Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ο κρυφός γελαστός Άγιος του Αιγάλεω και φίλος των λεπρών όσιος Ευμένιος ο νέος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής & πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέργεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής (δες παρακάτω).
Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".
Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά & Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του.
Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.
Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.
Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο.
[...] «Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους.
Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.
Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ως την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).
Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».
Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.
Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).
H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")
Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.
«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".
"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.
"Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.
"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.
Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.
Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".
Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".
"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".
Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».
[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση). ].
Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)
Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.
Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή.
Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.
Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ δες σχετικό βιβλίο].
Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη
Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
…τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!
π. Λίβυος
 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
27 έτη συμπληρώνονται στις 23 Μαΐου 2026, από την κοίμηση του Αγίου Ευμενίου
Στις 23 Μαΐου του 1999 την Κυριακή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία Α' Οικουμενικής Συνόδου, στις 4:10 μ.μ. εκοιμήθη o Άγιος Ευμένιος, σε ηλικία 68 ετών. Ας σημειωθεί ότι ο Άγιος Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολη Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της Μητροπολιτικής του περιφερείας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, κατά την ημέρα της εορτής τους. Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων τον οποίον διηκόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνηση και αγάπη. Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, την Κρήτη στο χωριό Εθιά του Νομού Ηρακλείου.
 

Στο χαρτί εμπιστευόμουν τα μυστικά μου


5.6.1962
Τι είναι αυτός ο μακρύς μονόλογος, που νοιώθω μέσα μου σήμερα το πρωί και που φαντάζομαι πως θάπιανε πολλά φύλλα χαρτιού αν τον έγραφα; Αλήθεια, είναι στιγμές που νοιώθω μια περίεργη αγάπη για το άσπρο αυτό ριγωμένο χαρτί, που το χέρι μου ακουμπά πάνω του και η ψυχή μου υπαγορεύει. Σα να αποθέτω πάνω του ένα μέρος από τον εαυτό μου και προσέχω και αγαπώ το μέρος που τον αποθέτω, όπως αγαπάει κανείς ένα κομμάτι γης που το φυτεύει με δέντρα ή με λουλούδια. Αγαπώ αυτό το χαρτί σαν ένα κομμάτι γης και περισσότερο από ένα κομμάτι γης, γιατί γίνεται ένα με την ψυχή μου.

Γι' αυτό κι' αγοράζω πολύ χαρτί μην τυχόν και μου λείψει σε καμμιά στιγμή κι' αρχίσει το χέρι μου και τρέμει και δεν ξέρω τι να τον κάνω τον εαυτό μου, όπως σήμερα που νοιώθω μέσα μου πολύ νερό, πολλές κουβέντες και το χαρτί μοιάζει με τη σκαμμένη πέτρα, μοιάζει με το λίκνο, μοιάζει με τη λήκυθο, μοιάζει με τη σπηλιά που καταφεύγει ένα άγριο ζώο για να γεννήσει, μοιάζει με το σπάργανο. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα αλλά δεν την είχα σκεφτεί κι' ακόμη δεν είχα σκεφτεί πως αυτό το χαρτί στάθηκε η μεγάλη συντροφιά της ζωής μου. Αντικρυζόμουνα μαζί του, ιδίως το πρωί, αντικρυζόμουνα τη νύxτα, κάθε μέρα αντικρυζόμουνα και κανείς άλλος, ομολογώ, δεν με είδε να xαμογελώ ή να κλαίω κατά τη διάρκεια της συντροφιάς ή της συνεργασίας μας.

Ανατρέχω στο παρελθόν, ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Ήμουνα δώδεκα χρονών, καλοκαίρι, κατοικούσα σε μια μοναξιά. «Τι να σου φέρω γιε μου από το χωριό», μού 'λεγε η μητέρα μου. «Χαρτί». «Πάλι χαρτί;» Κι' έσκυβα πάνω του, όπως σκύβει κανείς πάνω σ' ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο αέρας κουνούσε τη φλόγα του λυχναριού, σκιές σάλευαν στο χαρτί και το αγαπούσα χωρίς να το 'χω σκεφτεί κι' έπρεπε να το αγαπώ και να το 'χω σκεφτεί, αφού σ' αυτό μόνον εμπιστευόμουν τα μυστικά μου, σ' αυτό, όχι στη μητέρα μου, όχι στ' αδέρφια μου, όχι σε κανέναν άλλο, όχι στους φίλους μου, που δεν ήταν τότε παρά λουλουδάκια, περαστικά σύννεφα, θάμνοι, μικροί σκαραβαίοι και πασχαλίτσες.
*
6-7-1962
Όλες αυτές τις μέρες το χέρι μου, δεν έμεινε μακρυά από το χαρτί. Κάθε τόσο ακουμπούσε πάνω του, το θώπευε αναποφάσιστο. Κάτι έβρισκε να διορθώσει, να αλλάξει μια λέξη, να προσθέσει μια λέξη. Ωστόσο δεν άρχιζε κάτι άλλο. Κινιόταν όπως το εκκρεμές. Δεν σταμάτησε, δεν αποσύρθηκε, δεν του έλειψε η φωτιά. Καμμιά φορά η σιωπή, το xαμόγελο, υποτάσσουν το xέρι, το πείθουν να συμμετάσχει κι' αυτό στις σιωπηλές ζυμώσεις της προπαρασκευής. Μιας προπαρασκευής που και τότε, κατά τη διάρκειά της, δεν σταματάει τίποτα. Το καμίνι εξακολουθεί να καίει, το αίμα διοχετεύεται κανονικά, το αίμα εξακολουθεί να καίγεται κανονικά.

Η μικρή φλόγα, όπως συμβαίνει κάποτε με μερικές καμινάδες, σαλεύει στο χρόνο.
*
8-10-1962
Χτες βράδυ άκουγα χτύπους μέσα μου. Χτύπους ζωντανού πλάσματος. Είχα την εντύπωση πως κάτι ήταν κοντά σε μια πόρτα, έτοιμο να βγει και την εντύπωση πως εγώ ο ίδιος ήμουν μπροστά σε μια πόρτα που θα άνοιγε. Η λέξη φως επανέρxονταν στο μυαλό μου, ή καλλίτερα το φως επανέρxονταν μέσα μου σαν αίσθηση που αναγκαστικά έπειτα γίνονταν λέξη.

Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου, που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις.

Κάθισα αρκετή ώρα στο πάρκο, μόνος, χωρίς να νοιώθω την ψύχρα, προσηλωμένος σ' αυτό που γίνονταν μέσα μου. Οι φυλλωσιές των δέντρων κρέμονταν πάνω μου, η νύχτα ήταν προχωρημένη. Σηκώθηκα όρθιος. Ένοιωθα ελαφρύς κι' ένοιωθα την ψυχή μου νάχει ανυψωθεί μέσα μου. Οι κινήσεις της μου θύμιζαν τις κινήσεις του ευλύγιστου γερακιοϋ πάνω από τον Ταΰγετο.

Μια νύχτα ακόμη, μια μέρα ακόμη, θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Μου φαίνεται πως οι νύχτες μου και οι μέρες μου δεν κόβονται από το χρόνο μου.
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)





* από το βιβλίο του Νικηφόρου Βρεττάκου "Ενώπιος ενωπίω"
εκδ. Τρία φύλλα, 1991

❝ Θανατώσεως τὸν ὅρον ἀνεμόχλευσας ❞

 


Η φράση, που αναφέρεται στην Θεοτόκο, προέρχεται από τον κανόνα της Θεοτόκου, ποίημα Θεοφάνους, που ψάλλεται τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου.
📖 🙶 Θανατώσεως τὸν ὅρον ἀνεμόχλευσας,
τὴν αἰωνίαν ζωήν, κυοφορήσασα Χριστόν 🙷
✦ Η λ. ὅρος στην υμνογραφία χρησιμοποιείται με την έννοια του φυσικού νόμου (πράγμα πολύ ενδιαφέρον, γιατί συνδέει τον φυσικό νόμο με τα όρια της ύπαρξης), πχ
📜🙶Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι
ἐν σοὶ Παρθένε ἄχραντε·🙷
(Κοίμησις Θεοτόκου)
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ΑΠΟ THN ΕΚΚΔΗΣΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Τι σημαίνει η φράση <<θανατώσεως τόν όρον ανεμόχλευσας>> 0"
✦ Το ρ. ἀναμοχλεύω έχει την παλαιά του σημασία (σήμερα μόνο μεταφορικά έχει επιβιώσει), δηλαδή «σηκώνω κάτι με μοχλό», και κατ΄ επέκταση, «ανατρέπω, ξεθεμελιώνω». Το νόημα εδώ είναι: «ανέτρεψες τον φυσικό νόμο του θανάτου [γεννώντας την αιώνια ζωή, τον Χριστό]».
✍️ Αξίζει να προσεχθεί η χρήση της λ. "θανάτωσις", αντί για "θάνατος", που (πέρα βέβαια απο τη μετρική αναγκαιότητα) δηλώνει τον θάνατο ως ενέργεια, ως κάτι που επιβάλλεται έξωθεν με τη βία - τονίζοντας, πιθανόν, ότι δεν είναι μια φυσική κατάσταση.
____________

«Η επιστολή της Ντροπής» ~Νόμπελ Πάνω στις Στάχτες της Σμύρνης.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης

 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ στη δεξίωση στην Άγκυρα, που ακολούθησε την υπογραφή του ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας στις 30 Οκτωβρίου 1930.

Δώδεκα μόλις χρόνια…Ούτε μια γενιά. Ούτε καν μια ανάσα ιστορίας. Δώδεκα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή που γνώρισε το Ελληνικό Έθνος στα τρεις χιλιάδες χρόνια της αδιάκοπης πορείας του. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον αφανισμό των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης,μετά τις σφαγές, τις πορείες θανάτου, τους βιασμούς, τις φωτιές, τον ξεριζωμό.

Τότε που η Σμύρνη ακόμη κάπνιζε στη συλλογική μνήμη.Τότε που οι πρόσφυγες ζούσαν σε παραπήγματα, σε αποθήκες και στρατώνες. Τότε που χιλιάδες οικογένειες πενθούσαν χωρίς τάφους, χωρίς απαντήσεις, χωρίς δικαίωση. Τότε που το αίμα δεν είχε καν στεγνώσει και οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά.

Και μέσα σε αυτό το ιστορικό τοπίο πόνου, απώλειας και εθνικού τραύματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ηγέτης που σημάδεψε όσο λίγοι τη νεότερη Ελλάδα, προχώρησε σε μια πράξη που μέχρι σήμερα προκαλεί σοκ, οργή και βαθύ διχασμό την πρόταση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Για πολλούς, αυτή η κίνηση δεν υπήρξε απλώς μια ψυχρή διπλωματική πρωτοβουλία. Υπήρξε ύβρις. Ύβρις απέναντι στη μνήμη των σφαγιασθέντων. Ύβρις απέναντι στους ξεριζωμένους που ακόμη δεν είχαν καν εγγραφεί στα μητρώα της νέας τους πατρίδας.Ύβρις απέναντι στους γονείς που αναζητούσαν τα παιδιά τους και στα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς πατρίδα, χωρίς παρελθόν, χωρίς δικαίωση.

Βεβαίως, μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική της διπλωματίας, την ανάγκη σταθερότητας, την αγωνία ενός κράτους εξαντλημένου από πολέμους. Μπορεί να δεχθεί ότι ο Βενιζέλος έβλεπε πιο μακριά από τον θυμό της στιγμής και επιδίωκε μια ειρήνη αναγκαία για την επιβίωση της Ελλάδας.Όμως η ιστορία δεν είναι μόνο γεωπολιτική. Είναι και μνήμη. Είναι και ηθική.

Και εδώ γεννάται το αμείλικτο ερώτημα.. Υπήρχαν άραγε άλλοι δρόμοι συνεννόησης, άλλες κινήσεις καλής θέλησης, χωρίς να προσβληθεί τόσο ωμά η αξιοπρέπεια των νεκρών και ο πόνος των ζωντανών;

Γιατί άλλο η αναγκαστική ειρήνη, άλλο η τιμή και άλλο η πολιτική σύνεση και άλλο η ιστορική δικαίωση.

Η επιστολή (γραμμένη στα γαλλικά) βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, στο αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου.

Αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Και ίσως γι’ αυτό η επιστολή αυτή, σχεδόν έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να πονά. Για του λόγου το ασφαλές ακολουθεί το ακριβές περιεχόμενο της.

_______________

Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1934
Κύριε Πρόεδρε,
Για περίπου επτά αιώνες ολόκληρη η Μέση Ανατολή και μεγάλο τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης αποτέλεσαν θέατρο αιματηρών πολέμων. Κύρια αιτία γι’ αυτούς, ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων.

Η υποδούλωση χριστιανικών λαών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου που μοιραία επακολούθησαν και οι διαδοχικές εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών που προσέβλεπαν στην απελευθέρωσή τους δημιουργούσαν μια κατάσταση πραγμάτων που θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε τα ίχνη που της είχαν αφήσει οι Σουλτάνοι.

Η εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικά τέλος σ’ αυτή την κατάσταση αστάθειας και μισαλλοδοξίας.

Πράγματι, σπάνια στη ζωή ενός έθνους πραγματοποιήθηκε σε τόσο λίγο χρόνο μια αλλαγή τόσο ριζική. Μια παρακμάζουσα αυτοκρατορία που ζούσε υπό θεοκρατικό καθεστώς στο οποίο οι έννοιες του δικαίου και της θρησκείας συγχέονταν μετατράπηκε σ`ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ενέργεια και ζωή.

Με την ώθηση του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων καταλύθηκε και το κράτος κατέστη αληθινά κοσμικό. Το έθνος ολόκληρο στράφηκε προς την πρόοδο, με την θεμιτή φιλοδοξία να ενταχθεί στην πρωτοπορία των πολιτισμένων λαών.

Όμως το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης προχώρησε από κοινού με όλες εκείνες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που προσέδωσαν στο νέο κυρίως εθνικό κράτος της Τουρκίας την σημερινή του μορφή. Πράγματι η Τουρκία δεν δίστασε να αποδεχθεί ειλικρινά την απώλεια επαρχιών όπου κατοικούσαν άλλες εθνότητες και, ικανοποιημένη πραγματικά με τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα όπως καθορίστηκαν από τις Συνθήκες, έγινε αληθινός στυλοβάτης της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.

Είμαστε εμείς οι Έλληνες που αιματηροί αγώνες αιώνων μας είχαν φέρει σε κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού με την Τουρκία οι πρώτοι που είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τις συνέπειες αυτής της βαθιάς αλλαγής στη χώρα αυτή, διάδοχο της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από την επόμενη μέρα της Μικρασιατικής Καταστροφής, διαβλέποντας την δυνατότητα συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, που προέκυψε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της απλώσαμε το χέρι και το δέχτηκε με ειλικρίνεια.

Από αυτήν την προσέγγιση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τη δυνατότητα συνεννόησης ακόμη και μεταξύ λαών που τους χώρισαν οι πιο σοβαρές διαφορές, όταν αυτοί διαποτιστούν με την ειλικρινή επιθυμία για ειρήνη, προέκυψαν μόνο καλά, τόσο για τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες όσο και για τη διατήρηση της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.

Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται αυτή η πολύτιμη συμβολή στην ειρήνη δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Πασά.

Έχω λοιπόν την τιμή ως αρχηγός της Ελληνικής Κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου σηματοδότησε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να υποβάλλω την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά για την διακεκριμένη τιμή του βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη.
Με βαθύτατη εκτίμηση.
Ε. Κ. Βενιζέλος


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Κουβεντούλα με την αγιασμένη Γερόντισσα Γαλακτία

ΓΙΝΑΜΕ ΟΥΡΑΝΟΣ !

 Μπορεί να είναι doodle

Μακαριστός π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική. Ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει.
Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας. Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα. Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶτε.
Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι αἰῶνες πρίν. Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;». Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”.
Τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων εἶναι τὸ ἑξῆς: οὐρανὸς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης μας ὡς ἀνθρώπινα πλάσματα, οὐρανὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ γῆ. Ὄχι. Ὁ οὐρανὸς δὲν βρίσκεται κάπου στὸ ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σὲ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία. Οὐρανὸς εἶναι αὐτὸ πού μᾶς ἐπιστρέφει ὁ Χριστός, ὅ,τι χάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, μὲ τὶς ἐπίγειες, ἀποκλειστικὰ γήινες, ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, καὶ τώρα εἶναι ἀνοικτός, μᾶς τὸν προσφέρει καὶ μᾶς τὸν ἐπιστρέφει ὁ Χριστός.
Οὐρανὸς εἶναι τὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Οὐρανὸς εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς· οὐρανὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ νίκη πάνω στὸ θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας· οὐρανὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν ὁποία εἰπώθηκε: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9).
Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ, μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ὁ οὐρανὸς διαπερνᾶ τὴ ζωή μας ἐδῶ καὶ τώρα, ἡ ἴδια ἡ γῆ γίνεται μιὰ ἀντανάκλαση, ἕνα εἴδωλο τῆς οὐράνιας ὀμορφιᾶς. Ποιὸς κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει τὸν οὐρανό; Ὁ Θεός. Ποιὸς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς “ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός”. Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὸν οὐρανό, κι ἂν Τὸν πιστεύουμε καὶ Τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς μαζί Του, στὸ δεῖπνο Του, στὴ Βασιλεία Του.
Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ –

Κοινωνία της ηδονής VS κοινωνία της τιμής

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Στην Πάμφωτη Βασιλεία Σου δέξαι με την ελεεινή που δεν έκαμα τίποτα στη ζωή μου για να Σ' ευχαριστήσω αλλά δεν μπορώ και μακριά Σου να ζήσω γιατί Σε αγάπησα γιατι Σε αγαπώ... ΑΓΙΑ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ"

Ν. Καρούζος

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ᾿ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μία φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ᾿ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ᾿ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μία στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἀγγέλους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἱμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.
μικρή κλίμαξ της ψυχής και του θανάτου,

"Αιχμάλωτοι της Ομορφιάς του Θεού"

 

Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ Ἀθωνίτης
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων, πρόσκαιρων καὶ αἰωνίων, Θείων καὶ ἀνθρώπινων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὅλα, ὅσα προτίθεμαι νὰ γράψω ἐδῶ, θὰ προέρχονται ἀπὸ τὴ θεώρηση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεανθρώπου. Ἡ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία μας δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἀφηρημένο χαρακτήρα, ἀλλὰ νὰ προσφέρει ἀπαραιτήτως θεμέλιο γιὰ ὅλη τὴν ἐν τῷ Θεῷ ζωή μας. Δὲν θὰ δίσταζα νὰ ὀνομάσω τὴν ἀνθρωπολογία αὐτὴ ἀσκητική. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο εἶναι πολυδιάστατη. Μία ἀπὸ τὶς διαστάσεις της εἶναι ἡ δημιουργικὴ δύναμη, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ ποικίλες περιοχές: σὲ κουλτοῦρες ὅλων τῶν εἰδῶν, δηλαδὴ πολιτισμούς, τέχνες, ἐπιστῆμες.
 
Στὸν πρωτόπλαστο δόθηκε ἡ ἐντολή, μὲ τὴν εἴσοδό του στὸν φυσικὸ κόσμο, νὰ ἐργάζεται σὲ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ὁ φυσικὸς κόσμος εἶναι πλασμένος μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν ἀνάγκη νὰ λύνει δημιουργικὰ τὰ προβλήματα ποὺ ἀδιάκοπα ἀναφύονται μπροστά του. Ὡστόσο αὐτὰ ποὺ ἀπαριθμῶ δὲν ἐξαντλοῦν τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Παράλληλα μὲ τὴν παραγωγὴ ἐκείνων ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς του ἐπάνω στὴ γῆ, ἀνέρχεται ἀπὸ τὶς ἀτελεῖς μορφὲς στὶς τελειότερες, τὶς πνευματικές, ποὺ ὑπερβαίνουν ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ πρόσκαιρα. Στὸ ἐπίπεδο τῶν πρόσκαιρων, ἡ δημιουργικὴ ἱκανότητα κατευθύνεται πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴ γῆ, γιὰ νὰ ὀργανώσει τὰ ἀκατέργαστα δεδομένα τῆς φύσεως, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς ἀπαιτήσεις τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ σκοπὸς κατορθώνεται στὰ ὅρια τῶν φυσικῶν ἱκανοτήτων τοῦ ἀνθρώπου. Στὴ δεύτερη περίπτωση ἡ δημιουργία κατευθύνεται πρὸς τὸν ἀνώτερο κόσμο, ὅπου τὰ φυσικὰ χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνα τους δὲν ἐπαρκοῦν. Ὡς Πρόσωπο ὁ ἄνθρωπος διαθέτει ἐλεύθερη βούληση ποὺ ἐκφράζεται, ὄχι μὲ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία κάποιου ἐντελῶς νέου πράγματος ποὺ δὲν ὑπῆρξε, ἀλλὰ ὡς συμφωνία μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀληθινὰ Δημιουργοῦ, ἢ ὡς διαφωνία πρὸς τὸ θέλημά Του (ποὺ ἀποκλίνει ἀπὸ τὸ θέλημά Του ἢ καὶ τὸ ἀπορρίπτει). Μόνο ἐκείνη ἡ δημιουργία ποὺ συμπίπτει μὲ τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς παράγει καρποὺς ποὺ μποροῦν νὰ περάσουν στὴν αἰωνιότητα· ὁτιδήποτε ἄλλο καταλήγει στὸ μὴ ὄν: «Πάσα φυτεία ἢν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ Μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν Ἐμοὶ καγῶ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς Ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μὴ τὶς μείνη ἐν Ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται» (Ἰωάν. 15,5-6).
Γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος συνεργὸς τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν καλύτερη γνώση τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Ἡ πορεία αὐτὴ τῆς ἀναβάσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπίσης δημιουργικὴ πράξη, ἰδιαίτερης ὅμως τάξεως· σκοπὸς της εἶναι ἡ συμμετοχὴ στὴν αἰώνια δημιουργικὴ πράξη τοῦ Πατέρα, ἡ ἀπόκτηση τῆς ἔσχατης τελειότητας μὲ τὴν παραμονὴ στὸ ρεῦμα τῆς Θείας Αἰωνιότητας, ὅπου πρῶτος εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς-Ἄνθρωπος. Ὁ χριστιανὸς στὴ δημιουργικὴ ἀναζήτησή του ἐγκαταλείπει ὅλα ὅσα φέρουν σχετικὸ καὶ παροδικὸ χαρακτήρα, γιὰ νὰ παραμείνει στὰ μὴ παρερχόμενα. Στὰ ὅρια τῆς γὴς ἡ τελειότητα δὲν εἶναι ἐντελῶς πλήρης. Καὶ ὅμως τὴν ἀποκαλοῦμε τελειότητα. Μιμούμενοι τὸν Χριστὸ ποὺ εἶπε «Ἐγὼ ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξε μὲ ὁ Πατήρ Μου, ταῦτα λαλῶ» (Ἰωάν. 8,28), καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸ ἴδιο, σύμφωνα μὲ τὴν παρατήρηση τοῦ Γέροντα Σιλουανοῦ: «Οἱ τέλειοι δὲν λένε τίποτε ἀφ’ ἑαυτοῦ τους… Λένε μόνο ὅ,τι τοὺς δίνει τὸ Πνεῦμα».
 
Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀληθινὴ δημιουργία, ἡ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἐφικτὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὄχι παθητικά, ἀλλὰ μὲ δημιουργικὸ ἀγώνα βαδίζει ὁ ἄνθρωπος πρὸς αὐτὸ τὸν ἅγιο σκοπό, χωρὶς ποτὲ νὰ λησμονεῖ ὅτι δὲν πρέπει μὲ κανέναν τρόπο νὰ δημιουργήσει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του θεὸ «κατ’ εἰκόνα του», κάτι ποὺ πολλοὶ φιλόσοφοι ἢ ἀκόμη καὶ θεολόγοι κάνουν.
 
Ὅλο τὸ παρελθόν μου μὲ ὠθοῦσε κατὰ φυσικὸ τρόπο στὴ σκέψη γιὰ τὴ δημιουργία στὶς διάφορες ἐκφάνσεις της, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸ νόημά της. Τώρα θὰ ἤθελα νὰ διηγηθῶ μὲ συντομία πὼς ἡ ἐνασχόλησή μου μὲ τὴ ζωγραφικὴ μὲ ὁδήγησε στὴν προσευχή. Μιλῶ γιὰ πραγματικὰ συγκεκριμένη περίπτωση.
 
Κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς νεότητάς μου, κάποιος Ρῶσος ζωγράφος, ποὺ ἔγινε στὴ συνέχεια διάσημος, μὲ προσείλκυσε πρὸς τὴν ἰδέα τῆς καθαρῆς δημιουργίας, ἔχοντας στραφεῖ πρὸς τὴν ἀφηρημένη τέχνη. Δύο ἢ τρία χρόνια ὑπῆρξα θύμα τῆς ἕλξεως αὐτῆς, ποὺ μὲ ὁδήγησε στὴν πρώτη θεολογικὴ σκέψη ποὺ γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικὸ κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδὴ κάθε ἐργάτη τῆς τέχνης) εἶναι νὰ προσλαμβάνει τὸ εἶναι στὶς μορφὲς τῆς τέχνης του. Ἔτσι καὶ ἐγὼ ἀντλοῦσα ἰδέες γιὰ τὶς δικές μου ἀφηρημένες μελέτες ἀπὸ ἐκεῖνο πού μου παρεῖχε ἡ πραγματικότητα τοῦ περιβάλλοντός μου: οἱ ἄνθρωποι, ἡ βλάστηση, τὰ κτίσματα, οἱ ἀπροσδόκητα ἀλλόκοτοι συνδυασμοὶ σκιῶν ἀπὸ τὸν ἥλιο ἢ τὶς ἠλεκτρικὲς λάμπες ἐπάνω στὸ πάτωμα, τοὺς τοίχους, τὶς ὀροφὲς καὶ πολλὰ ἄλλα. Μὲ τὴ φαντασία μου δημιουργοῦσα εἰκόνες, ἀλλὰ μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ὅμοιες μὲ τίποτε ποὺ ὑπάρχει πραγματικὰ στὴ φύση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, νόμιζα ὅτι δὲν εἶμαι ἀντιγραφέας φυσικῶν φαινομένων, ἀλλὰ δημιουργὸς νέων καλλιτεχνικῶν (εἰκαστικῶν) γεγονότων. Εὐτυχῶς ἀντιλήφθηκα ὅτι σὲ μένα, τὸν ἄνθρωπο, δὲν δόθηκε νὰ δημιουργῶ «ἐκ τοῦ μηδενός», ὅπως ὁ Θεὸς δημιουργεῖ μὲ μοναδικὸ τρόπο. Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία αὐτή μοῦ ἔγινε σαφὲς ὅτι κάθε ἀνθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ἤδη προϋπάρχουσα. Δὲν μποροῦσα νὰ χαράξω οὔτε μία γραμμή, οὔτε νὰ δημιουργήσω κάποιο χρῶμα, ποὺ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ὑπῆρχε. Ὁ ἀφηρημένος πίνακας μοιάζει μὲ ἐγγραφὴ λέξεων ποὺ ἠχοῦν πρωτότυπα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐκφράζουν πλῆρες νόημα. Ἡ δημιουργία παρουσιαζόταν σὲ μένα ὡς ἀποσύνθεση τοῦ εἶναι, πτώση στὸ κενό, στὸ παράλογο, ἐπιστροφὴ στὸ «μηδέν», ἀπὸ τὸ ὁποῖο μᾶς κάλεσε ἡ δημιουργικὴ πράξη τοῦ Θεοῦ. Τότε ἐγκατέλειψε ὁ νοῦς μου τὴ μάταιη ἀπόπειρα νὰ δημιουργήσει κάτι ἐντελῶς νέο, καὶ τὸ πρόβλημα τῆς δημιουργίας στὴ συνείδησή μου συνδέθηκε μὲ τὸ πρόβλημα τῆς Γνώσεως τοῦ Εἶναι. Καὶ μοῦ συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδὸν ὅλος ὁ κόσμος, κάθε ὁρατὸ φαινόμενο, ἔγινε μυστήριο, ὡραῖο καὶ βαθύ. Καὶ τὸ φῶς ἔγινε ἄλλο· χάιδευε τὰ ἀντικείμενα, τὰ περιέβαλλε κατὰ κάποιον τρόπο μὲ στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σὲ αὐτὰ παλμοὺς ζωῆς ποὺ δὲν ἀπεικονίζεται μὲ τὰ μέσα ποὺ διαθέτει ὁ καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου ἡ ἐπιθυμία νὰ ὑποκλιθῶ μὲ εὐλάβεια μπροστὰ στὸν πρῶτο καλλιτέχνη, τὸν Δημιουργό τοῦ παντός, μὲ τὸν πόθο νὰ Τὸν συναντήσω, νὰ διδαχθῶ ἀπὸ αὐτόν, νὰ γνωρίσω πώς Αὐτὸς δημιουργεῖ.
 
Οἱ συνομιλίες μου μὲ τὸν Γέροντα Σιλουανὸ γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ γιὰ ὁποιοδήποτε ἄλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μοναδικοῦ Διδασκάλου μὲ ἀπόλυτη αὐθεντία. Αὐτὸς μᾶς ἔδωσε «ὑπόδειγμα» γιὰ ὅλα (βλ. Μάτθ. 23,8-10· Ἰωάν. 13,13-15). Καὶ ὁ Γέροντας δίδασκε νὰ κοιτάζουμε προσεκτικὰ πῶς Ἐκεῖνος, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἐνεργοῦσε. «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ Ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μὴ τί βλέπῃ τὸν Πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν Ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. Ὁ γὰρ Πατὴρ φιλεῖ τὸν Υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν Αὐτῶ ἃ Αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει Αὐτῷ ἔργα, ἴνα ὑμεῖς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Ἀλλὰ ὁ μονογενὴς Υἱός, γενόμενος Υἱὸς Ἀνθρώπου, ὁμοιώθηκε σὲ ὅλα μὲ μᾶς (βλ. Ἑβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπῶς ὅλα, ὅσα Ἐκεῖνος λέει γιὰ τὸν Ἑαυτό Του ὡς Υἱὸ Ἀνθρώπου, ἐφαρμόζονται στὸν καθένα ἀπό μᾶς. Ἂν ἐμεῖς παραμένουμε στὸν Υἱό, τὸν ὁποῖο ἀγαπᾶ ὁ Πατέρας, τότε καὶ ἐμεῖς εἴμαστε υἱοί Του, ἐπίσης ἀγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), καὶ Αὐτὸς θὰ μᾶς τὰ δείξει ὅλα: τί δημιουργεῖ καὶ πῶς δημιουργεῖ. Ἀλήθεια, ἐν Χριστῷ ἔχουμε κληθεῖ νὰ γίνουμε μέτοχοι ὅλης της δημιουργικῆς Πράξεως τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός μας.
Ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν τελειότητα αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἀποχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀναρίθμητη ποικιλομορφία τῶν φαινομένων τοῦ φυσικοῦ κόσμου, καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμή του στρέφεται πρὸς τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριο τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω στὴ γῆ. Ὅταν ὅμως, μετὰ τὴν ἔξοδό της ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ αἰώνια σὲ Αὐτὸν καὶ μὲ Αὐτὸν διαμονή, τότε μέσα στὸ «Εἶναι» αὐτὸ ἔρχεται ἡ γνώση καὶ ἡ εἴσοδός μας στὴν Πράξη δημιουργίας ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅλων τῶν ὑπαρκτῶν. Ἀρραβώνα τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἀποτελεῖ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ὁ Θεὸς σκέφτεται τὸν κόσμο καὶ ὁ κόσμος ὑπάρχει». Καὶ οἱ ἅγιοι τελοῦν τὰ θαύματα ὄχι μὲ φυσικὴ ἐπενέργεια ἐπάνω στὴ φύση, ἀλλὰ στὴν προσευχή τους πρὸς τὸν Θεὸ «σκέφτονται τὸ ποθούμενο καὶ αὐτὸ πραγματοποιεῖται».

Χρυσή ώρα μέσα από την παλιά πέτρινη αψίδα

 Μπορεί να είναι εικόνα Στάρι Μοστ και Camogli

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ο Ισαπόστολος

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 Ἀπολυτίκιον:
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος,
καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος,
ὁ ἐν βασιλεῦσιν Ἀπόστολός σου, Κύριε,
Βασιλεύουσαν πόλην ταῖς χερσί σου παρέθετο·
πρεσβείαις αὐτῶν,

+π. Γεώργιος.Μεταλληνός

🌾Φωταυγής ~

 


Mια υπέροχη λέξη, που σήμερα επιζεί κυρίως στο ουσιαστικό "φωταύγεια". Προέρχεται από το "φῶς + αὐγή" και σημαίνει «λαμπρός, πλημμυρισμένος από φως».
◾Τη συναντούμε, ανάμεσα σε άλλα, στον θαυμάσιο κανόνα της Αναστάσεως, όπου ο ποιητής παρουσιάζει τη φωταγωγημένη νύχτα της Ανάστασης ως προάγγελο της ίδιας εορτής που θα ερχόταν με το ξημέρωμα (τότε εορταζόταν την παλιά εποχή).
📜 Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος
αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, 
 
 
 
τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς ἐγέρσεως
οὖσα προάγγελος [ ...]
◾ Ο ποιητής μεταπλάθει ποιητικά τα λόγια του Γρηγορίου Θεολόγου , που περιγράφει την πάνδημη φωταγώγηση της νύχτας της Αναστάσεως, εν αναμονή της ίδιας της ανάστασης, η οποία (εορταζόταν το πρωί της Κυριακής του Πάσχα.
Μπορεί να είναι εικόνα κηροπήγια και κείμενο
📜 «Καλή μὲν καὶ ἡ χθὲς ἡμῖν λαμπροφορία καὶ φωταγωγία,
ἣν ἰδίᾳ τε καὶ δημοσίᾳ συνεστήσαμεθα,
δαψιλεῖ τῷ πυρὶ τὴν νύκτα καταφωτίζοντες·
καλλίων δὲ ἡ σήμερον [..] καὶ περιφανεστέρα·
ὅσῳ χθὲς μὲν πρόδρομον ἦν τοῦ μεγάλου φωτὸς
ἀνισταμένου τὸ φῶς καὶ οἷον εὐφροσύνη τις προεόρτιος·
σήμερον δὲ τὴν Ἀνάστασιν αὐτὴν ἑορτάζομεν,
οὐκ ἔτι ἐλπιζομένην, ἀλλ' ἤδη γεγενημένην».
(Γρηγορίου Θεολόγου, ΛΟΓΟΣ ΜΕʹ. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα).
(μετάφρ.)
«Ωραία και λαμπρή ήταν βέβαια και η χθεσινή μας γιορτή των φώτων και η λαμπαδηφορία, την οποία οργανώσαμε τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, φωτίζοντας τη νύχτα με άφθονο φως.
Ακόμη πιο ωραία όμως και πιο ένδοξη είναι η σημερινή ημέρα· διότι χθες το φως ήταν ο πρόδρομος του μεγάλου Φωτός που ανατέλλει, σαν μια προεόρτια ευφροσύνη· σήμερα όμως γιορτάζουμε την ίδια την Ανάσταση, η οποία δεν είναι πια κάτι που ελπίζουμε, αλλά κάτι που έχει ήδη γίνει πραγματικότητα».
🌾 Από τη φωταυγή νύχτα στην ανέσπερη ημέρα.

Ἀνάληψη: Μιά κάπως ἄγνωστη δεσποτική γιορτή


Μιά γιορτή, πού ἐπειδή πέφτει πάντοτε σέ καθημερινή ἐργάσιμη μέρα, δέν ἔχει τήν ἀνάλογη θέση στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὅπως οἱ μεγάλες γιορτές τῶν Χριστουγέννων, Θεοφανίων, Εὐαγγελισμοῦ, Ἀναστάσεως, Πεντηκοστῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

          Εἰδικά στήν Ἀνάληψη ἀπέχει μόνιμα ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡμέρα πού συνήθως τά σχολεῖα ἔχουν εἰσέλθει στήν περίοδο τῶν ἐξετάσεων, μ’ ἀποτέλεσμα ν’ ἀδυνατεῖ καί ὁ πιό καλοπροαίρετος ἐκπαιδευτικός νά φέρει τούς μαθητές στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι μεγαλώνουν τά παιδιά μας, εἰσέρχονται μετά στό χῶρο τῆς βιοπάλης, καί μπορεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὁλόκληρες καί νά μήν ἔχουν τήν εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσουν καί νά βιώσουν λατρευτικά τή μεγάλη αὐτή γιορτή.

Ἡ Ἀνάληψη ἕπεται τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἀμέσως μετά τό τεσσαρακονθήμερο τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές του. Ὁ Χριστός, σ’ αὐτές τίς σαράντα μέρες, μέ συνεχεῖς ἐμφανίσεις καί ἐξαφανίσεις ἀφ’ ἑνός μέν τούς ἀποδεικνύει τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς γυμνάζει στή συνεχῆ σωματική ἀπουσία του. Πρέπει οἱ μαθητές νά χειραφετηθοῦν ἀπό τήν συνεχῆ σωματική αἴσθηση καί ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Νά παύσουν νά τόν ἀπολαμβάνουν διά τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, τῆς ἁφῆς. Νά παύσουν νά ἔχουν αἰσθητά ντοκουμέντα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἄρχισε μέ τή γέννησή του ἐδῶ τελειώνει. Ἤ μᾶλλον σταματᾶ γιά νά συνεχίσει στήν Β΄ Παρουσία του. Τότε τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως θά ξαναφανεῖ. Τότε «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. 24,30). Μέχρι τότε οἱ πιστοί μαθαίνουν νά ζοῦν μέ τήν διαρκῆ ἀόρατη παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

«Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28,20). Εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός. Συνεχῶς ἀλλά ἀοράτως. Οἱ πιστοί ἀντλοῦν δύναμη ἀπό αὐτή τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλά δέν παύουν νά νοσταλγοῦν καί νά ἐπιθυμοῦν καί νά ἀδημονοῦν γιά τήν ἔνσαρκη Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία θά κραυγάζει συνεχῶς ἕως τότε· «ναί ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ θ’ ἀκούγεται συνεχῶς «ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀπόκ. 22,20).

Ἀναλήφθηκε, λοιπόν εἰς τούς οὐρανούς ὁ Χριστός μας. Τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεία του φύση ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως κατά τήν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν παίρνει καί τήν τοποθετεῖ ὑπεράνω Χερουβίμ καί Σεραφίμ, ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων, δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ἄπειρες εἶναι οἱ εἰκόνες καί οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἐξυμνοῦν καί ἐκθειάζουν καί γεραίρουν τό θαυμαστό αὐτό γεγονός. «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῆ σάλπιγγος». «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καί ἐπάρθητε πῦλαι αἰώνιοι καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης» θά πεῖ ὁ προφητάναξ Δαυίδ.

Πίσω ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ποιητικές καί μεγαλοπρεπεῖς καί ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, ἕνα εἶναι τό οὐσιαστικό γεγονός, ἕνα εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἕνα εἶναι τό «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ὅπως λέγει τό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη· ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἕνωση αὐτή ἡ τόσο σωτηριώδης γιά μᾶς, ἐν τούτοις, ἔχει τήν «ἀρνητική» πλευρά νά παρασύρει στήν ἀορασία καί στὀ μυστήριο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μέχρι τήν Β΄ Παρουσία του. Εἶναι κάτι γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τή σάρκα, ζεῖ καί βιώνει κυρίως μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνέργειά της, ἐπαναστατεῖ. Διότι θέλει νά ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· νά μπορεῖ νά τό βλέπει, νά τό πιάνει, νά τό ἀκουμπᾶ, νά τό ἀγκαλιάζει, ν’ ἁρπάζει τή χάρη πού ἐμφωλεύει μέσα του ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα. Γι’ αὐτό ὅπως προαναφέραμε κραυγάζει «ναί ἔρχου κύριε Ἰησοῦ».

Προσοχή ὅμως! Δέν ἐξέλειπε ἐντελῶς ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει συνεχῶς ἕως «τερμάτων αἰῶνος». Ποῦ ὅμως εἶναι αὐτή ἡ σωματική παρουσία; Εἶναι στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού στά ‘‘σά ἐκ τῶν σῶν…’’ μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δύναται ὁ πιστός ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ, ν’ ἀκουμπήσει, νά ψηλαφίσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί νά τό φάει. Νά τό βάλει μέσα του. Νά εἰσέλθει μέχρι τό τελευταῖο κύτταρό του. Νά εἰσδύσει στήν οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔτσι νά θεωθεῖ.

Συνεπῶς δέν ἐξέλειπε ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἁπλῶς γιά νά τήν ἀπολαύσουμε πρέπει νά συχνάζουμε εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου μας. Νά μετέχουμε στό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό μυστήριο γιά τό ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα τά ἄλλα, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν τό κάνουμε αὐτό συνειδητά καί μέ μετάνοια, τότε θά ἰσχύσει καί γιά μᾶς αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος· «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἀρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4,17).



Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Γιατί είναι απαραίτητη η εκμάθηση Αρχαίων Ελληνικών.

Δώδεκα ώρες όρθιος, καθήμενος, κοιμώμενος ρουφούσε το μέλι της αγρυπνίας


Στην αγρυπνία, μου έδωσαν σχετικά κεντρικό στασίδι. Δίπλα μου ένα κατάλευκο γεροντάκι. Στέκεται όρθιος σαν λαμπάδα, ακίνητος. Καθώς προχωρεί η αγρυπνία χαλαρώνει. Έχει προφανώς κουρασθεί. Μάλλον κοιμάται. Όχι όμως όπως συνήθως χαλαρωμένος. Κατάσταση παράξενη και ενδιαφέρουσα. Το κεφάλι του γυρμένο στο χέρι. Μάτια κλειστά. Κατά διαστήματα ακούγεται διακριτικό και ήσυχο ροχαλητό. Κάθε τόσο, όμως, μόλις γίνει κάποιο λάθος από τους Ψάλτες, παρεμβαίνει και χωρίς καθυστέρηση το διορθώνει. Και επανέρχεται στην ... ησυχία του. «Το μεν σώμα καθεύδει δια την χρείαν της φύσεως, η δε καρδία του αγρυπνεί δια το πλήθος του έρωτος».
.........Πράγματι ο νους του αγρυπνεί. Ο άνθρωπος φαίνεται πως ζει αλλού (...)
.........Η αγρυπνία συνέχισε. Τελείωσε ύστερα από δώδεκα ώρες. Με πλησιάζει ένας γνωστός μου μοναχός:
.........«Πήρες ευλογία από τον γερο-Αρσένιο;»
.........«Ποιος είναι αυτός;» απήντησα με απορία.
.........«Το γεροντάκι που καθόταν δίπλα σου».
.........Το γεροντάκι που κοιμόταν δίπλα μου, είπα από μέσα μου.
.........«Έχει το χάρισμα της αλουσίας», συμπληρώνει. «'Έχει δέκα χρόνια να νίψει το πρόσωπό του και μοσχοβολάει ο ίδιος. Είναι πεντακάθαρος. Μένει στο Καλαμίτσι σε ένα ξεροκάλυβο μια ώρα μακριά. Τρέχα πριν φύγει».
.........Δεν τον πρόλαβα. Πριν από την πανηγυρική τράπεζα είχε εξαφανισθεί για το κελλάκι του. Χόρτασε με τη θεία λατρεία. Δεν του χρειαζόταν ούτε φαγητό ούτε λόγια για να γεμίσει την ψυχή του. Δώδεκα ώρες όρθιος, καθήμενος, κοιμώμενος ρουφούσε πάντως το μέλι της αγρυπνίας...