Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Περικοπὴ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου τοῦ Χριστοῦ μὲ αὐτὸν τὸν νέο

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "<<Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς.>> ο Χριστός δεν ζητά απλώς μια εξωτερική θυσία. Αποκαλύπτει ό,τι κρατά την καρδιά δεμένη μακριά από τη Βασιλεία"

Προσέγγιση τοῦ μακαριστού π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου στό κατά Ματθαῖον Ματθ. ιθ΄ 16-26 (ὁ πλούσιος νέος ).
.
Ἡ περικοπὴ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου τοῦ Χριστοῦ μὲ αὐτὸν τὸν νέο, γνωστότατη οὖσα μὲν, κρύβει μέσα της, ὅπως ἐξάλλου καὶ ὅλες οἱ βιβλικὲς περικοπές, θησαυροὺς ἀνεξάντλητους ὅσον ἀφορᾶ καὶ τὰ πολὺ πρακτικὰ δεδομένα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς καὶ δη τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Νὰ προσεγγίσουμε λίγο, μὲ μιὰ βαθύτερη ματιὰ τὸ κείμενο ποὺ ἀκούσαμε, καὶ ἐξάλλου τὸ γνωρίζουμε ἀρκετὰ καλά, καὶ νὰ τὸ προσδιορίσουμε βαθύτερα. Νὰ θυμηθοῦμε τρία οὐσιαστικὰ σημεῖα ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσουν στὴ βαθύτερη κατανόησή του.
.
Εἶναι ἡ ἐκ προοιμίου ὑπάρχουσα εὐσέβεια αὐτοῦ τοῦ νεανίσκου, τοῦ νεαροῦ ἀνθρώπου, ἦταν εὐσεβὴς ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἡ πρόκλησις τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴν τὴν εὐσέβεια κάπου νὰ τὴν πάει. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ πολλὲς φορὲς ἀκατανόητο, γιὰ τοὺς πλουσίους ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ εἰσέλθουν στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Νὰ δοῦμε βῆμα πρὸς βῆμα αὐτὰ τὰ πράγματα γιὰ νὰ προσδιορίσουμε εἰδικὰ τὴν τελευταία φράση.
.
Ἔρχεται λοιπόν ὁ νεανίσκος «γονυπετῶν», δηλαδὴ κάνει καὶ μιὰ πράξη εὐσεβείας. Ἀπευθύνει στὸν Χριστὸ τὴν ἐπιφώνηση «διδάσκαλε ἀγαθέ» καὶ μάλιστα ρωτᾷ «τί ποιήσω;» Ἔχει λοιπόν τὰ βασικὰ στοιχεῖα μιᾶς εὐσεβοῦς ζωῆς ποὺ προσαρμόζεται μὲ τὰ δεδομένα τῆς σχέσεώς μας μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἔρχεται ὁ Χριστὸς αὐτὴν τὴ σχέση ἀγάπης καὶ στροφῆς πρὸς Ἐκεῖνον, πρὸς τὸν Θεό, (ἔτσι φαίνεται) νὰ τὴν χτυπήσει. Δὲν τὸ ἀφήνει τὸ πράγμα ἔτσι, δὲν ἀφήνει δηλαδὴ, τὴ σχέση ποὺ θέλουμε νὰ ἔχουμε μαζί Του τὴν ἀγαπητική, τὴ σχέση προσεγγίσεως, νὰ μείνει ἔτσι. Καὶ τὴ χτυπᾷ καὶ τῆς δίνει μιὰ ἄλλη μορφή. Γιατὶ ἂν τὴν ἀφήσει ἔτσι, ὁτιδήποτε εἶναι στατικό, ἀκόμη καὶ ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ λιμνάσει καὶ νὰ γίνει καρκίνος.
.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἐνδιαφέρεται νὰ ἔχουμε ἐξόδους. Καὶ παίρνει ἀκόμη καὶ τὴ στροφή πρὸς Αὐτόν –μερικὲς φορὲς μπορεῖ καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι ψεύτικη, ἀς ποῦμε ποὺ εἶναι ἀληθινή– καὶ αὐτὴ νὰ τὴ βγάλει σὲ ἄλλες διεξόδους. Καὶ παίρνει ὅλη τὴν εὐσέβεια ποὺ ἔχουμε μπροστὰ Του νὰ τὴ μεταθέσει στὸ πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ. Καὶ ὅλη αὐτὴ τὴν κίνηση πρὸς Αὐτὸν τὴ βγάζει κάπου ἀλλοῦ, τὴ βγάζει πρὸς τὸν ἄλλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ δύσκολο νὰ γίνει. Γιατὶ ἀνάγεσαι σὲ Αὐτόν, πας πολὺ ψηλά, καὶ Ἐκεῖνος σὲ κατεβάζει πολὺ χαμηλὰ γιὰ νὰ σὲ πάει μετὰ πολὺ ψηλά, γιατὶ στὸ τέλος τοῦ λέει: «καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Κάνει δηλαδὴ μιὰ κίνηση ποὺ φαίνεται παλίνδρομη, ἀλλὰ σπᾷ αὐτὸ τὸ στατικό, αὐτὰ τὰ λιμνάζοντα τὰ νερά, ἀκόμη καὶ στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό. Αὐτὰ τὰ λιμνάζοντα νερὰ στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δημιουργοῦν βαθύτατες διαστροφὲς σὲ αὐτὴ τὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀρρωστημένες καταστάσεις, δήθεν πνευματικῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ μᾶς ἀρρωστήσουν κιόλας. Γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ἔχουν διεξόδους, δὲν στρέφονται στὸν ἄλλον. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἔξοδο πρὸς τὸν ἄλλον, ὅπως εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, λέει «δεῦρο ἀκολούθει μοι». Περνᾷς ἀπὸ αὐτὴ τὴν συγκλονιστικὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον· εἶναι σὰν τὴ σχέση ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητὲς Του: τοὺς βάζει στὸν κόσμο νὰ σταυρωθοῦν καὶ μετὰ τοὺς βάζει ἔτσι νὰ Τὸν καταλάβουν βαθύτερα.
.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Αὐτὴ ἡ κίνηση εἶναι οὐσιαστική. Καὶ τότε μποροῦμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τότε, ἂν πιὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴν τὴν κίνηση, ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὸν ἄλλον καὶ στὸν Χριστό, τότε μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τί σημαίνει αὐτό: «πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα … καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Τότε πιὰ, αὐτὴ εἶναι μιὰ εὔκολη κίνηση. Καὶ τότε, «δυσκόλως εἰσελεύσονται» οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες «εἰς τὴν βασιλείαν» τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πρῶτα-πρῶτα βρίσκεται μέσα στὴν καρδιὰ μας. Καὶ αὐτὴ ἡ καρδιά, γιὰ νὰ γεμίσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν βασιλεία, πρέπει νὰ κενωθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Ἄν μέσα της αὐτὴ ἡ καρδιὰ εἶναι γεμάτη ἄλλα πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ γεμίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περνᾷ μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἄν πεῖς ποὺ ἀγαπᾷς τὸν Θεὸ καὶ λες «ἐγὼ θὰ τὰ δώσω ὅλα γιὰ Αὐτόν» καὶ δὲν στραφεῖς πρὸς τὸν ἄλλον δίδοντας αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Χριστὸς μας, τότε εἶσαι «γεμάτος». Εἶσαι γεμάτος, γιατί κρατᾷς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχεις καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γεμίσεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔρχεται μόνο διὰ τῆς σταυρικῆς στάσεως πρὸς τὸν ἄλλον.
.
Αὐτὸ εἶναι ἕνα φοβερὸ μυστήριο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ, ἂν δὲν τὸ καταλάβεις, θὰ ἔχεις καὶ λάθος κοίταγμα στὸν Θεό (λάθος θεοσέβεια) καὶ λάθος κοίταγμα πρὸς τὸν ἄνθρωπο (λάθος ἀνθρωπισμό). Καὶ γιὰ τὰ δυὸ μποροῦν νὰ μιλήσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ ποῦνε «ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο», ἀλλὰ καὶ τὰ δύο νὰ εἶναι στραβά καὶ τὰ δύο νὰ εἶναι καρκινογόνα, ἂν δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴ βαθιὰ ἐσωτερικὴ σχέση. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν ἡ πνευματικὴ μας ζωὴ, ποὺ παίζεται σὲ αὐτὸ τὸ μέγεθος—καὶ αὐτὸ εἶναι πνευματικὴ ζωή, ἡ πνευματικὴ ζωὴ ὁρίζεται ὡς τὸ μέγεθος τῆς δυνατὸτητος νὰ ἔχω μέσα μου τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε μπορῶ νὰ γίνω, ἀπὸ τώρα καὶ στὸ μέλλον, κάτοικος τῆς βασιλείας Του—περνᾷ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰσορροπία: νὰ σπάσω τὰ λιμνάζοντα νερὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ σπάσω τὴ στατικὴ ἀντίληψη πρὸς τὸν ἄλλον· εἶναι ἕνας ψεύτικος οὐμανισμός, ἀγαπᾶμε τὸν ἄνθρωπο, ὅλοι λένε ποὺ ἀγαπᾶνε. Ἔρχεται λοιπόν αὐτὴ ἡ ἰσορροπία νὰ ἀλλάξει τὰ πάντα! Καὶ γίνεται ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἕνα τρομερὸ ἄνοιγμα! Καὶ γίνεται μιὰ ἐλευθερία! Καὶ τότε, ἐπειδὴ ξέρεις ποὺ δίδοντας τὰ ὅλα, τὰ ἀποκτᾷς ὅλα, ἐ, τὰ δίνεις ὅλα καὶ ἀρχίζει μέσα σου καὶ μπαίνει βῆμα-βῆμα, σπόρο-σπόρο ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ἐδῶ ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μποροῦν νὰ μποῦν οἱ πλούσιοι.
.
Ποιοὶ εἶναι οἱ πλούσιοι; Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐκεῖνοι μόνο ποὺ κατέχουν καὶ ἔχουν κάποια ὑλικὰ πράγματα. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μιὰ ἀποκλειστικότητα στὴν σχέση τους μὲ τὸν Θεό, λένε ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Θεό, ἔχουμε τὰ πάντα. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν τὸν Θεό, ὅλην τὴν Ἀλήθειά Του, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἴμαστε πλούσιοι. Ἄν αὐτὸν τὸν πλοῦτο δὲν τὸν ἐκβάλουμε μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰσορροπία, βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν ποὺ κατέχουν πολλὰ καὶ δὲν ἔχουν τίποτα. Τελευταία καὶ πολὺ ὑλικὴ κατηγορία εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατέχουν τὴν ἔννοια τῶν ὑλικῶν πραγμάτων. Μπορεῖ «πλούσιος» νὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ τὸν ἄλλον καὶ κάνει κάτι γιὰ τὸν ἄλλον, ἔχει μιὰ ἰδεολογία ἀγαπητική. Ἄν δὲν ἀγαπήσει τὸν Θεὸ ἀγαπῶντας καὶ τὸν ἄλλον, δὲν κάνει καὶ πάλιν τίποτε.
.
Αὕτη εἶναι ἡ ἰσορροπία λοιπόν τοῦ πλούτου καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ γίνεται ἀγαλλίαμα καρδίας, ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ γίνεται μιὰ κατάστασις ἀγαθοπάροχος ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ στὸ τέλος λέγει «ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό;» καὶ λέγει «ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι δυνατό γιὰ τὸν Θεό». Εἶναι κατάστασις ἀγαθοπάροχος· καὶ ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ κάνεις, ἔρχεται μετὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ὁρίζει καὶ τὰ σφραγίζει καὶ τὰ ἐνδυναμώνει καὶ τὰ καθορίζει. Καὶ τότε εἶσαι πιὰ πολίτης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γιατί ἄνοιξες τὸ παράθυρο, ὄχι γιατί ἔχεις ἀπαιτήσεις γι᾿ αὐτήν. Γιατί ἔρχεται ὁ Θεὸς καὶ συγκαταβαίνει πάνω σου καὶ γίνεσαι ὁλόκληρος μιὰ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεσαι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ σημαίνει νὰ ζεῖς καθημερινὰ τὴ δωρεά Του καὶ νὰ μὴν ἔχεις τίποτε! Οὔτε αὐτὴν δὲν τὴν ἔχεις—καὶ αὐτὸ δωρεὰ εἶναι! Τίποτε πιὰ δὲν κατέχεις καὶ εἶσαι ξεκρέμαστος. Οὔτε μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι ἐγὼ τὸ ἔκανα καὶ τὸ ἔχω. Καὶ αὐτὸ τὸ «ξεκρέμαστο», αὐτὸ σοῦ δίδει αὐτὴν τὴν αἴσθηση τῆς ἐλευθερίας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦν οἱ πλούσιοι νὰ εἰσέλθουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἐλευθερία. Τὴν ἐλευθερία μιᾶς μικρῆς-μικρῆς κλωστῆς, ποὺ εἶναι τόσο ἐλεύθερη, τόσο «ξάλαφρη», ποὺ μπορεῖ νὰ εἰσέλθει ἀπ᾿ ὅλες τὶς μικρὲς τρυπούλες. Αὐτὸ τὸ «ξάλαφρο», αὐτὸ τὸ ἐλεύθερο, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι «κατέχω» οὔτε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ· Ἐκεῖνος μοῦ τὴν δίδει.
.
Αὕτη εἶναι ἡ ἐλευθερία λοιπόν: Ἀγαπῶ τὸν Θεὸ ξεκρέμαστα καὶ, ἐπειδὴ Τὸν ἀγαπῶ, τὰ δίνω ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐπειδὴ τὰ δίνω ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους, τὰ ξαναδίνω ὅλα γιὰ τὸν Θεό. Καὶ μετὰ ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ κάνει πανάλαφρο. Καὶ τότε μπορεῖ νὰ χωρέσω μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς μικρὲς ῥαφίδες καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς μικρὲς τρύπες, ἐκεῖ, τῶν μικρῶν γεγονότων, ποὺ κανείς δὲν χωρεῖ. Αὐτοὶ οἱ Χριστιανοὶ εἰσχωροῦν. Εἰσχωροῦν παντοῦ, εἶναι χωρητικοὶ παντοῦ, μπορεῖ τὸ μυαλὸ τους νὰ χωρέσει παντοῦ. Ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ εἰσέλθουν σὲ ὅλα. Δὲν ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα τοὺς φοβίζουν, ἀντιπαλότητες, ἐχθρότητες, ἄλλα δεδομένα. Εἰσέρχονται παντοῦ καὶ εἶναι ἀγλαοφανεῖς. Καὶ τότε εἶναι αὐτοὶ ποὺ κατέχουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.
Τὸ κείμενο λοιπόν αὐτὸ τὸ σημερινὸ εἶναι «καταληκτήριο» γιὰ τὴ πνευματικὴ μας ζωή. Καὶ τὴν ὁρίζει καὶ τὴν σφραγίζει. Ἀρκεῖ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀρχίσουμε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περπατήσουμε: ἀγάπη στὸν Θεό, στροφὴ αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ξανά στὸν Θεὸ στρεφόμαστε. Καὶ πιὰ, ἔχοντες τὴν ἐμπειρία τοῦ τί σημαίνει νὰ ἀγαπᾷς, τὰ δίνεις ὅλα. Καὶ μετὰ, ἐπειδὴ προσδοκᾷς τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ Ἐκείνη πάντοτε ἔρχεται, γίνεσαι ἐλεύθερος καὶ ποτὲ δὲν ἐπιστρέφεις πίσω. Καὶ ὅταν φτάσεις ἐκεῖ πιὰ, θὰ ἔλθῃ ἡ σφραγίδα ἐκείνη τῆς δυνατῆς χριστιανικῆς ζωῆς: τὸ νὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἁμαρτήσεις! Γιατί εἶσαι ξεκρέμαστος στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ! Ἁμαρτάνομε γιατί δὲν εἴμαστε ξεκρέμαστοι. Ἁμαρτάνομε γιατί ἀπὸ κάτι ἐξαρτώμεθα. Καὶ τότε εἶναι δυνατό πραγματικὰ νὰ ζεῖς σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἁμαρτίες, καὶ νὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ πέσεις! Γιατί εἶσαι ἐλεύθερος πιὰ! Μπορεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ φαίνονται πολὺ μακρινὰ καὶ ἀπίθανα. Κι ὅμως εἶναι ἡ ὄντως ζωὴ μας καὶ ἡ ζωὴ μας! Καὶ πρέπει λίγο νὰ τὰ ψάξουμε καὶ νὰ τὰ ἀναζητήσουμε, ξεκινώντας ὅπως ὁ νεανίσκος, «γονυπετών» πρὸς Αὐτόν καὶ λέγων «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα αἰώνιον ζωὴν κληρονομήσω;» ….
-
Πηγή:Ὀμιλία
Ἐπιμέλεια: Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ.


+ Γιώργος Λ. Οικονόμου 
 
 Γυρνάνε τα βράδια
και μοιράζουν τσιγάρα
στους μπατίρηδες.
Τη μέρα κάθονται σε παγκάκια
που βλέπουν θάλασσα.
Ρούχα ζεστά χαρίζουν,
σ' αυτούς που ξεπαγιάζουν,
Αύγουστο μήνα.
Καλά ακούσατε,
Αύγουστο μήνα.
Κάνει πάντα Χειμώνα,
στη χώρα της μοναξιάς!.

-Στην φωτογραφία, ο μακαριστός πατέρας 
Ανανίας Κουστένης, τον οποίον ο Γιώργος αγαπούσε πολύ, αν και δεν τον είχε γνωρίσει..

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΥΚΡΑΝΙΑ :Ξεκίνησε η Μεγάλη Λιτανεία για την Κοίμηση της Θεοτόκου (΄β΄)

Η κ α κ ί α

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τελικά τίποτα δεν αλλάζει σε αυτόν τον κόσμο! Τόσα χρόνια πριν έγραφε ο κύρ  Φώτης Κόντογλου:

Φαρμακερή νυχτερίδα που σκεπάζει τον κόσμο.
"Μέσα σε τούτη την κοιλάδα του κλαυθμώνος που ζούμε, ώρες ώρες φανερώνεται καθαρά στον άνθρωπο που ζει μέσα στην κοινωνία, η σκληρή όψη της και παγώνει η καρδιά του. Αυτή η σκληρή όψη της δείχνει πως ό,τι γίνεται ανάμεσα στους ανθρώπους έχει αιτία και σκοπό το συμφέρον και γι' αυτό και γι' αυτό βασιλεύει παντού η κακία. Τότε χάνει κανείς το θάρρος του, απογοητεύεται, ζαλίζεται και πέφτει σε μαλαγχολία.
Αχ! πουθενά δεν υπάρχει αγάπη. Όλα τάχει σκεπασμένα με τα μαύρα και φαρμακερά φτερά της η νυχτερίδα που λέγεται κακία. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, συγγένειες, φιλίες, αισθήματα, όλα είναι μολεμένα από την κακία. Δίκες, καυγάδες, έχθρητες, πείσμα, φθόνος. Κακία! Κακία! Απονιά ανάμεσα στους ανθρώπους, σκληρότητα, αδιαφορία του ενός για τον άλλον, κι ας λένε ολοένα πως είναι αδέρφια (...)
Αν κάνεις καλό στον άλλον, αν τον συμπονέσεις, στην αρχή θα σου φιλά τα χέρια και τα πόδια σου, δεν θα πιστεύει τα μάτια του και τ' αυτιά του για ό,τι του λες και ό,τι του κάνεις. Μα άμα συνηθίσει στην καλωσύνη σου, θα γίνει λυσσασμένος εχθρός σου, θα σε συκοφαντήσει, θα βρει αφορμή να σε κακολογήσει, τόσο που να αναρωτιέσαι αν θυσιάστηκες αληθινά γι' αυτόν ή αν είνια ψέμα. Μάλιστα, όσο τον ευεργετείς, τόσο τον ερεθίζεις καταπάνω σου. Φαίνεται πως η ανθρώπινη φύση δεν αντέχει στην πολλή καλωσύνη. Δεν αντέχει! (...)
...Και γω που τα γράφω, έχει καγεί η πέτσα μου από τέτοιους μικρόψυχους, όχι μια και δυο φορές, μα πολλές...
...Καθόμουνα μέσα σ' εκκλησιές παμπάλαιες, σε καιρό που φυσούσε η ογρή νοτιά, και πέφτανε ασβέστες από τις αρχαίες ζωγραφιές. Σε κοιμητήρια παρατημένα, μολυντήρια περπατούσανε απάνω στους αγίους, τρίζανε οι νεκρόκασσες από τη ζέστη. Ωστόσο, εκεί μέσα εγώ αναπαυόμουν, καθόμουν μακρυά από την κακία κι από τη δόξα, παρηγοριά εύρισκε το πνεύμα μου.
Συλλογιζόμουνα: Γιατί άραγε ο ήλιος λαμποκοπά ακόμη στον ουρανό και δεν μουρκίζεται σαν ένας βώλος καρβουνιασμένος, αφού η λάμψη του, που κάνει παράδεισο τούτον τον κόσμο, στάθηκε ανήμπορη να αλλάξει τον τυφλοπόντικα σε πλάσμα καλό κι ευτιχισμένο, α' ανοίξει τα μάτια του τα σφαλισμένα, ώστε να ζήσει μακάριος, περιζωσμένος από τόσες χάρες αμέτρητες;"
Αυτά και άλλα πολλά εξομολογείτο ο Κόντογλου μέσα από τα γραφτά του, μεταφέροντας την πίκρα του και τους προβληματισμούς του.
Ήταν ένα απόσπασμα μέσα από το βιβλίο του ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, Εκδόσεις Παπαδημητρίου.

Βορειοηπειρώτες Θεσπρωτίας

"Πεποικιλμένη"

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

 
 κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Εἶχα τάξιμο νά ὑπάγω στήν Κεχριάν, νά ψάλλω τό"Πεποικιλμένη" , εἰς τά Ἐνιάμερα, τήν 23 Αὐγούστου. Ἀπό δέκα χρόνων δέν εἶχα ἐπισκεφθῆ τήν Παναγίαν τήν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν' ἀσπασθῶ τήν σεβασμίαν παλαιάν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁπού εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῶα, ἔνθεν καί ἔνθεν, ὁ ἱερός Κοσμᾶς, (αὐτός ὁ θεσπέσιος ποιητής τῆς Πεποικιλμένης) ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρός τήν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ' ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ "Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ' ὑπερφυῶς καί Μητέρα Θεοῦ" καί τὸ "Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανόν ὑπεδέξαντο...". Καί δέν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τόν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὁποὺ ἀστράπτει εἰς τόν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπό τά ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τά ἐγκολλημένα εἰς τό κτήριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.
Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀποφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κι ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζίου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ καὶ μοῦ εἶπε:
- Δὲν πῆγες, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγία τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.
- Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!
- Ἔχει φεγγαράκι.
Ἔπια, κι ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.
- Θὰ πᾶς σίγουρα, Κωσταντή;... Πῶς σοῦ ἦρθε;... ἔχεις συντροφιά;
- Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσει.
- Ποιόν;
- Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.
Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διά να εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμαντήν, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα, δύο ὧρες νύκτα.
Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.
- Κωνσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνεψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισεν ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. "Ποῦ θὰ πᾶς τέτοιαν ὥρα;" καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν... Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;
- Λέγε.
- Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρεῖς, ἢ ἕνα παιδί... ἢ ἕνα πουλί.
- Καλά
- Μὴν ξεχάσεις.
- Ὄχι.
- Ἐγώ θὰ πάω πεζός καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ' ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου.
- Θὰ πάρεις καὶ κουμπάνια;
- Θὰ πάρω.
- Σὲ περιμένω στὸν Ἅι-Λιά. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.
- Καλά.
Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κι ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τήν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.
Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς "Σακαλάρους", ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου "ἐκρότιζεν" ὁ τόπος, ἀλλ' ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην: δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ "Πεποικιλμένη". Διέσχισαπέρα-πέρα τὸ ρέμα, εμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἅϊ-Λιά. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτήριον, τὸ κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ' ἐγαύγισαν, ἀλλ' ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὁποὺ εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν κι ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.
Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ' αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα "Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος". Ἐκάθισα ἐπί τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τό μελαγχολικόν φῶς τῆς σελήνης, τό χωρίον μας κάτασπρον, κτισμένον ἐπί δύο λόφων καί μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καί τόν λιμένα τόν τρίκολπον μέ τά τρυφερά κηπάκια, ὁπού φαίνονται ὡς νά "ἐγκαινίζωνται" εἰς τα φωσφορίζοντα νερά.
Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.
- Ἐδῶ εἶσαι, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε;
- Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;
- Μ' ἐγέλασε... Μὴν τὰ ρωτᾶς, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα... καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα... ὅλα τὰ εἶπα στὸ δρόμο.
- Γιατί, φοβήθηκες;
- Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ' ἔμελε;
- Ὄχι τόσο. Ἀπ' τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;
- Απ' τὸ Πετράλωνο. Ἐσὺ ἀπ' τοῦ Βαραντᾶ;
- Ναί.
- Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;
- Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου... τίποτε.
Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλε ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρατσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν, ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχε ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωνσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωσταντής.
Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράχτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωνσταντής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κἄπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῶον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκεν. Ὁ Κωσταντής ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγώ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;
Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κι εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁπού εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νά συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὺ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.
Ὄταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμὶ - καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ' ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ' εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω. ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ, βασιλικὰ καὶ ρεσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸν λιτὸν δεῖπνον μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κι ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.
- Ὅλα καλά, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε. Μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας...
- Ἀλήθεια;... ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.
Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα, ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα μαζὺ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ'ἕνα φανάρι, κι ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνα της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν, ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.
- Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα. Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.
- Πᾶμε μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε.
Ἐσηκώθη κι ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῶον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἤ τοῦ Κυρίου).
Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβύσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στήν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.
Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιάν τὸν δρυμῶνα, κι ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιο, ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ως νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνεν.
Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλλίτερ' ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλλίτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ' εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρόμοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακὸν καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσει, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν ὡς εἰκὸς τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ' ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσον μου).
Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρὶ κι ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν, ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβυσε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δέν ἠξεύρω ποῦ καὶ ἵππευσε καὶ πάλιν.
Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὡστόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο, ὅτι ἐβλέπομεν κάτι ν' ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι. Μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ κατακλεισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν. Πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρός, οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὔψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν' ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ' ἐγὼ ἐνθυμούμην, ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβυναν πρὶν ν' ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν' ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβυσε τὸ ἀεράκι.
Τέλος ὁ παπὰς - τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλάτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω - μᾶς ᾐσθάνθη, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν - διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.
Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παραμικρὸν μεσάνυχτα ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας, καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας - τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιὰ εἶχον ὑπάγει διὰ ν' ἀγρυπνήσουν - ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.
Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ' ἑσπέρας, μ' ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὁ πάτερ-Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν' ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις, ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κι ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.
Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.
- Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειὸ, χριστιανοί, εἶπα ἐγὼ, κι ἐκάθησα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπα, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ἐκεῖνα τὰ χρόνια!
Ἄρχισε τὸ Μαριὼ τοὺ Μουσκαδού, κι ἡ γριὰ Ἀγάλλαινα, κι ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτη νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κυρ-Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ' ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Καλαματίνας, λέγοντες, ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.
Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν, περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειὰ. Ἐγὼ εἰς αὐτούς τούς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.
Ἔγινε δύο ἡ ὥρα κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.
- Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾶς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κι ἐγὼ θ' ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα... δηλαδή, διὰ ν' ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίο σου τὸ μουσικὸ καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ' ἀρχίσω τὸ "Δοῦλοι Κύριον". Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾶς τὸ "Λόγον ἀγαθόν"... Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν "Πολυέλεον", ἦρθα διὰ τὸ "Πεποικιλμένη".
Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον - βυζαντινόν, μὲ χιβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἀρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κι ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.
Μετὰ εἴκοσι λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμωδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην.
- Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν' ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.
- Καλά, καλά.
Τέλος ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ `Πεποικιλμένη´, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος, μειδιῶν, μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ' ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρώην ὑπενωματάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν' ἀρνηθῶ.
Ὕστερον ἔμαθα, ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ "μαχμουρλὴς" ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθείσα Μαρὼ τοὺ Μουσκαδού, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:
- Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.
- Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ γούμενος.
Ἐννοοῦσεν ἐμέ.

Και Ξαφνικά...Αγρότης!

«σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστιν· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ιακ. 2:19)

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα κηροπήγια


Γράφει ο   Στυλ. Καβάζης
 
 Ο Απόστολος Ιάκωβος μας υπενθυμίζει κάτι που η εποχή μας δυστυχώς έχει ξεχάσει,ακόμη και τα δαιμόνια πιστεύουν ότι ο Θεός υπάρχει αλλά τρέμουν από φόβο και απέχθεια αντί να χαίρονται και να αγάλλονται.Βεβαιά εδώ βρίσκω την ευκαιρία να σημειώσω ότι στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι χειρότεροι και από δαιμόνια που δηλώνουν αυτάρεσκα απολύτως άθεοι και θεωρούν ότι η πίστη είναι κατάλοιπο ενός παρελθόντος που ξεπεράστηκε αλλά αυτό είναι άλλο θέμα που έχω θίξει πολλές φορές στο παρελθόν.
Η συγκεκριμένη φράση του Αποστόλου Ιακώβου ήρθε ασυναίσθητα αμέσως στο μυαλό μου όταν είδα τη Μαντόνα στην Πάτμο να γράφει:
«Στην Πάτμο ένιωσα τον Θεό».
Δεν θα βιαστώ ούτε να την αποθεώσω ούτε να την καταδικάσω. Μακάρι να ήταν μια πραγματική στιγμή πνευματικής αναζήτησης.
Γιατί η μέχρι σήμερα δημόσια πορεία της είναι γνωστή. Ακόμη και το καλλιτεχνικό της όνομα, Madonna, παραπέμπει στην Υπεραγιά Θεοτόκο και όμως η ίδια δεν δίστασε να το χρησιμοποιήσει ενώ παράλληλα η καλλιτεχνική της πορεία περιέλαβε πολλές φορές προκλητικές εικόνες, χρήση ιερών συμβόλων και θεάματα που έφτασαν στα όρια της βλασφημίας.Είναι επίσης γνωστή η πολυετής ενασχόλησή της με την Καμπάλα και άλλες μορφές μυστικιστικής και εσωτερικής αναζήτησης.Αυτές τις μέρες βρίσκεται στα Μετέωρα, στην Πάτμο,στο Σπήλαιο της Αποκαλύψεως και λέει σε κλίμα επιτηδευμένης κατάνυξης,επιδεικτικά «Ένιωσα τον Θεό».
Θέλω να πιστεύω ως φύσει καλοπροαίρετος ότι κάτι πραγματικό συνέβη μέσα της.Αλλά εδώ βρίσκεται η ουσία του λόγου του Ιακώβου.
Δεν αρκεί να πιστεύεις ότι ο Θεός υπάρχει.
Η πίστη δεν είναι απλώς μια ιδέα στο μυαλό.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ονομάζει τη μετάνοια «ἀνακαίνισιν τοῦ βαπτίσματος». Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μιλά για τη συντριβή της καρδιάς. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει ολόκληρη την πνευματική ζωή ως πορεία μεταμορφώσεως και ενώσεως με τον Θεό κατά Χάριν.
Γι’ αυτό,ενα post με μια φωτογραφία που παραπέμπει σε περιοδικό μόδας, ένα κερί, μια επίσκεψη σε μοναστήρι και δύο τρία πνευματικά λόγια δεν είναι μετάνοια.
Η μετάνοια φαίνεται μετά.
Όταν σβήσουν οι κάμερες.
Όταν τελειώσει το ταξίδι.
Όταν ο άνθρωπος επιστρέψει στην καθημερινότητά του.Εκεί θα φανεί εάν η Πάτμος ήταν απλώς ένας ακόμη προορισμός ή εάν έγινε η αρχή μιας επιστροφής.
Επίσης να αναφερθώ σε κάποιους γραφικούς που μιλούν περί διαφήμισης επειδή μια παγκόσμια σταρ επισκέφθηκε την Πάτμο και τα Μετέωρα.
Ο Χριστός δεν χρειάστηκε ποτέ celebrities.
Οι Απόστολοι δεν είχαν followers.
Οι Μάρτυρες δεν είχαν κάμερες.
Οι ασκητές δεν είχαν δημόσιες σχέσεις.
Είχαν Χριστό και γι’ αυτό ο Χριστιανισμός δεν χρειάζεται τη Μαντόνα και καμία Μαντόνα για να γίνει γνωστός.Η Μαντόνα, όπως όλοι μας, χρειάζεται τον Χριστό.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι της κλείνουμε την πόρτα.
Η Εκκλησία είναι Εκκλησία μετανοίας.
Ο Παύλος έγινε Απόστολος από διώκτης.
Η Μαρία η Αιγυπτία έγινε φως από το σκοτάδι της προηγούμενης ζωής της.Ο ληστής πέρασε από τον σταυρό πρώτος στον Παράδεισο.
Αν όντως τελικά η Μαντόνα πράγματι ένιωσε τον Θεό, τότε εύχομαι κάτι πολύ περισσότερο από μια όμορφη ανάρτηση και μια αψεγάδιαστη φωτογραφία.Μακάρι να τον αναζητήσει.
Μακάρι να μετανοήσει.
Μακάρι να επιστρέψει.
Γιατί το πραγματικό θαύμα δεν είναι να γράψεις «ένιωσα τον Θεό στην Πάτμο» αλλά να φύγεις από την Πάτμο και να αρχίσεις να ζεις σαν να τον συνάντησες πραγματικά.

Γιατί το ερώτημα τελικά δεν είναι μόνο,
«Πιστεύεις;»
Αλλά να,«Ζεις όπως πιστεύεις;»
 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Μπορεί να είναι εικόνα κάστρο
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Μπορεί να είναι εικόνα παιδί
Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Φωτογραφίας της ιδίας τραγωδοποιού από τον προσωπικό της λογαριασμό     

Παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, ο δια Χριστόν σαλός της Λέσβου

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

"Μοῦ λένε… Παππούλη μοῦ διαβάζουμε ἀλλὰ εἶναι ἀρχαῖα καὶ δὲν τὰ καταλαβαίνουμε… τοὺς λέω… δὲν πειράζει τὰ καταλαβαίνει ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες τοῦ καὶ παίρνουν δρόμο καὶ τρέχουν…
ἀκούσατε Μαρία Τὴν εἶπε τὴν Παναγία μας… δὲν τολμᾶ κἂν νὰ Τὴν ἀποκαλέσει μὲ τὸ Ὄνομα Της, Παναγία ἢ Θεοτόκο… καίγεται ὅταν Τὴν ἀκούει νὰ Τὴν ἐπικαλούμεθα καὶ νὰ Τὴν χαιρετίζουμε μὲ τοὺς Χαιρετισμούς Της…
Γιὰ αὐτό σας λέω ὅτι εἶναι ἐπιθυμία καὶ ἐντολὴ τῆς Δέσποινας μᾶς νὰ διαβάζουμε κάθε μέρα τοὺς Χαιρετισμούς."

Ισπανίδα μπαλαρίνα Marta Cinta González Saldanya

.
Ζουσε σε οίκο ευγηρίας, άνω των 90 ετών. Εκοιμήθη   το 2020.
Υποφέρει από Alzheimer. Δεν θυμάται τίποτα.
Και τότε ακριβώς της παίζουν το «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι.  Αυτό το βίντεο, που τραβήχτηκε το 2019.