Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Η Γκόντα Φαν Στιν καθηγήτρια νεοελληνικής και Βυζαντινής ιστορίας

Η Διαθήκη του Αγιου Γέροντα Γαβριήλ.



 

Δόξα τῷ Χριστῷ τῷ Θεῷ!

Ζητώ συγχώρεση και ευλογία από τον Αγιώτατο και Μακαριώτατο Καθολικό-Πατριάρχη πάσης Γεωργίας, Ηλία Β΄. Σε όλο τον κλήρο και τη μοναστική αδελφότητα, αφήνω την ευλογία μου και τη συγχώρεσή μου — μια συμφιλίωση.

 Ο Θεός είναι Αγάπη· ωστόσο, παρά τις προσπάθειές μου, δεν κατόρθωσα να αποκτήσω την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, όπως προστάζει ο Κύριος. 

Μέσα στην αγάπη βρίσκει κανείς τη Βασιλεία των Ουρανών εντός αυτού του ορατού κόσμου και κληρονομεί την Αιωνιότητα (την Αιώνια Ζωή). Να με ενταφιάσετε χωρίς φέρετρο, τυλιγμένο στον μοναχικό μου μανδύα. 

Να είστε καλοσυνάτοι και ταπεινοί, διότι ο Κύριος μας θυμήθηκε μέσα στην ταπείνωσή μας και χαρίζει χάρη στους ταπεινούς. Να συμπεριφέρεστε σε κάθε άνθρωπο που γεννήθηκε από τον Θεό με ταπείνωση, καλοσύνη και αγάπη. 

Παίρνω μαζί μου αγάπη για όλους — για τους Ορθόδοξους πιστούς και για κάθε άνθρωπο που γεννήθηκε από τον Θεό. Ο σκοπός της ζωής και ολόκληρου αυτού του ορατού κόσμου είναι να φτάσει κανείς στη Βασιλεία του Θεού, να πλησιάσει τον Θεό και να κληρονομήσει την Αιώνια Ζωή. Αυτό εύχομαι σε όλους σας. 

Σας αφήνω την ευλογία μου, προσευχόμενος να μη χάσει κανείς το μέγα έλεος του Θεού και να αξιωθούν όλοι να φτάσουν στη Βασιλεία. 

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να ζει και να μην αμαρτάνει. Εγώ, περισσότερο από όλους, είμαι μεγάλος αμαρτωλός — εντελώς ανάξιος και αδύναμος. 

Με όλη την αγάπη που έχω, σας παρακαλώ: καθώς περνάτε από τον τάφο μου, ζητήστε συγχώρεση για μένα, τον αμαρτωλό. Χώμα ήμουν και σε χώμα επέστρεψα.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

Μοναχός Γαβριήλ.

Άγιος Γαβριήλ της Γεωργίας ο Ομολογητής και δια Χριστόν Σαλός 

Σπάνιο οπτικό ντοκουμέντο με τον σύγχρονο Άγιο της Γεωργίας Γαβριήλ τον Ομολογητή και δια Χριστόν Σαλό. Έχει γυριστεί στο αρχαίο Μοναστήρι της Mtskheta στη Γεωργία, όπου ο πρώτος Ναός είχε κτιστεί τον τέταρτο αιώνα.

 

Ο μεγάλος άγιος της Γεωργίας Γαβριήλ ο διά Χριστόν σαλός και Ομολογητής († 1995)ΕΔΩ

Περγάμου Ιωάννης(Ζηζιούλας): Η Ορθόδοξη Θεολογία και οι προκλήσεις του 21ου αιώνα

Όσοι καταλαβαίνετε το μέγεθος της πλάνης αυτού του "τιτάνα" που εγκωμιάζετε από τους φιλοσοφούντες της Νέας Εκκλησίας.Υβρίζοντας ο πονηρός τον Ρωμανίδη και χύνοντας το δηλητήριο της πλάνης.

Μέχρι και ο Γιαναράς τον έκραζε..

 Πάρτε και Zantac για το στομάχι..

Πανοσιολογιώτατε Εκπρόσωπε της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου•
Σεβασμιώτατε Εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος•
Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα της Θεοσώστου αυτής επαρχίας κύριε Ιγνάτιε•
Σεβασμιώτατοι άγιοι αρχιερείς•
Ελλογιμώτατε κύριε Διευθυντά της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών•
Ευλαβέστατοι κληρικοί•
Ελλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί•
Κυρίες και Κύριοι
Ο χρόνος νοηματίζεται από τον καιρό, και ο καιρός δεν είναι παρά μία στάση, ένας σταθμός, για να μπορέσουμε να εποπτεύσουμε το παρελθόν και να ατενίσουμε το μέλλον. Χωρίς τον καιρό ο χρόνος ρέει ανοημάτιστος, καταποντίζεται στο θάνατο, τίποτε από όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν δεν επιβιώνει. Μέσα σε όλη την κτίση μόνον ο άνθρωπος μετατρέπει τον χρόνο σε καιρό. Είναι το προνόμιο και η ευθύνη της ελευθερίας που του δόθηκε από τον Δημιουργό, να εισάγει μέσα στο χρόνο, έστω και για λίγο (όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν στη Θεία Λειτουργία) την παρουσία και τη γεύση των εσχάτων, αυτών που δεν θα χαθούν μαζί με τόσα και τόσα άχρηστα που κουβαλάμε στη ζωή αυτή.[ΠΟΛΛΑ ΑΛΜΑΤΑ Η ΑΥΤΟΥ ΕΤΕΡΟΤΗΣ. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕ. ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΕΡΙΜΝΗΣΕΙΣ ΩΣΤΕ ΤΑ ΑΛΜΑΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΟΥΝ ΠΗΔΗΜΑΤΑ]
Ένα τέτοιο «καιρό» αισθάνομαι ότι βιώνω τις μέρες αυτές, ένα δώρο του ελεήμονος Θεού δοσμένο σε μένα με τα χέρια της αγάπης του αδελφού Αγίου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, καθώς ακούω τον αντίλαλο της φωνής μου στον στοχαστικό και κριτικό λόγο των εισηγητών αυτού του συνεδρίου, και παραλαμβάνω από τα χέρια του Διευθυντού της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών την τιμητική διάκριση του πρώτου «Εταίρου» της.[ΧΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΦΙΔΟΥ ΕΞΟΧΩΤΑΤΕ]
Διακόπτω έτσι τη ροή του χρόνου της ζωής μου και στέκομαι στο σταθμό αυτό του ταξειδιού της πρώτα απ’ όλα για να ευχαριστήσω τον δωρεοδότη Κύριο, ο οποίος μου έδωσε το μεγάλο δώρο της ύπαρξής μου και τη δίψα της αναζήτησης του νοήματός της, και έπειτα όλους εσάς που με επικεφαλής τον ακάματο και χαρισματικό ποιμενάρχη της τοπικής αυτής Εκκλησίας υποβληθήκατε στον κόπο να με τιμήσετε με την εδώ παρουσία σας. Όλως ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Παναγιώτατο και πολυσέβαστό μου Αυθέντη και Δεσπότη, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο για την συγκατάβασή Του να αποστείλει τον Πανοσολογιώτατον Αρχιγραμματέα της Αγίας καί Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιμανδρίτην κ. Βαρθολομαίον, κομιστήν του σεπτού Πατριαρχικού Μηνύματος, του οποίου οι λόγοι με συνεκίνησαν βαθύτατα. Από καρδίας ευχαριστώ ωσαύτως τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον για την ευγενή καλωσύνη του να αποστείλει εκπρόσωπόν του στην εκδήλωση αυτή, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βελεστίνου κ. Δαμασκηνόν, και διά τους αγαθούς περί της ταπεινότητός μου λόγους του. Ευχαριστώ επίσης τους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς Μιλήτου, Τρίκκης, Θεσσαλιώτιδος, Ελασσώνος, Μεσσηνίας, Ρεντίνης, για την ενταύθα όλως τιμητική παρουσία τους.[ΕΙΝΑΙ ΑΤΕΧΝΟΣ ΚΑΙ ΑΤΑΛΑΝΤΟΣ Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ]
Όλως ιδιαιτέρως η ευγνωμοσύνη μου στρέφεται προς τους εισηγητές του Διεθνούς Συνεδρίου, που οργανώθηκεν εδώ με θέμα την ταπεινή θεολογική μου προσφορά: τους Σεβασμιωτάτους και προσφιλεστάτους μου αδελφούς επισκόπους της Εκκλησίας της Σερβίας Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιο και εν Δυτική Αμερική κ. Μάξιμον• τον Μέγα Αρχιδιάκονο του Οικουμενικού Πατριαρχείου κ. Μάξιμο• τους ελλογιμωτάτους καθηγητάς κ.κ. Βασιλειάδη, Δεληκωνσταντή, Μαρτζέλο, Σταύρου, Παπανικολάου, π. Μπαθρέλλο, Αγόρα, Παπαγιαννόπουλο, Γιαγκάζογλου, κα Τσαλαμπούνη, Ασπρούλη και Βέντη, για το ενδιαφέρον που επέδειξαν και τον κόπο που κατέβαλαν προκειμένου να μελετήσουν σε βάθος και να παρουσιάσουν με τόση ακρίβεια και κριτική σκέψη την ταπεινή συμβολή μου στη θεολογική παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκτός από τη μεγάλη τιμή που συνεπάγεται για μένα η προσοχή και ενασχόλησή τους με το έργο μου, οι παρατηρήσεις τους αποτελούν πολύτιμη πηγή για τη διεξαγωγή ενός σοβαρού και εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου —επί τέλους— και στον τόπο μας, όπου επικρατεί κατά κανόνα η εμπαθής πολεμική και ο αυτάρεσκος μονόλογος.
Τέλος, οι θερμές ευχαριστίες μου απευθύνονται προς την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, το μεγάλο αυτό επίτευγμα της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού. Η απόφασή της να με τιμήσει με τον τίτλο του «Εταίρου» της και να οργανώσει το Διεθνές αυτό Συνέδριο για το έργο μου αποτελεί για την ταπεινότητά μου πηγή ενίσχυσης στη δύσκολη πορεία της εκκλησιαστικής και θεολογικής διακονίας μου. Ευχαριστώ τον Διευθυντή της κ. Παντελή Καλαϊτζίδη για τους ευγενικούς λόγους, με τους οποίους παρουσίασε την ακαδημαϊκή πορεία της μέχρι τούδε ζωής μου. Το έλεος του Θεού υπήρξε πλούσιο, αλλά η ανταπόκρισή μου ανεπαρκής. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον!
Χαρακτήρισα την τιμητική αυτή εκδήλωση «καιρό» και «σταθμό» στη ροή του χρόνου της ζωής μου, γιατί αισθάνομαι σήμερα το χρέος να σταθώ, και με νηφαλιότητα, χωρίς επηρεασμό, είτε από τους επαίνους, είτε από τη σκληρή και άδικη πολεμική, να εποπτεύσω το παρελθόν και να κοιτάξω προς το μέλλον. Ένα από τα μεγάλα διδάγματα που επέτρεψεν ο Κύριος να μάθω στη ζωή μου, όχι χωρίς δυσκολία και κόστος προσωπικό, είναι ότι το έργο του καθενός μας δεν καταξιώνεται ούτε απαξιώνεται από την κρίση των ανθρώπων, αλλά από εκείνην του Θεού. Και η κρίση του Θεού δεν εκφράζεται μέσα από την εφήμερη δημοσιότητα, αλλά χρειάζεται χρόνο για να εκδηλωθεί — χρόνο ιστορικό και, τελικά, εσχατολογικό. «Εί δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον χρυσίον, αργύριον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον καλάμην, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται∙ η γάρ ημέρα δηλώσει, ότι εν πυρί αποκαλύπτεται, και εκάστου το έργον οποίον εστί το πύρ δοκιμάσει∙ εί τινος το έργον μενεί ο εποικοδόμησε, μισθόν λήψεται∙ εί τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται» (Α΄ Κορ. 3, 12-14).
Aς προσεγγίζουμε με φόβο Θεού τόσο τη δική μας προσφορά όσο και την προσφορά των άλλων. Αν αυτό πού καταθέτομε είναι αληθινό, όση λάσπη και αν πέσει επάνω του, ο Θεός θα το αναδείξει, αν δε είναι ψεύτικο και κίβδηλο, θα αφανιστεί. Με γνώμονα το δίδαγμα αυτό απέφυγα στη ζωή μου όσο μπορούσα τη θεολογική αντιδικία. Προτίμησα τον ούτως ή άλλως συνεσταλμένο χρόνο της ζωής μου να τον αναλώσω θετικά, καταθέτοντας όχι αναιρώντας, και μάλιστα όταν αυτό που θα έπρεπε να αναιρέσω είχε να κάνει είτε με την εμπαθή κριτική είτε με την προσωπική προβολή και υστεροφημία.[ΤΙ ΣΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ; ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΕ;]
Με την παρατήρηση αυτή επιτρέψτε μου να ανοίξω το θέμα του μέλλοντος της Ορθόδοξης Θεολογίας στην εποχή μας. Το πρώτο και, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο πρόβλημα της Ορθόδοξης Θεολογίας σήμερα είναι η απουσία θετικών προτάσεων. Όταν τη δεκαετία του 1960 η γενηά των θεολόγων, στην οποία ανήκω, «επαναστάτησε», κατά κάποιο τρόπο, στην ακαδημαϊκή θεολογία, όπως την είχαν διαμορφώσει κατά τα δυτικά πρότυπα οι προηγούμενες γενεές (Ανδρούτσος κ.λπ.), δεν περιορίστηκε στην κριτική, αλλά υπέβαλλε θετικές προτάσεις. Ωρισμένοι, όπως ο Ιω. Ρωμανίδης, άντλησαν από την ησυχαστική παράδοση και διαμόρφωσαν τη θεολογία γύρω από τον άξονα του προσωπικού βιώματος με έντονο το χαρισματικό στοιχείο. Άλλοι, όπως ο Χρ. Γιανναράς, άνοιξαν την Ορθόδοξη θεολογία στο χώρο της φιλοσοφίας αναδεικνύοντας την οντολογία της σχέσεως. Προσωπικά, βρήκα στη Θεία Ευχαριστία το κλειδί για την κατανόηση αρχικά της δομής και των λειτουργημάτων της Εκκλησίας, και στη συνέχεια της ίδιας της ανθρωπολογίας (με την έννοια του προσώπου ως κοινωνίας καί ετερότητας) και τελικά αυτού τούτου του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού ως ουσίας και προσώπων, κοινωνίας και ετερότητας.
Με την πάροδο του χρόνου τι απέγιναν όλα αυτά στις αρχές του 21ου αιώνα; Πρώτον, κάθε μία από τις παραπάνω προτάσεις δέχτηκε σκληρή κριτική, χωρίς όμως καμμιά αντιπρόταση. 
Δεύτερον, και χειρότερο, οι πιο πάνω προτάσεις κονταροχτυπήθηκαν μεταξύ τους καθιστώντας αδύνατη κάθε σύνθεση. Μόλις πρόσφατα, η ευχαριστιακή προσέγγιση κρίθηκε από «οπαδό» της θεολογίας του Ιω. Ρωμανίδη ως περίπου «κυοφορούμενη αίρεση», ενώ και ο Χρ. Γιανναράς εκφράζει πλέον γι’ αυτήν επιφυλάξεις. Ζούμε σε μία εποχή θεολογικού αλληλοσπαραγμού. Η λέξη «αιρετικός» τείνει να δηλώσει κάθε ένα που διαφωνεί με την άποψή μας, σε πείσμα όσων ο ιερός Φώτιος και η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας διδάσκουν περιορίζοντας σαφώς τον όρο «αίρεση» μόνο σε ό, τι αποτελεί παράβαση των αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων.
Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η Ορθόδοξη θεολογία βιώνει μία εσωτερική πολεμική, από την οποία τίποτε το θετικό δεν θα προκύψει. Και βέβαια η κριτική είναι πάντοτε αναγκαία, αλλά μόνον όταν γίνεται «είς οικοδομήν και ούκ είς καθαίρεσιν» (Β’ Κορ. 13,10). Χρέος των Ορθοδόξων θεολόγων στον 21ο αιώνα είναι να προβούν σε μία δημιουργική σύνθεση των διαφόρων τάσεων που έφερε στην επιφάνεια η γενηά του 1960. Οι τάσεις αυτές προήλθαν από την ίδια μήτρα, και δεν είναι ξένες μεταξύ τους. Ευχαριστία και άσκηση βιώθηκαν στο παρελθόν από την Εκκλησία ως ενιαία εμπειρία. Ο τονισμός της μιας από αυτές σε βάρος της άλλης είναι νεώτερο φαινόμενο, πού εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Όταν εξαίρομε τα πνευματικά χαρίσματα των «γερόντων», και υποτιμούμε τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, καλλιεργούμε μια προτεσταντίζουσα θεολογία, η οποία αργά ή γρήγορα θα διαλύσει την Εκκλησία, όπως συνέβη στην Προτεσταντική Δύση. Και όταν τους θεσμούς τους αποσυνδέσουμε πλήρως από τη χαρισματική διάσταση της Εκκλησίας, τότε ο νομικισμός θα αποξηράνει την Εκκλησία από τη ζωντάνια του Πνεύματος. Η σύνθεση αυτών των διαστάσεων γίνεται διαρκώς και περισσότερο αναγκαία στην Ορθόδοξη Θεολογία.[ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ]
Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε μία ιστορική παρατήρηση. Τον 19ο αιώνα και μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου το θεσμικό στοιχείο της Εκκλησίας είχεν επικρατήσει στην Ορθόδοξη Θεολογία. Σήμερα όμως φθάσαμε στο άλλο άκρο. Αρχικά η φθορά του θεολογικού στοιχείου άρχισε στην Ελλάδα από την ηθικιστική υπονόμευσή του από τις Αδελφότητες. Στην εκτός Ελλάδος Ορθοδοξία η θεολογία της Ρωσικής Διασποράς, θα έλεγα στο σύνολό της, με σημείο αιχμής τις θέσεις του Νικολάου Αφανάσιεφ, κατέφερε το πρώτο πλήγμα στη θεσμική εκκλησιολογία, ενώ στα καθ’ ημάς έχουμε φτάσει στο σημείο οι Επίσκοποι περίτρομοι να εκχωρούν την πνευματική τους εξουσία στους χαρισματούχους «γέροντες», να δέχεται δε ο επισκοπικός θεσμός ποικίλες αμφισβητήσεις από τη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία. Για την κατάσταση αυτή δεν είναι, βέβαια, άμοιροι ευθύνης οι ίδιοι οι επίσκοποι, οι οποίοι εξαντλούν το περιεχόμενο του λειτουργήματός τους στη διοίκηση, μεταβαλλόμενοι σε κρατικούς υπαλλήλους, λόγω και της σχέσεως κράτους και Εκκλησίας στην πατρίδα μας.[ΥΠΟΜΟΝΗ. ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΘΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ CV ΤΟΥ]
Η σύνθεση, λοιπόν, του θεσμικού και του χαρισματικού στοιχείου στην Εκκλησία μας θα αναδειχτεί καίριο πρόβλημα στην Ορθόδοξη Θεολογία του αιώνα που διανύουμε. Θα έλεγα ότι αυτό θα κρίνει και την επιβίωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί, όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, σύντομα δε θα ξέρουμε τι μας χρειάζεται ο επίσκοπος στην Εκκλησία. Αφού όλα τα ουσιώδη για τη σωτηρία μας τα κάνει πλέον ο πρεσβύτερος (ευχαριστία, εξομολόγηση και άλλα μυστήρια εκτός της χειροτονίας), ο επίσκοπος πλέον θα ασκεί διακοσμητικό ρόλο στις πανηγύρεις, και τίποτε περισσότερο. Όσο για τον συνοδικό θεσμό, έχει πλέον μετατραπεί σε όργανο «διεκπεραιώσεως τρεχόντων ζητημάτων», οι δέ συνοδικές αποφάσεις, που αποτελούσαν άλλοτε το έσχατο κριτήριο διακρίσεως μεταξύ αλήθειας και αιρέσεως, αυτές γράφονται πλέον στα παλαιότερα των υποδημάτων των υπερμάχων της Ορθοδοξίας.
Αυτά ως προς τα «εντός» της Ορθοδοξίας. Αλλά η ορθόδοξη Θεολογία στον 21ο αιώνα θα κληθεί να συνομιλήσει και με τον έξω κόσμο — άλλως θα μετατραπεί σε ένα «γκέτο», και θα έχει την τύχη κάθε «σέκτας» στην ιστορία. Όσο και αν ξενίζει ο όρος «συναφειακή θεολογία», ο πυρήνας του νοήματός του παραμένει πάντοτε καίριος. Η θεολογία που δεν αφουγκράζεται το τι συμβαίνει γύρω της έχει καταδικάσει σε θάνατο την κληρονομιά που παρέλαβεν από τους Πατέρες της. Αυτό είναι και το νόημα της «νεο-πατερικής σύνθεσης», που πρότεινεν ο αείμνηστος Γεώργιος Φλορόβσκη. Δεν πρόκειται για μία υπέρβαση της πατερικής θεολογίας αλλά για μία ερμηνεία της, που θα της επιτρέψει να δώσει απάντηση στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας και σε πολιτισμούς διαφορετικούς από τον δικό μας. Η Ορθόδοξη θεολογία καλείται να δώσει τη μαρτυρία της με όρους όχι πολεμικής, αλλά «σαρκωτικής» ιεραποστολής, μιλώντας, κατά το πρότυπο του σαρκωθέντος Λόγου, στο σύγχρονο άνθρωπο «εκ των έσω», αίροντας τους σταυρούς του και προσπαθώντας να κατανοήσει τις αγωνίες του. Τι άλλο, άλλωστε, έκαναν οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μεταφέροντας και ερμηνεύοντας υπαρξιακά το Ευαγγέλιο στον ελληνικό πολιτισμό της εποχής τους; Η Πατερική θεολογία θα πρέπει πάντοτε να παραμένει η βάση της ορθόδοξης θεολογίας, διότι οι Πατέρες συνέλαβαν πράγματι σε όλο το βάθος τους τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Από την άποψη αυτή δεν μπορούμε να πάμε πέρα από τους Πατέρες. Αλλά, ενώ η ουσία της πατερικής θεολογίας παραμένει αναλλοίωτη, οι άνθρωποι κάθε εποχής και κάθε πολιτισμού βιώνουν με τρόπο διαφορετικό τα υπαρξιακά προβλήματά τους. Χρέος της Ορθόδοξης θεολογίας είναι να προσπαθεί να απαντά διαρκώς στο ερώτημα, όχι τι είπαν οι Πατέρες στην εποχή τους (αυτό είναι έργο των ιστορικών), αλλά τι θα έλεγαν σήμερα, αν βρισκόταν αντιμέτωποι με τα προβλήματα ενός συγχρόνου δυτικού ανθρώπου ή ενός Αφρικανού κ.λ.π. Αυτό θα αποτελούσε «προδοσία» των Πατέρων; Κάθε άλλο. Προδοσία θα αποτελούσε, αντιθέτως, η μετατροπή των Πατέρων σε αρχαιολογικούς θησαυρούς, που τους φυλάσσουμε στο μουσείο, χωρίς να τους αφήνουμε να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής μας.
Με άλλα λόγια, το χρέος της Ορθόδοξης θεολογίας στην εποχή μας είναι, για να χρησιμοποιήσουμε τεχνικούς ακαδημαϊκούς όρους, να γίνει, από ιστορική, συστηματική θεολογία — κάτι που, δυστυχώς, ελάχιστα καλλιεργείται στις Θεολογικές Σχολές μας. Όπως κανένας δεν είναι καλός μαθητής όταν «παπαγαλίζει», επαναλαμβάνοντας κατά λέξη τα λόγια του δασκάλου του, έτσι και ο μαθητής των Πατέρων καλείται να πεί «με δικά του λόγια», λόγια της εποχής του, ό, τι του δίδαξαν οι Πατέρες.
Έτσι, η Ορθόδοξη θεολογία καλείται στην εποχή μας να δώσει απαντήσεις, αντλώντας πάντοτε από τη σκέψη των Πατέρων, σε ερωτήματα που κυριαρχούν στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Σήμερα, για παράδειγμα, ο άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, άγνωστο στην εποχή των Πατέρων, την οικολογική κρίση. Το πρόβλημα αυτό προέκυψεν από την αλαζονία και την έπαρση του ανθρώπου έναντι της λοιπής δημιουργίας, που καλλιεργήθηκε κυρίως με τον Διαφωτισμό και την τεχνολογική επανάσταση. Η Πατερική κοσμολογία, μαζί με την λειτουργική και ασκητική παράδοση και εμπειρία της Ορθοδοξίας, πρέπει να ερμηνευτούν με άμεση αναφορά στο πρόβλημα αυτό. Να, λοιπόν, μία ευκαιρία σύνθεσης της ευχαριστιακής με την ασκητική θεολογία, που είναι ταυτόχρονα μια «συναφειακή θεολογία».
Αλλά ο αιώνας που διανύομε φέρνει μαζί του και άλλες προκλήσεις για την Ορθόδοξη θεολογία. Μία από αυτές, ίσως η πιο σοβαρή, είναι η ραγδαία αναπτυσσόμενη παγκοσμιοποίηση, με όλες τις παραμέτρους της. Η πρώτη και σημαντική παράμετρος της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με την τεχνολογία και όλες τις συνέπειές της. Η τεχνολογία, και μάλιστα στην ψηφιακή μορφή της, καθιστά την επικοινωνία των ανθρώπων άμεση, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση της τοπικής κοινότητας, η οποία και στην ουσία καταργείται.
Οι συνέπειες για τη θεολογία είναι συγκλονιστικές, ιδιαίτερα στο χώρο της εκκλησιολογίας. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ορθόδοξη εκκλησιολογία —σε αντίθεση με εκείνη των Ρωμαιοκαθολικών— βασίζεται στην τοπική Εκκλησία. Πυρήνας και κύτταρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η τοπική Εκκλησία συνηγμένη επί το αυτό σε μία Ευχαριστία γύρω από τον επίσκοπό της. Αυτό διαφυλάχθηκε διά μέσου των αιώνων ως κόρη οφθαλμού θωρακισμένο με ιερούς κανόνες που απαγορεύουν την «εισπήδηση» ενός επισκόπου στο έδαφος άλλης επισκοπής. Τώρα όμως που το ραδιόφωνο, η τηλεόραση ή και το internet μεταδίδουν τη Θ. Λειτουργία και το κήρυγμα σε εμβέλεια πολύ ευρύτερη μιας επισκοπής τι συμβαίνει με την απαγόρευση των «εισπηδήσεων»; Πώς ένας πιστός μιας τοπικής Εκκλησίας που παρακολουθεί την αναμετάδοση της Θ. Λειτουργίας μπορεί να εύχεται υπέρ του αρχιεπισκόπου «του» («ημών»), όταν ο μνημονευόμενος επίσκοπος δεν είναι ο δικός του, αλλά κάποιος άλλος; Μήπως σιγά-σιγά θα εθιστούμε στο «δεν έχει σημασία» ποιος είναι ο επίσκοπός μας, όταν μετέχουμε στη Θ. Ευχαριστία; Αλλά αυτό θα αποσυνέδεε πλέον τον επίσκοπο από την Ευχαριστία, και όλοι οι ιεροί κανόνες περί «εισπηδήσεως» θα μεταβάλλονταν σε παρωδία.
Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι το πρώτο και τραγικώτερο θύμα της ψηφιακής τεχνολογίας θα είναι σύντομα η ευχαριστιακή εκκλησιολογία. Μια παγκόσμια κοινωνία θα έχει ως συνέπεια και μια παγκόσμια εκκλησιολογία, δηλαδή μια διάλυση της τοπικής εκκλησίας. Τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Το λιγώτερο που μπορεί να γίνει είναι η απαγόρευση της αναμετάδοσης της Θ. Λειτουργίας: η Ευχαριστία να γίνει πάλι αυτό που ήταν άλλοτε, δηλαδή Σύναξις «επί το αυτό». Η ψευδαίσθηση ότι δήθεν μετέχω στη Θ. Ευχαριστία, χωρίς να συνάγωμαι (σωματικά) «επί το αυτό», υπονομεύει αυτό το ίδιο το νόημα της Θ. Ευχαριστίας, και ενθαρρύνει την διάλυση της τοπικής Εκκλησίας, πράγμα που ήδη συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό.
Αλλά η πρόκληση της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης δέν σταματά στην τοπική Εκκλησία. Το επόμενο θύμα της θα είναι οι λεγόμενες «εθνικές» ή «αυτοκέφαλες» Εκκλησίες. Όταν τα έθνη-κράτη παραχωρούν σιγά-σιγά την εθνική κυριαρχία τους σε τομείς όπως η οικονομία (και όχι μόνον, βλ. Ελλάδα σήμερα), πώς θα επιβιώσει η συνείδηση της εθνικής Εκκλησίας; Όταν η δημογραφική σύνθεση μιάς χώρας αλλοιώνεται ραγδαία με την ανάμειξη πολλών εθνικοτήτων, πώς θα μπορούμε να προσευχόμαστε «υπέρ του ευσεβούς ημών έθνους»; Είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία και η θεολογία της έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτές τις νέες προκλήσεις ή μήπως προτιμούν να κλείνουν τα μάτια τους στον ερχομό τους;
Συναφής με τις προκλήσεις αυτές είναι και η ραγδαία αποσύνδεση των συγχρόνων (δυτικών κυρίως) κοινωνιών από τα πιστεύματα και τα ηθικά προστάγματα της Εκκλησίας. Η θρησκεία σιγά-σιγά ιδιωτικοποιείται και παύει να είναι δημόσιο βίωμα. Ο γάμος απο-ιεροποιείται, και γίνεται απλή σύμβαση ή συμβίωση. Ό, τι η Εκκλησία απαγορεύει, το κράτος το επιτρέπει. Αυτά δεν είναι ίσως ακόμα πραγματικότητα στην πατρίδα μας, αλλά όποιος έχει μάτια τα βλέπει να έρχωνται και εδώ.
Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πολλές ακόμα από τις προκλήσεις του αιώνα μας, αλλά ας επικεντρώσουμε τη σκέψη μας στο χρέος της ορθόδοξης θεολογίας. Πολλές από τις προκλήσεις που ανέφερα έχουν ήδη βρεθεί αντιμέτωπες με τη χριστιανική Θεολογία στη Δύση. Το αποτέλεσμα ήταν ή μία κατά μέτωπον σύγκρουση της θεολογίας με τις προκλήσεις αυτές (αυτό συνέβη κυρίως στη Ρωμαιοκαθολική θεολογία) ή μία πλήρης υποταγή της (η περίπτωση του Προτεσταντισμού, με εξαίρεση την ευαγγελική και φονταμενταλιστική μερίδα του). Η Ορθόδοξη θεολογία μόλις τώρα άρχισε να προβληματίζεται. Μερικοί Ορθόδοξοι ακολουθώντας το (επίσημο) Ρωμαιοκαθολικό ή το ευαγγελικό-προτεσταντικό πρότυπο επιλέγουν την κατά μέτωπο σύγκρουση με τις νέες αυτές προκλήσεις. Άλλοι είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν με αυτές προκαλώντας την οργή των προηγουμένων. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει ακόμα βρεί το δρόμο της, και δεν διαθέτει κριτήρια για να βοηθήσει την Εκκλησία.
Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι η κατά μέτωπο σύγκρουση με τις προκλήσεις αυτές και ατελέσφορη είναι και δεν ταιριάζει στο ήθος της Ορθοδοξίας. Όταν η εκκοσμίκευση χτυπούσε την πόρτα της Εκκλησίας και την απειλούσε στην μετά τον Μ. Κωνσταντίνο εποχή, η Εκκλησία απαντούσε με δύο θεολογικές θέσεις της: τη λειτουργική ζωή και τον μοναχισμό. Και τα δύο αυτά στοιχεία είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τον εσχατολογικό προσανατολισμό τους. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντλεί από ιστορικά μορφώματα, ώστε να χρειάζεται να τα υπερασπίζεται. Την ενδιαφέρει ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού υπό οποιεσδήποτε ιστορικές συνθήκες και αν βρίσκεται, και αυτόν τον άνθρωπον υπηρετεί προβάλλοντας ενώπιόν του ένα όραμα, μία εσχατολογική προοπτική, για να προσαρμόσει σ’ αυτό τη ζωή του. Αυτό έκανε στους πρώτους αιώνες, αυτό εξακολούθησε να κάνει στην Τουρκοκρατία, και αυτό ουσιαστικά διέσωσε την Ορθοδοξία, όταν της στερήθηκε κάθε δυνατότητα επέμβασης στα κοινωνικά δρώμενα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Λειτουργική ζωή και μοναχισμός υπήρξεν η απάντηση της Ορθόδοξης θεολογίας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.
Σεβασμιώτατοι και αγαπητοί πατέρες και αδελφοί. 
Είπα στην αρχή της ομιλίας μου ότι η τιμητική αυτή εκδήλωση είναι σταθμός στη ροή του χρόνου της ζωής μου. Σ’ αυτόν στέκομαι με ευχαριστία αλλά και με δέος για να εποπτεύσω το παρελθόν και να ατενίσω το μέλλον. Οι ομιλητές του συνεδρίου είχαν πολλά να πούν, κάνοντας φύλλο και φτερό όσα προσπάθησα και εγώ να πώ υπηρετώντας την Εκκλησία και τη θεολογία της. Τους ευχαριστώ και πάλι γι’ αυτό. Ανατρέχοντας στο παρελθόν με το βλέμμα πλέον στραμμένο στο μέλλον που φέρνει μαζί του ο αιώνας μας παραμένω αμετανόητος για ένα πράγμα στη θεολογική διαδρομή μου: την ευχαριστιακή προσέγγιση της θεολογίας. Η προσέγγιση αυτή παραμένει για μένα και ο μόνος δρόμος που έχει μπροστά της η Ορθόδοξη θεολογία αντικρύζοντας τις προκλήσεις του αιώνα μας. Από την προσέγγιση αυτή μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διαλεχθεί η Ορθοδοξία δημιουργικά με τις κοινωνικές, ακόμα και τις φυσικές, επιστήμες του αιώνα μας, να ασκήσει κριτική σοβαρή στα αρνητικά για τον άνθρωπο και τη δημιουργία του Θεού στοιχεία του πολιτισμού μας, και να συμβάλει —όσο το επιτρέπουν οι περιορισμοί και οι αντινομίες της ιστορίας— στη δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου πολιτισμού. Η ευχαριστιακή προσέγγιση δεν είναι μονομέρεια. Τίποτε δεν είναι πιο «καθολικό» από τη Θ. Ευχαριστία. Εκεί καταλήγουν και καταξιώνονται τα πάντα: Βάπτισμα, Μετάνοια (=άσκηση), τέχνη, και ό,τι άλλο περιλαμβάνει η ύπαρξη και η ζωή του ανθρώπου, αλλά και όλης της κτίσεως. Αρκεί να ανοίξουμε οι θεολόγοι καλά τα μάτια μας, και απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και προσωπικές αντιδικίες, να κοιτάξουμε στο βάθος και το εύρος αυτού του Μυστηρίου των Μυστηρίων. Εκεί θα βρούμε όλη τη θεολογία μας, όχι απλώς στο νου και τη διάνοιά μας, αλλά στην εμπειρία μας, μια εμπειρία που δεν θα είναι ατομική υπόθεση (όπως συμβαίνει με άλλες εμπειρικές θεολογίες), αλλά κοινωνία ψυχών και σωμάτων, μετοχή του Θεού και όλης της κτίσεως.
Έτσι, ατενίζοντας το μέλλον προσβλέπω προς αυτό που ο καθηγητής Σταμούλης αποκάλεσε εδώ μετά από εμένα εποχή. Το τί θα γίνει με τον σπόρο που έπεσε, μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Αυτός, που κατευθύνει την Ιστορία μπορεί να ακυρώσει ό,τι κατέθεσα ή, όπως εύχομαι, να βρεί κάτι σ’ αυτό που να είναι χρήσιμο για τα σχέδιά Του. Το μόνο που θα μπορούσα εγώ να πω είναι τι θα ήθελα να δω στην μετά από εμένα εποχή. Και αυτό θα μπορούσε ενδεικτικά να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α) Μαθητές που θα κάνουν βήματα πιο πέρα από όσα έχω πεί, χτίζοντας επάνω σ’ αυτά με τρόπο εποικοδομητικό και δημιουργικό.
β) Μια προέκταση της ευχαριστιακής θεολογίας σε περιοχές που θα ήθελα προσωπικά, αν είχα το χρόνο, να καλύψω. Μια τέτοια περιοχή είναι η Τέχνη, για την οποία η ευχαριστιακή θεολογία έχει πολλά να πει. Η Ορθόδοξη θεολογία συνδέεται από τη φύση της με την Τέχνη. Με αυτήν θεολόγησε στο παρελθόν πριν υποταγεί στην αιχμαλωσία της ακαδημαϊκής νοησιαρχίας. Δεν νοείται Ορθόδοξη θεολογία χωρίς γόνιμο διάλογο με την Τέχνη σε όλες τις μορφές της (λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, θέατρο κ.τ.λ.). Η Θ. Ευχαριστία βρήκε γρήγορα την έκφρασή της στην Τέχνη. Καιρός είναι να την ξαναβρεί.
γ) Αλλά και με την Επιστήμη πρέπει να διαλεχθεί η ευχαριστιακή θεολογία. Διότι, η Ευχαριστία περιλαμβάνει μία κοσμολογία που έχει πολλά να μοιραστεί με τις φυσικές επιστήμες, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και τη μεθοδολογία.
δ) Τέλος, ως προς την ηθική (ή μάλλον το ήθος) η θεματολογία είναι και θα παραμένει πάντα ανεξάντλητη. Τι έχει να μας πει η ευχαριστιακή θεολογία για θέματα βιοηθικής, σεξουαλικής ηθικής, Ιεραποστολής, αντιμετώπισης της βίας κ.ά.
Η ταπεινή μου προσφορά προσπάθησε να συνδέσει την Ευχαριστία με τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και με την ανθρωπολογία. Αλλά, η Ευχαριστιακή θεολογία έχει μία δυναμική ανεξάντλητη. Αφήνει στους νεώτερούς μου να προχωρήσουν παραπέρα σε περιοχές, όπως εκείνες που ανέφερα. Το έχει ανάγκη η Εκκλησία.
Αυτά θα ήθελα να πω με αφορμή την εκδήλωση αυτή ως αναδρομή σε ό,τι ταπεινό, με τη χάρη και το έλεος του Θεού, προσέφερα στην Θεολογία. Ευχαριστώ γιατί μου δώσατε την ικανοποίηση να αισθανθώ ότι «ουχί εις κενόν έδραμον, ουδέ εις κενόν κεκοπίακα». Αυτό είναι μέγιστο δώρο για έναν άνθρωπο γιατί μου δώσατε τη δυνατότητα να μοιραστώ μαζί σας τους στοχασμούς και τις αγωνίες μου. Εύχομαι ταπεινά το Πανάγιον Πνεύμα να κατευθύνει την Ορθόδοξη Θεολογία στην εκπλήρωση της αποστολής της σε ένα κόσμο που έχει τόση ανάγκη από το σωτήριο λόγο της Ορθοδοξίας.
Σας ευχαριστώ.

ΣΧΟΛΙΟ :ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΤΕΛΕΣΕ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΠΡΟΕΞΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. 
Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΣΠΗΛΑΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΥΓΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΦΑΓΑΝ ΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΔΕΣ.
Η ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΕΤΥΧΕ. 
ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ.
ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ.

ΠΟΙΟΣ ΣΠΟΡΟΣ; ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ! 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΑΘΟΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, ΣΑΝ ΕΝΝΟΙΕΣ,ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ.  

ΑΣ ΤΟ ΞΑΝΑΠΟΥΜΕ΄ΟΣΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΣΤΟ ΠΣΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ.

 ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

 amethystos

Ομιλία που εκφωνήθηκε κατά την υποδοχή του Μητροπολίτου Περγάμουως «Εταίρου» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών» Βόλος, 29 Οκτωβρίου 2011

 

Η Μοντέρνα Αριστερά είναι μια γκαλερί Ηλιθιότητας

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα πλεούμενο και κείμενο

Μόρφου Νεόφυτος: Ἀδειάζοντας τὸν ἑυατόν μας ἀπὸ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά... Μισὴ ὥρα ἡσυχίας

Γεωπολιτική και Οικουμενισμός ως αίρεση κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς

 Πού τελειώνει η θρησκευτική διπλωματία και πού αρχίζει η υποχώρηση από τις αρχές της Ορθόδοξης Πίστης; 

Η αυστηρή κριτική του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στον οικουμενισμό επανέρχεται στο προσκήνιο, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τις συμπροσευχές με ετεροδόξους, τη δογματική συνέπεια και την επιρροή των διεθνών γεωπολιτικών συμφερόντων στις εκκλησιαστικές σχέσεις. Η ειρήνη και ο διάλογος αποτελούν χριστιανικές επιδιώξεις, αλλά μπορούν να δικαιολογήσουν μια ενότητα που παρακάμπτει το Κανονικό Δίκαιο και την Ιερά Παράδοση;


 

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. Παναγόπουλος Π. Αλέξιος 
 
Ο οικουμενισμός, όπως τον αντιμετώπισε εκκλησιολογικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα νομοκανονικά εκκλησιολογικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής. Η κριτική του δεν στρέφεται εναντίον της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων ούτε της ανάγκης για διεθνή διάλογο μεταξύ διαφορετικών χριστιανικών κοινοτήτων. Εστιάζει στον κίνδυνο να υποβαθμιστεί η Ορθή Πίστη στο όνομα μιας διεθνούς γεωπολιτικής και ψεύδους εξωτερικής ενότητας, η οποία επιδιώκεται χωρίς τη προηγούμενη δογματική συμφωνία.
 
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της γεωπολιτικής. Στον σύγχρονο διεθνή χώρο, οι θρησκευτικές σχέσεις δεν περιορίζονται πάντοτε στο πεδίο της πνευματικότητας, αλλά μπορούν να επηρεάζουν τη διεθνή διπλωματία, τις διεθνείς συμμαχίες και τις πολιτισμικές ισορροπίες. Οι διεθνείς εκκλησιαστικές προσεγγίσεις, οι κοινές θρησκευτικές εκδηλώσεις και οι διαθρησκευτικοί διάλογοι ενδέχεται να αποκτούν συμβολική σημασία που ενίοτε μπορεί να υπερβαίνει τις αρχικές προθέσεις και των συμμετεχόντων.  Γι’ αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε η γεωπολιτική σκοπιμότητα να μην υποκαθιστά τα Ορθόδοξα θεολογικά κριτήρια και η Ορθή Πίστη να μην αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο σε διεθνείς στρατηγικές επιδιώξεις π.χ. για την ειρήνη στον κόσμο.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αντικανονικές κοινές προσευχές και οι δημόσιες θρησκευτικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων διαφορετικών ομολογιών εγείρουν ουσιαστικά νομοκανονικά και θεολογικά ερωτήματα. Όταν τέτοιες διεθνείς εκδηλώσεις παρουσιάζονται ως σύμβολα χριστιανικής ενότητας, χωρίς να διευκρινίζονται οι νομοκανονικές δογματικές διαφορές που εξακολουθούν να χωρίζουν τις Χριστιανικές Ομολογίες και Εκκλησίες, δημιουργείται ο κίνδυνος να συγχέεται η επιθυμία για την αληθινή ενότητα, με την ήδη κοινωνική επιτευχθείσα εκκλησιαστική κοινωνία.
 
Για τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας οργανισμός που οικοδομεί την ενότητά του με διπλωματικές συνεννοήσεις ή με την εξομοίωση διαφορετικών δογματικών αντιλήψεων. Η ενότητα της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην αλήθεια της αποκαλυφθείσας πίστεως. Ειδικότερα στον τρίτο Τόμο της Δογματικής του, ως της αληθινής φιλοσοφίας στον κόσμο και για τον κόσμο, αναλύει ότι ο Οικουμενισμός είναι Αίρεση και φέρνει τον άνθρωπο της ανομίας δηλαδή τον Αντίχριστο, που θα θελήσει να βασιλεύσει στον κόσμο ως πλάνος συνολικά επτά έτη. Τριάμισι ως δήθεν καλός και τριάμισι ως διώκτης των αληθινών χριστιανών που δεν θα τον προσκυνήσουν. Η ένδοξη Δεύτερη έλευση του Θεανθρώπου Χριστού θα τον εξουδετερώσει. 
Επομένως, όταν ο οικουμενισμός εκλαμβάνεται ως αποδοχή μιας ενότητας ανεξάρτητα από τη δογματική συμφωνία, μετατρέπεται, σύμφωνα με τη νομοκανονική και θεολογική κριτική του, σε σοβαρή εκκλησιολογική παρέκκλιση. Η ιστορική ορθόδοξη παράδοση προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα υπεράσπισης αυτής της αξίας και αρχής. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αρνήθηκε στους πολιτικούς και στρατιωτικούς και θρησκευτικούς να υπογράψει την Ένωση της Φλωρεντίας, επειδή θεωρούσε ότι η αληθινή εκκλησιαστική ενότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με παραχωρήσεις σε ζητήματα ορθής πίστεως. Η στάση του υπενθυμίζει σε όλους μας σήμερα, ότι ο διεθνής διάλογος δεν αποτελεί αυτοσκοπό και ότι η αγαπολογική επιδίωξη της δήθεν συμφιλίωσης δεν δικαιολογεί την αποσιώπηση ουσιωδών νομοκανονικών θεολογικών διαφορών.
 
Στην ευρύτερη νομοκανονική παράδοση της ορθόδοξης θεολογικής αντιπαράθεσης προς τις δογματικές αποκλίσεις εντάσσονται ο Μέγας Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Γεννάδιος ο Σχολάριος, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και ο μαθητής του ο Άγιος Γερβάσιος Παρασκευόπουλος τών Πατρών (μαθήτευσε κι ο γράφων, στην κατηχητική σχολή του, επι της Παπαφλέσσα, 1981-1984), κ.α. Καθένας τους αντιμετώπισε τα νομοκανονικά θεολογικά ζητήματα της εποχής του υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, αναδεικνύοντας τη σημασία της ορθόδοξης δογματικής συνέπειας και της διαφύλαξης της εκκλησιαστικής νομοκανονικής παραδόσεως.
 
Οι διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού και Αγγλικαν ισμου και Ευαγγελικών κτλ, εξακολουθούν να αφορούν θεμελιώδη νομοκανονικά ζητήματα. Το Filioque και η διδασκαλία περί του παπικού αλαθήτου, κτλ., παραμένουν. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά αναγκαία την ουσιαστική νομοκανονική θεολογική εξέταση των διαφορών, αντί της δημιουργίας εντυπώσεων, ότι δήθεν η πνευματική ενότητα έχει ήδη επιτευχθεί μέσω συμβολικών χειρονομιών ή κοινών θρησκευτικών εκδηλώσεων. Συμβολισμοί, χειρονομίες, αγαπολογίες και υποκριτική τέχνη, τεχνικές που ανήκουν στη σφαίρα της γεωπολιτικής διπλωματίας κι όχι στο Κανονικό Δίκαιο.
Το κρίσιμο ζήτημα των γενικών συμπροσευχών με ετεροδόξους δεν μπορεί, συνεπώς, να περιορίζεται σε μια συζήτηση περί ευγενικών, κοινωνικών ή καλών προθέσεων. Αφορά το νομοκανονικό εκκλησιολογικό νόημα της κοινής προσευχής, τη δημόσια μαρτυρία της Ορθοδοξίας και τα όρια που θέτει η εκκλησιαστική παράδοση. Η αγάπη και ευγένεια προς τους ανθρώπους των διαφορετικών κοινωνικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί αυτονόητη χριστιανική υποχρέωση. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτομάτως και την ορθόδοξη δογματική συμφωνία, ούτε καταργεί τις εκκλησιαστικές διακρίσεις του Κανονικού Δικαίου.
 
Παράλληλα, η γεωπολιτική διάσταση του θρησκευτικού διαλόγου απαιτεί νηφαλιότητα και κριτική εγρήγορση. Η θρησκευτική διπλωματία μπορεί να συμβάλει στην ειρήνη του κόσμου και των λαών και στη διεθνή συνεννόηση των λαών, αλλά μπορεί επίσης και να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση διεθνών επιρροών και την προβολή συγκεκριμένων γεωστρατηγικών επιλογών, για το κοινό καλό του ανθρώπου.
Η διάκριση μεταξύ θεμιτής διπλωματικής συνεργασίας και θρησκευτικού θεολογικού συμβιβασμού είναι, επομένως, απαραίτητη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να συμβάλλει στην ειρήνη του κόσμου χωρίς να σχετικοποιεί την Ορθή Πίστη και μπορεί να συμμετέχει στον διεθνή διάλογο χωρίς να μετατρέπει τη δογματική αλήθεια, σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
 
Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε τον νομοκανονικό θεολογικό διάλογο, ο οποίος αποσκοπεί στην αμοιβαία κατανόηση και στην αναζήτηση της αλήθειας της πίστης, από τις διεθνείς πρακτικές που μπορούν να δημιουργήσουν την ψευδή εντύπωση μιας ήδη αποκατεστημένης εκκλησιαστικής ενότητας. Η δημόσια επανάληψη κοινών θρησκευτικών εκδηλώσεων, χωρίς σαφή ενημέρωση για τις δογματικές προϋποθέσεις της ενότητας, μπορεί σταδιακά να εξοικειώσει τον απλό λαό και τους πιστούς, με την ιδέα ότι οι νομοκανονικές διαφορές της αληθινής πίστεως αποτελούν δευτερεύον ζήτημα.
Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί ως ένας παραπλανημένος «λαϊκός οικουμενισμός». Η σταδιακή διαμόρφωση μιας συγκεχυμένης και αμβλυμενης συνείδησης της θρησκευτικής ενότητας, μέσα από συμβολικές πρακτικές, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία νομοκανονική δογματική συμφωνία. Με αυτόν τον τρόπο, η εικόνα της ψευδούς ενότητας, κινδυνεύει να προηγηθεί της ίδιας της νομοκανονικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας ως ορίζει το Κανονικό Δίκαιο.
 
Η Ορθόδοξη και πανεπιστημιακή κριτική του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς υπενθυμίζει ότι η Ορθή Πίστη δεν μπορεί να υποτάσσεται σε επικοινωνιακές σκοπιμότητες, σε γεωπολιτικές επιδιώξεις ή σε μια αντίληψη ενότητας που παρακάμπτει τα νομοκανονικά δογματικά ζητήματα. Ο διεθνής διάλογος χρειάζεται ειλικρίνεια, γνώση της παραδόσεως και σαφή προσδιορισμό των αληθινών διαφορών. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από μέσο αναζήτησης της αλήθειας, σε διπλωματικό μηχανισμό σταδιακής εξοικείωσης με τη δογματική και εκκλησιολογική σχετικοποίηση και άμβλυνση των ιερών κανόνων.
 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να διατηρεί διεθνως ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους ανθρώπους, χωρίς να συγχέει την ευγενική ανθρώπινη κοινωνική συνεννόηση, με την νομοκανονική εκκλησιαστική κοινωνία. Η ειρήνη στο κόσμο, ο αλληλοσεβασμός και η συνεργασία για το κοινό καλό είναι ανθρώπινοι κοινοί θεμιτοί και αναγκαίοι στόχοι. Η ενότητα, όμως, της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την κοινή ομολογία της πίστεως, ούτε να καθορίζεται από τις εκάστοτε διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες μέσα στο κόσμο.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι χριστιανοί οφείλουν να αγαπούν ο ένας τον άλλον ή εάν οφείλουν να επιδιώκουν την ειρήνη, που αποτελεί Ευαγγελική εντολή. Το κυρίαρχο σημείο είναι αν οι διεθνείς εκκλησιαστικές πρακτικές, που προβάλλονται δημόσια, παραμένουν συνεπείς προς την Ορθόδοξη Πίστη ως ορίζει το Κανονικό Δίκαιο και αν η διεθνής θρησκευτική διπλωματία υπηρετεί την αληθινή ειρήνη, χωρίς να αλλοιώνει την εκκλησιολογική νομοκανονική συνείδηση.
 
Αυτή είναι και η ουσία της κριτικής του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: η αληθινή αγάπη δεν απαιτεί την παραίτηση από την ομολογία της πίστεως και ο διεθνής διάλογος δεν δικαιολογεί την αλλοίωση μέσω της αγαπολογίας, της νομοκανονικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως. 
Η ενότητα χωρίς την αλήθεια, κινδυνεύει να παραμείνει, μια ψευδής εξωτερική εικόνα. Κάτι που θα ευνοήσει την έλευση του Αντιχρίστου ως κυρίαρχου της κοσμικής νέας θρησκείας του, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς. 
Η αληθινή εκκλησιαστική ενότητα προϋποθέτει την Ορθή Πίστη, τη δογματική συνέπεια και τη πιστότητα στην Ιερά Παράδοση ως μας διδάσκει το Κανονικό Δίκαιο, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε γεωπολιτικές επιδιώξεις των διαφόρων Ελίτ και των εκάστοτε πολιτικών προσώπων. Πρόταση, μήπως σήμερα είναι απαραίτητο οι Πολιτικοί, οι Ορθόδοξοι κληρικοί και οι εμπλεκόμενοι αξιωματούχοι με τη Δημόσια Διοίκηση και τη Διπλωματία, να λάβουν  νέα επιμόρφωση σε ταχύρυθμα σεμινάρια Κανονικού Δικαίου;

Το «τυρί του Σαρ» με δάκρυα

Σημειώσεις από το κατεχόμενο Κόσσοβο και τα Μετόχια

Άδειος στάβλος: τις είχαν πάρει τις αγελάδες Άδειος στάβλος: τις είχαν πάρει τις αγελάδες

Παλιά το έκαναν απλά: έκλεβαν τα ζώα τη νύχτα. Ή τα έπαιρναν μέρα μεσημέρι: έρχονταν με όπλα και τα έπαιρναν, τα πήγαιναν στο δικό τους στάβλο. Αν θέλεις να ζήσεις, μην μιλάς. Και πες κι ένα ευχαριστώ που έμεινες ζωντανός. Όσο για το πώς θα ταΐζεις την οικογένειά σου, πώς θα ζήσεις, αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, Σέρβε. Καλύτερα να φύγεις εντελώς από εδώ.

Αυτή τη στιγμή η «Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου» προχωρά με γοργά βήματα προς την «πολιτισμένη Ευρώπη». Όχι, φυσικά, δεν άρχισαν να σέβονται ή να προστατεύουν τους Σέρβους: η Ορθοδοξία και η Ευρώπη είναι ασυμβίβαστα πράγματα, ειδικά στις μέρες μας. Αλλά το να λεηλατούν και να κλέβουν τόσο ανοιχτά, πόσο άσχημο είναι αυτό. Υπάρχουν πάρα πολλοί άλλοι, πιο πολιτισμένοι τρόποι για να στερήσουν από αυτούς τους Σέρβους τα μέσα διαβίωσής τους. Όπως, για παράδειγμα, έκαναν οι κατοχικές αρχές του Κοσσυφοπεδίου με την οικογένεια Ίλιτς, στερώντας τους όλες τις αγελάδες που τάιζαν αυτή την πολύτεκνη και εργατική οικογένεια.

– Πώς έγιναν τα πράγματα; – αφηγείται ο επικεφαλής της οικογένειας, ο Νόβιτσα Ίλιτς. – Ήρθε ένας Αλβανός κτηνίατρος και μου είπε ότι η αγελάδα μου ήταν άρρωστη και ότι έπρεπε να γίνουν εξετάσεις. Μετά έφερε κι άλλους δύο ειδικούς σαν κι αυτόν, οι οποίοι πήραν τα υπόλοιπα ζώα και επιπλέον 20 κατσίκες. Μου έδειξαν ένα χαρτάκι στα αλβανικά τους, λες και καταλάβαινα τι λέει, και εξαφανίστηκαν. Εντάξει αν έφευγαν μόνοι τους, να μην τους δουν τα μάτια μου, αλλά πήραν όλα τα ζώα μας! Και πες μου, πώς θα ζήσουμε τώρα; Με τι, πες μου; Γάλα, τυρί, ανθότυρο, γιαούρτι – όλα αυτά τα φτιάχναμε, εξασφαλίζαμε τα προς το ζην μας, τα πουλούσαμε σε όλη την περιοχή. Πονάει.

Η οικογένεια Ίλιτς: «Ο Θεός δε θα προδώσει!»  

Η οικογένεια Ίλιτς: «Ο Θεός δε θα προδώσει!»

Ο Νόβιτσα, ωστόσο, δεν απελπίζεται· δεν το επιτρέπει στον εαυτό του. Είναι ο επικεφαλής της οικογένειας, πατέρας, σύζυγος, οικοδεσπότης. Δεν υπάρχει χώρος για απογοήτευση και πανικό. Λέει: «Ο Θεός δε θα μας προδώσει, θα βοηθήσει. Θα κάνουμε το παν για να τα καταφέρουμε». Για δέκα χρόνια περίπου δούλευε σε εργοτάξια με βάρδιες στην πρωτεύουσα, μετά άρχισε να έχει προβλήματα υγείας, πόνους στην πλάτη, έκανε εγχείρηση, και άλλα διάφορα. Και στη συνέχεια διαγνώστηκε και με διαβήτη, οπότε έπρεπε να ξεχάσει τη βαριά εργασία και να ασχοληθεί με την οικογενειακή φάρμα. Φυσικά, η αγροτική εργασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ελαφριά. Όμως, τουλάχιστον τώρα είναι συνεχώς στο σπίτι, με την οικογένειά του, στην πατρίδα του, το Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια, στο νότιο τμήμα της περιοχής. Τα μέρη εκεί είναι υπέροχα. Είναι να τα θαυμάζει κανείς. Με τη σύζυγό του, τη Ντανιέλα, έχουν τέσσερα παιδιά – τρεις γιους και μια κόρη.

– Μας αρέσει να δουλεύουμε, ποτέ δεν αποστραφήκαμε τη δουλειά! Από μικρά είμαστε συνηθισμένοι στη δουλειά και το ίδιο διδάξαμε και στα παιδιά μας: ο τίμιος καρπός της εργασίας είναι πάντα πιο νόστιμος από το δωρεάν φαγητό. Ζούμε και δουλεύουμε μαζί με την οικογένεια του αδελφού μου. Φτιάχναμε τυριά σύμφωνα με τις παλιές μας συνταγές. Τα πουλούσαμε, χτίζαμε σπίτι, μεγαλώναμε τα παιδιά μας. Τι; Όχι! Θερίζουμε μόνο με το χέρι. Δεν έχουμε θεριστική μηχανή. Έχουμε άλογα. Μερικές φορές ζεύουμε τα βόδια για το όργωμα. Γιατί δεν έχουμε τρακτέρ; Επειδή η περιοχή είναι ορεινή – με το τρακτέρ δεν μπορείς να κάνεις και πολλά. Τα άλογα όμως τα καταφέρνουν. Αλλά είναι και πιο ευχάριστο όταν δεν κροταλίζει ένα σιδερένιο μηχάνημα, αλλά ένα ζώο να δουλεύει μαζί σου. Τα παιδιά βοηθούν πάντα, μπράβο τους. Ο μικρότερος γιος σπουδάζει τώρα στο πανεπιστήμιο, όμως, όταν έρχεται στο σπίτι για διακοπές, με αντικαθιστά σχεδόν πλήρως. Μερικές φορές είναι δύσκολο να ισιώνω την πλάτη μου, οπότε δεν έχω άλλη επιλογή.

Οι Ίλιτσ ζούσαν εδώ και χρόνια από τη γη τους, παρασκευάζοντας το περίφημο «τυρί του Σάρ», ένα τυρί που παράγεται μόνο σε αυτή την περιοχή, στο νότιο τμήμα της περιφέρειας. Δύο μεγάλες οικογένειες, παραδοσιακός τρόπος ζωής, συνεχής αλληλοβοήθεια, υποστήριξη, αρμονία. «Δεν γίνεται αλλιώς», λένε. «Χωρίς αγάπη και αρμονία, δεν είναι ζωή, αλλά απόλυτη κόλαση. Δεν γίνεται χωρίς αγάπη».

Οι Ίλιτσ παρασκεύαζαν το περίφημο «τυρί του Σάρ», ένα τυρί που παράγεται μόνο σε αυτή την περιοχή, στο νότιο τμήμα της περιφέρειας

– Για να φτιάξεις το «τυρί του Σάρ», χρειάζεσαι δύο μήνες. Το πρωί το αφήνεις στον ήλιο για δύο ώρες περίπου, και όταν αρχίσει η ζέστη, το μεταφέρουμε σε δροσερό μέρος, όπου το επεξεργαζόμαστε, το σκουπίζουμε και το ψεκάζουμε. Ένα κεφάλι – από ένα κιλό έως δυόμισι. Εδώ όλα εξαρτώνται από το γάλα. Και για ένα κιλό τυρί, θα σου πω, χρειάζονται 10 λίτρα γάλα! Λιχουδιά!

Ναι, έτσι ζούσαν οι Ίλιτς, ώσπου οι αγαπητοί τους γείτονες έβαλαν στο μάτι τις αγελάδες τους.

– Όταν μας πήραν τις αγελάδες, το σάκχαρό μου ανέβηκε στα ύψη, και μέχρι σήμερα δεν έχει πέσει. Παίρνω τρία φάρμακα – είναι δύσκολη ασθένεια. Όταν είχαμε τις αγελάδες μας, δουλεύαμε, βγάζαμε λεφτά και εξασφαλίζαμε αρκετά καλά τον εαυτό μας και τους άλλους. Τώρα όμως, άκου, μας απειλεί η πείνα. Εγώ και ο αδελφός μου ο Μάρκο έχουμε 7 παιδιά. Πώς να ταΐσουμε τις οικογένειές μας; Είμαστε αγρότες, πού να πάμε; Και η ανεργία στη «Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου» φτάνει το 50%: πού να δουλέψουμε, αν όχι στα χωράφια μας;

Ο Νόβιτσα Ίλιτς  

Ο Νόβιτσα Ίλιτς

Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για το μέγεθος της ζημίας που υπέστησαν οι οικογένειες των Ίλιτς. Η υλική και φυσική ζημιά είναι, φυσικά, πικρή, προσβλητική, σου σφίγγει τις γροθιές. Αλλά πώς να μετρήσουμε την ερήμωση που επικρατεί στις ψυχές αυτών των ανθρώπων; Ο Νόβιτσα κλαίει, και δεν είναι δάκρυα οργής, αλλά θλίψης. Όταν κλαίει ένας χωρικός, αυτό, ξέρετε, είναι πολύ σοβαρό. Και δεν έχεις λόγια για να τον παρηγορήσεις.

– Και τα παιδιά έκλαιγαν, όταν πήραν τις αγελάδες. Έλεγαν: «Ας τις κρύψουμε, για να μην τις βρουν». Μα πώς: είτε τις κρύψεις είτε όχι, έτσι κι αλλιώς θα τις βρουν και θα τις πάρουν. Μια μικρή αγελάδα μας την έδωσε όμως το μοναστήρι, το Βισόκι Ντετσάνι. Κατάλαβε, εδώ δεν μιλάμε μόνο για την ζημιά – το θέμα είναι η αλήθεια. Είναι άσχημα χωρίς αλήθεια. Εγώ τώρα δεν μπορώ να μπω στο στάβλο: μόλις δω τους άδειους στάβλους, αρχίζω να κλαίω. Αν και άντρας, κλαίω. Μας έμεινε μια γριά αγελάδα, θάμνοι σμέουρων και χήνες με κότες. Εντάξει, θα δώσει ο Θεός, θα τα βγάλουμε πέρα.

Παρατήρησα ότι οι Ίλιτσ, παρά τις συμφορές που τους έπληξαν, δεν έχασαν την μεγαλοψυχία τους: απαίτησαν κατηγορηματικά να συμμετάσχουμε στο κοινό οικογενειακό γεύμα, κατά τη διάρκεια του οποίου ακούγονταν αστεία και γέλια. Υπήρχε στο τραπέζι και το «τυρί του Σάρ», πιθανώς από τα τελευταία αποθέματα, καθώς και άλλα νόστιμα πιάτα. Μου φάνηκε ότι τελικά τους καθοδηγεί η ελπίδα, ελπίδα στον Θεό, με τον Οποίον κάθε δυσκολία μπορεί να ξεπεραστεί. Ελπίδα και δύναμη του πνεύματος.

Έτσι ζει σήμερα το Κόσσοβο και τα Μετόχια.

Μαρία Βάσιτς
Κατέγραψε ο Πέτρος Νταβίντοβ
Μετάφραση : Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru


Υ.Γ. Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, βοηθάμε τους Σέρβους του Κοσσυφοπεδίου, καθώς και τους ναούς και τα μοναστήρια του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων. Εάν έχετε τη δυνατότητα και την επιθυμία να προσφέρετε βοήθεια, μπορείτε να καταθέσετε τη δωρεά σας:

Παρακαλούμε, να σημειώστε: «Βοήθεια στο Κόσσοβο».