωή του.

Ο περιβόητος πολιτισμός του 21ου αιώνα έφτασε σε τέτοιο σημείο «προόδου» που θυμίζει το γνώρισμα κάποιων ζώων να παρατάνε τα άρρωστα κουτάβια τους για να πεθάνουν. Και αν τα ζώα το κάνουν αυτό καθαρά από ένστικτο επιβίωσης, οι κοινωνικοί δαρβινιστές είναι πολύ χειρότεροι από ζώα, γιατί δολοφονούν τον ασθενή παρότι διαθέτουν (δυνητικά) συνείδηση, κριτική σκέψη και ικανότητα να ξεχωρίζουν το λάθος από το σωστό. Όμως είπαμε, η φαυλότητα του ανθρώπου ακολουθεί κύκλους στο διάβα της ιστορίας. Η φύση μας είναι προορισμένη να αποθηριώνεται, όταν απαρνείται τις αιώνιες προδιαγραφές της.

Αναβιωτές του Γ' Ράιχ

Οι κτηνωδίες που σήμερα παρατηρούνται στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τον Καναδά και άλλες χώρες που έχουν θεσπίσει ανθρωπιστικό «Καιάδα», υπήρξαν βασικό μέρος του προγράμματος των Ναζί για τις γεννήσεις, πριν 86 χρόνια. Στα πλαίσια του βιολογικού εξευγενισμού της «αρίας φυλής», οι Ναζί δημιούργησαν το «Πρόγραμμα Ευθανασίας Παιδιών» (Kinder-Euthanasie). Στόχος του, η κρατική διαδικασία διαλογής παιδιών και θανάτωσης όσων δεν πληρούσαν τα κριτήρια της ευγονικής ουτοπίας του Τρίτου Ράιχ.

Στις 18 Αυγούστου του 1939 το Υπουργείο Εσωτερικών του Ράιχ παρέδωσε μια «αυστηρώς εμπιστευτική διαταγή» στα μαιευτήρια και τις παιδιατρικές κλινικές. Ιατρικές επιτροπές έπρεπε να εξετάζουν νεογέννητα και παιδιά κάτω των 3 ετών, αν πάσχουν από νοητική στέρηση, σύνδρομο Down, τύφλωση, κώφωση, μικροκεφαλία ή υδροκεφαλία, δυσπλασίες άκρων, μυοσκελετικά ελαττώματα ή εγκεφαλική παράλυση. Αν διαπιστωνόταν κάτι από αυτά, το παιδί καταγραφόταν σε λίστα θανάτωσης, ως «ανάξιο βίου».

Το ναζιστικό καθεστώς ενθάρρυνε τους γονείς να στείλουν τα ανάπηρα παιδιά τους στις παιδιατρικές κλινικές, με το πρόσχημα ότι θα λάμβαναν ειδική ιατρική φροντίδα και πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες. Οι κλινικές γέμιζαν με αθώα αγγελουδάκια που οι οικογένειες τους δεν είχαν ιδέα ότι παραδόθηκαν στο στόμα του τέρατος. Λίγο καιρό αργότερα οι γονείς λάμβαναν ένα κρατικό έγγραφο όπου το Ράιχ τους ενημέρωνε ότι το παιδί τους «πέθανε ξαφνικά», δήθεν από επιπλοκές των προβλημάτων υγείας από τα οποία έπασχε.

Όσοι υποψιάζονταν το κακό που συνέβαινε, σιώπαιναν υπό το μιλιταριστικό καθεστώς τρόμου. Άλλοι γονείς, είχαν υποστεί τέτοια πλύση εγκεφάλου, που απάλυναν τον πόνο της απώλειας με τη διεστραμμένη προπαγάνδα ότι ο θάνατος του παιδιού τους, συνεισέφερε στην ενδυνάμωση του Ράιχ.

Περισσότερα από 10.000 (κατά άλλους ιστορικούς έως και 50.000) βρέφη και παιδιά δολοφονήθηκαν στις κλινικές του θανάτου. Το πρόγραμμα διευρύνθηκε σταδιακά σε παιδιά και εφήβους έως 17 ετών, οδηγώντας στην τελική φάση του στο φρικιαστικό σχέδιο T4 (Aktion T4) με μαζικές εκτελέσεις ενηλίκων που έπασχαν από νοητικά και κινητικά προβλήματα.

Στα ιατρικά συνέδρια των Ναζί χρησιμοποιούνταν ευρέως ο όρος «Ganz Ballastexistenzen», που σήμαινε «εξ ολοκλήρου υπάρξεις-βαρίδια» και σε γνωματεύσεις γιατρών που υπέγραφαν την καταδίκη παιδιών, ήταν συχνή η αναφορά: «δεν υφίσταται καμία οικονομική αξία στη συνέχιση αυτής της ζωής».

Η Ολλανδία ως «άξιος» συνεχιστής αυτής της θηριωδίας, δείχνει προς τα που κατευθύνεται η υπόθεση. Η ασταμάτητη γενοκτονία αγέννητων παιδιών περνά σε φάση εξολόθρευσης και των γεννημένων. Σε μια διεστραμμένη εποχή όπου το παιδί έχει δικαίωμα να επιλέγει 100 σεξουαλικές «ταυτότητες», αλλά δεν έχει δικαίωμα να γλιτώσει την εν ψυχρώ εκτέλεσή του.

sportime.