

Ένας ορειβάτης, που ήθελε να ανεβεί το ψηλότερο βουνό, ξεκίνησε, την περιπέτεια του μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας. Όμως, επειδή ήθελε τη δόξα μόνο για τον εαυτό του αποφάσισε να σκαρφαλώσει το βουνό μόνος. Η νύχτα, λοιπόν, έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά.
Συνέχισε να πέφτει… και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεφτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησε με!
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου…
Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί ΜΟΝΟ 3 μέτρα μακριά από τη γη…
Κι εσύ; Εγώ; Όλοι μας; Πόσο κολλημένοι είμαστε στο σκοινί μας, σε κάθετι που μας κρατά δέσμιους; Ποτέ μην αμφισβητήσεις όσα είναι από τον Θεό. Ποτέ δεν θα πρέπει να λες ότι σε έχει ξεχάσει ή σε έχει εγκαταλείψει. Ποτέ μη νομίζεις ότι δεν σε φροντίζει. Θυμήσου ότι σε κρατάει πάντα με το χέρι Του και η επιλογή να απλώσεις το δικό σου χέρι ανήκει σε εσένα.

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Η χαρούμενη επέτειος της ενώσεως της Επτανήσου με την μητέρα Ελλάδα ημερομηνιακά είναι κοντά με την θλιβερή επέτειο της αλώσεως της Βασιλεύουσας. Στην Κέρκυρα ο κεντρικός εορτασμός θύμισε Βυζάντιο. Τελέστηκε η Θεία Λειτουργία και η Δοξολογία προεξάρχοντος του Μητροπολίτου, ο οποίος φορούσε άμφια και μίτρα (στέμμα) - που φορούσαν ο Αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης και οι αξιωματούχοι της. Επλαισιούτο από πλήθος λαού, από σημαίες, λάβαρα, εξαπτέρυγα και από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. Και μετά η παρέλαση, την οποία κοσμούσαν και με τοπικές φορεσιές οι νέοι και οι νέες, ήταν και οι πολυπληθείς μπάντες, που ενίσχυαν μελωδικά τον πανηγυρικό τόνο.
Παρούσα και η πολιτική εξουσία δια του ανωτάτου άρχοντος, του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κων. Τασούλα, θυμίζουσα τις καλές ημέρες των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και αυτό που γράφει ο μέγας Βυζαντινολόγος Στίβεν Ράνσιμαν για τον Ιουστινιανό, ο οποίος υποστήριζε τη διάκριση μεταξύ του sacerdotium και του imperium και πίστευε πως η μεταξύ τους αρμονική σχέση είναι ουσιαστική για την ευημερία του κόσμου και ότι το ιμπέριουμ πάντοτε οφείλει να υποστηρίζει τις αποφάσεις και το κύρος του κλήρου. («Η Βυζαντινή θεοκρατία», Εκδ. «Δόμος», 1982, σελ. 51).
Μετά το 1204 και την πρώτη άλωση από τους «χριστιανούς» Ενετούς και Φράγκους η πίεση στη Ρωμέικη Αυτοκρατορία γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Από τη μία οι στην Ανατολή οθωμανοί οσμανλήδες πίεζαν κατακτώντας εδάφη, και από την άλλη στη Δύση οι «χριστιανοί» πίεζαν να υποκύψουμε στον Πάπα και να απωλέσουμε την ταυτότητά μας, χωρίς να μας εγγυώνται ότι θα μας προστάτευαν από τον εξ Ανατολής κίνδυνο... Ο μεγαλοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαμπέλιος περιγράφει με ακρίβεια και αντικειμενικότητα την προ της Αλώσεως κατάσταση:
«Οφείλει το γένος των Ελλήνων, παραιτούμενον των περί Ορθοδοξίας αξιώσεών του, και επί σκοπώ του να διαφυλαχθή από τους άκρους κινδύνους, να στρέψει όμμα συνδιαλλακτικόν προς την Δύσιν, να παραδεχθή τον Παπισμόν, να συγχωνευθή μετά των εσπερίων εθνών, να απολέση την αρχαιόγονον φύσιν του, να εξουθενηθή εις τον ωκεανόν των δυτικών εθνικοτήτων, να αποταχθή της αυθεντίας του παρελθόντος, να απεκδυθή της ιστορικής ηγεμονίας του και ταύτα πάντα χωρίς της βεβαιότητος ότι θέλει σωθή ποτέ από της ημέρας παρ’ ημέραν αναβαινούσης βαρβαρικής πλημμύρας. Ή μάλλον, οφείλει προς τον βάρβαρον μεν να παραχωρήση την αυτονομίαν, τον βυζαντινόν θρόνον, την πολιτείαν, εις εαυτό δε να φυλάξη την κατοχήν του θρησκεύματος, ως παλλάδιον εντός του οποίου ήθελε καταφύγει και κρυφθή ο σπόρος της ελευθερίας; Εις άλλας λέξεις, τί μέλλει να δώση βοράν εις τον της Ανάγκης αδυσώπητον δράκοντα; Την ύλην ή το πνεύμα; Να δώση το θρήσκευμα και την εν τω θρησκεύματι μέλλουσαν αναγέννησιν προς τους Δυτικούς, ή να παραδώση το μεσαιωνικόν ατελέστατον πολίτευμα προς τους διαδόχους του Οτμανίου; Δεξιόθεν κρημνός, αριστερόθεν τάφος. Τα εθνικά στοιχεία ηθέλησαν να ριφθώσιν εις τον κρημνόν κατά προτίμησιν, με την ελπίδα την προς τον Θεόν και την βοήθειαν της Ιστορίας». («Άσματα δημοτικά και μελέτη περί μεσαιωνικού Ελληνισμού», Κέρκυρα, 1852, ανατύπ. Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 1986, σελ. 503).
Από την Άλωση αρχίζει ο αγώνας επιβίωσης του Ελληνισμού. Μακρά η περίοδος, 400 χρόνια, σκλαβιάς και τυραννίας υπό αλλόθρησκο κατακτητή. Κατ’ αυτήν συνέβη το δυσκατόρθωτο για όλους τους λαούς της Γης, επιβίωσε το Έθνος χάρη στην Εκκλησία και τους πιστούς λαϊκούς, που διατήρησαν με θυσίες ζωντανές την γλώσσα και την ιστορία μας. Ο Σάμιος λόγιος Επαμεινώνδας Σταματιάδης (1835-1901) σημειώνει ότι δύο τάξεις υποβάσταξαν κατά τους χαλεπούς εκείνους χρόνους το βαρύ και δυσβάστακτο της Ελληνικής εθνότητος φορτίο, η Εκκλησία και οι αρματωλοί – κλέφτες. Ειδικότερα γράφει, μεταξύ άλλων: «Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, οφείλουν σεβασμό προς την αγίαν αυτών εκκλησίαν, ως έθνος όμως οφείλουν προς αυτήν και ευγνωμοσύνην, διότι υπό της αγάπης και προνοίας αυτής περιβαλλόμενοι διήλθον σώοι το σκιερό και ζοφώδες διάστημα τεσσάρων όλων αιώνων, υπ’ αυτής εκτρεφόμενοι με το μάνα της εις Θεόν πίστεως, παρηγορούμενοι με την αλάνθαστον παρηγορίαν της ελπίδος, θωρακιζόμενοι με τον αδιαπέραστον θώρακα της υπομονής, υποβασταζόμενοι τέλος με το έρεισμα της προς αλλήλους ευαγγελικής αγάπης». («Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων», Αθήνησι, 1865, Ανατύπ. Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1973, σελ. 8-10).
Ο Ελληνισμός δεν θα υπήρχε χωρίς το Βυζάντιο, υποστήριξε σε συνέντευξή της η βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: «Τί είναι ο Νεοελληνισμός; Ορθοδοξία και ελληνική γλώσσα.
Χωρίς το Βυζάντιο δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία, όπως επίσης δεν θα είχε συντηρηθεί και διαδοθεί η ελληνική γλώσσα, η οποία δεν έγινε ποτέ νεκρή γλώσσα και μόνον οι Έλληνες τη μιλάμε, αφού δεν υπάρχουν ελληνογενείς γλώσσες, όπως υπάρχουν οι λατινογενείς».
Μια πλευρά του παρόντος έζησε η Κέρκυρα πριν από λίγες ημέρες, όπως την ζούμε οι περισσότεροι Έλληνες σε κάθε εθνική και θρησκευτική μας εορτή. Ο Ελληνισμός εκφράζεται έτσι ως συνέχεια του Βυζαντίου και με ευθύνη για τα πεπρωμένα του. Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Την εκπροσωπούν οι οπαδοί του δυτικού «προοδευτισμού». Από τη μεταπολίτευση έως σήμερα υπάρχει μια αυξανόμενη πίεση από ολιγάριθμες, αλλά ισχυρές αντίθεες δυνάμεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας, για περιθωριοποίηση της Εκκλησίας, για κατάργηση των συμβόλων που θυμίζουν το παρελθόν των Ελλήνων και προσχώρηση στον τύπο του δυτικού ανθρώπου, του αποδεχόμενου ή ανεχόμενου την εφαρμογή των ιδεολογιών του ηδονισμού, του ατομισμού και του μηδενισμού, που τις παραποιεί και τις μετατρέπει σε «δικαιώματα». Και είναι εντυπωσιακό ότι πολιτικοί και του κυβερνώντος Κόμματος, οπαδοί του Σημιτισμού, επιχειρούν να συνδυάσουν τα μη αναμιγνυόμενα, Εκκλησία και δυτικό «εκσυγχρονισμό».
Παράδειγμα ο 38ετής κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Μετά την πρόσφατη συνάντησή του στην Αθήνα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο δήλωσε: «Η σοφία, η νηφαλιότητα και το κύρος του αποτελούν διαρκή πηγή έμπνευσης και καθοδήγησης για την απαιτητική συνέχεια του έργου μας». Όμως τον Ιανουάριο του 2026 μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ είχε πει για τις αμβλώσεις: «Είναι αδιανόητο το 2026 να συζητάμε για το τί θα κάνει μια γυναίκα με το σώμα της, αυτά η χώρα μας τα έχει λύσει πολλές δεκαετίες πριν». Επισημαίνεται στον κ. Μαρινάκη πως η « έμπνευσή» του από τον Πατριάρχη δεν πρέπει να είναι επιλεκτική και κατά τη βούλησή του, αλλά οφείλει να είναι σύμφωνη με τα όσα αυτός πρεσβεύει. Αλλιώς η συνάντηση ήταν μια τυπική κοινωνική επαφή, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τις προσεχείς εκλογές και η δήλωσή του χωρίς περιεχόμενο. Τα ίδια ισχύουν για όσους βουλευτές, ερήμην του λαού και κατά παράβαση των κανόνων της Φύσεως, της Ηθικής και της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ψήφισαν υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων, αλλά επιδιώκουν και καλές σχέσεις με τον κλήρο...
Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό μας Ύμνο μιλάει για τα περασμένα μεγαλεία που έζησε ο Ελληνισμός και επισημαίνει πως διηγώντας τα είναι να κλαις για το πού κατάντησε… Ο στίχος του, από την πέμπτη στροφή του Ύμνου, αναφέρεται στην εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά για κάποιους Έλληνες παραμένει επίκαιρος…-


Τα
δύο παιδιά του ήταν μόλις 1,5 και 5 ετών όταν, στις 23 Μαΐου 2006, ο
πατέρας τους, Σμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας, έχασε τη ζωή του εν ώρα
καθήκοντος κοντά στην Κάρπαθο, υπηρετώντας με αυταπάρνηση την Πατρίδα.
Η
μνήμη και η θυσία του παραμένουν ζωντανές, φωτίζοντας τον δρόμο των
παιδιών του και αποτελώντας σύμβολο τιμής, ευθύνης και προσφοράς προς το
Έθνος.
ΑΘΑΝΑΤΟΣ


Σε κάθε επιστήμη
και σε κάθε κοινωνικό επίτευγμα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον έχει
επιτυχία, κατά πόσον παράγει αποτελέσματα. Αυτό πρέπει να εξετάζεται και
στα δόγματα της Εκκλησίας.
Η επιτυχία των δογμάτων είναι να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση...
Οι
Άγιοι Πατέρες, εξ επόψεως θεραπείας, έψαχναν να βρούνε μία κοινή
ορολογία. Ουσιαστικά, εξ επόψεως εσωτερικής δομής της Εκκλησίας, που
σημαίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση, μυστηριακή ζωή κ.ο.κ.,
δεν χρειάζεται αυτή η διατύπωση, αλλά η διατύπωση όμως, χρειάζεται για κατηχητικούς λόγους...
Για
να φυλάσσωνται οι πιστοί από τους αιρετικούς, για να ξέρουν ποιοι είναι
οι σωστοί διδάσκαλοι, για να μπορούν να τύχουν της θεραπείας, η οποία
θεραπεία δεν υπήρχε στους αιρετικούς.
Έτσι,
φαίνεται ότι εκτός από την αντιμετώπιση των αιρετικών, η ορολογία
συντελεί και στην θεραπεία των ανθρώπων -των πιστών- γι’ αυτό το «δόγμα
είναι δογματική θεραπεία», δηλαδή έχει «θεραπευτική σημασία».
Οπότε, τα κριτήρια της Ορθοδόξου θεολογίας «δεν είναι τυπικά δογματικά, αλλά θεραπευτικά».
Διότι
ο σκοπός των δογμάτων είναι να χρησιμοποιούνται ως φάρμακα για την
θεραπεία του ανθρώπου. Λοιπόν, το δόγμα είναι ένα φάρμακο...
''Ο αντιαιρετικός και θεραπευτικός σκοπός του δόγματος.''

Στο Μυστρά, ακούστηκαν ξανά, μετά σιωπή αιώνων, Βυζαντινοί ύμνοι και παραλογές που διατηρούν τη μνήμη της Ρωμιοσύνης.
Τραγούδησε ο #ZahariasKarounis

Το Σάββατο 23 Μαΐου 2026, η καρδιά της Εύβοιας χτύπησε στο Ιερό Ησυχαστήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Μουρτερή, όπου τελέστηκε το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιμανδρίτου Ακακίου .Στον Όρθρο και την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, πλήθος πιστών συνέρρευσε για να τιμήσει τη μνήμη ενός ανθρώπου που σφράγισε την πνευματική ζωή του τόπου.
Ο Γέροντας Ακάκιος, γεννημένος το 1927, υπήρξε μια εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας. Η πορεία του, που ξεκίνησε από το Ορφανοτροφείο της Κύμης, υπήρξε μια διαρκής πνευματική ανηφόρα. Από το ιστορικό Μέγα Σπήλαιο των Καλαβρύτων έως την «έρημο» των Καυσοκαλυβίων στον Άθωνα, ο Γέροντας θήτευσε δίπλα σε αγίες μορφές, μεταφέροντας στην Εύβοια τη μυσταγωγία και τη σοφία του Αγίου Όρους.
Ο «Πνευματικός Φάρος» της Μουρτερής
Παρά την άσκηση στον Άθωνα, η αγάπη για τη γενέτειρά του τον έφερε πίσω στη Μουρτερή το 1981. Εκεί, ίδρυσε το Ιερό Ησυχαστήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, μετατρέποντάς το σε ένα πνευματικό καταφύγιο. Για δεκαετίες, ο «Ακάκιος της Μουρτερής» υπήρξε ο πνευματικός πατέρας χιλιάδων ανθρώπων, προσφέροντας παρηγοριά, καθοδήγηση και ένα παράδειγμα σπάνιας ταπεινότητας και ανεξικακίας.
«Η ζωή του ήταν μια επιστροφή στην απλότητα», ανέφεραν με δάκρυα στα μάτια πιστοί που κατέκλυσαν το μοναστήρι από κάθε γωνιά του νησιού.
Το τελευταίο αντίο και η πνευματική παρακαταθήκη
Η κοίμησή του, η οποία συνέβη στις 19 Απριλίου, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην τοπική εκκλησία. Κατά την εξόδιο ακολουθία αλλά και στο μνημόσυνο, η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη από τη συγκίνηση των πνευματικών του παιδιών.
Ο Γέροντας Ακάκιος αναπαύεται πλέον στη γη που αγάπησε, έχοντας ολοκληρώσει μια επίγεια διαδρομή που ξεκίνησε συμβολικά την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και κατέληξε στην αιώνια Μεταμόρφωση. Το έργο του και η πνευματική του παρουσία παραμένουν ζωντανά, ως φάρος ελπίδας για τις επερχόμενες γενιές.
Αιωνία του η μνήμη.

Γράφει ο θεολογών Δημήτριος Λογοθέτης
Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυσυζητημένα ζητήματα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἰσορροπώντας ἀνάμεσα στὴν ἀνάγκη γιὰ πνευματικὴ κατανόηση καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱερὴ παράδοση. Στὸ ἐπίκεντρο αὐτοῦ τοῦ διαλόγου βρίσκεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει στὴν χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς —συγκεκριμένα τῆς ἑλληνιστικῆς κοινῆς— ἔναντι τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὴν ὁποία μιλᾶ καὶ ἀντιλαμβάνεται ἄμεσα ὁ σύγχρονος πιστός;
Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία, οὔτε πηγάζει ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ροπὴ πρὸς τὸν συντηρητισμό. Ἀντιθέτως, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα μεταφέρει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ πολιτισμικὸ φορτίο, λειτουργώντας ὄχι μόνο ὡς μέσο ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς φορέας δογματικῆς ἀκρίβειας καὶ αἰσθητικοῦ κάλλους.
Ἡ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε στὴν ἑλληνιστικὴ κοινή, τὴν γλώσσα ποὺ μιλοῦσαν καὶ ἔγραφαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καθιερώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μέσῳ τῆς Μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), ἡ ὁποία ἐπίσης ἀνήκει σὲ αὐτὴν τὴν γλωσσικὴ περίοδο. Ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ ἰδιώματος στὴ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐμμονὴ στὸν τύπο, ἀλλὰ μιὰ πράξη πνευματικῆς αὐθεντικότητας.
Χρησιμοποιώντας τὴν γλώσσα τῶν πρωτοτύπων, ἡ Ἐκκλησία διασφαλίζει ὅτι ὁ πιστὸς ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀκριβὲς κείμενο, χωρὶς τὴ διαμεσολάβηση μεταφραστῶν. Κάθε μετάφραση, ὅσο ἐπιτυχημένη κι ἂν εἶναι, ἀποτελεῖ ἀναπόφευκτα καὶ μιὰ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ περιορίσει ἢ νὰ ἀλλοιώσει τὸ βάθος τῶν νοημάτων.
Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ οὐσιαστικὲς λειτουργίες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στὴν λατρεία εἶναι ἡ δημιουργία μιᾶς αἴσθησης “ἱεροῦ χρόνου” καὶ “ἱεροῦ χώρου”. Ἡ χρήση μιᾶς γλώσσας ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὴν καθημερινή, ἀγοραία ὁμιλία, βοηθᾶ τὸν πιστὸ νὰ ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ βίου καὶ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι εἰσέρχεται σὲ ἕνα χῶρο διαφορετικό, στὸν χῶρο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἐργαλεῖο μεταφορᾶς πληροφοριῶν, ἀλλὰ ἕνα μυσταγωγικὸ ὄργανο.
Ἐπιπλέον, ἡ “ἱερὴ γλώσσα” προστατεύει τὸ θεῖο νόημα ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἐκχυδαΐσεως ἢ τῆς ὑπερβολικῆς οἰκειότητος ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει ἡ χρήση τῆς σύγχρονης καθομιλουμένης. Ὅπως ὁ ναὸς διαφέρει ἀρχιτεκτονικὰ ἀπὸ μιὰ κοινὴ κατοικία, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τῆς λατρείας ὀφείλει νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀπόστασή του ἀπὸ τὸ ἐφήμερο.
Πέραν τῆς αἰσθητικῆς καὶ τῆς ἀκρίβειας, ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας ἐπιτελεῖ ἕναν κρίσιμο ἑνοποιητικὸ ρόλο, λειτουργώντας ὡς ἕνας διαχρονικὸς συνδετικὸς κρίκος γιὰ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν οἱ ὕμνοι καὶ οἱ εὐχὲς ἀκούγονται στὸ πρωτότυπο, καταργοῦνται οἱ χρονικὲς ἀποστάσεις· ὁ πιστὸς τοῦ 21ου αἰώνα προσεύχεται μὲ τὶς ἴδιες ἀκριβῶς λέξεις ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἢ ὁ Μέγας Βασίλειος, βιώνοντας μιὰ αἴσθηση συνέχειας καὶ ἱστορικῆς ταυτότητας.
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πλεονεκτήματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στὴν λατρεία εἶναι ἡ νοηματική της φύση, ὅπου ἡ λέξη (τὸ σημαῖνον) καὶ τὸ περιεχόμενό της (τὸ σημαινόμενο) διατηροῦν μιὰ πρωτογενῆ καὶ ἄρρηκτη σχέση. Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἡ ἐτυμολογία δὲν εἶναι μιὰ ξηρὴ φιλολογικὴ ἄσκηση, ἀλλὰ μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας. Ὅπως ἐπισημαίνεται, οἱ λέξεις κρύβουν μέσα τους «ἐν σπέρματι» μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία καὶ συμπυκνώνουν τὴν αὐθεντικὴ αἴσθηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴν φύση.
Ὅταν ὁ πιστὸς ἀκούει ἢ διαβάζει τὸ πρωτότυπο κείμενο, ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ λέξεις ποὺ εἶναι «ἐγκυστωμένες ποσότητες ζωντανῆς συνειδήσεως». Γιὰ παράδειγμα, ἡ χρήση τῆς ἀρχαίας γλώσσας ἐπιτρέπει στὶς ἔννοιες νὰ διατηροῦν τὶς «ρίζες» τους, συνδέοντας τὸν ἄνθρωπο κάθε στιγμὴ μὲ τὴν πηγὴ τῆς γλώσσας του. Ἔτσι, ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος δὲν μεταφέρει ἁπλῶς πληροφορίες, ἀλλὰ ἀνασύρει τὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως, προσφέροντας μιὰ ἐνάργεια ποὺ ἡ μεταφρασμένη γλώσσα συχνά ἀδυνατεῖ νὰ ἀποδώσει, καθὼς στὴν προσπάθεια ἁπλουστεύσεως ἀποκόπτει τὴ λέξη ἀπὸ τὸ βιωματικὸ καὶ ἱστορικό της ὑπόστρωμα.
Ἐπιπλέον, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα διακρίνεται γιὰ τὴν μαθηματική της δομὴ καὶ τὴν ἱκανότητά της νὰ ἀπεικονίζει ἁρμονικὰ καὶ γεωμετρικά τὶς ἔννοιες μέσα ἀπὸ τὴν χρήση προσφυμάτων. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ ἰδιότητα τὴν καθιστᾶ τὸ «εὐγενέστερο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας», ἱκανὸ νὰ ἀναδεικνύει πνευματικὲς μαρμαρυγὲς ποὺ ἀγγίζουν τὴν ἀρχέγονη αὐθεντικότητά μας. Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας, δομημένη μὲ αὐτὴν τὴν ἀκρίβεια, λειτουργεῖ ὡς μιὰ «κεντρομόλος κατασκευή» γύρω ἀπὸ τὸ θεῖο νόημα, τὸ ὁποῖο παραμένει ἀχρονικό.
Ἐνῶ ἡ ὁμιλία καὶ ἡ καθημερινὴ γλώσσα ἐξελίσσονται καὶ φθείρονται μέσα στὸν χρόνο, τὸ σημαινόμενο —δηλαδὴ ἡ βαθειά οὐσία τῶν ἱερῶν ἐννοιῶν— δὲν ἔχει χρονικὴ διάσταση. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική, μὲ τὴν ἀπεριόριστη δυνατότητα σύνθεσης καὶ τὴν ἐσωτερική της γεωμετρία, συγκρατεῖ αὐτὴ τὴ σημασία ἀλώβητη. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ λατρεία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἀκολουθία προτάσεων, ἀλλὰ μιὰ «κίνηση τῆς συνειδήσεως» ποὺ ἀναζητᾶ τὸ θεῖο. Ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας γλώσσας ἐξασφαλίζει ὅτι τὸ ὑπόστρωμα τῆς πίστης παραμένει «τόσο ἀληθινό, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη», προσφέροντας μιὰ πνευματικὴ ἀσφάλεια ποὺ ἡ μετάφραση, στερημένη ἀπὸ αὐτὴ τὴ μαθηματικὴ ἐντέλεια, θὰ μποροῦσε νὰ διασαλεύσει.
Ἕνα ἰδιαίτερο πλεονέκτημα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς εἶναι ἡ ἐγγενὴς ποιητικότητα καὶ ἡ μουσική της δομή, στοιχεῖα ποὺ ἔχουν ἀτονήσει στὴ νέα ἑλληνική. Στὴν ἀρχαιότητα, ἡ γλώσσα χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὴν προσωδία, δηλαδὴ τὴ διάκριση τῶν συλλαβῶν σὲ μακρὲς καὶ βραχεῖες, γεγονὸς ποὺ προσέδιδε στὸν λόγο ἕνα φυσικὸ ρυθμὸ καὶ μέτρο. Αὐτὴ ἡ “μουσικότητα” ἀποτέλεσε τὸ θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας. Οἱ κανόνες, τὰ τροπάρια καὶ οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας συντάχθηκαν πάνω σὲ αὐτὰ τὰ πρότυπα, ὅπου ὁ τονισμὸς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν συλλαβῶν δημιουργοῦν ἕνα αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἀνυψώνει τὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἐνημέρωση σὲ καλλιτεχνικὸ γεγονός.
Ἀντίθετα, ἡ νέα ἑλληνική, ὡς μιὰ γλώσσα κατὰ βάση τονικὴ καὶ προσαρμοσμένη στὶς ἀνάγκες τῆς καθημερινῆς ἐπικοινωνίας, δυσκολεύεται νὰ ἀποδώσει αὐτὸ τὸ ρυθμικὸ κάλλος χωρὶς νὰ ἀκούγεται πεζή. Ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἔχει τὴν μοναδικὴ ἱκανότητα νὰ “ὑψώνει” τὶς λέξεις τῆς καθημερινότητας σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο πνευματικότητας. Ἡ μετάφραση τῶν ὕμνων στὴ δημοτικὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ρυθμοῦ, καθιστώντας τὸν λόγο “ψιλό” (γυμνό) ἀπὸ τὴν μυσταγωγική του δύναμη. Ἔτσι, ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας γλώσσας στὴν λατρεία λειτουργεῖ ὡς μιὰ διαρκὴς ποιητικὴ πράξη, ποὺ δὲν στοχεύει μόνο στὴν πληροφορία τοῦ μυαλοῦ, ἀλλὰ στὴν συγκίνηση καὶ τὴν ἀνάταση ὁλόκληρης τῆς ψυχῆς.
Πέρα ἀπὸ τὸ νόημα τῶν λέξεων, ἡ ἴδια ἡ ὀπτικὴ μορφὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραφῆς μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα (τόνοι, πνεύματα, ὑπογεγραμμένες) προσδίδει στὴν γλώσσα μιὰ διάσταση ποὺ προσεγγίζει τὴν ζωγραφικὴ ἢ τὰ ἰδεογράμματα. Σύμφωνα μὲ νευρογλωσσολογικὲς θεωρίες, ἡ ἀνάγνωση τῆς πολυτονικῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀπαιτεῖ μιὰ σύνθετη λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου: ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἡμισφαίριο (ποὺ εἰδικεύεται στὴν λογικὴ καὶ τὴν γραμμικὴ ἐπεξεργασία) ἀναλύει τοὺς φθόγγους καὶ τὸ νόημα, τὸ δεξιὸ ἡμισφαίριο (ποὺ εἰδικεύεται στὴν ὀπτικὴ ἀντίληψη, τὰ σχήματα καὶ τὴν χωρικὴ ὀργάνωση) ἐνεργοποιεῖται γιὰ νὰ “ἀποκωδικοποιήσει” τὰ πολυάριθμα σύμβολα πάνω ἀπὸ τὰ γράμματα.
Αὐτὴ ἡ “διπλή” λειτουργία σημαίνει ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ δὲν διαβάζεται μόνο ὡς κείμενο, ἀλλὰ καὶ ὡς εἰκόνα. Τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι λειτουργοῦν ὡς ὀπτικὰ σήματα ποὺ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο νὰ ἀναγνωρίζει “μοτίβα”, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ κινεζικὰ ἰδεογράμματα. Ἔτσι, ἡ χρήση της στὴ λατρεία μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι προσφέρει μιὰ πληρέστερη γνωστικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία κρατᾶ τὸν ἐγκέφαλο σὲ ἐγρήγορση καὶ ὀξύνει τὴν ἀντίληψη. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὸ ὁποῖο εἶναι προσανατολισμένο στὴν ταχύτητα καὶ τὴν ἁπλούστευση, τὸ πολυτονικὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας λειτουργεῖ ὡς μιὰ “ἄσκηση” συνδυαστικῆς σκέψης, συνδέοντας τὴ λογικὴ μὲ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴ γλώσσα μὲ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς.
Ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴ χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας δὲν ἀποτελεῖ μιὰ στείρα προσκόλληση στὸ παρελθόν, ἀλλὰ μιὰ συνειδητὴ ἐπιλογὴ προστασίας τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς. Ἡ γλώσσα αὐτὴ δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ σύστημα συνεννόησης, ἀλλὰ ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ φέρει μέσα του τὴν ἱστορία τῶν ἱερῶν κειμένων, τὴ δογματικὴ ἀκρίβεια τῶν Πατέρων καὶ μιὰ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ καὶ μουσικὴ ἐνέργεια. Μέσῳ τοῦ ἐτυμολογικοῦ της βάθους καὶ τῆς μαθηματικῆς της δομῆς, κατορθώνει νὰ συνδέει τὴν λογικὴ μὲ τὸ συναίσθημα καὶ τὸν χρόνο μὲ τὴν αἰωνιότητα.

ΤΑ
ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ είναι τα πιο ενδιαφέροντα και αξιόλογα δημώδη κείμενα
του 12ου αι. Από τις πρώτες φορές που η δημώδης γλώσσα βγάζει
συναίσθημα, και μάλιστα σαρκαστικό.
Πρόκειται για
τέσσερα ποιήματα, όπου διεκτραγωδούνται με σατιρική διάθεση τα βάσανα
ενός ανώνυμου λογίου. Στο συγκεκριμένο, ο φτωχός λόγιος μεμψιμοιρεί,
επειδή με τα γράμματα δεν μπόρεσε να κάνει προκοπή. Όσα του είχε πει ο
πατέρας του για την πολυτελή ζωή όσων ήξερα γράμματα, αποδεικνύονται
ψέματα, αφού τώρα επιθυμεί «και το ψωμί και του ψωμιού τη μάνα...».
Δεν
ξέρουμε πόσο αληθινά είναι όσα παρουσιάζει, αλλά είναι εμφανής η
αυτοσαρκαστική του διάθεση, πράγμα που κάνει το ποίημα, νομίζουμε,
απολαυστικό....
ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΘΕΝ µ΄ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ µου·
«Παιδίν µου, µάθε γράµµατα καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον µου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ
τώρα διπλοεντέληνος* καὶ παχυµουλαρᾶτος. [*με διπλά
λουριά στο άλογo]
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τὸν φορεῖ τὰ µακρυµύτικά* του. [*παπούτσια]
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσθη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καµαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τώρα λουτρακίζεται* τρίτον τὴν ἑβδοµάδα. [*πλένεται]
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεµε φθεῖρας* ἀµυγδαλάτας, [ *ψείρες]
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα* γέµει τὰ µανοηλάτα**. [* νομίσματα
** με τη μορφή του αυτοκρ. Μανούλ Κομνηνού]
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μοι λόγοις,
καὶ µάθε τὰ γραµµατικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»
Καὶ ἔµαθον τὰ γράµµατα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ΄οὗ δὲ τάχα γέγονα γραµµατικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυµῶ καὶ τὸ ψωµὶν καὶ τοῦ ψωµιοῦ τὴν µάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραµµατικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεµαν τὰ γράµµατα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει,
ἀνάθεµαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἠµέραν,
καθ΄ἥν µε παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ µάθω γράµµατα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ΄ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἂν µ΄ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ΄αὐτοὺς ὁποῦ κάµνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
καὶ ἔµαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονηµένην,
οὐ µὴ ἤνοιγα τὸ ἀρµάριν* µου καὶ ηὔρισκα ὅτι γέµει [*ερμάριο]
ψωµίν, κρᾶσιν πληθυντικὸν καὶ θυννοµαγειρίαν,
καὶ παλαµιδοκόµµατα καὶ τσίρους καὶ σκουµπρία·
παρ΄οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεµάτα µὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν* µου, νὰ εὕρῳ ψωµὶν κοµµάτιν, [ *ντουλάπι ]
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο µικροτερίτσιν*. [*μικρό]
Ἁπλώνω
εἰς τὸ περσίκιν* µου, γυρεύω τὸ πουγγίν µου,
[*τσέπη]
διὰ στάµενον* τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέµει χαρτία. [*δεκάρα]
Ἀφ΄οὗ δὲ τὰς γωνίας µου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
ἵσταµαι τότε κατηφὴς καὶ ἀποµεριµνηµένος * [*συλλογισμένος]
λιποθυµῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς µου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραµµάτων
καὶ γραµµατικῶν τὰ κλαρωτὰ* προκρίνω. [*ωραία
ρούχα]
Ο Μυστράς εκτός από τόπος ιστορίας, είναι ένας τόπος συνέχειας. Και σήμερα αποκτά μια νέα δυνατότητα να αφηγείται την ιστορία του στον κόσμο. Το Παλάτι των Δεσποτών, το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο, αποκτά πλέον μια νέα εμπειρία παρουσίας και επίσκεψης. Με σύγχρονες υποδομές, ψηφιακές τεχνολογίες, προσβασιμότητα και νέες δυνατότητες ανάδειξης του μνημείου και της ιστορίας του, ο Μυστράς παραμένει αυθεντικός, χωρίς να μένει στάσιμος
Η Ορθοδοξία ως θεραπεία_Γέροντας Δαμασκηνός Αγιορείτης
Μια θαυμάσια εκλαϊκευμένη κατήχηση
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ
ΟΤΙ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗ
αλλά μην νοιώθετε «λύπη»
που αντιγράφουμε τα δικά σας ,
χωρίς να σας ρωτήσουμε...
Για την παράγκα μας
είναι γ ε λ ο ι ό τ η τ α η λεγόμενη
«δεοντολογία περί πνευματικών δικαιωμάτων!»