Σχόλιο:
Ακούστε την πρώην Eκπρόσωπο Tύπου του Πρόεδρου Ζελένκσι, Γιούλια Μέντελ, να ομιλεί για τις φήμες περί χρήσης ναρκωτικών από εκείνον, στη συνέντευξη που έδωσε στον Τάκερ Κάρλσον.



του Βασίλη Χαραλάμπους
Ο Ελληνόφωνος γραικύλος Γιάννης Μπουτάρης στο Concordia Europe Summit το 2017 στην Αθήνα περί του πως θα φέρει Τούρκους τουρίστες στην Θεσσαλονίκη: "Χέστηκα αν ο Κεμάλ σκότωσε Έλληνες ή όχι" 🇹🇷 Γιατί ο δήμος Θεσσαλονίκης αποφάσισε και ψήφισε θετικά στο να δώσει το όνομα του Γιάννη Μπουτάρη σε πάρκο της συμπρωτεύουσας, σε μια πόλη που η πλειοψηφία των κατοίκων είναι Έλληνες πρόσφυγες που γλύτωσαν από το σπαθί των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ;


Γράφει ο Πολύβιος Ανεμογιάννης
Ένα πανέμορφο χωριό στη δυτική ακτή της Κορσικής στέκει περήφανο μπροστά στο απέραντο γαλάζιο. Δύο εκκλησίες, η μία «λατινική», όπως την ονομάζουν εδώ, και η άλλη «ελληνική», ορθώνονται σαν προμαχώνες∙ η μία κοιτά τη Δύση, η άλλη την Ανατολή. Ανάμεσά τους απλώνονται αμφιθεατρικά τα σπίτια του χωριού, που μοιάζουν συμφιλιωμένα με τη διπλή θρησκευτική ταυτότητα του μέρους, ενώ πιο κάτω, κήποι και μποστάνια κατρακυλούν προς το λιμανάκι και το κοιμητήριο, που ατενίζει τη θάλασσα. Το Καργκέζε είναι γνωστό ως το χωριό με τις δύο εκκλησίες.

Η Ροζ-Ελέν Στεφανόπολι ντε Κομνέν-Μανσό είναι απόγονος του καπετάνιου Γεωργίου Στεφανόπουλου, ιδρυτή του χωριού το 1775. Το σπίτι της οικογένειας, ένα διώροφο αρχοντικό με έναν πανέμορφο κήπο, βρίσκεται λίγο πιο πάνω από την ελληνική εκκλησία, στην καρδιά του χωριού. «Ο πατέρας μου, Μισέλ Στεφανόπολι ντε Κομνέν, πέθανε το 2019, σε ηλικία 100 ετών. Πέρασε 30 χρόνια της ζωής του κάνοντας έρευνα γύρω από την ιστορία της ελληνικής κοινότητας της Κορσικής αλλά και της οικογένειάς μας. Μιλούσε ελληνικά και είχε κάνει πολλά ταξίδια στην Ελλάδα, ενώ σε κάποια από αυτά είχα πάει και εγώ μαζί του. Εκείνος ήταν που ξετύλιξε τον μίτο της Αριάδνης». Στον επάνω όροφο συναντάμε έναν τοίχο γεμάτο με παλιούς χάρτες της Κορσικής. Το γραφείο του πατέρα της είναι γεμάτο βιβλία, φακέλους με έγγραφα και γράμματα, καθώς και άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες. Μου χαρίζει τρία ιστορικά βιβλία γύρω από την απίστευτη περιπέτεια των Μανιατών που ήρθαν να εγκατασταθούν στην Κορσική τον 17ο αιώνα.

Η ιστορία αρχίζει στο Οίτυλο (τότε Βοίτυλον) της Μάνης. Οι Οθωμανοί, που είχαν χτίσει βορειότερα το κάστρο της Κελεφάς, ήλεγχαν το χωριό καθώς και το λιμάνι του, απειλώντας να υποτάξουν την περιοχή. Παράλληλα η Μάνη ήταν θέατρο συγκρούσεων με αιματηρές βεντέτες ανάμεσα σε τρεις οικογένειες: του Ιατράκου, του Λυμπεράκη και του Στεφανόπουλου (της οικογένειας των Στεφανόπουλων-Κομνηνών), που ήταν καπετάνιοι στο Βοίτυλο. Το μίσος του Γερακάρη Λυμπεράκη (γνωστού πειρατή της εποχής, τον οποίο οι Τούρκοι έκαναν μπέη της Μάνης) εναντίον των Στεφανόπουλων δεν πήγαζε μόνο από ανταγωνισμό, αλλά και, όπως λέει ο θρύλος, από το γεγονός ότι η κόρη του Ιατράκου αρνήθηκε να τον παντρευτεί (παρόλο που ο πατέρας της είχε συμφωνήσει με τον γάμο), επειδή αγαπούσε τον Μιχάλη Στεφανόπουλο, τον γιο του Γεωργίου, τον οποίο τελικά και παντρεύτηκε.

Εκμεταλλευόμενος την εξουσία του, ο Λυμπεράκης άρχισε να καταδιώκει τους Στεφανόπουλους. Το 1663, η πίεση έγινε τόσο ασφυκτική, ώστε ο Γεώργιος Στεφανόπουλος συγκέντρωσε όλα τα μέλη της οικογένειάς του με σκοπό να φύγουν στην Ιταλία. Γι’ αυτόν τον λόγο έστειλε ως αντιπρόσωπο τον συγγενή του Ιωάννη Στεφανόπουλο για διαπραγματεύσεις με τη Δημοκρατία της Γένοβας. Μετά από πολλές επαφές που διήρκεσαν 12 χρόνια, η ιταλική πόλη πρότεινε στους Μανιάτες να εγκατασταθούν στην Κορσική, που ήταν τότε αποικία της, και όπου ο πληθυσμός έφθινε δραματικά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Γένοβα αντιμετώπιζε σκληρή αντίσταση από τους Κορσικανούς, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, και έτσι την ενδιέφερε να φέρει τους Μανιάτες ως εποίκους γεωργούς στο νησί, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι υπήρχαν ήδη Έλληνες μετανάστες στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, οι οποίοι μάλιστα ήταν γνωστοί για την εργατικότητά τους.

Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα. Όσον αφορά τα «τεχνικά» χαρακτηριστικά της συμφωνίας, η ιταλική πόλη θα μετέφερε με δικά της πλοία τους Μανιάτες στην Κορσική, θα παρείχε τρόφιμα για 20 μήνες μέχρι να βγει η πρώτη σοδειά και θα αποζημίωνε τους Κορσικανούς νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής Παομία.
Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα.
Η Γένοβα, όμως, δεν τήρησε τη συμφωνία. Τον Σεπτέμβριο του 1675 οι Στεφανόπουλοι χρειάστηκε να νοικιάσουν μόνοι τους το γαλλικό πλοίο «Ο Σωτήρας» ( Le Sauveur) για να καταφέρουν να μεταναστεύσουν. Περίπου 800 άτομα επιβιβάστηκαν σε αυτό, ανάμεσα στα οποία ο επίσκοπος Πανθέμιος, κληρικοί, μοναχοί, 430 μέλη της οικογένειας των Στεφανόπουλων και 300 άλλων οικογενειών, κυρίως γεωργοί, χτίστες, ξυλουργοί και ναυτικοί. Σάλπαραν με την έγκριση των Οθωμανών –που εν τω μεταξύ είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη Γένοβα– για ένα ταξίδι που είχαν προβλέψει να διαρκέσει δέκα, αλλά τελικά διήρκεσε 96 ολόκληρες μέρες.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1676 έφτασαν εξουθενωμένοι στον προορισμό τους. Περίπου 120 έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γεώργιος Στεφανόπουλος, που οργάνωσε την αποστολή και τελικά πέθανε στη Γένοβα.
Στις 14 Μαρτίου του 1676, περίπου 600 Μανιάτες αποβιβάστηκαν στην παραλία Καπιτσόλου στη δυτική Κορσική, πριν ανέβουν στην Παόμια. Τα πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα και η περιοχή δεν είχε τίποτα από τον επί γης Παράδεισο που είχε «υποσχεθεί» ο Γεώργιος Στεφανόπουλος. Οι Μανιάτες αντιμετώπισαν κακουχίες και πείνα, αφού η Γένοβα δεν τους έδωσε ποτέ τα συμφωνημένα μέσα για να διευκολύνει την εγκατάστασή τους αλλά και την καλλιέργεια της κακοτράχαλης γης. Οι σχέσεις τους με τις Αρχές της ιταλικής πόλης αλλά και με τους Κορσικανούς γείτονες ήταν τεταμένες. Κατόρθωσαν, παρ’ όλα αυτά, να ριζώσουν στην Παόμια, να χτίσουν σπίτια, να καλλιεργήσουν τη γη και να δημιουργήσουν μια δυνατή μανιάτικη κοινότητα.

Αυτό που κανείς δεν είχε προβλέψει, όμως, ήταν η επανάσταση των Κορσικανών ενάντια στη Γένοβα, το 1729. Το συμβάν, δηλαδή, που έγινε η αιτία να εγκαταλείψουν και πάλι τη γη τους. Οι Μανιάτες αρνήθηκαν να στραφούν ενάντια στην ιταλική πόλη που τους έσωσε από τους Οθωμανούς, ενώ μάλιστα μερικοί από αυτούς υπηρετούσαν ήδη στον στρατό της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Κορσικανοί να επιτεθούν και να καταστρέψουν το χωριό, αναγκάζοντάς τους σε άτακτη φυγή, αρχικά προς τη θάλασσα και στη συνέχεια στο Αιάκειο της Κορσικής), εκεί όπου έζησαν για σχεδόν 40 χρόνια. Στην Παόμια, μόνο τα ερείπια μιας μικρής εκκλησίας που έχτισαν οι Μανιάτες παραμένουν όρθια μέχρι σήμερα.
Το 1768, η Γένοβα παραχώρησε την Κορσική στη Γαλλία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι Μανιάτες ζήτησαν τότε να επιστρέψουν στην Παόμια, αλλά το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό. Άρχισαν τότε τις διαπραγματεύσεις με τις γαλλικές Αρχές, ρίχνοντας στο τραπέζι την επιστολή του βασιλιά της Ισπανίας Καρόλου ΙΙΙ, που τους είχε προσκαλέσει στην Ισπανία. Εν τω μεταξύ, κάποιοι από αυτούς είχαν φύγει για τη Σαρδηνία και άλλοι είχαν μεταναστεύσει στη Φλόριντα.

Τελικά, οι περισσότερες οικογένειες δέχτηκαν την πρόταση του Γάλλου επάρχου Μαρμπέφ να τους εγκαταστήσει στο Καργκέζε, ένα καινούργιο χωριό, όπου ο γαλλικός στρατός θα τους έφτιαχνε 120 σπίτια. Τον Μάιο του 1775, σχεδόν 100 χρόνια μετά την άφιξή τους στο νησί, οι πρώτοι 259 Μανιάτες εγκαταστάθηκαν εκεί.
Το Καργκέζε έχει σήμερα 1.150 μόνιμους κατοίκους. Φτάνω πρωί στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία χτίστηκε από το 1852 μέχρι το 1872. Αν και είναι καθολική, ακολουθείται το βυζαντινό τυπικό, η λειτουργία γίνεται στα ελληνικά και το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι απόλυτα πιστό στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Από το προαύλιό της βλέπουμε όλο το χωριό, καθώς και τη λατινική εκκλησία που έχτισαν το 1828 Κορσικανοί που ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ μετά τους Μανιάτες. Κοιτάζοντας τη θάλασσα, ακούω από κάποιο κοντινό σπίτι να τραγουδούν Τα παιδιά του Πειραιά στα ελληνικά, με μια ελαφριά γαλλική προφορά. Πρόκειται για μια χορωδία που κάνει πρόβες. Μέλος της είναι η Μαρί-Λουίζ ή Λιλού Ζανετάκι, που θα μου μιλήσει αργότερα για την ελληνική της καταγωγή.

«Τον παππού μου τον έλεγαν Βολιμάκο, δηλαδή “αυτός που βάζει το βόλι στο ντουφέκι”». H ίδια γεννήθηκε στην Κωνσταντίνη της Αλγερίας, σε οικογένεια ελληνικής καταγωγής από την Κορσική, που πήγε εκεί τον 19ο αιώνα, όταν η Αλγερία ήταν ακόμη γαλλική αποικία. Έφυγαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, εξαιτίας του πολέμου της ανεξαρτησίας της αφρικανικής χώρας. «Είμαστε τυχεροί που τελικά γυρίσαμε εδώ στο Καργκέζε, ευτυχώς είχαμε κρατήσει το σπίτι μας», λέει. Μου μίλησε με περηφάνια για τον παππού της Ντράγκο Βολιμάκι, που τον έστειλε ο γαλλικός στρατός να πολεμήσει στα Δαρδανέλλια, επειδή ήξερε ελληνικά. «Οι γονείς μου μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά, αραβικά, κορσικανικά, αλλά σε εμάς τα παιδιά, μόνο γαλλικά».
Αργότερα θα την ακούσω στην ελληνική εκκλησία να τραγουδά με άλλους Κορσικανούς τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, τον κορσικανικό, τον Ύμνο της Μάνης και το «Αγνή Παρθένε Δέσποινα»… Ο διευθυντής της χορωδίας είναι ο επίσης ελληνικής καταγωγής Ζαν-Νοέλ Νταπελό. Είναι ακόμη ο υπεύθυνος Πολιτισμού του Δήμου Καργκέζε και το κύριο στέλεχος μιας μικρής ομάδας που οργανώνει φέτος τους εορτασμούς για τα 350 χρόνια από την άφιξη των Μανιατών στην Κορσική. Παράλληλα είναι ο πρωταγωνιστής μιας μεγάλης προσπάθειας να ξανασυνδεθεί το Καργκέζε με την Ελλάδα και ιδρυτής του συλλόγου «Μνήμη μόρια». Η Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου, θα πει ότι ο στόχος της είναι να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη. «Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθείκαι το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής».

Ενώ είχαν οργανωθεί ταξίδια στο Οίτυλο της Μάνης από το 1965 και μετά, η επαφή χάθηκε τη δεκαετία του ’80. Η Σεσίλ Πιαντανέλι, ηλικίας 97 ετών, μιλάει για το πρώτο της ταξίδι στο Οίτυλο, το 1965. «Θυμάμαι ήμασταν περίπου 20 άτομα, ήρθαν και ιερείς για να πάμε στο Βοίτυλο [Οίτυλο]. Φύγαμε με καράβι από το Αιάκειο, πήγαμε στη Μασσαλία και από εκεί στην Ελλάδα… Φτάσαμε με τα πολλά στη Μάνη. Το Βοίτυλο έμοιαζε με κορσικανικό χωριό. Έγινε λειτουργία στην εκκλησία, μετά φάγαμε όλοι μαζί… Μας υποδέχτηκαν με τιμές, σαν να ήμασταν από την ίδια οικογένεια».
«Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθεί και το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής». -Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου «Μνήμη μόρια»
Βρίσκω ξανά τον Ζαν-Νοέλ στο δημαρχείο του Καργκέζε, όπου στην πρόσοψη κυματίζει, δίπλα στη γαλλική και την κορσικανική, η λευκή σημαία της Ελληνικής Επανάστασης με τον γαλάζιο σταυρό και το σύνθημα «Νίκη ή Θάνατος. Ή ταν ή επί τας». Με τον δήμαρχο του χωριού, Ζαν-Κλοντ Ντονζελά, που δεν έχει ελληνική καταγωγή, με υποδέχονται στο δημαρχείο και μου μιλούν για τα σχέδιά τους να αναζωπυρώσουν τη σχέση του χωριού με την Ελλάδα. Στον τοίχο έχουν την ελληνική σημαία δίπλα στην ευρωπαϊκή, τη γαλλική και βεβαίως την κορσικανική. Οι τέσσερις σημαίες βρίσκονται αριστερά από την προτομή της Μαριάν, που είναι σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας και το οικόσημο του Καργκέζε. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτά είναι τα συστατικά του μείγματος αυτού του μικρού χωριού. «Η ιστορία μας έχει άρρηκτη σχέση με την Ελλάδα», θα πει ο δήμαρχος που θυμάται να μαθαίνει ελληνικά τραγούδια και χορούς στο σχολείο. Μάλιστα μέχρι πρόσφατα είχαν έναν δάσκαλο ελληνικών.

Περπατώ στους δρόμους του χωριού και νιώθω κάτι το πολύ οικείο. Η αίσθηση πηγάζει ίσως από το μεσογειακό φως, τις πόρτες των σπιτιών που μου θυμίζουν το Πήλιο, τις γάτες που λιάζονται το πρωί, τα γεράνια, τα γιασεμιά και τις βουκαμβίλιες. Συναντώ τον Λιονέλ Ρεϊμπό, Γάλλο ιταλικής καταγωγής, που ζει κοντά στο Καργκέζε με τη σύζυγό του. Είναι λάτρης της Ελλάδας και διδάσκει ελληνικούς χορούς. «Ο ελληνικός πολιτισμός μάς έφερε κοντά στη Μεσόγειο, που αναζητούσαμε μετά από πολλά χρόνια διαμονής στη Βρετάνη», θα πει η σύζυγός του Αν-Μαρί, ζωγράφος και γλύπτρια. Η κόρη τους Λετίσια σπούδασε κλασική φιλολογία και έχει μεταφράσει στα γαλλικά δύο συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη.
Για ποιον λόγο, όμως, άνθρωποι που δεν έχουν ρίζες στην Ελλάδα την αναζητούν; Μια απάντηση γι’ αυτό θα δώσει ο διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου του Καργκέζε, Λοράν Ζιβερί, ο οποίος οργανώνει εκδηλώσεις (διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, ταινίες) που έχουν σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό: «Ο ελληνικός πολιτισμός και ιδιαίτερα η μυθολογία έχουν επηρεάσει την παγκόσμια κουλτούρα. Η Μεσόγειος δημιουργεί έναν σύνδεσμο με τον πολιτισμό και η Κορσική είναι ένα μεσογειακό νησί… Η επαφή με την Ελλάδα είναι ένας πλούτος και μια ιστορία που μοιραζόμαστε εδώ. Όταν ανεβάζουμε παραστάσεις όπως το Σύνδρομο του Οδυσσέα του Σέργιο Μπαρμπούσια, αναφερόμαστε στη μετανάστευση. Όταν παίζουμε την Ξένη σαν παρωδία του γνωστού βιβλίου του Καμί, καταδικάζουμε την ξενοφοβία. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή αποκλεισμού, πόλωσης και εθνικισμού. Είναι πλούτος το να ερχόμαστε σε επαφή με άλλες κουλτούρες. Πολιτισμός σημαίνει ετερότητα και η Μεσόγειος είναι ένας πολιτισμός χιλιετηρίδων».

Αφήνω το Καργκέζε και σταματώ για λίγο στην παραλία όπου αποβιβάστηκαν οι 600 Μανιάτες από το Οίτυλο το 1676, διανύοντας πάνω από 1.000 ναυτικά μίλια. Κοιτάζω τη θάλασσα και τα βουνά γύρω και συλλογίζομαι το απίστευτο κουράγιο που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι μετανάστευσαν εδώ πριν από 350 χρόνια, για να καταφέρουν, τελικά, κάτι πολύ σημαντικό εδώ στο Καργκέζε: να δημιουργήσουν ένα κορσικανικό χωριό με ελληνικές ρίζες, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πρώτη τους πατρίδα.
.kathimerini.


Φλέρυ Νταντωνάκη: Πάντοτε δείχνω έκπληξη όταν οι άνθρωποι με αναζητούν, όταν ακούω να λένε «πού να 'ναι η Φλέρυ;» Νιώθω έκπληξη όταν δεν με ξεχνούν, όπως εγώ ξεχνιέμαι μέσα μου... Βέβαια, λένε καλά λόγια, όμως ποτέ δεν πιάνουν το τηλέφωνο για να μετρήσει ο λόγος τους. Ίσως μου πεις ότι ένας καλλιτέχνης δεν τη χρειάζεται αυτή την αμεσότητα. Όμως αυτή η αμεσότητα τον αποσπά για λίγο απ' τον θολό, ποιητικό του κόσμο και τον στηρίζει –έστω κι εφήμερα– στα πόδια του.
— Ο κόσμος κρατάει σε απόσταση τον καλλιτέχνη για να δημιουργήσει ευκολότερα έναν μύθο.
Εγώ
δεν πιστεύω στους μύθους. Όταν φτιάχνεις έναν μύθο, καταστρέφεις έναν
άνθρωπο. Τον ξεχνάς, τον αφήνεις μόνο του. Όμως ο καλλιτέχνης πρέπει με
τόνα πόδι να πατάει στην καθημερινότητα και με το άλλο εκεί που οι
άνθρωποι ποτέ δεν συλλαμβάνουν... Αρκεί, ξέρεις, ένα τηλέφωνημα τριών
λεπτών μονάχα –σαν βελονιά στο κέντημα της μέρας–, αρκεί ένας άνθρωπος
να θυμηθεί αυτόν που έχει λησμονηθεί στο βάθος της ψυχής του.
— Το εσωτερικό ταξίδι, έτσι κι αλλιώς, δεν προϋποθέτει τη μοναξιά;
Το
εσωτερικό ταξίδι το ξεκινάς όταν σε βρίσκουν τα προβλήματα και είσαι
ήδη θεομόναχος. Κι εγώ πάντοτε ήμουν, κατά κάποιον τρόπο, μελαγχολική
και μόνη. Υπάρχει ένα κενό στη ζωή κάθε ανθρώπου που δεν είναι κενό στην
προσωπικότητα ή στην οργάνωση της ζωής αλλά μια θέση αδειανή, να 'ρθει
να κάτσει εκεί ένας άλλος άνθρωπος, που με τον καιρό θα γίνει κάτι
πολύτιμο και εκλεκτό για σένα. Έτσι, με πήρε η κατηφόρα της εσωτερικής
τελειοποίησης που είχα ακούσει από τα παλιά βιβλία – αλλά αγνοούσα τότε
ότι αργά ή γρήγορα θα οδηγηθώ στο να τελειοποιούμαι εκατό φορές, και
εκατό φορές να χάνομαι.
— Δεν είχατε από μικρή παρόμοιες τάσεις;
Όχι!
Μικρή ήθελα να πάω στην Αμερική, να γίνω μεγάλη ηθοποιός, σταρ του
σινεμά! Ο μπαμπάς μου ήταν κινηματογραφιστής, όχι μεγάλος, αλλά είχε
κάνει τρεις ενδιαφέρουσες ταινίες.
— Και το τραγούδι;
Δεν
το αντιλαμβανόμουνα. Δεν νομίζω ότι τραγουδούσα. Όταν όμως τέλειωσα το
πανεπιστήμιο στην Αμερική και δεν ήθελα να γυρίσω, να γίνω κάπου
γραφιάς, πήρα υποτροφία για το Νέιμπορχουντ Πλεϊχάουζ – που είναι
δύσκολος στόχος για έναν ηθοποιό. Εκεί είδα ότι όταν τραγουδούσα έναν
θρησκευτικό ύμνο –το «Glory, glory, God almighty»–, άνοιγε η ψυχή όλων
των παιδιών. Δεν ήξερα πώς να βγάλω λεφτά –έμενα σ' ένα μικρό δωμάτιο–
και μου παρουσιάστηκε τότε η ευκαιρία να τραγουδήσω σε ένα ισραηλίτικο
coffee shop. Και ξαφνικά πήρα μια θαυμάσια κριτική, ονομάστηκα το πιο
«ελπιδοφόρο ταλέντο της χρονιάς» στο «Variety»... και ούτω καθεξής.
— Τότε θα ήσασταν μάλλον ευχαριστημένη.
Όχι
και τόσο! Ποιο παιδί ήταν ευχαριστημένο τότε; Συνέβαιναν τόσες
ζυμώσεις, καλλιτεχνικές, ψυχολογικές. Εκείνη την εποχή ζητούσα να
ελευθερωθώ από τα κόμπλεξ μου – «ακολουθούσα» έναν γιατρό του Βίλχελμ
Ράιχ, που μ' έκανε άλλον άνθρωπο. Μετά, ήταν το κίνημα των νέων, που με
ενθουσίαζε και με φόβιζε ταυτόχρονα. Το '71, όταν βρισκόμουν στη Νέα
Υόρκη, δουλεύοντας σε στενή επαφή με τον Μάνο (σ.σ. Χατζιδάκι) τον
«Κύκλο του C.N.S.», άρχισαν να μου συμβαίνουν διάφορα μεταφυσικά
φαινόμενα σε πολύ abstract κατάσταση.

Όχι, όχι. Συνέβαινε! Ήταν βέβαια και η εποχή – η άνοιξη των «παιδιών των λουλουδιών» ή κάτι τρομακτικά πράγματα, ένας βιασμός που είχα στην Ουάσινγκτον... Οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν να τα εξηγήσουν αυτά.
— Ο βιασμός ήταν στη φαντασία σας;
Όχι,
στην πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Και πήγα
τότε σ' έναν γκουρού, τον Μαχαραζί, κι αυτός μ' έγδυσε: μου 'κλεψε όλα
μου τα λεφτά, τα προικιά, τα ρούχα – διαμαντένια ρολόγια, μαργαριταρένια
κολιέ, βυσσινιά κεντήματα... Μ' έκλεισε στο σπίτι μου και με πήγε
ζωντανή στην κόλαση. Με «πήγε» στο «Μπαρντό», μου άνοιξε την άλλη
πραγματικότητα – την πραγματικότητα της νύχτας: εκεί όπου πεινασμένα
πνεύματα γυρνάνε σαν αράχνες και τα τυλίγει όλα μια γκρίζα, σκοτεινή
ατμόσφαιρα. Μου υπέβαλε την ιδέα πως είμαι αμαρτωλή, επειδή δεν τον
προσκύνησα μόλις τον είδα και είπα ότι μου θύμιζε μαφιόζο. Από εκδίκηση,
με κατατρόμαξε.
— Μερικοί αποδίδουν στους καλλιτέχνες ένα είδος «δαιμονικής» ενέργειας.
Οι
μεγάλοι καλλιτέχνες δαιμονίζονται να βρούνε την αλήθεια και μαρτυρούν
γι' αυτό. Χρειάζονται πραγματικά φοβερή ενέργεια. Προτιμώ όμως να τους
λέω αγγέλους, γιατί βασανίζονται για κάτι καλό.
— Τη δύναμη που αποκτάει κανείς προσπαθώντας να τελειοποιηθεί είναι θεμιτό να τη μεταγγίζει στην τέχνη του;
Καλύτερα
θα 'ταν να μην τη χρησιμοποιεί πουθενά έξω απ' τον λόγο που την
απόκτησε: την εσωτερική τελειοποίηση. Όμως είναι επόμενο να βγαίνει στην
τέχνη του, αφού κάθε καλλιτέχνης εκπορνεύει τον εαυτό του – όσα είδε,
κι όσα άκουσε. Αν θέλεις να μείνεις πάναγνος, είναι καλύτερο να
σωπάσεις. Γιατί είναι δύσκολο να μην είσαι λίγο εγωιστής, όντας
καλλιτέχνη, και είναι άσχημο να βγάζεις λεφτά ή ν' αποκτάς φήμη με τα
πράγματα που βρήκες σε ώρες συντριβής και αγωνίας. Αξίζει να δημιουργείς
μόνο για το καλό της ανθρωπότητας. Αλλά και τότε ακόμα, στην αναζήτησή
σου, πρέπει να αποφεύγεις την υπερβολή, για να μην υπερεκτιμήσεις τον
εαυτό σου.
— Εσείς δεν υπερβάλατε ποτέ;
Εγώ
ήμουν πάντοτε άνθρωπος του extreme – δεν ακολούθησα ποτέ το χρυσό μέτρο,
που λένε. Όταν έψαχνα να βρω τον εαυτό μου, δεν δίσταζα να πάω στην
Αγγλία, στην Ελβετία, στην Ινδία, στο Θιβέτ, στην Αμερική... Από παιδί,
έφυγα μόνη μου, 18 χρονών, χωρίς να 'χω κανέναν. Έχω ταξιδέψει
παρορμητικά – από μια διάθεση της στιγμής. Σαν τους «Αλήτες του Ντάρμα»,
κυκλοφορούσα στις πολιτείες, συναντούσα καταστάσεις επικίνδυνες – ήταν
σαν να περνούσα εξετάσεις απ' τον εαυτό μου. Ήθελα να βγω αγνή μέσα απ'
όλα αυτά – δεν τα κατάφερνα πάντοτε, ήτανε τότε διάχυτη μια συνείδηση
ελευθερίας με επικίνδυνα περάσματα. Περίεργα πράγματα! Γνώρισα την
Αμερική στην πιο βίαιη και γοητευτική εποχή της. Στην Ελλάδα πνιγόμουνα.
Πήρα ξαφνικά την κόρη μου και όλες μου τις βαλίτσες και πήγα στους
πρόποδες των Ιμαλαΐων, σε ένα μικρό χωριό με φυτείες τσαγιού. Έμεινα
έναν χρόνο εκεί. Όλο λόφοι, σπίτια σαν αυτά των παραμυθιών, και κήποι με
παράξενα λουλούδια, με άγνωστες μυρωδιές... Δεν έκανα ταξίδια
τακτοποιημένα –φυσιολατρικά– να δω αρχαία χαλάσματα, τον ελαιώνα, το
γαλανό της θάλασσας. Έκανα ταξίδια σε άγνωστα μέρη, προσπαθούσα να
απομακρυνθώ από τον πολιτισμό.
— Είπατε ότι στις περιπλανήσεις σας ψάχνατε τον εαυτό σας.
Έψαχνα
να βρω την ευτυχία. Δεν υπάρχει όμως ευτυχία στον κόσμο. Υπάρχει μονάχα
μια ζωή που πρέπει να τη ζήσεις θαρραλέα, χωρίς δειλίες. Κι έπειτα,
ήθελα να γνωρίσω τους ανθρώπους. Να γνωρίσω άλλους τρόπους, άλλα
χρώματα, άλλες μυρωδιές – άλλες αισθήσεις. Ήταν κάτι αδιανόητα θαυμαστό –
για το οποίο τιμωρήθηκα. Ήθελα να δω τι συμβαίνει, αν υπάρχει ιερός
χώρος απόλυτης ομαλότητας και ειρήνης – ήθελα να δω τι τρέχει στον
κόσμο.
— Έχουν πει πως πριν πεθάνει μια ύπαρξη, αξίζει να κάνει τον γύρο της φυλακής της.
Πράγματι,
όλα είναι φυλακή – και αξίζει να τη γυρίσεις. Και τώρα, αν είχα έναν
αδελφό –όχι άντρα,∙αυτά δεν οδηγούν πουθενά–, θα μου άρεσε να πάω στην
Ιαπωνία, στην Ταϊτή, να δω τα έθιμα των ανθρώπων.
— Όσο πιο πολύ γερνάς, τόσο πιο πολύ δεν καταλαβαίνεις το περιορισμένο της ζωής σου;
Είναι
όμως χρήσιμο ν' ανοίγει η ματιά σου, να ξεφεύγεις καταρχάς από τη
συνείδηση μιας συγκεκριμένης χώρας. Στο σεξ, για παράδειγμα, είναι καλό
να ξεφεύγεις από τους μίζερους περιορισμούς της Ελλάδας.
— Σας έχει βασανίσει η σεξουαλική ενοχή;
Δεν
έχω ελευθερωθεί σεξουαλικά, δεν έχω συναντήσει ποτέ έναν άντρα που να
μ' ερωτευτεί, να μ' αγαπήσει. Δεν έχω ακριβώς ενοχή – είμαι πολύ
διστακτική, γιατί δεν ξέρω αυτόν το χώρο, τη συνύπαρξη ανδρός και
γυναικός. Δεν έχω ζυμωθεί σε κάποια σχέση, αλλ' ούτε και είδα με την
περιορισμένη μου ματιά ζευγάρια που να 'ναι αληθινά μαζί. Υπάρχει καμιά
φορά σεβασμός, αλλά –πώς να το πω!– δεν βλέπω απόδοση ούτε ευτυχία.
— Έχει απομείνει μέσα σας κάτι απ' την παλιά ορμή που σας έβγαλε στον δρόμο;
Ναι,
ναι! Θα 'θελα να πάω να ζήσω σε αγροτική περιοχή. Θέλω να βρω ανθρώπους
που να μπορώ ν' ακουμπώ επάνω τους –έτσι, απλώς ν' ακουμπώ–, μονάχα
αυτό έχει μείνει.
— Δεν εξακολουθείτε να έχετε μεταφυσικές πίστεις;
Όλοι
έχουν μεταφυσικά ερωτήματα: «υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;», «υπάρχει
ψυχή;», «έχει καθήκοντα το σώμα απέναντι στην ψυχή;». Αλλά οι γκουρού
δεν βάζουν ερωτήματα, σε βομβαρδίζουν με μεταφυσικά φαινόμενα που
βασανίζουν και εξαντλούν το κορμί και το πνεύμα. Το ίδιο και οι
Θιβετιανοί. Κοντρολάρουν τη ζωή και τον θάνατο, σου ανοίγουν τον κόσμο
του θανάτου.
— Αφού όλα αυτά είναι τόσο οδυνηρά, δεν είναι καιρός να γυρίσετε σελίδα;
Πολλές
φορές έχω γυρίσει σελίδα – ή, έτσι λέω. Από τότε όμως που μου συνέβη
αυτό, δεν ξαναβρήκα ποτέ τον εαυτό μου. Έχασα την αθωότητά μου. Κι αν
προσέξεις, στον «Μεγάλο Ερωτικό» υπάρχει κάτι φοβισμένο στη φωνή μου,
μια τρεμάμενη παρουσία, που δείχνει πως ήξερα ήδη τον θάνατο.
— Η τέχνη δεν έχει την ίδια ρίζα με τη θρησκεία;
Ναι, και οι δύο είναι παρηγοριές του ανθρώπου που βασανίζεται από το άγχος της αρρώστιας και του θανάτου.
— Γιατί, λοιπόν, δεν σας αρκεί ο ασφαλής τρόπος της τέχνης;
Θέλω
να ξετυλίξω την ανησυχία μου με όλες τις διαφορετικές εκφράσεις που
μπορώ∙ αλλά, απ' την άλλη, δες με: δεν τελειοποιούνται εύκολα αυτές οι
εκφράσεις: δεν έγινα μια μεγάλη, επιτυχής ηθοποιός, τραγουδίστρια, ή
πιστή. Δεν έγινα επιτυχής ούτε καν ως γυναίκα. Είμαι ευχάριστη, ανοιχτή,
αλλά έχει μάλλον αποτύχει η καλλιτεχνική και η θρησκευτική μου
τελείωση. Αυτό με κάνει να δίνομαι ολότελα στα πάντα και τίποτα να μην
ανοίγεται μπροστά μου.
— Μα, είναι περίεργο να μη νιώθετε ότι ο κόσμος σάς εκτιμά.
Άκουσα,
βέβαια, καλά λόγια. Αλλά έχω ανάγκη και την υποστήριξη των συναδέλφων
μου. Η Μερκούρη ούτε καν με δέχτηκε όταν πήγα να τη δω – μου είπε ο
θυρωρός να πάω στο περίπτερο να της τηλεφωνήσω. Έκανα δύο προσπάθειες
και οι καλλιτέχνες μού φέρθηκαν με φοβερή σκληρότητα: η μία, όταν ήθελα
να κάνω ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση και είπα στη Μαρία Φαραντούρη να
'ρθει ως γκεστ-σταρ, κι εκείνη αρνήθηκε. Η άλλη, όταν συνεργάστηκα με
τους «Τερμίτες» και μ' έριξαν αγρίως. Δεν είμαι πρόθυμη εγώ να βγαίνω να
κονταροχτυπιέμαι με τα παιδιά για δόξα ή λεφτά. Εγώ πολεμώ θεριά και με
πολεμούν θεριά. Παραπονιέμαι για την πρόχειρη και αναιδή συμπεριφορά
που μου δείχνουν οι Έλληνες καλλιτέχνες, για τον άγαρμπο τρόπο με τον
οποίο με μεταχειρίζονται την ώρα που εγώ διακινδυνεύω να πω ένα
τραγούδι. Μια άλλη φορά με πήρε η γυναίκα του Σαββόπουλου για να πάω
στην τηλεοπτική τους εκπομπή και επειδή αρνήθηκα, γιατί είχα ήδη
κανονίσει κάτι άλλο, μου είπε με έναν τόνο έπαρσης: «Δεν ξέρετε τι
έχουμε κάνει εμείς για σας!» «Απλώς», της είπα, «αυτό που έχετε κάνει
είναι να γράφει ο Σαββόπουλος τραγούδια τραγικά και να μην τα ζει ο
ίδιος αλλά εγώ».
Φλέρυ Νταντωνάκη - Άνοιξε, άνοιξε γιατί δεν αντέχω
— Τα τραγούδια του Σαββόπουλου σας αρέσουν;
Είναι
κλεμμένα τα περισσότερα. Όταν τα πρωτάκουσα, νόμιζα ότι ήντουσαν
θαυμάσια. Όταν όμως πάντρεψα τις impressions τους και τον τρόπο που ο
Σαββόπουλος ζει, κατάλαβα ότι είναι ένας έξυπνος επιχειρηματίας, ο
οποίος κορφολογεί τον ενθουσιασμό νέων ανθρώπων και φτιάχνει ωραία
συνονθυλεύματα. Γι' αυτό και τα τραγούδια του δεν μένουν, γιατί δεν τα
πιστεύει ο ίδιος αληθινά.
— Η προσωπική ζωή του καλλιτέχνη είναι ένα κριτήριο της αυθεντικότητας του έργου του;
Όχι
ακριβώς! Εμένα με ενδιαφέρει αν αυτά που δημιουργεί ανταποκρίνονται σε
αυτό που είναι. Στις μελαγχολικές εικόνες του Μάνου π.χ. «πιάνεις» τη
δύσκολη ατμόσφαιρα της ζωής του, την ατμόσφαιρα του χαρακτήρα του. Στις
φιλόδοξες, μεγάλες εικόνες του Σαββόπουλου «πιάνεις» το ψεύτισμα, την
απάτη. Κι αυτό το κοινό το νιώθει.
— Ξεχωρίζετε στην Ελλάδα κάποιον που να 'χει τη στόφα του μεγάλου;
(σιωπή)
Δεν ξέρω. Δεν το λέω εγωιστικά... Ο Ζωγράφος μου φαίνεται πολύ αγνό
παιδί. Φαίνεται ότι τραγουδάει και υποφέρει – ξέρεις δηλαδή ότι
κινδυνεύει όταν τραγουδάει.
— Πέρα απ' τον κίνδυνο, ποια άλλα στοιχεία κάνουν μια ερμηνεία σπουδαία;
Η
αλήθεια. Να βλέπεις την ψυχή να πάλλεται από κάτι βαθύτερο, πιο
universal απ' το πόσο σωστή ή πόσο αγοραία θα είναι η ερμηνεία. Γιατί το
τραγούδι είναι ένα μέσον επικοινωνίας και πρέπει να δονείται με
αθωότητα, χωρίς οικονομική ή καλλιτεχνική υστεροβουλία.
— Γνωρίζετε κάποιον που να τα εκφράζει αυτά;
Η μόνη καλλιτέχνις που θαύμασα βαθιά είναι η Ουμ Καλθούμ.
— Εσείς ποιες ψυχικές καταστάσεις εκφράζετε συνήθως όταν τραγουδάτε;
Δεν
είναι ακριβώς συγκίνηση. Είναι the quiet desperation of the everyday
man – η βουβή απελπισία του καθημερινού ανθρώπου. Νιώθω συμπόνια γι'
αυτή την απελπισία και θέλω λίγο να παρηγορήσω τον άθρωπο, να πάει σπίτι
του να κάνει ωραιότερο έρωτα με τη γυναίκα του, ν' αγαπήσει περισσότερο
το παιδί του, να πει δυο αληθινά λόγια στον φίλο του... Η τέχνη, αν το
καλοσκεφτείς, είναι ένα άγχος, μια μαρτυρική αναζήτηση του πώς θα είσαι
πάντα αληθινός, χωρίς κανείς να σε ανταμείβει με αληθινή ευτυχία.
— Σαν ποιος;
Αφού
δεν βλέπω να υπάρχει ο καλός θεός, ας πούμε ένας ωραίος σύζυγος –ούτε
λατρευτικός, ούτε δεμένος χειροπόδαρα–, ένας άνθρωπος αληθινός που θα σε
σεβαστεί και θα μοιραστεί μαζί σου χίλια δυο πράγματα. Πράγμα που εδώ
δεν βρήκα.
— Δεν είναι ένα είδος ανταμοιβής η αγάπη που σας δείχνω τώρα;
Έχεις
δίκιο. Δεν είναι λίγο. Όχι γιατί ίσως με θεωρείς αληθινή καλλιτέχνιδα
αλλά γιατί έτσι κι εγώ πλουταίνω κι απλώνω την ύπαρξή μου.
— Πείτε μου, σήμερα, μετά από τόσες περιπέτειες, ποιο είναι το credo σας, η βασική πίστη της ζωής σας;
Ότι
οι άνθρωποι είναι πολύτιμοι (το ανθρώπινο σώμα και η ανθρώπινη ψυχή)
και ότι δεν πρέπει να παίζουμε μαζί τους αλλά να τους σεβόμαστε βαθιά.
Δεν υπάρχουν ούτε θεοί ούτε δαίμονες – αυτοί είναι μέσα μας και πρέπει
με τον αυτοσεβασμό να μην αφήνουμε ούτε τους μεν ούτε τους δε να
κυριαρχούν. Και πρέπει οι άνθρωποι να μαθητεύουν κοντά σε όποιον
εκτιμούν.
— Εσείς νιώθετε ακόμα την ανάγκη της μαθητείας;
Αν ζούσε εδώ πέρα η Μother Teresa, θα πήγαινα κοντά της, αν ζούσε ο Βίλχελμ Ράιχ ή ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, θα τους ακολουθούσα...
— Αν κρίνω από τα λόγια σας, είστε μόνη.
Απόλυτα
εγκαταλειμμένη. Δεν κάνω, βλέπεις, σε όσους ζουν χαριτωμένα και ψάχνουν
πάνω μου τα υλικά σημάδια της επιτυχίας – λεφτά, οικογένεια,
βεντετιλίκι. Είμαι μια ψυχή που αμφιβάλλει, κι αυτό μπορεί να συγκινεί,
αλλά βαραίνει κιόλας τους επιφανειακούς ανθρώπους.
— Νομίζω ότι σας έχουν ταλαιπωρήσει πολύ και οι ψυχίατροι.
Πολλοί
πιστεύουν πως αν σου βάλουν statics στο κεφάλι ή αν σου δώσουν χάπια
που βγάζουν λέπια στο κορμί, σου κάνουνε καλό. Και σε σκοτώνουν. Τα
ηλεκτροσόκ είναι ένας εξευτελισμός της ψυχιατρικής. Στην Ελλάδα ιδίως,
υπάρχει μια χαμηλή, σχεδόν δολοφονική αντίληψη για τη θεραπεία όποιου
έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Η ελληνική ψυχιατρική ακολουθεί τις πιο
ταπεινές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να ζει ένας άνθρωπος και κρατά σε
απόσταση όποιον δεν συμβιβάζεται με τίποτα και με κανέναν. Τις πιο
πολλές φορές είναι ο βούρδουλας με τον οποίο η κοινωνία χτυπά όποιον
θέλει να ταξιδέψει μέσα του. Με λίγα ηλεκτροσόκ τον κάνει να ζητάει
λεφτά αντί για την ψυχή του. Τον κάνει ένα ακόμα μέλος της συγχυσμένης
αγέλης, αντί να τον βοηθήσει να καθαριστεί από τις αμαρτίες του.
— Σας βαραίνουν και σήμερα ακόμα αμαρτίες;
(σιωπή)
Με βαραίνουν οι αμαρτίες των άλλων αφάνταστα, τόσο που καμιά φορά θέλω
να πεθάνω. Όταν βλέπω ψυχές που είναι χαμένες –ανθρώπους που
υποβιβάζουν, φθονούν...–, τα χάνω και υποφέρω που φέρνονται με τόση
προχειρότητα στον εαυτό τους. Όταν βλέπω ότι δεν μπορώ να σταματήσω μια
αδικία που γίνεται μπροστά στα μάτια μου, φτάνω στο σημείο να μη θέλω να
'μαι ζωντανή. Εγώ αναρωτιέμαι αν χρειάζομαι πλέον στον πλανήτη – νιώθω
εξαγνισμένη. Υπάρχω μόνο όταν με χρειαστούν.
πηγή :Η συνέντευξη της Φλέρυς Νταντωνάκη δόθηκε το καλοκαίρι του 1986 και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Αντίο Παλιέ Κόσμε» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.
Η Ορθοδοξία ως θεραπεία_Γέροντας Δαμασκηνός Αγιορείτης
Μια θαυμάσια εκλαϊκευμένη κατήχηση
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ
ΟΤΙ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗ
αλλά μην νοιώθετε «λύπη»
που αντιγράφουμε τα δικά σας ,
χωρίς να σας ρωτήσουμε...
Για την παράγκα μας
είναι γ ε λ ο ι ό τ η τ α η λεγόμενη
«δεοντολογία περί πνευματικών δικαιωμάτων!»