Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος📌 Απουσία ελευθερίας, απουσία Χριστού . Ο εξαναγκασμός δε συνάδει με την ελευθερία του Θεού.

 

ΜΠΡΑΒΟ  π. Θεοδόσιε ,ελπίζουμε να ήσουν κατά  της δαιμονικής επιβολής τα διαβολίων ε;Λέμε τώρα γιατί η δεσποτοκρατία άλλα έλεγε.. ...

 

Μόρφου Νεόφυτος: O Χριστός στα χωριά και στις πόλεις μας


Ιησούς Χριστός ο Φιλάνθρωπος, Μητρόπολις Μόρφου

Αφήγηση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, η οποία δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο των εκδόσεων Ακρίτας “2000 χρόνια μετά…” Τί να με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι; (έτος 2000 μ.Χ.)

Ο τόπος μας έχει κρυμμένους θησαυρούς. Κι εμείς συχνά τους αγνοούμε και τρέχoυμε ψάχνοντας σε μακρυvά  βoυvά και όρη. Ψάχνουμε στα μovαστήρια, εvώ πoλλές φoρές είvαι μέσα στo σπίτι μας, στo χωριό μας, στoν τόπo μας. Τα γεγονότα που θα αφηγηθώ δεικνύουν του λόγου το αληθές.

Είχα πάει, σ’ ένα χωριό της Μαραθάσας  τo Μηλικoύρι. Ο σκoπός της επισκέψεώς μoυ ήταν vα βρω μια αρχαία μoνή της Παvαγίας της Αρκάς. Λέγεται Αρκά από παραφθoρά τoυ oνόματoς Αγρεία, πoυ σημαίvει Παvαγία τoυ Αγρoύ. Στην Κυπριακή διάλεκτο, με τα χρόvια, έγινε η Παvαγία της Αρκάς. Είχα διαβάσει ότι εκεί ασκήτευε τo 1580 έvας πρoκάτoχoς μoυ Δεσπότης, o  Άγιος  Θεoφάvης, για τον οποίο τώρα συγκεντρώνονται διάφoρα στoιχεία. Όταv πρωτόγιvα Επίσκοπος, επαρακαλoύσα αυτόν τoν ‘Αγιo vα μoυ δείξει μια εικόvα τoυ και του έλεγα: «Άγιε Θεoφάvη, μα τι Άγιoς ήσoυv; Ούτε μια εικόvα δεv έχoυμε vα σε πρoσκυvoύμε! Τόσων Αγίων εσώθησαv oι εικόvες τoυς κι εσύ oύτε μια εικόvα σoυ δεv μας άφησες για vα σε ζωγραφίζoυμε, vα ξέρoυμε πως ήσoυv εις τηv επίγειo σoυ ζωή! Ούτε μια ακoλoυθία δεν έχουμε, oύτε ξέρoυμε πoύ έζησες».

Το μόνο που είχα καταφέρει να βρω ήταν ότι αυτός o Άγιoς έζησε στηv περιoχή της Σoλέας ως Επίσκoπoς, λίγo πριv καταλάβoυv oι Τoύρκoι τηv Κύπρo. Λίγα χρόvια ήταν Επίσκoπoς. Ήταvε πράoς άvθρωπoς. Μια φoρά, λέει η παράδοση, έκανε κάποια επίπληξη στον Οικovόμo της Μητρόπoλης -ο οποίος απ’ ό,τι  φαίvεται  ήταvε θυμώδης τύπος- ο Οικονόμος γύρισε και τούδωσε ένα χαστούκι! Οταv o Άγιoς Θεoφάvης κατάλαβε ότι δεv μπορεί vα επιβληθεί στoυς ιερείς τoυ, σκέφτηκε «αφού δεv μπoρώ vα επιβληθώ στoυς ιερείς μoυ, σημαίνει πως δεv κάvω για Δεσπότης». Έτσι ζήτησε άδεια από την Ιερά Σύvoδo της Κύπρoυ και πήγε στα βoυvά τoυ Κύκκoυ για ασκητής. Συνέχισε τον ασκητικό του βίο μέχρις ότου εκοιμήθη στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Τρόοδος.

Εψαχvα, λoιπόv, vα βρω στoιχεία γι’ αυτό τoν ασκητή Επίσκoπo.

Έτσι, επισκέφθηκα τα Καμιvάρια, έvα άλλo χωριό της Μαραθάσας. Φεύγοντας από ‘κει, μoυ λεει o ιερέας -ο οποίος καταγόταν από ένα διπλανό χωριουδάκι τις Τρείς Ελιές- να πάμε μέχρι τo χωριό τoυ για vα δούμε το τέμπλo και τις εικόvες. Πήγαμε λοιπόν. Είναι μια ωραιότατη εκκλησία της Παvαγίας στις Τρεις Ελιές. Νoικoκυρεμέvη, καθαρή, περιπoιημέvη, πoλύ καλύτερη από αυτές πoυ έχoυμε στις μεγάλες κoιvότητες. Θαύμασα την εκκλησία και καμάρωσα τov ιερέα για τηv ευσέβεια τoυ και τηv ευπρέπεια τoυ.

Εκείvες τις μέρες, έκαvα αυτή τηv πρoσευχή στov ‘Αγιo Θεoφάvη vα μoυ δείξει κάτι, κάπoιo σημείο για τη ζωή τoυ. Όπως λοιπόν περιεργαζόμουν τηv εκκλησία, γυρίζω προς τα πάνω και βλέπω εκεί ψηλά μια εικόvα μαυρισμέvη, σαρακoφαγωμέvη, σκεπασμένη από τo χρόvo. «Πoιός ‘Αγιoς είvαι εκείvoς;», ρωτάω τoν παπά. «Δεν ξέρω», μoυ λέει, «έτσι τηv βρήκα, και δεv τηv κατέβασα πoτέ μoυ αυτή τηv εικόvα».

Ο άγιος Θεοφάνης επίσκοπος Σολέας. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Κατεβάσαμε τηv εικόvα και όταv την καθάρισα λίγo με τo χέρι μoυ, είδα γραμμένο επάvω, «o όσιoς Θεoφάvης o Νέoς». «Α!..», λέω, «o ‘Αγιoς απάvτησε, και μας έδειξε τo πρόσωπo τoυ». Το γεγονός αυτό το θεώρησα ως σημείο, και έκτoτε ψάχvω συvεχώς vα βρω διάφoρα στoιχεία. Και πράγματι βρίσκω συvεχώς πληροφορίες για τη ζωή αυτoύ τoυ Αγίoυ πρoκατόχoυ μας. Βρήκα ότι ασκήτεψε και στηv Παvαγιά τηv Αρκά, πoυ βρίσκεται στο χωριό Μηλικoύρι και για την οποία είχα αρχίσει να σας λέω.

Πήγαμε έξω απ’ το χωριό, κάναμε πολύ δρόμo σκαρφαλώνοντας στα βουνά. Δεν υπήρχε καν δρόμος, σ’ έvα μovoπάτι περπατούσαμε μέσα στo δάσoς. Σε μια στιγμή μάλιστα, τέλειωσε και το μονοπάτι και το βoυvό άρχισε vα αγριεύει. Μετά από λίγο, πράγματι, βρήκαμε μία ερειπωμέvη μovή από την οποία σώζovται αρκετά πράγματα. Υπάρχει ένας τοίχος, ύψους δύο κι αλλού τριών μέτρων, τo ιερό, η Αγία Τράπεζα και τα παλιά κελιά. Όλα ερειπωμέvα, αλλά στη θέση τoυς. Σαv κάπoιoν vα περιμέvoυv για να τα αvαστηλώσει.

Κάναμε μια συμφωvία με τov κoιvoτάρχη και μερικoύς άλλoυς αvθρώπoυς της κoιvότητας, απoδήμoυς, να αρχίσoυμε πρoσπάθειες vα δημιoυργηθεί δρόμoς που να πηγαίνει ως εκεί. Πρoσευχήθηκα πάvω στηv χαλασμέvη Αγία Τράπεζα και παρακάλεσα τηv Παvαγία vα στείλει λίγα χρήματα, για vα αρχίσoυμε vα αvoικoδoμoύμε τηv εκκλησία της τoυλάχιστov. Αυτά. Μετά κατεβήκαμε ξανά στο χωριό, κατακoυρασμέvoι αλλά και με μια αίσθηση ότι επισκεφθήκαμε έvα αγιασμέvo τόπo της περιoχής μας -πoυ τόσoυς πoλλoύς έχoυμε. Ξεκoύραστoι ψυχικά.

Στo χωριό με περίμεvε έvας γέρoς. «Είσαι o vέoς Δεσπότης μας;», μoυ λεει. Τoυ λεω «ναι, εγώ είμαι». Μoυ λεει «Λέγoμαι Δημoσθέvης. Άκoυσα ότι σήμερα επήγες vα δεις τηv Παvαγία της Αρκάς. Επειδή θέλω πριv πεθάvω vα δω τηv εκκλησία κτισμέvη, θέλω vα σoυ δώσω χρήματα για vα την φτιάξεις». «Εντάξει», του λεω, «μια άλλη φορά vα τα πoύμε…»

Μoυ λέει «όχι. Δεv ξέρω αv αύριo θα ζω. Θα σoυ τα δώσω τώρα Δεσπότη μoυ, και ό,τι θέλεις κάμε τα». Πήγε κι έφερε δέκα χιλιάδες λίρες. Του λέω «γέρo, μα είναι πoλλά τα χρήματα δεv μπορώ να τα πάρω. Να τα καταθέσεις στη Συvεργατική τoυ χωριoύ σoυ, να μιλήσεις και με τα παιδιά σoυ και μετά να κάνεις ένα έγγραφο ότι τα κάvεις δωρεά, για τηv αvoικoδόμηση της Μovής της Αρκάς». Μoυ λεει “Α! καλά σκέφτηκες». Είδα λoιπόv αμέσως πως η Παvαγία μας έστειλε την απάντησή της.

Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω από το χωριό, σκεφτόμουνα «δεv θα δω αυτή τη γιαγιά;». Μια γιαγιά πoυ είχα εvτoπίσει από παλιά όταv ήμoυv διάκoς ακόμη, και έτρεχα στα χωριά της Κύπρoυ κι έβλεπα αρχαίες εκκλησίες, σπήλαια, εικόvες, ανθρώπους του Θεού. Εκεί στo Μηλικoύρι λοιπόν είχα βρει μια γριά πoλύ εvάρετη, δεv θυμόμουνα τo όvoμα και τηv ηλικία της. Κι έλεγα «δεv θα δω αυτή τη γριά;»

Αργά το απόγευμα, τηv ώρα πoυ έφευγα με τo αυτoκίvητo, κoιτάζω και την βλέπω κάτω από έvα πλάταvo… Η γιαγιά στεκόταν εκεί και μoυ έγvεψε. Κατέβηκα, με αγκάλιασε, τηv αγκάλιασα, ασπασθήκαμε o έvας τov άλλo. Μoυ λέει «σ’ επερίμεvα… Εσκέφτηκα ότι το αυτoκίvητo θα περάσει από ‘δω, κι από το μεσημέρι στέκω εδώ».

Η γιαγιά περίμεvε εκεί από τo μεσημέρι. «Μα είναι πoλλές ώρες που περίμεvες εδώ και όρθια ευλoγημέvη», της λέω, «γιατί περίμεvες τόση ώρα;» Μoυ λεει «Ακoυσε vα σoυ πω Δεσπότη! Ο παππoύς μoυ o παπάς, μας έλεγε, όταv, κoπελoύδες, έρχεται στo χωριό μας Δεσπότης, κι ας μηv είvαι και Κυριακή, ότι μέρα και νάναι, η μέρα γίvεται Δεσπoτική. Διότι o Δεσπότης, έλεγε o παππoύς μoυ o παπάς, είvαι εις τύπov Χριστoύ. Και σήμερα δεν ήρθες εσύ. Ήρθε o Χριστός στo χωριό μας. Και είπα στις κoπελoύδες του χωριού» -oι «κoπελoύδες», εv τω μεταξύ, είναι 80 χρovώv σήμερα- «vα μηv εργαστoύv, διότι η μέρα είναι αργία, αφoύ έγινε Δεσπoτική».

Βλέπετε τι τρόπο και τι Θεoλoγία έκρυβε αυτή η γυvαίκα! Η οποία είvαι 94 χρovώv και πάει δύo φoρές τηv ημέρα στηv εκκλησία και διαβάζει τov εξάψαλμo, τo ψαλτήρι, κάvει μετάvoιες. Αδύvατη όπως είvαι, μπoρεί vα κάνει κι εκατovτάδες μετάvoιες. Πρoσεύχεται, λέει, για όληv τηv Κύπρo, για τα παιδιά της, τα εγγόvια της, για τoυς μovαχoύς τoυ Κύκκoυ, -γιατί έχει εκεί συγγεvείς μovαχoύς- για όλoυς τoυς μovαχoύς της Ορθoδoξίας. «Πρoσεύχoμαι και για σέvα», μου λέει, «καλά κάvω Δεσπότη μου;». Της λεω «Καλά κάνεις!».

Της ζήτησα και μας διηγήθηκε τoν βίo τoυ Αγίoυ Γεωργίoυ. Τι χάρη έχει όταν λέει το βίο του Αγίου Γεωργίου! Και έχει χάρη γιατί έχει σχέση με τον Άγιο, ο οποίος πολλές φορές της απoκαλύφθηκε και την καθoδήγησε. Και όλα αυτά, δεv είvαι πλάvη, είvαι πραγματική η σχέση πoυ έχει αυτή η γιαγιά με τους Αγίους. Ακόμα και τα δισέγγovα της που είvαι μovτέρvα παιδιά της επoχής μας και ζουν στις πόλεις, στη Λευκωσία και στη Λάρνακα, όταv τα πλησιάσεις βλέπεις ότι κουβαλάνε μιαν άλλη χάρη πάvω τoυς. Από πoυ πρoέρχεται αυτή η χάρη; Η χάρις τωv εγγόvωv και τωv δισεγγόvωv, πρoέρχεται από αυτή τη γιαγιά η oπoία πρoσεύχεται κάθε μέρα, πρωί και βράδυ, εκεί στηv Εκκλησία τoυ Αγίoυ Γεωργίoυ στo ξεχασμένο Μηλικoύρι. Τι ριπές πvευματικής πρoσευχής και χάριτoς στέλλει αυτή η γριά από τα ψηλά βoυvά στις πόλεις και στις πεδιάδες της Κύπρoυ και σ’ όλo τov κόσμo!

Αυτή τη γιαγιά, δεv τρέχει καvέvας vα τη βρει, oύτε vα τηv αvακαλύψει. Δεν εννοώ φυσικά ότι πρέπει ο κόσμος ν’ αρχίσει να τρέχει από ‘δω κι από ‘κει ψάχνοντας να βρει αvθρώπoυς τoυ Θεoύ. Δεv θα ήταν σωστό. Διότι στηv κάθε κoιvότητα, στηv κάθε εvoρία, ξέρω πoλύ καλά ότι κρύβεται έvας άvθρωπoς τoυ Θεoύ. Δεv τoλμώ vα πω ότι πρόκειται για Αγίους. Αv πράγματι είναι, εν πάση περιπτώσει, θα τo δείξει o χρόvoς. Ξέρω όμως ότι είvαι άvθρωπoι τoυ Θεoύ. Και έχει o τόπoς μας τέτοιους αvθρώπoυς. Αρκεί vα έχoυμε μάτια vα τoυς δoύμε. Μάτια της ψυχής κι οχι τα μάτια αυτά πoυ χρειάζονται γυαλιά για vα βλέπουν.

Ένα άλλο περιστατικό, πoυ μoυ έκαμε πoλύ μεγάλη εvτύπωση, ήταν μία εξoμoλόγηση, τηv oπoία δέχτηκα αυτές τις μέρες. Θα το διηγηθώ για κοινή ωφέλεια. ΄Ηρθαv δύo κoπέλες. ΄Ηταv η προηγουμένη της Κυριακής της Σαμαρείτιδoς, πoυ λέει στo Ευαγγέλιo το «oυκ έχω άvδρα». Ήρθαv λοιπόν αvάμεσα στov κόσμo τov απλό αυτές οι κoπέλες που ήσαν πoλύ μovτέρvα vτυμέvες, και μάλλov έξαλλα vτυμέvες.

Ηρθε η πρώτη vα εξoμoλoγηθεί. Τηv ερώτησα άν έχει παιδιά και μoυ λέει «΄Εχω δύo παιδιά». Μετά τηv ερώτησα: «Τι δoυλειά κάvει o άvδρας σoυ;» Μoυ λέει: «Δεv έχω άvδρα». Της λεω: «Καλά, παιδιά έχεις, άvδρα δεv έχεις; Μήπως σκoτώθηκε, απέθαvε o άvδρας σoυ;». Μoυ λεει: «Όχι αυτά τα παιδιά πoυ έχω τα έκαvα τo πρώτο με έvαν άvδρα και τo άλλo με άλλov. Διότι η δoυλειά μoυ είvαι Bar-woman σε έvα vυκτεριvό κέvτρo».

Κατάλαβα ότι μπρoστά μoυ είχα μία περίπτωση εvός αvθρώπoυ πoυ έζησε τη ζωή στις ακραίες της καταστάσεις. Και θυμήθηκα τo ευαγγέλιo της επόμεvης ημέρας πoυ θα ακoύαμε, τo «Ουκ έχω άvδρα», πoυ είπε η Σαμαρείτιδα στο Χριστό. Πραγματικά με συγκλόvισε αυτή η κoπέλα.

Οπόταv στηv συvέχεια τηv ερώτησα «Καλά κόρη, γιατί δεv σκέφτηκες vα κάνεις έκτρωση -όπως κάvoυv πoλλές γυvαίκες, πoλλά ζευγάρια, μόλις κάvoυv δύo-τρία παιδιά. Και εσύ», της λεω, «χωρίς σύζυγo, χωρίς χρήματα, χωρίς δυvατότητες, και με μια κoιvωvία η oπoία δεv δέχεται τις γυvαίκες της vύκτας και τις άγαμες μητέρες, πως τόλμησες vα κρατήσεις αυτά τα δύo παιδιά;». Και μoυ λέει «Ξέρεις τι σκέφτηκα τότε πoυ ήρθαv τα παιδιά; Αφoύ o Θεός επέτρεψε vα έρθoυv, vα μηv τα σκoτώσω. Διότι, έχω πoυ έχω τόσες αμαρτίες και συvεχίζω vα κάμvω αμαρτίες κάθε μέρα, λόγω της δoυλειάς μου, τoυλάχιστov αφoύ μoυ έστειλε o Θεός αυτά τα δύo παιδιά vα τα σώσω μήπως και όταv πάω μπρoστά στov Θεό, επειδή έσωσα αυτά τα δύo παιδιά, με σώσει και εμέvα. ‘Ετσι σκέφτηκα».

Βλέπετε λoιπόv, πoυ κρύβεται η αρετή σήμερα στη γη! Σε έvα μπαρ. Ακoλoύθησε, η φίλη της. Επίσης μια μovτέρvα κoπέλα η oπoία εργαζόταν στo ίδιo vυκτεριvό κέvτρo, στo ίδιo μπαρ με τηv πρoηγoύμεvη. «Ξέρεις», μoυ λεει, «σήμερα θα είvαι η τελευταία vύκτα πoυ θα εργαστώ». Της λεω «Γιατί;» Μoυ λεει: «Θα παvτρευτώ σύvτoμα, και μoυ είπε o άvδρας μoυ vα σταματήσω vα εργάζoμαι σ’ αυτές τις εργασίες. Και είπα αφoύ θα αλλάξω τρόπo ζωής, vα πάω vα εξoμoλoγηθώ μήπως αλλάξω και τηv ψυχή μoυ». Και της λεω: «’Εχεις κι εσύ καvέvα εξώγαμo παιδί όπως τη φίλη σoυ;» Μoυ λεει: «’Εχω ένα στηv κoιλιά μoυ, δυόμιση μηvώv». Της λέω «Είvαι αυτουνoύ πoυ θα σε παvτρευτεί;». Μoυ λέει: «Όχι. Τo παιδί είvαι άλλoυ». «Καλά», της λεω, γιατί δεv παίρvεις τov άλλo πoυ είvαι και o πατέρας τoυ παιδιoύ; Να μηv δημιoυργηθoύv αργότερα πρoβλήματα». Μoυ λεει: «Ούτε τov θέλω, oύτε με θέλει. Εvώ αυτός πoυ θα παvτρευτώ, είvαι έvας oικoδόμoς, και θα πούμε στov κόσμo, εάv δεv είvαι αμαρτία αυτό τo πράγμα, ότι είvαι o αληθιvός πατέρας τoυ παιδιoύ. Και μoυ είπε, αυτός πoυ θα με πάρει, ότι θα αvαλάβει τo μεγάλωμα αυτoύ τoυ παιδιoύ, κι αv τov δέχεστε vα ‘ρθει vα εξoμoλoγηθεί κάπoια μέρα». Της λεω: «΄Αv τov δέχoμαι; Πέστoυ ότι τov παρακαλώ vα έρθει vα τov δω, vα πάρω τηv ευχή τoυ, αφoύ είvαι τέτoιoς άvθρωπoς πoυ θα αvαλάβει τέτoιo πvευματικό βάρoς και θα βγάλει μία κoπέλα από τηv αμαρτία και θα πρoστατέψει έvα εξώγαμo παιδί».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι πoλλές φoρές η χάρις του Θεού δίνεται εκεί που δεν το υπολογίζουμε. Η χάρις τoυ Θεoύ περιέρχεται και τα χωριά και τις πόλεις μας. Και τα σπίτια μας και τις ερημιές μας, και τα μovαστήρια μας και πoλλές φoρές και τα καταγώγια της αμαρτίας πoυ δεv υποψιαζόμαστε ότι κρύβoυv τέτoια αρετή και τέτoια αγιότητα.

πηγή 

Επιτέλους οι Ελληνικές ψυχές ομιλούν

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ανοιχτή επιστολή
προς τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Ρ. Τ. Ερντογάν
Κοινοποίηση στα:
1) Μέλη του ΟΗΕ
2) Μέλη Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
CC: Members of United Nations,
Members of European Parliament,
Media
Μετάφραση Αγγλικού κειμένου:
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αξιότιμε Κύριε Πρόεδρε,
Πρόσφατα έχετε καθιερώσει μια επαναλαμβανόμενη και συνεχή αναφορά στα «σύνορα της καρδιάς των Τούρκων», όπως τα αντιλαμβάνεστε εσείς, τα οποία δεν ταυτίζονται με τα σημερινά φυσικά σύνορα της Τουρκίας προκειμένου να «χωρέσουν» σε αυτά και όλες οι νέο-οθωμανικές, επεκτατικές σας επιδιώξεις. Συχνά μάλιστα, μας πληροφορείτε πως παραδίδετε σε όλους εμάς και «μαθήματα ιστορίας».
Εμείς όμως γνωρίζουμε πολύ καλά πως αυτά τα «μαθήματα ιστορίας» όπως τα αποκαλείτε, αποτελούν μαθήματα επικίνδυνου λαϊκισμού σε ανιστόρητους και αμόρφωτους ανθρώπους οι οποίοι είναι φυσικό να μην γνωρίζουν όσα θα έπρεπε να γνωρίζετε εσείς!
Γιατί κάθε μορφωμένος άνθρωπος, Τούρκος, Έλληνας ή από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ασφαλώς και χαμογελάει όταν σας ακούει να αναφέρεστε στα Ελληνικά νησιά του Αιγαίου ισχυριζόμενος ότι «Σε αυτά τα νησιά έχουμε την ιστορία μας, τα μνημεία μας, τα τζαμιά μας!».
Όλοι οι στοιχειωδώς μορφωμένοι άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη, γνωρίζουν πως το Αιγαίο πέλαγος, από την χαραυγή της ιστορίας ήταν και παραμένει Ελληνικό. Οι περιστασιακοί κατακτητές ποτέ δεν μπόρεσαν, ούτε πρόκειται να μπορέσουν ποτέ στο μέλλον, αυτό να το αλλάξουν.
Μήπως, μια και φαίνεται να σας ενδιαφέρει η ιστορία, πρέπει να σας υπενθυμίσουμε πως η λέξη Αιγαίο, σύμφωνα με την αθάνατη Ελληνική μυθολογία που μελετάει ολόκληρος ο πλανήτης εδώ και χιλιάδες χρόνια, προέρχεται από τον πατέρα του Θησέα και βασιλιά της Αθήνας Αιγέα ο οποίος έπεσε και πνίγηκε στα νερά του πελάγους από το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο;
Να σας υπενθυμίσουμε πως εδώ και 3.000 τουλάχιστον χρόνια πρωτοελληνικοί λαοί όπως Ίωνες, Αχαιοί, Αιολείς και άλλοι, μετέτρεψαν την Μικρά Ασία σε χώρο πολιτικής και πολιτισμικής ανάπτυξης του Ελληνισμού; Πως τα τετελεσμένα βίας και γενοκτονίας στα οποία είναι συνηθισμένοι οι πρόγονοι σας και δυστυχώς αρκετοί σύγχρονοι σας, όπως εσείς προσωπικά, δεν αλλοιώνουν ούτε κατ ελάχιστο την πραγματική ιστορία;
Αν εσείς στις μέρες μας ψάχνετε απεγνωσμένα «αποδείξεις» για τον απροκάλυπτο επεκτατισμό σας στα τζαμιά που έχτισαν πρόσκαιροι κατακτητές σε ελάχιστα από τα 6.000 νησιά και βραχονησίδες που βρίσκονται στον Ελλαδικό χώρο, τι θα πρέπει να πούμε εμείς για το μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τον ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας που χτίστηκε στην Πόλη του Κωνσταντίνου δέκα ολόκληρους αιώνες πριν εμφανιστούν οι κατακτητές – πρόγονοί σας;
Τι θα πρέπει να πούμε για τον Βυζαντινό Ναό της Αγίας Σοφίας στην Νίκαια της Βιθυνίας όπου πραγματοποιήθηκαν η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος στις 20 Μαΐου του 325 και η όγδοη Οικουμενική Σύνοδος το έτος 787 ή για τον ναό της Αγίας Σοφίας της Τραπεζούντος, η οποία χτίστηκε μεταξύ 1238 και 1263 από τον Μανουήλ Α με ανεκτίμητη και μοναδική ψηφιδωτή και γλυπτή διακόσμηση;
Τι θα πρέπει να πούμε για την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά, το σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού εδώ και δεκαεπτά σχεδόν αιώνες, την οποία ίδρυσαν το 386 οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σοφρώνιος σε απάτητες βουνοκορφές του Πόντου;
Τι θα πρέπει να πούμε για το ιερό της Άρτεμις στην Έφεσο, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, τα ερείπια του οποίου θαυμάζουν σήμερα πλήθη που συρρέουν από ολόκληρο τον κόσμο ή για την Καππαδοκία η οποία από τον πρώτο αιώνα π.Χ. αποτελούσε κέντρο του Ελληνισμού;
Να θυμηθούμε μήπως την Νικομήδεια της αρχαίας Βιθυνίας, όπου καταγράφεται Ελληνική παρουσία από το 712 π.Χ.; Ή μήπως την Σμύρνη, από τις αρχαιότερες πόλεις της Μεσογείου, η οποία κατοικήθηκε από Ελληνικούς πληθυσμούς εδώ και χιλιάδες χρόνια - μέχρι πρόσφατα;
Μήπως να θυμηθούμε την Αλικαρνασσό, την Προύσα, το Ικόνιο ή την Ανατολική Θράκη στην οποία ο Ελληνικός μύθος της Ηρώς και του Λέανδρου λαμβάνει χώρα στην αρχαία πόλη της Σηστού εδώ και χιλιάδες χρόνια;
Τι θα πρέπει άραγε να πούμε για την μαρτυρική Κύπρο, το νησί της Αφροδίτης, καθαρά Ελληνικό από την εποχή του Τρωικού πολέμου; Τι θα πρέπει να πούμε για την Ίμβρο και την Τένεδο με Ελληνικό πληθυσμό που ξεπερνούσε το 90% όταν σας παραδόθηκαν σαν «δώρο» με την Συνθήκη της Λωζάνης που δεν σας αρέσει σήμερα;
Αξιότιμε Κύριε Πρόεδρε,
Πρέπει επιτέλους να κατανοήσετε πως στα σπλάχνα ολόκληρης της σημερινής Τουρκίας βρίσκονται παντού σπαρμένα αδιάψευστα τεκμήρια Ελληνικού πολιτισμού που άνθησε χιλιάδες χρόνια πριν εμφανιστούν στην περιοχή οι κατακτητές – πρόγονοι σας.
Για ποια ιστορία λοιπόν μας μιλάτε Κύριε Πρόεδρε; Για την ιστορία των γενοκτονιών, των σφαγών, της βίας και της απληστίας για πλιάτσικο; Γιατί αυτή ακριβώς είναι η αυθεντική σας ιστορία!
Ίσως θα σας ήταν χρήσιμο να μάθετε και τα σύνορα της δικής μας καρδιάς.
Πρώτα όμως προσπαθήστε να αντιληφθείτε, όσο δύσκολο και αν σας φαίνεται, πως τα σύνορα του διαχρονικού Ελληνισμού, από την εποχή της αρχαιότητας μέχρι σήμερα, δεν έχουν κανένα απολύτως γεωγραφικό όριο. Γιατί το Ελληνικό πνεύμα αγκάλιαζε, αγκαλιάζει και θα αγκαλιάζει πάντοτε κάθε μορφωμένο άνθρωπο, σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας.
Όσον αφορά τα γεωγραφικά σύνορα του σημερινού Ελληνισμού, αν σας δίνουν την εντύπωση μιας εύκολης λείας στον απροκάλυπτο επεκτατισμό που εκδηλώνετε, ξανασκεφτείτε το καλά.
Γιατί θα πρέπει να γνωρίζετε πως τα σύνορα της καρδιάς των Ελλήνων πάντοτε θα φθάνουν μέχρι την Κόκκινη Μηλιά, τον τόπο που θα ξαναβρεθείτε κάποτε, γιατί όπως λένε οι παραδόσεις μας, και πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι ……….
Κείμενο: Λεωνίδας Κουμάκης, μέλος ΙΗΑ, Ελλάς.
ΠΗΓΗ: International Hellenic Association (USA)

Δυό λόγια ..

 

Σταμάτης Σπανουδάκης

Νέος Πατριάρχης Γεωργίας Σίο«Σέβομαι και αγαπώ τον Μητροπολίτη Ονούφριο»


Ο Πατριάρχης Γεωργίας Σίο δήλωσε ότι «σέβεται και αγαπά τον Μητροπολίτη Ονούφριο»

Ο Πατριάρχης Γεωργίας Σίο δήλωσε ότι «σέβεται και αγαπά τον Μητροπολίτη Ονούφριο»

Μια κίνηση με έντονο συμβολισμό πραγματοποίησε ο νεοενθρονισθείς Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Γεωργίας, Πατριάρχης Σίο Γ΄, λίγες ώρες μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του στην Τιφλίδα.

Μετά την ολοκλήρωση της τελετής ενθρόνισης, ο νέος Πατριάρχης είχε συνάντηση και συνομιλία με τον εκπρόσωπο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τερνουπόλεως κ. Σέργιο, έναν από τους διακεκριμένους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους, ο Πατριάρχης Σίο εξέφρασε με σαφήνεια τη στήριξη και την αγάπη του προς την κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, καθώς και προς τον Προκαθήμενό της, Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ. Ονούφριο.

Στη συνέχεια ζήτησε από τον Μητροπολίτη Σέργιο να μεταφέρει προσωπικά τις ευχές και τους χαιρετισμούς του στον Μητροπολίτη Ονούφριο, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Να μεταφέρετε τον σεβασμό μου στον Μακαριώτατο. Τον σέβομαι και τον αγαπώ πραγματικά».

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς στο παρελθόν μικρός αριθμός Ιεραρχών της Εκκλησίας της Γεωργίας είχε εκφράσει θετική στάση απέναντι στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Ωστόσο, οι πρώτες κινήσεις του νέου Προκαθημένου δείχνουν ότι επιθυμεί να κινηθεί με γνώμονα τη διατήρηση της ενότητας μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Υπενθυμίζεται ότι ο Μητροπολίτης Ονούφριος είχε αποστείλει συγχαρητήριο μήνυμα προς τον Πατριάρχη Σίο μετά την εκλογή του, επισημαίνοντας ότι η ανάδειξή του στον πατριαρχικό θρόνο αποτελεί «ζωντανή μαρτυρία της υψηλής εμπιστοσύνης της ιεραρχίας, του κλήρου και του λαού».

Παράλληλα, στην επιστολή του είχε εκφράσει τον βαθύ σεβασμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας προς την Εκκλησία της Γεωργίας, αναφερόμενος στην προσήλωσή της στην Αγία Ορθοδοξία, την κανονική τάξη και την Ιερά Παράδοση.  

Η δήλωση του Πατριάρχη Σίο πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων για την Εκκλησία της Ουκρανίας, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.

 heeod.gr

Ιστορική ομιλία έδωσε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "မမ်ရ 일란송이 当田かの茶け味 익천선로 Χριρτοδουλίδης από Ελληνική βουλή: "Η απελευθέρωση και επανένωση της Κύπρου είναι το τάμα που μας ενώνει όλους ανεξαρτήτως κόμματος ή ιδεολογίας" Praktiki_Skepsi"


🇬🇷🇨🇾Ο Χριστοδουλίδης επεσήμανε πως το Ελλαδικό κράτος και η Κύπρος έχουν πλέον τα μέσα και την θέληση να πετύχουν με κοινή συνεργασία τους Εθνικούς σκοπούς του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.
🇹🇷Συνάμα, ήταν ιδιαιτέρως επικριτικός εναντίον της Τουρκικής κατοχής στο Κυπριακό έδαφος και με δηλώσεις του ξεκαθάρισε ότι είναι κατά της δημιουργίας δύο κρατών στην μεγαλόνησο, με μόνη λύση και τάμα όλων των Ελλήνων να παραμένει η απελευθέρωση του κατεχόμενου Κυπριακού Βορρά και η επανένωση της Κύπρου.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Παρεξηγούνταν οι Άγιοι μεταξύ τους;

Δυο κορίτσια στο κενό κι εμείς στον πάτο.

Γιατί η αυτοκτονία μάς αφορά όλους; - OW.GR 

Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά δεν θέλω πια να ζω»

*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Γέροντας Αθανάσιος, αδελφός του Αγίου Ιωσήφ Ησυχαστή. ​

Με πρησμένα πόδια και πληγές, χωρίς ποτέ να γογγύσει έλεγε: ​«Καλύτερα να πονώ εδώ στην γη παρά να πονάω στην άλλη ζωή!» ​ 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τον υπηρετεί ο μακαριστός Γέροντας του Αγίου Ανδρέα (Σαράϊ) Εφραίμ, νεαρός τότε μοναχός
 
Αφιερωμένο στον γλυκό μας Νεόφυτο τον πονεμένο.

Λέσβος:Γιαγιά Μαρία 103 ετών

Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, » Ὁ Θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἀνθρώπου

  Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Του μακαριστού θεολογούντος Παναγιώτη Νέλλα
Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα ὄχι μόνο τῆς σύγχρονης δυτικῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς θεολογίας. Τά τελευταῖα χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ᾽ αὐτό, ἀνέβηκαν ἔργα στό θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, τό θέμα ξέφυγε ἀπό τά μελετητήρια τῶν εἰδικῶν καί ἀπασχολεῖ τό εὐρύτερο κοινό. Τό σύντομο αὐτό δοκίμιο ἔχει σκοπό νά δώσει, στήν ἀρχή μιά γενική ἐνημέρωση καί μιά ἑρμηνεία γιά τό φαινόμενο, καί νά προσπαθήσει στή συνέχεια, ἀφοῦ τό τοποθετήσει μέ βάση τά ὀρθόδοξα κριτήρια, νά σκιαγραφήσει τή συμβολή, πού θά μποροῦσε νά προσφέρει ἡ Ὀρθοδοξία συμμετέχοντας στή σχετική συζήτηση.
Στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας τό θέμα ἀρχίζει μέ τό Nietzsche, γιά τόν ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί ταυτόχρονα εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν, ὁλόκληρης τῆς ὑπεραισθητῆς περιοχῆς σύμπαντος τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἰδανικῶν. Μοναδική καί ὕψιστη ἀξία μένει γιά τό Nietzsche ὁ ἄνθρωπος, ὁ ″ὑπεράνθρωπος″: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;» Γράφει ἤδη στά 1882. «Θά σᾶς τό πῶ ἐγώ. Τόν σκοτώσαμε. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε οἱ φονιάδες του… ὁ Θεός εἶναι νεκρός… ὁ Θεός θά μείνει νεκρός. Τί ἄλλο εἶναι οἱ ἐκκλησίες παρά οἱ τάφοι καί τά μνήματα τοῦ Θεοῦ;». Ὁ Nietzsche στήν ἐποχή του ἀναγκάζεται νά βάλει τά λόγια αὐτά στό στόμα ἑνός τρελοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ὁ Sartre ἐπαναλαμβάνει μέ πλήρη ἄνεση τό ἴδιο κήρυγμα κατά τήν ἔναρξη τοῦ Β’ παγκοσμίου πολέμου, μιλώντας σέ μιά δημόσια συγκέντρωση στή Γενεύη: «Κύριοι, ὁ Θεός πέθανε. Σᾶς ἀναγγέλλω, κύριοι, τό θάνατο τοῦ Θεοῦ.»
Τό τί σημαίνει γιά τήν ἄθεη ὑπαρξιακή φιλοσοφία ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό ἀποκαλύπτει μέ ἐνάργεια ἡ ἀντίστοιχη λογοτεχνία. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ἄρα δέν ὑπάρχει παρά ἡ βιολογική ζωή. Μέ διονυσιακή ἀγαλλίαση ὁ Camus ὑμνεῖ στά πρῶτα του ἔργα τό μεγαλεῖο καί τή χαρά αὐτῆς τῆς ζωῆς.τήν ὁμορφιά πού κλείνει μέσα της μιά ζεστή μέρα στήν ἀκροθαλασσιά, μιά χειμωνιάτικη νύχτα, πού ἡ οἰκογένεια εἶναι μαζεμένη γύρω στή φωτιά. Ἀλλά ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ ″ἐν φθορᾷ ζωή″ καί ὁ ἴδιος ὁ Camus ὅσο προχωρεῖ, ἀνακαλύπτει μέσα στή ζωή τό σαράκι αὐτό τῆς φθορᾶς, πού κλέβει τή χαρά, πού ἀπομυζᾶ τήν οὐσία καί ἀφήνει ἀνούσια καί ἀνόητη τή ζωή, πού δημιουργεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τοῦ χάους καί τοῦ κενοῦ, πράγμα πού τόσο ἔντονα περιγράφεται στόν «Ξένο», καί πού ὁ Sartre μέ τόση ἐπιτυχία ὀνομάζει στό ὁμόνυμο ἔργο του «Ναυτία».
Ὁ ὑπαρξιστής ἄνθρωπος νοιώθει τό θάνατο ὄχι σάν κάτι μακρινό, κάτι πού τόν περιμένει στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἀλλά σάν κάτι πού βρίσκεται μέσα του. Ἡ δαμόκλεια σπάθη τοῦ θανάτου κρέμεται ἀδιάκοπα πάνω του καί μέσα του, ἀκρωτηριάζει τά ὄνειρά του, κόβει στή μέση τίς πιό εὐγενικές προσπάθειές του, περιορίζει ἀσφυκτικά τά ὅρια τῆς ὕπαρξής του, εἶναι, ὅπως λέει ὁ Camus, ἕνας Σίσυφος, πού ἀγωνίζεται νά ἀνεβάσει ὥς τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ τήν πολύτιμη πέτρα τῆς ζωῆς του καί, μόλις κοντεύει νά φτάσει στό τέρμα, ἡ πέτρα τοῦ φεύγει καί κατρακυλάει πάλι στό βυθό. Αἰσθάνεται ἐγκαταλειμμένος καί ἔρημος. Καταδικασμένος νά βλέπει, καταλαβαίνει καί συνειδητοποιεῖ ὅτι ζεῖ τό παράλογο. Ὁ Heidegger ὁμολογεῖ ὅτι βρίσκεται, χωρίς νά τό ἐπιδιώξει, ριγμένος καί ἐγκαταλειμμένος σ᾽ ἕνα καντόνι τοῦ σύμπαντος, ὑποχρεωμένος νά ζεῖ.
Μέ τή γεύση αὐτή τοῦ κενοῦ στήν ψυχή, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται μπροστά στό καθιερωμένο ἀπό αἰῶνες κήρυγμα τοῦ μεταγενεστέρου δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, πού προσφέρει ὡς λύση στήν ταλαιπωρία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τήν ὑπόσχεση γιά τή μακαριότητα τῆς μετά θάνατο ζωῆς, πού θεωρεῖ αὐτή ἐδῶ τή ζωή σχεδόν ἀποκλειστικά σάν τό χῶρο, στόν ὀποῖο μέ τά ἔργα (Ρωμαιοκαθολικοί) ἤ τήν πίστη (Προτεστάντες), γίνεται ἤ δέ γίνεται κανείς ἄξιος νά κληρονομήσει τήν αἰωνιότητα.
Μπροστά ὅμως στήν ἄποψη αὐτή, πού διακρίνει ὑπερβολικά τό χρόνο ἀπό τήν αἰωνιότητα, τή γήινη ἀπό τήν οὐράνια ζωή, καί σχετικοποιεῖ ἀπελπιστικά τή σημασία τῆς πρώτης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος στέκεται μέ ἀποτροπιασμό. «Ἄν ὑπάρχει μιά ἁμαρτία κατά τῆς ζωῆς», γράφει ὁ Camus, «δέν εἶναι τόσο τό νά ἀπελπιστοῦμε, ἀπό αὐτή, ὅσο τό νά ἐλπίσουμε σέ μιάν ἄλλη ζωή, τό νά ἀφήσουμε νά ξεκλέψει τήν ἀγάπη μας γιά τή συγκεκριμένη ζωή τό ἀνελέητο μεγαλεῖο μιᾶς δῆθεν αἰώνιας ζωῆς». Καί στό ὄνομα τῆς καθημερινῆς, χειροπιαστῆς ζωῆς, ὁ Camus ἀρνεῖται νά πιστέψει σέ μιάν ἄλλη, ὡραία ἔστω καί αἰώνια, ἀλλά πάντως ἄλλη ζωή.
Ὁ Sartre εἶναι στό σημεῖο αὐτό περισσότερο ἀπόλυτος. Ἡ πίστη σέ μιά ἄλλη ζωή, λέει, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη πού φέρνει τό θάνατο σ᾽ αὐτήν ἐδῶ καί ἰσοδυναμεῖ μέ αὐτοκτονία. Καί, προωθώντας τήν ἀμφισβήτησή του ὥς τόν ἴδιο τό Θεό, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἕνας Θεός, πού δέν παίρνει στά σοβαρά αὐτήν ἐδῶ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἐνδιαφέρεται γιά τά συγκεκριμένα ἱστορικά προβλήματά του, ἀλλά πού ὑποβιβάζει τόν ἀνθρώπινο βίο σέ μιά περίοδο ἐξιλασμοῦ καί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, μπορεῖ βέβαια νά εἶναι δίκαιος, ἀλλά δέν εἶναι ἀσφαλῶς φιλάνθρωπος Θεός. Εἶναι ἕνας πατέρας ἐγωιστής καί σαδιστής, πού ἀρέσκεται νά βλέπει τό τέκνο του νά βασανίζεται καί νά ἐκλιπαρεῖ γιά νά ἔχει ὁ ἴδιος τή χαρά νά τοῦ προσφέρει, ὅποτε αὐτός θελήσει, τή σωτηρία. Ἀλλά μιά τέτοια σωτηρία εἶναι γιά τό σύγχρονο, ἐνήλικο ὅπως αὐτοχαρακτηρίζεται ἄνθρωπο, ἀπαράδεκτη καί ἕνας τέτοιος πατέρας εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι προτιμότερο, κατά τήν ἄποψη αὐτή, γιά τό παιδί, νά κόψει κάθε σχέση μέ τόν πατέρα καί νά προσπαθήσει νά σωθεῖ μόνο του. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Sartre πού δέν ἔχει γνωρίσει τή διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, γιά τή θεανθρώπινη συνεργία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ πίστη δέν καταπιέζει, ἀλλά ἀναπτύσσει καί ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, τονίζει κατηγορηματικά ὅτι ἡ πίστη στό δίκαιο ἀλλά σαδιστή Θεό ὑποβιβάζει, ἐξευτελίζει καί ψευτίζει τόν ἄνθρωπο.
Συνέπεια λογική τῆς τοποθέτησης αὐτῆς εἶναι ὅτι γιά νά ὑπάρξει ἐλεύθερος καί γνήσιος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά μήν ὑπάρχει ὁ Θεός. Στό φοβερό ἔργο του πού ἔχει τόν εἰρωνικό τίτλο «Ὁ διάβολος καί ὁ θεούλης», ὁ κεντρικός ἥρωας, μετά ἀπό μιά ἐναγώνια ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας κοντά στό διάβολο καί κοντά στό Θεό παρουσιάζεται νά συμπεραίνει: «Ἐγώ ὑπάρχω… μόνος ἐγώ. Ἱκέτευα ὅλον αὐτό τόν καιρό γιά ἕνα σημεῖο, ἀλλά δέν πῆρα καμία ἀπάντηση. Ὁ Οὐρανός ἀγνοεῖ ἀκόμα καί τό ὄνομά μου. Διερωτόμουνα κάθε στιγμή τί μποροῦσα νά εἶμαι ἐγώ στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Τώρα τό ξέρω: Τίποτε. Ὁ Θεός δέν μέ βλέπει.ὁ Θεός δέν μέ ἀκούει.ὁ Θεός δέν μέ ξέρει. Βλέπεις αὐτό τό κενό πάνω ἀπό τά κεφάλια μας; εἶναι ὁ Θεός. Αὐτό τό φάγωμα στήν πόρτα; εἶναι ὁ Θεός.Αὐτή τήν τρύπα στή γῆ; εἶναι ὁ Θεός.Ἡ σιωπή, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ἀπουσία, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ μοναξιά τῶν ἀνθρώπων, αὐτό εἶναι Θεός. Ὅλον αὐτό τόν καιρό δέν ὑπῆρχα παρά ἐγώ. Ἐγώ ἀποφάσισα τό κακό. Ἐγώ μόνος μου βρῆκα τό καλό. Ἐγώ ἁμάρτησα. Ἐγώ ἔκανα τίς καλοσύνες πού ἔκανα. Ἐγώ σήμερα κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου καί ἐγώ μόνος μου μπορῶ νά τόν συγχωρήσω. Ἐγώ ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ Θεός ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος εἶναι μηδέν. Ἀλλά δέν ὑπάρχει Θεός. Χαρά. Δάκρυα χαρᾶς. Ἀλληλούια. Δέν ὑπάρχει Θεός.» Καί βλέποντας τή Χίλντα, μιά γυναίκα, πού πιό πρίν δέν τολμοῦσε οὔτε ν᾽ ἀτενίσει γιά τό φόβο τῆς ἁμαρτίας, νά μπαίνει στή σκηνή, τήν πιάνει ἀπό τά χέρια φωνάζοντάς της: «Ὁ Θεός πέθανε. Δέν ἔχουμε πλέον μάρτυρα. Μόνος μπορῶ νά βλέπω τά μαλλιά καί τό μέτωπό σου. Ὤ! πῶς εἶσαι μπροστά μου ἀληθινή, ἀπό τή στιγμή πού δέν ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἐπί τέλους εἴμαστε μόνοι».
Τά κείμενα αὐτά δείχνουν μέ σαφήνεια πώς τό μεγαλύτερο τμῆμα τῆς σύγχρονης ὑπαρξιακῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας προσπαθεῖ νά καταξιώσει τόν ἄνθρωπο ἀνεξάρτητα ἤ καί ἐνάντια στό Θεό, πράγμα πού ὀφείλεται, ὅπως εἴδαμε, στή λαθεμένη ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός δέν ἐνδιαφέρεται καί δέν ἀγαπᾶ, ἀλλά τιμωρεῖ καί ἐξουθενώνει τόν ἄνθρωπο. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία τό γεγονός ὅτι τά κείμενα αὐτά εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, πού ἔθρεψαν τή νέα εὐρωπαϊκή γενιά. Στήν Ἀμερική πάλι, ἡ ἴδια ἀντίδραση κατά τοῦ Θεοῦ τῶν σημερινῶν χριστιανῶν καί τῆς σύγχρονης συμβατικῆς θρησκευτικῆς ζωῆς παρουσιάστηκε, κυρίως κατά τήν προηγούμενη δεκαετία, κατά τρόπο πολύ πιό, θά λέγαμε, βιολογικό, μέ τήν ἐπαναστατημένη νεολαία πού φωνάζει: «Κύριοι, ὁ Θεός γιά τόν ὁποῖο μᾶς μιλᾶτε δέν ζεῖ. Καί ἡ ἴδια ἡ ζωή σας εἶναι νεκρή. Ἕνας Θεός πού δέν ἀγγίζει τήν ὕπαρξή μας, πού δέν ἔχει σχέση μέ τό σῶμα μας, μᾶς εἶναι ἄχρηστος. Ἐμεῖς θά μπορούσαμε νά παραδεχθοῦμε τόν Ἰησοῦ, πού μίλησε γιά τήν ἀγάπη. Ὁ δικός σας Θεός εἶναι ἁπλῶς χρήσιμος, γιατί σᾶς βολεύει. Τόν χρησιμοποιεῖτε ὅπου θέλετε. Ὅπως ἐμεῖς χρησιμοποιοῦμε τή μαριχουάνα. Ἄν ὑπάρχει ὁ Θεός ἄς ἔρθει νά μᾶς βρεῖ ἐδῶ πού εἴμαστε. Ἀλλοιῶς δέν ὑπάρχει Θεός.»
Ἡ πρόκληση αὐτή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἔφερε, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀναστάτωση στήν Καθολική καί Προτεσταντική Ἐκκλησία. Καί ἡ δυτική θεολογία προσπάθησε νά ἀπαντήσει. Τό ἐλπιδοφόρο ὅμως κίνημα μερικῶν Γάλλων κυρίως θεολόγων νά ξαναγυρίσουν στίς πηγές καί, τοποθετώντας στό κέντρο τῶν θεολογικῶν τους ἀναζητήσεων τήν ἔννοια τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας, νά δημιουργήσουν μιά βιβλική, λειτουργική καί πατερική ἀνανέωση βάθους, δέν μπόρεσε νά ἐπιβληθεῖ. Ἡ κίνηση αὐτή φαίνεται ὅτι μάλλον ξεπεράστηκε ἀπό τούς μοντερνιστές, πού, παρασυρμένοι ἀπό τά σύγχρονα ρεύματα, προσκολλήθηκαν στήν ἐπιφάνεια καί δημιούργησαν, ἀντίστοιχη πρός τή φιλοσοφία καί τή λογοτεχνία, τή λεγόμενη ″θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ″.
Δυό εἶναι οἱ βασικές κατευθύνσεις τῆς σχολῆς αὐτῆς: Πρώτη ἡ γραμμή τοῦ Bultmann ὁ οποῖος, ἐπηρεασμένος βασικά ἀπό τόν Heidegger βλέπει τήν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, σχέση ἡ ὁποία καί φέρνει ἤ, καλύτερα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ ἱστορική διάσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔρχεται, στήν τοποθέτηση αὐτή, σέ ἐντελῶς δεύτερη μοίρα, ὁ ἱστορικός Ἰησοῦς, ἡ ζωή, τά θαύματα, ἡ ἴδια ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μύθος, μιά δηλαδή ἀπό τίς πολλές ἐκφράσεις πού μποροῦν νά περιβάλλουν τήν οὐσία, καί ἀφοῦ σήμερα ἡ ἔκφραση, ἡ γλώσσα τοῦ κόσμου, ὁ πολιτισμός, ἔχει ἀλλάξει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀλλάξει καί ἡ ἔκφραση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Πρόκειται γιά τήν περίφημη θεωρία τῆς ″ἀπομυθεύσεως″.
Τίς ἀκραῖες συνέπειες τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀποκαλύπτει καί ὑποστηρίζει ἡ δεύτερη κατεύθυνση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία γιά νά μπορέσει ἡ Ἐκκλησία νά προσεγγίσει τόν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, εἶναι ἀνάγκη νά θέσει μερικά θεμελιώδη ἐρωτήματα πάνω στή ἔννοια τοῦ Θεοῦ, νά φθάσει νά διερωτηθεῖ σοβαρά γιά τήν πραγματικότητα τῶν μυστηρίων καί τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀντιμετωπίσει τό θεμελιακό ἐρώτημα, μήπως ὁ Θεός δέν βρίσκεται πλέον στίς σκέψεις καί τίς περιγραφές πού δίνει τό Εὐαγγέλιο, καί στίς ἰδέες-δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου, μήπως δηλαδή τό πραγματικότερο μυστήριο σήμερα, τό ἀληθινό ἔργο τοῦ λαοῦ, ἡ σύγχρονη χριστιανική λειτουργία (λαοῦ-ἔργον) πρέπει νά εἶναι ὄχι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἀλλά ἡ πρός τόν πλησίον ἀγάπη, ἡ πολιτική καί ὁ συνδικαλισμός. Γύρω ἀπό αὐτή τήν προβληματική γράφτηκαν βιβλία μέ τούς χαρακτηριστικούς τίτλους «Θεός χωρίς Θεό», «Τό Εὐαγγέλιο τοῦ ἄθεου Χριστιανισμοῦ», «Ἡ νέα οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ», «Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ὁ πολιτισμός τῆς μεταχριστιανικῆς ἐποχῆς» κ. ἄ.
Πρός στό πολύπλευρο καί πολυσήμαντο αὐτό φαινόμενο τοῦ ″θανάτου τοῦ Θεοῦ″ ποιά μπορεῖ ἄραγε νά εἶναι ἡ στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς; Ὅπως σέ κάθε θέμα, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι καί ἐδῶ ταυτόχρονα κριτική καί οἰκοδομητική.
Προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσει ὁ ὀρθόδοξος μελετητής τό φαινόμενο τοῦ ἄθεου οὐμανισμοῦ, διαπιστώνει ὅτι πρόκειται στήν οὐσία γιά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ καί ὅτι ἡ διαδικασία ἀνάπτυξης τοῦ σύγχρονου ἀθεϊσμοῦ ἐπαναλαμβάνει, ὅπως ἀποκαλύπτουν τά ἴδια τά κείμενά του, στίς κεντρικές γραμμές τή διαδικασία τῆς πτώσεως.
Ἡ Ἁγία Γραφή διδάσκει πράγματι ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ καί τοῦ ἔδωσε τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ἦταν νά ὑψωθεῖ σέ Θεάνθρωπο. Γιά νά γίνει αὐτό, ἔπρεπε ὁ Ἀδάμ νά προσανατολισθεῖ σωστά, νά τοποθετηθεῖ θετικά μπροστά στό Θεό καί νά βαδίσει τό δρόμο πού ὁδηγοῦσε σ᾽ Αὐτόν. Ἀλλά ὁ διάβολος κατόρθωσε νά τόν πείσει ὅτι ὁ Θεός τόν ζηλεύει καί θέλει νά τόν κρατᾶ δοῦλο Του καί ἔτσι τόν κίνησε σέ ἀνταρσία, τόν παρέσυρε σ᾽ ἕναν ἄλλο δρόμο, πού θά τόν ὁδηγοῦσε δῆθεν ἀμέσως καί θά τόν ἔκανε τόν ἴδιο καί κατά τρόπο αὐτόνομο Θεό. Ὁ δρόμος ὅμως αὐτός ἦταν οὐσιαστικά ἀνύπαρκτος καί ἔτσι ἡ ἀλλαγή πορείας τοῦ Ἀδάμ δέν ἦταν στήν πραγματικότητα παρά ἕνας ἐκτροχιασμός, μιά συντριβή στό κενό. Μακριά ἀπό τό χῶρο στόν ὁποῖο ἀκούγεται ὁ ζωηφόρος Λόγος τοῦ Θεοῦ, στή χώρα τῆς ἀν-ὑπακοῆς, ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε πλέον καί μακριά ἀπό τήν ἀληθινή ζωή. Ἔχασε τήν ″πνοή τῆς ζωῆς″, πού τοῦ ἔδωσε κατά τή δημιουργία ὁ Θεός. Ξανάγινε πάλι ″χοῦς ἀπό τῆς γῆς″, ξέπεσε στήν ἁπλή βιολογική, τήν ἐν φθορᾷ ζωή, πού εἶναι ὁ θάνατος.Ὁ ζόφος καί τό σκοτάδι, ἡ κυριαρχία τῶν ἐνστίκτων, τό ἄγχος τῆς αὐτοσυντηρήσεως κάνει στό ἑξῆς, μακριά ἀπό τό Θεό, τόν ἄνθρωπο ἀποκρουστικό καί ἐχθρό τόν ἕνα γιά τόν ἄλλο. Ὁ Κάϊν σκοτώνει τόν Ἄβελ καί ὁ ἀνθρωπιστής Sartre ἀνακαλύπτει μέ φρίκη ὅτι «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή του».
Ἡ ἐπαγγελία τοῦ αὐτονόμου ἀνθρωπισμοῦ ἀποδεικνύεται μέ τόν τρόπο αὐτό πώς εἶναι ἡ διαβολική πρόκληση πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἐξορίσει ἀπό τόν κόσμο του τό Θεό: «Θέλω ἀνθρώπους παντοῦ, γύρω μου, πάνω μου, ἀνθρώπους πού νά μοῦ κρύβουν τόν οὐρανό» (Sartre). Τό διώξιμο ὅμως τοῦ Θεοῦ ἀφήνει ἀναπόφευκτα στόν κόσμο ἕνα φρικαλέο κενό: «Σκότωσα τό Θεό, γιατί μέ χώριζε ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά πού ὁ θάνατός του κάνει τελεσίδικο τό χωρισμό» (Sartre).
Ἡ φιλάνθρωπη διάθεση τοῦ γιατροῦ τῆς «Πανούκλας» (Camus) παραχωρεῖ ἔτσι γρήγορα τή θέση της στόν ἀδιάφορο γιά ὅλους καί ὅλα «Ξένο». Ἡ περιγραφή τοῦ μακάβριου κενοῦ τοῦ θανάτου ὁλοκληρώνεται στό «Νεκροί χωρίς τάφο». Ἐνῶ ἡ ἀποσύνθεση τῆς ζωῆς ἀποκαλύπτεται σ᾽ ὅλη της τήν τραγικότητα σέ ἔργα σάν τόν «Τεῖχο» καί τό «Περιμένοντας τόν Γκοντό».
«Τί μέρα εἶναι σήμερα;» ρωτάει ὁ ἕνας ἀλήτης στό ἔργο αὐτό.
– «Πέμπτη.
– Πέμπτη εἶπε ὅτι θά ᾽ρθει.
– Κι ἄν σήμερα εἶναι Παρασκευή;
– Μπορεῖ νά ᾽ναι καί Τρίτη.
– Τί λές, ξαναρχόμαστε αὔριο;
– Ναί, ἀλλά νά φέρουμε καί τό σχοινί.
– Κι ἄν δέν ἔρθει;
– Θά κρεμαστοῦμε.
– Ἄν ἔρθει;
– Θά σωθοῦμε».
Καί σέ λίγο:
– «Εἴμαστε ἀνεξάντλητοι», λέει ὁ ἕνας.
– «Γιά νά μή σκεφτόμαστε», ἀποκρίνεται ὁ ἄλλος.
– «Ὅλο καί βρίσκουμε κάτι πού μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση πώς ὑπάρχουμε»!
– «Ὑπάρχουμε, πάλι ὑπάρχουμε, αὐτή ἡ προαιώνια δυστυχία»!…
«Καί ὅλο λένε νά φύγουν», σημειώνει ὁ κριτικός, «καί ὅλο κάθονται ἐκεῖ, στό ἄδειο μέρος. Ἄλλωστε καί νά φύγουν καί πού μένουν δέν ἔχει νόημα. Εἶναι τό ἴδιο. Γιατί τίποτε δέν πρόκειται νά ἀλλάξει. Κι ἀλλοῦ δέν ὑπάρχει παρά ὁ ἀκίνητος θάνατος, κι ἐδῶ δέν ὑπάρχει παρά ἡ θανάσιμη ἀκινησία».
Ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι στήν προσπάθειά τους νά σκοτώσουν τό Θεό, ὁ Ἀδάμ καί οἱ σύγχρονοι ἀθεϊστές δέν κατορθώνουν παρά νά σκοτώσουν τόν ἄνθρωπο. Ἀπομακρύνοντας ἀπό τήν κοινωνία τους τό Θεό, χάνουν τό κέντρο τῆς ζωῆς τους, μένουν ἀνέστιοι, ἔρημοι καί νεκροί. Τά ἴδια τά κείμενά τους, ἐνῶ μιλᾶνε γιά τό θάνατο τοῦ Θεοῦ δέν ἀποδεικνύουν στήν πραγματικότητα παρά τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Φαίνεται πώς τό ἐρώτημα «νά ζεῖ κανείς ἤ νά μή ζεῖ» βρῆκε ἀπάντηση στήν ἐποχή μας: Νά ζεῖ κανείς καί νά μή ζεῖ.
Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τώρα τήν προσπάθεια τῆς δυτικῆς θεολογίας νά λύσει τό ὀξύ περί Θεοῦ πρόβλημα, ὁ ὀρθόδοξος μελετητής βρίσκεται στήν ἀνάγκη νά ὁμολογήσει μέ εἰλικρίνεια πόσο συμπαθής τοῦ εἶναι ἡ προσπάθεια αὐτή ἀλλά καί πόσο ἀνεπιτυχής καί ἐπικίνδυνη ἀποκαλύπτεται, στό φῶς τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ἡ λύση πού δίνεται.
Τό νά μιλήσει πράγματι ὁ θεολόγος τή γλώσσα τῆς ἐποχῆς του εἶναι καθῆκον πρωταρχικό. Ἡ μεταγλώττιση τοῦ κηρύγματος εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετο πού τό χάρισε μέ τόν Παῦλο ὁ Χριστός στήν κάθε ἐποχή καί πού τό ἐπιβεβαίωσε ἡ πράξη τῶν Πατέρων τοῦ Δ’ καί τοῦ ΙΔ’ αἰώνα. Ἀλλά καί ἡ πιστότητα στήν ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ, στό γεγονός δηλαδή ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἀληθινά καί πραγματικά ἄνθρωπος τόν καιρό τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου καί ὅτι σταυρώθηκε, πέθανε καί ἀναστήθηκε καί, μολονότι ἀναλήφθηκε, συνεχίζει νά βρίσκεται ἀληθινά καί πραγματικά, ἱστορικά, μέ τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στούς αἰῶνες τό ἱστορικό σῶμα του, ἀποτελεῖ τόν πυρήνα τοῦ χριστιανισμοῦ. Καί αὐτόν τόν πυρήνα κινδυνεύουν νά ἀρνηθοῦν οἱ δυτικοί θεολόγοι τῆς σχολῆς τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Στήν καλοπροαίρετη καί εὐγενική προσπάθειά τους νά προσεγγίσουν τόν ἄθρησκο σημερινό ἄνθρωπο, ἀντί νά κατέβουν στήν οὐσία καί νά προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τόν ἀληθινό Θεό, βγαίνουν στήν ἐπιφάνεια, ἐγκαταλείπουν διαδοχικά καί οἱ ἴδιοι τή θρησκεία, τήν Ἐκκλησία, τό Χριστό, φθάνουν σ᾽ ἕνα Θεό χωρίς Χριστό, σ᾽ ἕνα Θεό ἄσαρκο , σέ μιάν ἰδέα, πού μπορεῖ βέβαια νά εἶναι ἕνας κάποιος φιλοσοφικός Θεός, ἀλλά δέν εἶναι ὁ Θεός τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ, ὁ Θεός πού σώζει. Ἔτσι ἡ θεολογία αὐτή μπορεῖ νά εἶναι ἐπίκαιρη, ἀλλά δέν εἶναι κήρυγμα σωτηρίας καί παρόλη τή συμπάθεια πού μπορεῖ νά τρέφει ἕνας ὀρθόδοξος γιά τίς προθέσεις της, δέν μπορεῖ παρά νά τονίσει ὅτι, ἄν τελικά ἐπικρατήσει στή Δύση, θά σημάνει ἀναπόφευκτα τό ἱστορικό τέλος τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτό τό βασικό κίνδυνο πρέπει νά τονισθεῖ πώς ἡ θεολογία τῆς σχολῆς αὐτῆς εἶναι ἀνίκανη νά συζητήσει στήν οὐσία μέ τόν ἀθεϊσμό. Καί τοῦτο, ἐπειδή ἡ λύση τήν ὁποία προσφέρει εἶναι ἐπιφανειακή καί θεωρητική, δέν ἀγγίζει τήν οὐσία τῶν πραγμάτων καί δέν αἴρει οὔτε στό παραμικρό τίς οὐσιώδεις περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου παρεξηγήσεις, πού ὁδήγησαν στήν κατά τοῦ Θεοῦ ἐπανάσταση τοῦ οὐμανισμοῦ.
Τό σύγχρονο ὑπαρξιακό κίνημα ζητάει κατά τρόπο ἐπίμονο καί ἀπόλυτο ἕνα ἀξιοπρεπές νόημα γιά τή ζωή καί ἕναν ἀξιοπρεπή προορισμό γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ἡ θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο, ἐκκοσμικεύει τό Θεό καί ἔτσι ἀναπόφευκτα ὑποβιβάζει ἀκόμα περισσότερο τόν ἄνθρωπο. Στό φαῦλο κύκλο πού δημιουργεῖται, ἡ κίνηση εἶναι φυγόκεντρη καί ἀπομακρύνει ὅλο καί περισσότερο τή δυτική σκέψη, φιλοσοφική καί θεολογική, ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας πού εἶναι ἡ ἱστορική ἀνασυγκρότηση καί ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἡ νοηματοποίηση, ἑνοποίηση καί ἀθανατοποίηση τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς ἐπίγειας μαζί καί οὐράνιας ζωῆς του.
Στό σημεῖο αὐτό ἀποκαλύπτεται ἡ κεντρική ἀδυναμία τῆς δυτικῆς σκέψης, δηλαδή ὁ χωρισμός καί ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στό ἱστορικό καί τό ὑπερβατικό, τό ἐπίγειο καί τό οὐράνιο, τό χρονικό καί τό αἰώνιο. Ὅσα εἴπαμε ὥς ἐδῶ ἔδειξαν ὅτι ἡ μεταγενέστερη δυτική θεολογία ὑποτίμησε τό ἱστορικό γιά χάρη τοῦ ὑπερβατικοῦ, ὅτι ὁ οὐμανισμός, φθάνοντας στό ἄλλο ἄκρο ἀπέρριψε τό ὑπερβατικό γιά νά διασώσει τό ἱστορικό, καί ὅτι ἡ μοντέρνα δυτική θεολογία, γιά νά πλησιάσει τόν οὐμανισμό, κηρύττει ἕνα νέο σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἐκκοσμικευμένο Θεό. Ἀλλά ἔτσι ἡ ἀπομάκρυνση εἶναι μεγάλη καί ἡ ἀνάγκη γιά τήν παρέμβαση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκαλύπτεται ἄμεση.
Ποιά ὅμως θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας στή λύση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ; Τά ὅρια ἑνός δοκιμίου δέν ἐπιτρέπουν νά δοθεῖ στό ἐρώτημα πλήρης καί διεξοδική ἀπάντηση. Μετά τήν παρουσίαση καί τήν ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου, ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γίνει στή συνέχεια εἶναι νά προσδιορίσουμε μιά νέα κατεύθυνση λύσεως, μιά νέα προοπτική μέσα στήν ὁποία τό πρόβλημα εἶναι νά κατανοηθεῖ πληρέστερα καί νά λυθεῖ ἀνετότερα, νά ὑπογραμμίσουμε δηλαδή μερικές βασικές καί ἀναγκαῖες γιά τή λύση τοῦ προβλήματος προϋποθέσεις.
Ἡ νέα αὐτή προοπτική πού προτείνει ἡ Ὀρθοδοξία, μπορεῖ ἀπό τήν ἀρχή νά χαρακτηριστεῖ ὄχι σάν κλασματική καί ἀποσπασματική, ἀλλά ὡς συνθετική καί καθολική. Στήν προοπτική αὐτή τά πράγματα ἀντί νά χωρίζονται ἤ νά ἀντιδιαστέλλονται, ἀλληλοσυμπληρώνονται καί ἑνώνονται. Αὐτό φαίνεται καθαρά καί στά τρία ἀντιθετικά ζεύγη, αἰωνιότης ἤ χρόνος, μέλλουσα ἤ παρούσα ζωή, Θεός ἤ ἄνθρωπος, πού ὅπως εἴδαμε βρίσκονται στή ρίζα τοῦ προβλήματος τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ καί ταλαιπωροῦν τίς τελευταῖες δεκαετίες τή Δύση. Γιά τή Δύσι ἡ ταλαιπωρία αὐτή εἶναι φυσική καί ἀναπόφευκτη, γιατί ἀπό τή στιγμή πού οἱ πραγματικότητες πού ἀποτελοῦν τά παραπάνω ζεύγη χωριστοῦν καί τοποθετηθοῦν μπροστά στόν ἄνθρωπο ἀντιθετικά, χάνουν τή γνησιότητά τους, μετατρέπονται σέ δυό φοβερές χοάνες, ἔτσι ὥστε σέ ὁποιαδήποτε κι ἄν προτιμήσει νά πέσει ὁ ἄνθρωπος, καταποντίζεται.
Ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη προοπτική οἱ πραγματικότητες αὐτές συνυπάρχουν, ἡ μιά προσδιορίζει τήν ἄλλη καί ταυτόχρονα ὁλοκληρώνεται ἀπό τήν ἄλλη.
Ὁ Γιάννης Ξενάκης ἔλεγε πρό καιροῦ ὅτι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει στή σύνθεση τῆς μουσικῆς του εἶναι ἡ μονοδιάστατη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού διαθέτουμε, ὁ εὐθύγραμμος χωρισμός τοῦ χρόνου σέ παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Καί διαλογιζόταν ποιές καινούργιες προοπτικές θά ἀνοίγονταν στή μουσική, ἀλλά καί στίς ὑπόλοιπες δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου, ἄν μποροῦσε νά ὑπάρξει μιά ἄλλη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού θά ξεπερνοῦσε αὐτό τό γνωστό μας σχῆμα. Ἀλλά ἡ ἄλλη αὐτή ἀντίληψη ὑπάρχει. Ὁ χρόνος στόν ὁποῖο τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία ἔχει μέσα του πραγματικά ἐνεργό τόσο τό παρελθόν, ὅσο τό παρόν καί τό μέλλον. Μέσα στήν ὀρθόδοξη παράδοση τό νόημα τοῦ χρόνου βρίσκεται ἀκριβῶς στό ὅτι προσδιορίζει, κάνει συγκεκριμένη καί ἀποκαλύπτει τήν αἰωνιότητα, ἐνῶ ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ αἰωνιότης ὁλοκληρώνει τό χρόνο, ἀποτελεῖ τό τέλος του, δηλαδή τό σκοπό καί τό περιεχόμενό του.
Ἡ σχέση αὐτή ἀποκαλύπτεται μέ μεγαλύτερη σαφήνεια στό δεύτερο ζεῦγος, σέ ὅ,τι δηλαδή ἀφορᾶ τή μέλλουσα καί τήν παρούσα ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τήν Ὀρθοδοξία ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία καί ἑνιαία, εἶναι ἡ ζωή ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ προσώπου, τό ὁποῖο ἀρχίζει νά ὑπάρχει ἐδῶ καί συνεχίζει νά ὑπάρχει χωρίς καμιά διακοπή στόν οὐρανό. Ἔτσι ἡ μέλλουσα ζωή δέν συνθλίβει οὔτε σχετικοποιεῖ τήν παρούσα, ἀλλά ἀντίθετα, τῆς δίνει νόημα καί συνέχεια, ἀφοῦ ὅ,τι κάνουμε σ᾽ αὐτή τή ζωή δέν εἶναι τυχαῖο καί ἀποσπασματικό, ἀλλά εἶναι κάτι πού προορίζεται νά μείνει καί στήν ἄλλη. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἄποψη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μιά ψυχή φυλακισμένη σ᾽ ἕνα σῶμα, δηλαδή μιά ψυχή πού θά ἀρχίσει νά ζεῖ ὅταν ἐλευθερωθεῖ ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἕνα πρόσωπο πού ἀρχίζει νά ζεῖ μιά χρονική στιγμή καί καλεῖται νά μήν πεθάνει, ἀλλά νά ζήσει αἰώνια. Ψυχή, ὅπως εἶναι γνωστό, σημαίνει στή γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ζωή ἀληθινή καί αἰώνια καί τό «τί ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίςῃ τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» σημαίνει ἀκριβῶς «τί θά ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος ἄν κερδίσει ὅλο τόν κόσμο καί χάσει τή ζωή του;» ἤ «τί ἀντάλλαγμα μπορεῖ νά δώσει κανείς σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο γιά νά πάρει τή ζωή του;»
Ἔτσι ἡ ἀντίδραση τοῦ Camus στό νά δεχθεῖ τή μέλλουσα ζωή, πού εἴδαμε ὅτι ὀφείλεται στό γεγονός πώς δέν βλέπει νά ὑπάρχει καμιά σχέση ἀνάμεσα σ᾽ αὐτή καί σέ τούτη ἐδῶ τή ζωή, γίνεται φανερό ὅτι στήν προοπτική αὐτή αἴρεται. Εἶναι μάλιστα ἀπό τήν ἄποψη αὐτή χαρακτηριστική ἡ ἀναφώνησή του ὅταν διάβασε τό βιβλίο τοῦ Λόσσκυ, «Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς»: «Ἐπί τέλους τώρα μποροῦμε νά συζητήσουμε μέ τό Χριστιανισμό».
Ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς καθολικῆς αὐτῆς ὀρθόδοξης προοπτικῆς εἶναι φανερή καί στήν ἄρση τοῦ τρίτου ἀντιθετικοῦ ζεύγους, στήν κατάργηση τῆς ἀντιδικίας ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἡ σχετική διδασκαλία τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς τήν «δόξα», δηλαδή τή φανέρωση καί τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γιά τήν Ὀρθοδοξία ἀληθινά καί πραγματικά ἡ ἐν χρόνῳ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέ βρίσκει τήν ὁλοκλήρωση καί τήν πληρότητά του παρά μόνο στό Θεό. Τό ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ᾽ εἰκόνα Του» σημαίνει γιά τούς ὀρθόδοξους Πατέρες ὅτι τόν ἔπλασε μέ τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «Θεός κεκελευσμένος». Τείνει πρός τό Θεό, καλεῖται νά ὑψωθεῖ ὥς τό Θεό, νά γίνει θεάνθρωπος. «Καί γάρ διά τόν καινόν Ἄνθρωπον» (τόν Θεάνθρωπο), γράφει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, συζητώντας τόν ΙΔ’ αἰώνα μέ τούς ἀνθρωπιστές, «ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς.καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός Ἐκεῖνον κατεσκευάσθη.καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν.ἐπιθυμίαν, ἵνα πρός Ἐκεῖνον τρέχωμεν.μνήμην ἔσχομεν ἵν᾽ Ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεί καί δημιουργημένοις Αὐτός ἀρχέτυπον ἦν». Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο κατά τόν ἴδιο Πατέρα, ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό ὕψιστο «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων», τό ἔσχατο καί τό ἀκρότατο τῶν ἐφετῶν.
Ἔτσι ὁ Θεάνθρωπος, πού, ἀντί νά χωρίζει ἑνώνει ὑποστατικά, ἀσύγχυτα, καί ἀδιαίρετα, τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ καλύτερη ἀποκάλυψη καί τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, τό κλειδί γιά τήν κατανόηση ὁλοκλήρου τοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, ἀποκαλύπτει τό Θεό, εἶναι ἡ τελείωση τῆς Ἱστορίας. Γι᾽ αὐτό καί ἀποτελεῖ τό ὕψιστο καί ἔσχατο κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός εἶναι, πρῶτα, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ὁ τελειότατος Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, τό ὕψιστο γέννημα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁ Ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀναδύεται, ἐμφανίζεται στήν ἱστορία, τή στιγμή πού ἡ ἀνθρώπινη φύση φθάνει στόν ἔσχατο προορισμό της, πού ἑνώνεται ὑποστατικά μέ τή θεία. Ὑπῆρξαν πολλοί ἄθεοι μέσα στούς αἰῶνες πού ὑποστήριξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει Θεός ἀνεξάρτητα ἀπό τό Θεό. Ἀλλά ἡ αἵρεση ποτέ δέν εἶναι τόσο τολμηρή ὅσο ἡ ἀλήθεια. Καί κανένας ποτέ αἱρετικός δέν ἔφθασε στήν τόλμη τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως τούς ἑρμηνεύει μέ σαφήνεια ἀπαράμιλλη στίς Θεομητορικές ὁμιλίες του ὁ Καβάσιλας, τονίζουν ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς μπορεῖ νά γίνει Θεός, ἀλλά καί νά γεννήσει μέσα στήν ἱστορία τό Θεό. Γιά τήν Ὀρθοδοξία τό μεγαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι ἀκριβῶς τό ὅτι ἀξιώνεται νά γίνει Θεοτόκος. Καί αὐτό τό μεγαλεῖο ἀποκαλύπτει, διασφαλίζει καί πιστοποιεῖ ὁ Μονογενής Υἱός τῆς Θεοτόκου.
Ἀλλά ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός ἀποκαλύπτει καί τήν πραγματική φύση τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀποκαλύπτει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, καί εἶναι γνωστό ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα βεβαιώνει μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Πρόκειται γιά μιά ἀγάπη πού δέν εἶναι οἶκτος ἤ ἐλεημοσύνη, ἀλλά πραγματική φιλία, βαθύς δηλαδή σεβασμός καί ἐκτίμηση, φιλανθρωπία. Γιατί ὁ Θεός, παρόλο πού μπορεῖ, δέ νικᾶ ὁ Ἴδιος μέ τή δύναμή Του τό θάνατο καί τό διάβολο, δέν χαρίζει συγκαταβατικά στόν ἄνθρωπο τή σωτηρία, ἀλλά γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος, ἔτσι ὥστε ἕνας ἄνθρωπος νά νικήσει τό θάνατο, γιά νά μποροῦν στή συνέχεια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά τόν νικήσουν. Ὑπομένει ὁ Θεός, ὡς ἄνθρωπος πού ἦταν, τούς ἐμπτυσμούς καί τούς κολαφισμούς, γιά νά καθαρισθεῖ καί νά λάμψει στό ἀρχέγονο κάλλος του ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Πιλάτος τή Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τόν ταπεινωμένο Θεό, ἀναφωνεῖ τό ἀποκαλυπτικό: «Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος».
Ἀκόμα περισσότερο, ὁ Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει ἀληθινά καί πραγματικά ὡς ἄνθρωπος πραγματικός πού ἦταν, καί ἀφοῦ ἦταν Θεός, ἀνασταίνεται. Καί ἔτσι μέσα στό Χριστό ἀνασταίνεται ὁ ἄνθρωπος. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν… τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».Ὁ σκοπός συνεπῶς γιά τόν ὁποῖο πεθαίνει ὁ Θεός, γίνεται ἔτσι φανερό, ὅτι εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Καί αὐτό ἀκριβῶς τό σκοπό θέλει νά κάνει φανερό καί νά πιστοποιήσει ὁ Κύριος, ὅταν λίγες μέρες πρίν ἀπό τό θάνατό Του περνάει ἀπό τή Βηθανία κι ἀνασταίνει τό Λάζαρο. «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός», τονίζει τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.
Ἀλλά ἤδη γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη προοπτική, στήν ὁποῖα προσπαθήσαμε νά τοποθετήσουμε τό θέμα μας, μᾶς ὁδηγεῖ στόν πυρήνα τοῦ προβλήματος, τόν ἱστορικό δηλαδή καί πραγματικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί φθάνοντας στόν πυρήνα βλέπουμε νά ξεπηδάει μπροστά μας καί ἡ λύση. Γιατί ἡ ἴδια ἡ φύση τῶν πραγμάτων μᾶς παρουσιάζει μέ σαφήνεια ὡς ὀρθόδοξη ἀπάντηση στό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Τό σημεῖο αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα τῆς χαρμόσυνης ἀγγελίας τῆς σωτηρίας. Ἀκριβέστερα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ σωτηρία. «Εἰ γάρ νεκροί οὐκ ἐγείρονται», διακηρύττει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «μάταια ἡ πίστις ἡμῶν». «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καλεῖ τούς ἀνθρώπους σέ πανηγυρισμό: Κανείς πλέον ἄς μή θρηνεῖ γιά ἁμαρτίες καί πταίσματα.«συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον.ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Πλέον «ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».
Ἀπό τό ὕψος αὐτό τῆς ἀληθινῆς καί πραγματικῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρη ἡ προβληματική τῶν φιλοσόφων καί τῶν θεολόγων τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ γίνεται φανερό πώς βρίσκεται σέ δεύτερη μοίρα. Εἴδαμε πράγματι, ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς σχολῆς αὐτῆς μιλοῦν ὄχι γιά τόν ἱστορικό θάνατο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά τό θάνατο μιᾶς ἰδέας περί τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι γι᾽ αὐτούς ἕνα λεκτικό τέχνασμα, πού χρησιμοποιεῖται γιά νά καλύψει τήν ὄζουσα πραγματικότητα, πού, ὅπως μᾶς ἔδειξε ἡ σύντομη μελέτη τῶν κειμένων τους, εἶναι καί γι᾽ αὐτούς τούς ἰδίους ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά τό κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πού δέν εἶναι μιά ἰδεολογία ἤ μιά φιλοσοφία, ἀλλά μιά πραγματική ἱστορία, εἶναι ὁ πραγματικός καί ἱστορικός θάνατος τοῦ Θεοῦ, πού φέρνει ἀκριβῶς τήν πραγματική καί ἱστορική ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ δέ Ἰησοῦς… κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τό πνεῦμα. Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, καί ἡ γῆ ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν καί τά μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί ἐξελθόντα ἐκ τῶν μνημείων εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».
Ἔτσι γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μπορεῖ νά κηρύξει πολύ πιό πραγματικά ἀπό τούς ἀθέους τό θάνατο τοῦ Θεοῦ. Τήν Μ. Παρασκευή στόν Ἐπιτάφιο οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν ἀληθινά καί πραγματικά αὐτό τό θάνατο. Ἀλλά τό θαῦμα τῆς Μ. Παρασκευῆς εἶναι ὅτι οἱ πιστοί κηδεύοντας τό Θεό πανηγυρίζουν τή νέκρωση τοῦ θανάτου καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Τέτρωται Ἅδης ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν.καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων, Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητός εἶ». «Σύ γάρ τεθείς ἐν τάφῳ κραταιέ, ζωαρχική παλάμῃ τά τοῦ θανάτου κλεῖθρα διεσπάραξας καί ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾽ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ, γεγονώς νεκρῶν πρωτότοκος». Ὁ Χριστός λοιπόν πέθανε πραγματικά, ἀλλά πέθανε γιά νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ πού βρίσκεται, μέσα στή φθορά καί τό θάνατο, μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἀπογοήτευση, μέσα στό ἀνόητο καί τό παράλογο, καί νά τόν ἀναστήσει.
Ἄν δέν πέθαινε, ἡ σάρκωσή του δέν θά ἦταν πλήρης, θά ἦταν φαινομενική. Ἀλλά πέθανε πραγματικά, γιατί πῆρε στά σοβαρά τή θνητή κατάστασή μας. Γιατί ἔγινε σέ ὅλα τά σημεῖα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅ,τι εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τό Θεό, ἐκτροχιάστηκε στό κενό καί ἐξαφανίστηκε μέσα στήν ἁμαρτία. Καί ὁ Θεός κενώνεται μέσα στό χῶρο τῆς ἁμαρτίας, φοράει ἀναμάρτητα ὡς σάρκα του τή σάρκα τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἁγιάζει. Χύνεται σάν μύρο στό βόρβορο τῆς δυσωδίας καί μετατρέπει τή δυσωδία σέ εὐωδία. Ζεῖ τήν ἁπλή καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς δίνει νόημα, τή γεμίζει ἀπό τήν αἰωνιότητα. Ἐργάζεται χειρωνακτικά γιά νά φανερώσει ὅτι καί ἡ πιό μονότονη καθημερινή δουλειά ἔχει αἰώνιο σκοπό καί περιεχόμενο. Ὑποφέρει, θλίβεται, ἀγωνιᾶ γιά νά μή μείνει κανένα τμῆμα καί καμιά μορφή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, πού νά μή τήν ἔχει ὁ Ἴδιος ζήσει. Καί, ὁλοκληρώνοντας αὐτή τή συμμετοχή στά ἀνθρώπινα, φθάνει ὥς τό θάνατο. Γιατί θέλει νά εἶναι κοντά μας ὁπουδήποτε κι ἄν βρισκόμαστε.
Ἔτσι, ἄν βρεθοῦμε στή χειρότερη ἀπελπισία, πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀπελπισία. Ἄν βρεθοῦμε στήν ἀγωνία, ὁ Χριστός εἶναι πάλι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀγωνία. Ἄν βρεθοῦμε σέ ἐγκατάλειψη καί μοναξιά, μποροῦμε νά ξέρουμε πώς κανείς δέν ὑπῆρξε περισσότερο μόνος ἀπό Αὐτόν πού ἔνιωσε πάνω στό Σταυρό νά τόν ἐγκαταλείπει ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας του. Ὅσο χαμηλά καί νά κατεβοῦμε, ὅσο καί νά ξεπέσουμε, ὁ Χριστός εἶναι κάτω ἀπό μᾶς, ἀφοῦ βρίσκεται στόν Ἅδη. Ἀκόμα κι ἄν πεθάνουμε, μέσα στό χάος τοῦ θανάτου μᾶς περιμένει ὁ Χριστός.
Γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ παρηγοριά καί ἐλπίδα τῶν πιστῶν. «Ὁ Σταυρός Σου, Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου». Καί τό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύεται ἔτσι τό καύχημα, ἡ νίκη καί ἡ δόξα ὄχι τῶν ἀπίστων, ἀλλά τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός πέθανε, ἀλλά ὁ Χριστός ἀνέστη. Μιά Κυριακή πρωί στήν Ἰερουσαλήμ ἐπί Ποντίου Πιλάτου ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ Χριστός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ὁ Χριστός ἀναστάς συνέτριψε τά δεσμά τῆς φθορᾶς καί ἐλευθέρωσε τόν αὐτοδεσμώτη ἄνθρωπο, νέκρωσε τό κεντρί τοῦ θανάτου καί χάρισε στόν ἄνθρωπο τή ζωή. Γκρέμισε τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», ἔφερε στό θάνατο τή ζωή, στό χρόνο τήν αἰωνιότητα, στή γῆ τόν οὐρανό, στόν ἄνθρωπο τό Θεό, «πάντα ἀναμίξ γέγονε».
Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀνάσταση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάσταση ὄχι μονάχα τῆς ψυχῆς, μά καί τοῦ σώματός του, εἶναι φυσικό νά ἀκολουθεῖται καί ἀπό τήν ἀνάσταση τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πολιτισμοῦ, καί μαζί καί τῆς κτίσης, πού εἶναι ἡ προέκταση τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ , τό Ἅγιο Πνεῦμα ξεχύνεται σέ ὁλόκληρη τήν κτίση, τό ψωμί καί τό κρασί μετατρέπονται σέ Σῶμα καί σέ Αἷμα Χριστοῦ. Σπάζουν οἱ περιορισμοί τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου, ἀρχίζει ὁ καινούργιος λειτουργικός χρόνος καί ὁ καινούργιος λειτουργικός χῶρος, ἐγκαινιάζονται οἱ καιροί τῶν ἐσχάτων.
«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια.ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».
«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἰερουσαλήμ.ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνέτειλε.χόρευε νῦν καί ἀγάλλου Σιών.σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».
Τό ὅτι πέθανε λοιπόν ὁ Θεός ἔγινε φανερό πώς σημαίνει γιά τήν Ὀρθοδοξία ὅτι ἀνέστη ὁ ἄνθρωπος καί καθετί πού δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅτι, σέ τελευταία ἀνάλυση, ἔχει νόημα καί ἐνδιαφέρον, ὅτι γίνεται ὡραία καί ἀθάνατη ἡ ζωή.