Σάββατο 4 Απριλίου 2026
Εκκλησάκια_Μικρά διαμάντια ομορφιάς και αγάπης
Καλαντα του Λαζαρου: Οταν τα παιδιά γυρνούσαν ανέμελα στις γειτονιές για να τα ψάλλουν

Τελειώνοντας το τραγούδι τους τα Λαζαράκια, όπως αποκαλούνται οι καλαντιστές της ημέρας, συνεχίζουν με ευχετικούς και επαινετικούς στίχους για το σπίτι και δέχονται ως φιλοδώρημα αυγά που τα τοποθετούν σ’ ένα στολισμένο καλαθάκι (σε κάποιες περιοχές φρούτα ή χρήματα). Τον Λάζαρο τραγουδούν κυρίως κορίτσια σχολικής ηλικίας, τα οποία αποκαλούνται λαζαρίνες, λαζαρίτσες, λαζαρούδισσες κ.α.
Γενικότερα, το Σάββατο του Λαζάρου λαμβάνει χαρούμενο χαρακτήρα, καθώς η έγερση του Λαζάρου προαναγγέλλει την Ανάσταση του Χριστού.
Τα κάλαντα του Λαζάρου
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.
Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;
Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος.
Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι,
Που ‘ν’ το στόμα μου, σαν περιβόλι.
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι.
Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,
γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.
Το κοφνάκι μου θέλει αυγά,
κι η τσεπούλα μου θέλει λεφτά.
Βάγια, Βάγια και Βαγιώ.
τρώνε ψάρι και κολιό.
Και την άλλη Κυριακή,
τρώνε το ψητό τ’ αρνί.
Παραλλαγή 1
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια
Ήρθε κι ο Χριστός να πούμε τ’ Άγια
Ήρθε ο Χριστός απ’ την Καισαρία
Εκεί έβρισκε Μάρθα και Μαρία
Μάρθα, που ’ναι ο Λάζαρος ο αδερφός σας
φίλος του Χριστού και ιδικός μας;
Λένε αφέντη μου, που είναι απεθαμένος
Και με τους νεκρούς ανταμωμένους.
Ας υπάγουμε να τον ιδούμε
και στον τάφο του να λυπηθούμε.
Λέγε Λάζαρε, τι είδες στον Κάτω Κόσμο που επήγες;
Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
Όσα φύλλα έχει ο κίσσαρας και η πόλη παραθύρια
Τόσα καλά να δώσει ο Θεός εδώ που τραγουδούμε
και τη Λαμπρή, την Πασχαλιά καλόκαρδοι να βρούμε.
Παραλλαγή 2
Αν είναι με το θέλημα
και με τον ορισμό σας,
Λαζάρου την Ανάσταση
να πω στ’ αρχοντικό σας.
Έβγατε παρακαλούμε,
για να σας διηγηθούμε,
για να μάθετε τι εγίνη,
σήμερα στην Παλαιστίνη.
Σήμερον έρχεται ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία·
Λάζαρον τον αδερφό τους
τον γλυκύ και καρδιακό τους,
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη,
κίνησε ο Χριστός για να ’ρθη.
Και εβγήκεν κι η Μαρία
έξω από τη Βηθανία.
Και εμπρός του γόνυ κλει,
και τους πόδες του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου,
δεν θ’ απέθνησκε ο αδερφός μου.
Μα κι εγώ τώρα πιστεύω,
και καλότατα εξεύρω,
ότι δύνασ’ αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.
-Λέγε, πίστευε, Μαρία
άγωμεν εις τα μνημεία.
’Κείνοι παρευθύς επήγαν
και τον τάφο του εδείξαν.
Τον τάφο να μου δείξετε
και ’γω θε να πηγαίνω.
Τραπέζι να ’τοιμάσετε,
και ’γω τον ανασταίνω.
Επήγαν και του έδειξαν
τον τάφο του Λαζάρου.
Τους είπε και εκύλισαν
τον λίθο, πούχε απάνου.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρο.
Λάζαρον θα σου τον πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου,
φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη,
ως εξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος απενεκρώθη,
ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος
και με το κηρί ζωσμένος.
Εκεί Μάρθα και Μαρία,
εκεί κι όλη η Βηθανία.
Μαθητές και Αποστόλοι
τότε ευρεθήκαν όλοι,
δόξα τω Θεώ φωνάζουν,
και το Λάζαρο εξετάζουν.
Παραλλαγή 3
-Λάζαρε, πες μας τι είδες,
εις τον Άδη που επήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι,
να ξεπλύνω το φαρμάκι.
Της καρδούλας μου το λέω,
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να ’ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε.
Στον οίκο σας χαρούμενοι,
τον Λάζαρο να πούμε.
Σε τούτο τ’ αρχοντόσπιτο
πέτρα να μη ραϊσει.
Και ο νοικοκύρης του σπιτιού,
χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει χρόνια εκατό,
και να τα ξεπεράσει.
Παραλλαγή 4 (Σύρου)
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια,
Ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια
– Που ’σουν Λάζαρε που ειν’ η φωνή σου
Που σε γύρευε η μάνα κι η αδελφή σου
– Ήμουνα στη γη, στη γη χωμένος
Κι από τους νεκρούς, νεκρούς αναστημένος.
Δώστε μου νερό, νερό λιγάκι
να ξεπλύνω της καρδιάς μου το φαρμάκι
Βάγια βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή, τρώνε το παχύ αρνί.
Το τραγούδι του Λαζάρου
(Παραδοσιακό Κυπριακό)
Έαρ ημίν επέφανεν, τοις πάσι το μηνύον
την του Λαζάρου έγερσιν, ξένον, φρικτόν σημείον.
Άνθη και ρόδα εύοσμα, κατάνυξις ψυχής τε,
και λέγω σας, ακροαταί, εις την χαράν να είσθε.
Ακούσατε την έγερσιν του τεταρταίου φίλου
και την χαράν, ην έλαβον αι αδελφαί εκείνου,
δια να καταλάβετε τι είναι θεία Αγάπη
και πώς ψυχή λυτρώννεται από πικρόν τον Άδην,
ως και αυτός ο Λάζαρος, όστις είχεν αγάπην
με τον Δεσπότην τον Χριστόν, πολλήν, καθαρωτάτην.
Αρχίζω την διήγησιν κι όλοι ακροασθείτε
με πόθον και με προσοχήν,για να ωφεληθήτε.
Ο Λάζαρος κατήγετο από την Βηθανίαν
και τον Χριστόν εδέχετο με περισσήν φιλίαν.
Είχεν και δύο αδελφάς, την Μάρθαν και Μαρίαν,
είχον αγάπην περισσήν και καθαράν καρδίαν.
Αυτός λοιπόν ησθένησεν ασθένειαν μεγάλην
και πυρετός τον έβαλεν, κι είχεν μεγάλην ζάλην.
Μα ο Χριστός ευρίσκετο εις μίαν άλλην πόλιν
με όχλον πολυάριθμον ομού και αποστόλοι.
Τοις μαθηταίς του έλεγεν με την βραχυλογίαν,
«σηκούτε να υπάγωμεν πάλιν στην Βηθανίαν,
ο Λάζαρος κεκοίμηται και θέλω να κινήσω,
δια να πάγω προς αυτόν και να τον εξυπνήσω.»
Οι μαθηταίς δεν εννοούν το τί ’θελεν να είπη,
ο Λάζαρος απέθανεν, κι είναι μεγάλη λύπη,
ημέρες είναι τέσσερεις, που είναι πεθαμμένος
και εις τον τάφον βρίσκεται κ’ είναι λαζαρωμένος.
Τότε λοιπόν ξεκίνησαν να παν στην Βηθανίαν
οι αποστόλοι κι ο Χριστός και όλ’ η συνοδεία.
Η Μάρθα τους προϋπαντά με θρήνους και με γόους
και προσκυνούσα τον Χριστόν, λέγει αυτούς τους λόγους:
«Άν ήσο ώδε, Κύριε, o Λάζαρος, ο φίλος
ποτέ δεν θα απέθνησκεν το βέβαιον εκείνος.»
Κι ο Ιησούς μας ο Χριστός τότε συνεκινήθην:
«Μάρθα, Μαρία, μην κλαίτε, μόνον έχετε πίστιν
ο γαρ πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσει.»
Λεγ’ η Μαρία, «Κύριε, ξεύρω, όσ’ αν αιτήσης,
Σου τα χαρίζει ο Θεός, αν θέλης και ορίσης».
Της λέγει «που τεθήκατε τον Λάζαρον τον φίλον,
υπάγετε ουν έμπροσθεν και δείξατέ μοι εκείνον».
Και παρευθύς επρόσταξεν τούτον να ποιήσουν,
τον λίθον εκ του μνήματος να τον αποκυλίσουν.
Επάνωθεν του μνήματος εστάθην και δακρύζει.
Κι ως άνθρωπος εδάκρυσεν με ευσπλαχνίαν,
να δείξει την συμπάθειαν και την επιεικείαν,
και ως Θεός εφώναξεν μίαν φωνήν μεγάλην,
«Λάζαρε, δεύρο έξελθε», κι ηκούσθην εις τον Άδην.
Ο Άδης αναστέναξεν, έτρεμεν, εφοβείτον,
ως ήκουσεν του Ιησού την θεϊκήν φωνήν του
τον Λάζαρον απέλυσεν ευθύς και τον αφίνει
και τον βιάζει μάλιστα μήπως εκεί απομείνη.
Εξήλθεν ουν ο Λάζαρος έξω λαζαρωμένος,
κίτρινος, μαύρος και χλωμός και τεταπεινωμένος.
Επρόσταξεν κι ελύσαν του τας χείρας και τας πόδας,
και πήγεν εις τον oίκον του μονάχος…
Αρβανίτικα Κάλαντα του Λαζάρου
(περιοχής Θίσβης Βοιωτίας)
Τσιράν τσιράν γκιτόνεζα
ντιλj μόι νούσεζα ερέ
ιπι ντjάλjετe νj βε
πeρ τε βαπς νe κουκj μπογιά
τε χάι Πασχ τeμπeδά
Απόδοση στα Ελληνικά
Τσιράνι* τσιράνι γειτόνισσα
βγες καλέ νύφη μου καινούργια
και δώσε στο παιδί ένα αβγό
για να το βάψει σε κόκκινη μπογιά
να το φάει το Μεγάλο Πάσχα.
* τσιράνι=κίτρινα λουλουδάκια, με τα οποία τα παιδιά στόλιζαν τα καλαθάκια τους για να τραγουδήσουν τα κάλαντα.
Με πληροφορίες από το sansimera.
Ο Κύριος της ζωής ονομάζει τον θάνατο «κοίμηση». Τι άρρητη ανάπαυση είναι αυτό για εμάς!
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς*
«Με το κερί ζωσμένος»

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026
Η αδελφή Γερασίμη


ΚΡΗΤΗ_ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Σήμερο ήρθε ο Χριστός ο Επουράνιος θεός εν πόλη Βηθανία κλαίει Μάρθα και Μαρία, Λάζαρο τον αδελφό τους, τόν γλυκύ τον καρδιακό τους. Τρείς ημέρες τον θρηνούσαν, και τόνε μοιρολογούσαν. Την ημέρα τήν Τετάρτη, κίνησ`ο Χριστός για νά`ρθει. Και εβγήκε η Μαρία, έξω απο τη Βηθανία. Άν εδώ ήσου Χριστέ μου, δε θα πόθαινε ο αδελφός μου, μα και τώρα εγώ πιστεύγω και καλότατα ηξεύρω ότι δύνασαι αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις. Λέω πίστευε Μαρία, άγωμε εις τα μνημεία. Τότε ο Χριστός δακρύζει, και τον Άδη φοβερίζει. Άδη Τάρταρε και Χάρο, Λάζαρε ήρθα να σε πάρω. Δεύρο έξω Λάζαρε μου, φίλε και αγαπητέ μου, παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι. Λάζαρος απέλυτρώθη, ανεστήθη κι εσηκώθη ζωντανός σαβανωμένος, και με το κερί ζωσμένος. Δόξα το θεό φωνάζουν, και το Λάζαρο ξετάζουν. Λάζαρε πές μας τι είδες, είς τον Άδη που επήγες. Είδα φόβους είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους, δώστε μου νερό λιγάκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι της καρδίας των χειλέων , και μη ρωτάτε πλέον. Τραγούδι:Αντώνης Μαρτσάκης
Τα Κάλαντα του Λαζάρου τα έμαθα από τον συγχωρεμένο τον παππού μου, Βασίλειο Στυλιανού Μαρτσάκη, ή Μαρτσοβασίλη (γεννηθείς του 1909). Από μικρό παιδί τον άκουγα κάθε χρόνο το Σαββάτο του Λαζάρου να τα τραγουδεί το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα από μικρή ηλικία να τα τραγουδώ μαζί του. Σαν φόρο τιμής στον παππού μου, μοιράζομαι μαζί σας αυτό το έθιμο, που πλέον έχει χαθεί. Καλή Ανάσταση και εις έτη πολλά.
Κάλαντα Λαζάρου!
Το συναξάρι ενός ασκητή
Ήταν τα χρόνια του ξακουστού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, όπου σ' όλη την Αλεξάνδρεια νέοι και γέροι θαύμαζαν τον ασκητή Αγάθωνα. Πάμπολλοι καμάρωναν λέγοντας πως τον είχαν αντικρίσει ακούγοντας τα λιγοστά του λόγια, και oι πάντες διέδιδαν πως το πρόσωπό του αστραφτοκοπούσε σε μια φωτοχυσία, που στον κόσμο δεν είναι άλλη. Κι όλοι ήξεραν την καλύβα του, που έμοιαζε σπηλιά, σιμά σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι, στα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Χιλιάδες και μυριάδες σκαρφάλωναν κει πάνω για να δουν από μακριά, έστω και μόνο το στέκι του, απαραίτητα ωστόσο τις τριγύρω φωτόχυτες σπίθες που χρύσιζαν τις ξερές πέτρες. Όμως μεγάλος καημός, και καταπώς έλεγαν σαράκι ζήλειας, κατέτρωγε την πεντάμορφη Ερωτηίδα, που όλοι την ήξεραν σαν την πιο ονομαστή και ακριβοπληρωμένη πόρνη της Αλεξάνδρειας: ευχόταν να κοπάσει εκείνο το ανθρωπομάνι ν' ανεβαίνει συρρέοντας στη σπηλιά του ασκητή.
Οι εκλεκτοί της φίλοι, μεγιστάνες του πλούτου, άρχοντες, διοικητές, στρατιωτικοί, έμποροι, ακόμα και σοφοί, την αναστάτωναν ξανά και ξανά με τα τσουχτερά τους πειράγματα! Έτσι λοιπόν σ' ένα τρικούβερτο νυχτερινό γλέντι στο αρχοντικό της, στο έπακρο πεισματωμένη, έβαλε στοίχημα μεγάλο πως θα κοιμόταν μια νύχτα με τον Αγάθωνα, και το πρωί φεύγοντας θα του έπαιρνε το πολυθρύλητο τρίχινο ράκος που φορούσε: Θα του το πάρω εξάπαντος, ποιος αντιστάθηκε σε μένα;, έλεγε και ξανάλεγε μεθοκοπώντας.Μερόνυχτα την έθλιβε τούτο το σαράκι, οπόταν μια και δυό ένα απόγευμα αποφασίζει επιτέλους να τραβήξει κατά τη φωλιά του ασκητή. Φτάνει ίσαμε τη γρανιτένια κορυφή, ο ήλιος μόλις είχε προλάβει να βασιλέψει.
Κατάκλειστη η σπηλιά λίγο παράμερα, σα να’ ταν τυλιγμένη με φωτοστέφανο, ίδιος ο σιωπηλός ασκητής! Η Ερωτηίδα δεν πιστεύει στα μάτια της. Φρίσσοντας πασχίζει να σκεφτεί ήρεμα. Και μεμιάς γαληνεύει, βάζοντας μπρος το σχέδιο της. Γδύνεται αργά αργά, πετώντας τα μεταξένια ντύματα σε μια χαραδρούλα. Τσίτσιδη, με λυτά μαλλιά, με τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια! Στο μισοσκόταδο λευκάζουν τα στήθια, τα λαγόνια και τ' αστραφτερά της δόντια, καθώς τρεμουλιάζουν και κροτούν ελαφρά. Είναι έτοιμη να κάνει την έφοδο. Άξαφνα παγώνει. Μπροστά της κουτσαίνοντας ένα πελώριο λαβωμένο λιοντάρι βρυχιέται σπαραχτικά και φρικαλέα, και παρευθύς κάνει να χυμήξει καταπάνω της. Κι αυτή αλαφιασμένη τρέχει προς τη σπηλιά. Όμως μπερδεύονται τα χρυσαφένια της σανδάλια, και γκρεμίζεται κάτω ουρλιάζοντας. Βογγάει απανωτά και μπήγει κραυγές σπαραχτικές. Και το λιοντάρι σιμώνει. Κι άξαφνα η Ερωτηίδα θωρεί τον αββά Αγάθωνα μπροστά της, και νομίζει πως ονειρεύεται. Κι αυτός σκύβει αργά, τη σηκώνει και την παίρνει αγκαλιά, γιατί δεν μπορεί να πατήσει. Τι να’ ναι άραγε τούτο που μου’ λαχε!, ψελλίζει κάνοντας να κρύψει απεγνωσμένα τη γύμνια της. Τώρα σπαρταράει σαν ψάρι που χάνεται η πνοή του. Ο αββάς με δυο τρεις δρασκελιές την πηγαίνει μέσα και την ξαπλώνει μαλακά ατό αχυρένιο του στρώμα, σκεπάζοντας την με μια προβιά. Σε λίγο μπάζει και το λιοντάρι και το ξαπλώνει στην απέναντι γωνιά. Ανάβει ένα λαδολύχναρο. Γαληνεμένος πέρα για πέρα μ' ένα λαγήνι πλένει το σπασμένο πόδι του λιονταριού, που τώρα μουγκρίζει ελαφρά δείχνοντας ευτυχισμένο. Τον δένει την πληγή και σιωπηλά το ευλογεί. Έπειτα με τις ίδιες αργές κινήσεις γιατρεύει το στραμπουλιγμένο πόδι της ολόγυμνης Ερωτηίδας.
Και μετά βγάζει το τρίχινο ράκος, και μ' αυτό ντύνει το κορμί της, ενώ αυτή φρίσσοντας πασχίζει με τρεμάμενα χέρια να κρύψει τη γύμνια της. Μα η γύμνια της τελικά κρύβεται στο τρίχινο ράκος, περνάει όμως λίγη ώρα για να νιώσει τούτη την προστασία.
Και ο Αγάθων ήρεμος την αφήνει στο στρώμα, τυλίγεται με την προβιά και κουλουριάζεται απέναντι της, πλάι στο λιοντάρι, που τώρα ανασαίνει εντελώς ευχαριστημένο. Γυναίκα και λιοντάρι κοιτάζονται κι οι δυό τους αλλοπαρμένοι. Μα η ματιά του λιονταριού αργά αργά αποκτά μια περίσσια τρυφεράδα. Η Ερωτηίδα ζαρώνει στο στρώμα του αββά βρέχοντας το με πνιχτά και καφτερά δάκρυα, που μαλακώνουν τα σωθικά της, και τον ανεκλάλητο παιδεμό εκείνης της νύχτας τον μεταμορφώνουν σε αγαλλίαση. Βαθιά μεσάνυχτα ο Αγάθων την πλησιάζει και της λέει: Σύρε στο σπίτι σου, και μη φοβάσαι πια. Ήρεμη σηκώνεται σκουπίζοντας τα μουσκεμένα μάτια της. Ο αββάς την ευλογεί, κι αυτή νιώθει την ευλογία σα χάδι στα μαλλιά της. Έξω σκέτη σκοτομήνη. Απεραντοσύνη και νύχτα. Το τρίχινο ράκος τη φλογίζει με μια πρωτόγνωρη αγαλλίαση. Ευφραίνεται όσο ποτέ άλλοτε, αναπνέοντας αρώματα που είναι γη, αγέρας, ουρανός, θεϊκό μεθύσι. Αισθάνεται σάμπως να οσμίζεται την ίδια την αγιοσύνη. Εκεί κοντά βρυχιέται παραπονεμένα ένα άλλο λιοντάρι. Η Ερωτηίδα κοντοστέκεται τώρα για να χαρεί τις κραυγές του. Χαράματα φτάνει στο αρχοντικό της κι αμέσως κλείνεται μέσα. Και χάθηκε για πάντα από τα μάτια του κόσμου. Χρόνια και χρόνια κανείς δεν ήξερε πια τίποτα.Μια μέρα ο υποτακτικός του ασκητή έφερε στο μοναστήρι την είδηση πως ο αββάς Αγάθων είχε πεθάνει στη σπηλιά του. Πεντέξι αδελφοί πήγαν για το εξόδιο μυστήριο. Αμήχανοι τον θωρούσαν τυλιγμένο στην προβιά του -όμως πουθενά το τρίχινο ράκος. Κι άξαφνα απορημένοι βλέπουν έναν παράξενο καλόγερο -ντυμένο με μηλωτή ως πάντοτε την νέκρωσιν του Χριστού εν τω σώματι φέροντα- να μπαίνει σιωπηλός και σκυφτός, δείχνοντας πως ήθελε να κρύψει το πρόσωπο του. Παρευθύς τους παραδίδει το τρίχινο ράκος του Αγάθωνα, και εξαφανίζεται σαν αθόρυβη σκιά. Αμέσως ντύνουν το σκήνωμα με τούτο το ράκος, οπότε θαμπωμένοι διακρίνουν και διαβάζουν πάνω του τα χρυσά γράμματα:
Ερωτηίς έρωτι Χριστού πυρπολουμένη, των χειρών σου αγλαϊστόν καλλιτέχνημα
Ο "Πλούσιος Ισραηλιτικός Λαός και ο "Λάζαρος" τα Έθνη. Σχόλια σε ένα τροπάριο
Ὁ Ἰσραὴλ πορφύραν καὶ βύσσον ἐνεδέδυτο, στολαῖς ἱεραῖς καὶ βασιλείοις λάμπων, νόμον δὲ καὶ Προφήτας πλουτῶν νομίμοις λατρείαις ἐνευφραίνετο· ἀλλά σε πτωχεύσαντα, σταυρώσας ἔξω πυλῶν Εὐεργέτα, καὶ ζῶντα μετὰ σταυρὸν ἀθετῶν, τὸν ἐν κόλποις Θεοῦ Πατρὸς ἀεὶ ὄντα, διψεῖ σταγόνα χάριτος, ὡς Πλούσιος ἄσπλαγχνος Λαζάρῳ πένητι, ὁ πορφύρας καὶ βύσσου, ἄσβεστον πῦρ ἀνθυποδύς, καὶ βλέπων ὀδυνᾶται τὸν πρὶν ψιχίων ἀληθείας, ἐνδεῆ λαὸν τῶν ἐθνῶν, νῦν ἐν κόλποις πίστεως, Ἀβραὰμ θαλπόμενον, τὴν τοῦ Αἵματός σου πορφυρίδα, σὺν τῇ βύσσῳ τοῦ βαπτίσματος φοροῦντα, καὶ συνευθηνούμενον, καὶ ἐντρυφῶντα χαρίσμασι, καὶ λέγοντα· Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.
ΣΧΟΛΙΑ
Το τροπάριο αυτό αποτελεί έναν από τους πιο συγκλονιστικούς ύμνους της Εβδομάδας πριν της Κυριακης των Βαϊων , καθώς ανασυνθέτει την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου ως μια ιστορική και πνευματική αλληγορία.
Στο πρώτο μέρος, ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Ισραήλ ως τον βιβλικό Πλούσιο. Η «πορφύρα» και η «βύσσος» που φορούσε δεν ήταν απλά υφάσματα, αλλά η βασιλική και ιερατική τιμή που του χάρισε ο Θεός. Ο πλούτος του ήταν ο Νόμος και οι Προφήτες, και η ευδαιμονία του πήγαζε από τις λατρευτικές παραδόσεις του ναού. Ωστόσο, αυτή η πνευματική περιουσία δεν τον εμπόδισε να καταδικάσει τον Ευεργέτη Χριστό. Σταυρώνοντάς Τον «έξω πυλών» και αρνούμενος την Ανάστασή Του, ο Ισραήλ περιήλθε σε μια κατάσταση πνευματικής ένδειας. Πλέον, όπως ο Πλούσιος της παραβολής στην κόλαση, «διψά για μια σταγόνα χάριτος», έχοντας χάσει την επαφή με τον Χριστό, ο Οποίος είναι η πηγή της ζωής και βρίσκεται πάντοτε στους κόλπους του Πατρός.
Στο δεύτερο μέρος, συντελείται μια εντυπωσιακή πνευματική αντιστροφή. Ο λαός των Εθνών (οι πρώην ειδωλολάτρες), που κάποτε ήταν ο «πένης Λάζαρος», στερημένος ακόμα και από τα ψίχουλα της θείας αλήθειας, βρίσκεται τώρα στη θέση της τιμής. Η δικαιοσύνη και η πίστη τους οδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, δηλαδή στην πνευματική κληρονομιά της επαγγελίας.
Ο υμνογράφος ολοκληρώνει τον συμβολισμό μεταμορφώνοντας τα υλικά της παραβολής σε στοιχεία της χριστιανικής σωτηριολογίας:Η πορφύρα δεν είναι πια σύμβολο εξουσίας, αλλά το Τίμιο Αίμα του Χριστού με το οποίο βάφτηκε η Εκκλησία. Η βύσσος δεν είναι πλούσιο ένδυμα, αλλά η λευκότητα και η καθαρότητα του Βαπτίσματος.
Έτσι, ο πρώην «φτωχός» άνθρωπος των Εθνών εμφανίζεται τώρα να «συνευθηνεί» (να ευημερεί) και να εντρυφά στα θεία χαρίσματα, όχι από δική του αξία, αλλά από τη χάρη του Χριστού, στον Οποίο αποδίδει τη δόξα. Το κείμενο, τελικά, προειδοποιεί ότι η θρησκευτική αυταρέσκεια μπορεί να οδηγήσει στην πνευματική δίψα, ενώ η ταπεινή αναζήτηση της αλήθειας οδηγεί στη συμμετοχή στο βασιλικό δείπνο της Εκκλησίας.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στο ίδιο έργο θεατές . . .
Γραφει π. Σπυρίδων Σκουτής
Δυστυχώς κάθε χρόνο ιδιαίτερα στην εορτή του Πάσχα
αποκαλύπτεται αφενός η έλλειψη κατηχήσεως των πιστών και αφετέρου η αδιαφορία ή διαφορετικά η λανθασμένη στάση σε θέματα Ορθοδόξου πίστεως και ιδιαίτερα τη Θεία Κοινωνία.
Ελάχιστοι αντιμετωπίζουν τη Θεία Κοινωνία ως τον ίδιο τον Χριστό. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι είναι απλά μια ευλογία από την Εκκλησία και αυτό για να μας πάνε καλά τα πράγματα. Όσον αφορά τις πνευματικές προϋποθέσεις. Δεν υπάρχουν κατά την άποψη τους. Αν είσαι vegan μπορείς να κοινωνάς συνέχεια, διότι όπως πιστεύουν η συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία είναι «κοιλιακή» υπόθεση και όχι καρδιακή.
Φράσεις όπως : «Θα κοινωνήσω για το έθιμο», «Πάσχα είναι καλό είναι να κοινωνήσουμε όλοι λόγω της εορτής», «Τυπικά πρέπει να κοινωνήσουμε αφού θα συναντηθούμε όλοι για Πάσχα στο χωριό, έτσι λέει η παράδοση». Πολλές μητέρες ή γιαγιάδες πιέζουν τα παιδιά και τα εγγόνια να κοινωνήσουν με το ζόρι με το πρόσχημα: «Είναι καλό, για να σε έχει καλά ο Θεός». Συχνά ακούμε βέβαια και το απίστευτο : «Ψωμάκι, κρασάκι και χρυσό δοντάκι για να μην πάθουμε τίποτα και να έχουμε υγεία».
Ο Χριστός πουθενά. Μετάνοια πουθενά. Πνευματική προετοιμασία πουθενά.
Αν τα πεις αυτά θα λάβεις την εξής απάντηση: «Ο Χριστός είναι για όλους. Τα υπόλοιπα τα φτιάξανε οι Παπάδες».
Οι περισσότεροι θέλουν να κοινωνήσουν ωθούμενοι από μια εσωτερική κίνηση και επιθυμία μεταφυσικού ενδιαφέροντος. Μπορεί δηλαδή ο άλλος να μην πατάει το πόδι του στην Εκκλησία αλλά θα πάει να κοινωνήσει το Μ. Σάββατο έτσι απλά επειδή του το είπε κάποιος συγγενής ότι είναι καλό για να έχει την εύνοια του Θεού. Σε όλες αυτές τις «εσωτερικές επιθυμίες» βλέπουμε ότι μετά το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ για όλους αυτούς ο Χριστός δεν θα λέει απολύτως τίποτα. Να τηρήσουμε την παράδοση με τα εδέσματα, να πιούμε, να χορέψουμε και άντε και του χρόνου πάλι. Τα πάντα δηλαδή κινούνται σε μια μαγική αίσθηση των πραγμάτων μια μαγεία και σε μια κοιλιακή ευφορία. Κυριολεκτικά όμως !
Ο Χριστός δυστυχώς για κάποιους εξαντλείται με το να πάμε τυπικά στις ακολουθίες με το βιβλιαράκι μας αλλά χωρίς να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη νοήματα, να σηκώσουμε ή να στολίσουμε τον Επιτάφιο με ανταμοιβή ένα αόρατο καλό, να σηκώσουμε απλά το κεφάλι μας στον ουρανό για να δούμε τα βεγγαλικά και μετά να εξαφανιστούμε για τη μαγειρίτσα.
Έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Χριστός απλά για να κάνω εγώ το κομμάτι μου και να περάσω ωραία στο χωριό κάποιες μέρες με κάποιους συγγενείς; Όχι ότι είναι κακό αυτό, αλλά δεν είναι αυτό η ουσία.
Αν τώρα σε όλους αυτούς πεις τις λέξεις μετάνοια, συγχώρεση, και εξομολόγηση αντιδράνε όπως ο διάβολος στο λιβάνι. Ιδιαίτερα με το Μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως πολλοί βγάζουνε καντήλες. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που απλά θα ζητήσουν ευχή για να κοινωνήσουν χωρίς να πούνε κάτι στην εξομολόγηση ή θα κάνουν μια εξομολόγηση του στυλ : «Τα έχω κάνει όλα, διάβασέ μου μια ευχή να τελειώνουμε».
Για να μην πούμε για τις άσχημες συμπεριφορές και τις απαιτήσεις από αυτούς που έρχονται μια φορά τον χρόνο και έχουν απαίτηση να κρατήσουν τον Επιτάφιο και τον Σταυρό με ιδιαίτερο ύφος.
Έτσι λοιπόν περνάμε το Πάσχα, επιφανειακά απλά για να είμαστε καλά, να φάμε και να ευχηθούμε «Και του χρόνου».
Υπάρχουν βέβαια και εκείνες οι αθόρυβες ψυχές που δεν ζητάνε τίποτα και προετοιμάζονται μυστικά να Τον συναντήσουν. Που απλά η Θεία Κοινωνία μέσα στο Πάσχα θα είναι άλλη μια συνάντηση με τον Χριστό όπως τόσες φορές μέσα στο έτος. Εκείνες οι ψυχές που συντονίζονται με ταπείνωση και υπακοή μέσα στον δρόμο της Εκκλησίας. Αυτές οι ψυχούλες που αγωνιούν για τη σωτηρία τους χωρίς θόρυβο, περνώντας πάντα μέσα από τον συνάνθρωπο. Θα τις δεις στους ναούς όλο τον χρόνο όχι μόνο το Πάσχα, να γονατίζουν παρακλητικά για έλεος στα ποδάρια του Αναστάντος Χριστού.
Όταν πάψουμε να βλέπουμε τον Χριστό σαν ειδωλολατρικό τοτέμ ίσως τότε να καταλάβουμε κάτι από τον χαιρετισμό : «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ».
❝ δείματα ξένα ❞

Ή τριβή























