Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος: Ο Ναός κι ο τάφος του στην Λύδδα



Ὡς τῶν αἰχμαλώτων (απ' την Νέα Τάξη) ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν (Ελλήνων απ' την τρόικα) ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός,(Μαρμαρωμένων) βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρεσβεῦε Χριστῷ Τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου μαρτυρεί την ακμή του Χριστιανισμού στη Λύδδα, που ήταν επισκοπή και μετέπειτα αρχιεπισκοπή.

Σήμερα υπάρχει (τιτουλάριος) αρχιεπίσκοπος Λύδδης, που διαμένει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στη Λύδδα διαμένει ο ηγούμενος της Μονής.
Μέχρι σήμερα επικρατούσε η γνώμη ότι η Λύδδα είχε κτιστεί από τη φυλή του Βενιαμίν, αλλά από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύεται ότι η Λύδδα είναι κτισμένη από τους Αιγυπτίους. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Λοντ (LOD) και οι Άραβες Λιντ (LID).
Ο Δημήτριος Νικάτωρ απέσπασε την Λύδδα από τη Σαμάρεια και την κατέταξε στην Ιουδαία. Μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρος, ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κάσσιος, αφού τυράννησε για αρκετό χρόνο τους κατοίκους της Παλαιστίνης πούλησε τους κατοίκους της Λύδδας ως δούλους, αυτοί όμως δεν άργησαν να απελευθερωθούν και να επανέλθουν στην πόλη τους, κατόπιν διατάγματος του Αντωνίου.
Η Καινή Διαθήκη αναφέρει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού Αινέα στη Λύδδα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. θ’ 32-35).

Μετά το Χριστό ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε από τη Λύδδα και την κατεδάφισε αλλά μετά λίγο χρόνο η πόλη επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση, όπως φαίνεται, επειδή στη μεταγενέστερη Ιουδαία γίνεται έδρα τοπάρχου, που παραδόθηκε.
Καθώς πολλές πόλεις επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας μετονομάστηκαν, έτσι και η λύδδα πήρε το όνομα Διόσπολις, προς τιμή του Δία. Και το όνομα υπάρχει στα νομίσματα, που χαράχθηκαν επί Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα.

Η Λύδδα των πρώτων Χριστιανικών αιώνων ήταν έδρα επισκόπου υπό το Μητροπολίτη Καισαρείας, αλλά έπειτα έγινε Αρχιεπισκοπή.
Στη Λύδδα έγινε η σύνοδος κατά του Πελαγίου, το 415, που έλεγε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τα έργα του, χωρίς να έχει ανάγκη της θείας χάριτος.

Ποιος έκτισε το ναό του Αγίου Γεωργίου δε γνωρίζουμεν ακριβώς, επειδή δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Άλλοι αναφέρουν ως κτίτορα το Μέγα Κωνσταντίνο, κυρίως οι συναξαριστές, και άλλοι τον Ιουστινιανό. Ο επίσκοπος Τύρου, Γουλιέλμος, λέγει ότι ο ναός κτίστηκε από τον Ιουστινιανό, αλλά ο ιστορικός Προκόπιος, που έγραψε περί των κτισμάτων του Ιουστινιανού, δεν αναφέρει τίποτα. Στους πρώτους πάντως χριστιανικούς αυτούς αιώνες πήρε η Λύδδα και το όνομα Γεωργιούπολις προς τιμή του Αγίου, και όπως αναφέρουν οι συναξαριστές, στις 3 Νοεμβρίου, έγιναν τα εγκαίνια του ναού.
Επί Χοσρόη, το 614 μ.Χ., ο ναός του Αγίου Γεωργίου δεν έπαθε καμμιά καταστροφή, επειδή οι Πέρσες περιορίστηκαν να φθάσουν μέχρι την Ιερουσαλήμ.
Επί Μουσουλμανικής κυριαρχίας, τον 8ον αι., ο Σουλεϊμάν, ο υιός του Χαλίφη Αβδού Ελ Μάλεκ, κατεδάφισε τη Λύδδα αλλά το ναό του Αγίου Γεωργίου τον άφησε ανέπαφο, επειδή οι Μωαμεθανοί σέβονται τον Άγιο και του έχουν δώσει το όνομα Χάντερ (HADER), που σημαίνει πράσινος.

Επί Χαλίφου Χάκεμ, , το 1010 μ.Χ., ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών, και καταστράφηκε ο ναός της Λύδδας, αλλά πριν την έλευση των Σταυροφόρων τον ανακαίνισε κατ’ άλλους ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ή οι εντόπιοι με τη βοήθεια των Βυζαντινών και κατ’ άλλους ο Στέφανος της Ουγγαρίας.
Αναφέρεται ότι μετά την καταστροφή του Χάκεμ και την ανακαίνιση του ναού, έγινε άλλη μία καταστροφή από τους Μωαμεθανούς στο ναό, και τον ανακαίνισαν οι Σταυροφόροι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή μετά τη μάχη της Αντιοχείας, οι σταυροφόροι ήλθαν στη Λύδδα για να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Άγιο Γεώργιο, που τους βοήθησε. Εκεί βρήκαν μεγαλοπρεπή ναό, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής εκείνης. Μόνο ο Γουλιέλμος, αρχηγός των Σταυροφόρων, αναφέρει ότι λίγο πριν την έλευση των Σταυροφόρων, οι Μωαμεθανοί κατέστρεψαν το ναό, αλλά αυτό αντιφάσκει με τα προαναφερθέντα.
Σε όλη την διάρκεια του Σταυροφοριακού βασιλείου η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις ήταν υπό τους Σταυροφόρους.

Το Λατινικό Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ κατά τα πρώτα έτη της επικρατήσεως των Σταυροφόρων, απετελείτο από την Ιερουσαλήμ, την Ιόππη (Γιάφφα), και τη Λύδδα.
Ο Ιωάννης ο Φωκάς, το 1185, ήλθε στη Λύδδα και γράφει για το ναό του Αγίου Γεωργίου ότι κάτω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο τάφος του Αγίου, όπως του είπαν οι κληρικοί του ναού. Ο Λατίνος επίσκοπος έβγαλε τις πλάκες του ναού και βρήκε το σπήλαιο, που ήταν ο τάφος του Αγίου Γεωργίου, αφού προηγουμένως ο τάφος δεν φαινόταν και οι προσκυνητές προσκυνούσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο άνθρωποι προσπάθησαν να σηκώσουν την πλάκα του τάφου, αλλά βγήκε φωτιά, που άφησε τον ένα ημικαή και τον άλλο πεθαμένο.

Μετά τη μάχη της Χαττήν, η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις, ήλθαν στα χέρια των Μωαμεθανών, με αρχηγό τον Σαλαχεντίν, οι οποίοι κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου.
Το 1191 μ.Χ., το ίδιο έτος της καταστροφής, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανά τη Λύδδα, και επισκεύασε το ναό και ήλθε σε συνθηκολόγηση με τον αρχηγό των Μωαμεθανών, Σαλαχεντίν, αλλά η συνθήκη δεν κράτησε πολύ, επειδή το 1291 οι Σαρακηνοί έδιωξαν τους Σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου της Λύδδας.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου έμεινε κατεστραμμένος έως το 1349 μ.Χ., οπότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Κατακουζηνός, έστειλε πρέσβεις στο Σουλτάνο της Αιγύπτου, Νασρεντίν Χασάν Ίμπιν Ελ Νάσσερ, για την ανακαίνιση των ιερών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης, όπως και ανακαινίσθηκαν.
Το 1442, ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών της Παλαιστίνης επί Σουλτάνου της Αιγύπτου Αλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, που κατέστρεψε το ναό και το δυτικό μέρος το μετέτρεψε σε τζαμί. Τότε επίσης πρέπει να πήρε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και χρησιμοποίησε πέτρες της Εκκλησίας για την κατασκευή της γέφυρας του Ντάχερ.

Όπως φαίνεται από την Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, ο ναός του Αγίου Γεωργίου ανακαινίστηκε μετά το 1517 επί Σουλτάνου Σελήμ του Α’, που έδιωξε τους Μαμελούκους και έδωσε ελευθερία για την εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων στους Χριστιανούς.
Για την τελευταία καταστροφή του ναού του Αγίου Γεωργίου δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά υπάρχουν δύο πιθανότητες. Η πρώτη είναι ότι στις αρχές του 19ου αι. καταστράφηκε από τους γενίτσαρους, επειδή τότε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έπαθε μεγάλο πλήγμα από εκείνους.
Η δεύτερη είναι όταν το 1837 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό, που έγινε στην περιοχή, εξαιτίας του οποίου έπεσε η σκεπή του ναού και το ιερό του Παρεκκλησίου των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Το 1871, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Κύριλλος ο Β’, ανακαίνισε το ναό και επιπλέον μαρμαρόστρωσε το πάτωμα και τον τάφο του Αγίου Γεωργίου. Εκείνη η ανακαίνιση ήταν η τελευταία. Έκτοτε γίνονται μικρές ανακαινίσεις.

0205geo (1).jpg
0205geo (2).jpg
0205geo (3).JPG
0205geo (4).jpg
0205geo (5).jpg
0205geo (6).jpg
0205geo (7).jpg
0205geo (8).jpg
0205geo (9).jpg


Αναβλύζει Άγιο μύρο και λάδι και βρισκεται στην πολη
 (στα ελληνικα) Λύδδα της Παλαιστίνης και είναι ο πάνσεπτος τάφος του Αγ Γεωργίου...

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

Με τι εγκώμια να τον υμνήσω, τον πρίγκηπα των μαρτύρων, το Παλληκάρι της Ρωμιοσύνης, τον μέγιστο και πρώτο των μεγαλομαρτύρων, τον Ακρίτη της Οικουμένης, τον διατρέχων γην και ουρανούς, που προφθάνει πάντας πανταχού, αυτός που προστρέχει σε άμεση βοήθεια, από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη όπου τον επικαλούνται με ευλάβεια….!

 

***

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ
ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος- св вмч Георгий победоносец- St. George the Trophy-bearer ΟΡΘΙΟς Ι.Μ.ΠΑΤΜΟΔὲν λάμπει τόσον ὁ λαμπρός, ἥλιος ἀνατέλλων·
ὡς ὁ λαμπρὸς Γεώργιος, ἐλθεῖν σήμερον θέλων.
Δὲν εἶναι τόσο ποθεινό, γλυκὸ τὸ φῶς ἡλίου·
καθὼς εἶναι ἡ ἑορτή, τοῦ θείου Γεωργίου.
Δὲν ὠφελεῖ ὁ ἥλιος, καὶ ζῶντας, καὶ θανόντας·
ὡς ὁ πολὺς Γεώργιος, καὶ τοὺς νεκρούς, καὶ ζῶντας.
Ἀλλ’ ὦ Ἅγιε Ἥλιε, δέομαι, ἔπιδέ με·
τὸν δοῦλόν σου τὸν σκοτεινόν, καὶ λάμψας, φώτισαί με.
Νὰ σ’ εὐφημήσω ὡς ποθῶ, καὶ νὰ σὲ ἐπαινέσω·
ἐγκώμιον παραμικρόν, νὰ πλέξω, νὰ συνθέσω.
Ὄχι ἀπὸ ἐγκώμια, ἐσὺ πῶς ἔχεις χρείαν·
Μάρτυς θεομακάριστε, ὄχι μηδὲ κᾀμμίαν.
Μάλιστα ἀπὸ λόγου μου, ὁποῦ νὰ ἐπαινέσω·
τὸ ἄλογό σου ἀρκετά, ἴσως δὲν ἠμπορέσω.
Τολμῶ δὲ ὁ ἀνάξιος, ἐτοῦτο καὶ τὸ κάνω·
τὴν χάριν καὶ τὴν σκέπην σου, διὰ ν’ ἀπολαμβάνω.
Ὅτι παντοῦ ἡ σκέπη σου, εἶναι ποθεινοτάτη·
καὶ ἡ βοήθεια ἡ σή, πολλ’ ἀναγκαιοτάτη.
Οὐ μόνον στὴν πατρίδα μας, αὐτὴν τὴν ἐπιγείαν·
ἤ μᾶλλον παροικίαν μας, ὄντως καὶ ἐξορίαν.
Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φοβεράν, τὴν μέλλουσαν τὴν κρίσιν·
τὴν τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν, πλουσιωτάτην βρύσιν.
***
Μεγάλη εἶναι ἡ τιμή, πολλὴ εἶναι ἡ χάρις·
ὁποῦ κατηξιώθηκες, Γεώργιε νὰ πάρῃς.
πολλοὶ γὰρ ἐδοξάσθησαν, ἀπὸ τοὺς μακαρίους·
Μάρτυρας, Ἱεράρχας τε, καὶ ἀπὸ τοὺς Ὁσίους.
Ὅμως κανεὶς ὡσὰν ἐσέ, κανεὶς δὲν ἀξιώθη·
ἡ χάρις καὶ ἡ δόξα σου, εἰς ἄλλον δὲν ἐδόθη.
Διότι τίς δοξάζεται, εἰς κάθε χώραν πόλιν·
εἰς τὸ καυκὶ τοῦ Οὐρανοῦ, στὴν οἰκουμένην ὅλην;
Ὡσὰν ἐσὲ Γεώργιε, μέγα, Τροπαιοφόρε·
Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Ἅγιε, θεοφόρε.
Τίς ἄνθρωπος Γεώργιε, στὸν κόσμον δὲν σὲ ξεύρει;
Καὶ ποῦ νὰ σὲ γυρέψῃ δέ, κἐκεῖ νὰ μὴν σὲ εὕρῃ;
Ποῖος ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ἐσένα δὲν δοξάζει;
Ποῖος αὐθέντης, πρίγκιπας, ἐσὲ δὲν ἑορτάζει;
Ποῖος πτωχός, ἤ ἄρχοντας, ἤ ποία ἡλικία·
δὲν σὲ ἠξεύρει Ἅγιε, καὶ τὰ μωρὰ παιδία;
Ὅλοι τους σὲ ἠξεύρουσι, καὶ ὅλοι σὲ γνωρίζουν·
καὶ μὲ χαράν τους περισσήν, ἐσὲ πανηγυρίζουν.
Ὅλοι τους ὡς πατέρα τους, ἐσὲ ἐπικαλοῦνται·
καὶ ὅλοι ἀπ’ τὴν χάριν σου, εὐθὺς εὐεργετοῦνται.
Ὅλοι, ὡς εὐεργέτην τους, λοιπὸν ἐσένα κράζουν·
ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, τοῦ λόγου σου φωνάζουν.
Οὐ μόνον οἱ χριστιανοί, ἡμεῖς τῆς Ἐκκλησίας·
ταύτης τῆς Ἀνατολικῆς, τῆς εὐσεβοῦς καὶ θείας.
Ἀλλ’ ἔτι καὶ οἱ Δυτικοί, Σπανιόλοι καὶ Φραντζέζοι·
Ἀρμένοι, Κόπται, Λούτεροι, Ἰγκλέζοι, Ὀλλαντέζοι.
Ὡς καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ αὐτοί, ἐσένα σὲ τιμοῦσι·
σὲ ἀγαποῦσι δυνατά, σὲ θέλουν, σ’ ἐπαινοῦσι.
Ὅλα τὰ ἔθνη κᾑ φυλαῖς, λοιπὸν ἐσὲ δοξάζουν·
πανένδοξε Γεώργιε, καὶ σὲ ἐγκωμιάζουν.
Καὶ ὅλα τὰ βασίλεια, ὅλαις ᾑ πολιτείαις·
σὲ ἑορτάζουν μὲ τιμαῖς, καὶ μὲ δοξολογίαις.
Γιατί τί χώρα, ἤ χωριό, ἤ κάστρο, ἤ καὶ πόλις·
Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, τῆς οἰκουμένης ὅλης,·
δὲν ἔχει τὴν εἰκόνα σου, δὲν ἔχει τὸν ναόν σου·
καὶ δὲν τιμᾷ, δὲν προσκυνᾷ, τὄνομα τὸ δικόν σου;
Σὺ μέσα ἐγεννήθηκες, εἰς τὴν Καππαδοκίαν·
κι ὅλον τὸν κόσμον ἔκαμες, πατρίδα σου ἰδίαν.
Ὅτι παντοῦ σὲ ἀγαποῦν, ὡσὰν συμπατριώτην·
παντοῦ σὲ ἑορτάζουσι, Χριστοῦ ὡς στρατιώτην.
Ἀξιοθαύμαστος λοιπόν, εἶναί σου ἡ πατρίδα·
νὰ τὴν στολίσ’ ὅλη ἡ γῆ, πρέπει μὲ ἀλουργίδα.
Καὶ ἀξιομακάριστος, ἡ μνήμη τοῦ πατρός σου·
καὶ ἡ μακαρία ἡ κοιλιά, ἐκείνης τῆς Μητρός σου.
Ὅτι ἐγέννησαν υἱόν, τόσον χαριτωμένον·
πανάρετον, πανθαύμαστον, κοσμοαγαπημένον.
Χριστοῦ μεγαλομάρτυρα, τὴν δόξαν τῶν Μαρτύρων·
τὸ καύχημα καὶ τὴν τιμήν, τόσων λαῶν ἀπείρων.
Τὸ πρόεδρον τῶν Ἀθλητῶν, καὶ ὄντως ταξιάρχην·
Μαρτύρων τὸ περίβλεπτον, ἔνδοξον ταγματάρχην.
Τὸν μέγαν, τὸν πολύαθλον, τὸν θεῖον Ἀθλοφόρον·
τὸν παλαιστήν, τὸν νικητήν, καὶ τὸν τροπαιοφόρον.
Ἥρωα τὸν οὐράνιον, τὸν θεῖον Ἡρακλέα·
ἡμίθεον τὸν ἔνθεον, τὸν ἄλλον Ἀχιλλέα.
Τὸν νοερὸν ἀδάμαντα, τὸν ὄντως ἀριστέα·
ὁποῦ ἐδόξασε Θεόν, τὸν πάντων Βασιλέα.
Ἐδόξασε τὸν Ἰησοῦν, Χριστόν, τὸν Κύριόν μας·
σὺν τῷ Πατρί, καὶ Πνεύματι, τὸν κραταιὸν Θεόν μας.
Εὔφραν’ ἐχαροποίησεν, Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους·
νικήσας τὸν διάβολον, ἐνδόξως ἕως τέλους.
Ἐδόξασεν, ἐτίμησεν, τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν·
ἐστόλισ’ ἐκαλλώπισεν, ὅλην σχεδὸν τὴν Κτίστην.
Ὅθεν αὐτὸν καὶ ὁ Θεός, ἐδόξασε μεγάλως·
ὅσο δὲν ἐδοξάσθηκε, στὸν κόσμον τοῦτον ἄλλος.
Τοῦ ἔδωκε θεοπρεπῶς, τὴν χάριν τῶν θαυμάτων·
καὶ θαύματα ἐγέμισε, τὴν γῆν ἕως περάτων.
Ποῖος γὰρ τόπος ἀδελφοί, δὲν εἶδε θαύματά του;
Ἤ τίς ποτε δὲν ἤκουσε, σημεῖα τέρατά του;
Τίς τὸν ἐπικαλέσθηκε, νὰ ‘λθῃ βοήθειά του·
καὶ δὲν τὸν εἶδε παρευθύς, ἀνέλπιστα κοντά του;
Τίς κινδυνεύει καὶ βοᾷ, διὰ νὰ τὸν γλιτώσῃ·
καὶ γλιτωμὸν ὁ Ἅγιος, δὲν ἔφθασε νὰ δώσῃ;
Ποῖος τότε αἰχμάλωτος δὲν εἶδ’ ἐλευθερίαν·
φωνάζοντας τὸν Ἅγιον, μ’ ὅλην του τὴν καρδίαν;
Τίς ἀσθενής, ἤ ἐνδεής, καὶ ποῖος ξεπεσμένος·
ἔμεινεν ἀβοήθητος, καὶ ἀλησμονημένος;
Κράζοντας τὸν θαυματουργόν, τὸν Ἅγιον ἐτοῦτον·
τὸν βοηθὸν τῶν ἀσθενῶν, καὶ τῶν πτωχῶν τὸν πλοῦτον;
Τὸ Ἅγιόν του ὄνομα, ποῖος ἐπικαλεῖται·
εἰς τὴν ἀνάγκην του ποτέ, καὶ δὲν εὐεργετεῖται;
Τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ποῖος τιμᾷ, γεραίρει·
καὶ πάντοτε δὲν τὸν βαστᾶ, ἐτοῦτος ἀπ’ τὸ χέρι;
Τὸν ἔνδοξον Γεώργιον, τίς τοῦ γυρεύει χάριν·
καὶ δὲν τὸν βλέπει παρευθύς, κοντά του καβαλάρην;
Τὸν μέγαν μου Γεώργιον, τίς λέγει του, βοήθει·
κι ὡς ἀστραπὴ ἐξ οὐρανοῦ, τῆς ὥρας δὲν ἐχύθη;
Τίς βασιλεὺς χωρὶς αὐτόν, τὸν Ἅγιον πηγαίνει·
νὰ πολεμήσῃ τὸν ἐχθρόν, κι εἰς πόλεμον ἐμπαίνει;
Τί στράτευμα, τίς στρατηγός, δὲν τὸν κρατεῖ στὸ χέρι·
κρατῶντάς τον στὸ χέρι δέ, δὲν τρέχει καὶ δὲν χαίρει;
Τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ἀπάνω ἄν δὲν στήσῃ·
πῶς ἠμπορεῖ τὸ στράτευμα, ἐκεῖνο νὰ νικῆσῃ;
Τὸ τρόπαιον, τὸ φλάμπουρο, ἄν δὲν τοῦ τὸ σηκώσῃ·
πῶς τοὺς ἐχθρούς του ἠμπορεῖ, ἐνδόξως νὰ τροπώσῃ;
Οἱ Ἄγγελοι τὸν χαίρονται, ὡς ἕνα ἀδελφόν του·
οἱ Ἅγιοι τὸν βλέπουσιν, ὡς ἕνα στολισμόν τους.
Ἡ ἐκκλησία στήριγμα, νίκην ᾑ βασιλείαις·
ᾑ αὐθεντείαις καύχημα, χαρὰν ᾑ πολιτείαις.
Ὁ κόσμος ὅλος καὶ καλά, δόξαν τους καὶ τιμήν τους·
οἱ δαίμονες τὸν τρέμουσιν, ὡς πταῖσται τὸν κριτήν τους.
***
Αὐτὸς εἶναι ἀκροαταί, ὁ γίγας ὁποῦ τρέχει·
τὰ τετραπέρατα τῆς γῆς, ἀναπαυμὸν δὲν ἔχει.
Τρέχει ἐδώ, τρέχει ἐκεῖ, και πανταχοῦ προφθάνει·
τὸν κόσμον ὅλον ἐν ταυτῶ, εὐθὺς περιλαμβάνει.
Τοὺς ὅσους τὸν παρακαλοῦν, διὰ νὰ βοηθήσῃ·
τὸ ζήτημα τοῦ καθενός, διὰ νὰ τὸν χαρίσῃ.
Καὶ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται, πρᾶγμα νὰ τοῦ ζητήσῃ·
καὶ ὁ Γεώργιος αὐτό, νὰ μὴ τοῦ τὸ χαρίσῃ.
Διότι μὲ τοῦ Ιησοῦ, τὴν παντοδυναμίαν·
πάντα ἰσχύει δύναται, δίχως ἀμφιβολίαν·
Γιὰ νὰ δοξάσῃ βέβαια, τοῦτον τὸν Ἅγιόν του·
εἰς ὅλα τὰ βασίλεια, ὡς δοῦλον γνήσιόν του.
Καθὼς τὸν δόξασεν αὐτός, καὶ τὸ πανάγιόν Του·
Ὄνομα ὁμολόγησε, μὲ τὸ μαρτύριό του.
Ἔμπροσθεν εἰς τοὺς βασιλεῖς, καὶ δὲν τοὺς ἐφοβήθη·
οὐδὲ τὰ παιδευτήρια, τὰ τόσα συλλογήθη.
Κεῖνα τὰ παιδευτήρια, τὰ πάμπολλα καὶ τόσα·
ὁποῦ τρομάζει μοναχά, νὰ τὰ εἰπῇ ἡ γλῶσσα.
Τὴν κάμινον τὴν φοβεράν, ἐκείνην τῆς ἀσβέστου·
ὁποῦ ἐμένα μἔπρεπε, τοῦ μιαροῦ καὶ πταίστου.
Διὰ νὰ φύγω τὸ φρικτόν, τὸ ἄσβεστον ἐκεῖνο·
τὸ πῦρ τὸ τῆς κολάσεως, ὁποῦ ποτὲ δὲν σβήνω.
Μάλιστα ὁ ἀνόητος, τἀνάφτω, τὸ αὐξάνω·
μὲ τὰ κακά, ὁποῦ παντοῦ, καὶ κάθε ὥρα κάνω.
Ὄχι τοῦ Γεωργίου μου, ὁποὖχε καιομένην·
πάντοτε τὴν καρδίαν του, καὶ καταφλεγομένην.
Ὑπὸ τοῦ θείου ἔρωτος, ὑπὸ πυρὸς ἀΰλου·
ἐκείνου τοῦ Δημιουργοῦ, ἐτοῦτου τοῦ ἐνύλου.
Τὸν φοβερὸν πάλιν τροχόν, κἐκεῖνα τὰ πυρφόρα·
καὶ σιδηρᾶ ποδήματα, ὅλα θανατηφόρα.
Ὁποῦ ἐμένα μἔπρεπαν, αὐτὰ ὅλως διόλου·
ὡς ἐκ παιδὸς ὤν ὁπαδός, φίλος τοῦ διαβόλου.
Διότι ἄφηκα κακῶς, ὁδὸν τὴν τεθλιμμένην·
ὕστερα δὲ εὐρύχωρην, πολλὰ ἀναπαυμένην.
Καὶ ἔπιασα ὁ ἄγνωστος, στράταν τὴν πλατυτάτην·
ὕστερα δὲ πολλὰ κακήν, φίδια, καὶ πῦρ γεμάτην.
Καὶ τρέχοντας περιπατῶ, μαζὶ μετὰ δαιμόνων·
καὶ χαίροντας ἀκολουθῶ, τοὺς διαβόλους μόνον.
Ὄχι του Γεωργίου μου, ὁποῦ τὸν ἑαυτόν του·
τελείως ἀπαρνήθηκε, και ἅρας τὸν Σταυρόν του.
Ἀκολουθοῦσε τρέχοντας, χαίροντας, τὸν Χριστόν του·
καθὼς ὁρίζει ὁ Χριστός, στὸ Εὐαγγέλιόν Του.
Καὶ τἆλλα τὰ μαρτύρια, ὁποῦ γιὰ συντομίαν·
ἐγὼ τὰ ἀποσιωπῶ, μὲ ἔκπληξιν βαθεῖαν.
Καὶ διατὶ εὑρίσκονται, εἶναι εἰς κάθε στόμα·
τὰ ὅσα ἔπαθεν αὐτό, τὸ νικηφόρον σῶμα.
***
Διόπερ καὶ ὁ Κύριος, διὰ νὰ τὸν τιμήσῃ·
τὸν πάντιμον Γεώργιον, τὴν δόξαν του ναὐξήσῃ.
Ηὐδόκησεν ἡ ἑορτή, ἐτούτου τοῦ Ἁγίου·
νὰ πέφτῃ μὲ τὴν ἑορτήν, Αὐτοῦ μας τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, ὤ δόξα, νὰ τιμᾶται·
ἀντάμα μὲ τὸν Κύριον, καὶ νὰ συμπροσκυνᾶται.
Δοῦλος νὰ ἑορτάζεται, μαζὶ μὲ τὸν δικόν του·
Αὐθέντην καὶ Δεσπότην του, πολὺ ἐγκώμιόν του.
Δοῦλος γὰρ ὁ ἐξαίρετος, καὶ τίμιος τυχαίνει·
ἐξαίρετην καὶ τὴν τιμήν, βέβαια νὰ λαβαίνῃ.
Τὸ Πάσχα ἑορτάζομεν, λοιπὸν το λαμπροφόρον·
εἶτα καὶ τὸν Γεώργιον, ναί, τὸν τροπαιοφόρον.
Τιμοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν, Χριστοῦ καὶ προσκυνοῦμεν·
τιμοῦμεν καὶ τὸν Ἅγιον, αὐτὸν καὶ εὐφημοῦμεν.
Στεφάνου Πρωτομάρτυρος, προνόμιον οἰκεῖον·
ἦτον νὰ ἑορτάζεται πρὸ πάντων τῶν Ἁγίων.
Διότι πρώτιστος αὐτός, τὸ αἷμά του τὸ χύνει·
μετὰ τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, καὶ τὴν ζωὴν προδίνει.
Ἡ δὲ πνευματοκίνητος, Ἁγία Ἐκκλησία·
ὁποῦ τὰ ἐδιόρισε, τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ.
Τοῦτον τὸν μέγαν προτιμᾷ, σοφῶς καὶ διορίζει·
καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, αὐτὸν πανηγυρίζει.
Ὡς πλιότερον πολυπαθῆ, Στεφάνου, Δημητρίου·
καὶ τῶν λοιπῶν ὁποῦ φοροῦν, στέφανον μαρτυρίου.
Ὁ τῶν Ἁγίων Ἅγιος, τὸν ἀγαπᾶ κοντά Του·
ἐτοῦτόν Του τὸν Ἅγιον, δι’ ἁγιότητά Του
Ὁ μέγας Μάρτυς Ἰησοῦς, καὶ τῆς ὁμολογίας·
αὐτῆς πρῶτος διδάσκαλος, τῆς εἰς Αὐτὸν λατρείας.
Τοῦτον τὸν Μάρτυρα Αὐτοῦ, ὡς πλέον κοινωνόν Του·
καὶ πλιὸ σιμά του ἔλαβε, ὡς πλέον ἀρεστόν Του.
Ὅθεν μετὰ τὰ Ἅγια, φρικτὰ μαρτύριά του·
ὕστερ’ ἀπὸ τὰ πάνσεπτα, Πάθη τὰ ἐδικά Του.
Καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὕστερα τὴν λαμπράν Του·
Ἔγερσιν τὴν πανένδοξον, Αὐτοῦ καὶ φανεράν Του.
Τιμῶμεν καὶ τὰ τίμια, πάθη τοῦ Γεωργίου·
καὶ τὰ λαμπρὰ μαρτύρια, ἐτοῦτου τοῦ Ἁγίου.
Καὶ τὴν σεβάσμιον αὐτοῦ, μνήμην καὶ ἑορτήν του·
καὶ τὴν μεγάλην χάριν του, καὶ τὴν πολλὴν τιμήν του.
Πανηγυρίζομεν λοιπόν, μὲ ἄμετρον χαράν μας·
καὶ ἑορτάζομεν αὐτόν, μὲ ὅλην τὴν καρδιά μας.
Ὅτι ὡσὰν Αὐγερινός, λαμπρός, ἀκτινοβόλος·
ἔλαμψεν ὁ Γεώργιος, χαρά, καὶ δόξα ὅλος.
Καὶ τὸ ἕαρ τὸ γλυκύ, καὶ τὸ χαριτωμένον·
ἐφάνη ὁ Γεώργιος, ἕαρ πεποθημένον.
Τοῦτο ἐγὼ νομίζω δέ, νὰ μᾶς τὸ σημειώνῃ·
καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἑορτῆς, καὶ νὰ τὸ φανερώνῃ.
Τὸ ἕαρ, καὶ ἡ ἄνοιξις, μεθ’ ἧς τοῦ Γεωργίου·
ἡ σεβασμία ἑορτή, συντρέχει τοῦ Ἁγίου.
***
Γεώργιος ο Γοργος- Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_წმინდა გიორგი გმი-ΑΓ.ΝΙΚΟΛ.ΟΡΦΑΝΟΣ %d1%81Σύντομα ἐγκωμίασα, πολλὰ τὸν θαυμαστόν μου·
τὸν Ἅγιον Γεώργιον, τὸν πολυπόθητόν μου.
Ὄχι γιατὶ ὕλην ἐδώ, δὲν εἶχα νὰ πλατύνω·
ἀλλ’ ὅτι οἰκειοθελῶς, τὸ πλάτος τὸ ἀφήνω.
Διὰ νὰ δύναται καθ’ εἷς, ὁποῦ τὸν εὐλαβεῖται·
καὶ τὸν τιμᾷ τὸν Ἅγιον, καὶ τὸν ἐπικαλεῖται.
Μικρὸν ὄντας καὶ σύντομον, αὐτὸ νὰ συνηθίζῃ·
νὰ τὸ διαβάζῃ συνεχῶς, καὶ νὰ τὸ ἐκστομίζῃ.
Διότι βλέπω περισσούς, ὁποῦ ἐπιθυμοῦσι·
νὰ τὸν πανηγυρίζουσι, καὶ νὰ τὸν ἐπαινοῦσι.
Ὅτ’ εἰς πολλοὺς κάνει καλό, μὲ τὰς θαυματουργίας·
πολλοὺς γλιτώνει καὶ παντοῦ, ἀπὸ πολλὰς αἰτίας.
Καὶ διὰ τοῦτο ἀγαποῦν πολλοί, νὰ τὸν δοξάζουν·
νὰ ἔχουσιν ἐγκώμια, νὰ τὸν ἐγκωμιάζουν.
Ὅτι ἐγὼ τώρα ἐδώ, ἄν θέλω νὰ ἀρχίσω·
τὸν Ἅγιον Γεώργιον, εἰς πλάτος νὰ τιμήσω.
Εἶναι ὡσὰν τὸν ἥλιον, νὰ θέλω νὰ φωτίσω·
ἤ εἶναι ὡσὰν νὰ ζητῶ, τὸ χιόνι νὰ ἀσπρίσω.
Αὐτὸ δὲ ὁποῦ ἔκαμα, ἐγὼ εἰς τοὺς Ἁγίους·
καὶ ἐγκωμίασα ἐδώ, ἐκ τῶν πολλῶν ἐνίους.
Δὲν εἶνα πῶς τὸ ἔκαμα, ἐκείνους νὰ τιμήσω·
ὁ γὰρ Θεὸς τοὺς τίμησεν, ἐγὼ τί νὰ μιλήσω;
Ἀλλὰ μ’ αὐτὸ τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ ὠφελήσω·
ἐξ ἔργων μὴ δυνάμενος, ὄφελος ν’ ἀποκτήσω.
Μὲ τὴν βοήθειαν αὐτῶν, καὶ τὴν εὐχαρίστιαν·
εἰς τὴν Δευτέραν τοῦ Χριστοῦ, μεγάλην παρουσίαν.
Ὅτι ἐᾶν ἡμεῖς ἐδώ, ὁπόταν ἐπαινοῦμεν·
ἁπλῶς κανένα ἄνθρωπον, καὶ τοῦτον τὸν τιμοῦμεν·
Ἄν δὲν εἶναι καὶ φίλος μας, εὐθὺς κάνει φιλίαν·
εἰδὲ καὶ εἶναι φίλος μας, δίνει εὐχαριστίαν.
Χαίρεται εἰς τὸν ἔπαινον, πολλὰ τὸ καμαρώνει·
τὸν ἑαυτόν του εἰς ἡμᾶς, μ’ αὐτὸ ὑποχρεώνει.
Πόσῳ μᾶλλον οἱ Ἅγιοι, θαῤῥεῖτε νὰ θελήσουν·
ἡμᾶς τοὺς ἐγκωμιαστάς, αὐτῶν νὰ ὠφελήσουν.
Καὶ εἰς ἐτούτην τὴν ζωήν, νὰ μᾶς εὐχαριστήσουν·
καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν πολύ, νὰ μᾶς εὐεργετήσουν.
Βλέποντες ἐπαινούμενα, τὰ κατορθώματά τους·
χαίροντες, εὐφραινόμενοι, εἰς τὰἐγκώμιά τους.
Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, θέλει μᾶς ἀποδώσει·
ἐκεῖ τὸν κόπον μας αὐτόν, καὶ μᾶς τὸν ἐπληρώσει.
Ὅτι τοὺς φίλους του ἡμεῖς, κατὰ πολλὰ τιμοῦμεν·
καὶ τοὺς ἐπικαλούμεθα, καὶ τοὺς ἀναζητοῦμεν.
Καθώσπερ καὶ ὁ φίλος του, ὁ τόσο τίμιος του·
ὡς καὶ αὐτὸς τὸ ἔκαμε, καθὼς ψάλλει ἀτός του.
Ἐμοὶ δὲ λίαν λέγοντας, οἱ φίλοι Σου Θεέ μου·
μεγάλως ἐτιμήθησαν, πάντοτε Κύριέ μου.
Καὶ ὡς καθὼς ἕως ἀργοῦ, λόγου καὶ σωτηρίου·
θέλομεν λάβῃ ἀμοιβήν, δόξαν παρὰ Κυρίου.
Εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τοῦ ἐνδοξαζομένου·
ἐν τοῖς Ἁγίοις ἅπασι, καὶ τῆς Ἀειπαρθένου.
Ὅτι αὐτῷ πρέπει καὶ νῦν, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος·
δόξα, τιμή, προσκύνησις, Αὐτὸς γὰρ Θεὸς μόνος