Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Πως τελικά κατασκευαζουμε μια πετροχτιστη κατοικια;

Λύσσαξαν με τη ζακέτα του Αγίου Παϊσίου – Τρανή απόδειξη ότι παραμένει ζωντανός και τους «καίει»!

 


Γράφει  ο  Ελευθέριος Ανδρώνης

Τα γνωστά «τελώνια» του δημόσιου λόγου που δεν αφήνουν κανένα ιερό και όσιο χωρίς να το «εκτελωνίσουν» με τις εμμονές τους, βγήκαν ξανά από τα ανήλιαγα σπήλαια τους. Βρυχώνται και ολολύζουν γιατί ο ελληνισμός γονάτισε για ακόμη μια χρονιά μπροστά στο ολόλαμπρο σέμνωμα των ημερών μας, τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη.  

Με αφορμή την εορτή του Αγίου Παϊσίου που η Ορθοδοξία τιμά στις 12 Ιουλίου, οι χριστιανοφοβικοί «φελλοί» πετάχτηκαν στην επιφάνεια. Όντας συνεχώς στον πυθμένα της ανυποληψίας, μπορούν να αναδυθούν στη δημοσιότητα μόνο ως ετερόφωτα πλεούμενα σε θολά νερά. Έχει γίνει καθιερωμένος ο σεληνιασμός τους πλέον, πριν και μετά τις λαοφιλείς χριστιανικές εορτές. Ακριβώς όπως ένας ψαράς κοιτά το ημερολόγιο για να εξασφαλίσει πετυχημένες ψαριές, εκείνοι κοιτούν το… εορτολόγιο για να δουν πότε θα κάνουν «γκελ» τα εμέσματα τους. Και ίσως έτσι να «τσιμπήσουν» κανένα θαυμαστή, κανέναν αναγνώστη, κανέναν παρατρεχάμενο.

Συμφέροντα για να πετροβολούν την Ορθοδοξία, υπάρχουν πάντα άφθονα. Πάρτε κόσμε. Άλλος θέλει να βρεθεί το βιβλίο του στο μπροστά σταντ του βιβλιοπωλείου, άλλος για να βρει ακόλουθους για τη νεοπαγανιστική ομάδα του, άλλος για να ξαραχνιάσει τη Μαρξιστική φαντασίωση του, άλλος για να κατευνάσει τη συνείδηση του και άλλος για να «αφυπνίσει» το κοινό του ως απομίμηση του Λιαντίνη. Ένα ετερόκλητο σμήνος από αλογόμυγες που γίνονται αντιληπτές μόνο όταν βουίζουν και τσιμπάνε τα οπίσθια της επικαιρότητας.

Έκαναν τη ζακέτα εθνικό ζήτημα!

Αυτό που έκανε τους θεομάχους να αφρίσουν, ήταν η υποδοχή ενός ιερού κειμηλίου στον Άγιο Δημήτριο Σιδηροκάστρου, που συγκεκριμένα ήταν μια ζακέτα που φορούσε ο Άγιος Παΐσιος. Και τι δεν είπαν - σκούζοντας - τα «τελώνια» του διαδικτύου, τόσο στα ΜΚΔ – όσο ακόμα και ενημερωτικές ιστοσελίδες περιωπής! «Μεσαίωνας», «σκοταδισμός», «ειδωλολατρία», «γίναμε Ιράν», «οι παπάδες κοροϊδεύουν τα πρόβατα», «πώς κατάντησε έτσι η Ελλάδα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Ομήρου…» και λοιπά.

Κοροϊδεύουν την προσκύνηση της ζακέτας του Αγίου Παϊσίου αυτοί που θεοποιούν έναν αρχαίο πολιτισμό που προσκυνούσε είδωλα, μάρμαρα, φαλλούς, ξόανα, λίθους, στήλες, δέντρα, ποτάμια, στοιχεία της φύσης. Μιλούν για «σκοταδισμό» αυτοί που ξεπλένουν μια θρησκεία μαγικών αναθημάτων, λαϊκών καταρών και «δεσιμάτων», οργιαστικής μαντείας, συμπαθητικής μαγείας, ακόμα και ανθρωποθυσιών. Μια επίσκεψη σε οποιοδήποτε αρχαιολογικό μουσείο της χώρας μας, αρκεί για του λόγου το αληθές. Από την άλλη τα «ορφανά» του Στάλιν, κάνουν ότι δεν θυμούνται ότι μουμιοποίησαν τον Λένιν για να τον λατρεύουν ως «άγιο», κάνουν ότι δεν θυμούνται τις «αγιογραφίες» του πατερούλη Στάλιν, το «ιερό» περίστροφο του Μπελογιάννη, τα «κόκκινα ευαγγέλια» του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν.

Σε μια εποχή που ξοδεύονται εκατομμύρια σε δημοπρασίες για να αποκτήσει κάποιος από το γάντι του Μάικλ Τζάκσον μέχρι το χρησιμοποιημένο χαρτομάντηλο της Σκάρλετ Γιόχανσον και από το μπουκάλι με νερό που είχε πιεί ο Έλβις Πρίσλεϊ μέχρι το δόντι του Φρέντι Μέρκιουρι, σκυλιάζουν επειδή οι Χριστιανοί φυλάνε σαν κειμήλιο ένα ρούχο του Αγίου Παϊσίου. Όχι για να το πουλήσουν στις αγορές της ματαιοδοξίας, αλλά για να εκφράσουν την αγνή αγάπη τους στον Άγιο, όπως ο καθένας κρατάει ενθύμια από αγαπημένα του πρόσωπα: φωτογραφίες, αντικείμενα, ρούχα, κοσμήματα κλπ.

Ένα ρούχο του Αγίου Παϊσίου είναι κομμάτι του αγιασμένου βίου του, έχει συναισθηματική και ιστορική αξία. Επιπλέον έχει και πνευματική αξία, ως αντικείμενο αναφοράς στον άθλο του, τα λόγια του, το κάλεσμα του να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του. Γι’ αυτόν τον λόγο τιμούμε και όπλα ηρώων και τα βλέπουμε με ανατριχίλα στα μουσεία. Μόνο που ο «Ασυρματιστής του Θεού» πολέμησε τον «άρχοντα του κόσμου τούτου» με όπλο ένα κομποσχοίνι και στολή «πολέμου» ένα τριμμένο ράσο.

Άλλο «προσκυνώ» - Άλλο «λατρεύω»

Οι θεομπαίχτες που προφανώς λύσσαξαν για άλλη μια χρονιά με τα πλήθη που τίμησαν τον Άγιο στον τάφο του, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ότι άλλο πράγμα σημαίνει η λέξη «προσκυνώ» και άλλο η λέξη «λατρεύω». Το «προσκυνώ» (προς+κυνώ) σημαίνει «πλησιάζω και φιλώ». Το «λατρεύω» προέρχεται από το ουσιαστικό «λάτρις» (ο υπηρέτης) και το «λάτρον» (ο μισθός) και σημαίνει «υπηρετώ έναν κύριο» και «εργάζομαι για τον μισθό». Οι Χριστιανοί λοιπόν προσκυνούν (δηλαδή ασπάζονται) λείψανα και άλλα ιερά αντικείμενα ως πράξη σεβασμού, αλλά λατρεύουν ΜΟΝΟ τον Κύριο και Θεό, Ιησού Χριστό. Πόσο πιο απλά να το εξηγήσουμε για να το καταλάβουν κάποιοι ανεγκέφαλοι;

Και μιλώντας για ανεγκέφαλους, εννοείται ότι ο νευρασθενικός Τατσόπουλος έδωσε για άλλη μια φορά «μάχη με το κατεστημένο» ανοίγοντας μέτωπο με τη ζακέτα. Αυτός ο μαϊντανός που φυτρώνει μόνο στην κοπριά που παράγει ο νους του, ήταν βέβαιο ότι θα έψαχνε εκ νέου πελατεία για να «προσκυνήσει» τα βιβλία του. Ο άνθρωπος που στηρίζει τα σύγχρονα ιατρικά «Άουσβιτς» της βιομηχανίας των ευθανασιών, θέλει να μας πείσει ότι ενδιαφέρεται να μας ανοίξει τα μάτια για το καλό μας. Θα εκπολιτιστούμε αν δεν προσκυνούμε ζακέτες, αλλά για να φτάσουμε στο υψηλό επίπεδο του Τατσόπουλου θα πρέπει να ξαποστέλνουμε και τους πονεμένους ανθρώπους μας σε θαλάμους εξόντωσης. Απαύγασμα πολιτισμού.

Είναι φοβερό ότι κάποιοι άνθρωποι κάνουν σκοπό ζωής το να γαβγίζουν ακατάπαυστα για κάτι το ανύπαρκτο (για εκείνους). Η μεγαλύτερη απόδειξη της ζωντανής αγιότητας του Αγίου Παϊσίου είναι ότι 32 χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να «καίει» τους δαιμονόπληκτους. Όσοι τρίζουν τα δόντια για τα σεβάσματά μας, ας πάρουν... ζακέτα μαζί τους γιατί τους βλέπω να ξεχειμωνιάζουν πάλι στην προσπάθεια να κάνουν μια τρύπα στο νερό...

sportime.

Πλάνα από τον Γαλαξία μας.


Δέκα δευτερόλεπτα του βίντεο είναι περίπου 2 ώρες και 20 λεπτά σε πραγματικό χρόνο.

ΜΠΛΕ


Έγινα θάλασσα .
Όχι ταραγμένη.
Έσμιξα με ποτάμια
όπως σμίγει μια ακτίνα φωτός
με μια αγριοκερασιά.
Άφωνα, ξέπνοα.
Τις μάχες μου με τις φλόγες
τις παρακολουθώ από ψηλά.
Έμαθα να πετώ από παιδί
και από ψηλά χωρίς ανυπομονησία
δένω τα κορδόνια μου.
Πότε πότε πιάνομαι απ τα κρόσια
του ουρανού, κολλάω πάνω του
και αυτός μου ψιθυρίζει.
Άλλες φορές, κατηφορίζω με
ένα μαχαίρι διάφανο προς την άβυσσο
και σκορπίζομαι
μέσα στη δίψα του πόνου.
Ίσως να μη μου συνέβαιναν αυτά
αν ήμουν μόνο νερό.
Μα σου λέω,
έγινα θάλασσα πια.


Έλενα Λυμπεροπούλου, Επτά Ποιήματα

Μνήσθητι Κύριε. «Παρρησία». …Η μνημόνευση στην Ι. Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ.

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ   ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ*

 Δεν λέμε για τούς ιερομονάχους, τους διακόνους και την ελαχιστότατα μου. Τηρούμε και τελούμε αυτή την ιερή διαδικασία και μνημονεύουμε ζωντανούς υπέρ υγείας και κεκοιμημένων υπέρ αναπαύσεως εξ ιδιότητος και αποστολής και εκ συναισθήσεως χρέους. Άξιο όμως ιδιαιτέρας προσοχής είναι το παρατηρούμενο και σε όλους τούς απλούς μοναχούς του Αγίου Όρους, να μνημονεύουν κατά τις καθιερωμένες στιγμές της θείας λειτουργίας πλήθος ονομάτων, συγγενών, φίλων καθώς και κατ’ εντολή ή ανάθεση ξένων και αγνώστων («των εντειλαμένων υμίν τοις αναξίοις»).

Αποστολής τα χρόνια της μοναχικής δοκιμασίας και της κούρας των αποκτούν οι αγιορείτες πατέρες τούτη την καλή συνήθεια τούς την διδάσκουν και την παραδίδουν αλληλοδιαδόχως οι Γερο ντάδες και οι Πνευματικοί των.

Είναι πολύ σωστή και με θεολογική βάση και βαρύτητα ή ενέργεια των αυτή, για να ένσταλαχθή βαθύτατα μέσα τους ή αλήθεια, ότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου· το να κατονομάζονται συγκεκριμένους εκείνοι για τούς όποιους τεμαχίζεται το Πανάγιο Σώμα και εκχύνεται το Ζωηρό Αίμα του Κυρίου, {«μνημόνευσον ως αγαθός και φιλάνθρωπος των προσενεγκάντων και δι ους προσήγαγον», (ευχή προθέσεως)}, και για να αποδεικνύεται, καλλιεργήται και διατρανούται ή πίστις στην ενότητα της Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι όλοι οι ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως αν είναι ζώντες ή τεθνηκότες· με την συγκεκριμένη όμως βασικότητα της αποδοχής -πού ποτέ δεν θα πρέπει να μας ξεφεύγει, παρακαλώ, από τούτο το σημείο- ότι είναι τοιούτοι-τοιαύτα (μέ λη) όχι με την έννοια της μάζης και του χαώδους συνόλου, αλλά με την της διαιωνίως διηκούσης κατ’ ένώπιον του Πλάστου Θεού ιδιαιτερότητας κατ’ άξίαν και τιμήν ενός έκαστου ως ιδιαιτάτου προσώπου, σφραγιστικός δε σεσημασμένου και κατονομασμένου.

Σύμφωνα λοιπόν με τούτη την παράδοση και σε άλλες μεν προσευκτικές στιγμές του εικοσιτετραώρου των ενθυμούνται οι μοναχοί τα ονόματα των γονέων, των αναδόχων των και των λοιπών προσφιλών των προσώπων, για να επικαλεσθούν το έλεος του Θεού προς χάριν των, κάνοντας, επί παραδείγματι κομποσκοίνια- όταν όμως έπιστή εκείνη ή στιγμή πού ό διαβαστής στο Καθολικό, κάτω αποστολής’ τον φανό του αναλογίου, τελειώνει την ανάγνωση της γ’ ώρας και πρόκειται να αρχίσει την της ζ’, ‘ξαφνιάζονται συνήθως οι αδαείς προσκυνηταί και δεν ξέρουν τί εναπόκειται αυτούς να κάνουν, ακούοντας βηματισμούς, συρσίματα και τριγμούς στασιδιών και βλέποντας όλους να κατεβαίνουν αποστολής’ αυτά, να βγάζουν σκούφιες κι επανωκαλύμαυχα και να περιμένουν το χτύπημα του κουδουνιού.

Στα δεξιά της Προσκομιδής κάθε Καθολικού Μονής του Άθω, ναΐσκου κελιού, αλλά και τής τελευταίας φτωχοκαλύβας, βρίσκεται ένα σμικρότατο κουδουνάκι με χειρολαβή ή κρέμεται ένα λιλιπούτειο καμπανάκι. Μέχρι εκείνη την στιγμή ήδη έχουν μνημονευθή τα ονόματα των ζώντων πατέρων και τα των κεκοιμημένων κτητορικά και λοιπά. Κώδικες και φυλλάδες γεμάτες φυλάσσονται παρέκει σε ράφια και θήκες, και στοίβες είναι τα προσφάτως καταφθάνοντα ψυχοχάρτια. Γι’ αυτό πολύ νωρίς παίρνουν καιρό ό παπάς και ό διάκος· όταν αρχίζουν οι αίνοι, και πολλές φορές αμέσως μετά το θύμίασμα τής «Τιμιωτέρας» για να μπορέσουν να τα «προλάβουν» όλα. Τους είναι άδιανόητο να μείνη εξ αμελείας και υπαιτιότητός των αμνημόνευτο και χωρίς μερίδα στο άγιο δισκάριο, έστω και ένα.

Περιμένουν ξεσκούφωτοι ό διαβαστής και όλοι οι πατέρες- και μόλις άκουσθη από μέσα το κουδούνισμα, αρχίζουν, άλλοι νοερώς και άλλοι ψιθυριστά, να μνημονεύουν τα ονόματα των προσφιλών τους. Συνήθως βιάζονται όλοι. Οι μερίδες πού μέχρις εκείνης της στιγμής έβγαιναν με συγγνωστή ταχύτητα και έπεφταν ευρύθμως στο άγιο δισκάριο κάτω ακριβώς αποστολής τον «Αμνό», τώρα ξέονται εν σπουδή με το άκρο της άγιας λόγχης αποστολής’ το πρόσφορο και βροχηδόν πέφτουν στον οικείο χώρο. Επικρατεί σε όλους τούς μοναχούς και στο πλείστο των ιερέων ή, εσφαλμένη κατά την ταπεινή μου γνώμη, αντίληψης ότι πρέπει να υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ονόματος και μερίδος.

Θυμάμαι τις σχετικές εμπειρίες μου αποστολής’ τα διακονικά μου χρόνια στη Λαύρα και τις «διαφορές» μου με τούς πολιούς ενθυμούνται ιεροσύνη και ηλικία ιερομονάχους. Τον ευλαβέστατο παπά Ευγένιο, επί παραδείγματι, πού αναγκασμένος να γυρίζει τις σελίδες των σχετικών φυλλάδων ή να αλλάζει ψυχοχάρτι, σταματώντας για δευτερόλεπτα την εξαγωγή μερίδων, ένευε ταυτοχρόνων προς εμένα αυστηρώς, να σταματάω κι’ εγώ την μνημόνευσι αποστολής’ την φυλλάδα πού κρατούσα και πού ήταν ή των «αιωνίων» ονομάτων. Αυτή βρισκόταν μονίμως κρεμασμένη πίσω αποστολής’ τα Βημόθυρα με αλυσιδίτσα ενσωματωμένη στο στάχωμά της και την ξεκρεμούσα στις προς τούτο καθορισμένες στιγμές.

Είχαν μεταδώση και σε μένα τον ειδικό σεβασμό και το δέος σε αυτήν. Διαπίστωνα δε ισχυρή και μεγάλη την συναίσθηση του χρέους σε όλο το ιερατείο μας, μήπως παραληφτεί ή διαμνημόνευσις των ονομάτων της, επί καθημερινής βάσεως καθιερωμένης, και δη όχι μόνο στις θείες λειτουργίες αλλά και στις λιτές των όρθρων και των εσπερινών όλου του έτους. Έτσι συμβαίνει μ’ αυτήν την φυλλάδα και σήμερα, και θα συμβαίνει εις τούς αιώνας, εφ’ όσο θα υφίσταται ό κόσμος και θα υπάρχει και ή Μεγίστη Λαύρα. Γιατί είναι των ευεργετών και άφιερωτών, πού τα προσφερθέντα και προσφερόμενα ποσά και είδη υπήρξαν και είναι άρκούντως σεβαστά. Άκρως δε νοηματική είναι ή επονομασία της: «Παρρη­σία». Έτσι την ξέρουν και την αποκαλούν όλοι οι Λαυριώτες.

Ειδικώς γι’ αυτής τα ονόματα πρόσεχε ό παπά Ευγένιος (Καλυμνίου Ιορδάνης του Γιακουμή εκ Συκίων Εφέσου, γεν. 1906, προσ. 1928, κουρ. 1930, κοιμ. περί το 1967), να αποκλείσει το ενδεχόμενο αναντιστοιχίας μερίδας. Τόλμησα στο τέλος κάποιας θείας λειτουργίας μας να θίξω το ζήτημα και με λεπτότητα να αρθρώσω εκείνο πού νόμιζα εγώ ως ορθό. Μάταιος κόπος. Διαπιστώνοντας τελικώς ότι όχι μόνο δεν προέκυπτε κάτι για σύγκλιση απόψεων, εκείνου επιμένοντος στην θεωρία και θέσι του («όνομα και μερίδα»), αλλά και πώς θα μπορούσε ή συζήτησις να εξελίχθη σε αυστηρές επιτιμήσεις σε βάρος μου, -ήδη ευθέως μου κατελόγισε τολμηρότητα λογισμών σε ένα τόσο ιερό θέμα- προτίμησα να του «περάσω» την άποψη μου εμμέσως, υπό μορφή απορίας, με αρκετή μάλιστα δόση χαριεντισμού, μήπως και επιτύχω τουλάχιστον κάποιον προβληματισμό του:

- Και τί γίνεται Γέροντα, όταν παρά την τόση προσπάθειά μας βρεθεί έστω και ένα μνημονευμένο μεν από μάς όνομα χωρίς όμως βγαλμένη την «δική» του μερίδα; Το απορρίπτει ό Πανάγαθος Θεός; Δεν γίνεται ή ψυχή αυτήν μέτοχος των απορρεόντων από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Χάριτος και ελέους; Και τί θα ‘μπορούσες να μου ‘πεις για εκείνες τις μερίδες, πού από ζήλο και ταχύτητα στην εξαγωγή, βρεθούν να… περισσεύουν στο άγιο Δισκάριο και ακολούθως στο άγιο Ποτήριο;…

- Δεν ξέρω. Φοβάμαι τα ιερά και τα θεία- είπε, και συνέχισε: Απορώ πώς δεν τρομάζει ή καρδιά σου να συλλογιέσαι έτσι. Τέτοια πράγματα σας βάζουν στο μυαλό στα Πανεπιστήμια, και τα ‘λέτε και σε ‘μάς και μας σκανδαλίζετε και χαλάτε τον λογισμό μας. Όρθολογισμοί, άνευλάβεια και άθεοφοβία! Σα δε ‘ντρέπεσθε! …

Δεν θυμάμαι να μου έβαλαν άλλοι τούτες τις σκέψεις στο μυαλό. Νόμισα και ‘πίστεψα ότι σε μερικές μας ενέργειες και συνήθειες, πού καθάπτονται και αυτών ακόμη των ζητημάτων τής λειτουργικής και τής θείας λατρείας, ενδεχομένως μπορούν να παρεισφρήσουν περιδεείς υπερβολές ή και ακούσια μικρολάθη· στα όλως δευτερεύοντα και επουσιώδη, βεβαίως. Όσο για τον ορθολογισμό και τα άλλα των Πανεπιστημίων μας, οπωσδήποτε είχε δίκαιο ό μακαριστός αγαπητός μου παπά Ευγένιος.

Όταν ό διαβαστής υπολογίσει ότι όλοι οι πατέρες τέλειωσαν το μνημόνευμα -αφού άλλως τε και ό ίδιος μνημονεύει τα δικά του- αρχίζει την ανάγνωση της ζ’ ώρας με το: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ»….

Μου έτυχε, τότε, να αντιληφθώ πολλές φορές, κατ’ εκείνη την στιγμή, αρκετούς πατέρας, ιδίως νέους και αρχαρίους, να ανασέρνουν ενθυμούνται σπουδή αποστολής’ τις τσέπες τους χαρτάκια και βιβλιαράκια και να πηγαίνουν κοντά σε ημίφωτα, σε μανάλια, σε λουσέρνες, και να διαβάζουν ονόματα προσφιλών των. Ασφαλώς ήταν άλλα, πρόσθετα, επί πλέον εκείνων πού μνημόνευσαν εκ στήθους. Στιγμές όντως ιερές και απόλυτα σεβαστές..

Σήμερα και τώρα, όταν, σε πανηγυρικά συλλείτουργα κυρίως, σκύβω στην προσκομιδή και μνημονεύω τα δικά μου, αισθάνομαι έναν βόμβο στις πλάτες και ζερβόδεξά μου. Είναι το σιγομουρμουρητό των συλλειτουργών μου πρεσβυτερίων και διακόνων, πού εννοούν να διαλέγουν εκείνη ακριβώς την στιγμή («πού βγάζει ό άρχιερεύς τις μερίδες») να μνημονεύσουν κι’ αυτοί τα εντελώς δικά τους. Και σύμφωνα με την μέχρι τούδε εμπειρία μου, ανάλογα με το σε πιο Μοναστήρι ιερουργώ, από λεπτό σε λεπτό περιμένω να βρεθούν και συγκεκριμένοι απλοί μοναχοί-πατέρες στο πλευρό μου, για να ψιθυρίσουν στο αυτί μου ένα-δύο ονόματα. Δεν τούς αρκεί το μόνο αποστολής’ τα χείλη των μνη μόνευμα των προσφιλών τους προσώπων. Εννοούν ν’ απαγγελθούν κι’ αποστολής’ τα δικά μου…

Κανείς δεν τολμούσε κι’ ούτε ήταν ικανός να παρεμπόδιση τον μακαριστό Γέρο Ανδρέα (Ιωάννης Μαλακός του Γεωργίου και της Αγαθής εκ Κρυονερίου Ναυπακτίας, γεν. 1913, προσ. 1935, κουρ. 1937, κοιμ. 10-5-1988) της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, επί πα ραδείγματι. Θα διέσχιζε χορούς και αδελφότητα, θα παραγκώνιζε διάκους και παπάδες, και θα ‘βρισκόταν παραδίπλα μου, για να μου θυμίσει την μητέρα του, Άγάθη· αιωνία της ή μνήμη.

- Ευλογημένε, το μνημονεύεις και μόνος σου αποστολής’ έξω- του είπα μια φορά όταν άντιλήφθηκα δυσφορούντας τούς ιερείς στο σπρώξιμο του.

- Όχι, όχι- «πιάνεται» διαφορετικά όταν το ονοματίσουν χείλη αρχιερέως· και σε παρακαλώ μη μου χαλάς τούτον τον λογισμό.

Όταν δε σε μια άλλη φορά για να τον προλάβω, του είπα ότι το θυμάμαι πάντοτε και το μνημόνεψα ήδη, πρόσθεσε:

- Ε, δεν βλάπτει να το μνημονέψης μια φορά ακόμη. Ό Γέρο Ανδρέας υπερέβαλλε και υπερακόντιζε την εκδοχή του δικού μας παπά Ευγενίου …

Το ίδιο συμβαίνει και στη Λαύρα με τον αγαπητό μου πατέρα Παΐσιο (Ιωάννης Μαλτέζος του Ευαγγέλου, εκ Μενιδίου Βάλ του Αιτωλοακαρνανίας, γεν. 1954, προσ. 1978, κουρ. 1979). Το αδιαχώρητο να επικρατή αποστολής τούς συλλειτουργούς μου στο ιερό Βήμα, κατάμουτρα να του κλίνουν οι διάκονοι την βορεινή πύλη, εκείνος αθέατος θα τρυπώσει αποστολής’ την άλλη, για να μου ψιθυρίσει το όνομα τής μάνας του, Άννας· Θεός σχωρέσ’ την. Τής ίδιας κι’ αυτός με του Γέρο Ανδρέα απόψεως:

- Να, με λέει ό λογισμός, Δέσποτα, πώς είναι πολύ διαφορετικά και συμφέρει περισσότερο στην ψυχή της, να ακούσει ό Χριστός το όνομά της μνημονευόμενο στα Άγια αποστολής’ το δικό σου στόμα. Μεγάλο το αξίωμα, βλέπεις, μεγάλη ή παρρησία.

Αγαθοί λογισμοί, γλυκύθυμες αδυναμίες, ευλαβείς συνήθειες απλών ανθρώπων.

*ΒΙΒΛ. ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ




Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Σαν Σήμερα στις 13 Ιουλίου 1965 έφυγε από τη ζωή ο κύρ Φώτης Κόντογλου

 

Ο ζωγράφος, ο αγιογράφος, αλλά και λογοτέχνης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής πνευματικής ζωής του 20ου αιώνα. 

Τώρα αυτό είναι τέχνη; ΟΤΙ ΠΕΙΣ!

Ένα έθνος με βαθιές ρίζες στον πολιτισμό του, την ιστορία του, τη γλώσσα και τα ήθη του, δεν μπορείς να το ισλαμοποιήσεις. Γι' αυτό φρόντισαν στην Ελλάδα και την Ευρώπη όλα τα παραπάνω να τα αλώσουν και κοντεύουν να γίνουν Καμπούλ.

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει "എ് Σπαταλήσαμε πολλά εκατομμύρια δολάρια για να μεταστρέψουμε την Ιαπωνία στο Ισλάμ. Σε έξι χρόνια καταφέραμε να μεταστρέψουμε μόνο ένα άτομο, και ούτε καν ήταν Ιάπωνας. ΧΕΣΜΑΤΟΛΑ ΦΑΛΑΧΑΤΠΙΣΕΧ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ IPAN ΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ"

ΑΝΘΡΩΠΟΣ: « παρὰ τὸ "ἄνω ῥέπειν » ~

 

ΟΠΩΣ συμβαίνει με πλείστες λέξεις σπουδαιότατες για τον πολιτισμό (π.χ. Θεός, αγαπώ, έρως, αγαθό κ.ά.) η λ. "άνθρωπος" είναι (ακόμα) αβέβαιης ετυμολογίας. «Οὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου ἐφάνη»...
➤ Είναι εντυπωσιακή η προσπάθεια των αρχαίων και βυζαντινών γραμματικών να συνδέουν το άκουσμα της λέξης με τις ιδιότητες του σημαινομένου (φυσικά, αντίθετα με τη μέθοδο της σημερινής επιστήμης).
Στη λέξη "άνθρωπος" αυτή η προσπάθεια αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι ετυμολογήσεις, αν και γνωστικά εσφαλμένες, είναι συναρπαστικές! Γι' αυτό σκεφτήκαμε να παραθέσουμε τις βυζαντινές ετυμολογήσεις, όπως απαντούν κυρίως στο "Μέγα Ετυμολογικό" (12ος αι.), το σπουδαιότερο ετυμολογικό λεξικό του Βυζαντίου –που είναι επίσης το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε από ελληνικό τυπογραφείο.
(ΣΗΜ για την καλύτερη κατανόηση των κειμένων καλό είναι να έχουμε υπ΄ όψη τις ακόλουθες δύο αρχαίες λέξεις:
➩ ὄψ (ὀπ-ός) 1. «όψη» 2. «φωνή»
➩ ὤψ (ὠπ-ός) «πρόσωπο»
 
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ετυμολογήσεις της λέξης άνθρωπος " "παρά τό άνω ρέπειν""
____________________
▪️ Οι πιο διαδεδομένες ετυμολογήσεις είναι σχετικές με την κατεύθυνση της ΟΡΑΣΗΣ του ανθρώπου. Λέγεται δηλαδή "άνθρωπος" επειδή:
➩ προς τα άνω βλέπει (ἄνω θρεῖν)
➩ είναι αυτός που βλέπει (από το "δρῶ" = ὁρῶ > ἄνδρω-πος)
➩ στρέφει προς τα πάνω το βλέμμα ("ἄνω ἀθρεῖν τὴν ὦπα")
▪️Άλλες ετυμολογήσεις συνδέονται με το είδος της ΦΩΝΗΣ του. Ο άνθρωπος:
➩ έχει έναρθρη φωνή ("ἔναρθρον ἔχειν τὴν ὄπα")
➩ έχει ωραία φωνή ("ἔχει ἀνθηρὰν ὄπα") (!)
▪️Ομολογουμένως όμως πιο εντυπωσιακές είναι οι ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ θεωρήσεις. Ο άνθρωπος:
➩ έχει ροπή προς τα άνω ("ἄνω ῥέπειν" > ἀνώροπος) !
➩ αναλογίζεται ό,τι είδε και άκουσε ("ἀναθρεῖν ἃ ὄπωπεν") !
📖
Παραθέτουμε, για όσους ενδιαφέρονται, και τα σχετικά κείμενα από το Μέγα Ετυμολογικό (που συνοψίζει ό,τι υπάρχει στο Γουδιανό και το Γνήσιο Ετυμολογικό) και μία στο τέλος από το Γουδιανό ετυμολογικό (που δεν υπάρχει αλλού).
~ (ΜΕΓΑ Ετυμολογικό)
❝ Ἄνθρωπος Παρὰ τὸ ἄνω θρεῖν͵ ἤγουν ἄνω βλέπειν· μόνος γὰρ τῶν ἄλλων ζῴων ὁ ἄνθρωπος ἄνω βλέπει.
❝ ῍Η παρὰ τὸ "ἀναθρεῖν ἃ ὄπωπεν"͵ ἤγουν ἀναλογίζεσθαι ἃ εἶδε καὶ ἤκουσε͵ τῶν ἄλλων ζῴων μὴ λογιζομένων καὶ προνοουμένων. Οὐ γὰρ ἂν ἰχθῦς εἰς κύρτον εἰσῆλθεν ὁρῶν ἄλλον κρατούμενον͵ οὐδὲ ὄρνις εἰς λίνα. ( = [αν τα άλλα ζώα συλλογίζονταν αυτά που είδαν και άκουσαν, ούτε ψάρι θα έμπαινε σε αλιευτικό καλάθι, ούτε πτηνό θα έπεφτε σε θηρευτικό ύφασμα)
❝ ῍Η παρὰ τὸ "δρῶ"͵ τὸ βλέπω͵ "ἄνδρω-πος"͵ καὶ "ἄνθρωπος".
❝῍Η παρὰ τὸ "ἄνω ῥέπειν"͵ "ἀνώροπός τις ὤν".
❝ ῍Η παρὰ τὸ ἔναρθρον ἔχειν τὴν ὄπα͵ τουτέστι τὴν φωνήν. Τὰ παρὰ τὸ ὄπα συγκείμενα͵ ἅπαντα διὰ τοῦ ω μεγάλου γράφονται· οἷον͵ "μετώπιον"͵ "ἐνώπιον".
❝ ῍Η παρὰ τὸ "ἀνθηρὰν ὄπα ἔχειν".
~ Προσθέτει σε αυτές άλλη μία το ΓΟΥΔΙΑΝΟ Ετυμολογικό
❝Ἄνθρωπος· διὰ τὸ "ἄνω ἀθρεῖν τὴν ὦπα" ἤγουν ὁρᾶν· πάν των γὰρ τῶν κτηνῶν κάτω βλεπόντων͵ μόνος ὁ ἄνθρωπος ἄνω βλέπει.
➤ Τι λέει για όλα αυτά η σύγχρονη ετυμολογική έρευνα;
Έχουν προταθεί για τη λέξη πολλές ετυμολογίες, καμία όμως δεν είναι εντελώς πειστική. Πιο εύκολα μάλλον μπορούμε να αποφανθούμε για εκείνες τις ετυμολογήσεις που ΔΕΝ ισχύουν (όπως η γνωστή < «ἄνω θρῴσκω» ή «ἀναθρῴσκω») παρά να καταλήξουμε σε αυτήν που ισχύει.
Aπό το πλήθος των ετυμολογιών που έχουν προταθεί, για να εξηγήσουν την προέλευση τής λ. "άνθρωπος" (μπορεί να τις βρει κανείς συγκεντρωμένες στο Eτυμολογικό Λεξικό τής Αρχαίας Eλληνικής τού Hj. Frisk), επικρατέστερη φαίνεται εκείνη που συνδέει τη λ. με το "άνδρας" «άνθρωπος» και το "ὤψ" «πρόσωπο, όψη»: άνθρωπος είναι ο "ἀνδρ-ωπός" «το ον που έχει πρόσωπο άνδρα, δηλ. ανθρώπινο πρόσωπο».
Πρόκειται για μία από τις παλαιότερες ελληνικές λέξεις (μαρτυρείται ήδη στα Mυκηναϊκά με τον τύπο "a-to-ro-qo" τής συλλαβογραφικής Γραμμικής γραφής B ), που χρησιμοποιείται αυτούσια στην Eλληνική μέχρι σήμερα.
Η προέλευση της λέξης παραμένει υπόθεση συναρπαστική. Πόσο μάλλον ο ίδιος ο άνθρωπος...

Αναθεωρούν στην Ιταλία για τον όρο μαφία

Άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης_«Αδελφική μου συμβουλή: μην απελπίζεστε, ακόμη και σε απελπιστικές καταστάσεις. Ο πόνος της ψυχής είναι αναπόφευκτος, αλλά από αυτόν τον πόνο γεννιέται η προσευχή. Οι στεναγμοί από τα βάθη φτάνουν στα αιώνια ύψη.»

 

Άγιον Όρος_ Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ χθες, 12 Ἰουλίου, ὁ Πνευματικός, Ἱερομόναχος Παντελεήμων Διονυσιάτης


Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παντελεήμων ὑπῆρξε γνήσιο τέκνο τοῦ Γέροντος Χαραλάμπους τοῦ Διονυσιάτου μέλος τῆς μακαρίας συνοδείας τοῦ Ὁσίου Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ. Ἐπί πενήντα ἕξι ὁλόκληρα χρόνια διακόνησε με πίστη, ταπείνωση καὶ ἀφοσίωση στο Μπουραζέρι και τὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου όρους, ἀποτελῶντας φωτεινὸ παράδειγμα μοναχικῆς πολιτείας καὶ πατρικῆς ἀγάπης.
Ἀς εὐχηθοῦμε ὁ Κύριος νὰ ἀναπαύσει τὴν μακαρία ψυχή του ἐν χώρα ζώντων καὶ νὰ μᾶς χαρίζει τὴν εὐχή καὶ τὴν πρεσβεία του.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Στο Ρωσικό Κονάκι, με... «μαέστρο» τον τρελό- Κώστα.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj_jlm_zX9vUdOGWzR67Z3jAoQkQa7anOhSgiNZEEjpLWSmdxipmS-B4Q-dd-wkuayYyaVgaWcw2rTaremLKwJqCALOFDUTddhnmUSenmmMGs93gA3Vpj2yNuTCGiONr_BVDma2Ml3oa9LK/s1600/%25CF%2583%25CE%25AC%25CF%2581%25CF%2589%25CF%2583%25CE%25B70011.jpg

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ   ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ*

 Πρόκειται για την τελευταία είσοδο της Εικόνος και της Λιτανείας σε αντιπροσωπεία. Την υποδέχεται πολυμελής αντιπροσωπία από ιερομονάχους και διακόνους, ενδεδυμένους με τις χαρακτηριστικές απαστράπτουσες χρυσοΰφαντες στολές, Μοσχοβίτικης κι' Άγιο Πετροπουλίτικης προελεύσεως και Τσαρικής ενδόξου εποχής, και από μοναχούς κατάξανθους, εμφανούς ρωσικής κατατομής και εμφανίσεως, πού έρχονται προς τούτο από' την Τ. Μονή των, την του ' Αγίου Παντελεήμονος, και στο εσωτερικό τούτο ναού τούτο Κανακιού ή δέησης και ή όλη σχετική τελετή γίνεται στην σλαβονική λατρευτική γλώσσα, ή δέησης μουσική σε κλασσική τετραφωνία. Όλα εδώ αποτελούν μια ξεχωριστή νότα και τάξι, εντελώς διάφορη και ιδιόμορφη μέσα στο σύνολο της λιτανείας.

Τον πήρε τον μάτι μου ανάμεσα στο πλήθος, μόλις ανεβήκαμε τις αρκετές σκάλες τούτο Κανακιού και μπήκαμε μέσα, ακουμπισμένο στην γωνιά τούτο νάρθηκα, με τον σφιχτοδεμένο με λινόσχοινο στην μέση του παληόπαλτο, με ανάκατα τα σταχτόχροα γένια του, και εντελώς απρόθυμα τα περισσότερα μαλλιά του, ρερυπωμένα κι' αυτά, να υποταθούν κάτω από' την καλογερική του σκούφια, μονίμως μπερδεμένα και κατακατσιασμένα, πρωτότυπα να προσπαθούν να πλαισιώνουν τον ρυτιδωμένο αλλά συμπαθέστατο πρόσωπό του.

Ξεθωριασμένα, χιλιοτσαγκρούνιστα, στραβοπάτητα και άδετα τα ταλαίπωρα παπούτσια του, πού ακάλτσωτος φορούσε, κι' απορίας άξιο τον πώς μπορούσαν ακόμα, χειμώνες καλοκαίρια τα ίδια, να τον υπακούνε και να συμβαδίζουν.

Είχε στραμμένο τον βλέμμα προς τα κάτω, και ενώ μουρμούριζε ποιός ξέρει τί, φαίνεται πώς είχε στραμμένη την προσοχή του στο ρωσσιστί και τετραφωνιστί άδόμενο μέλος, και κουνούσε ευρύθμως και διάπλατα τα χέρια του σαν μαέστρος σε σκαμνί, διευθύνων πολυμελή, πολυόργανο και πολυφωνική ορχήστρα. Όλοι τον ήξεραν όμως σαν «σαλλεμένο» και γι' αυτό κανείς δεν έδινε προσοχή και σημασία.

Μυστήριο επτασφράγιστο τούτος ό άνθρωπος στην Καρυώτικη μικροκοινωνία. Και να, κι' εγώ δεν ξέρω για ποσοστή φορά, πάλι τον ερώτημα ενώπιων μου: είναι; υπήρξε ποτέ τρελός, ή τον τρελός μας παριστάνει;

Όλοι στις Καρυές έτρεφαν αγάπη και συμπόνια για τον Κώστα, ενώπιων αυτός από κανέναν δεν την ζητούσε. Ξετρύπωνε κάπου, κάπου από' τα λαβυρινθώδη ενδότερα κάθυγρα και βοριόπληκτα εγκαταλελειμμένα Σεραγιώτικα δώματα, προς πολλού χωρίς πορτοπαράθυρα, και τσαλαβουτώντας στις λάσπες και στα χιονόνερα πήγαινε στα Καρυώτικα σπίτια, και πλησίαζε την εξώπορτα όπου νόμιζε και έκρινε από' όλα. Δεν την χτυπούσε. Περίμενε ολόρθος σιγοψιθυρίζοντας τα ακαταλαβίστικα του.

Τον πόσο θα περίμενε, εξαρτιόταν από τον πότε θα άνοιγαν οι νοικοκυραίοι Γεροντάδες, είτε επειδή κάποιος τον είχε άντιληφθή ή επειδή τον επέβαλε ή περίπτωσης ή ή ανάγκη οπότε τού έδιναν ένα κομμάτι ψωμί και ότι προσφάγια βρισκόταν στο «φανάρι». Τότε φυσιολογικώτατα και λογικότατα και με τέλεια άρθρωση έλεγε «ευχαριστώ», έκανε βαθειά υπόκλιση και έπαιρνε τον μονοπάτι της επιστροφής στο καταφύγιο του.

Στα «ευλογείτε» μας, τύχαιναν και φορές πού απαντούσε με τον «ό Κύριος», όπως συνηθίζεται στο Όρος. Δεν μας έκανε όμως ποτέ την χάρι να σταματήσει και ν' ανταλλάξει μαζί μας λίγα λόγια. Εκείνη δέησης ή φήμη, την όποια αρκετοί με επιμονή και ζωηρότητα υπεστήριζαν, ότι ενδεχομένως να είναι «διά Χριστόν σαλός», ήταν πού όχι μόνο έκοβε κάθε διάθεση αστεϊσμού μας μαζί του, αλλά και μας γέμιζε με δέος, οσάκις περνούσε από δίπλα ή από' ανάμεσα μας. Και γινόταν αυτός πολύ συχνά, αφού κοινή ήταν ή αυλή τούτο Σεραγιού και της Άθωνιάδος.

Δεν ήταν λίγες και οι φορές πού σκόπιμα παρεμβληθήκαμε στο διάβα του και κάναμε κινήσεις και διατυπώσαμε παρακλήσεις να μας κάνη την χάρι να 'πή κάτι. Εκείνος αθόρυβα και διακριτικά μας παρέκαμπτε, συνέχιζε να κινεί άτακτα τον ελεύθερο χέρι -με τον άλλο συνήθιος κρατούσε τον μπακράτσι- και να λέει «τα δικά του». Επιταχύνοντας μάλιστα κάπως τον βήμα χανόταν στου Σεραγιού τα δαιδαλώδη και ατέλειωτα ένδον, όπου κάπου άλανθάστως πάντως έβρισκε τον κατάλυμά του.

Στην Άθωνιάδα πάντοτε περίσσευε φαγητό και κάμποσοι του «τάγματος» αλλά και άλλοι άποροι έλυναν τον πρόβλημά τους. Είχαν δώσει «ευλογία» οι Έφοροι και ό Σχολάρχης. Από συμπόνια προτείναμε ό Κώστας, πού ήταν και γείτονάς μας, να μη κοπιάζει και υποφέρει, και δη τον χειμώνα, αναζητώντας τροφή μακριά μας, αφού μπορούσαμε να του προσφέρουμε εμείς. «Ματαιοπονείτε- -είπε ό Σχολάρχης-, Προηγήθησαν άλλοι σε καλή θέληση, αλλά απέτυχαν δεν δέχθηκε» και ό λόγος ήταν, μάλλον επειδή στην Άθωνιάδα... κρεωφαγούσαμε.

Δεν τον είδε ποτέ κανείς, στα φανερά του τουλάχιστον, να κρατάη βιβλίο, να διαβάζη κάτι- αλλά ούτε και θυμήθηκε κάποιος να απουσίασε από Κυριακή ή μεγαλογιορτή από' τον Πρωτάτο. Ένας τρελός, τελείους απομονωμένος και ασυντρόφευτος, χωρίς βιβλία και βοηθήματα, πώς μπορούσε να έχει ημερολογιακή γνώσι, εορτολογική συνείδησι και εκκλησιαστική συμμετοχή;

«Σπάζαμε» τα κεφάλια μας αλλά οι απορίες μας έμεναν αναπάντητες και μεγάλωναν ακόμα περισσότερο όταν τον διαπιστώναμε παρόντα και κατά τις εθνικές επετείους, όπως της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, κατά τις εκδηλώσεις των όποιων και τις εκφωνήσεις λόγων, έδειχνε τόσο προσεκτικός και σύννους αλλά έβαζε και σε μεγίστη δοκιμασία την ψυχραιμία και την σοβαρότητά μας μόλις αρχίζαμε να ψέλνουμε τον Εθνικό Ύμνο. Γιατί κάθε φορά είσπηδούσε προς τον κέντρο, και αυτοκλήτους και εμφανώς από' όλους, μεταβαλλόταν μάλλον σε επιτυχημένο μαέστρο, αφού κουνούσε τόσο «εκφραστικά» τα χέρια και πρόδιδε γνώσι ρυθμού και μέτρου, φαινόμενο πού ενέβαλλε σε πρόσθετες απορίες...

Βαλθήκαμε με έναν συσπουδαστή μου να εξιχνιάσουμε επί το τελειότερο τα κατ' αυτόν. Επί ημέρες, όταν οι άλλοι έκαναν περίπατο, εμείς «κόβαμε βόλτες» εξωτερικώς και κάτω από' τούς βορεινούς μαντρότοιχους τού Σεραγιού. Ακροποδητί ό δικός μας «περίπατος» και ή αναπνοή μας ακόμα προσεκτική, μη και από

λάθος μας σκιαχτεί τον «ελάφι», όπως λένε οι καλοί κυνηγοί. Κάποιο σύρσιμο ακούσαμε, λουφάξαμε εποχής' αρκετό πίσω από θάμνο και διακρίναμε την μορφή του στο άνοιγμα ενός παραθύρου. Κάτι έλεγε, αλλά δεν ξεχωρίζαμε λέξεις, γιατί ήμασταν αρκετά μακριά. Συγκίνησης όμως μας κυρίεψε όταν τον είδαμε κατακάθαρα να κάνη τον Σταυρό του. Με την ίδια προσοχή απομακρυνθήκαμε από' τον παρατηρητήριο μας και επιστρέψαντες διηγηθήκαμε την επιτυχία μας στον Σχολάρχη.

Ήταν Σάββατο- κι' αφού δεν είχαμε διάβασμα για την άλλη 'μέρα, θελήσαμε να δώσουμε συνέχεια στο θέμα. Σύμφωνος και πρόθυμος σε τούτο και ό Σχολάρχης, αφού κι' εκείνον ή ίδια περιέργεια τον «έτρωγε» εδώ και χρόνια, για τον τί τέλος πάντων ήταν και ποιόν ρόλο έπαιζε ό Κώστας. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και επομένως δεν χρειαζόταν και πολλή προσοχή να βρεθούμε άνυποψιάστως γι' αυτόν κάτω ακριβώς από' τον παράθυρο του. Και αντιπροσωπεία ακόμα ακούσει τίποτα θορύβους μας -σκεφθήκαμε- σίγουρα θα μας νομίσει για «θηρία του δρυμού» και επομένως ήσυχος και αμέριμνος θα μείνει.

Και ενώ προσπαθούσαμε να βολευθούμε και να καθίσουμε στων κισσών τον φυλλόστρωμα, πού άρχιζε να απλώνεται και να έρπει από πολύ πιο κάτω μας, να σκαρφαλώνει ύστερα τον μαντρότοιχους και πάνω ακόμα από' τον παράθυρο τούτο Κώστα, κρεμώντας προς εμάς την πλούσια και ασυμμάζωχτη χαίτη του, έκοψε την αναπνοή μας και παρά λίγο και την καρδιά μας ή φωνή του Κώστα- σοβαρά και ευκρινέστατα άρχιζε τον εσπερινό του!...

Ακούγαμε, και δεν τον πιστεύαμε, πώς κατακάθαρα απάγγελνε τον Προιμιακό. Άρχιζε, κατά τον Κυριακοδρόμιο, από' εκείνο τον Σάββατο ό ήχος Γ, και μου πέρασε ή ιδέα πώς αντιπροσωπεία πράγματι σε τρίτο ήχο θα έψελνε τον «Κύριε έκέκραξα» και ενδεδυμένους συνεχεία τα αναστάσιμα στιχηρά, τότε θα έπρεπε να τρελαθώ στην πραγματικότητα εγώ. Και όμως, έτσι εξελίχθητε ό εσπερινός και τα περαιτέρω του. Σε ήχο τρίτο άναυδοι ακούαμε, και μουσικώς αλάνθαστα τα κεκραγάρια, την στιχολογία, τα τροπάρια!... Άποτραβηχθήκα- με ανοιχτότερα για να δούμε προς τα επάνω καλλίτερα. Ούτε λάμπα, ούτε κερί αναμμένο. και τον σκοτάδι ήδη πυκνό. Άρα όλα από μνήμης και από στήθους τα έλεγε. Αυτός, πού ποτέ και κανένας δεν τον είδε να πλησιάσει αναλόγιο και δεν τον άκουσε πουθενά να 'πει ούτε ένα «Κύριε έλέησον»:

«Τω σω σταυρώ Χριστέ Σωτήρ θανάτου κράτος λέλυται...» «Πεφώτιστε τά σύμπαντα τη άναστάσει σου Κύριε...», «Δοξάζω τον Πατρός και του Υιου την δύναμιν και Πνεύ­ματος Άγιου υμνώ την έξουσίαν...»

όλα άπό στήθους καί έμμελώς, ό ευλογημένος· και υστέρα σε αργότερο χρόνο άρχισε τό Δογματικό Θεοτοκίο:

«Πώς μή θαυμάσωμεν τόν θεανδρικόν σου τόκον Πανσεβάσμιε».

Πρόσθετο δέος, άγάπη καί σεβασμό αισθάνθηκα νά εγκαθί­στανται στά βάθη της ψυχής μου γιά τόν Κώστα, καί συνειδητο­ποίησα ότι τό περί αυτόν μυστήριο έπαιρνε πλέον καί άπόκοσμες διαστάσεις. Ενοιωσα όμως καί 'ντροπή γιά τόν έαυτό μου γιατί, καί αν ακόμη τό προσπαθούσα, ποτέ δέν θά κατώρθωνα νά άποστηθίσω όλα τά άναστάσιμα έσπέρια.

Συνέχισε ό Κώστας τό προκείμενο, είπε τό «Καταξίωσον Κύ­ριε» καί «μπήκε» καί στά άπόστιχα...

Οταν αποχωρούσαμε άπ' έκεϊ, ψαχουλευτά σχεδόν καί τοίχο τοίχο, εκείνος έλεγε τό «Νύν απολύεις τόν δούλον σου»· καί τώρα, παρά τήν απόστασι, ευάκουστα, γαλήνια καί οιονεί άγγελικά ενηχούσε στά αυτιά μας, καί γλυκυθυμία χάριζε στις ψυχές μας τό αναστάσιμο απολυτίκιο: «Έφραινέσθω τά ουράνια αγαλλιάσθω τά επίγεια».

Ξένοιαστος ό Κώστας, -ό «τρελλός»- γιά τό ότι έκείνη τήν ώρα κανείς δέν μπορούσε νά είναι κάτω άπ' τό ένδιαίτημά του, καί στραμμένος πρός τόν ιστορικό Λάκκο τοϋ Αδειν καί τήν Καψαλιώτικη ερημιά, άφηνε ελεύθερα νά έκφράζεται ή ψυχή του πρός τόν Σωτήρα Κύριο, καί «εκ βαθέων» νά δοξάζη καί ανυμνή τήν ανάστασι καί τά μεγαλεία Του.

Αναφέραμε λεπτομερώς τά καθέκαστα καί ήταν καί του Σχολάρχου μας ή έκπληξις μεγάλη. Του γνωστοποιήσαμε όμως συγ­χρόνως καί τόν σχεδιασμό μας, πώς σύντομα θά έπιχειρούσαμε επέλασι καί στήν κέλλα του· ξέραμε τώρα ποιά άπ' τις πολλές εκα­τοντάδες είναι καί που του Σεραγίου βρίσκεται, γιά νά κατοπτεύ­σουμε τόν προσωπικό του χώρο καί συμπεράνουμε τις λεπτομέ­ρειες της ένδιαιτήσεώς του.

Βέβαιος εκείνος, γιά τό ότι κλειδαριές οπωσδήποτε δέν θά μας εμπόδιζαν γιατί τό δώμα του καί ό ίδιος δέν τις χρειαζόταν, άλλά κι' εμείς δέν αμφιβάλλαμε γι' αυτό αφού άπ' τό παράθυρο του -όπως παρατηρήσαμε- έλλειπαν τά τζαμλίκια καί μόνο ή «κάσα» στεκόταν στή θέσι της, έδωκε τήν συγκατάθεσι. Μόνο πού συνέστησε μεγάλη προσοχή ώς πρός τήν έπιλογή της ώρας της «επιχειρήσεως». Επρεπε νά βεβαιωθούμε ότι ό Κώστας θά βρισκόταν στίς Καρυές, ή πάντως νά έλλειπε οπωσδήποτε- γιατί θά ήταν σφάλμα, ντροπή καί άδιακρισία, νά ταράξουμε τήν ησυχία του καί νά τόν στενοχωρήσουμε, παρουσιαζόμενοι αγενώς, απροσκλήτως, απροειδοποιήτως καί ανεπιθυμήτως στό καταφύγιο καί ένώπιόν του.

Ενημερώσαμε σχετικώς τον θυρωρό μας, κι' εκείνος δέχθηκε πρόθυμος να κρατεί σκοπιά και «καραούλι» από' την τζαμόπορτα κι' από' τον παράθυρο του- και σε ένα από' τα αμέσως επόμενα απομεσήμερα μας κάλεσε ενδεδυμένους σπουδή για να μας διαβεβαίωση ότι δεν είχε πολύ ώρα πού ό Κώστας βγήκε από' του Σεραγιού την κυρία είσοδο, έκαμε δυτικά και χάθηκε στην δασοπλαγιά. Σίγουρα κατά την Καψάλα θα πήγαινε πρόσθεσε με ικανοποίηση. Οπότε εμείς ορμήσαμε στο αχανές εσωτερικό. Οι, καμιά εικοσαριά τότε, υπέργηροι ΡωσσοΣεραγιώτες έμεναν στα νοτιοδυτικά τούτο κτιριακού συγκροτήματος, πού ήσαν τα πιο υγιεινά και άντεχαν ακόμα. Ούτε μας πήραν είδηση όταν διασχίσαμε τις αυλές και χωθήκαμε στους όλως αντιθέτως κείμενους χώρους.

Μαυρίλες, κάπνες, σκόνες, αράχνες, στους τοίχους, στα περβάζια στις σκάλες των πολλών εκατοντάδων δωματίων. Εδώ και χρόνια, συμμάχησαν άκατοικεσία, εγκατάλειψης και στοιχεία της φύσεως, και βάλθηκαν άσπλαχνος να εξουθενώσουν την πάλαι ποτέ επιβλητικότητα, λαμπρότητα και ρωσική αυτοκρατορική σκοπιμότητα και αλαζονεία.

Κάποια στιγμή με προσεκτικό υπολογισμό προσδιορίσαμε ποιά έπρεπε να είναι ή κέλλα του Κώστα και με λογισμούς θριαμβευτικούς βαδίζαμε προς τα εκείνος για να μπούμε μέσα. Ήταν ήδη Μάιος και παρά ταύτα τον βορεινό και ή υγρασία της σαραβαλιασμένης κόρδας μας πιρούνιαζε τα κόκαλα. Ή πόρτα του καταφυγίου του Κώστα μισάνοιχτη.

'Ήμουν έτοιμος να 'πω τον αγιορείτικο σε τέτοιες περιπτώσεις, «ούτε σκυλί δεμένο δεν μένει εδώ τον Χειμώνα», όταν πατώντας στο κατώφλι και έσπρωχνα την μισόκλειστη πόρτα για ν' άνοιξη διάπλατα- αλλά εκείνη έδειξε πως κάτι δεν συμφωνούσε από πίσω. Την ώθησα δυνατότερα και ή συνέπεια ήταν να πέσω επάνω στον... Κώστα!... Ένα αμήχανο άαα... ξέφυγε από' τα χείλη μου και ένοιωσα να λιώνω από εξουθενωτική καταισχύνη. Ίδια αισθάνθηκε και ό συσπουδαστής μου. Σκέφθηκα ότι έπρεπε να προσπέσουμε στα πόδια του και να του ζητήσουμε αμέσως συγγνώμη, αλλά για αρκετές στιγμές μέναμε άφωνοι και άγαλματωμένοι.

Ύστερα άκολούθησε τον ακόμα πιο απροσδόκητα και αποκαλυπτικό για 'μάς, πού είχε και την συνέπεια να μας άγάγη σε πλήρη αβουλία και αμηχανία:

- Τί με κοιτάτε έτσι; Γιατί δεν προσκυνάτε τις εικόνες;

Στραφήκαμε προς τον ανατολικό τοίχο του δωματίου και είδαμε τέσσαρες μεγάλες εικόνες με ολόσωμους και σε φυσικό ύψος τον Κύριο, την Θεοτόκο, τον Τίμιο Πρόδρομο και τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Τα σταυροκοπήματά μας και οι προσκυνηματικές κινήσεις ήταν συνάμα ψυχικός ανασασμός, λυτρωτική διέξοδος, και της ασφυκτιούσης καρδιάς μας μερική έστω ανάταξης και ανακούφισης. Ύστερα πάλι βουβαμάρα εκφωνήσεις μέρους μας, πάλι δυσκολία στην αναπνοή και πολυσφυγμία στις αρτηρίες μας. Μη έχοντας λοιπόν τίποτα άλλο να κάνουμε και να 'πούμε, αρθρώσαμε με άκρα συστολή:

- Να μάς συγχωρέσης Κώστα ήταν απερισκεψία μας. Ευλογείτε.

- Στο καλό, ό Χριστός μαζί σας• πρόφερε. Και ενώ βουβοί απομακρυνόμασταν, είχαμε την αίσθηση ότι πολλά πράγματα βάραιναν επάνω μας, και τα ταβάνια ακόμα βλέπαμε με φοβία, μήπως έπεφταν να μάς πλακώσουν...

Αυτές οι εμπειρίες με έκαναν να τον σέβομαι και να τον ευλαβούμαι πολύ. Πολλές φορές σε άλλες ευκαιρίες και συναντήσεις καθ' όδόν προσπάθησα να τον σταματήσω, να ανταλλάξουμε δύο λέξεις. Τίποτα. Επιτάχυνε σκόπιμα τον βηματισμό, λοξοδρομούσε και μ' απέφευγε, χειρονομώντας άτακτα και προφέροντας τα... «κινέζικά» του.

*ΒΙΒΛΙΟΓ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.


Όταν ο Λίντσεϊ Γκράχαμ δήλωνε: «Δόξα τω Θεώ για τα εμβόλια mRNA κατά του COVID-19»

Λίντσεϊ Γκράχαμ: O επικριτής του Τραμπ που έγινε πιστός σύμμαχος - Η στενή σχέση με το Ισραήλ και οι βολές στην Τουρκία 

Lindsey Graham: Πέθανε από «ξαφνική ασθένεια» στα 71 του ο γερουσιαστής, ήταν στενός σύμμαχος του Τραμπ Ο Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ πέθανε το βράδυ του Σαββάτου 11/7/2026, έπειτα «από σύντομη και αιφνίδια ασθένεια», όπως ανακοίνωσε το γραφείο του. Ο θάνατος του Λίντσεϊ Γκράχαμ, ενός εκ των πλέον στενών συμβούλων του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο, αφήνει πίσω του κενό στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, λίγο μετά την 10η επίσκεψή του στο Κίεβο και ώρες πριν την προγραμματισμένη εμφάνισή του στο «Meet the Press». «Το βράδυ του Σαββάτου 11 Ιουλίου, ο γερουσιαστής των Ηνωμένων Πολιτειών Λίντσεϊ Γκράχαμ (Lindsey Graham) απεβίωσε έπειτα από σύντομη και αιφνίδια ασθένεια», αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, χωρίς να δίνονται περισσότερες πληροφορίες για τα αίτια του θανάτου.

Ο πολιτικός των ΗΠΑ που είχε εμβολιαστεί από τους πρώτους δημόσια

Ο αιφνίδιος θάνατος του πανίσχυρου συντηρητικού Αμερικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ φέρνει ξανά στο προσκήνιο την έντονη δημόσια παρουσία του κατά την περίοδο της πανδημίας του COVID-19.

Ο Γκράχαμ δεν ήταν απλώς ένας υποστηρικτής των εμβολίων, αλλά ένας από τους πρώτους πολιτικούς στις ΗΠΑ που έσπευσαν να εμβολιαστούν μπροστά στις κάμερες, μετατρέποντας τον εαυτό του σε «πρόσωπο» της εμβολιαστικής εκστρατείας, προχωρώντας μάλιστα σε δηλώσεις που σήμερα αποκτούν άλλη διάσταση.

Όταν ο Λίντσεϊ Γκράχαμ δήλωνε: «Δόξα τω Θεώ για τα εμβόλια mRNA κατά του COVID-19» 

Ήταν Δεκέμβριος του 2020 όταν ο Ρεζπουμπλικάνος γερουσιαστής έγινε από τους πρώτους αξιωματούχους που έλαβαν τις αρχικές δόσεις του εμβολίου δημόσια, ανεβάζοντας μάλιστα φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να παρακινήσει τους πολίτες.

«Δόξα τω Θεώ για εκείνους που δημιούργησαν αυτά τα εμβόλια. Αν το κάνουμε αρκετοί από εμάς, θα επιστρέψουμε στις κανονικές μας ζωές», είχε δηλώσει τότε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την απόλυτη πίστη του στα σκευάσματα των φαρμακοβιομηχανιών.

Πιο ειδικά είχε δηλώσει:

«Δόξα τω Θεώ για τις νοσηλεύτριες και τους νοσηλευτές που βοηθούν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη και ξέρουν πώς να χρησιμοποιούν τη βελόνα.

Δόξα τω Θεώ για εκείνους που δημιούργησαν αυτά τα εμβόλια.

Αν το κάνουμε αρκετοί από εμάς, θα επιστρέψουμε στις κανονικές μας ζωές.

Η βοήθεια είναι καθ’ οδόν».Λίγους μήνες αργότερα, το 2021, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του σε εμβολιαστικό κέντρο, συνέχιζε να στηρίζει με θέρμη την καμπάνια, αναφέροντας μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του (lgraham.senate.gov):

«Έχω εμβολιαστεί και είμαι χαρούμενος που το έκανα. Πιστεύω ότι το εμβόλιο είναι ασφαλές, πιστεύω ότι είναι αποτελεσματικό».

Η λοίμωξη και η επιμονή

Η πίστη του Γκράχαμ στα εμβόλια δοκιμάστηκε τον Αύγουστο του 2021, όταν παρά το γεγονός ότι ήταν πλήρως εμβολιασμένος, προσβλήθηκε από τη μετάλλαξη «Δέλτα» (λοίμωξη παραλλαγή του COVID-19). Αν και παρουσίασε συμπτώματα, ο ίδιος έσπευσε αμέσως να υπεραμυνθεί του εμβολιασμού, δηλώνοντας:

«Είμαι πολύ χαρούμενος που εμβολιάστηκα, καθώς χωρίς αυτό τα συμπτώματα θα ήταν πολύ χειρότερα».

Μέχρι και το τέλος, ο Γκράχαμ παρέμεινε ένας από τους πιο ένθερμους πολιτικούς υποστηρικτές των σκευασμάτων στις ΗΠΑ, γεγονός που είχε προκαλέσει ουκ ολίγες φορές αντιδράσεις σε μερίδα των ψηφοφόρων του, και η ιστορία αυτή έρχεται ξανά στην επιφάνεια μετά την είδηση του ξαφνικού χαμού του.

Σημειώνεται, πάντως, ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία επίσημη ιατρική σύνδεση ή αναφορά που να συσχετίζει τον αιφνίδιο θάνατο του Αμερικανού πολιτικού με τον παρελθόντα εμβολιασμό του κατά της νόσου COVID-19, καθώς τα ακριβή αίτια της ξαφνικής ασθένειάς του δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα από την οικογένειά του ή τους θεράποντες ιατρούς του.

πηγή 

«σύνορα»

Όταν ο Χατζής πήγε στη Κύπρο μας

 

Μαρινέλλα μας, μάνα του ελληνικού τραγουδιού από πιτσιρικάς, τότε που σε άκουγα από το τρανζιστοράκι του μπαμπά να ερμηνεύεις τις επιτυχίες σου με τον Χατζή, με μπόλιασες και με έμαθες να ψάχνω την ποιότητα, τη βαθιά ερμηνεία και το συναίσθημα. Στο καλό, αγαπημένη μας!

 Κώστας Κακογιάννης