Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !

Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος έτρεφε μεγάλη εκτίμηση και πνευματική αγάπη για τον Γέροντα Παρθένιο, τον μακροβιότερο ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου στο Άγιον Όρος. Οι δύο Γέροντες συνδέονταν με στενούς πνευματικούς δεσμούς, καθώς ο Γεροντας Παρθένιος ειναι γνωστός για την απλότητα, την αγάπη του για την ευχή και την αυθεντική αγιορείτικη παράδοση που μετέδιδε.
Ο Άγιος Παΐσιος θεωρούσε τον Γεροντα Παρθένιο έναν έμπειρο πνευματικό πατέρα, συχνά επικοινωνώντας μαζί του για ζητήματα πνευματικής ζωής.

Δολοφονία μοναχών στην Μονή Όπτινα. Θανάτω θάνατον πατήσας…


Στις 18 Απριλίου του 1993, ανήμερα του Πάσχα, στην Ιερά Μονή Όπτινα δολοφονήθηκαν τρεις μοναχοί: ο ιερομόναχος Βασίλειος (Ροσλιακόβ), ο μοναχός Θεράπων (Πουσκαριόβ) και ο μοναχός Τρόφιμος (Τατάρνικοβ). Από τότε, αυτή η μέρα είναι ξεχωριστή στην Όπτινα: πένθιμη και εορταστική ταυτόχρονα. Στο μοναστηριακό νεκροταφείο στο χώρο ταφής των μοναχών, σήμερα έχει ανεγερθεί ένα παρεκκλήσι, όπου συγκεντρώνεται πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι αισθάνονται ασυνήθιστη χάρη, ησυχία και την παρουσία του Θεού.

Ο πατήρ Θεράπων. «Τι άνθρωποι που ήταν!»

Ο πατήρ Θεράπων είχε στο μοναστήρι το «ευαγγελικό» διακόνημα του ξυλουργού: σκάλιζε σταυρούς, κατασκεύαζε ξύλινες βάσεις για εικόνες στο ξυλουργείο του.

Παρά την φαινομενική του σιωπηλότητα και την αφοσίωσή του στην προσευχή, στην πραγματικότητα ήταν ένας πολύ ζωντανός και ειλικρινής άνθρωπος. Όταν ο μοναχός ερχόταν σε επαφή με κάποιον, άνοιγε φιλικά την τρυφερή ψυχή του.

 

 Πολλοί θυμούνται το εξής περιστατικό. Την ημέρα της μνήμης του οσίου Συμεών του Στυλίτη, κατά τη διάρκεια της τράπεζας στο μοναστήρι, διάβαζαν το βίο του. Μετά το τέλος της τράπεζας, ο πατήρ Θεράπων πλησίασε ξαφνικά το αναλόγιο, άνοιξε το βιβλίο και είπε: «Ας το ξαναδιαβάσουμε. Τι άνθρωποι που ήταν!»

Μόλις χτυπούσε η καμπάνα, άφηνε τις ξυλουργικές του δουλειές, άφηνε την πλάνη, σκούπιζε τα ροκανίδια από τα χέρια του, έβγαζε την ποδιά και έσπευδε στο ναό.

Ο μοναχός Θεράπων έκανε τη δική του, δυσνόητη για τους άλλους, πολύ έντονη πνευματική μάχη των λογισμών, μια αντιπαράθεση που εντεινόταν χρόνο με το χρόνο. Την τελευταία Σαρακοστή ο πατήρ Θεράπων σχεδόν δεν κοιμόταν, όλη τη νύχτα έπλεκε κομποσκοίνια, και όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, ξυπνούσε, σηκωνόταν και έκανε αμέτρητες εδαφιαίες μετάνοιες.

Πατήρ Βασίλειος: «Εν τω Θεώ δεν υπάρχει θάνατος. Θάνατος υπάρχει μόνο έξω από τον Θεό»

Ο πατήρ Βασίλειος ήταν ιερομόναχος, ιερέας. Η αδελφότητα της Όπτινα τον θυμάται, μεταξύ άλλων, για το ότι απέφευγε επιμελώς τις άσκοπες συναναστροφές. Μετά τις ιερές ακολουθίες, είτε παρέμενε στο ιερό είτε πήγαινε αμέσως στο κελί του.

Ακόμη και στις κοινές εργασίες της Μονής, όταν έπρεπε όλοι μαζί να κάνουν διαλογή πατάτας, κρεμμυδιών κ.λπ., ο πατήρ Βασίλειος καθόταν λίγο πιο απόμακρα, περίπου πέντε μέτρα από τους υπόλοιπους εργάτες. Η πίστη τότε μόλις άρχιζε να επιστρέφει. Δεν υπήρχαν σχεδόν εκκλησιαστικά βιβλία και οι άνθρωποι μοιράζονταν την ψυχωφελή εμπειρία. Ωστόσο, ο πατήρ Βασίλειος απέφευγε ακόμη και αυτή την επικοινωνία, η οποία ούτως ή άλλως μερικές φορές εκτρέπονταν σε αστεία και αργολογία.

Ο μοναχός, πιθανώς, κατανοούσε περισσότερο από άλλους τη δύναμη και τη σημασία του λόγου. Είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Μ.Β. Λομονόσοφ της Μόσχας και ήταν λαμπρός κήρυκας. Ο Αρχιμανδρίτης Ευλόγιος (Σμιρνόβ), πρώτος καθηγούμενος της αναγεννώμενης Ιεράς Μονής Όπτινα που έλεγε για τα κηρύγματα του πατέρα Βασιλείου: «Ήθελα να μην τελειώνουν ποτέ».

Ακολουθούν μερικά από τα αποφθέγματα του πατέρα Βασιλείου:

– Πατέρα Βασίλειε, πιστεύετε ότι η μονή της Όπτινα θα αναζωογονηθεί, θα αναγεννηθεί;

Ο παππούλης απάντησε:

– Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζώντων. Εν τω Θεώ όλοι είναι ζωντανοί. Εμείς υπηρετούμε ακριβώς έναν τέτοιο Θεό, ο Οποίος αναστήθηκε και νίκησε τον θάνατο με την Ανάσταση· σ' Αυτόν δεν υπάρχει θάνατος. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει θάνατος, ο θάνατος υπάρχει μόνο έξω από τον Θεό. Γι' αυτό είναι απολύτως φυσικό ότι η Όπτινα είναι ζωντανή. Για τον πιστό δεν τίθεται καν τέτοιο ερώτημα.

Και άλλο ένα:

– Τι είναι για σας λατρεία;

– Προσφέρουμε τη λατρεία μας προς τον Θεό. Ο Κύριος λέει: «Θα Με λατρεύετε εν πνεύματι και αληθεία, οπουδήποτε». Να τι είναι η λατρεία: είναι επικοινωνία με τον Θεό, συνομιλία. Η προσευχή είναι η συνομιλία μας με τον Θεό, η παρουσία μας ενώπιον Του, η υπηρεσία μας προς Αυτόν. Γι' αυτό είναι πάντα ζωντανή, πάντα αθάνατη. Εδώ υπάρχει ζωή, εδώ είναι παρών ο ίδιος ο Χριστός.

Στα κηρύγματά του ακούγονταν πολύ συχνά αποσπάσματα από στιχηρά, ειρμούς, κανόνες. Όταν παρέμενε στο ιερό, συχνά καθόταν και ξαναδιάβαζε τα Μηνιαία, την Οκτώηχο. Απομακρυνόταν από τους άλλους ανθρώπους όχι επειδή δεν τους αγαπούσε, αλλά, σύμφωνα με τα λόγια του Οσίου Αρσένιου του Μεγάλου, επειδή αγαπούσε περισσότερο τον Θεό. Και, ίσως, αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι ένιωθαν ότι σε αυτόν υπάρχει κάτι το μεγαλοπρεπές, κάτι το βασιλικό, λες και ο πατήρ Βασίλειος να ήταν φορέας κάποιου εκπληκτικού μυστηρίου. Παράλληλα, όταν απαιτούνταν, φυσικά, επικοινωνούσε, εξομολογούσε και αυτά τα έκανε, μάλιστα, με εξαιρετική προσοχή και ευσπλαχνία.

Ο πατήρ Τρόφιμος. Η δύναμη των χεριών και η δύναμη της καλοσύνης

Ο πατήρ Τρόφιμος ήταν ένα πραγματικό παλληκάρι με ανοιχτή καρδιά. Διέθετε τεράστια σωματική δύναμη. Συχνά συνέβαινε οι εργάτες να χτυπούν με το σφυρί ένα σιδερένιο εξάρτημα που είχε λυγίσει από το τρακτέρ, προσπαθώντας να το ισιώσουν. Περνούσε δίπλα τους ο πατήρ Τρόφιμος και τους έλεγε: «Γιατί βασανίζεστε;» Με μια απλή κίνηση το ίσιωσε με τα δυο του χέρια!

Όταν ζούσε στον κόσμο, σωματικά δούλευε πολύ σκληρά: πήγαινε σε ταξίδια με αλιευτική μηχανότρατα, δούλευε ως τσαγκάρης, σιδηρουργός και πολλά άλλα. Αλλά η δύναμη των χεριών του δεν ήταν πιο εντυπωσιακή από τη δύναμη του χαρακτήρα του, από την καλοσύνη του.

Ξεχώριζε ακριβώς για την εξαιρετική, θυσιαστική καλοσύνη του.

Μερικοί έλεγαν μάλιστα: «Έλα τώρα, Τρόφιμε, τι μοναχός είσαι εσύ; Ένας μοναχός πρέπει να περπατά με τα μάτια κατεβασμένα, αργά, με αξιοπρέπεια, με το κομποσκοίνι στο χέρι, και εσύ...»

Όταν έβγαινε από τον ναό, άρχιζε να γυρίζει το κεφάλι του κατά 180 μοίρες. Ο βηματισμός του ήταν ελαφρύς, ορμητικός. Φαινόταν ότι σχεδόν έτρεχε, σαν να πετούσε. Είχε μια εξαιρετική δίψα για αγαθοεργίες. Όταν του ανέθεταν να οργώσει με το τρακτέρ, στη διαδρομή προς τα χωράφια της Όπτινα, καθώς περνούσε από την πόλη Κοζέλσκ, οπωσδήποτε σταματούσε σε δύο-τρεις γιαγιάδες για να οργώσει τους λαχανόκηπούς τους.

Στην κηδεία των δολοφονημένων αδελφών συγκεντρώθηκαν πολλές γιαγιάδες από το Κοζέλσκ, που αγαπούσαν τον πατέρα Τρόφιμο. Ο θάνατός του ήταν για αυτές μεγάλο προσωπικό πένθος.

Είχε πραγματικά το χάρισμα να βρίσκεται εκεί όπου υπήρχε δυσκολία, όπου χρειαζόταν η βοήθειά του.

Το 1991, η δημοσιογράφος Έλενα Κορσουνόβα εργάστηκε για μερικούς μήνες στην Μονή της Όπτινα. Έπλενε τα πατώματα του ναού. Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επικρατούσε τρομερή φτώχεια και συνέβαινε στο μοναστήρι να κλέβουν ρούχα. Μια μέρα, καθώς καθάριζε το ναό, μετά την ιερή ακολουθία, είχε αφήσει το παλτό της στο περβάζι του παραθύρου και το έκλεψαν. Στην Όπτινα, σε όσους δεν είχαν δικά τους ρούχα, έδιναν τελογκρέικα (ένα είδος παπλωματένιου σακακιού – ΣτΜ) ή παλτό. Έτσι και η Έλενα πήρε τελογκρέικα αντί για το κλεμμένο της πανωφόρι. Μετά από λίγες μέρες της το έκλεψαν κι αυτό.

Δίπλα της περνούσε ο πατήρ Τρόφιμος και της λέει: «Τι συμβαίνει; Γιατί είσαι τόσο λυπημένη;» Εκείνη του τα διηγήθηκε. Της έφερε τη δική του τελογκρέικα. Εκείνη χάρηκε, αλλά όχι για πολύ καιρό: μετά από δύο εβδομάδες της το έκλεψαν και αυτό. Ο Τρόφιμος πάλι δίπλα της. «Ορίστε, Τρόφιμε, έκλεψαν και τη δική σου τελογκρέικα». – «Κοίτα, έχω ακόμα ένα παλτό. Εσύ θα τρέξεις σήμερα στο ξενοδοχείο όπως είσαι, και αύριο το πρωί θα σου το φέρω».

Μέσα σε μια νύχτα, έβγαλε τα κουμπιά από την ανδρική πλευρά και τα έραψε στη γυναικεία. Έκλεισε τις παλιές κουμπότρυπες, έκοψε νέες και τις έραψε. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, τι σημασία έχει σε ποια πλευρά είναι τα κουμπιά, όταν η κυρία μόλις πριν λίγο φορούσε ένα πρόχειρο κακοραμμένο πανωφόρι. Αυτός όμως πίστευε ότι για μια κοπέλα αυτό μπορεί να είναι σημαντικό.

Ο ίδιος ο Κύριος τους επέλεξε

Η κηδεία των νεομαρτύρων της Όπτινα 

 Η κηδεία των νεομαρτύρων της Όπτινα

Η ζωή αυτών των αδελφών ήταν σύντομη, κρυμμένη όπως αρμόζει στους μοναχούς, έζησαν στο μοναστήρι μόλις λίγα χρόνια. Μερικοί μοναχοί λένε ακόμα και σήμερα: «Ήταν συνηθισμένοι, όπως όλοι οι άλλοι».

Όμως ο ίδιος ο Κύριος έθεσε αυτούς τους τρεις αδελφούς «επί την λυχνίαν», τους επέλεξε, όπως μπορεί κανείς να υποθέσει, για την απόλυτη αφοσίωσή τους στον Θεό. Ο καθένας από αυτούς είχε μια έντονη αρετή, το δικό του χαρακτήρα, το δικό του ταμπεραμέντο. Αλλά όλοι τους είχαν εξαιρετικό ζήλο.   

Ο Κύριος λες και πρόβαλλε το παράδειγμά τους και έλεγε σε όλους τους άλλους: ο καθένας ας διαλέξει το δικό του δρόμο. Αν δεν μπορείς να ακολουθήσεις αυτό το δρόμο, ακολούθησε ένα άλλο. Το δρόμο της αγαθοεργίας, της ενεργού αγάπης, όπως ήταν ο δρόμος του πατέρα Τροφίμου. Ή τον δρόμο της ασκητικής συγκέντρωσης, της αφιέρωσης εαυτού στην προσευχή, όπως ήταν ο δρόμος που είχε ακολουθήσει ο πατήρ Θεράπων. Ο δρόμος του πατέρα Βασιλείου ήταν κάτι ενδιάμεσο, ήταν «βασιλικός»: η εμβάθυνση στα νοήματα, στον Λόγο του Θεού. Και αυτό γινόταν αισθητό στα κηρύγματά του, στη διάρκεια των οποίων μερικές φορές έκλαιγαν ακόμα και οι άνδρες.

Διέθετε το χάρισμα του λόγου, συλλογιζόταν πάνω στις λέξεις και ήξερε να επιλέγει τις κατάλληλες. Οι φίλοι του από το πανεπιστήμιο θυμόνταν ότι, όταν ασπάσθηκε την πίστη, του άρεσε πολύ να μιλάει για τον Θεό και τον χριστιανισμό, επιλέγοντας ενδιαφέροντα θέματα. Ήξερε να αναδεικνύει το ουσιώδες, αυτό που ενδιέφερε όλους. Αλλά σταδιακά ο πατήρ Βασίλειος αναζητούσε όλο και περισσότερο την απομόνωση. Άρχισε να είναι σύντομος στις ομιλίες του, και μόνο όταν ήταν απαραίτητο. Ίσως, επειδή η αληθινότητα των λέξεων φανερώνεται από την αληθινότητα της ζωής.

Πρεσβευτές στον Ουρανό

Όλη εκείνη η Μεγάλη Εβδομάδα του 1993, παραμονές της τραγωδίας, είχε σημαδευτεί από ασυνήθιστα πράγματα. Στο ιερό εκείνη την εβδομάδα, πέντε άτομα είχαν κοπεί καθώς καθάριζαν το κηροπήγιο από το κερί. Όταν ο νεωκόρος έβαζε επίδεσμο στο χέρι του ηγούμενου Φιλίππου, του είχαν ξεφύγει τα λόγια του ψαλμωδού: «...καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι».

Η τραγωδία συγκλόνισε πολλούς. Τους ανάγκασε να αλλάξουν τη ζωή τους. Οι ίδιοι οι μοναχοί της Όπτινα δεν ένιωθαν φόβο, πανικό, αλλά βίωναν μια κατάσταση συγκλονιστική: οι αδελφοί που μόλις πριν λίγο ζούσαν δίπλα τους, που προσεύχονταν, που κοινωνούσαν, που τους αγαπούσαν, κείτονταν νεκροί…

Με τον καιρό ο Κύριος άρχισε να αποκαλύπτει την αληθινή ουσία αυτού που είχε συμβεί. Μέσα από το μακάβριο χαμόγελο του θανάτου άρχισε να διαφαίνεται η άφθονη χάρη, η ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού.

Δίπλα στα φέρετρά τους δεν υπήρχαν δάκρυα, γιατί τους πάντες είχε πλημμυρίσει μια ουράνια χαρά, εντελώς ιδιαίτερη, χωρίς την παραμικρή νότα ευθυμίας, μια εκπληκτική πανήγυρις και ησυχία μέσα από το πένθος.

Χάσαμε τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά αποκτήσαμε πρεσβευτές στον Ουρανό. Τώρα βρίσκονται ήδη εκεί, μαζί με τον Νικητή του θανάτου, και με μεγάλη παρρησία υμνούν: «Χριστός Ανέστη!».

«Εφημερίδα του Πατριαρχείου Μόσχας», διήγηση του ηγουμένου Φιλίππου (Πέρτσεβ). Βασισμένο στο βιβλίο της Νίνας Πάβλοβα «Ματωμένο Πάσχα»..

Ελβίρα Τσεντσόβα
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα


Τ' Άη Γωρκού, σήμερα, του Τροπαιοφόρου

Δευτέρα ήτουν της Καθαράς που κάμνουν την νομάδαν Μες το καράβιν έμπηκεν την πρώτην εβτομάδαν Τζαι τρεις ημέρες έκαμεν να ρέξει το Βερούτιν Ψουμίν, νερόν εν εβρέθηκεν μεσά στην χώραν τούτην Ψουμίν νερόν είχεν πολλύν κατω μακρά στο πλάτος Τζειμέσα εκατώκησεν ένας μεάλος δράκος Τζαι δεν τα' αφήνει το νερόν στην χώραν τους να πάει Ταΐνιν του εκάμνασιν ποναν παιδίν να φάει Να ξαπολύσει το νερό, στην χώραν για να πάει Άλλοι είχαν έξι και οκτώ τζι επέμπαν του τον έναν τζι ήρτεν γυριν τ' αφέντη μας, τ' αφέντη βασιλέα Είχεν μιαν κόρην μονασιήν τζι είχεν να την παντρέψει Θέλοντας τζαι μη θέλοντας του δράκου να την πέψει. Παντές τζι η κόρη εν άγιος, Χριστός τζι απάκουσεν την Τον Άη Γιώρκην να σου τον 'που πάνω κατεβαίνει τζαι με την σέλλαν την γρουσήν τζαι το γρουσόν αππάριν Στέκεται συλλοΐζεται πώς να την σιαιρετήσει Για να την πω μουσκοκαρκιάν, μουσκοκαρκιά έσιει κλώνους Για να την πω τρανταφυλλιάν, τρανταφυλλιά έχει αγκάθια Άτε ας τη σιαιρετήσουμε σαν σιαιρετούμεν πάντα Ώρα καλή σου λυερή, ώρα καλή τζαι γεια σου Μουσκούς τζαι ροδοστέμματα στα καμαρόβρυα σου τζι είντα γυρεύκεις Λυερή στου δράκου το πηγάδιν Του δράκοντα του πονηρού, να βκεί τζαι να σε φάει Αφέντη μου τα πάθη μας να σου τα πω δε φτάνω Άνθρωποι που την πείναν τους τρώσιν ένας τον άλλον Έτσι έθελεν η τύχη μου, έτσι ήτουν το γραφτό μου Μες στην τζοιλιάν του δράκοντα να κάμω το θαφκειόν μου Να σου ποτζεί τον δράκοντα που κάτω τζι ανεβαίνει τζι όταν τους είδε τζι ήταν τρεις κρυφές χαρές παθαίνει Μπουκκωμαν τρώω τον άδρωπον, το γιώμαν την κοπέλλαν τζαι ως τα λιωβουττήματα άππαρον με την σέλλαν Μιαν χατζιαρκάν του χάρισεν τζι η πόλις ούλλη εσείστην τζαι το σκαμνίν του βασιλιά έππεσεν τζι ετσακκίστην Βκάλλει που το δισσάτζιν του μεάλον αλυσίδιν τζι έπκιασεν τζι εχαλίνωσεν τζειν' το μεάλον φίδιν Τράβα το κόρη λυερή στην χώραν να το πάρεις Για να το δουν αβάφτιστοι να παν να βαφτιστούσιν Για να το δουν απίστευτοι να παν να πιστευτούσιν Άνταν τους βλέπει ο βασιλιάς κρυφές χαρές παθθαίνει Ποιος ειν' αυτός που μου 'καμεν τούτην την καλοσύνην Να δώκω το βασίλειον μου τζι ούλλον τον θησαυρόν μου Να δώκω τζαι την κόρην μου τζαι να γενεί γαμπρός μου Τζι επολοήθην Άγιος τζαι λέει τζαι λαλεί του Έν θέλω το βασίλειον σου μήτε τον θησαυρόν σου Μιαν εκκλησιάν να χτίσετε, μνήμην τ' Άη Γιωργίου Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου. 
 
🌺Εκ κοιλίας μητρός μου με εκάλεσεν ονομαστικώς ο Κύριος. Κάτω από την προστατευτικήν του χείρα με έκρυψεν από κινδύνους και απειλάς. Με έκαμε βέλος εύστοχον, με έκρυψεν εις την φαρέτραν του, και μου είπε· Συ είσαι δούλος μου, εγώ δε δια σού θα δοξασθώ. Ησ. 49,1-3

Οἱ Ρωμηοί (Rum) τοῦ Λεβάντε: Ταυτότητα καὶ συνοπτικὴ ἱστορικὴ διαδρομή

Ἀπὸ τὴ Ρωμανία καὶ τὴν Ἀντιόχεια ἕως τὶς σύγχρονες κοινότητες τῆς Συρίας, τοῦ Λιβάνου καὶ τῶν Ἁγίων Τόπων, μία συνοπτικὴ ἀποτύπωση τῆς ταυτότητος καὶ τῆς ἱστορικῆς πορείας τῶν Ρωμηῶν τοῦ Λεβάντε

Εὐχαριστίες

Καταρχὰς θὰ θέλαμε νὰ εὐχαριστήσομε ἀπό καρδιᾶς τὰ μέλη τῆς Ρωμαίικης Πολιτιστικῆς Ἑταιρείας μὲ ἔδρα τὴν Βυρηττό (The Romaian Cultural Society), καὶ ἰδιαίτερα τὸν Πρόεδρό της καθηγητὴ Negib Elias Geahchan καθώς καί τούς κυρίους Nicolas Saba καί Gabriel Andrea γιὰ τὴν πολύτιμη ἀρωγή τους.

 Γράφει Ἰωάννης Κων. Νεονάκης*
Εἰσαγωγή

Μὲ τὸν ὅρο Λεβάντε χαρακτηρίζεται, στὴ νεότερη εὐρωπαϊκὴ ὁρολογία, ὁ γεωγραφικὸς χῶρος τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, καὶ εἰδικώτερα οἱ ἀνατολικὲς ἀκτὲς της, δηλαδὴ ἡ περιοχή ποὺ περιλαμβάνει κατὰ βάση τὴν Συρία, τὸν Λίβανο, τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Ἰορδανία. Ὁ ὅρος προέρχεται ἀπὸ τὴ γαλλικὴ λέξη levant («ἀνατολή», «ἐκεῖ ὅπου ἀνατέλλει ὁ ἥλιος»).

Τὸ ὄνομα Ρωμηοί/Ρωμαῖοι (Rum, Romeoi) δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἱστορικὴ ὀνομασία, ἀλλὰ μιὰ δήλωση ταυτότητας καὶ συνέχειας. Προέρχεται ἀπὸ τὴν Ρώμη, ἀρχικὰ τὴν πόλη τῆς Ἰταλίας, καὶ κατόπιν ἀπὸ τὴν Νέα Ρώμη, τὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸ 330 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μεγάλο Κωνσταντῖνο καὶ ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ τῆς πατρίδας μας τῆς Ρωμανίας (τῆς κακῶς καί δολίως ἐπονομαζόμενης Βυζάντιο).

Ἑλληνικὲς πόλεις στὴν περιοχή τοῦ Λεβάντε ἀναφέρονται ἤδη ἀπὸ τὸν 7ο π.Χ. αἰῶνα. Φοίνικες (Χαναναῖοι) καὶ Ἀραμαῖοι, σὲ συνεχή ἐπαφὴ καὶ ἀνάμιξη μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο (πληθυσμοὶ ἀπὸ Κύπρο, νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, τὴν Μικρὰ Ἀσία), συγκρότησαν βαθμηδὸν ἕνα ἐνιαῖο πολιτισμικὸ σῶμα. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὴν μετέπειτα Σελευκιδικὴ περίοδο ὁ ἐξελληνισμὸς ἦταν βαθύτατος καὶ πλήρης, μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα νὰ καθίσταται ἡ κοινὴ γλῶσσα ζωῆς, διοικήσεως καὶ παιδείας, ἰδιαίτερα στὶς δυτικὲς ἐπαρχίες (σημερινὸς Λίβανος, Παλαιστίνη καὶ Δυτικὴ Συρία).

Ἀπὸ τὸν Σέλευκο Α΄ τὸν Νικάτορα, τὸν στρατηγὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου, θὰ ἱδρυθεῖ καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, μὲ τοὺς πρώτους οἰκιστὲς της νὰ εἶναι κυρίως Ἀθηναῖοι καὶ Μακεδόνες. Ἡ Ἀντιόχεια θὰ εἶναι λίκνο τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἀργότερα τοῦ χριστιανισμοῦ, ἐνῶ ἡ ὅλη περιοχή θὰ ἀποτελέσει γιὰ ἑκατοντάδες χρόνια κεντρικὸ πυλῶνα τῆς Ρωμανίας. Μέχρι σήμερα ἡ Ἀντιόχεια διατηρεῖ τὴν ἔδρα τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωμαίικου Πατριαρχείου, μαρτυρώντας τὴν ἀδιάσπαστη ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἱστορικὴ συνέχεια.

Ὅλες σχεδὸν οἱ μεγάλες πόλεις τοῦ Λεβάντε ἒφεραν ἑλληνικὰ ὀνόματα ἀπό την ἀρχαιότητα ἀκόμη. Μερικά διατηρήθηκαν ὡς σήμερα, ἂλλα ἐξαραβίστηκαν ἐν μέρει ἐνώ κάποια ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ ἀραβικὰ: Πτολεμαΐς (Ἄκρα / Acre), Τύρος (Tyre), Σαρεπτά (Sarafand), Σιδών (Sidon / Saida), Πορφυρεών (Jiyeh), Βηρυτός (Beirut), Βύβλος (Byblos / Jbeil), Βότρυς (Batroun), Τρίπολις (Tripoli), Ἀρκαδία (Arqa), Ἀντάραδος (Antaradus/Tartus), Ἄραδος (Arwad), Ἡλιούπολις (Baalbek), Σελεύκεια (Σουκαϊλαμπίγια), Πανεάς (Banias), Καισάρεια (Caesarea) κ.ἄ

Ὅταν τὸ Λεβάντε ἐντάχθηκε στὴν Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, οἱ κάτοικοί του ἔγιναν Ρωμαῖοι πολῖτες, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέσουν τὸ γλωσσικὸ καὶ πολιτισμικὸ τους ὑπόβαθρο. Ἡ ἑλληνικὴ παρέμεινε ἡ ζῶσα γλῶσσα τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κράτους. Αὐτὸ ἀποτυπώνεται ξεκάθαρα στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ γράφτηκε ἐκεῖ, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.

Ἐκχριστιανισμός

Πρὶν τὸ 313 μ.Χ., ὁ Χριστιανισμὸς παρέμενε κυρίως μία πραγματικότητα τῶν πόλεων, ἀφορώντας ἕνα σχετικά μικρὸ μέρος τοῦ πληθυσμοῦ (10-20%). Ὅμως μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τὴν ἱστορικὴ στροφὴ ποὺ ἐπέφερε, ἀρχίζει μία νέα περίοδος γιὰ τὴν Ρωμανία. Ἡ μεταφορὰ τῆς πρωτεύουσας στὴν Νέα Ρώμη/Κωνσταντινούπολη δὲν ἦταν μία ἁπλὴ διοικητικὴ πράξη, ἀλλὰ μία βαθιὰ τομὴ ποὺ ἐπανακαθόρισε τὴν πορεία τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ πόλη αὐτὴ ἀναδείχθηκε ὡς τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔκτοτε ἡ Ρωμανία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία αὐτοκρατορία, ἀλλὰ μία χριστιανικὴ πολιτεία, ὅπου ἡ πίστη διαμορφώνει ἐν πολλοῖς τὴν ταυτότητα, τὴν κοινωνία καὶ τὸν τρόπο ὓπαρξης τῶν Ρωμηῶν. Ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ ἐξῆς, ὁ πληθυσμὸς τοῦ Λεβάντε, ὅπως καὶ ὁλόκληρης τῆς Αὐτοκρατορίας, κατέστη σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου χριστιανικός.

Χριστιανικὰ Σχίσματα

Ἡ Ἀντιόχεια, μία μητρόπολη τῆς Ρωμανίας μὲ πληθυσμὸ ποὺ ἔφτασε τὶς 500.000 κατοίκους, ἀποτέλεσε κέντρο θεολογίας καὶ σκέψεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ πεδίο πολλαπλῶν ἐντάσεων. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον γεννήθηκαν μεγάλες αἱρέσεις, ποὺ δὲν ἦταν ἁπλῶς δογματικὲς διαφορές, ἀλλὰ ρήγματα ποὺ ἐπηρέασαν βαθιὰ τὴν ἐνότητα τοῦ ρωμαίικου σώματος:

  • 325: Ἀρειανισμός
  • 430: Νεστοριανισμός (Church of the East)
  • 451: Μονοφυσιτισμός/Μιαφυσιτισμός (Συριακοί – Syriac Orthodox Church, Κόπτες – Coptic Church)
  • 685: Μονοθελητισμός (Μαρωνίτες – Maronite Church)

Μετὰ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451), ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε δὲν διασπάστηκε μόνο θεολογικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτισμικῶς καὶ γλωσσικῶς. Στὰ δυτικὰ μέρη, ἡ πλειονότητα παρέμεινε ἐντὸς τῆς ρωμαίικης παραδόσεως, Ὀρθόδοξη καὶ ἑλληνόφωνη. Ὅμως στὰ ἀνατολικὰ ἀναπτύχθηκαν κοινότητες ποὺ ἀπομακρύνθηκαν δογματικὰ (Μονοφυσιτισμός, Συριακοὶ ἢ Ἰακωβῖτες – Syriac Orthodox Church) ἐνώ διατήρησαν και τὴν ἀραμαϊκὴ γλωσσικὴ ταυτότητα.

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος πραγματικὰ ἦταν ἕνα βαθὺ ρῆγμα ποὺ διέσπασε τὸν χῶρο τοῦ Λεβάντε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα διαμορφώνονται καθαρά δύο διακριτοὶ κόσμοι: στὰ δυτικὰ, ὁ Ρωμαίικος, Χαλκηδόνιος καὶ Ὀρθόδοξος, ἐνῶ στὰ ἀνατολικά, ἕνας ἄλλος χῶρος, μὲ ἐθνικὸ καὶ γλωσσικὸ χαρακτῆρα, ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ Συριακὴ Μονοφυσιτικὴ παράδοση.

Δύο αἰῶνες ἀργότερα, ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (685) ἔφερε μία νέα διάσπαση, αὐτὴ τὴν φορά μέσα στὰ δυτικὰ μέρη τοῦ Λεβάντε, ὅπου ἀναδύθηκε μία τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα στὰ ὀρεινὰ τοῦ Λιβάνου, ποὺ θὰ καταλήξει στὸ Μαρωνιτικὸ Πατριαρχεῖο.

Ἔτσι, ὁ χῶρος ποὺ κάποτε ἀποτελοῦσε ἕνα ἐνιαῖο Ρωμαίικο καὶ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τεμαχίζεται. Τὰ σχίσματα αὐτὰ διαμόρφωσαν νέες ταυτότητες καὶ ἔθεσαν τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ Ρωμαίικου κόσμου καὶ τῶν ἀποσχισμένων κοινοτήτων, μὲ συνέπειες ποὺ φθάνουν μέχρι σήμερα.

Οἱ μεγάλοι αὐτοκράτορες τῆς Ρωμανίας, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τοὺς Θεοδοσίους μέχρι τὸν Ἰουστινιανό, τὸν Μαυρίκιο καὶ τὸν Ἡράκλειο, δὲν ὀργάνωσαν μόνο ἕνα πανίσχυρο κράτος, ἀλλὰ ἔπλασαν ἕναν ὁλόκληρο κόσμο. Στὸν χῶρο τοῦ Λεβάντε ἔδωσαν μορφὴ σὲ μία καθαρὰ χριστιανικὴ πολιτεία: ἀνακαίνισαν καὶ ἀνέδειξαν πόλεις (Ἱεροσόλυμα, Βηθλεέμ, Δαμασκός, καθὼς καὶ τὶς λεγόμενες «λησμονημένες πόλεις» τῆς Ἀπάμειας), ἔκτισαν μοναστικὰ κέντρα ποὺ ἔγιναν μεγάλοι πνευματικοὶ πυρῆνες (Ἁγίου Σάββα, Ἁγίας Αἰκατερίνης, Παναγίας Σαϊντανάγιας), καὶ ἀνύψωσαν ναοὺς ποὺ ἐξέφραζαν τὴν πίστη ὡς δημόσια καὶ συλλογικὴ πραγματικότητα [Γεννήσεως, Ἀναστάσεως, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν Δαμασκὸ (Ὀμεϋάδικο Τέμενος) κ.ἄ.]. Δὲν πρόκειται γιὰ μεμονωμένα ἔργα, ἀλλὰ γιὰ μία συνειδητὴ μεταμόρφωση τοῦ χώρου: ὁλόκληρη ἡ περιοχή ἐντάχθηκε σὲ ἕναν ἐνιαῖο Ρωμαίικο καὶ Ὀρθόδοξο πολιτισμό, ὅπου ἡ πόλη, ὁ ναὸς καὶ τὸ μοναστήρι συγκροτοῦν μαζί τὸν τρόπο ζωῆς.

Ἡ Βηρυτός δὲν ἦταν μία ἁπλὴ πόλη τοῦ Λεβάντε, ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα πνευματικὰ καὶ θεσμικὰ κέντρα τῆς Ρωμανίας. Ἡ Νομικὴ της Σχολή, ἰσάξια μὲ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διαμόρφωσε τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο καὶ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴ συγκρότηση τοῦ Κώδικα τοῦ Ἰουστινιανοῦ.

Παραλλήλως, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε ἀναδείχθηκε σὲ μήτρα ἁγιότητος καὶ θεολογίας. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναδύθηκαν μεγάλες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Σάββας, ἡ Ἁγία Βαρβάρα, ἡ Ἁγία Θέκλα, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος κ.π.ἄ., Ἅγιοι ποὺ σφράγισαν τὴν πίστη, τὴν θεολογία καὶ τὴν λατρεία.

Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι τὸ Λεβάντε δὲν ἦταν μία περιφέρεια, ἀλλὰ ἕνας ζωντανὸς πυρήνας τῆς πατρίδας μας, ποὺ παρήγαγε δίκαιο, λόγο καὶ ἁγιότητα, δηλαδὴ πολιτισμὸ στὴν πληρότητά του.

Τὸ Ἰσλάμ στὸ Λεβάντε

Στὸν 7ο αἰῶνα, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε δέχεται μία ριζικὴ τομή: τὴν Ἀραβικὴ Ἰσλαμικὴ εἰσβολή. Ἡ νέα αὐτὴ δύναμη, ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν Ἀραβικὴ Χερσόνησο, ἐμφανίζεται ἀκριβῶς στὰ ὅρια τῆς Ρωμανίας καὶ συντόμως κατακτᾶ τὶς ἐπαρχίες τοῦ Λεβάντε.

Τὸ Ἰσλάμ δὲν γεννιέται σὲ κενό, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ὅπου κυκλοφοροῦν ἤδη ποικίλες χριστιανικὲς καὶ ἰουδαϊκὲς ἀντιλήψεις. Ἐπηρεάζεται, μεταξὺ ἄλλων, ἀπὸ ρεύματα ποὺ ἀρνοῦνται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, καθὼς καὶ ἀπὸ ἰουδαιοχριστιανικὲς κοινότητες ὅπως οἱ Ναζωραῖοι, ποὺ βλέπουν τὸν Χριστὸ ὡς ἀπεσταλμένο, ἀλλὰ ὄχι ὡς Θεό.

Ἡ ἔλευση τῶν Μουσουλμάνων δὲν ἀντιμετωπίζεται ὁμοιομόρφως: οἱ Μονοφυσίτες, ἤδη ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Ρωμανία, τοὺς βλέπουν συχνὰ θετικά, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι τοὺς ἀντιλαμβάνονται ὡς μία νέα αἵρεση, ὅπως χαρακτηριστικὰ διατυπώνεται στὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἔτσι, ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση δὲν ἀποτελεῖ μόνο μία πολιτικὴ μεταβολή, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ ἀλλαγὴ τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ χάρτη τοῦ Λεβάντε.

Ἡ μεταχείριση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους – Τὸ καθεστὼς τῶν Ντίμμοι (sic, Dhimmi)

Ντίμμοι (Dhimmi) ἦταν οἱ μὴ μουσουλμάνοι ποὺ ἐπιτρεπόταν νὰ ζοῦν ὑπὸ μουσουλμανικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ μὲ καθεστὼς κατωτερότητος. Τὸ καθεστὼς αὐτὸ τῶν ντίμμοι δὲν ἀποτελοῦσε ἰσοπολιτεία, ἀλλὰ μία θεσμοθετημένη μορφὴ ἀνεκτικῆς ὑποταγῆς. Οἱ μὴ μουσουλμανικοὶ πληθυσμοὶ καὶ κυρίως οἱ Ρωμηοί διατηροῦσαν μὲν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν θὰ τὴν προέβαλλαν δημοσίως καὶ δὲν θὰ ἀμφισβητοῦσαν τὴν κυριαρχία τοῦ Ἰσλάμ.

 Οἱ dhimmi εἶχαν:

• δικαίωμα τελέσεως θρησκευτικῶν ἀκολουθιῶν, ἐφόσον δὲν ἐνοχλοῦσαν τοὺς Μουσουλμάνους,
• δικαίωμα κατοχῆς περιουσίας καὶ ἐργασίας, μὲ ἐξαίρεση ἐπαγγέλματα ἀποκλειστικὰ γιὰ Μουσουλμάνους (πολιτική, δικαιοσύνη, διδασκαλία),
• καταβολὴ τοῦ τζίζια (Jizya, κεφαλικοῦ φόρου) ἔναντι προστασίας, μὲ ἀπαγόρευση συμμετοχῆς σὲ πολεμικὲς ἐνέργειες κατὰ Μουσουλμάνων,
• ἀπαγόρευση ἐπιδείξεως θρησκευτικῶν συμβόλων (σταυροῦ, εἰκόνων), χριστιανικῆς ἐνδυμασίας καὶ δημοσίας προβολῆς χώρων λατρείας,
• ἀπαγόρευση ἀκουστῆς προσευχῆς ἐκτὸς ναῶν,
• ἀπαγόρευση κωδωνοκρουσίας,
• ἀπαγόρευση ἀνεγέρσεως ἢ ἐπισκευῆς ναῶν χωρὶς μουσουλμανικὴ ἄδεια,
• ἀπαγόρευση “προσηλυτισμοῦ” Μουσουλμάνων (εὐαγγελισμοῦ),
• ἀπαγόρευση γάμου μὲ μουσουλμάνα γυναῖκα,
• ἀπαγόρευση κληρονομίας ἀπὸ Μουσουλμάνους,
• καὶ, σὲ ὁρισμένες ἱστορικὲς περιόδους, ὑποχρεωτικὴ ἐνδυμασία διακριτικὴ τῶν Χριστιανῶν, ἀπαγόρευση ἱππασίας ἵππων καὶ καμήλων καὶ ὑποχρέωση βαδίσματος στὰ ἀριστερὰ Μουσουλμάνου σὲ δημόσιους χώρους.

Οἱ λεγόμενες «προστατευόμενες» κοινότητες εἶχαν δικαιώματα μόνον ἐντὸς προκαθορισμένων ὁρίων, ἐνῶ ἡ θέση τους ἐξαρτιόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν βούληση τῆς ἐξουσίας καὶ τὶς ἱστορικὲς συγκυρίες. Ἔτσι, ἡ «ἀνοχή» τοῦ συστήματος δὲν ἦταν ἰσοτιμία, ἀλλὰ μία ρυθμιζόμενη καὶ ἀνακλητὴ παραχώρηση.

Τί συνέβη μετὰ τὴν Ἀραβομουσουλμανικὴ Κατοχὴ τοῦ Λεβάντε;
  • 630–640: Ἀραβικὴ Ἰσλαμικὴ εἰσβολὴ στὸ Λεβάντε.
  • 640–1920: Ἀκολουθία εἰσβολῶν καὶ πολλαπλὴ ἀλλοτρίωση ἀπὸ ξένες πολιτισμικὲς ἐπιρροές:
  • Ἐντατικὸς ἐξαραβισμὸς καὶ ἐξισλαμισμός (Ὀμεϋάδες, Ἀββασίδες, Φατιμίδες, Μαμελούκοι): ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἀραβική· ἐφαρμογὴ τοῦ καθεστῶτος τῶν Ντίμμοι.
  • Σταυροφορίες: Λατινοποίηση.
  • Ὀθωμανοί (μετὰ τὸ 1516): σύστημα μιλέτ (Millet system).

Μετὰ τὴν Ἀραβικὴ κατάκτηση τοῦ 7ου αἰῶνα, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε εἰσέρχεται σὲ μία μακρὰ περίοδο μετασχηματισμῶν καὶ διαδοχικῶν ἐπιβολῶν, ποὺ ἀλλοιώνουν βαθιὰ τὴν ἀρχικὴ Ρωμαίικη ταυτότητα.

Σταδιακὰ ἐπικρατεῖ ὁ ἐξαραβισμὸς καὶ ὁ ἐξισλαμισμός: ἡ ἑλληνικὴ, ποὺ ἦταν ἡ γλῶσσα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς πίστεως, παραχωρεῖ τὴν θέση της στὴν ἀραβική, καὶ οἱ Ρωμηοὶ περιορίζονται στὸ καθεστὼς τοῦ ντίμμοι. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ πολιτικὴ κυριαρχία, ἀλλὰ γιὰ βαθιὰ πολιτισμικὴ μετάλλαξη.

Στὴν συνέχεια, οἱ Σταυροφορίες ἐπιφέρουν μία νέα ἐξωτερικὴ παρέμβαση, μὲ ἔντονα λατινικὰ χαρακτηριστικά, ἐπιχειρώντας νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὸν χῶρο μὲ ὅρους δυτικοὺς καὶ ξένους πρὸς τὴν Ρωμαίικη παράδοση.

Τέλος, μὲ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία, ἐδραιώνεται ἕνα διοικητικὸ σύστημα ποὺ ἀναγνωρίζει μὲν τοὺς Ρωμηοὺς ὡς θρησκευτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ τοὺς ἐντάσσει ὁριστικὰ σὲ ἕνα πλαίσιο ὑποταγῆς καὶ διαχωρισμοῦ (Rum milleti).

Κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴ κατοχή, οἱ Ρωμηοί τοῦ Λεβάντε εἶδαν τὴν κατάστασή τους νὰ βελτιώνεται ἐν μέρει:

  • ἐπανῆλθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἄλλους Ρωμηοὺς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν Βαλκανίων,
  • ἐντάχθηκαν στὸ σύστημα τῶν μιλέτ, ὑπὸ τὴν ἐγγύηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καί
  • ἐπετράπη νὰ ἐπισκευάζουν ἢ νὰ ἀνεγείρουν νέους ναούς, νὰ ἔχουν κάποια σχολεῖα κ.ο.κ.
Οἱ μείζονες συνέπειες τῆς μακρᾶς μουσουλμανικῆς κυριαρχίας (13 αἰώνες)

Ἡ μακραίωνη κατοχὴ τοῦ Λεβάντε ὁδήγησε σὲ μία βαθιὰ καὶ σταδιακὴ ἀλλοίωση τῆς ταυτότητος.

Ὁ ἐξαραβισμὸς ἀπομάκρυνε τοὺς Ρωμηοὺς ἀπὸ τὸν φυσικὸ τους κορμό. Ἡ ζωντανὴ τους σχέση μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη ἀδυνάτισε, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑποχώρησε ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή καὶ περιορίστηκε κυρίως στὴν λατρεία, ἐνῶ ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματα ἀντικαταστάθηκαν σταδιακὰ ἀπὸ ἀραβικά, σηματοδοτώντας μία βαθύτερη πολιτισμικὴ μετατόπιση.

Παραλλήλως, ὁ ἐξισλαμισμὸς ἦταν εὐρύς. Μέσα ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς καὶ θεσμικὲς πιέσεις τοῦ καθεστῶτος τῶν ντίμμοι, πολλοὶ ὁδηγήθηκαν μαζικὰ στὴν ἀλλαγὴ πίστεως, ἰδίως στὰ ἀστικὰ κέντρα. Ναοὶ μετατράπηκαν σὲ τεμένη, ἡ δημόσια χριστιανικὴ παρουσία περιορίστηκε, καὶ ἡ παιδεία ἀποδυναμώθηκε, καθὼς οἱ Χριστιανοὶ ἐν γένει δὲν διέθεταν σχολεῖα.

Δυτικὴ παρέμβαση καὶ ρωσικὸς ρόλος

Κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ περίοδο, ὁ χῶρος τοῦ Λεβάντε γίνεται πεδίο ἀνταγωνισμοῦ ξένων δυνάμεων. Οἱ κρατικὲς συμμαχίες Ὀθωμανῶν καὶ Φράγκων ἔδωσαν προνομιακὴ θέση στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπιχείρησε συστηματικὴ διείσδυση μὲ ὄργανό της τὴν διαβόητη Propaganda Fide (Sacra Congregatio de Propaganda Fide). Ἐπρόκειτο γιὰ ἕναν μηχανισμὸ τῆς Ρώμης γιὰ τὴν παγκόσμια ἐξάπλωση τοῦ Παπισμοῦ, μὲ συντονισμὸ ἱεραποστόλων, σχολείων, τυπογραφείων καὶ κάθε δυνατοῦ μέσου.

Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι Τόποι τέθηκαν ὑπὸ γαλλικὴ «προστασία» (γιὰ περίπου 100 χρόνια), οἱ Μαρωνῖτες ἔγιναν καθολικοὶ (1580) καὶ δυστυχῶς ἐμφανίστηκαν ρήγματα μέσα καὶ σὲ αὐτὸ καθαυτὸ τὸ Ρωμαίικο σῶμα, ὅπως ἔγινε στὸ σχίσμα τοῦ 1724. Τότε τὸ Ρωμαίικο σῶμα διασπάστηκε σὲ αὐτοὺς ποὺ παρέμειναν Ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ καὶ στοὺς νωτικούς (Μελχίτες καθολικοί, οἱ ἐπονομαζόμενοι καί Οὐνίτες ἐκ τοῦ Unia, Ἑνωση), ποὺ ἦλθαν σὲ κοινωνία μὲ τὴν Ρώμη.

Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος προστίθεται καὶ ὁ ἰσχυρὸς προτεσταντικὸς παράγοντας, μὲ ἀποστολὲς ἀπὸ τὴν Πρωσσία, τὴν Ἀγγλία καὶ τὴν Ἀμερική, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἀναδιαμορφώσουν τὴν ταυτότητα τῶν τοπικῶν πληθυσμῶν, μὲ φορεῖς ὅπως ἡ Church Missionary Society (Λονδίνο) καὶ τὸ American Board of Commissioners for Foreign Missions (Νέα Ἀγγλία).

Ἐπιπλέον, ἐπεβλήθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπὸ τὴν Δύση, ὡς ἐργαλείου ἀποδυνάμωσης καὶ κατακερματισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (πολλοὶ Ρωμηοὶ προσέλαβαν ἀραβικὸ ἢ συριακὸ ἐθνικισμό).

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἐμφανίζεται καὶ ἡ Ρωσία πολλὲς φορὲς ὡς ἀντίβαρο. Ἀπὸ τὸν 17ο αἰῶνα καὶ ἔπειτα, ἀναπτύσσει σχέσεις μὲ τὰ Πατριαρχεῖα καὶ ἐπεμβαίνει ἐπιδιώκοντας τὴν προστασία τῶν Ὀρθοδόξων. Παρότι ἡ πολιτική της δὲν ἀπέφυγε τὰ λάθη, καὶ μάλιστα σημαντικά, ἡ Ρωσσία, μέσα ἀπὸ τοὺς πολέμους μὲ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, τὴν διπλωματικὴ της δράση καὶ τὴν διείσδυσή της, συνέβαλε στὴν ἄρση τῆς γαλλικῆς προστασίας ἐπὶ τῶν Ἁγίων Τόπων, στὴν χαλάρωση τῶν περιορισμῶν τοῦ καθεστῶτος τῶν ντίμμοι καὶ ἐν πολλοῖς στήριξε τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ παιδευτικῆς ζωῆς τῶν Ρωμηῶν τοῦ Λεβάντε.

Ἔτσι, ὁ χῶρος μετατρέπεται σὲ πεδίο συγκρούσεως Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς, μὲ τοὺς Ρωμηοὺς νὰ βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο αὐτῆς τῆς γεωπολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἀντιπαραθέσεως.

Σήμερα οἱ Ρωμηοί, μετὰ τὸ σχίσμα τοῦ 1724, διαιροῦνται σὲ δύο θρησκευτικὲς κοινότητες: τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ τοὺς Καθολικούς (Παπικούς). Ἀντιστοίχως, ὑπάρχουν δύο Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα (Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων) καὶ ἕνα Καθολικὸ Πατριαρχεῖο, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία καλύπτει τὰ πεδία τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνα μεγάλο ἱστορικὸ θαῦμα πῶς οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες Ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ τοῦ Λεβάντε ἄντεξαν καὶ συνεχίζουν μέχρι σήμερα ὑπερηφάνως καὶ ἀγλαοφανῶς νὰ δηλώνουν καὶ νὰ προασπίζονται τὴν ταυτότητά τους. Ὅλοι ἐμεῖς τοὺς ὀφείλομε πολλὰ καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν ἀμέριστο σεβασμὸ καὶ τὴν συμπαράστασή μας.

Γιά τούς Ρωμηούς τοῦ Λεβάντε ὃμως θα ἐπανέλθομε.

* Ἐπικεφαλῆς Θεματικῆς Ὁμάδας Ρωμηοσύνης τῆς ΝΙΚΗΣ

⚖️ Κοβέσι: «Κουράστηκα να ακούω πως έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα»

Η Λάουρα Κοβέσι έστειλε ηχηρό μήνυμα από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, τονίζοντας πως οι Έλληνες πολίτες δεν αποδέχονται τη διαφθορά ως κανονικότητα.

💬 «Έχω κουραστεί να ακούω πως έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα. Δεν το πιστεύω», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποκαλύπτοντας ότι δέχεται επιστολές και καταγγελίες από πολίτες που ζητούν δικαιοσύνη.
🚜 Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, περιγράφοντας την επιστολή μίας αγρότισσας που κατήγγειλε αδικίες στις επιδοτήσεις και προνομιακή μεταχείριση άλλων προσώπων.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος: Ο Ναός κι ο τάφος του στην Λύδδα



Ὡς τῶν αἰχμαλώτων (απ' την Νέα Τάξη) ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν (Ελλήνων απ' την τρόικα) ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός,(Μαρμαρωμένων) βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρεσβεῦε Χριστῷ Τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου μαρτυρεί την ακμή του Χριστιανισμού στη Λύδδα, που ήταν επισκοπή και μετέπειτα αρχιεπισκοπή.

Σήμερα υπάρχει (τιτουλάριος) αρχιεπίσκοπος Λύδδης, που διαμένει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στη Λύδδα διαμένει ο ηγούμενος της Μονής.
Μέχρι σήμερα επικρατούσε η γνώμη ότι η Λύδδα είχε κτιστεί από τη φυλή του Βενιαμίν, αλλά από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύεται ότι η Λύδδα είναι κτισμένη από τους Αιγυπτίους. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Λοντ (LOD) και οι Άραβες Λιντ (LID).
Ο Δημήτριος Νικάτωρ απέσπασε την Λύδδα από τη Σαμάρεια και την κατέταξε στην Ιουδαία. Μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρος, ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κάσσιος, αφού τυράννησε για αρκετό χρόνο τους κατοίκους της Παλαιστίνης πούλησε τους κατοίκους της Λύδδας ως δούλους, αυτοί όμως δεν άργησαν να απελευθερωθούν και να επανέλθουν στην πόλη τους, κατόπιν διατάγματος του Αντωνίου.
Η Καινή Διαθήκη αναφέρει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού Αινέα στη Λύδδα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. θ’ 32-35).

Μετά το Χριστό ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε από τη Λύδδα και την κατεδάφισε αλλά μετά λίγο χρόνο η πόλη επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση, όπως φαίνεται, επειδή στη μεταγενέστερη Ιουδαία γίνεται έδρα τοπάρχου, που παραδόθηκε.
Καθώς πολλές πόλεις επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας μετονομάστηκαν, έτσι και η λύδδα πήρε το όνομα Διόσπολις, προς τιμή του Δία. Και το όνομα υπάρχει στα νομίσματα, που χαράχθηκαν επί Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα.

Η Λύδδα των πρώτων Χριστιανικών αιώνων ήταν έδρα επισκόπου υπό το Μητροπολίτη Καισαρείας, αλλά έπειτα έγινε Αρχιεπισκοπή.
Στη Λύδδα έγινε η σύνοδος κατά του Πελαγίου, το 415, που έλεγε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τα έργα του, χωρίς να έχει ανάγκη της θείας χάριτος.

Ποιος έκτισε το ναό του Αγίου Γεωργίου δε γνωρίζουμεν ακριβώς, επειδή δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Άλλοι αναφέρουν ως κτίτορα το Μέγα Κωνσταντίνο, κυρίως οι συναξαριστές, και άλλοι τον Ιουστινιανό. Ο επίσκοπος Τύρου, Γουλιέλμος, λέγει ότι ο ναός κτίστηκε από τον Ιουστινιανό, αλλά ο ιστορικός Προκόπιος, που έγραψε περί των κτισμάτων του Ιουστινιανού, δεν αναφέρει τίποτα. Στους πρώτους πάντως χριστιανικούς αυτούς αιώνες πήρε η Λύδδα και το όνομα Γεωργιούπολις προς τιμή του Αγίου, και όπως αναφέρουν οι συναξαριστές, στις 3 Νοεμβρίου, έγιναν τα εγκαίνια του ναού.
Επί Χοσρόη, το 614 μ.Χ., ο ναός του Αγίου Γεωργίου δεν έπαθε καμμιά καταστροφή, επειδή οι Πέρσες περιορίστηκαν να φθάσουν μέχρι την Ιερουσαλήμ.
Επί Μουσουλμανικής κυριαρχίας, τον 8ον αι., ο Σουλεϊμάν, ο υιός του Χαλίφη Αβδού Ελ Μάλεκ, κατεδάφισε τη Λύδδα αλλά το ναό του Αγίου Γεωργίου τον άφησε ανέπαφο, επειδή οι Μωαμεθανοί σέβονται τον Άγιο και του έχουν δώσει το όνομα Χάντερ (HADER), που σημαίνει πράσινος.

Επί Χαλίφου Χάκεμ, , το 1010 μ.Χ., ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών, και καταστράφηκε ο ναός της Λύδδας, αλλά πριν την έλευση των Σταυροφόρων τον ανακαίνισε κατ’ άλλους ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ή οι εντόπιοι με τη βοήθεια των Βυζαντινών και κατ’ άλλους ο Στέφανος της Ουγγαρίας.
Αναφέρεται ότι μετά την καταστροφή του Χάκεμ και την ανακαίνιση του ναού, έγινε άλλη μία καταστροφή από τους Μωαμεθανούς στο ναό, και τον ανακαίνισαν οι Σταυροφόροι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή μετά τη μάχη της Αντιοχείας, οι σταυροφόροι ήλθαν στη Λύδδα για να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Άγιο Γεώργιο, που τους βοήθησε. Εκεί βρήκαν μεγαλοπρεπή ναό, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής εκείνης. Μόνο ο Γουλιέλμος, αρχηγός των Σταυροφόρων, αναφέρει ότι λίγο πριν την έλευση των Σταυροφόρων, οι Μωαμεθανοί κατέστρεψαν το ναό, αλλά αυτό αντιφάσκει με τα προαναφερθέντα.
Σε όλη την διάρκεια του Σταυροφοριακού βασιλείου η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις ήταν υπό τους Σταυροφόρους.

Το Λατινικό Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ κατά τα πρώτα έτη της επικρατήσεως των Σταυροφόρων, απετελείτο από την Ιερουσαλήμ, την Ιόππη (Γιάφφα), και τη Λύδδα.
Ο Ιωάννης ο Φωκάς, το 1185, ήλθε στη Λύδδα και γράφει για το ναό του Αγίου Γεωργίου ότι κάτω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο τάφος του Αγίου, όπως του είπαν οι κληρικοί του ναού. Ο Λατίνος επίσκοπος έβγαλε τις πλάκες του ναού και βρήκε το σπήλαιο, που ήταν ο τάφος του Αγίου Γεωργίου, αφού προηγουμένως ο τάφος δεν φαινόταν και οι προσκυνητές προσκυνούσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο άνθρωποι προσπάθησαν να σηκώσουν την πλάκα του τάφου, αλλά βγήκε φωτιά, που άφησε τον ένα ημικαή και τον άλλο πεθαμένο.

Μετά τη μάχη της Χαττήν, η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις, ήλθαν στα χέρια των Μωαμεθανών, με αρχηγό τον Σαλαχεντίν, οι οποίοι κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου.
Το 1191 μ.Χ., το ίδιο έτος της καταστροφής, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανά τη Λύδδα, και επισκεύασε το ναό και ήλθε σε συνθηκολόγηση με τον αρχηγό των Μωαμεθανών, Σαλαχεντίν, αλλά η συνθήκη δεν κράτησε πολύ, επειδή το 1291 οι Σαρακηνοί έδιωξαν τους Σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου της Λύδδας.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου έμεινε κατεστραμμένος έως το 1349 μ.Χ., οπότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Κατακουζηνός, έστειλε πρέσβεις στο Σουλτάνο της Αιγύπτου, Νασρεντίν Χασάν Ίμπιν Ελ Νάσσερ, για την ανακαίνιση των ιερών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης, όπως και ανακαινίσθηκαν.
Το 1442, ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών της Παλαιστίνης επί Σουλτάνου της Αιγύπτου Αλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, που κατέστρεψε το ναό και το δυτικό μέρος το μετέτρεψε σε τζαμί. Τότε επίσης πρέπει να πήρε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και χρησιμοποίησε πέτρες της Εκκλησίας για την κατασκευή της γέφυρας του Ντάχερ.

Όπως φαίνεται από την Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, ο ναός του Αγίου Γεωργίου ανακαινίστηκε μετά το 1517 επί Σουλτάνου Σελήμ του Α’, που έδιωξε τους Μαμελούκους και έδωσε ελευθερία για την εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων στους Χριστιανούς.
Για την τελευταία καταστροφή του ναού του Αγίου Γεωργίου δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά υπάρχουν δύο πιθανότητες. Η πρώτη είναι ότι στις αρχές του 19ου αι. καταστράφηκε από τους γενίτσαρους, επειδή τότε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έπαθε μεγάλο πλήγμα από εκείνους.
Η δεύτερη είναι όταν το 1837 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό, που έγινε στην περιοχή, εξαιτίας του οποίου έπεσε η σκεπή του ναού και το ιερό του Παρεκκλησίου των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Το 1871, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Κύριλλος ο Β’, ανακαίνισε το ναό και επιπλέον μαρμαρόστρωσε το πάτωμα και τον τάφο του Αγίου Γεωργίου. Εκείνη η ανακαίνιση ήταν η τελευταία. Έκτοτε γίνονται μικρές ανακαινίσεις.

0205geo (1).jpg
0205geo (2).jpg
0205geo (3).JPG
0205geo (4).jpg
0205geo (5).jpg
0205geo (6).jpg
0205geo (7).jpg
0205geo (8).jpg
0205geo (9).jpg


Αναβλύζει Άγιο μύρο και λάδι και βρισκεται στην πολη
 (στα ελληνικα) Λύδδα της Παλαιστίνης και είναι ο πάνσεπτος τάφος του Αγ Γεωργίου...

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

Με τι εγκώμια να τον υμνήσω, τον πρίγκηπα των μαρτύρων, το Παλληκάρι της Ρωμιοσύνης, τον μέγιστο και πρώτο των μεγαλομαρτύρων, τον Ακρίτη της Οικουμένης, τον διατρέχων γην και ουρανούς, που προφθάνει πάντας πανταχού, αυτός που προστρέχει σε άμεση βοήθεια, από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη όπου τον επικαλούνται με ευλάβεια….!

 

***

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ
ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος- св вмч Георгий победоносец- St. George the Trophy-bearer ΟΡΘΙΟς Ι.Μ.ΠΑΤΜΟΔὲν λάμπει τόσον ὁ λαμπρός, ἥλιος ἀνατέλλων·
ὡς ὁ λαμπρὸς Γεώργιος, ἐλθεῖν σήμερον θέλων.
Δὲν εἶναι τόσο ποθεινό, γλυκὸ τὸ φῶς ἡλίου·
καθὼς εἶναι ἡ ἑορτή, τοῦ θείου Γεωργίου.
Δὲν ὠφελεῖ ὁ ἥλιος, καὶ ζῶντας, καὶ θανόντας·
ὡς ὁ πολὺς Γεώργιος, καὶ τοὺς νεκρούς, καὶ ζῶντας.
Ἀλλ’ ὦ Ἅγιε Ἥλιε, δέομαι, ἔπιδέ με·
τὸν δοῦλόν σου τὸν σκοτεινόν, καὶ λάμψας, φώτισαί με.
Νὰ σ’ εὐφημήσω ὡς ποθῶ, καὶ νὰ σὲ ἐπαινέσω·
ἐγκώμιον παραμικρόν, νὰ πλέξω, νὰ συνθέσω.
Ὄχι ἀπὸ ἐγκώμια, ἐσὺ πῶς ἔχεις χρείαν·
Μάρτυς θεομακάριστε, ὄχι μηδὲ κᾀμμίαν.
Μάλιστα ἀπὸ λόγου μου, ὁποῦ νὰ ἐπαινέσω·
τὸ ἄλογό σου ἀρκετά, ἴσως δὲν ἠμπορέσω.
Τολμῶ δὲ ὁ ἀνάξιος, ἐτοῦτο καὶ τὸ κάνω·
τὴν χάριν καὶ τὴν σκέπην σου, διὰ ν’ ἀπολαμβάνω.
Ὅτι παντοῦ ἡ σκέπη σου, εἶναι ποθεινοτάτη·
καὶ ἡ βοήθεια ἡ σή, πολλ’ ἀναγκαιοτάτη.
Οὐ μόνον στὴν πατρίδα μας, αὐτὴν τὴν ἐπιγείαν·
ἤ μᾶλλον παροικίαν μας, ὄντως καὶ ἐξορίαν.
Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φοβεράν, τὴν μέλλουσαν τὴν κρίσιν·
τὴν τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν, πλουσιωτάτην βρύσιν.
***
Μεγάλη εἶναι ἡ τιμή, πολλὴ εἶναι ἡ χάρις·
ὁποῦ κατηξιώθηκες, Γεώργιε νὰ πάρῃς.
πολλοὶ γὰρ ἐδοξάσθησαν, ἀπὸ τοὺς μακαρίους·
Μάρτυρας, Ἱεράρχας τε, καὶ ἀπὸ τοὺς Ὁσίους.
Ὅμως κανεὶς ὡσὰν ἐσέ, κανεὶς δὲν ἀξιώθη·
ἡ χάρις καὶ ἡ δόξα σου, εἰς ἄλλον δὲν ἐδόθη.
Διότι τίς δοξάζεται, εἰς κάθε χώραν πόλιν·
εἰς τὸ καυκὶ τοῦ Οὐρανοῦ, στὴν οἰκουμένην ὅλην;
Ὡσὰν ἐσὲ Γεώργιε, μέγα, Τροπαιοφόρε·
Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Ἅγιε, θεοφόρε.
Τίς ἄνθρωπος Γεώργιε, στὸν κόσμον δὲν σὲ ξεύρει;
Καὶ ποῦ νὰ σὲ γυρέψῃ δέ, κἐκεῖ νὰ μὴν σὲ εὕρῃ;
Ποῖος ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ἐσένα δὲν δοξάζει;
Ποῖος αὐθέντης, πρίγκιπας, ἐσὲ δὲν ἑορτάζει;
Ποῖος πτωχός, ἤ ἄρχοντας, ἤ ποία ἡλικία·
δὲν σὲ ἠξεύρει Ἅγιε, καὶ τὰ μωρὰ παιδία;
Ὅλοι τους σὲ ἠξεύρουσι, καὶ ὅλοι σὲ γνωρίζουν·
καὶ μὲ χαράν τους περισσήν, ἐσὲ πανηγυρίζουν.
Ὅλοι τους ὡς πατέρα τους, ἐσὲ ἐπικαλοῦνται·
καὶ ὅλοι ἀπ’ τὴν χάριν σου, εὐθὺς εὐεργετοῦνται.
Ὅλοι, ὡς εὐεργέτην τους, λοιπὸν ἐσένα κράζουν·
ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, τοῦ λόγου σου φωνάζουν.
Οὐ μόνον οἱ χριστιανοί, ἡμεῖς τῆς Ἐκκλησίας·
ταύτης τῆς Ἀνατολικῆς, τῆς εὐσεβοῦς καὶ θείας.
Ἀλλ’ ἔτι καὶ οἱ Δυτικοί, Σπανιόλοι καὶ Φραντζέζοι·
Ἀρμένοι, Κόπται, Λούτεροι, Ἰγκλέζοι, Ὀλλαντέζοι.
Ὡς καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ αὐτοί, ἐσένα σὲ τιμοῦσι·
σὲ ἀγαποῦσι δυνατά, σὲ θέλουν, σ’ ἐπαινοῦσι.
Ὅλα τὰ ἔθνη κᾑ φυλαῖς, λοιπὸν ἐσὲ δοξάζουν·
πανένδοξε Γεώργιε, καὶ σὲ ἐγκωμιάζουν.
Καὶ ὅλα τὰ βασίλεια, ὅλαις ᾑ πολιτείαις·
σὲ ἑορτάζουν μὲ τιμαῖς, καὶ μὲ δοξολογίαις.
Γιατί τί χώρα, ἤ χωριό, ἤ κάστρο, ἤ καὶ πόλις·
Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, τῆς οἰκουμένης ὅλης,·
δὲν ἔχει τὴν εἰκόνα σου, δὲν ἔχει τὸν ναόν σου·
καὶ δὲν τιμᾷ, δὲν προσκυνᾷ, τὄνομα τὸ δικόν σου;
Σὺ μέσα ἐγεννήθηκες, εἰς τὴν Καππαδοκίαν·
κι ὅλον τὸν κόσμον ἔκαμες, πατρίδα σου ἰδίαν.
Ὅτι παντοῦ σὲ ἀγαποῦν, ὡσὰν συμπατριώτην·
παντοῦ σὲ ἑορτάζουσι, Χριστοῦ ὡς στρατιώτην.
Ἀξιοθαύμαστος λοιπόν, εἶναί σου ἡ πατρίδα·
νὰ τὴν στολίσ’ ὅλη ἡ γῆ, πρέπει μὲ ἀλουργίδα.
Καὶ ἀξιομακάριστος, ἡ μνήμη τοῦ πατρός σου·
καὶ ἡ μακαρία ἡ κοιλιά, ἐκείνης τῆς Μητρός σου.
Ὅτι ἐγέννησαν υἱόν, τόσον χαριτωμένον·
πανάρετον, πανθαύμαστον, κοσμοαγαπημένον.
Χριστοῦ μεγαλομάρτυρα, τὴν δόξαν τῶν Μαρτύρων·
τὸ καύχημα καὶ τὴν τιμήν, τόσων λαῶν ἀπείρων.
Τὸ πρόεδρον τῶν Ἀθλητῶν, καὶ ὄντως ταξιάρχην·
Μαρτύρων τὸ περίβλεπτον, ἔνδοξον ταγματάρχην.
Τὸν μέγαν, τὸν πολύαθλον, τὸν θεῖον Ἀθλοφόρον·
τὸν παλαιστήν, τὸν νικητήν, καὶ τὸν τροπαιοφόρον.
Ἥρωα τὸν οὐράνιον, τὸν θεῖον Ἡρακλέα·
ἡμίθεον τὸν ἔνθεον, τὸν ἄλλον Ἀχιλλέα.
Τὸν νοερὸν ἀδάμαντα, τὸν ὄντως ἀριστέα·
ὁποῦ ἐδόξασε Θεόν, τὸν πάντων Βασιλέα.
Ἐδόξασε τὸν Ἰησοῦν, Χριστόν, τὸν Κύριόν μας·
σὺν τῷ Πατρί, καὶ Πνεύματι, τὸν κραταιὸν Θεόν μας.
Εὔφραν’ ἐχαροποίησεν, Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους·
νικήσας τὸν διάβολον, ἐνδόξως ἕως τέλους.
Ἐδόξασεν, ἐτίμησεν, τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν·
ἐστόλισ’ ἐκαλλώπισεν, ὅλην σχεδὸν τὴν Κτίστην.
Ὅθεν αὐτὸν καὶ ὁ Θεός, ἐδόξασε μεγάλως·
ὅσο δὲν ἐδοξάσθηκε, στὸν κόσμον τοῦτον ἄλλος.
Τοῦ ἔδωκε θεοπρεπῶς, τὴν χάριν τῶν θαυμάτων·
καὶ θαύματα ἐγέμισε, τὴν γῆν ἕως περάτων.
Ποῖος γὰρ τόπος ἀδελφοί, δὲν εἶδε θαύματά του;
Ἤ τίς ποτε δὲν ἤκουσε, σημεῖα τέρατά του;
Τίς τὸν ἐπικαλέσθηκε, νὰ ‘λθῃ βοήθειά του·
καὶ δὲν τὸν εἶδε παρευθύς, ἀνέλπιστα κοντά του;
Τίς κινδυνεύει καὶ βοᾷ, διὰ νὰ τὸν γλιτώσῃ·
καὶ γλιτωμὸν ὁ Ἅγιος, δὲν ἔφθασε νὰ δώσῃ;
Ποῖος τότε αἰχμάλωτος δὲν εἶδ’ ἐλευθερίαν·
φωνάζοντας τὸν Ἅγιον, μ’ ὅλην του τὴν καρδίαν;
Τίς ἀσθενής, ἤ ἐνδεής, καὶ ποῖος ξεπεσμένος·
ἔμεινεν ἀβοήθητος, καὶ ἀλησμονημένος;
Κράζοντας τὸν θαυματουργόν, τὸν Ἅγιον ἐτοῦτον·
τὸν βοηθὸν τῶν ἀσθενῶν, καὶ τῶν πτωχῶν τὸν πλοῦτον;
Τὸ Ἅγιόν του ὄνομα, ποῖος ἐπικαλεῖται·
εἰς τὴν ἀνάγκην του ποτέ, καὶ δὲν εὐεργετεῖται;
Τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ποῖος τιμᾷ, γεραίρει·
καὶ πάντοτε δὲν τὸν βαστᾶ, ἐτοῦτος ἀπ’ τὸ χέρι;
Τὸν ἔνδοξον Γεώργιον, τίς τοῦ γυρεύει χάριν·
καὶ δὲν τὸν βλέπει παρευθύς, κοντά του καβαλάρην;
Τὸν μέγαν μου Γεώργιον, τίς λέγει του, βοήθει·
κι ὡς ἀστραπὴ ἐξ οὐρανοῦ, τῆς ὥρας δὲν ἐχύθη;
Τίς βασιλεὺς χωρὶς αὐτόν, τὸν Ἅγιον πηγαίνει·
νὰ πολεμήσῃ τὸν ἐχθρόν, κι εἰς πόλεμον ἐμπαίνει;
Τί στράτευμα, τίς στρατηγός, δὲν τὸν κρατεῖ στὸ χέρι·
κρατῶντάς τον στὸ χέρι δέ, δὲν τρέχει καὶ δὲν χαίρει;
Τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ἀπάνω ἄν δὲν στήσῃ·
πῶς ἠμπορεῖ τὸ στράτευμα, ἐκεῖνο νὰ νικῆσῃ;
Τὸ τρόπαιον, τὸ φλάμπουρο, ἄν δὲν τοῦ τὸ σηκώσῃ·
πῶς τοὺς ἐχθρούς του ἠμπορεῖ, ἐνδόξως νὰ τροπώσῃ;
Οἱ Ἄγγελοι τὸν χαίρονται, ὡς ἕνα ἀδελφόν του·
οἱ Ἅγιοι τὸν βλέπουσιν, ὡς ἕνα στολισμόν τους.
Ἡ ἐκκλησία στήριγμα, νίκην ᾑ βασιλείαις·
ᾑ αὐθεντείαις καύχημα, χαρὰν ᾑ πολιτείαις.
Ὁ κόσμος ὅλος καὶ καλά, δόξαν τους καὶ τιμήν τους·
οἱ δαίμονες τὸν τρέμουσιν, ὡς πταῖσται τὸν κριτήν τους.
***
Αὐτὸς εἶναι ἀκροαταί, ὁ γίγας ὁποῦ τρέχει·
τὰ τετραπέρατα τῆς γῆς, ἀναπαυμὸν δὲν ἔχει.
Τρέχει ἐδώ, τρέχει ἐκεῖ, και πανταχοῦ προφθάνει·
τὸν κόσμον ὅλον ἐν ταυτῶ, εὐθὺς περιλαμβάνει.
Τοὺς ὅσους τὸν παρακαλοῦν, διὰ νὰ βοηθήσῃ·
τὸ ζήτημα τοῦ καθενός, διὰ νὰ τὸν χαρίσῃ.
Καὶ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται, πρᾶγμα νὰ τοῦ ζητήσῃ·
καὶ ὁ Γεώργιος αὐτό, νὰ μὴ τοῦ τὸ χαρίσῃ.
Διότι μὲ τοῦ Ιησοῦ, τὴν παντοδυναμίαν·
πάντα ἰσχύει δύναται, δίχως ἀμφιβολίαν·
Γιὰ νὰ δοξάσῃ βέβαια, τοῦτον τὸν Ἅγιόν του·
εἰς ὅλα τὰ βασίλεια, ὡς δοῦλον γνήσιόν του.
Καθὼς τὸν δόξασεν αὐτός, καὶ τὸ πανάγιόν Του·
Ὄνομα ὁμολόγησε, μὲ τὸ μαρτύριό του.
Ἔμπροσθεν εἰς τοὺς βασιλεῖς, καὶ δὲν τοὺς ἐφοβήθη·
οὐδὲ τὰ παιδευτήρια, τὰ τόσα συλλογήθη.
Κεῖνα τὰ παιδευτήρια, τὰ πάμπολλα καὶ τόσα·
ὁποῦ τρομάζει μοναχά, νὰ τὰ εἰπῇ ἡ γλῶσσα.
Τὴν κάμινον τὴν φοβεράν, ἐκείνην τῆς ἀσβέστου·
ὁποῦ ἐμένα μἔπρεπε, τοῦ μιαροῦ καὶ πταίστου.
Διὰ νὰ φύγω τὸ φρικτόν, τὸ ἄσβεστον ἐκεῖνο·
τὸ πῦρ τὸ τῆς κολάσεως, ὁποῦ ποτὲ δὲν σβήνω.
Μάλιστα ὁ ἀνόητος, τἀνάφτω, τὸ αὐξάνω·
μὲ τὰ κακά, ὁποῦ παντοῦ, καὶ κάθε ὥρα κάνω.
Ὄχι τοῦ Γεωργίου μου, ὁποὖχε καιομένην·
πάντοτε τὴν καρδίαν του, καὶ καταφλεγομένην.
Ὑπὸ τοῦ θείου ἔρωτος, ὑπὸ πυρὸς ἀΰλου·
ἐκείνου τοῦ Δημιουργοῦ, ἐτοῦτου τοῦ ἐνύλου.
Τὸν φοβερὸν πάλιν τροχόν, κἐκεῖνα τὰ πυρφόρα·
καὶ σιδηρᾶ ποδήματα, ὅλα θανατηφόρα.
Ὁποῦ ἐμένα μἔπρεπαν, αὐτὰ ὅλως διόλου·
ὡς ἐκ παιδὸς ὤν ὁπαδός, φίλος τοῦ διαβόλου.
Διότι ἄφηκα κακῶς, ὁδὸν τὴν τεθλιμμένην·
ὕστερα δὲ εὐρύχωρην, πολλὰ ἀναπαυμένην.
Καὶ ἔπιασα ὁ ἄγνωστος, στράταν τὴν πλατυτάτην·
ὕστερα δὲ πολλὰ κακήν, φίδια, καὶ πῦρ γεμάτην.
Καὶ τρέχοντας περιπατῶ, μαζὶ μετὰ δαιμόνων·
καὶ χαίροντας ἀκολουθῶ, τοὺς διαβόλους μόνον.
Ὄχι του Γεωργίου μου, ὁποῦ τὸν ἑαυτόν του·
τελείως ἀπαρνήθηκε, και ἅρας τὸν Σταυρόν του.
Ἀκολουθοῦσε τρέχοντας, χαίροντας, τὸν Χριστόν του·
καθὼς ὁρίζει ὁ Χριστός, στὸ Εὐαγγέλιόν Του.
Καὶ τἆλλα τὰ μαρτύρια, ὁποῦ γιὰ συντομίαν·
ἐγὼ τὰ ἀποσιωπῶ, μὲ ἔκπληξιν βαθεῖαν.
Καὶ διατὶ εὑρίσκονται, εἶναι εἰς κάθε στόμα·
τὰ ὅσα ἔπαθεν αὐτό, τὸ νικηφόρον σῶμα.
***
Διόπερ καὶ ὁ Κύριος, διὰ νὰ τὸν τιμήσῃ·
τὸν πάντιμον Γεώργιον, τὴν δόξαν του ναὐξήσῃ.
Ηὐδόκησεν ἡ ἑορτή, ἐτούτου τοῦ Ἁγίου·
νὰ πέφτῃ μὲ τὴν ἑορτήν, Αὐτοῦ μας τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, ὤ δόξα, νὰ τιμᾶται·
ἀντάμα μὲ τὸν Κύριον, καὶ νὰ συμπροσκυνᾶται.
Δοῦλος νὰ ἑορτάζεται, μαζὶ μὲ τὸν δικόν του·
Αὐθέντην καὶ Δεσπότην του, πολὺ ἐγκώμιόν του.
Δοῦλος γὰρ ὁ ἐξαίρετος, καὶ τίμιος τυχαίνει·
ἐξαίρετην καὶ τὴν τιμήν, βέβαια νὰ λαβαίνῃ.
Τὸ Πάσχα ἑορτάζομεν, λοιπὸν το λαμπροφόρον·
εἶτα καὶ τὸν Γεώργιον, ναί, τὸν τροπαιοφόρον.
Τιμοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν, Χριστοῦ καὶ προσκυνοῦμεν·
τιμοῦμεν καὶ τὸν Ἅγιον, αὐτὸν καὶ εὐφημοῦμεν.
Στεφάνου Πρωτομάρτυρος, προνόμιον οἰκεῖον·
ἦτον νὰ ἑορτάζεται πρὸ πάντων τῶν Ἁγίων.
Διότι πρώτιστος αὐτός, τὸ αἷμά του τὸ χύνει·
μετὰ τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, καὶ τὴν ζωὴν προδίνει.
Ἡ δὲ πνευματοκίνητος, Ἁγία Ἐκκλησία·
ὁποῦ τὰ ἐδιόρισε, τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ.
Τοῦτον τὸν μέγαν προτιμᾷ, σοφῶς καὶ διορίζει·
καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, αὐτὸν πανηγυρίζει.
Ὡς πλιότερον πολυπαθῆ, Στεφάνου, Δημητρίου·
καὶ τῶν λοιπῶν ὁποῦ φοροῦν, στέφανον μαρτυρίου.
Ὁ τῶν Ἁγίων Ἅγιος, τὸν ἀγαπᾶ κοντά Του·
ἐτοῦτόν Του τὸν Ἅγιον, δι’ ἁγιότητά Του
Ὁ μέγας Μάρτυς Ἰησοῦς, καὶ τῆς ὁμολογίας·
αὐτῆς πρῶτος διδάσκαλος, τῆς εἰς Αὐτὸν λατρείας.
Τοῦτον τὸν Μάρτυρα Αὐτοῦ, ὡς πλέον κοινωνόν Του·
καὶ πλιὸ σιμά του ἔλαβε, ὡς πλέον ἀρεστόν Του.
Ὅθεν μετὰ τὰ Ἅγια, φρικτὰ μαρτύριά του·
ὕστερ’ ἀπὸ τὰ πάνσεπτα, Πάθη τὰ ἐδικά Του.
Καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὕστερα τὴν λαμπράν Του·
Ἔγερσιν τὴν πανένδοξον, Αὐτοῦ καὶ φανεράν Του.
Τιμῶμεν καὶ τὰ τίμια, πάθη τοῦ Γεωργίου·
καὶ τὰ λαμπρὰ μαρτύρια, ἐτοῦτου τοῦ Ἁγίου.
Καὶ τὴν σεβάσμιον αὐτοῦ, μνήμην καὶ ἑορτήν του·
καὶ τὴν μεγάλην χάριν του, καὶ τὴν πολλὴν τιμήν του.
Πανηγυρίζομεν λοιπόν, μὲ ἄμετρον χαράν μας·
καὶ ἑορτάζομεν αὐτόν, μὲ ὅλην τὴν καρδιά μας.
Ὅτι ὡσὰν Αὐγερινός, λαμπρός, ἀκτινοβόλος·
ἔλαμψεν ὁ Γεώργιος, χαρά, καὶ δόξα ὅλος.
Καὶ τὸ ἕαρ τὸ γλυκύ, καὶ τὸ χαριτωμένον·
ἐφάνη ὁ Γεώργιος, ἕαρ πεποθημένον.
Τοῦτο ἐγὼ νομίζω δέ, νὰ μᾶς τὸ σημειώνῃ·
καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἑορτῆς, καὶ νὰ τὸ φανερώνῃ.
Τὸ ἕαρ, καὶ ἡ ἄνοιξις, μεθ’ ἧς τοῦ Γεωργίου·
ἡ σεβασμία ἑορτή, συντρέχει τοῦ Ἁγίου.
***
Γεώργιος ο Γοργος- Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_წმინდა გიორგი გმი-ΑΓ.ΝΙΚΟΛ.ΟΡΦΑΝΟΣ %d1%81Σύντομα ἐγκωμίασα, πολλὰ τὸν θαυμαστόν μου·
τὸν Ἅγιον Γεώργιον, τὸν πολυπόθητόν μου.
Ὄχι γιατὶ ὕλην ἐδώ, δὲν εἶχα νὰ πλατύνω·
ἀλλ’ ὅτι οἰκειοθελῶς, τὸ πλάτος τὸ ἀφήνω.
Διὰ νὰ δύναται καθ’ εἷς, ὁποῦ τὸν εὐλαβεῖται·
καὶ τὸν τιμᾷ τὸν Ἅγιον, καὶ τὸν ἐπικαλεῖται.
Μικρὸν ὄντας καὶ σύντομον, αὐτὸ νὰ συνηθίζῃ·
νὰ τὸ διαβάζῃ συνεχῶς, καὶ νὰ τὸ ἐκστομίζῃ.
Διότι βλέπω περισσούς, ὁποῦ ἐπιθυμοῦσι·
νὰ τὸν πανηγυρίζουσι, καὶ νὰ τὸν ἐπαινοῦσι.
Ὅτ’ εἰς πολλοὺς κάνει καλό, μὲ τὰς θαυματουργίας·
πολλοὺς γλιτώνει καὶ παντοῦ, ἀπὸ πολλὰς αἰτίας.
Καὶ διὰ τοῦτο ἀγαποῦν πολλοί, νὰ τὸν δοξάζουν·
νὰ ἔχουσιν ἐγκώμια, νὰ τὸν ἐγκωμιάζουν.
Ὅτι ἐγὼ τώρα ἐδώ, ἄν θέλω νὰ ἀρχίσω·
τὸν Ἅγιον Γεώργιον, εἰς πλάτος νὰ τιμήσω.
Εἶναι ὡσὰν τὸν ἥλιον, νὰ θέλω νὰ φωτίσω·
ἤ εἶναι ὡσὰν νὰ ζητῶ, τὸ χιόνι νὰ ἀσπρίσω.
Αὐτὸ δὲ ὁποῦ ἔκαμα, ἐγὼ εἰς τοὺς Ἁγίους·
καὶ ἐγκωμίασα ἐδώ, ἐκ τῶν πολλῶν ἐνίους.
Δὲν εἶνα πῶς τὸ ἔκαμα, ἐκείνους νὰ τιμήσω·
ὁ γὰρ Θεὸς τοὺς τίμησεν, ἐγὼ τί νὰ μιλήσω;
Ἀλλὰ μ’ αὐτὸ τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ ὠφελήσω·
ἐξ ἔργων μὴ δυνάμενος, ὄφελος ν’ ἀποκτήσω.
Μὲ τὴν βοήθειαν αὐτῶν, καὶ τὴν εὐχαρίστιαν·
εἰς τὴν Δευτέραν τοῦ Χριστοῦ, μεγάλην παρουσίαν.
Ὅτι ἐᾶν ἡμεῖς ἐδώ, ὁπόταν ἐπαινοῦμεν·
ἁπλῶς κανένα ἄνθρωπον, καὶ τοῦτον τὸν τιμοῦμεν·
Ἄν δὲν εἶναι καὶ φίλος μας, εὐθὺς κάνει φιλίαν·
εἰδὲ καὶ εἶναι φίλος μας, δίνει εὐχαριστίαν.
Χαίρεται εἰς τὸν ἔπαινον, πολλὰ τὸ καμαρώνει·
τὸν ἑαυτόν του εἰς ἡμᾶς, μ’ αὐτὸ ὑποχρεώνει.
Πόσῳ μᾶλλον οἱ Ἅγιοι, θαῤῥεῖτε νὰ θελήσουν·
ἡμᾶς τοὺς ἐγκωμιαστάς, αὐτῶν νὰ ὠφελήσουν.
Καὶ εἰς ἐτούτην τὴν ζωήν, νὰ μᾶς εὐχαριστήσουν·
καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν πολύ, νὰ μᾶς εὐεργετήσουν.
Βλέποντες ἐπαινούμενα, τὰ κατορθώματά τους·
χαίροντες, εὐφραινόμενοι, εἰς τὰἐγκώμιά τους.
Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, θέλει μᾶς ἀποδώσει·
ἐκεῖ τὸν κόπον μας αὐτόν, καὶ μᾶς τὸν ἐπληρώσει.
Ὅτι τοὺς φίλους του ἡμεῖς, κατὰ πολλὰ τιμοῦμεν·
καὶ τοὺς ἐπικαλούμεθα, καὶ τοὺς ἀναζητοῦμεν.
Καθώσπερ καὶ ὁ φίλος του, ὁ τόσο τίμιος του·
ὡς καὶ αὐτὸς τὸ ἔκαμε, καθὼς ψάλλει ἀτός του.
Ἐμοὶ δὲ λίαν λέγοντας, οἱ φίλοι Σου Θεέ μου·
μεγάλως ἐτιμήθησαν, πάντοτε Κύριέ μου.
Καὶ ὡς καθὼς ἕως ἀργοῦ, λόγου καὶ σωτηρίου·
θέλομεν λάβῃ ἀμοιβήν, δόξαν παρὰ Κυρίου.
Εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τοῦ ἐνδοξαζομένου·
ἐν τοῖς Ἁγίοις ἅπασι, καὶ τῆς Ἀειπαρθένου.
Ὅτι αὐτῷ πρέπει καὶ νῦν, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος·
δόξα, τιμή, προσκύνησις, Αὐτὸς γὰρ Θεὸς μόνος