
Σε κάθε επιστήμη
και σε κάθε κοινωνικό επίτευγμα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον έχει
επιτυχία, κατά πόσον παράγει αποτελέσματα. Αυτό πρέπει να εξετάζεται και
στα δόγματα της Εκκλησίας.
Η επιτυχία των δογμάτων είναι να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση...
Οι
Άγιοι Πατέρες, εξ επόψεως θεραπείας, έψαχναν να βρούνε μία κοινή
ορολογία. Ουσιαστικά, εξ επόψεως εσωτερικής δομής της Εκκλησίας, που
σημαίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση, μυστηριακή ζωή κ.ο.κ.,
δεν χρειάζεται αυτή η διατύπωση, αλλά η διατύπωση όμως, χρειάζεται για κατηχητικούς λόγους...
Για
να φυλάσσωνται οι πιστοί από τους αιρετικούς, για να ξέρουν ποιοι είναι
οι σωστοί διδάσκαλοι, για να μπορούν να τύχουν της θεραπείας, η οποία
θεραπεία δεν υπήρχε στους αιρετικούς.
Έτσι,
φαίνεται ότι εκτός από την αντιμετώπιση των αιρετικών, η ορολογία
συντελεί και στην θεραπεία των ανθρώπων -των πιστών- γι’ αυτό το «δόγμα
είναι δογματική θεραπεία», δηλαδή έχει «θεραπευτική σημασία».
Οπότε, τα κριτήρια της Ορθοδόξου θεολογίας «δεν είναι τυπικά δογματικά, αλλά θεραπευτικά».
Διότι
ο σκοπός των δογμάτων είναι να χρησιμοποιούνται ως φάρμακα για την
θεραπεία του ανθρώπου. Λοιπόν, το δόγμα είναι ένα φάρμακο...
''Ο αντιαιρετικός και θεραπευτικός σκοπός του δόγματος.''
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
~ π. Ιωάννης Ρωμανίδης_ Κυριακή Των Αγίων Πατέρων. - Οι Πατέρες δεν ξεκινούν από την σκέψη. Ξεκινούν από εκείνο το συγκεκριμένο Πρόσωπο, που ενεφανίσθη στους Προφήτες. Στην καιομένη βάτο εμφανίζεται ο Άγγελος, αυτός που λέγεται Θεός. Αυτός είναι ο Χριστός.
~ 23 ΜΑΪΟΥ 1453~

Αχ πατρίδα μου
Εμείς και... ο κόσμος.
«Θάλασσα Λυπήσου»
Ο Γέροντας Νικήτας στη νότια Κρήτη!
Στα ανακαινισμένα Παλάτια, του τελευταίου Αυτοκράτορα της Πόλης
Στο Μυστρά, ακούστηκαν ξανά, μετά σιωπή αιώνων, Βυζαντινοί ύμνοι και παραλογές που διατηρούν τη μνήμη της Ρωμιοσύνης.
Τραγούδησε ο #ZahariasKarounis
Σάββατο 23 Μαΐου 2026
Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

Αιωνία η μνήμη του Γέροντα της απλότητας
Το Σάββατο 23 Μαΐου 2026, η καρδιά της Εύβοιας χτύπησε στο Ιερό Ησυχαστήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Μουρτερή, όπου τελέστηκε το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιμανδρίτου Ακακίου .Στον Όρθρο και την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, πλήθος πιστών συνέρρευσε για να τιμήσει τη μνήμη ενός ανθρώπου που σφράγισε την πνευματική ζωή του τόπου.
Ο Γέροντας Ακάκιος, γεννημένος το 1927, υπήρξε μια εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας. Η πορεία του, που ξεκίνησε από το Ορφανοτροφείο της Κύμης, υπήρξε μια διαρκής πνευματική ανηφόρα. Από το ιστορικό Μέγα Σπήλαιο των Καλαβρύτων έως την «έρημο» των Καυσοκαλυβίων στον Άθωνα, ο Γέροντας θήτευσε δίπλα σε αγίες μορφές, μεταφέροντας στην Εύβοια τη μυσταγωγία και τη σοφία του Αγίου Όρους.
Ο «Πνευματικός Φάρος» της Μουρτερής
Παρά την άσκηση στον Άθωνα, η αγάπη για τη γενέτειρά του τον έφερε πίσω στη Μουρτερή το 1981. Εκεί, ίδρυσε το Ιερό Ησυχαστήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, μετατρέποντάς το σε ένα πνευματικό καταφύγιο. Για δεκαετίες, ο «Ακάκιος της Μουρτερής» υπήρξε ο πνευματικός πατέρας χιλιάδων ανθρώπων, προσφέροντας παρηγοριά, καθοδήγηση και ένα παράδειγμα σπάνιας ταπεινότητας και ανεξικακίας.
«Η ζωή του ήταν μια επιστροφή στην απλότητα», ανέφεραν με δάκρυα στα μάτια πιστοί που κατέκλυσαν το μοναστήρι από κάθε γωνιά του νησιού.
Το τελευταίο αντίο και η πνευματική παρακαταθήκη
Η κοίμησή του, η οποία συνέβη στις 19 Απριλίου, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην τοπική εκκλησία. Κατά την εξόδιο ακολουθία αλλά και στο μνημόσυνο, η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη από τη συγκίνηση των πνευματικών του παιδιών.
Ο Γέροντας Ακάκιος αναπαύεται πλέον στη γη που αγάπησε, έχοντας ολοκληρώσει μια επίγεια διαδρομή που ξεκίνησε συμβολικά την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και κατέληξε στην αιώνια Μεταμόρφωση. Το έργο του και η πνευματική του παρουσία παραμένουν ζωντανά, ως φάρος ελπίδας για τις επερχόμενες γενιές.
Αιωνία του η μνήμη.
Γλωσσικὴ αὐθεντικότης καὶ Δογματικὴ ἀκρίβεια εἰς τὴν Λατρείαν
Γράφει ο θεολογών Δημήτριος Λογοθέτης
Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυσυζητημένα ζητήματα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἰσορροπώντας ἀνάμεσα στὴν ἀνάγκη γιὰ πνευματικὴ κατανόηση καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱερὴ παράδοση. Στὸ ἐπίκεντρο αὐτοῦ τοῦ διαλόγου βρίσκεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει στὴν χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς —συγκεκριμένα τῆς ἑλληνιστικῆς κοινῆς— ἔναντι τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὴν ὁποία μιλᾶ καὶ ἀντιλαμβάνεται ἄμεσα ὁ σύγχρονος πιστός;
Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία, οὔτε πηγάζει ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ροπὴ πρὸς τὸν συντηρητισμό. Ἀντιθέτως, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα μεταφέρει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ πολιτισμικὸ φορτίο, λειτουργώντας ὄχι μόνο ὡς μέσο ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς φορέας δογματικῆς ἀκρίβειας καὶ αἰσθητικοῦ κάλλους.
Ἡ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε στὴν ἑλληνιστικὴ κοινή, τὴν γλώσσα ποὺ μιλοῦσαν καὶ ἔγραφαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καθιερώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μέσῳ τῆς Μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), ἡ ὁποία ἐπίσης ἀνήκει σὲ αὐτὴν τὴν γλωσσικὴ περίοδο. Ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ ἰδιώματος στὴ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐμμονὴ στὸν τύπο, ἀλλὰ μιὰ πράξη πνευματικῆς αὐθεντικότητας.
Χρησιμοποιώντας τὴν γλώσσα τῶν πρωτοτύπων, ἡ Ἐκκλησία διασφαλίζει ὅτι ὁ πιστὸς ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀκριβὲς κείμενο, χωρὶς τὴ διαμεσολάβηση μεταφραστῶν. Κάθε μετάφραση, ὅσο ἐπιτυχημένη κι ἂν εἶναι, ἀποτελεῖ ἀναπόφευκτα καὶ μιὰ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ περιορίσει ἢ νὰ ἀλλοιώσει τὸ βάθος τῶν νοημάτων.
Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ οὐσιαστικὲς λειτουργίες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στὴν λατρεία εἶναι ἡ δημιουργία μιᾶς αἴσθησης “ἱεροῦ χρόνου” καὶ “ἱεροῦ χώρου”. Ἡ χρήση μιᾶς γλώσσας ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὴν καθημερινή, ἀγοραία ὁμιλία, βοηθᾶ τὸν πιστὸ νὰ ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ βίου καὶ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι εἰσέρχεται σὲ ἕνα χῶρο διαφορετικό, στὸν χῶρο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἐργαλεῖο μεταφορᾶς πληροφοριῶν, ἀλλὰ ἕνα μυσταγωγικὸ ὄργανο.
Ἐπιπλέον, ἡ “ἱερὴ γλώσσα” προστατεύει τὸ θεῖο νόημα ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἐκχυδαΐσεως ἢ τῆς ὑπερβολικῆς οἰκειότητος ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει ἡ χρήση τῆς σύγχρονης καθομιλουμένης. Ὅπως ὁ ναὸς διαφέρει ἀρχιτεκτονικὰ ἀπὸ μιὰ κοινὴ κατοικία, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τῆς λατρείας ὀφείλει νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀπόστασή του ἀπὸ τὸ ἐφήμερο.
Πέραν τῆς αἰσθητικῆς καὶ τῆς ἀκρίβειας, ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας ἐπιτελεῖ ἕναν κρίσιμο ἑνοποιητικὸ ρόλο, λειτουργώντας ὡς ἕνας διαχρονικὸς συνδετικὸς κρίκος γιὰ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν οἱ ὕμνοι καὶ οἱ εὐχὲς ἀκούγονται στὸ πρωτότυπο, καταργοῦνται οἱ χρονικὲς ἀποστάσεις· ὁ πιστὸς τοῦ 21ου αἰώνα προσεύχεται μὲ τὶς ἴδιες ἀκριβῶς λέξεις ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἢ ὁ Μέγας Βασίλειος, βιώνοντας μιὰ αἴσθηση συνέχειας καὶ ἱστορικῆς ταυτότητας.
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πλεονεκτήματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στὴν λατρεία εἶναι ἡ νοηματική της φύση, ὅπου ἡ λέξη (τὸ σημαῖνον) καὶ τὸ περιεχόμενό της (τὸ σημαινόμενο) διατηροῦν μιὰ πρωτογενῆ καὶ ἄρρηκτη σχέση. Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἡ ἐτυμολογία δὲν εἶναι μιὰ ξηρὴ φιλολογικὴ ἄσκηση, ἀλλὰ μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας. Ὅπως ἐπισημαίνεται, οἱ λέξεις κρύβουν μέσα τους «ἐν σπέρματι» μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία καὶ συμπυκνώνουν τὴν αὐθεντικὴ αἴσθηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴν φύση.
Ὅταν ὁ πιστὸς ἀκούει ἢ διαβάζει τὸ πρωτότυπο κείμενο, ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ λέξεις ποὺ εἶναι «ἐγκυστωμένες ποσότητες ζωντανῆς συνειδήσεως». Γιὰ παράδειγμα, ἡ χρήση τῆς ἀρχαίας γλώσσας ἐπιτρέπει στὶς ἔννοιες νὰ διατηροῦν τὶς «ρίζες» τους, συνδέοντας τὸν ἄνθρωπο κάθε στιγμὴ μὲ τὴν πηγὴ τῆς γλώσσας του. Ἔτσι, ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος δὲν μεταφέρει ἁπλῶς πληροφορίες, ἀλλὰ ἀνασύρει τὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως, προσφέροντας μιὰ ἐνάργεια ποὺ ἡ μεταφρασμένη γλώσσα συχνά ἀδυνατεῖ νὰ ἀποδώσει, καθὼς στὴν προσπάθεια ἁπλουστεύσεως ἀποκόπτει τὴ λέξη ἀπὸ τὸ βιωματικὸ καὶ ἱστορικό της ὑπόστρωμα.
Ἐπιπλέον, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα διακρίνεται γιὰ τὴν μαθηματική της δομὴ καὶ τὴν ἱκανότητά της νὰ ἀπεικονίζει ἁρμονικὰ καὶ γεωμετρικά τὶς ἔννοιες μέσα ἀπὸ τὴν χρήση προσφυμάτων. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ ἰδιότητα τὴν καθιστᾶ τὸ «εὐγενέστερο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας», ἱκανὸ νὰ ἀναδεικνύει πνευματικὲς μαρμαρυγὲς ποὺ ἀγγίζουν τὴν ἀρχέγονη αὐθεντικότητά μας. Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας, δομημένη μὲ αὐτὴν τὴν ἀκρίβεια, λειτουργεῖ ὡς μιὰ «κεντρομόλος κατασκευή» γύρω ἀπὸ τὸ θεῖο νόημα, τὸ ὁποῖο παραμένει ἀχρονικό.
Ἐνῶ ἡ ὁμιλία καὶ ἡ καθημερινὴ γλώσσα ἐξελίσσονται καὶ φθείρονται μέσα στὸν χρόνο, τὸ σημαινόμενο —δηλαδὴ ἡ βαθειά οὐσία τῶν ἱερῶν ἐννοιῶν— δὲν ἔχει χρονικὴ διάσταση. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική, μὲ τὴν ἀπεριόριστη δυνατότητα σύνθεσης καὶ τὴν ἐσωτερική της γεωμετρία, συγκρατεῖ αὐτὴ τὴ σημασία ἀλώβητη. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ λατρεία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἀκολουθία προτάσεων, ἀλλὰ μιὰ «κίνηση τῆς συνειδήσεως» ποὺ ἀναζητᾶ τὸ θεῖο. Ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας γλώσσας ἐξασφαλίζει ὅτι τὸ ὑπόστρωμα τῆς πίστης παραμένει «τόσο ἀληθινό, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη», προσφέροντας μιὰ πνευματικὴ ἀσφάλεια ποὺ ἡ μετάφραση, στερημένη ἀπὸ αὐτὴ τὴ μαθηματικὴ ἐντέλεια, θὰ μποροῦσε νὰ διασαλεύσει.
Ἕνα ἰδιαίτερο πλεονέκτημα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς εἶναι ἡ ἐγγενὴς ποιητικότητα καὶ ἡ μουσική της δομή, στοιχεῖα ποὺ ἔχουν ἀτονήσει στὴ νέα ἑλληνική. Στὴν ἀρχαιότητα, ἡ γλώσσα χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὴν προσωδία, δηλαδὴ τὴ διάκριση τῶν συλλαβῶν σὲ μακρὲς καὶ βραχεῖες, γεγονὸς ποὺ προσέδιδε στὸν λόγο ἕνα φυσικὸ ρυθμὸ καὶ μέτρο. Αὐτὴ ἡ “μουσικότητα” ἀποτέλεσε τὸ θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας. Οἱ κανόνες, τὰ τροπάρια καὶ οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας συντάχθηκαν πάνω σὲ αὐτὰ τὰ πρότυπα, ὅπου ὁ τονισμὸς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν συλλαβῶν δημιουργοῦν ἕνα αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἀνυψώνει τὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἐνημέρωση σὲ καλλιτεχνικὸ γεγονός.
Ἀντίθετα, ἡ νέα ἑλληνική, ὡς μιὰ γλώσσα κατὰ βάση τονικὴ καὶ προσαρμοσμένη στὶς ἀνάγκες τῆς καθημερινῆς ἐπικοινωνίας, δυσκολεύεται νὰ ἀποδώσει αὐτὸ τὸ ρυθμικὸ κάλλος χωρὶς νὰ ἀκούγεται πεζή. Ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἔχει τὴν μοναδικὴ ἱκανότητα νὰ “ὑψώνει” τὶς λέξεις τῆς καθημερινότητας σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο πνευματικότητας. Ἡ μετάφραση τῶν ὕμνων στὴ δημοτικὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ρυθμοῦ, καθιστώντας τὸν λόγο “ψιλό” (γυμνό) ἀπὸ τὴν μυσταγωγική του δύναμη. Ἔτσι, ἡ διατήρηση τῆς ἀρχαίας γλώσσας στὴν λατρεία λειτουργεῖ ὡς μιὰ διαρκὴς ποιητικὴ πράξη, ποὺ δὲν στοχεύει μόνο στὴν πληροφορία τοῦ μυαλοῦ, ἀλλὰ στὴν συγκίνηση καὶ τὴν ἀνάταση ὁλόκληρης τῆς ψυχῆς.
Πέρα ἀπὸ τὸ νόημα τῶν λέξεων, ἡ ἴδια ἡ ὀπτικὴ μορφὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραφῆς μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα (τόνοι, πνεύματα, ὑπογεγραμμένες) προσδίδει στὴν γλώσσα μιὰ διάσταση ποὺ προσεγγίζει τὴν ζωγραφικὴ ἢ τὰ ἰδεογράμματα. Σύμφωνα μὲ νευρογλωσσολογικὲς θεωρίες, ἡ ἀνάγνωση τῆς πολυτονικῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀπαιτεῖ μιὰ σύνθετη λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου: ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἡμισφαίριο (ποὺ εἰδικεύεται στὴν λογικὴ καὶ τὴν γραμμικὴ ἐπεξεργασία) ἀναλύει τοὺς φθόγγους καὶ τὸ νόημα, τὸ δεξιὸ ἡμισφαίριο (ποὺ εἰδικεύεται στὴν ὀπτικὴ ἀντίληψη, τὰ σχήματα καὶ τὴν χωρικὴ ὀργάνωση) ἐνεργοποιεῖται γιὰ νὰ “ἀποκωδικοποιήσει” τὰ πολυάριθμα σύμβολα πάνω ἀπὸ τὰ γράμματα.
Αὐτὴ ἡ “διπλή” λειτουργία σημαίνει ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ δὲν διαβάζεται μόνο ὡς κείμενο, ἀλλὰ καὶ ὡς εἰκόνα. Τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι λειτουργοῦν ὡς ὀπτικὰ σήματα ποὺ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο νὰ ἀναγνωρίζει “μοτίβα”, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ κινεζικὰ ἰδεογράμματα. Ἔτσι, ἡ χρήση της στὴ λατρεία μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι προσφέρει μιὰ πληρέστερη γνωστικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία κρατᾶ τὸν ἐγκέφαλο σὲ ἐγρήγορση καὶ ὀξύνει τὴν ἀντίληψη. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὸ ὁποῖο εἶναι προσανατολισμένο στὴν ταχύτητα καὶ τὴν ἁπλούστευση, τὸ πολυτονικὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας λειτουργεῖ ὡς μιὰ “ἄσκηση” συνδυαστικῆς σκέψης, συνδέοντας τὴ λογικὴ μὲ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴ γλώσσα μὲ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς.
Ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴ χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας δὲν ἀποτελεῖ μιὰ στείρα προσκόλληση στὸ παρελθόν, ἀλλὰ μιὰ συνειδητὴ ἐπιλογὴ προστασίας τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς. Ἡ γλώσσα αὐτὴ δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ σύστημα συνεννόησης, ἀλλὰ ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ φέρει μέσα του τὴν ἱστορία τῶν ἱερῶν κειμένων, τὴ δογματικὴ ἀκρίβεια τῶν Πατέρων καὶ μιὰ ἀπαράμιλλη ποιητικὴ καὶ μουσικὴ ἐνέργεια. Μέσῳ τοῦ ἐτυμολογικοῦ της βάθους καὶ τῆς μαθηματικῆς της δομῆς, κατορθώνει νὰ συνδέει τὴν λογικὴ μὲ τὸ συναίσθημα καὶ τὸν χρόνο μὲ τὴν αἰωνιότητα.
« Μάθε παιδί μου γράμματα...» ~

ΤΑ
ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ είναι τα πιο ενδιαφέροντα και αξιόλογα δημώδη κείμενα
του 12ου αι. Από τις πρώτες φορές που η δημώδης γλώσσα βγάζει
συναίσθημα, και μάλιστα σαρκαστικό.
Πρόκειται για
τέσσερα ποιήματα, όπου διεκτραγωδούνται με σατιρική διάθεση τα βάσανα
ενός ανώνυμου λογίου. Στο συγκεκριμένο, ο φτωχός λόγιος μεμψιμοιρεί,
επειδή με τα γράμματα δεν μπόρεσε να κάνει προκοπή. Όσα του είχε πει ο
πατέρας του για την πολυτελή ζωή όσων ήξερα γράμματα, αποδεικνύονται
ψέματα, αφού τώρα επιθυμεί «και το ψωμί και του ψωμιού τη μάνα...».
Δεν
ξέρουμε πόσο αληθινά είναι όσα παρουσιάζει, αλλά είναι εμφανής η
αυτοσαρκαστική του διάθεση, πράγμα που κάνει το ποίημα, νομίζουμε,
απολαυστικό....
ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΘΕΝ µ΄ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ µου·
«Παιδίν µου, µάθε γράµµατα καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον µου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ
τώρα διπλοεντέληνος* καὶ παχυµουλαρᾶτος. [*με διπλά
λουριά στο άλογo]
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τὸν φορεῖ τὰ µακρυµύτικά* του. [*παπούτσια]
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσθη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καµαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τώρα λουτρακίζεται* τρίτον τὴν ἑβδοµάδα. [*πλένεται]
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεµε φθεῖρας* ἀµυγδαλάτας, [ *ψείρες]
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα* γέµει τὰ µανοηλάτα**. [* νομίσματα
** με τη μορφή του αυτοκρ. Μανούλ Κομνηνού]
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μοι λόγοις,
καὶ µάθε τὰ γραµµατικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»
Καὶ ἔµαθον τὰ γράµµατα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ΄οὗ δὲ τάχα γέγονα γραµµατικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυµῶ καὶ τὸ ψωµὶν καὶ τοῦ ψωµιοῦ τὴν µάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραµµατικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεµαν τὰ γράµµατα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει,
ἀνάθεµαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἠµέραν,
καθ΄ἥν µε παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ µάθω γράµµατα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ΄ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἂν µ΄ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ΄αὐτοὺς ὁποῦ κάµνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
καὶ ἔµαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονηµένην,
οὐ µὴ ἤνοιγα τὸ ἀρµάριν* µου καὶ ηὔρισκα ὅτι γέµει [*ερμάριο]
ψωµίν, κρᾶσιν πληθυντικὸν καὶ θυννοµαγειρίαν,
καὶ παλαµιδοκόµµατα καὶ τσίρους καὶ σκουµπρία·
παρ΄οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεµάτα µὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν* µου, νὰ εὕρῳ ψωµὶν κοµµάτιν, [ *ντουλάπι ]
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο µικροτερίτσιν*. [*μικρό]
Ἁπλώνω
εἰς τὸ περσίκιν* µου, γυρεύω τὸ πουγγίν µου,
[*τσέπη]
διὰ στάµενον* τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέµει χαρτία. [*δεκάρα]
Ἀφ΄οὗ δὲ τὰς γωνίας µου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
ἵσταµαι τότε κατηφὴς καὶ ἀποµεριµνηµένος * [*συλλογισμένος]
λιποθυµῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς µου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραµµάτων
καὶ γραµµατικῶν τὰ κλαρωτὰ* προκρίνω. [*ωραία
ρούχα]
«Ο Μυστράς συνεχίζει να αφηγείται την ψυχή του Ελληνισμού στον κόσμο»-Το Παλάτι των Δεσποτών και την Καστροπολιτεία του Μυστρά
Ο Μυστράς εκτός από τόπος ιστορίας, είναι ένας τόπος συνέχειας. Και σήμερα αποκτά μια νέα δυνατότητα να αφηγείται την ιστορία του στον κόσμο. Το Παλάτι των Δεσποτών, το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο, αποκτά πλέον μια νέα εμπειρία παρουσίας και επίσκεψης. Με σύγχρονες υποδομές, ψηφιακές τεχνολογίες, προσβασιμότητα και νέες δυνατότητες ανάδειξης του μνημείου και της ιστορίας του, ο Μυστράς παραμένει αυθεντικός, χωρίς να μένει στάσιμος
Σαν Σήμερα 23 Μαΐου.
Με την ευκαιρία της επετείου γέννησης της Βίκυς Μοσχολιού (1943) και θανάτου του Ζωρζ Μουστακί (2013)
Ποιος Δικαιούται να Είναι Υποψήφιος σε Αυτή την Χώρα;
Επειδή βλέπω διάφορους περιφερόμενους ταχυδακτυλουργούς τις τελευταίες μέρες να επιδίδονται σε άθλιες προσβολές και ύβρεις, παραπέμπω τους κουλινίστας, ομάδα αλητείας, τους αμόρφωτους του Τσίπρα και τα λοιπά κομματικά παιδιά από τις φάρμες των τρολ στο παρακάτω βίντεο
Σταύρος Καλεντερίδης: Ποια είναι τα κριτήρια για να διεκδικήσει ένας πολίτης κάποιο πολιτικό αξίωμα στην Ελλάδα;
👉 Τα βιογραφικά των πρωθυπουργών της Ελλάδας
👉 Το πολιτικό σθένος της Μαρίας Καρυστιανού
👉 Ο ρόλος των πολιτικών σε μια δημοκρατία
Στο Campo dei Greci της Βενετίας χτυπά η καρδιά του ελληνισμού μαζί με τη βυζαντινή κληρονομιά που ήρθε μετά την άλωση της Πόλης
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η Βενετία εξελίχθηκε σε καταφύγιο του Ελληνισμού, με το Campo dei Greci να αποτελεί μέχρι σήμερα ζωντανό μνημείο Ιστορίας, πίστης και πολιτισμού - Στο κέντρο του βρίσκεται ο Ναός του Αγίου Γεωργίου με ανεκτίμητες εικόνες, αγιογραφίες της Κρητικής Σχολής, ακόμα και κειμήλια που διασώθηκαν από την Πόλη
Κυρίως, όμως, αυτό που καταφέρνει αυτή η εκκλησία που βρίσκεται στην καρδιά της ελληνικής παροικίας, του περίφημου Campo dei Greci, είναι να κρατάει ζωντανό το ελληνικό πνεύμα, ειδικά με την ηγεμονική φιγούρα του αρχιμανδρίτη Βησσαρίωνος Βακάρου που μιλάει άπταιστα ιταλικά και αγγλικά και έχει αναλάβει να ξανακερδίσει το στοίχημα του Ελληνισμού. Ενας μοντέρνος εκπρόσωπος της Εκκλησίας με βαθιά συνείδηση, όπως μας είπε κατά την ξενάγηση ότι ο Ελληνισμός στηρίζεται «σε μετρημένα κεντρικά καρφιά - και ένα από αυτά, εκτός από την Αλεξάνδρεια και τη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, είναι η Βενετία».
Ο Αγιος Γεώργιος
Αυτή η επιβλητική εκκλησία με τις αγιογραφίες -με σπάνια κειμήλια και πραγματικά έργα τέχνης, δεν είναι μόνο τόπος λατρείας- είναι το αρχείο μιας ταυτότητας που επέζησε και διέσχισε τους αιώνες με ψυχή και μνήμη. Μέσα στους αιώνες αναταράξεων, εκεί τελέστηκαν βαπτίσεις και γάμοι, εκεί ευλογήθηκαν τα πλοία που σάλπαραν τις θάλασσες της Μεσογείου, εκεί έψαλαν τη λειτουργία στα ελληνικά, όταν όλη η Ευρώπη προσευχόταν στα λατινικά. Αυτοί οι υδάτινοι, εμπορικοί δρόμοι ενώθηκαν σε ένα περίπλοκο δίκτυο συμφερόντων και ανταλλαγών φέρνοντας κοντά τον ανεπτυγμένο πολιτισμό της Βενετίας με το Βυζάντιο, ενώνοντας ουσιαστικά την Ανατολή με τη Δύση.Ηταν φυσικό, λοιπόν, μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η Βενετία να καταστεί το κύριο καταφύγιο για λόγιους, καλλιτέχνες και πρόσφυγες που αναζητούσαν πνευματική ασφάλεια και ελευθερία. Εκεί γεννήθηκε η Ελληνική Κοινότητα της Βενετίας, από τις σπουδαιότερες όλου του κόσμου, με σφρίγος, πνεύμα και βλέμμα προς την πατρίδα που υπέφερε από τα δεσμά της οθωμανικής επιβολής. Στη Βενετία άνθησαν η τυπογραφία και τα γράμματα και ήταν φυσικό σε αυτόν τον τόπο της πνευματικής ανάπτυξης και των γραμμάτων να βρουν καταφύγιο Ελληνες από την Κέρκυρα, τα Γιάννενα και άλλες περιοχές, όπου οι λόγιοι είχαν τότε τον πρώτο λόγο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συνύπαρξη, όπως μας αποκάλυψε κατά την ξενάγηση που μας έκανε στον ναό ξεδιπλώνοντας την ιστορία του ο Βησσαρίων, διαδραμάτισε ο Λέων Ι’, ο επονομαζόμενος Πάπας των Μεδίκων, που είχε ως συμβούλους του δύο Ελληνες, τον Μάρκο Μουσούρο και τον Ιανό Λάσκαρη. Ηταν εκείνοι που μεσολάβησαν ώστε ο Λέων ο Ι’, ο οποίος διετέλεσε Πάπας από το 1513 έως το 1521, να επιτρέψει τη θρησκευτική και πολιτιστική οργάνωση των Ελλήνων στη Βενετία και με δύο διαδοχικές βούλες του, έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, εγκρίνοντας το αίτημα των Ελλήνων της Βενετίας που ζητούσαν ανεξαρτησία από τη δικαιοδοσία της τοπικής Λατινικής Εκκλησίας.
Ο πρωτοσύγκελος Βησσαρίωνας έχει καταφέρει να δώσει άλλη πνοή στη μικρή πλέον ελληνική κοινότητα της Βενετίας, με τεράστια ωστόσο Ιστορία. Αλλωστε, όποιος σταθεί στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, κάτω από το καμπαναριό, το οποίο φροντίζουν λόγω της κλίσης του με ειδικούς συμβούλους από την Πίζα, όπως μας ενημερώνει ο Βησσαρίων, νιώθει την ατμόσφαιρα αιώνων: με το φως του ηλιοβασιλέματος να αναδεικνύει αλλιώς την εκκλησία και τον περίβολο, ο ναός θυμίζει μαρμάρινο καράβι που δεν λυγίζει από τα κύματα του χρόνου. Οσο για το εσωτερικό του, νομίζεις ότι δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που οι Ελληνες έστηναν εδώ το δικό τους απόρθητο, ιερό καταφύγιο. Και το όνομα Αγιος Γεώργιος, όμως, δεν είναι τυχαίο, αφού ο δρακοκτόνος φυλάει ακόμα τους απόηχους μιας γλώσσας που αρνείται να σιωπήσει.

Η Κρητική Σχολή
Τις εικόνες του τέμπλου ζωγράφισε ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Κρητικής Σχολής, που ήταν γνωστή για τα δημιουργήματά της. Δεδομένου ότι οι πιο επιφανείς ζωγράφοι της Αναγέννησης εργάζονταν, ως γνωστόν, σε εργαστήρια υπό την επίβλεψη ενός κορυφαίου δημιουργού-αρχιμάστορα, οι ζωγράφοι που ανέλαβαν τον διάκοσμο του ναού, όπως ο Ιωάννης Κύπριος που αγιογράφησε τον εντυπωσιακότατο τρούλο, δούλεψαν υπό την επίβλεψη του σπουδαίου Βενετού ζωγράφου Τιντορέτο. Ολοι τους, πάντως, οι εξαίσιοι Κρήτες καλλιτέχνες είχαν βαθιά επίγνωση ότι έπρεπε να ακολουθήσουν τους κανόνες τους ελληνικούς και τους εικονογραφικούς τύπους της ορθόδοξης παράδοσης.Στη Βενετία βρέθηκε και ζωγράφισε και ο περίφημος Aliense (Αντώνιος Βασιλάκης), που ήταν επηρεασμένος από τα έργα των μεγάλων δημιουργών της Δύσης, ενώ φυσικά κατέφτασε και ο Ελ Γκρέκο - οι φήμες θέλουν δυο λεπτομέρειες στις αγιογραφίες του ναού, τις οποίες μας δείχνει ο αρχιμανδρίτης Βησσαρίων με περηφάνια, να τις έχει φιλοτεχνήσει εκείνος.
Εικόνες από την Πόλη
Είναι πραγματικά ανατριχιαστικό να σκέφτεσαι ότι τόσο οι τοιχογραφίες όσο και οι εικόνες είναι βγαλμένες από τα κρητικά εργαστήρια του 15ου και 17ου αιώνα που ουσιαστικά συνιστούν ένα σπουδαίο κομμάτι στην Ιστορία της Τέχνης. Ανάμεσα στους σπάνιους θησαυρούς που κρύβονται στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ξεχωρίζουν οι τρεις εικόνες που έφερε μαζί της στην Ιταλία η Αννα Νοταρά, η κόρη του Λουκά Νοταρά και τελευταία μεγάλη δούκισσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατάφερε να σώσει τις εικόνες, τα άγρια χρόνια της Αλωσης της Πόλης και τις έδωσε για φύλαξη στους Ελληνες της Βενετίας προκειμένου να αποτελέσουν τις κεντρικές εικόνες στον ναό, που όλοι οι συμπατριώτες μας ζητούσαν να ανεγερθεί στην ελληνική συνοικία.Η μια εικόνα αναπαριστά τον Χριστό με τους 12 Αποστόλους, η άλλη τον Χριστό Παντοκράτορα και η τρίτη την Παναγία Οδηγήτρια, που συνιστά σημείο αναφοράς - αυτή ήταν που θα οδηγούσε τους πιστούς Ελληνες τότε, που θα έδειχνε τον δρόμο. Πρόκειται για έναν κλασικό τύπο Παναγίας που συνιστούσε αγαπημένο θέμα για την Κρητική Σχολή, όπως και η τρυφερή Παναγία Γλυκοφιλούσα, μια δική τους εκδοχή της βυζαντινότροπης και πιο Δυτικής Madre della Consolazione. Η Παναγία, όμως, με την ασημένια επένδυση συγκινεί με τη σκέψη ότι άντεξε τόσους αιώνες, μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη και χρονολογείται στον 13ο και 14ο αιώνα - η παλαιότερη εικόνα που φυλάσσεται στον ναό και, όπως μας λέει ο Βησσαρίων Βακάρος, η συντήρησή της είναι ιδιαίτερα κοστοβόρα.
Ο ίδιος έχοντας ουσιαστικές και βαθιές γνώσεις Θεολογίας και Ιστορίας της Τέχνης μπορεί και μας αναλύει τα οντολογικά νοήματα κάθε εικόνας, θυμίζοντάς μας πόσο διαφορετικός θα ήταν ο Ελληνισμός αν είχε τέτοιους εκπροσώπους. Οι σπουδές του βοηθούν στο να έχει βαθιά αντίληψη της αξίας αυτών των θησαυρών, ενώ η κοσμική πλευρά του είναι απόρροια του καλού βιογραφικού που, σύμφωνα με πληροφορίες, κρύβει μια σπουδαία καριέρα σε περίοπτα πόστα όπως τον οίκο Hermès, την οποία απαρνήθηκε χάρη αυτής της αποστολής στην οποία δείχνει απολύτως αφοσιωμένος.
Ο πρωτοσύγκελλος ανέλαβε καθήκοντα την 1η Νοεμβρίου του 2021, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πρόσωπό του, ενώ η πολυμάθεια και η πολυγλωσσία του δείχνουν να συνάδουν απόλυτα με την Ιστορία μιας πόλης όπου η πνευματική συνύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων έχει ιστορικό βάθος αιώνων. Αρκεί να αντιληφθεί κανείς τη βαρύνουσα σημασία του Αγίου Γεωργίου καθώς είναι το παλαιότερο τέμενος στη Δύση, με αυτή την τεράστια Ιστορία και τους αμέτρητους θησαυρούς που χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας και μέριμνας.
Το ανακαινισμένο μουσείο
Ο αρχιμανδρίτης δεν έχει, ωστόσο, την επίβλεψη μόνο του ναού και του κωδωνοστασίου, αλλά όλου αυτού του τετραγώνου που συμπυκνώνει την ιστορία του Campo dei Greci: μας δείχνει, μάλιστα, χαρακτηριστικά το κατάλυμά του που βρίσκεται σε ένα διατηρητέο κτίριο αιώνων, «με τους τοπικούς φορείς να μου κάνουν διαρκώς ελέγχους μήπως προβώ σε κάποια παρέμβαση που θα θίγει το μνημείο», όπως μας λέει χαρακτηριστικά. Ολα αυτά τα χρόνια μετά την Αλωση, οπότε οι Ελληνες βρήκαν καταφύγιο σε αυτή την απάνεμη γειτονιά, μέχρι σήμερα, το ελληνικό αποτύπωμα παραμένει ζωντανό και ακμαίο: εκτός από περίοπτους ζωγράφους και λογίους η κοινότητα διέθετε ένα από τα πρώτα τυπογραφεία στην Ευρώπη, που τροφοδότησε τη σκλαβωμένη τότε Ελλάδα με σπουδαία έργα.Πλάι, μάλιστα, στον ναό η κοινότητα ίδρυσε το Ελληνικό Φλαγγίνειο Σχολείο με χρηματοδότηση του σπουδαίου ευεργέτη Θεόδωρου Φλαγγίνη, το οποίο αποτέλεσε το πνευματικό κέντρο απανταχού του Ελληνισμού. Ολο αυτό το συγκρότημα συνιστά ένα ζωντανό κέντρο πολιτισμού που σήμερα στεγάζει, εκτός των άλλων, και το ανακαινισμένο Μουσείο Εικόνων του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών της Βενετίας. Μέχρι σήμερα, όποιος πάει στη Βενετία και επισκεφθεί αυτή τη γειτονιά, νιώθει τον παλμό του Ελληνισμού να παραμένει ζωντανός και να διακηρύσσει τα αιώνια σύμβολά του, που είναι η πίστη στην παιδεία και τη μόρφωση. Αυτή που τείνουμε σήμερα να ξεχνάμε και να αφήνουμε στη λήθη.
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Ο κρυφός γελαστός Άγιος του Αιγάλεω και φίλος των λεπρών όσιος Ευμένιος ο νέος






