
Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026
ΜΟΝΑΧΌΣ ΜΑΝΑΣΣΗΣ , Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΌΣ .
Ο ΧΕΙΜΑΡΡΩΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ
Μιχάλη; Καλογεράκης, ένας εφευρετικός Κρητικός, ο οποίος, εδώ και 18 χρόνια, έχει πάρει διαζύγιο από την Δ.Ε.Η. και τα πρατήρια καυσίμων! Έναν ιδιοφυή εφευρέτη ηλεκτρονικό μηχανικό, που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να ηγείται κάποιων επιδοτούμενων προγραμμάτων τεχνολογίας και έρευνας του Πολυτεχνείου αλλά, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ζει άνεργος και απομονωμένος με την οικογένειά του στο χωριό Χάνι Κοκκίνη, λίγο έξω απ’ το Ηράκλειο. Αυτό είναι, άλλωστε, το τίμημα που πληρώνουν σ’ αυτή τη χώρα όσοι ξεχωρίζουν και υπερβαίνουν τη μετριότητα…
Ομιλητικός,
χειμαρρώδης, αποφασιστικός, ένας Κρητίκαρος με όλη τη σημασία της
λέξης, που δεν μασάει τα λόγια του και λέει τα πράγματα με τ’ όνομά
τους. Αυτός είναι ο Μιχάλης Καλογεράκης. Μου μίλησε για όλα και για
όλους και με ξενάγησε ακόμη και στο υπόγειο πυρηνικό καταφύγιο του
σπιτιού του! “Τι φοβάσαι και έχεις προετοιμαστεί τόσο καλά“; τον ρώτησα. “Εδώ και καιρό έχω την πεποίθηση ότι κάτι κακό θα συμβεί, κάτι πολύ κακό. Θέλω λοιπόν να μας βρει προετοιμασμένους…”, απάντησε
Μου έδειξε στη συνέχεια το δίτροχο “παπάκι” του, που δεν έχει πάει ποτέ στο βενζινάδικο, όπως λέει ο ίδιος με υπερηφάνεια, αλλά και ένα mountain bike που έχει μετατρέψει σε ένα δυνατό ηλεκτρικό μοτο-ποδήλατο, με ανωτάτη ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, κίνηση και στους δύο τροχούς και τεράστια αυτονομία, αφού η μπατταρία του φορτίζει με τα πετάλια στις ευθείες και στις κατηφόρες!
Μένω με το στόμα ανοιχτό όταν βάζει μπροστά μια τεράστια γεννήτρια, αντικαθιστώντας το πετρέλαιο με παλιό ελαιόλαδο! “Αυτό είναι το Κρητικό… πετρέλαιο που εμείς καλλλιεργούμε στο έδαφος!”, λέει χαμογελώντας αφοπλιστικά, και συνεχίζει: “Δεν χρειάζεται να μπούμε στον κόπο να βγάλουμε το πετρέλαιο από τα βάθη της θάλασσας! Θα σου έλεγα μάλιστα να πας μέχρι το super market να αγοράσεις δέκα λίτρα ηλιέλαιο και να το βάλεις στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου σου! “, μου λέει κάποια στιγμή και με ξαφνιάζει! “Θάβουν χιλιάδες τόνους ροδάκινων στις χωματερές οι αγρότες της βόρειας Ελλάδας και μετά ζητούν από την κυβέρνηση ενίσχυση για την αγορά πετρελαίου, ενώ θα μπορούσαν να αποστάξουν τσάμπα το δικό τους καύσιμο με τα ροδάκινα, τα σταφύλια, τα αχλάδια ή τα καρπούζια που πετούν, έχοντας παράλληλα φροντίσει να παράγουν από τον αέρα και τον ήλιο την δική τους ενέργεια εντελώς δωρεάν”!
Κάποια στιγμή η συζήτηση άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα, τα χαράτσια, τη ΔΕΗ και τον Στουρνάρα. Ο Μιχάλης είναι φανερά θυμωμένος, παρ’ όλο που έχει πάντοτε κρεμασμένο στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. “Έβγαλε στην αρχή ένα δικαστήριο την απόφαση πως το χαράτσι είναι παράνομο, αλλά πήγε στη συνέχεια ο Στουρνάρας στον Άρειο Πάγο και τους είπε : Ακούστε : εμείς προσδοκούμε έσοδα δύο δις από αυτό το χαράτσι. Αν εσείς το βγάλετε παράνομο, τότε θα πρέπει να πάρουμε από κάπου τα χρήματα αυτά. Τι περίμενες λοιπόν να γίνει; Να πουν οι δικαστές ότι το χαράτσι είναι παράνομο και να χάσουν τους μισθούς τους; Δυστυχώς, όπου κυβερνάει το χρήμα δεν υπάρχει Δικαιοσύνη!
Αλλά και με τα χωράφια των ανθρώπων, εδώ στην Κρήτη, δεν είδες τι έγινε; Ήρθαν τα ΜΑΤ και τους τα πήραν με το ζόρι, για να τα δώσουν στους ξένους, να τα κάνουν φωτοβολταϊκά πάρκα, χωρίς να δώσουν στους ιδιοκτήτες των χωραφιών ούτε ένα ευρώ! Και μας πουλάνε μετά οι ξένοι το ρεύμα που παίρνουν δωρεάν από τον αέρα και τον ήλιο μας! Αν γινόταν αυτό παλιά, θα τους έπαιρναν με τις πέτρες! Τώρα όμως οι άνθρωποι άλλαξαν και στήριξαν τις ελπίδες τους στη Δικαιοσύνη. Πάνε λοιπόν στα δικαστήρια, αλλά με τα λεφτά που διαθέτουν δεν μπορούν να δικαιωθούν. Οι άλλοι έχουν περισσότερα και έτσι κερδίζουν τις δίκες…”.
Ιωσήφ Παπαδόπουλος
Στου κέδρου τα μπαλκόνια
Τη αυτή ημέρᾳ, η κοίμησις του ευλογημένου πατρὸς Γερασίμου τούπικλὴν Φωκά, του ελεήμονος επισκόπου Κεφαλληνίας (2015).
Κεφαλλήνων πάντων, ο Αδελφός /τής Κεφαλληνίας, σπάνιος ο βλαστός / παιδιόθεν όλην, προσέφερες ζωήν σου / Χριστώ, τον Βασιλέα, Φωκά Γεράσιμε .*
Ὁ π. Γεράσιμος Φωκάς, Μητροπολίτης Κεφαλληνίας
Μποροῦσε νά κινεῖται ἐπί πτερύγων ἀνέμων
Ἐνῶ
βρισκόταν στήν Ἀθήνα ἱερουργοῦσε σέ Ἀγρυπνία στήν Κεφαλονιά. Κάθε χρόνο
ὁ π. Γεράσιμος τιμοῦσε τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Ἰατροῦ μέ ἀγρυπνία
στή Μονή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Στίς 10-11 Ἰουνίου τοῦ 2015 ἔγινε πάλι
ἀγρυπνία στόν Ἅγιο Ἀνδρέα, ἀλλά ὁ π. Γεράσιμος, Μητροπολίτης Κεφαλληνίας
πλέον, βρισκόταν στήν Ἀθήνα, ἐν ἀναμονῇ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἐνθρονίσεώς
του εἰς τόν ἐπισκοπικό θρόνο τῆς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας.
Ὡστόσο, κάποιοι ἄνθρωποι τόν εἶδαν νά μπαίνει στήν ἐκκλησία, νά φοράει τά ἄμφια καί νά ἱερουργεί.
Ἐξάλλου, σέ μιά παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Γερασίμου,στις 19 Ὀκτωβρίου, ὅταν λόγῳ
τρομερῆς κακοκαιρίας εἶχε ἀπαγορευτικό, ἀπό τήν Κυλλήνη ὁ π. Γεράσιμος
βρέθηκε στόν Ἔσπερινό τοῦ Ἁγίου Γερασίμου στό Μοναστήρι στήν Κεφαλονιά. Πώς; Ἴσως ἐπί πτερύγων ἀνέμων, ἤ πτερύγων ἀγγέλων.
Ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται, ἄνθρωπος τοῦ περιβάλλοντός του τόν εἶδε νά
χάνεται μπροστά στά μάτια του. Μετά ἀπό ὥρα, ἐπέστρεψε, ὄχι ἀπό ἐκεῖ
ποῦ τόν εἶχε ἀφήσει, ἀλλά ἀπό ἀλλοῦ….
Μετά
ἀπό ἀγρυπνία στήν Ἱερά Μονή Κορωνάτου στην Παλλική ὁ π. Βασίλης
Παυλάτος πῆρε τούς τελευταίους προσκυνητές μέ τό αὐτοκίνητό του για
Αργοστόλι. “Σᾶς ἀκολουθῶ μέ ἄλλο ἀμάξι”, εἶπε ὁ π. Γεράσιμος. Κανένα
αμάξι δέν τούς ἀκολούθησε. Γύρισαν πίσω, τόν ἔψαχναν. Τίποτα, πουθενά.
Λόγω ζημιών στο σπίτι τους, από τους μεγάλους σεισμούς του 2014, ὁ π.
Βασίλης μέ τήν οἰκογένειά του ἔμεναν μέ τόν Γέροντα. Έφτασε στο σπίτι,
λοιπόν, ἀνήσυχος, καί ἔκπληκτος τόν βρῆκε στο κρεβάτι του. Διαδρομή μίας
ώρας … Αλήθεια, πῶς γύρισε ὁ π. Γεράσιμος;
***
Ὁ π. Γεράσιμος ζοῦσε κάθε στιγμή τῆς Θείας Λειτουργίας
π. Δημητριανός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Σπηλαίων, Ερήμη, Κύπρος
«Τότε ποῦ τόν γνώρισα, ἦταν σέ ἐξέλιξη ὁ πόλεμος στό Ἰράκ. Ἔβλεπα
τόν π. Γεράσιμο στή Θεία Λειτουργία νά κλαίει, ποτάμι τά δάκρυα στίς
παρειές του, πρώτη φορά ἔβλεπα τόσο πόνο σέ προσευχή ἱερέα», εἶπε ὁ π. Δημητριανός τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Πέτρας στήν Ἐρήμη τῆς Λεμεσοῦ.
Αὐτός ὁ κόσμος δέν θά ἀλλάξει, ἡ παγκόσμια
κοινωνία συνεχίζει τήν ἴδια φιλοσοφία καί τήν ἴδια παιδαγωγική. Κάθε
πόλεμος ἔχει τήν ἀποτίμησή του, θανάτους, καταστροφές, δυστυχία. Κι ὅμως
τήν ἴδια στάση διατηροῦν, γιατί, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Γεράσιμος, «ὁ
Χριστός δέν ἔχει καμία θέση ἐκεῖ ποῦ παίρνονται οἱ ἀποφάσεις, ὁ Χριστός
εἶναι στό περιθώριο, ὁ Ἄρχοντας τῆς Εἰρή νής δέν ἔχει θέση στίς καρδιές
τῶν ἀνθρώπων, ποῦ φροντίζουν ὑποτίθεται γιά τήν εἰρήνη στόν
αἱματοπότιστο πλανήτη μας».
Ἐκεῖ ὅπου ὁ οὐρανός ἔβρεχε βόμβες
«Ἡ εὐγνωμοσύνη
γιά τόν Εὐεργέτη Κύριο γεννᾶ παράφορο πόθο στήν καρδιά πού καθιστᾶ τόν
ἄνθρωπο ἱκανό νά ἀψηφᾶ τά πάντα, νά ἀποσυνδέεται ἀκόμη καί ἀπό τήν ἀγάπη
γιά τήν ἴδια τή ζωή του, καί ἔτσι νά νικᾶ τόν κόσμο καί τόν θάνατο».
Ἕνά δεῖγμα ἀποτελεῖ τό γεγονός τῆς μετάβασής του στήν Σερβία ἐν μέσῳ
βομβαρδισμῶν γιά νά πάει βοήθεια στούς πληγέντες ἀδελφούς του.
Τό μαρτυρεῖ γλαφυρά ὁ κ. Γεράσιμος Πολλάτος:
«Φτάσαμε στά σύνορα. Ἐκεῖ ἦταν κι ἄλλες νταλίκες. Οἱ ἁρμόδιοι φορεῖς
μᾶς ἐνημέρωσαν γιά τόν κίνδυνο, προσθέτοντας ὅτι δέν μποροῦσαν νά
ἐγγυηθοῦν γιά τήν ἀσφάλειά μας. Κάποιοι ἄφησαν ἐκεῖ τή βοήθεια γιά νά
τήν προωθήσουν ἄλλοι καί ἀποχώρησαν. Ὁ π. Γεράσιμος ἀποφασιστικά δήλωσε
ὅτι μέ εὐθύνη δική μας θά προχωρούσαμε νά τά παραδώσουμε οἱ ἴδιοι στόν
Ἐρυθρό Σταυρό στό Βελιγράδι. Μᾶς ἔδωσαν ἕνα δορυφορικό τηλέφωνο, τότε
δέν ὑπῆρχαν τά κινητά, γιά νά μποροῦμε νά δώσουμε τό στίγμα μας σέ
περίπτωση ἀνάγκης. Φύγαμε τό ἀπόγευμα καί ταξιδεύαμε ἀπό παράδρομους.
Φτάσαμε στό Βελιγράδι τό ἑπόμενο ἀπόγευμα. Μόλις ξεφορτώσαμε καί
παραδώσαμε, ὁ π. Γεράσιμος ἔφυγε καί πῆγε σέ κάποια μοναστήρια καί στόν Πατριάρχη τόν Παῦλο.
Ἅγιος ἄνθρωπος, κοντούλης ἀδυνατούλης, μέ ἅγιασμένη μορφή, ἐδῶ ἔχω τήν
φωτογραφία του. Ἦρθε νά μᾶς εὐχαριστήσει. Ἤξερε Ἑλληνικά, γιατί εἶχε
ζήσει στό Ἅγιον Ὄρος, Βομβαρδισμοί νύχτα μέρα, 400 μέτρα ἀπό τό
ξενοδοχεῖο πού μέναμε, βομβάρδισαν ἕνα Μαιευτήριο καί πῆγε ὁ π.
Γεράσιμος μέ ἕνα διάκονο τοῦ Πατριαρχείου καί εἶδαν αὐτό τό ἀνοσιούργημα
τά σκοτωμένα νεογέννητα. Συγκλονισμός! Ὡστόσο, ὁ π. Γεράσιμος
δέν ἔμενε σέ κανένα καταφύγιο νά προστατεύεται, καθόλου φόβο δέν ἔνιωθε,
ἔτρεχε ἔξω, γύριζε, μοίραζε λεφτά, εἶχε πολλά λεφτά μαζί του, μοίραζε
πράγματα, παρηγοροῦσε. Τελικα ἔδωσε ἀκόμη καί τά παπούτσια του καί γύρισε στήν Ἑλλάδα ξυπόλυτος».
***
Άρχοντας Αγάπης….
π. Γεράσιμος Φωκάς. Ο για 22 μέρες Μητροπολίτης Κεφαλληνίας.
πατήρ Μάριος Δημητρίου
Θυμόμαστε όταν με τα μπαλωμένα ράσα του και τις μυθικές παντούφλες (πάντα απο δεύτερο χέρι ποτέ καινούργιες) μας ζητούσε να τον αφήσουμε κάπου, φορτωμένο με σακούλες προϊόντων ή φάκελα και να απομακρυνθούμε, γιατί θα επέστρεφε μόνος.
Αυτό γινόταν κάθε βδομάδα ή και πιο συχνά κυρίως νύκτες ούτως ώστε να
μην προσβάλονταν ο δικαιούχος ούτε να γίνεται διακριτός ο ίδιος για το
θεάρεστο έργο του. Το μέγεθος των ευεργετουμένων δε μπορεί κανείς να
προσμετρήσει παρά μόνο οι ίδιοι ξέρουν. Τόση ήταν η καρδιακή προσφορά και η αρχοντιά του στην ελεημοσύνη που πολλές φορές έδινε ότι είχε πάνω του σε χρήματα και είδος (ρούχα, παπούτσια, πολύτιμα δώρα) σε σημείο να μην έχει χρήματα, αν ήταν εκτός Κεφαλλονιάς, να επιστρέψει. Τότε αρκετές φορές, που δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να ειπώ, θαυματουργικώς ευρίσκετο χρήματα
για να επιστρέψει ή αν είμαστε μαζί να επιστρέψουμε στη βάση μας. Όσοι
ήταν κοντά του (πάρα πολλοί) γνωρίζαμε ότι δεν ήθελε δώρα και όταν
κάποιος του έκαμε τότε τον ενημέρωνε μετά από δυο τρεις μέρες ή
περισσότερο σε ποιον κατέληγε το δώρο της ελεημοσύνης διηγώντας με χαρά
την πράξη και τη συμμετοχή του δωρίζοντος. Δεν ξεχνώ ποτέ όσο θα ζω ότι
μετά από όσες φορές έφευγε από το αμάξι για να δώσει χρήματα σε αποστολή
και δεν τα είχε σε φακέλους τότε γύριζε στο αμάξι που τον περίμενα
έβγαζε ένα αρωματικό μαντίλι και έπλενε τα χέρια του από τα χρήματα που
είχε πιάσει βρίζοντας τα. Έλεγε όμως με άγια χαρά “Δώκαμε παιδάκι μου,
δώκαμε δόξα τω Θεώ, τι χαρά ομως πήραμε τι ευλογίες!”. Εστενοχωρείτο
πολλάκις μέχρι βαρυκαρδίας γιατί στο Γραφείο της Μητρόπολης σαν
Πρωτοσύγγελος τα καθημερινά αιτήματα, που δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει,
ήταν πάνω από 40 για λίγα χρήματα, άλλα για εισιτήρια, άλλα για ρεύμα,
για νερό που το κόβανε κ.α. Βέβαια εκ των υστέρων πολλά τα τακτοποιούσε
και έλεγε “όμως δεν είχα παιδάκι μου και τράπεζα να είχα δεν θα
πρόφταινα”.
Κάποια μέρα μας διηγείται ήρθε μια γυναίκα
με τουλουμπάνι σκεπασμένο το σώμα της και ζητούσε να τον δει. Εκείνος με
προστακτικό ύφος και λόγο της είπε “λέγε λέγε γιατί έχω δουλειά”. Θέλω
τον π. Γεράσιμο του λέει. “λέγε λέγε εγώ είμαι ορίστε”. “Μου βγαλε τότε το τουλουμπάνι και κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωρό, μου κοπήκανε τα πόδια”, μας λέει και συνεχίζει, “Τι θέλεις παιδί μου, τι έχει το μωρό σου”. Απαντάει “έχει πνευμονία και δεν έχω χρήματα για φάρμακα και είναι ακριβά.”.
Συνεχίζει ο γέροντας “φώναξα τον οδηγό να την πάει με το αμάξι της
Μητρόπολης σε γνωστή του φαρμακοποιό αφού της τηλεφώνησα για να πάρει
ότι ζητήσει.”. Συνεχίζει τη διήγηση “Μετ’ ολίγον τηλεφωνεί απο το
φαρμακείο και του λέει η φαρμακοποιός ότι η γυναίκα θέλει κορτιζόνη και
κάποια ακριβά φαρμακα” και της απαντά λέγοντας “Σου είπα να της δώσεις ότι θέλει και
θα πληρώσουμε εμείς.”. Μετ’ ολίγον η φαρμακοποιός τηλεφωνά πάλι και της
απαντά λέγοντας “Σου είπα τι με ενοχλείς έχω άπειρη δουλειά”. Απαντά
εκείνη “Δεν έχει γάλατα για το παιδί και ζητά.”. “Να της δώσεις ότι θέλει
και εμείς θα επιληφθούμε.”. Τρίτο τηλεφώνημα από τη φαρμακοποιό. Πάλι
με έντονο ύφος της αποκρίνεται “Τι θέλεις, τι θέλεις πάλι, δεν είπαμε;”.
“Γέροντα”, του λέει “έδω είναι μια γυναίκα που άκουσε το διάλογό μας
και ζήτησε να πληρώσει εκείνη όλα τα έξοδα”. “Ωραία, σε παρακαλώ” απαντά
“ζήτησε το όνομα της για να τη μνημονεύουμε και να την
ευχαριστήσουμε.”. Απάντησε η φαρμακοποιός “Δε θέλει να σας το πει, μόνο
μας είπε πως αυτή την περίοδο έχει πάρα πολλούς να βοηθήσει ο π.
Γεράσιμος και θέλει να τον απαλλάξει από μια.”. Αυτά ο Γέροντας τα
διηγείτο με κλάμα, κομπιάζοντας, για να μας πει την στήριξη που είχε από
τον κόσμο, τον απλό στο έργο του, και την αγάπη των ανθρώπων για την
οποία ένιωθε υποχρεωμένος και ας ξέραμε ότι την είχε κερδίσει με αίμα,
όπως χαριτολογώντας, καμιά φορά έλεγε.
Αγάπη και ελεημοσύνη αυτά τα δύο ήταν το καθημερινό βίωμα και το καθημερινό παράδειγμα του π. Γερασίμου Φωκά του Μητροπολίτου Κεφαλληνίας
που ο Θεός θέλησε να ζήσει 22 μέρες σαν επίσκοπος και να μήν
ενθρονιστεί αλλά να μείνει στο θρόνο της καρδιάς όσων τον έζησαν ή τον
γνώρισαν.
Αν κανείς τα συνδιάσει με το λιτό βίο –σπάνια θα τον έβλεπε κανείς με καινούργιο ράσσο ή παντελόνι ή παπούτσι- την αφιλοχρηματία (δεν επαιρνε ποτέ τυχερά απο μυστήρια) και
την έγνοια του για κάθε ασθενή ή πονεμένο που γνώριζε περιγράφει μια
σύγχρονη γεροντική μορφή βγαλμένη μέσα από τα παλιά φιλοκαλικά γεροντικά
αναγνώσματα…
***
Ὁ π. Γεράσιμος Φωκάς, τῆς Κεφαλληνίας
Εἶδε μιά ψυχή στήν Ἀγγλία νά ἀνεβαίνει στόν Οὐρανό
Περασμένα
μεσάνυχτα, ἔξω ἀπό τό σπίτι του, μετά ἀπό ἀγρυπνία στά Κηπούρια. Ὁ π.
Γεράσιμος δέν ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου νά βγεῖ, ἔμεινε ἀμίλητος
κι ἀκίνητος, ἐκστατικός: «Ἀνεβαίνει στόν οὐρανό ὁ Τζέσουα, ὁ ἄγγελός μου»...
Συνέχιζε έκεῖ ἀμίλητος γιά ἄλλα περίπου 10 λεπτά καί ἔπειτα ἄνοιξε τήν
πόρτα καί βγῆκε λέγοντας: «Στό καλό, παιδάκια μου. Τά λέμε». Τόν
χαιρετήσαμε κι ἐμεῖς χωρίς νά τολμήσουμε νά ρωτήσουμε τί τοῦ εἶχε συμβεῖ
καί τί ἐννοοῦσε.
Μετά ἀπό 40 ἡμέρες, στόν Ἅγιό Γεράσιμο
εἴχαμε πάλι ἀγρυπνία καί ἀνάμεσά μας ἦταν καί ἕνα ζευγάρι ἀπό τήν
Ἀγγλία, ποῦ σέ κάποια στιγμή στάθηκαν κοντά στή λάρνακα τοῦ Ἁγίου. δίπλα
σέ ἕνα τραπεζάκι ὅπου ὑπῆρχε ἕνας δίσκος μέ κόλλυβα. Ὁ π. Γεράσιμος
βγαίνει στήν Ὡραία Πύλη καί μᾶς λέει:
«Ἀπόψε ἔχουμε τό 40ήμερο μνημόσυνο τοῦ
Τζέσουα, ἑνός παιδιοῦ ἀπό τήν Ἀγγλία καί ἐδῶ εἶναι μαζί μᾶς οἱ γονεῖς
του. ὁ Ρίτσαρντ καί ἡ Νικόλ. Εἶχα βρεθεῖ στό Ἔσσεξ, στό Μοναστήρι τοῦ
Γέροντα Σωφρονίου Σαχάρωφ καί ἐκεῖ μοῦ εἶπαν: Πήγαινε νά δεῖς μίαν
οἰκογένεια Ἄγγλων πού εἶναι Χριστια νοί Ὀρθόδοξοι’. Πηγαίνω, μπαίνω στό
σπίτι τους καί τί βλέπω; Μιά μεγάλη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου μας. Ἀφέντη μου, πῶς βρέθηκες ἐσύ ἐδῶ; Πέφτω στά γόνατα καί τόν προσκυνῶ
καί μαθαίνω ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶχαν ἔρθει παλαιότερα στήν Κεφαλονιά
καί ἀνέπτυξαν τέτοια σχέση μέ τόν Ἅγιό Γεράσιμο ποῦ βαπτίστηκαν
Ὀρθόδοξοι. Ἕνά ἀπό τά παιδιά τους ἦταν ὁ Τζέσουα, ἀνάπηρο ἀπό ἔπιπλοκή
στόν τοκετό, πού τελικά ἔφυγε γιά τόν Παράδεισο. Γιά τήν ψυχή τοῦ
Τζέσουα κάνουμε αὐτό τό μνημόσυνο».
Μέ τήν οἰκογένεια τῶν Ἄγγλων πλέον
γνωριστήκαμε καί γίναμε φίλοι. Ἐρχόντουσαν τό καλοκαίρι στήν Κεφαλονιά
καί ἦταν κι αὐτοί στίς παρακλήσεις τοῦ Δεκαπενταύγουστου ποῦ ἔκανε ὁ π.
Γεράσιμος σέ μοναστήρια καί ἐκκλησιές. Ὁ Ρίτσαρντ μᾶς εἶπε ὅτι ὅταν
ἔφυγε ἡ ψυχούλα του Τζέσουα, μέσα στό σπίτι τους ἁπλώθηκε μιά πρωτόγνωρη
οὐράνια εὐωδία καί τό παράδοξο ἦταν ὅτι οἱ ἴδιοι, ἀντί νά νιώθουν νά
σπαράζει ἡ καρδιά τους, αἰσθάνονταν μιά γαλήνη ἀνερμήνευτη. Ρωτήσαμε τί
ὥρα ἔγινε καί ταίριαζε μέ ὅ,τι εἴδαμε νά συμβαίνει μέ τόν π. Γεράσιμο
ἐκεῖνο τό βράδυ στό αὐτοκίνητο, ὅταν τόν ἀκούσαμε νά λέει: «Ἀνεβαίνει
στόν οὐρανό ὁ Τζέσουα, ὁ ἄγγελός μου»…, ὅταν ἀπό ἕνα σπίτι στήν Ἀγγλία
στό Ἔσσεξ μιά ψυχούλα ἑνός παιδιοῦ ἀνέβαινε στόν Οὐρανό κι αὐτός ἐδῶ
στήν Ἑλλάδα, στήν Κεφαλονιά, στό Ἀργοστόλι, μπροστά στήν ἐκκλησούλα τῆς
Παναγίας τῆς Ρακαντζῆ, μέσα σέ ἕνα αὐτοκίνητο, τήν ἔβλεπε…
Μιάν ἄλλη φορά ὁ Richard ἦρθε πολύ χαρούμενος καί μᾶς εἶπε ὅτι εἶχε μέ τόν π. Γεράσιμο μιά τέλεια ἐξομολόγηση. “Μά πῶς μιλήσατε;” “Oh, there was no problem”. Κανένα πρόβλημα, ὁ π. Γεράσιμος μιλοῦσε Ἑλληνικά καί ὁ Richard Ἀγγλικά καί συνεννοήθηκαν πλήρως.
“Ἐγώ τώρα ζῶ”, λόγια γεμᾶτα ἐλπίδα καί παρηγοριά ἔστειλε ὁ π. Γεράσιμος στά πνευματικά του παιδιά, μετά τήν κοίμησή του, καί αὐτό ἐπιβεβαιώνεται μέ ὑπέρλογα σημεῖα πού δίνει.
***
Ἐμφάνιση τοῦ Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Γερασίμου Φωκᾶ στό νοσοκομεῖο στό Ρίο
μετά τήν κοίμησή του καί ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας ἀσθενοῦς
«Ἤμουν νεκρός καί ἀνέζησα», εἶπε συγκλονισμένος ὁ κ. Σπύρος Φωκᾶς.
«Ἦρθα νά εὐχαριστήσω τόν Δεσπότη, τόν
ξάδελφό μου, πού μέ ἐπισκέφτηκε στό νοσοκομεῖο στό Ρίο», συνέχισε
δείχνοντας στόν π. Βασίλη Παυλάτο τόν τάφο τοῦ Μητροπολίτη Γερασίμου.
Ἀκούγοντας αὐτά τά λόγια ἀναζητήσαμε ἀργότερα τόν κ. Σπῦρο Φωκᾶ στήν
παραλιακή ταβέρνα «Καλαφάτης» στό Ἀργοστόλι, ὅπου ἐργάζεται καί μέ τήν
ἄδειά του, θά μοιραστοῦμε μαζί σας τήν ἀληθινή του διήγηση:
«Στίς 18 Αὐγούστου τό 2015
ἐδῶ στό μαγαζί ὅπου δουλεύω ἔπεσα κάτω λιπόθυμος. Ὅπως ἔμαθα ἀργότερα,
μέ μετέφεραν στό νοσοκομεῖο. Ἡ ἀξονική τομογραφία ἔδειξε δύο ἀρτηρίες
στόν ἐγκέφαλο νά αἱμορραγούν.
Μεταφέρθηκα στό Ρίο καί παρέμεινα σέ
καταστολή στό νοσοκομεῖο γιά ἑνάμιση μῆνα. Ὅτάν ἄνοιξα τά μάτια μου, ἡ
γυναῖκα τοῦ ἀσθενοῦς δίπλα μου εἶπε: «Εἶχες ἐπίσκεψη ἀπό ἕναν ἱερομόναχο».
«Ἀποκλείεται, δέν ἔχω σχέσεις μέ παπᾶδες, καί δέν ξέρω κανένα». Ἐκείνη
τήν ὥρα ἦρθε καί ἡ ἀδελφή μου, ἡ Τασία. Ἡ γυναίκα ἐπέμενε. «Μέ ξύπνησε εὐωδία ἀπό λιβάνι».
Τότε ἐπιβεβαιώνει καί μιά νοσοκόμα πού ἄκουσε τή συζήτηση ὅτι ὅλος ὁ
θάλαμος εὐωδίαζε λιβάνι. «Ναί, μέ ξύπνησε εὐωδία ἀπό λιβάνι καί βλέπω ἕνα ψηλό ἱερομόναχο μέ μακριά γενειάδα νά στέκει δίπλα στό προσκέφαλό σου καί νά σέ σταυρώνει».
Ἡ ἀδελφῇ μου ἡ Τασία ἔμεινε γιά λίγο σκεφτική καί μετά ἔβγαλε τό κινητό
ἀπό τήν τσάντα της καί ἔδειξε στή γυναῖκα τή φωτογραφία του π.
Γεράσιμου Φωκά, τοῦ Δεσπότη μας, τοῦ ξαδέλφου μας, πόὺ ὁ πατέρας του ὁ
Σπῦρος μέ βάφτισε καί μοῦ ἔδωσε καί τό ὄνομά του.
«Μήπως ἦταν αὐτός»; ρωτάει τή γυναῖκα,
«Ναί βέβαια, αὐτός ἦταν, αὐτός ἀκριβῶς ἦταν»!
«Μά δέν μπορεῖ αὐτός ἔχει πεθάνει. Εἶναι ὁ
Δεσπότης μας ποῦ δέν πρόλαβε νά ἐνθρονιστεῖ, ποῦ πέθανε στίς 22
Ἰουνίου», εἶπα ἐγώ σαστισμένος.
«Δέν ξέρω τί λέτε, αὐτός, αὐτός ἀκριβῶς ὁ ἱερομόναχος ἦταν ἐδῶ καί σέ σταύρωνε». Ἡ γυναῖκα ἦταν κάθετη, δέν σήκωνε καί μία ἀντίρρηση.
Ὁ κ. Σπύρος Φωκᾶς τά ἔλεγε ὅλα αὐτά πολύ συγκινημένος. Στιγμές, στιγμές ἡ φωνή του ἔσπαγε, τά μάτια του θόλῳναν. «Ἑφτά
γιατροί σήκωσαν ψηλά τά χέρια καί συνεχίζουν νά ὑποστηρίζουν ὅτι μέ
ἀνθρώπινα μέσα αὐτή ἡ σοβαρή κατάσταση σίγουρα ἔπρεπε νά ἀφήσει σημάδια,
πρόβλημα στήν ὁμιλία, στήν κίνηση… καί τώρα εἶμαι ἐδῶ καλά καί δουλεύω
καί μιλῶ καί γελῶ…
Καί κάτι ἄλλο. Δυστυχῶς, ἐγώ βλαστήμαγα…
Ε λοιπόν, κόπηκε ἡ βλαστήμια, ἦταν σχοινί καί κόπηκε».
“Ἐγώ τώρα ζῶ. Δέν ὑπάρχει θάνατος”, Ὁ μητροπολίτης Γεράσιμος Φωκάς πού δέν μᾶς ἄφησε ποτέ , Κυριακή Σιάκου-Πύριλλου, Ἠλίας Πύριλλος. 281, 283
***
Η φίλη μας η Αθηνά, που από το 2010 διακονεί στην Ιερά Μονή του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτου έγινε μοναχή Αγάπη.
Μαζί με τον ηγούμενο π.Χρυσόστομο και τον π. Κυριακό από την Κύπρο
φυλάνε Θερμοπύλες της Ορθοδοξίας στην έρημο. Το καλοκαίρι του 2024 ήρθε
λίγες μέρες στην Κεφαλονιά και μεταξύ άλλων μας είπε:
“Ξέρετε, μας προειδοποιεί ο π.
Γεράσιμος. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε ότι
θα γίνει μεγάλο κακό, αλλά εμείς να μην κινηθούμε, να μείνουμε στο
μοναστήρι μας και να μην φοβόμαστε”.
π. Γεράσιμος Φωκάς μητρ. Κεφαλληνίας,
Άρχοντας Αγάπης
Εσπερινός Μεσοπεντηκοστής Τετάρτη, Τρίτη προς Τετάρτη 1980. Καθόμουν εκεί στην είσοδο του ναού. Ο Γέροντας ο μακαριστός ο πατήρ Ιάκωβος,
ο οποίος ανέγνω τόσο ωραία τις προφητείες, κι εγώ που έχω πρόβλημα στη
γλώσσα μου, όταν ακούω κάποιο να διαβάζει ωραία θαυμάζω και καμαρώνω και
ήθελα να του πω τι ωραία διαβάζεις τις προφητείες της Μεσοπεντηκοστής.
Ήτο καθήμενος εκεί στην είσοδο δεξιά και όπως γύρισε και με είδε και μου
λέει:
“Ωραίος Δεσπότης που είσαι, Γεράσιμε!” Και εγώ απαντώ αυθαδώς ως είθισται του Γερασίμου
“Δεν είμαστε καλά”. Και απαντά ο Γέροντας:
“Θα έλθεις, παιδί μου, μια μέρα εδώ να λειτουργήσεις ως Αρχιερεύς, αλλά εγώ θα έχω φύγει, και …η μέρα ήρθε.
Είχε
δίκαιο ο Γέροντας, εγώ ήμουνα με τα παντελόνια μου, εκείνος έβλεπε
όμως, είχε τη δυνατότητα να μην εμποδίζεται από το χρόνο, ήταν μπροστά
το πεδίο ολόκληρο, ήταν από αυτούς που λέει ο Κύριος:
«Μακάριοι
οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» και βλέπουν οι
άνθρωποι του Θεού τα μελλούμενα, βλέπουν, αναγιγνώσκουν με πολλή
ευκρίνεια, και είδε ότι σήμερα θα έλθω με την ευλογία σας με την άδεια
σας, την επιείκεια σας, την ανοχή σας να λειτουργήσω εδώ ως αρχιερεύς.
Για να πούμε αδελφοί μου για τον π. Ιάκωβο πρέπει να λέμε είθε όλη την ζωή μας. Είναι λειμώνας ο Γέροντας ευωδέστατος και πάγκαλος.
***
Έλα παιδάκι μου, να σου δείξω το σπίτι σου…” είπε ο Μητροπολίτης Ιερόθεος Βουής στο μικρό Γερασιμάκη και παίρνοντάς τον από την αγκαλιά του πατέρα του, τον ξενάγησε στο μητροπολιτικό μέγαρο. Ο πατέρας του, ο Σπύρος Φωκάς, ήταν εκεί με άλλα μέλη της εκκλησιαστικής χορωδίας. Αυτό το συμβάν συχνά μας διηγόταν η Αναστασία Βανδώρου, ηλικιωμένη γυναίκα, που ο π. Γεράσιμος φρόντιζε. Αυτός ο λόγος, όπως και η πρόρρηση του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη μας έδινε μια βεβαιότητα για το αποτέλεσμα της εκλογής … Μόνο που η ενθρόνιση έγινε στον Ουρανό …
***
Ο π. Γεράσιμος έλεγε: “ Όταν πονάτε να το λέτε στον Θεό, όταν έχετε παράπονο, να Του το εκφράζετε, γιατί Θεέ μου, να Του λέτε … και μπορεί με το δικό Του τρόπο να σας απαντήσει, όπως απαντάει ένας πατέρας στο παιδί του …΄΄
***
π. Σωτήρης Χριστοδούλου από την Κύπρο: Μοῦ ἔλεγε ὁ Γεράσιμος:
«Ἔπαιρνα
ἕνα τενεκεδάκι, ἔβαζα μέσα μικρές πέτρες καί ἔφτιαχνα ἕνα αὐτοσχέδιο
θυμιατό, λέγοντας Ἅγιο Θεό, Ἅγιο Θεό. Αὐτό ἐξόργιζε ἔντονα τόν πατέρα
μου, ὁ ὁποῖος τό πέταγε μέ θυμό καί κάποιες φορές μέ χτυποῦσε γιά νά μήν
τό ξανακάνω. Ἡ μητέρα μου, ἄν καί μέ ἀγαποῦσε, δέν εἶχε τή δύναμη νά μέ
στηρίξει, γι’ αὐτό τά μόνα στηρίγματά μου ἦταν ὁ παπᾶ-Βαγγέλης καί ἡ
μοναχή Βερονίκη τοῦ Ἁγίου Γερασίμου. Ὅταν σέ ἀπορρίπτουν οἱ δικοί σου ἄνθρωποι, δένεσαι περισσότερο μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν θά σέ ἀπογοητεύσει».
Οἱ δυσκολίες καί τά ἐμπόδια ἀπό τό οἰκογενειακό του περιβάλλον στάθηκαν
ἀφορμή νά ἀγωνίζεται πνευματικά παιδιόθεν, πού ἄν καί νεαρός, σέ ἡλικία
26 χρόνων ὅταν τόν πρωτογνώρισα, σοῦ ἔδινε τήν αἴσθηση φωτισμένου
Γέροντα…..
Ὁ δεσμός πού
ἀναπτύχθηκε μεταξύ μας κράτησε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Τό 1979,
ὅποτε ἐρχόταν στήν Ἀθήνα, τόν φιλοξενοῦσα στή Φοιτητική Ἑστία τῶν
Ἰλισίων, στό δωμάτιο 136, ὅπου διέμενα. Ἕνα βράδυ μέ ρώτησε ἄν ἔχω λεφτά
νά τόν δανείσω, δέν θυμᾶμαι τί ποσό.
«Θέλω
νά τά δώσω σέ κάποιον, παιδάκι μου», μοῦ εἶπε. Τοῦ ἀπάντησα πώς δέν
εἶχα τό συγκεκριμένο ποσό καί μοῦ εἶπε, «δέν πειράζει, παιδάκι μου».
Κλειδώσαμε τήν πόρτα κι ὅταν τό πρωΐ ξύπνησα, βρῆκα πάνω στό τραπέζι τό
ἀκριβές ποσό πού μοῦ ζήτησε. Ἀπορημένος τόν ρώτησα: «Ποῦ βρέθηκαν αὐτά»;
Ἀτάραχα, μοῦ ἀπάντησε: «Δέν εἶναι τίποτα, παιδάκι μου, ὁ Θεός θά τά
ἔστειλε». Μοῦ ἔκανε τόση ἐντύπωση τό περιστατικό, πού τό συζήτησα μέ τόν
πνευματικό μου, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε ὅτι θαύματα γίνονται καθημερινά!
Τά
καλοκαίρια πήγαινα γιά κάποιο διάστημα στήν Κεφαλονιά γιά νά βοηθῶ τόν
Γεράσιμο στίς δουλειές τῶν ξενοδοχείων τους, γιατί ἤξερα ὅτι κουραζόταν
πολύ, ὄχι μόνο σωματικά, ἀλλά καί ψυχικά, λόγῳ καί τοῦ σκληροῦ χαρακτῆρα
τοῦ πατέρα του.
Ὁ Γεράσιμος
ἐξουθενωνόταν ἀπό τίς πολλές εὐθύνες, ἀλλά ποτέ δέν ἀναγνωριζόταν ἀπό
τόν πατέρα του ἡ θυσία πού ἔκανε καί χωρίς νά ἀμείβεται τίς περισσότερες
φορές. Τό βίωνε ὡς ἕνα προσωπικό μαρτύριο, πού τελικά τόν ἀνύψωσε
πνευματικά.,
από το βιβλίο “Λάμψη ο π. Γεράσιμος κι αν είδες, είδες”.
***
Ο κ. Γεώργιος Κακής Κωνσταντινάτος θυμάται:
Κάποτε ταξιδεύοντας μαζί του γιά την Αθήνα, τον ρώτησα :
~«Γιατί στην Κεφαλλονιά υπάρχει τόση βλαστήμια;»
~«Γιατί υπάρχει μεγάλη πίστη!» μου απάντησε.
Πόσοι
δεν θα σκανδαλισθούν απ’αυτήν την απάντηση· και επειδή πολλοί
πιθανότατα δεν θα εννοήσουν το βαθύτερο νόημα της και θα την
παρερμηνεύσουν, ας πούμε επεξηγηματικά μόνον τούτο:
Πρόκειται
γιά την άστοχη έγερση τού Παιδιού προς τον Θεό Πατέρα, που δείχνει
ωστόσο πως το Παιδί και Τον αναγνωρίζει, και παραδέχεται την Δύναμη Του.
Η ύβρις είναι το παράπονο που βγάζει, επειδή δεν κατανοεί το πάνσοφο
σχέδιο Του. Είναι σαν να του λέει : Γιατί ωρέ Πατέρα δεν μου παίρνεις το
ποδήλατο!; -Το όποιο «ποδήλατο»- Αφού έχεις την Δύναμη !.
…Υπόδειγμα μιάς τέτοιας υπαρξιακής αγωνίας και πάλης με τον Θεό, υπήρξε ο πατέρας τού Πατρός Γερασίμου, Σπυρίδων Φωκάς, και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στον Άγιο να μελετήσει το φαινόμενο από κοντά.
~«Ούτε
μοναχός στο Άγιον Όρος δεν έχει τόσο κουβεντολόϊ με τον Θεό όλη μέρα,
όλη μέρα, όσο έχει ο Πατέρας μου. Φυσικά βρίζοντάς τον· όμως έχουν
σχέση· ζωντανή!» Μου είχε πεί ο Πατήρ Γεράσιμος, και πολλά είχα καταλάβει απ’αυτό.
(Οι κακοπροαίρετοι βέβαια, το μόνο που θα καταλάβουν, είναι πως αυτό που λέμε εδώ, είναι να βρίζουμε τον Θεό.)
Να
εδώ ακολουθεί ένα παράδειγμα, που μπορεί να μας φανερώσει πως μπορεί να
ήταν αυτή η δύσκολη κατάσταση που αντιμετώπιζε ο Πατήρ Γεράσιμος, και
μάλιστα από τον ίδιο του τον Πατέρα· και πόσο υπομονή και προσευχή, και
αληθινή αγάπη (όχι γλυκερή αγαπολογία) χρειαζόταν, γιά να μπορεί ο
Πατέρας Γεράσιμος να μεταστοιχειώνει τελικά, την άψινθο τού πικρού, σε
γλυκύ μέλιτος· όπως έκανε και με τον πατέρα του, ο οποίος τελικά μετά
από μιά ολόκληρη Οδύσσεια πάλης, όλη του την ζωή με τον Θεό, είπε
συγκλονιστικά και πραγματικά στο τέλος, το, «Σοί Κύριε»!, ενώ ο εκλεκτός
Υιός του είχε την άρρητη συγκίνηση να τον κοινωνήσει.
***
Από
μικρός ήθελε να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού και της ιερωσύνης
όμως το πιο μεγάλο εμπόδιο του στάθηκαν αρχικά οι γονείς του. Ήταν
μακρυά από όποια σχέση με το Θεό και ως εκ τούτου πολέμιοι της ιερής
του, εκ νηπίου, απόφασης. Ο πατέρας αριστερός και αντάρτης. Oι γονείς
του για να αποτρέψουν το μικρό Μάκη να ασχολείται με την εκκλησία, τους
παπάδες, τις καλόγριες και τους πάσχοντες συνανθρώπους τον επέπλυταν,
περιοριόριζαν, απαγόρευαν και του εξέφραζαν τα αρνητικά σημεία των
πιστών και κληρικών και της εκκλησίας όσο ευγενικά μπορώ να γράψω.
Έκαναν και σκληρά πράγματα που δεν θα ήθελε να αναφερθώ. Οι γονείς του
τον απέτρεψαν να γίνει μοναχός μια φορά στα 18 χρόνια παίρνοντας τον με
την αστυνομία απο το Άγιον Όρος (Ι.Μ. Αγ. Παύλου) και όταν έγινε στα 37
τον απεκήρυξαν. Ο αγιόφιλος γέροντας τους γονείς του όμως υπεραγάπα
πάντα παρά όσα τράβηξε, σε σημείο να τους υπηρετήσει και κυρίως στα
τελευταία τους. Τη μητέρα του στο Λαϊκό νοσοκομείο, όπου ετελεύτησε,
καθημερινώς στάθηκε στο πλευρό της και μιλούσε με τα καλύτερα λόγια όπως
και στον χειροτονιτήριο λόγο ότι ήταν αυτή η αιτία που άρχισε να κάνει
παρακλήσεις στην Παναγία από ηλικία 7 ετών εξαιτίας της βαριάς της
χρονίας ασθένειας και μεχρι τούδε το έκαμε. Ετελεύτησε κοντά του και
συμφιλιωμένοι.
Τον πατέρα του τον
υπηρέτησε τα τελευταία χρόνια μετά από το ατύχημα με σπάσιμο του ποδιού
του από όπου άρχισε να καταπεύτει. Ήταν μαζί του στα νοσοκομεία μέχρι
τους τελευταίους μήνες που είχε εγκεφαλικό και τελικά τον περιέθαλψε στο
σπίτι του. Να σημειώσουμε εδώ ότι το σπίτι όπου ζούσε και εφιλοξενείτο
εφ’ όρου ζωής ήταν της παπαδιάς του γέροντός του π. Βαγγέλη Χιόνη και
όχι ιδιοκτησία (δεν είχε σπιτι). Κάθε μέρα όσο τον είχε σπίτι, τους
τελευταίους 6 μήνες, τον πλησίαζε στο μέτωπο τον φιλούσε και του έλεγε
δυνατά τρεις φορές “σε αγαπώ, σε αγαπώ, σε αγαπώ πατέρα το
καταλαβαίνεις”. Τόσην αγάπη του έδειχνε λες και είχε περάσει ζάχαρη τη
ζωή του στο πατρικό του. Και ο σοφός πατέρας του κυρ Σπύρος ξέροντας
πόσα μαρτύρια έκαμε στο γιο του δεν απαντούσε. Μετά όμως από πολλές
φορές τον τελευταίο μήνα της ζωής του, του έλεγε αργά και συρτά ¨Εσύ δεν ξέρεις πόσο μ’αγαπάς εγώ μόνο ξέρω¨. Αυτή του η αγάπη ήταν η αιτία επιστροφής του πατέρα που από πέτρα σκληρή έγινε χώμα που καλλιεργήθηκε η συγνώμη και η ευγνομωσύνη . Έφτασε στο σημείο να κοινωνήσει (από τα παιδικά χρόνια είχε να κοινωνήσει)
και όταν τον κοινωνούσε του έλεγε ο πατέρας του “έγω παιδί μου είμαι
αμαρτωλός πως να κοινωνήσω”, και ο γέροντας Γεράσιμος του απαντούσε “δεν
πειράζει πατέρα ο Θεός συγχωρεί”.
Όταν
ο γιατρός που υπηρετούσε τον πατέρα του, τον επέπλητε για τα παθήματα
που επέβαλε στο γιο του μια ζωή (πράγμα που εστεναχωρούσε πολύ τον
γέροντα) τότε ο πατέρας του απάντησε ¨αυτός με συγχώρεσε εσύ τι
θέλεις;¨.
Στα χέρια του π. Γερασίμου λοιπόν ετελεύτησε και ο πατέρας του μετανοών, εξαιτίας της παροιμιώδους αγάπης του.
***
Όταν ως στρατιώτης ο π. Γεράσιμος Φωκάς
υπηρετούσε στον Έβρο, στο θάλαμο, λίγο πριν πέσουν για ύπνο, κάθησε σε
μια γωνιά και ψιθυριστά έλεγε το απόδειπνο, τότε ένας στρατιώτης,
προφανώς ενοχλημένος με αυτό που έκανε εκείνος ο “θρήσκος” και δεν τον
άφηνε να κοιμηθεί, άρπαξε τα άρβυλά του και τα εκσφενδόνισε στον
Κεφαλλονίτη φαντάρο, που το είχε κάνει μοναστήρι το στρατόπεδο. Ο
Γεράσιμος δεν διαμαρτυρήθηκε. Και το πρωί ο ενοχλημένος στρατιώτης βρήκε
τα άρβυλά του βαμμένα και γυαλισμένα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την
επόμενη μέρα να λένε μαζί οι δυο τους το απόδειπνο. Και στο τέλος αυτός ο
στρατιώτης έγινε και μοναχός.
Όπως
μοναχός έγινε και ένας άλλος στρατιώτης που δεν είχε μιλήσει με τον
Γεράσιμο. Απλά τον παρακολουθούσε: Τον έβλεπε να νηστεύει διακριτικά,
χωρίς να απαιτεί διαφορετικό φαγητό, έτρωγε, για παράδειγμα, μόνο το
ψωμί και το φρούτο. Και επίσης τον έβλεπε να είναι πρώτος στις
ασκήσεις και στις αγγαρείες, χωρίς ίχνος διαμαρτυρίας. Αυτά ήταν αρκετά
να τον οδηγήσουν σε μια διαφορετική πορεία ζωής..
Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Θεολόγος
Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Θεολόγος:
Ἤμουν πρωτοετής φοιτητής τῆς Θεολογίας. Ἔμενα στό οἰκοτροφεῖο τῆς
«ΖΩΗΣ» στήν Ἀθήνα. … Σέ λίγο μπαίνει στό δωμάτιο ἕνας ψηλόλιγνος νέος,
κουτσαίνοντας λιγάκι, ἀλλά κουβαλώντας γύρω του μιά πρωτόγνωρη γιά μένα
ζεστασιά…. Στό οἰκοτροφεῖο μπῆκε γιά νά προετοιμαστεῖ νά δώσει ἐξετάσεις
στή Θεολογία. Μοῦ ἔλεγε: «Προσεύχομαι, ἄν εἶναι γιά τό καλό μου καί τό καλό τῶν ἄλλων, νά περάσω. Ἀλλιῶς νά μήν περάσω».
Δέν πέρασε ἐκείνη τή χρονιά….
Κι ο π. Σωτήρης Χριστοδούλου,
φοιτητής στή Φαρμακευτική Σχολή, συμπληρώνει: Ἡ συμπόνια του πρός τούς
καρκινοπαθεῖς ἦταν ἄνευ προηγουμένου. Τόν ἔζησα στήν Ἀθήνα, στό
νοσοκομεῖο Μεταξᾶ, ὅπου νοσηλευόταν ὁ καρκινοπαθής θεῖός του Ξενοφῶντας,
τόν ὁποῖο συντρόφευε ὁλημερίς καί ξενυχτοῦσε μαζί του. Τότε θυμᾶμαι ὅτι
μοῦ εἶχε ἐκμυστηρευθεῖ πώς ὅταν τέλειωσε τό σχολεῖο καί ἔδινε
Πανελλήνιες Ἐξετάσεις γιά εἰσαγωγή στή Θεολογική Σχολή, παραμονή
τῆς τελευταίας ἐξέτασης ξενύχτησε κάποιο καρκινοπαθῆ μέ ἀποτέλεσμα νά
μήν προετοιμαστεῖ κατάλληλα καί νά ἀποτύχει στίς ἐξετάσεις. Ἡ εἰσαγωγή του στή Θεολογική Σχολή θά γινόταν πολύ ἀργότερα, ὅταν θά ἦταν ἤδη ρασοφόρος.
από το βιβλίο “Λάμψη ο π. Γεράσιμος κι αν είδες, είδες”.
“Δεν αγαπώ με δόσεις και εκπτώσεις και καλοκαιρινές διακοπές, αγαπώ με αίμα” μας έλεγε.
***
Συλλειτουργός με τον Άγιο Γεράσιμο
Αγρυπνία του Αγίου Λαζάρου, στον Άγιο Γεράσιμο …. και ο π. Γεράσιμος ήταν μόνος στο ιερό, οι άλλοι ιερείς ήρθαν αργότερα.
Σε μια στιγμή, δίπλα μου η κ. Ελεωνόρα Χαρίτου γυρίζει και με ρωτάει:
«Πόσους ιερείς βλέπεις στο ιερό;»
«Έναν, τον π. Γεράσιμο.»
«Τώρα δεν βλέπεις έναν ψηλότερο από τον π. Γεράσιμο, δεν τον βλέπεις στην Ωραία Πύλη, να τώρα μας ευλογάει;»
Η
καρδιά της πήγαινε να σπάσει, υπήρξε στο χώρο μας κινητικότητα και
βγήκε ο Θόδωρος Μεσσάρης από το ιερό, ήρθε κοντά μας και είπε: « Ο π.
Γεράσιμος ζητάει να μην λέτε τίποτα!»
……………
Και
έπειτα διάβασε το Ευαγγέλιο με τρόπο συγκλονιστικό και σε συγκεκριμένη
στιγμή ανέβασε ψηλά την ωραία φωνή του και ακούστηκε: «έγώ εἰμι ἡ
ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ
ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα …»
Στο δε κήρυγμά του γύρισε με φωνή τρεμάμενη από συγκίνηση στον Άγιο Γεράσιμο και είπε:
«Ο Άγιός μας, ο Άγιός μας, ει και άπνους φαίνεται ζει, ζει, ζει!».
Και
κάτι ακόμα: Η κ. Ελεωνόρα από το στασίδι της πήγε γονατιστή προ της
Ωραίας Πύλης, έφτασε γονατιστή στο Άγιο Ποτήριο για να κοινωνήσει! Τόσο
μεγάλη ήταν η συγκίνησή της, η ευλάβειά της, και η συναίσθηση ως προς το
τι επέτρεψε ο Θεός με τα μάτια της ψυχής της να δει: Τον Άγιο Γεράσιμο, ολοζώντανο, να συλλειτουργεί με τον π. Γεράσιμο!.
Μια
άλλη φορά στο ιερό του Αγίου Ανδρέα η κ. Νόρα είδε τον π. Γεράσιμο
λειτουργούντα να περιλούζεται από Φως, το οποίο σαν πάλλευκη φωτεινή
ομπρέλα στεκόταν από πάνω του.
iconandlight
*οι στιχοι του Μγαλυνάριου ειναι του Γεώργιος Κακή Κωνσταντινάτου
Κύριε…

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026
Τάσος Λειβαδίτης – Ενας Μεταφυσικός της Αριστεράς – Το Θρησκευτικό Ρίγος
Πιστεύω στὰ δισταχτικὰ ἀδέξια βήματα τῶν ταπεινῶν καὶ στὸν Χριστὸ
ποὺ διασχίζει τὴν Ἱστορία… Τάσος Λειβαδίτης
Ενας Μεταφυσικός της Αριστεράς
Μιχάλης Μερακλής
(Πρέπει κάποτε να πάψει να μισεί θανάσιμα η Αριστερά τη μεταφυσική. Ας κρατήσουν δώρο το μίσος αυτό
οι ορθολογιστές–εκσυγχρονιστές–διαφωτιστές αστοί. Η διανόηση της
Αριστεράς πρέπει να δεχθεί, ότι ο διαλεκτικός υλισμός δεν συμπίπτει
απολύτως με τον ιστορικό υλισμό.) Μιλώντας
για τον Τάσο Λειβαδίτη σε ένα βιβλίο μου του 1987, πραγματευόμενο την
ελληνική ποίηση της περιόδου 1945-1980, επισήμαινα μια στροφή προς τον
εσώτερο εαυτό του, μετά τα πρώτα ευθύτερα αγωνιστικά βιβλία του (Μάχη
στην άκρη της νύχτας, 1952, Φυσά στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953, Ο
άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956). Την έναρξη της στροφής αυτής
τοποθετούσα γύρω στο 1957, έτος έκδοσης της Συμφωνίας αρ. 1.
Έχοντας
συμπορευθεί με τους συντρόφους του στους διωγμούς και στα μαρτύρια
(κορύφωση στάθηκε ο Κρανίου τόπος της Μακρονήσου) συνειδητοποιούσε με
τον καιρό και την εξέλιξη των πραγμάτων «το άδικο ξόδεμα του ανθρώπου,
της θυσίας που προσφέρθηκε ανανταπόδοτη». Έτσι, συνέχιζα, «θα κάνει
σιωπηλά, μοναχικά, χωρίς δηλώσεις και διακηρύξεις, μια στροφή προς τα
μέσα. Τον ίδιο καιρό που θα εξακολουθείνα αντιστέκεται στη βία του
συστήματος, θ’ αρχίσει κάτι να σπάζει μέσα του, όσον αφορά την
αισιοδοξία για την επιβολή, κάποτε, οριστικών, θετικών λύσεων στο
κοινωνικό, δηλαδή στο ανθρώπινο ζήτημα».
Αυτή η στροφή θα δυναμώσει πιο πολύ την πάντα δυνατή σχέση του με τους νεκρούς του Αγώνα. Σχέση, στην αρχή, ως ποιητή τού Εμείς:
Όχι, δε σας θάψαμε. Σας αφήσαμε άταφους τρεις μέρες και τρεις νύχτες
να χορτάσει ο ουρανός απ’ την ασύγκριτη, σιωπηλή ομορφιά σας.
Κι ύστερα μπήκατε ορθοί στη γη, όπως μπαίνει ο άντρας στη γυναίκα.
Έτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σημαίες.
Στη συνέχεια η σχέση αυτή έγινε προσωπική, σχεδόν ιδιωτική – αυτός,
μόνος του, και εκείνοι (25η ραψωδία, 1963):
Εσείς, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
– μα εγώ, παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκαλά μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα, πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος, σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.
Η αφοσίωσή του στους νεκρούς –θα έλεγα πιο καλά η μετάληψή του,
γίνεται τελικά και πύλη εισόδου σ’ ένα χώρο, όπου ο θάνατος χρειάζεται
να μονομαχεί με την αθανασία. Γίνεται εδώ πότε πότε αισθητή και μια
φευγαλέα υπερβατική επιφάνεια. Τελείωνα το κείμενό μου για το Λειβαδίτη
με την παρατήρηση, ότι η ποίησή του τελικά είναι η πιο εντυπωσιακή
μαρτυρία «μιας συγκλονιστικής μετάβασης» από την απροκάλυπτη εξωστρέφεια
στην πιο αποφασιστική ενδοστρέφεια.
Βέβαια υπαγορεύθηκε τούτο απ’
τις ιστορικές συνθήκες της εποχής. Αλλά βρήκαν αυτές το πιο πρόσφορο
έδαφος, για να φυτρώσουν τα αγλαόκαρπα δέντρα, στην έμφυτη ευαισθησία
και ποιητική ιδιοφυΐα εκείνου. Χάρη στο Λειβαδίτη μπορώ να πω ήσυχος,
βέβαιος ότι δεν παραδοξολογώ, δεν λέω κάτι ασύστατο και αντιφατικό, ότι η
Αριστερά έχει το μεγάλο μεταφυσικό της.
Πρέπει κάποτε να πάψει να
μισεί θανάσιμα η Αριστερά τη μεταφυσική. Ας κρατήσουν δώρο το μίσος
αυτό οι ορθολογιστές–εκσυγχρονιστές–διαφωτιστές αστοί. Η διανόηση της
Αριστεράς πρέπει να δεχθεί, ότι ο διαλεκτικός υλισμός δεν συμπίπτει
απολύτως με τον ιστορικό υλισμό.
Είπα σε μια πρόσφατη εκπομπή για το
Λειβαδίτη ότι αυτός, σε αντίθεση με άλλους, δεν σκέφθηκε ποτέ να
επιρρίψει τις ευθύνες για τις ήττες του Κινήματος στα λάθη της ηγεσίας
και λοιπά. Αν υπάρχει λάθος, αυτό το έχει η Ιστορία. Δηλαδή η ίδια η
σύσταση του ανθρώπου, της ανθρωπότητας, που κι όταν αναγνωρίζει τα
Μεγάλα και Αληθινά και επιχειρεί να τα πραγματώσει για το καλό της
«αλλάζοντας τη ζωή μας», κάποια στιγμή, αναπόδραστα, αργά ή γρήγορα,
προδίδεται από την ίδια την ανεπάρκειά της. Διαβάζω στη Σκοτεινή πράξη
(1974).
Ωστόσο η είδηση που περιμέναμε, έφτασε, και θα μπορούσε,
ίσως, ν’ αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη, που
κάποιοι που την ήξεραν, είχαν πεθάνει, όλοι νέοι..Και υπάρχουν δυστυχώς
διάφοροι τρόποι να πεθαίνουν οι νέοι. Όχι μόνο στους τόπους των
εκτελέσεων.
Δεν μένει τίποτα λοιπόν οριστικό; Μένει, απαντά ο
μεταφυσικός ποιητής. Πηγαίνοντας, ίσως, ένα βήμα πίσω από το Σίσυφο του
Καμί ή όποιου άλλου, ο οποίος δεν παραιτείται, παρά τις αλλεπάλληλες
ματαιώσεις, από την πράξη. Ο Λειβαδίτης δεν μένει στην πράξη (ό,τι ήταν
να κάνει το έκανε, και με το παραπάνω). Έχει περάσει στην ονειροπόληση
της πράξης. Του παρελθόντος (εκεί τοποθετείται και η δική του) ή και
του μέλλοντος. Στην ονειροπόληση της πράξης που έγινε ή και θα γίνει. Η
ονειροπόληση πλεονεκτεί έναντι της ίδιας της πράξης ως προς το ότι την
ιδανικοποιεί, αφαιρώντας τα «βαρέα» υλικά. Κάτι τέτοιο μου φαίνεται να
εννοεί το επόμενο συγκλονιστικό «μυστικό» κείμενο από το ίδιο βιβλίο:
Κάποτε το σπίτι ξεχειλίζει απ’ την απαντοχή, και δεν έχουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε, τότε, στον κόσμο, όπως την πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδυ μια άρπα ακούγεται σ’ ένα σπίτι ακατοίκητο.
Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό. Υπάρχει εδώ μια αντανάκλαση αθανασίας, έστω μελαγχολικής. Τη συνιστά η αιώνια ανακύκληση, κατά γενεάς, ονειροπόλων. Το κείμενο αυτό άλλωστε δίνει την ευχέρεια να καταλάβουμε, πώς εννοεί ο ποιητής τη στροφή προς τον εαυτό του. Το εγώ εμπεριέχει τελικά και τους άλλους. Δεν έχει πάψει και τη μοίρα των άλλων να συλλογίζεται, συγκεντρωμένων όλων (μαζί τους είναι κι αυτός) σ’ ένα τόπο μεταρσιωμένης ονειροπόλησης (από το ίδιο βιβλίο):
Τι άλλο είναι, λοιπόν, το μέλλον
απ’ την αληθινή πατρίδα μας, αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν
πεθάνουμε, είμαστε πιο μπροστά από χθες, νεκροί στο μέγα αύριο, έτσι,
κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα, κοίταζαν, έκθαμβες, στο δάχτυλο
τον αρραβώνα, εμείς, ερχόμαστε, κιόλας, δακρυσμένοι προς τον χρόνο.
Νεκροί, ζωντανοί, επερχόμενοι, μαζί, στο «μέγα αύριο». Μια μεταφυσική
ονειροπόληση. Από κάποια στιγμή κι ύστερα, λέει στο Εγχειρίδιο
αθανασίας (1979), «δεν ξαναβγήκα απ’ τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά
μπορούσα τουλάχιστον να παραδοθώ στ’ ανώμαλα πάθη μου:
τη
μελαγχρολία ή το συνωστισμό». Ο συνωστισμός θα σημαίνει την παρουσία
του μέσα στους άλλους. Με τους οποίους θα ήθελε να μοιράζεται τη γήινη
μελαγχολία του, πέρα από τις μοναχικές του ώρες, όταν βρισκόταν «απ’
την άλλη μεριά της ζωής» (εκείνος θα πει «πάντα», υπερβάλλοντας):
Τα βράδια οι φίλοι με αναζητούν στα καφενεία, όπου βρίσκουν ένα
ποτήρι κονιάκ ν’ αδειάζει σιγά σιγά μόνο του –
αλλά τι να ’κανα που υπήρξα πάντα
απ’ την άλλη μεριά της ζωής.
(Ο τυφλός με τον λύχνο, 1983)
Ο Μιχάλης Μερακλής (Καλαμάτα, 1932) είναι ομότιμος καθηγητής του πανεπιστη-
μίου Αθηνών, λαογράφος, φιλόλογος και κριτικός. Υπήρξε πρόεδρος της Πανελλήνιας
Ένωσης Φιλολόγων.
Tό θρησκευτικό ρίγος στόν Τάσο Λειβαδίτη καί ἡ ἀνθρώπινη ἀσημαντότητα
Ἠλίας Κεφάλας
ΑΝΑΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ απειράριθμες
δέσμες σημασιῶν καὶ αὐτοτελῶν νοημάτων ἤ νοηματικῶν ἐμμονῶν, ποὺ
σχηματίζουν ξεχωριστὲς θεματικὲς ἑνότητες, ἐνισχυόμενες ποιοτικὰ καὶ
ποσοτικὰ ἀπὸ συλλογὴ σὲ συλλογὴ.
Αὐτὲς οἱ ποιητικὲς ἐμμονὲς, σὰν
ὄνειρα ποὺ βλέπουμε καὶ ξαναβλέπουμε ἀσυναίσθητα, γιὰ νὰ μείνουν γιὰ
πάντα ἐγχάρακτα μέσα στὴν προσφιλή μας μνήμη ἤ στὶς ἀόριστες ἐγκοπὲς
τοῦ ὑποσυνειδήτου, ἀναβλύζουν καὶ καταλαμβάνουν χῶρο μέσα σὲ ποιήματα
διαφορετικῶν κατευθύνσεων καὶ λειτουργοῦν σὰν λυρικὰ κεντήματα ποὺ
ταιριάζουν σὲ πολλὰ συναισθηματικὰ ὑποστρώματα.
Χωρὶς κόπο μποροῦμε
αἴφνης νὰ ἀναφέρουμε σὰν τέτοιες θεματικὲς ἐμμονὲς ἀμέτρητες
καταστάσεις ἤ πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ, ἔχο ντας πάρει τὴ μορφὴ καὶ τὴ
χροιὰ τοῦ φάσματος, ἔρχονται καὶ ἐπανέρχονται στὴν ποίηση τοῦ Τάσου
Λειβαδίτη, τονίζοντας τὴν ἀστείρευτη σημασία τῆς παρουσίας τους: ἡ
γυναίκα, ἡ βροχή, τὸ ἀνε ξήγητο, τὸ χαμένο, ἡ ἀόριστη ἀπουσία, οἱ
θλιμμένοι, ὁ ἀναλωμένος χρόνος, ἡ νεότητα, ἡ παιδικότητα, ἡ ἐπίσκεψη
τῶν νεκρῶν, ἡ ἀδικία, ἡ φτώχεια, ἡ ἀγάπη, τὸ ἡλιοβασίλεμα κλπ. Ὅλα αὐτὰ
ἐνδεχομένως θὰ μποροῦσαν νὰ στεγαστοῦν στὸν γενικό θεματικό τίτλο
«στερήσεις τοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐν γένει», καθὼς συνιστοῦν ὄχι
μόνο ἐλλείψεις καὶ παράπονα τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ καὶ θαύματα ἀκράδαντα τοῦ
καθημερινοῦ
ποιητικοῦ βίου. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ ξεκίνησε
στρατευμένος στὴν ἰδεολογία τῆς Ἀριστερᾶς καὶ χρειάστηκε νὰ διανυθεῖ μιὰ
ἀρκετὰ μακρὰ διαδρομὴ γιὰ νὰ τολμήσει νὰ ἀπελευθερώσει τὴν ποιητικὴ
ἰδιοσυγκρασία του, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὑπο-ἑνότητες αὐτὲς εἶναι δείγματα τῆς
ἐσωτερικῆς ἀγωνίας του γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ ὁ πραγματικός κόσμος ποὺ ἐπώαζε
μέσα του. Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ (καὶ αὐτὸ γίνεται ὁριστικὰ στὴν
τρίτη περίοδό του, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἐγχειρίδιο εὐθανασίας,
1979, ἐνῶ ἰσχυρὲς ἐνδείξεις ἔχομε καὶ ἀπὸ πρὶν) ὁ Λειβαδίτης καταφέρνει
νὰ ἀπεξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ἀδυνάτων καὶ ἀδικημένων τῆς
κοινωνίας, γίνεται ὁ στυλοβάτης τοῦ ἀτόμου ποὺ θέλει νὰ ἐντρυφήσει μέσα
στὸ παράξενο τοῦ ὀνείρου καὶ στὶς ἀκατανόητες ὑπερβάσεις τῆς ὕπαρξης. Ὁ
ποιητὴς θέλει ἀγωνιωδῶς στὸ ἑξῆς νὰ διαχυθεῖ σὲ πράγματα καὶ θαύματα
ποὺ δὲν λύνονται πιὰ ἀπὸ τὶς πολιτικο-οικονομικές ἐξισώσεις τοῦ κόσμου,
ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ὑπόγεια ρεύματα τῆς ποίησης καὶ τῆς ὀνειροφαντασίας.
Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΑΥΤΗΣ, ΩΡΙΜΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ, ΠΡΟΩΘΕΙ τὶς
ἀναζητήσεις της πέρα ἀπὸ τὸ ὁρόσημο τοῦ θανάτου. Στὰ πλαίσια τῆς θέασης
αὐτῆς ἀναπτύσσεται μιὰ εἰδικὴ πτυχὴ τῆς θεματογραφίας τοῦ Λειβαδίτη,
ποὺ ὀνομάζω ἐνδεικτικά “λυρική θεολογία”. Εἶναι καιρός πλέον ποὺ ὁ
ποιητής πρέπει, ὡς ἐνσυνείδητη ὀργανικὴ μονάδα, ἔμφορτος ἀπὸ τὴν ἀγωνία
τῶν δημιουργικῶν του καταθέσεων, νὰ σταματήσει καὶ νὰ ἀναρωτηθεῖ: Ποῦ
βγάζει τελικὰ αὐτὸς ὁ δρόμος; Καὶ αὐτὸς ὁ ἀγώνας τῆς ὕλης καὶ τοῦ
πνεύματος, τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀθέατες κατακρημνίσεις τοῦ θυμικοῦ, ἔχουν
τελικὰ κάποιο ἀντίκρισμα; Ὑπάρχει κοιτίδα ἐπιστροφῆς ἤ ὅλα εἶναι καπνὸς
καὶ στάχτη;Ἄν δὲν προχωρήσουμε μὲ τὶς σκέψεις αὐτὲς στὴν ἀνίχνευση τοῦ
ποιητικοῦ προσώπου τοῦ Λειβαδίτη καὶ ἔχομε μόνο κατὰ νοῦ τὸν πικραμένο
καὶ καταπιεσμένο ποιητὴ τῶν πρώτων συλλογῶν, τότε ἡ συ-
νάντηση μὲ
τὸν στίχο τῆς συλλογῆς Βιολέτες γιὰ μιὰ ἐποχή (1985): Κι ὅπως χιόνιζε
ἄνοιξα τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλά χιόνιζε κι ἐκεῖ θὰ πέσει πάνω μας σὰν
ράπισμα. Ἀμέσως θὰ πρέπει νὰ ἀναρωτηθοῦμε: Τὶ θέλει αὐτὸς ὁ ποιητὴς
μέσα στὸ Εὐαγγέλιο; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ γυρεύει; Μήπως πεινασμένους καὶ
ἀδικημένους; Μήπως ἐγκόσμια δικαιοσύνη; Μήπως αὐτὰ ποὺ τοῦ πῆραν ἄλλοι
καὶ ἀλλοῦ; Ἤ, μήπως, αὐτὰ ποὺ ἄλλοι καὶ ἀλλοῦ δὲν τοῦ δίνουν; Καὶ θὰ
ἀναρωτηθοῦμε ἀκόμα, καὶ ἴσως ἀναπόφευκτα, ἀλλὰ καὶ πολὺ λογικὰ: μήπως
στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ψάχνει παρὰ αὐτὸ ποὺ φύσει καὶ θέσει βρίσκεται (ἤ
πρέπει νὰ βρίσκεται) ἐκεῖ μέσα; Δηλαδὴ τοὺς πολλαπλοὺς δρόμους τοῦ θείου
καὶ τοῦ Θεοῦ;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΣΥΧΝΗΣ
ἐπίκλησης
τοῦ Θεοῦ στὶς τελευταῖες ποιήσεις τοῦ Λειβαδίτη. Καὶ βέβαια πρόκειται
γιὰ μιὰ παρουσία Θεοῦ φιλτραρισμένη ποιητικὰ καὶ λαξευμένη στὰ
συναισθηματικὰ μέτρα τοῦ ποιητῆ. Δὲν πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ τὸν βιβλικὸ
Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητικὸ Θεό, ποὺ, παρ’ ὅλες τὶς ἰδιαίτερες ὄψεις
θέασής του καὶ τοὺς τρόπους προσέγγισής του, εἶναι ἕνας παντοδύναμος
καὶ δημιουργὸς Θεὸς στὸν ὁποῖο δίνουμε λόγο, ἀλλὰ καὶ τοῦ ζητᾶμε τὸν
λόγο. Ὁ Θεὸς αὐτὸς ἔρχεται νὰ ἐμφυσήσει θρησκευτικὸ ρίγος στὰ τελευταῖα
ποιήματα τοῦ Τάσου Λειβαδίτη καὶ νὰ ὑποθάλψει μιὰ κατανυκτικὴ λυρικὴ
ἀτμόσφαιρα. Ὁ Λειβαδίτης ὄχι μόνο γιὰ νὰ κάμψει τοὺς ἐγκόσμιους φόβους,
τοὺς ὁποίους ἐγείρει κάθε ὑπαρξιακὴ κόπωση, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ
συνομιλήσει ὡς δημιουργὸς πρὸς Δημιουργό, σὲ μιὰ ἐλεύθερη συζήτηση
χωρὶς κυρώσεις καὶ φραγμούς,
αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσει καὶ
νὰ βρεῖ μιὰ πίστη σὲ μιὰ Δύναμη μακρινὴ καὶ ἀπλησίαστη καὶ, γι’ αὐτὸ
ἴσως, ἄτρωτη. Ἡ λυρικὴ ἔκφραση ἀποδίδει ἐπανειλημμένα τοὺς ἐρημικοὺς
χώρους τῆς μοναξιᾶς, στὸ βάθος τῶν ὁποίων ὑποφώσκει ἡ θεία παρουσία.
Ἡ
σκηνογραφία ἑνὸς τέτοιου τοπίου, ἐνῶ δὲν χρειάζεται ἀντικείμενα γιὰ νὰ
τὸ γεμίσουν, χρειάζεται ἔννοιες γιὰ νὰ ὑπονοηθεῖ τὸ βάθος του. Ἡ
ἐρήμωση ξεκινάει πάντα ἀπὸ μέσα, γιατὶ κάποια στιγμὴ συνειδητοποιοῦμε
ξαφνικὰ πὼς ἡ ζωή μας δὲν ἔχει κανένα στήριγμα. Ἡ ἐρήμωση τῆς ψυχῆς
βλέπει τὸ κάθε τοπίο ρημαγμένο καὶ ἀφιλόξενο. Ἡ
λυρικὴ φωνὴ γίνεται
τὸ δάκρυ τῆς ἀπογυμνωμένης ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ πικρὴ ἀνάσα τοῦ
ἀποκαρδιωτικοῦ τοπίου, ἑνὸς χώρου ποὺ ἀμύνεται μὲ τὴν ἁδράνειά του, σὰν
νὰ λέει ὅτι αὐτὸς δὲν φταίει σὲ τίποτα. Τότε ποιὸς φταίει, ὁ Θεὸς; Ἀπὸ
ποῦ θὰ μποροῦσε ὁ ποιητὴς νὰ ζητήσει ἐξηγήσεις, χωρὶς νὰ τὸν
λοιδωρήσουν;
Κύριε, ἀδίκησες τοὺς ποιητὲς δίνοντὰς τους μόνο ἕναν
κόσμο, κι ὅταν πεθάνω θὰ ’θελα νὰ μὲ θάψουν σ’ ἕνα σωρὸ ἀπὸ φύλλα
ἡμερολογίου γιὰ νὰ πάρω καὶ τὸν χρόνο μαζί μου.
Ψάχνοντας μέσα στὴν
τελευταία του συλλογὴ Τὰ χειρόγραφα τοῦ φθινοπώρου (1990) σταματᾶμε σὲ
πάμπολλες στιγμὲς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ συνομιλίας μὲ Αὐτὸν,
διαπιστώνοντας ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ Θείου ἀποβαίνει μιὰ ἀδήριτη ἀνάγκη καὶ,
ἔστω καὶ καθυστερημένα, ἐγγράφεται πάνω στὶς βαθειὲς ἐλλείψεις τοῦ
ποιητῆ. Ἔτσι ὁ Θεὸς γίνεται παντεπόπτης καὶ ἄνωθεν προστάτης: ὅταν ὁ
Θεὸς τίναζε ὅλα του τ’ ἄστρα πάνω ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια μας παντοδύναμος
ἐξουσιαστὴς καὶ κάτοχος τῶν πάντων:
Ὤ Κύριε τῶν μακρινῶν σταθμῶν ποὺ τοὺς διαβαίνουμε κάποτε μέσα στ’ ὄνειρο
ἀνεξιχνίαστος καὶ σκοτεινὸς:
ἡ θάλασσα εἰσχωρεῖ βαθιὰ στὰ μυστικὰ τοῦ Θεοῦ μοναχικὸς καὶ ἀποτραβηγμένος:
στὸ βάθος ὁ Θεὸς φαινόταν πολὺ μοναχός τιμωρὸς καὶ δημιουργὸς τοῦ πόνου:
κι ὅταν ὁ Θεὸς τέλειωσε τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἦρθε ὁ βαφέας νὰ πάρει
τὰ φορέματα τῶν γυναικῶν γιὰ τὸ πένθος
κυρίαρχος τῶν ἀποστάσεων καὶ τῆς θαλπωρῆς:
εἶχα φτάσει τόσο μακριὰ ποὺ ἔνιωθα στὸν ὦμο μου τὸν στεναγμὸ τοῦ Θεοῦ
δυσβάσταχτο, ἀκατανόητο καὶ κινδυνεύοντα:
Θεέ μου, γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ σὲ καταλάβω; Ἴσως ὅμως ἄν σὲ καταλάβαινα
νὰ μὴ μποροῦσα ν’ ἀντέξω τὸ βάρος σου.
Θεέ μου. μ’ αὐτὴ τὴν εὐτελὴ πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις. Πῶς
νὰ σὲ σώσω;
Μὲ
τὸν ἴδιο τρόπο συνεχίζει τὸν “διαλυτικὸ” λυρισμό του ὁ Τάσος
Λειβαδίτης, καθὼς ἐξουθενώνει τὴ ρεαλιστικὴ ἤ φαντασιακὴ παρατήρηση,
ὠθώντας τὸ ἀντικείμενο ἀναφορᾶς μέχρι τὴν ἔσχατη ἀντίστασή του, ὥστε νὰ
ἐκλύσει τὴν ἀπὸ μέσα οὐσία τοῦ ἀλλιώτικου. Τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔχουν τὸ
νόημα μιᾶς ριπῆς ἐρωτήσεων, ποὺ δὲν χρήζουν καμιᾶς ἀπαντήσεως.
Πρόκειται γιὰ τὶς ἰδιάζουσες ἐρωτήσεις ποὺ δὲν θέλουν
καμιά
ἀπάντηση, γιατὶ λειτουργοῦν ἀσυμπλήρωτες μέσα στὸν τρεμάμενο μετεωρισμό
τους καὶ τὴν αὐταπόδεικτη κατάφασή τους. Ἡ συγκινησιακὴ ἀποκορύφωση
τοῦ Τάσου Λειβαδίτη ἐγγράφεται πάνω στὴ δικαιωμένη του προσπάθεια νὰ
γίνει ἀπὸ σύντροφος ἑνὸς εὐρύτερου ὅλου ἕνα κεχωρισμένο ἄτομο, ἀλλὰ καὶ
ἀπὸ ἄτομο νὰ
ἀνυψωθεῖ σὲ πρόσωπο μὲ περαιωμένο ἠθικὸ καὶ ἰδεολογικὸ καθαρμό.
Ἡ λυρική του θεολογία
Πιστεύω στὰ δισταχτικὰ ἀδέξια βήματα τῶν ταπεινῶν καὶ στὸν Χριστὸποὺ διασχίζει τὴν Ἱστορία…
ὑπογραμμίζει
τὸ ξεπέρασμα κάθε ἰδεολογικῆς προκατάληψης καὶ τὴν ὁριστική του
ἀπελευθέρωση ἀπὸ κάθε εἴδους δεσμά, ὥστε, ἀνήκοντας πλέον πραγματικὰ
στὸν ἑαυτό του, νὰ ἀνήκει οὐσιαστικὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τὸ θρησκευτικὸ
ρίγος ποὺ, ἀνεμπόδιστο πιά, διαποτίζει τὴν ποίησή του, ὑπογραμμίζει καὶ
φωτίζει τὴ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀλήθειες: τὴν ἀνθρώπινη
ἀσημαντότητα.
Ο Ηλίας Κεφάλας (Τρίκαλα, 1951) είναι ποιητής και δοκιμιογράφος. Τελευταίο του
βιβλίο είναι το Χώμα χώματα (Γαβριηλίδης, 2008).
