Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

''Υπάρχει μια γνώμη του Θεού...''



Εις την Παλαιάν Διαθήκην, υπάρχει μια γνώμη του Θεού διά του Σολομώντος που λέγει το εξής: «Σοφός εστίν ο σώζων ψυχάς». Δεν λέγει σοφός έστιν ο αποταμιεύων χρυσόν, ο αγοράζων αγρούς, ο κτίζων σπίτια κτλ., αλλά ο σώζων ψυχάς. Αυτός, λέγει, είναι σοφός... 

πηγή+Δημήτριος Παναγόπουλος Ἱεροκήρυκας 

 

Ο Παπαγάλος τού ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ στό Μήλεσι Αττικής

 

Το «δόξα σοι ο Θεός»
Γέροντα, τι σημαίνει το «δόξα σοι ο Θεός»;
– «Δόξα σοι ο Θεός» θα πη «να γίνη γνωστός ο Θεός στους ανθρώπους».
Βλέπεις και εκείνο που είπε ο Χριστός: «Εγώ σε εδόξασα επί της γης… και νυν δόξασόν με συ, Πάτερ»*, μερικοί το παρεξηγούν και λένε: «Και ο Χριστός ζητάει δόξα!». Ενώ αυτό σημαίνει: «Εγώ, Πατέρα, Σε έκανα γνωστό επί της γης, κάνε με γνωστό κι Εσύ, για να πιστέψουν οι άνθρωποι».
– Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;
– Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί ζω. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό. Δόξα σοι ο Θεός, ακόμη και εάν με βάλη στην κόλαση και πάρη έναν κολασμένο στον Παράδεισο.
Και εάν θέλη να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται, ας πάρη πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψη η
στενοχώρια Του για μένα».
Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπη ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου· τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Έλεγε ο Παπα‐Τύχων: «Το “Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές· είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό». Ήθελε να πη ότι ο άνθρωπος ζητάει το έλεος του Θεού από ανάγκη, ενώ δοξολογεί τον Θεό από φιλότιμο, και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία.
Συνιστούσε μάλιστα να λέμε το «δόξα σοι ο Θεός», όχι μόνον όταν είμαστε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.
– Γέροντα, μερικές φορές, όταν λέω «δόξα τω Θεώ», νιώθω μέσα μου ένα
φτερούγισμα. Τι είναι αυτό;
– Αγαλλίαση πνευματική είναι. Τώρα, επειδή μου έδωσες χαρά που λες «δόξα τω Θεώ», από την χαρά μου θα αρχίσω να γράφω «δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ», και θα γεμίσω μία κόλλα χαρτί με το «δόξα τω Θεώ»! Ο Θεός να σε αξιώση στην άλλη ζωή να είσαι μαζί με τους Αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια τον Θεό. Αμήν.
* Βλ. Ιω. 17, 4‐5.
Από το βιβλίο του Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι στ’, «Περί Προσευχής» έκδοσης Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Βασιλικά Θεσσαλονίκης».

Μεθ' ορμής ακαθέκτου κ με την πεποίθεση της Νίκης

Η δράση του Πολεμικού Ναυτικού στους Βαλκανικούς με τον Ναυάρχο Β.Μαρτζούκο



Η μάννα του  Τσαρούχη εκοιμήθη  εκατό χρονών! Ο Τσαρούχης τότε ήταν γύρω στα ογδόντα.

Στη κηδεία της έκλαιγε απαρηγόρητος.
Φίλος τού λέει «μην κλαίς,
έζησε πολλά χρόνια».

Κι απαντά ο μέγιστος:
«Δεν κλαίω που έχασα τη μάνα μου,
αλλά κλαίω που έχασα
τον τελευταίο άνθρωπο που με έλεγε παιδί!»

Δεν υπάρχει Ελληνικό Έθνος χωρίς Ορθόδοξη Πίστη. Δεν υπάρχει Ελλάδα χωρίς Χριστό. Να το εννοήσουμε και να το βιώσουμε: Ο Χριστός είναι Το Παν.

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΒΟΗΘΗΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑ ΨΥΧΩΘΟΥΝ !!!



( Ἀφιερωμένο στοὺς ὑγειονομικοὺς σὲ ἀναστολὴ ποὺ νύκτα καὶ μέρα βρίσκονται
  ἐδῶ καὶ 9 μῆνες, ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπ.Ὑγείας - ἐνῶ ἐντὸς, τυφλοὶ τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν ἐδράζονται -
 καὶ  ὅπου ἔγινε αὐτὴ ἡ σύνθεση καὶ διαβάστηκε μιὰ ζεστὴ βραδυὰ τοῦ Αὐγούστου γιὰ χάρη τους,
 άλλά,  καὶ σὲ ὅλους τοὺς σὲ ἀναστολὴ Ὑγειονομικοὺς ποὺ 13 μῆνες τώρα ζοῦν ἀνασφάλιστοι καὶ ἄμισθοι) 
 

   

 «Σκατὰ ἐδῶ σκατὰ ἐκεῖ
σκατὰ καὶ παραπέρα
σκατὰ στὴν γῆ στὸν οὐρανὸ 
σκατὰ καὶ στὸν ἀέρα.

Σκατὰ κι ἄν φᾶς σκατὰ κι ἄν πιεῖς
σκατὰ θὰ πᾶ' νὰ χέσῃς
κι ἀπ' τὰ σκατὰ κι ἄν σηκωθεῖς
μέσ' τὰ σκατὰ θὰ πέσῃς.»

Αὔτη ἡ ριματικὴ σκατολογία δὲν εἶναι δική μου,εἶναι τοῦ Γεωργίου Σουρῆ καὶ εἶναι ἐνδεικτικὸ 
τοῦ ὅτι ἔτσι ποὺ μᾶς σκατάντησαν, ποὺ λέει καὶ ὁ Βαθιώτης, εἶναι ἀπὸ πολλὲς δεκαετίες.
              Ἡ κατάντια μας, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό,συνεχίζεται μὲ ἄλλη μορφὴ
   μέσα ἀπὸ τὸ «ἑλληνικὸ» λεγὀμενο κράτος, ποὺ ἀκούει καὶ ὑπακούει -μὲ ὅλα τὰ κόμματά του μαζὶ-
   σὲ συμφέροντα ἀλλότρια.  Ἐν ὁλίγοις ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς πέσαμε στοὺς Φράγκους καὶ...
              έξευρωπαϊστήκαμε !Γίναμε ἀπὸ χωριαταρέοι «πολιτισμένοι» κι ἐμεῖς ! Ἀμέ !
 
   Ὁ π.Νικόλαος Λουδοβίκος ἄκουσα νὰ λέῃ πὼς ὁ Ἕλληνας ψυχοσωματικὰ εἶναι Ὀρθόδοξος,
              ἰδεολογικὸ εἶναι τὸ πρόβλημά μας, αὐτὸ ποὺ μᾶς διχάζει -οἱ λογιῷ ἰδεολογίες δηλαδὴ ποὺ ἀγαπᾶ
              νὰ ὑποστηρίζῃ ὁ καθένας μας μὲ πεῖσμα ἐνάντια στὸν ἄλλον- γι' αὐτὸ καὶ ὁ Δρομοκαΐτης, κατὰ τὸν
              Γεώργιο Σουρῆ, φρόντισε γιὰ μᾶς, καὶ ἔβαλε ἐκεῖ, στὸ Δαφνί, τὰ θεμέλια γιὰ τὸ οἰκοδόμημα ὅπου
              στεγάζεται πλέον ἡ τρέλα μας, αὐτός, ὁ πνευματικὸς αὐτισμός μας !


    ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ 

«Ὤ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν !... Ὤ εὐτυχὴς ἡμέρα !
Ὤ ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νἀ βάλῃ στὸ μπαλκόνι του μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴ ἐπιγραφὴ «Ζωρζῆς Δρομοκαΐτης».
Ναί ! τώρα πρἐπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί ! τώρα πρἐπουν κανονιές, φανάρια καὶ ῥετσίνες.

Φρενοκομεῖον κτίζεται καὶ στὴν σοφὴν Ἑλλάδα !
Ἄ ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζῆ,
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴν τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκομε παρηγοριά κι ἡ μνήμη του θὰ ζῇ.
Ὤ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων !
Ὤ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων !

Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς !...
Εὐρέθη μέσ' τοὺς Χιώτηδες μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς,
πὼς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρῶτα-πρῶτα.»
 

   Φταῖμε;; Φταῖμε κι ἐμεῖς;;; Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες εἶπε στὸν Σόλωνα  ὁ ἱερέας τῆς Σαΐδος
          στὴν Αἴγυπτο «ὧ Σὀλων Σόλων, Ἕλληνες ἀεὶ παῖδές ἐστε,γἐρων δὲ Ἕλλην οὐκι ἔστιν...
          νέοι ἐστὲ τὰς ψυχὰς πάντες...» ξεχνᾶμε ἐν ὁλίγοις καὶ ξεκινᾶμε πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή.
 
   Αὐτὴ ἡ παιδικότητα τῆς ψυχῆς μας, ἔτσι ποὺ μᾶς σκατάντησαν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὸ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κα  ἀντὶ νὰ φέρῃ τὸ θαῦμα, ἔτσι ἀπερίσκεπτα ἀφεθήκαμε καὶ βρεφοποιηθήκαμε ὅπως λέει καὶ ὁ Βαθιώτης  -γίναμε μωρά, μωροὶ μὲ πάνες ! χάσαμε τὴν ἰκανότητά μας νὰ δροῦμε μὲ νεανικὴ ὁρμή, σφρῖγος καὶ ζωντάνια.
          Χάσαμε τὴν παρόρμηση καὶ τὸν παιδικὸ ἐνθουσιασμό ! Γίναμε μωρὰ μὲ πάνες, στὰ μοῦτρα, συγκεκριμένα ! 
         Ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν πλάκα μας κατὰ πὼς τὰ λέει πάλι ὁ Σουρῆς ! ἤ μᾶλλον, τὴν εἴχαμε, γιατί, τὴν χάσαμε κι αὐτἠν.


 Ο  ΡΩΜΗΟΣ 

«Στὸν καφενὲ ἀπέξω σὰν μπέης ξαπλωμένος
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτίνες ἀχόρταγα ῥουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανένα δὲν κοιτάζω, κανένα δὲν ψηφῶ.

Σὲ μιὰ καρέκλα τὄνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μιὰν ἄλλη, κι ὁλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου ! τί λιακάδα ! τί οὐρανός ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊκμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ῥώσους καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ' ἀχέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸν θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω 
τὸν ἴδιο τὸν ἐαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Ῥήγα καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο
κατενθουσιασμένος τὰ γένεια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πένετε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλασφήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω...φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει,
άμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
στὸ τἐλος...δὲν πληρώνω δεκάρα στὸν καφέ.»

 
Τὴν χάσαμε λοιπὸν κι αὐτὴν τὴν...πλάκα, τὴν παιδική μας ἀγαθότητα ἔστω, ποὺ εἴχαμε,
       καὶ γίναμε κριτές, μουντρούχαλοι, σοβαροί, Εὐρωπαίοι, Δυτικοί, πολιτισμένοι !
Ὁ Μακρυγιάννης ἔλεγε γιὰ τοὺς Τούρκους πὼς εἶναι οἱ τίμιοι ἐχθροί μας ! Διότι ξέρουμε ποιοί εἶναι, καὶ μᾶς τὸ λένε,καὶ μᾶς κτυποῦν κατὰ μέτωπον ! Οἱ φίλοι καὶ σύμμαχοι ὅμως, ὅπως ἔλεγε καὶ ἕνας Γάλλος πρώην ὑπαρξιστὴς καὶ πρώην κομουνιστὴς καὶ πρώην μηδενιστὴς καὶ νῦν καὶ ἀεὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανός,
        μᾶς κτυποῦν πλαγίως, κατὰ πὼς τὰ λέει καὶ ὁ ποιητὴς Ἐλύτης.

         
                (  Ζ' ) 
 
       Ἤρθαν
ντυμένοι  «φίλοι»
        ἀμέτρητες φορὲς οἱ ἐχθροί μου
τὸ παμπάλαιο χῶμα πατώντας.
        Καὶ τὸ χῶμα δὲν ἔδεσα ποτὲ μὲ τὴ φτέρνα τους.
Ἔφεραν
       τὸ Σοφὸ, τὸν Οἰκιστὴ καὶ τὸ Γεωμέτρη,
Βίβλους γραμμάτων καὶ ἀριθμῶν,
       τὴν πᾶσα Ὑποταγὴ καὶ Δύναμη,
τὸ παμπάλαιο φῶς ἐξουσιάζοντας.
       Καὶ τὸ φῶς δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴν σκέπη τους.
Οὔτε μέλισσα κἄν δὲν γελάστηκε τὸ χρυσὸ ν΄ ἀρχινήσει παιχνίδι,
       οὔτε ζέφυρος κἄν, τὶς λευκὲς νὰ φουσκώσει ποδιές.
Ἔστησαν καὶ θεμέλιωσαν 
       στὶς κορφές, στὶς κοιλάδες, στὰ πόρτα
πύργους  κραταιοὺς καὶ  ἐπαύλεις
       ξύλα καὶ ἄλλα πλεούμενα,
τοὺς Νόμους, τοὺς θεσπίζοντας τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα,
       στὸ παμπάλαιο μέτρο ἐφαρμόζοντας.
Καὶ τὸ μέτρο δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴν σκέψη τους.
      Οὔτε κἄν ἕνα χνάρι θεοῦ στὴν ψυχή τους σημάδι δὲν ἄφησε.
οὔτε κἄν ἕνα βλέμμα ξωθιᾶς τὴ μιλιὰ τους δὲν εἶπε νὰ πάρει.
       Ἔφτασαν
ντυμένοι  «φίλοι»
       ἀμέτρητες φορὲς οἱ ἐχθροί μου,
τὰ παμπάλαια δῶρα προσφέροντας.
       Καὶ τὰ δῶρα τους ἄλλα δὲν ἤτανε
παρὰ μόνο σίδερο καὶ φωτιά.
       Στ' ἀνοικτὰ ποὺ καρτέραγαν δάκτυλα
μόνον ὅπλα καὶ σίδερο καὶ φωτιά.
      Μόνον ὅπλα καὶ σίδερο καὶ φωτιά.
 

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ,  ἡ ΚΥΠΡΟΣ «κεῖται μακράν» 
              καὶ «ἀνήκωμεν εἰς τὴν Δύσιν»
Τὸ σύνθημα ἐδώθει καὶ ἐφηρμόσθει !
Καὶ ἐπανέρχομαι στὸν Σουρή !

«Ποιός εἶδε κράτος λιγοστὸ σὅλη τὴ γῆ μοναδιό,
ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ ;;

Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργοὺς, νἄχῃ ἑπτὰ  Πρωθυπουργούς,
ταμεῖο δίχως χρήματα καὶ δόξης τόσα μνήματα;;

Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;;

Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες μὲ ἅμαξες καὶ ἄτια
κλέφτες χωρὶς μιὰ πῆχυ γῆ καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,
ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμί
ὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.

Ὄλα σ' αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν
ὀνείρατα,ἐλπίδες καὶ σκοποί,
οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινήκαν
δὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ πανελευθέρως
συνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν, εἰς ὅποιο θέλει μέρος.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες ! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους !
σκλάβος ξανάσκυψε ὁ Ῥωμηὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Γι' αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τιμᾶ τὰ ξέστρωτα γαϊδούρια,
σιχτίρ στὰ χρόνια τὰ παλιά, σιχτίρ καὶ στὰ καινούρια !

Καὶ τῶν σοφῶν οἱ λόγοι θαρρῶ πὼς εἶναι ψώρα,
πιστὸς εἰς ὅ,τι λέγει κανένας δὲν ἐφάνῃ...
αὐτὸς ὁ πλάνος κόσμος καὶ πάντοτε καὶ τώρα,
δὲν κάνει ὅ,τι λέγει, δὲν λέγει ὅ,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο ὕφος τοῦ γόη ψευτομοιραῖο.
Λίγο κατσούφης λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης λίγο μουρντάρης.

Σπαθὶ ἀντίληψη μυαλὸ ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.
Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ, συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ τὸ «δὲ βαρυέσαι» καὶ «ὤχ ἀδελφέ»
Ὤσὰν πολίτης, σκυφτὸς ῥαγιάς σὰν πιάσει πόστο:δερβεναγάς.

Θέλει ἀκόμα κι αὐτὸ εἶναι ὡραίο, νὰ παριστάνει τὸν Εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια ποὔχει, στὀ 'να λουστρίνι στ' ἄλλο τσαρούχι.

Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.
Ὤ Ἑλλάς ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα !»
 

Ξεχάσαμαε τὴν γλῶσσα μας ! Ἀφήσαμε νὰ τὴν κατακρεουργήσουν, νὰ τῆς κόψουν τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα,νὰ τὴν μαλλιαροποιήσουν ! ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ !!  Τὸ ἐργαλεῖο τῆς σκέψεώς μας !! Οἱ λαϊκιστές !! Οἱ αὐθαίρετοι !! Κι ἐμεῖς τοὺς ἀφήσαμε !! Γιὰ εὐκολία βρὲ ἀδελφέ !! 

                               ( Β' ) 

               ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική,
    τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὀμήρου.
               Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὀμήρου.
    Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
               ἀνεμόδαρτα ῥήματα
    ῥεύματα πράσινα μές στὰ γαλάζια
               ὅσα εἴδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
    σφουγγάρια, μέδουσες
               μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
    ὄστρακα ῥόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρἰγη.
               Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη.
    Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
               θεοὶ μελαχρινοί, θεἰοι κι ἐξάδελφοι
   τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.
               καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ῥεματιὰ εὐωδιάζοντας
    λυγαριὰ καὶ σχίνο
               σπάρτο καὶ πιπερόριζα
     μὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων,
               ψαλμωδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοι !
     Μονάχη ἔγνοια  ἡ γλῶσσα μου μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα ΔόξαΣοι !
                Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
      θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
                 τὶς πάλες εὐλογῶντας καὶ τὰ καριοφίλια.
     Στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ' ἀμπελομάντιλα
                 κνίσες, τσουγκρίσματα
     καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
                 μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων.
Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου.
                 Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου !
 

Χωρὶς  ΓΛΩΣΣΑ καὶ  χωρὶς  ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ἀπογυμνωθήκαμε καὶ 
    Δαιμονοποιηθήκαμε κατὰ πὼς λέγει καὶ ὁ ἀγαπημένος μου ποιητής, Μίλτος Σαχτούρης.
 

  ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ  

Δαίμονες  καὶ  Δαιμόνισσες
δαιμονίζονται  στὴν  ἀκτὴ
χαριεντίζονται  μεταξὐ  τους
ἑτοιμάζουν  τὰ  νέα  δαιμονάκια
ποὺ  θὰ  βασιλέψουν
σ' αὐτὴ  τὴ  γῆ
ποὺ  εἶναι  πιὰ  δική  τους.

Μακριὰ  στὸν  ὁρίζοντα
σὲ  μιὰ  κόκκινη  θάλασσα
μέσα  σὲ  ψεύτικους  καπνοὺς
βυθίζεται  ἕνα  καράβι.



   
Καὶ κατὰ πὼς λέγει ὁ ἴδιος ποιητὴς ποὺ ἔζησε τὸν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο - ΕΜΕΙΣ ζοῦμε
   τὸν Γ' ποὺ δὲν γενικεὐτηκε  ἀκόμη  μὲ ὅπλα ἀλλά, ἐπικρατεῖ, ὡς παγκόσμιο
   ἠθικο_οἰκονομικο_ἰατρικο_ἐκκλησιαστικὸ  πολιτικὸ σὐστημα -
   ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΜΝΗΜΑΤΑ γέμισε ἡ ζωή μας.


Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σὲ κρὀτους
μέσα σὲ κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου

Τὴν μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸν φόβο
μέσα στὸν φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς 
σὲ μνήματα
καρφώνω.
 

ΚΑΙ ΟΜΩΣ, ἡ ψυχή μας διψάει γιὰ  ΟΥΡΑΝΟ,συνεχίζει ὁ ποιητἠς.
 

ΤΟ ΨΩΜΙ 
 
Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φρατζόλα
                                                               ζεστὸ
ψωμὶ εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μα-
                                                                 χαίρι
ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω
ὅμως καὶ μιὰ μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγε-
                                                         λος κι αύτὴ
μ' ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε
κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ' αὐτή, λίγοι πηγαῖναν
                                                      στὸ ψωμί,
ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε
                                                          οὐρανό.

Ἄς μὴ τὸ κρὐβουμε
διψᾶμε γιὰ οὐρανό !
 


Καὶ τώρα, ὁ ἀρχοντικὸς ΦΩΤΙΟΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ! Ἡ πονεμένη Ῥωμηοσύνη, 
καὶ «τὰ ἔμορφα τραγούδια μας, ἡ ἀναπνοὴ τῆς φυλῆς μας»


    « Ἔχω τὴν ἰδέα πώς, ὅσο ἀποξενώνεται ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὰ λαϊκὰ τραγούδια μας,
 τόσο περισσότερο φανερώνουμε πὼς ξεμακρυνόμαστε ἀπὸ τὴ ῥίζα τῆς φυλῆς μας καὶ πὼς
 κρυώνει μέσα μας τὸ ζεστὸ καὶ καθαρὸ αἷμα ποὺ πήραμε ἀπὸ τοὺς πατεράδες μας.
 Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, πηγὴ τῆς ζωῆς εἶναι ἐκεῖ  μέσα, κι ἄν λιγοστεύει ἡ ὄρεξή μας κ' ἡ δίψα μας
νὰ πιοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ δροσερὴ νερομάννα, αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς τὸ πνεῦμα μας εἶναι ἀρρωστημένο 
καὶ πασκίζουμε νὰ τὸ ζωογονήσουμε ψεὐτικα, μὲ βλαβερὰ καὶ ξενόφερτα πιοτά, ποὺ συνεργοῦνε 
στὸ νὰ ξεφυλιστοῦμε μιὰν ὥρα ἀρχήτερα, καὶ νὰ μὴν ἀπομείνει ἀπάνω μας τίποτα ἀπὸ τὸν πνευματικὸ
χαραχτῆρα μας. Αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ πιοτὰ μᾶς τραβᾶνε σὰν τὸν μπεκρή,ποὺ δὲν ἔχει πιὰ ζωὴ μέσα του 
καὶ ποὺ θαρρεῖ πὼς θὰ ζωντανέψει πίνοντας καὶ μπεκρολογώντας,ἐνῶ, ἴσια-ἴσια, σιγὰ-σιγὰ τὸν
 φαρμακώνουνε,ὥς νὰ τὸν πεθάνουμε.Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὰ πνευματικὰ πιοτὰ ποὺ λέγω.
 Μὰ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς διαβασμένους μας τὸ 'χουνε γιὰ καὐχημα τὸ ὅτι δὲν καταδέχουνται νὰ 
ξεδιψάσουνε στὶς δικὲς μας δροσερὲς βρυσοῦλες, κι ὁλοένα πίνουνε ἀπὸ τὰ ξένα καὶ θολὰ βαλτὀνερα, 
ποθώντας νὰ βγάλουνε ἀπὸ μέσα τους ὅ,τι δικό μας ἔχουνε καὶ νὰ διαλυθοῦνε,σὰν κἀποιοι καινούριοι 
βουδιστές, μέσα στὸ σκοτεινὸ χάος τῆς εὐρωπαϊκῆς πνευματικῆς νιρβάνας.
        Ἄνθρωπος ποὺ δὲν νοιώθει στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς του τὰ λαϊκά μας τραγοὐδια, δὲν εἶναι
 σὲ θέση νὰ νοιώσει ἀληθινὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ Εἰκοσιένα. Μπορεῖ νὰ τὴν καταλαβαίνει σὰν ἕνα
 πολιτικὸ καθέκαστο, δηλαδὴ νὰ τὴν καταλαβαίνει ἀπὸ τὴν ὑλικὴ μεριά, δὲ νοιώθει ὅμως ἀπ΄ αὐτὴ
 τὸ  «τιμιώτατον», δηλαδὴ τὴν πνευματικὴ φωτοχυσία της, ποὺ τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἐπανάσταση ξεχωριστὴ 
ἀνάμεσα στὶς λογῆς-λογῆς ἐπαναστάσεις ποὺ γινήκανε.
 
        Τὸ γένος τὸ δικό μας εἶναι πονεμένο, πιὸ πονεμένο ἀπ' ὅλα τὰ ἔθνη τῆς οἰκουμένης.
 Γιὰ τοῦτο, ὅ,τι κι ἄν κάνουμε, ἔχει μέσα του κάποια μεγάλη σφραγίδα, γιατὶ μὲ τὸν πόνο
 ξεσκεπάζουνται στὸν ἄνθρωπο τὰ μεγάλα μυστήρια τοῦ κόσμου, ἄν ἐκεῖνος ποὺ πονᾶ ἔχει 
ἀνθρωπιὰ καὶ πίστη.Τὰ τραγούδια τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἁγνὰ ἀγριολούλουδα ποὺ φυτρώσανε
 ἀπάνω στὶς καθαρὲς καὶ  βασανισμένες βραχόπετρες ὁποὺ τὶς δέρνει ὁ πόνος, μὰ ποὺ φεγγοβολᾶνε
 σὰν διαμάντια ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ποὺ ξεπλένουνται ἀπὸ τὴν καθαρὴ βροχούλα.
 
        Ἡ φτώχια μᾶς ἔκανε νὰ ζοῦμε ἁπλὴ ζωή, μὲ λιγοστὰ πράγματα, καὶ δὲν μᾶς ἄφησε νὰ
 ξεμακρύνουμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ μᾶς ἔκανε νὰ βυζαίνουμε ὁλοένα ἀπὸ τὴν καθαρὴ
 βρυσούλα ποὺ θρέφει μ' ἀληθινὴ θροφὴ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Σ' αὐτὸ συνέργησε
καὶ τὸ καλὸ ἀγέρι ποὺ ἔχει ἡ πατρίδα μας,κ' ἡ ἡμεράδα ποὺ ἔχουνε τὰ βουνὰ κ' οἱ θάλασσές της,
 ὥστε νὰ μᾶς φαίνεται σὰν μἀννα πονετικιά,ποὺ μᾶς βαστᾶ ὁλοένα στὴν ἀγκαλιά της.
 
          Στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, οἱ ἄνθρωποι ἤτανε ἀγράμματοι καὶ ζούσανε στὰ βουνά,
 ἀφοῦ πολλοὶ εἴχανε γιὰ σπίτια τὶς σπηλιὲς καὶ τὰ στρουγκολίθια. Πολιτεῖες δὲν εἴχανε,
 εἴχανε μοναχὰ κάτι μικρὰ χωριά, τὰ περισσότερα μὲ λίγα σπίτια τὸ καθένα. Μὲ τούτη τὴν ἁπλὴ ζωὴ
 ποὺ περνούσανε, εἴχανε καὶ ψυχὴ ἁπλή. Καὶ μὴν πεῖ κανένας πὼς ἤτανε πονηροί, γιατὶ στοὺς τέτοιους
 φυσικοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀπὸ μέσα ἄνθρωπος εἶναι ἁπλὸς σὰν τὸ μωρὀ, ἄς ἔχει καὶ πεῖσμα καὶ σκληρότητα,
 ἄς εἶναι καὶ φονιὰς ἀκόμα.Τὴν ἁγνότητα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν βγάζει ἐκείνη ἡ παρὰ φύση κακία, ποὺ 
φωλιάζει στὴ χαλασμένη καὶ στὴν πολύξερη ψυχή, α'Υτὴ τὸν ξεραίνει καὶ τὸν κάνει ἀναίσθητον.
 
          Ἔκανα γνωριμία μὲ ληστάδες καὶ μὲ βουνίσιους φονιάδες, καὶ μ' ὅλα ταῦτα, στὸ βάθος
 τῆς καρδιᾶς τους ἤτανε ἀθῶοι,πιστεύανε εὔκολα σ' ὅτι τοὺς ἔλεγα, καὶ θαυμάζανε
 σὰν τὰ μωρὰ τὸ 'να καὶ τ' ἄλλο, ταπεινοὶ οἱ κακόμοιροι,παρεκτὸς ὅσοι ἤτανε
 διεστραμμένοι.Ἕνας ληστής,τὀσο κολλήθηκε σὲ μένα,ποὺ δὲν ἔκανε δίχως ἐμένα,
 ἔφταξε νὰ μὲ φοβᾶται καὶ νὰ μ'ἀγαπᾶ μαζί, ἐπειδὴς ἤτανε γι' αὐτὸν μεγάλο μυστήριο
 τὸ νὰ ζωγραφίζω μὲ τὸ χέρι μου ἁγίους κι ἀνθρώπους καὶ δέντρα καὶ βουνὰ κι ὅλα
 ὅσα βρίσκουνται στὸν κόσμο, ἐνῶ, στὴν ἀρχή, τὸν φοβόμουνα ἐγώ.
 
            Αὐτὲς οἱ ἁπλὲς ψυχὲς κι εὐκολὀπιστες,ἀπ' ὄξω φαίνουνται ἄγριες καὶ φοβερές.
 Τοὺς ἄλλους, τοὺς ψευτογλυκοπρόσωπους καὶ τοὺς ὑποκριτὲς νὰ φοβᾶσαι. Οἱ βουνίσιοι εἶναι
 οἱ νήπιοι ποὺ λέγει  τὸ Εύαγγέλιο. Γιὰ τοῦτο ὁ ληστὴς γίνεται πιὸ εὔκολα ἅγιος, ἐνῶ ὁ χαλασμένος,
 ὁ πολύξερος, δὲ γίνεται ποτέ,κι ἄς μὴν ἔχει πειράξει κανέναν στὰ φανερά.Θυμήσου τὸν ληστὴ ποὺ
 σταυρώθηκε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό,πὼς ἔκλαψε γι' αὐτόν, ἐπειδής, ὅπως εἶπε, ἄδικα σταυρώθηκε
 ὁ Χριστός,ἐνῶ αὐτὸς κι ὁ σύντροφός του βασανιζόντανε δίκαια. Σὲ τέτοιες ψυχὲς μπαίνει
 ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ ὁ Χριστός,πρὶν ἀπ' ὅλα,ζητᾶ ἁπλὴ καρδιά.

            Λοιπὸν οἱ τέτοιοι τσομπαναρέοι κάνανε τὰ πιὸ καλὰ τραγούδια καὶ τὶς παροιμίες,
    κ' ἡ γλῶσσα τους ἔχει κάποιες χάρες ποὺ δὲν τὶς ἔχει ἡ δική μας,ἡ γραμματισμένη,
    καὶ ζωγραφίσανε μοναστήρια καὶ ρημοκκλήσια.κι ὅλα ὅσα κάνανε εἶναι τὰ πιὸ ἀληθινὰ
    καὶ τὰ πιὸ ἁγνά.Καὶ τ' ἀξιωθήκανε αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἴχανε,
    ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ μὴ βλέπουνε θολὰ καὶ ταραγμένα τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴς
    δὲν παραγεμίσανε τὴν ψυχή τους μὲ ἀφύσικα καὶ μὲ πολύπλοκα πράγματα.

          Στὰ τραγοὐδια ποὺ κάνανε, βλέπουμε κάποιαν ἀλήθεια καὶ μιὰν ἐντέλεια,
 ποὺ δὲν τὴν φτάνουνε ποτὲς οἱ σπουδασμένοι ποιητάδες μὲ τὰ πολύπλοκα έργαλεῖα τους.
 Γιατὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι εἶναι τ' ἀληθινὰ παιδιὰ τῆς φύσης, κ' ἔχουνε ἀνταπόκριση μαζί της,
 ἐνῶ οἱ ἄλλοι εἶναι τὰ προγόνια της, κι ὅ,τι φτιάξουνε αὐτὰ τ' ἀληθινὰ παιδιά της,δὲν εἶναι φτιαστό,
 ἀλλὰ εἶναι ἀληθινὸ καὶ καθαρό,σὰν τὰ ἴδια τὰ βουνὰ καὶ σὰν τὴν θάλασσα καὶ σὰν τὸν ἀγέρα ποὺ φυσᾶ
 καὶ σὰν τὸν πρίνο ποὺ φυτρώνει στὸ κράκουρο καὶ σὰν τὸ ὄρνιο ποὺ κόβει βόλτες ἀπάνω άπὸ 
 μιὰν ἔρημη ῥάχη. Θαρρεῖς πὼς καὶ τὰ ζαρκάδια καὶ τὰ πρόβατα κ' οἱ πέρδικες καὶ τὰ δέντρα
 καὶ τ' ἄλλα φυσικὰ πλάσματα, θαρρεῖς πὼς καὶ κεῖνα θὰ ταιριάζανε τέτοια τραγούδια,σὰν κι αὐτὰ ποὺ
 κάνανε τοῦτοι οἱ ἄνθρωποι, ἄν εἴχανε λαλιά. Μήτε πένα πιάσανε στὰ χέρια τους, μηδὲ χαρτί, μηδὲ 
μελάνι. Ἀπὸ τὴν καρδιά τους ἀνέβηκε στὸ στόμα,κι  ἀπὸ τὸ στόμα βγῆκε,ὅπως λαλεῖ τὸ πουλί,
 κ' ὕστερα μαθεύτηκε παντοῦ, καὶ τὸ 'πανε οἱ κοῦκοι στὰ βουνὰ κ' οἱ πέρδικες στὰ πλάγια.
 Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἀπόμεινε στὸν  κόσμο καὶ τραγουδιέται, γενεὲς γενεῶν.
          Τί θαυμαστὸ πρᾶγμα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος σὰν ἀπὸ μέρος
 ὅλων τῶν πλασμάτων ! Ἀληθινά,νοιώθεις πὼς αύτὴ εἶναι μιὰ θεϊκὴ χάρη, ποὺ τοῦ δόθηκε
 ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ τὸν κατάστησε βασιλέα ἀπἀνω σ' ὅλα.

       Ὅσοι άπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε,
 ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνου στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ'αὐτοὺς ποὺ θέλουνε
 τὴν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά.Κουράγιο !
 Ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο,ἄν καὶ δὲν χρειάζεται ὁλότελα αύτὴ ἡ ἀπόδειξη.»


Πρὶν ἡ Κνω/πολις ἀλωθεῖ, ἤδη κτυπημένη ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο καὶ  Δύση καὶ Ἀνατολὴ ἀλλά,
   καὶ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Ῥωμηοὺς ποὺ ἔβλεπαν νὰ ἔρχεται τὸ κακὸ καὶ διχάστηκαν,πάλι,ψάχνοντας γιὰ συμμάχους ποὺ ποτὲ δὲν συμμάχησαν,ὅπως καὶ τώρα, μαζί τους,πρὶν λοιπὸν
   ἡ Πόλις τῶν Πόλεων ἀλωθεῖ,ὁ Μωάμεθ ὁ Β' ἐζήτησε μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν βασιλέα Κων/νο Παλαιολόγο  νὰ τοῦ παραδώσει τὴν Πόλιη.Καὶ ὁ Κων/νος τοῦ ἀπήντησε ὡς ἐξῆς:

« Εἰ μὲν βούλει καθὼς καὶ οἱ πατέρες σου ἔζησαν εἰρηνικῶς σὺν ἡμῖν συζῆσαι κι έσὺ,
 
τῷ Θεῷ χάρις.Ἐκείνοι γὰρ τοὺς ἐμοὺς γονεῖς ὡς πατέρες ἐλόγιζον καὶ οὔτως ἐτίμων,
 
τὴν δὲ πόλιν ταύτην ὡς πατρίδα, καὶ γὰρ ἐν καιρῷ περιστάσεως ἄπαντες ἐντὸς ταύτης 
 
είσιόντες ἐσώθησαν καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντισταίνων ἐμακροβίω.Ἔχε δὲ καὶ τὰ παρ' ἡμῖν
 
ἁρπαχθέντα ἀδίκως κάστρα καὶ γῆν, ὡς δίκαια,καὶ ἀπόκοψον καὶ τοὺς φόρους τόσους
 
ὅσους κατὰ τὴν ἡμετέραν δύναμιν κατ'ἔτος τοῦ δοῦναι σοι, καὶ ἄπελθε ἐν είρήνη.
 
Τί γὰρ οἶδας,εἰ θαῤῥῶν κερδᾶναι εὐρεθῇς κερδανθείς;Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι,
 
οὔτ' ἐμὸν ἐστὶν οὔτ' ἄλλου τὼν κατοικούντων ἐν αὐτῇ. κοινῇ γὰρ γνώμῃ 
 
πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὺ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν»
 
 
 
βασιληᾶς μας λοιπὸν ὅπως εἶπε ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,σκοτώθηκε
   δὲν παραδώθηκε, ὁ πόλεμος συνεχίζεται. Ὁ λαὸς θρήνησε τὴν ἅλωση,οἱ Πόντιοι
   ἔκλαψαν καὶ παρηγορήθηκαν μὲ λόγο προφητικὸ« ἡ Ῥωμανία ἄν πέρασεν ἀνθῇ 
   καὶ φέρει κι ἄλλο» οἱ Κρῆτες φὀρεσαν μαῦρα πουκάμισα καὶ ἔδεσαν στὸ κεφάλι τους
   τὰ δάκρυά τους καὶ οἱ Κύπριοι ἔψαλλαν :

Ἡ Ῥωμηοσύνη εἶν' φυλή, συνόντζαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δὲν εὐρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει.
 
Κανένας γιατὶ σκέπει την ἀπ' τὰ 'ψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ῥωμηοσύνη θὰ χαθῇ ὄντες ὁ κόσμος λείψῃ !

 

ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ  ΣΤΟ «Ἄξιον ἐστί »

                     (  Γ' )
 
           Τὸν πλοῦτο δὲν ἔδωκες ποτὲ σὲ μένα
τὸν ὁλοένα ἐρημούμενο ἀπὸ τὶς φυλὲς τῶν Ἠπείρων
            καὶ ἀπ' αὐτὲς πάλι ἀλαζονικά,ὁλοένα, δοξαζόμενο !
Ἔλαβε τὸν Βότρυ ὁ Βορρᾶς
            καὶ τὸν Στάχυ ὁ Νότος
τὴ φορὰ τοῦ ἀνέμου ἐξαγοράζοντας
            καὶ τῶν δἐντρων τὸν κάματο δύο καὶ τρεῖς φορὲς
ἀνόσια ἐξαργυρώνοντας.
            Ἄλλο ἐγώ,
πάρεξ τὸ θυμάρι στὴν καρφίδα τοῦ ἥλιου δὲν ἐγνώρισα
            καὶ πάρεξ
τὴ σταγόνα τοῦ νεροῦ στ' ἄκοπα γένια μου δὲν ἔνιωσα
            μὰ τραχὺ τὸ μάγουλο ἔθεσα στὸ τραχύτερο τῆς πέτρας
αἰῶνες καὶ αἰῶνες.
            Ἐκοιμήθηκα πάνω στὴν ἔγνοια τῆς αὐριανῆς ἡμέρας
ὅπως ὁ στρατιώτης ἐπάνω στὸ τουφέκι του.
            Καὶ τὰ ἐλέη τῆς νύχτας ἐρεύνησα
ὅπως ὁ ἀσκητὴς τὸ Θεό του.
            Ἀπὸ τὸν ἱδρώτα μου ἔδεσαν διαμάντι
καὶ στὰ κρυφὰ μοῦ ἀντικαταστήσανε 
           τὴν παρθένα τοῦ βλέμματος.
Ἐζυγίσανε τὴ χαρά μου καὶ τὴ βρήκανε,λέει,μικρὴ
           καὶ τὴν πατήσανε χάμου σὰν ἔντομο.
Τὴ χαρά μου χάμου πατήσανε καὶ στὴν πέτρα μέσα τὴν κλείσανε
           καὶ στερνὰ τὴν πέτρα μοῦ ἀφήσανε,
τρομερὴ ζωγραφιἀ μου.
            Μὲ πελέκι βαρὺ τὴ χτυποῦν,μὲ σκαρπέλο σκληρὸ τὴν τρυποῦν,
μὲ καλέμι πικρὸ τὴ χαράζουν,τὴν πέτρα μου.
            Κι ὅσο τρώει τὴν ὕλη ὁ καιρός,τόσο βγαίνει πιὸ καθαρὸς
ὁ χρησμὸς ἀπ' τὴν ὄψη μου :

             ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
                     ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ'ΑΓΑΛΜΑΤΑ !
 

                      (  ΙΑ' )
 
               Ὅπου,φωνάζω,καὶ νὰ βρίσκεστε, ἀδελφοί,
ὅπου καὶ νὰ πατεῖ τὸ πόδι σας,
               ἀνοίξετε μιὰ βρύση,
τὴν δική σας βρύση τοῦ Μαυρογένη.
               Καλὸ τὸ νερὸ
καὶ πέτρινο τὸ χέρι τοῦ μεσημεριοῦ 
               ποὺ κρατεῖ τὸν ἥλιο στὴν ἀνοιχτὴ παλάμη του.
Δροσερὸς ὁ κρουνὸς θ' ἀγαλλιάσω.
                Ἡ λαλιὰ ποὺ δὲν ξέρει ἀπὸ ψέμα
μεγαλόφωνα τὸ νοῦ μου ν' ἀπαγγείλει,
                εὐανάγνωστα νὰ γίνουν τὰ σωθικά μου.
Δὲν μπορῶ,
                 ἡ ἀγχόνη τὰ δέντρα μου ἐξουθένωσε
καὶ τὰ μάτια μαυρίζουν.
                Δὲν ἀντέχω
καὶ τὰ σταυροδρὀμια ποὺ ἤξερα ἔγινα ἀδιέξοδα.
                Σελδζοῦκοι ροποαλοφόροι καραδοκοῦν.
Χαγάνοι ὀρνεοκέφαλοι βυσσοδομοῦν.
                 Σκυλοκοῖτες καὶ νεκρόσιτοι καὶ ἐρεβομανεῖς
κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον.
                  Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό,ἀδελφοί,
ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας,
                   μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ
καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
                   Ἡ λαλιὰ ποὺ δὲν ξέρει ἀπὸ ψέμα
θ' ἀναπαύσει τὸ πρόσωπο τοῦ μαρτυρίου
                   μὲ τὸ λίγο βάμμα τοῦ γλαυκοῦ στὰ χείλη.
Καλὸ τὸ νερὸ
                   καὶ πέτρινο τὸ χέρι τοῦ μεσημεριοῦ
ποὺ κρατεῖ τὸν ἥλιο στὴν ἀνοιχτὴ παλάμη του.
                  Ὅπου καὶ νὰ πατεῖ τὸ πόδι σας,φωνάζω,
ἀνοίξετε, ἀδελφοί,
                  μιὰ βρύση ἀνοίξετε,
τὴ δική σας βρύση τοῦ Μαυρογένη !


ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ 

            ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετὰ τὴν Ἁμαρτία ποὺ τὴν εἴπανε Ἀρετὴ μέσα στὶς ἐκκλησίες
   καὶ τὴν εὐλόγησαν.Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς ἀραχνιασμένες τ' οὐρανοῦ σαρώνοντας
   ἡ καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα
   πληρώνοντας ἡ Χτίσις,θὰ φρίξει.Ταραχὴ θὰ πέσει στὸν Ἄδη, καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει   
   ἀπὸ τὴν πίεση τὴ μεγάλη τοῦ ἥλιου.Ποὺ πρῶτα θὰ κρατήσει τὶς ἀχτίδες του,σημάδι ὅτι καιρὸς
   νὰ λάβουνε τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση. Καὶ μετὰ θὰ μιλήσει,νὰ πεῖ : ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰῶνα σου,
   λέγε, τί βλέπεις;
- Βλέπω τὰ ἔθνη, ἄλλοτες ἀλαζονικά, παραδομένα στὴ σφήκα καὶ στὸ ξινόχορτο.
- Βλέπω τὰ πελέκια στὸν ἀέρα σκίζοντας προτομὲς Αὐτοκρατόρων καὶ Στρατηγῶν.
- Βλέπω τοὺς ἐμπόρους νὰ εἰσπράττουν σκύβοντας τὸ κέρδος τῶν δικῶν τους πτωμάτων.
-Βλέπω τὴν ἀλληλουχία τῶν κρυφῶν νοημάτων.

              Χρόνους πολλοὺς μετὰ τὴν Ἁμαρτία ποὺ τὴν εἴπανε Ἀρετὴ μέσα στὶς ἐκκλησίες
   καὶ τὴν εὐλόγησαν. Ἀλλὰ πρίν,ἰδοὺ θὰ γίνουν οἱ ὡραίοι ποὺ ναρκισσεύτηκαν στὶς τριόδους,
   Φίλιπποι καὶ Ροβέρτοι. Θὰ φορέσουν ἀνάποδα τὸ δακτυλίδι τους,καὶ μὲ καρφὶ θὰ χτενίσουνε 
   τὸ μαλλί τους,γιὰ νὰ δελεάσουν τὰ γύναια. Καὶ τὰ γύναια θὰ καταπλαγοῦν καὶ θὰ στέρξουν.
   Γιὰ νὰ ἔβγει ἀληθινὸς ὁ λόγος,ὅτι σιμὰ ἡ μέρα ὅπου τὸ κάλλος θὰ παραδοθεῖ στὶς μύγες 
   τῆς Ἀγορᾶς. Καὶ θὰ ἀγαναχτήσει τὸ κορμὶ τῆς πόρνης μὴν ἔχοντας ἄλλο τι νὰ ζηλέψει. Καὶ 
   θὰ γίνει κατήγορος ἡ πόρνη σοφῶν καὶ μεγιστάνων,τὸ σπέρμα ποὺ ὑπηρέτησε πιστά,
   σὲ μαρτυρία φέρνοντας. Καὶ θὰ τινάξει πάνουθέ της τὴν κατάρα,
κατὰ τὴν Ἀνατολὴ τὸ χέρι τεντώνοντας καὶ φωνάζοντας : ἐξόριστε Ποιητή,στὸν αἰῶνα σου,
   λέγε,τί βλέπεις;;
- Βλέπω τὰ χρώματα τοῦ Ὑμηττοῦ στὴ βάση τὴν ἱερὴ τοῦ Νέου Ἀστικοῦ μας Κώδικα.
- Βλέπω τὴ μικρὴ Μυρτώ,τὴν πόρνη ἀπὸ τὴν Σίκινο,στημένη πέτρινο ἄγαλμα στὴν πλατεία
      τῆς Ἀγορᾶς μὲ τὶς Κρῆνεςκαὶ τὰ ὀρθὰ Λεοντάρια.
- Βλέπω τοὺς ἔφηβους καὶ βλέπω τὰ κορίτσια στὴν ἐτήσια Κλήρωση τῶν Ζευγαριῶν.
- Βλέπω ψηλά, μὲς τοὺς αἰθέρες,τὸ Ἐρέχθειο τῶν Πουλιῶν.
              

                    Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς ἀραχνιασμένες τ'ούρανοῦ σαρώνοντας
   ἡ καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.Ἀλλὰ πρίν,ἰδοὺ θὰ περάσουν γενεὲς
   τὸ ἀλέτρι τους πάνω στὴ στέρφα γῆς.Καὶ κρυφὰ θὰ μετρήσουν τὴν ἀνθρώπινη πραμάτεια τους
   οἱ Κυβερνῆτες, κηρύσσοντας πολέμους.Ὅπου θὰ χορτασθοῦνε ὁ Χωροφύλακας καὶ ὁ Στρατοδίκης.
   Ἀφήνοντας τὸ χρυσάφι στοὺς ἀφανεῖς,νὰ εἰσπράξουν αὐτοὶ τὸν μιστὸ τῆς ὕβρης καὶ τοῦ μαρτυρίου.
   Καὶ μεγάλα πλοῖα θ' ἀνεβάσουν σημαῖες,ἐμβατήρια θὰ πάρουν τοὺς δρόμους,οἱ ἐξῶστες νὰ ῥάνουν 
   μὲ ἄνθη τὸν Νικητή.Ποὺ θὰ ζεῖ στὴν ὀσμὴ τῶν πτωμάτων.Καὶ τοῦ λάκκου σιμά του τὸ στόμα,τὸ σκοτάδι 
   θ' ἀνοίγει στὰ μέτρα του,κράζοντας : ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰῶνα σου,λέγε,τί βλέπεις;;
- Βλέπω τοὺς Στρατοδίκες νὰ καῖνε σὰν κεριά,στὸ μεγάλο τραπέζι τῆς Ἀναστάσεως.
- Βλέπω τοὺς Χωροφυλάκους νὰ προσφέρουν τὸ αἷμα τους,θυσία στὴν καθαρότητα τῶν οὐρανῶν.
- Βλέπω τὴ διαρκῆ ἐπανάσταση φυτῶν καὶ λουλουδιῶν.
- Βλέπω τὶς κανονιοφόρους τοῦ Ἔρωτα.

                   Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτίσις, θὰ φρίξει.Ταραχὴ
   θὰ πέσει στὸν Ἄδη,καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴν πίεση τὴν μεγάλη τοῦ ἥλιου.
   Ἀλλὰ πρίν, ἰδοὺ θὰ στενάξουν οἱ νέοι καὶ τὸ αἷμα του ἀναίτια θὰ γεράσει.Κουρεμένοι κατάδικοι
   θὰ χτυπήσουν τὴν καραβάνα τους πάνω στὰ κάγκελα.Καὶ θὰ ἀδειάσουν ὅλα τὰ ἐργοστάσια,
   καὶ μετὰ πάλι μὲ τὴν ἐπίταξη θὰ γεμίσουν,γιὰ νὰ βγάλουνε ὄνειρα συντηρημένα σὲ κουτιὰ μυριάδες,
   καὶ χιλιάδων λογιῶν ἐμφιαλωμένη φύση.Καὶ θὰ 'ρθουνε χρόνια χλωμὰ καὶ ἀδύναμα μέσα στὴ γάζα.
   Καὶ θὰ 'χει καθένας τὰ λίγα γραμμάρια τῆς εὐτυχίας.Καὶ θὰ 'ναι τὰ πράγματα μέσα του κι ὅλας ὡραῖα
   ἐρείπια. Τότε, μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐξορία,ποῦ νὰ θρηνήσει ὁ Ποιητής,τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας ἀπὸ τ'ἀνοιχτὰ
  στήθη του ἀδειάζοντας, θὰ γυρίσει γιὰ νὰ σταθεῖ στὰ ὡραία μέσα ἐρείπια.Καὶ τὸν πρῶτο λόγο του 
  ὁ στερνὸς τῶν ἀνθρώπων θὰ πεῖ, ν'ἀψηλώσουν τὰ χόρτα, ἡ γυναίκα στὸ πλάϊ του σὰν ἀχτίδα
  τοῦ ἥλιου νὰ βγεῖ.Καὶ πάλι θὰ λατρέψει τὴ γυναίκα κα θὰ τὴν πλαγιάσει πάνου στὰ χόρτα καθὼς
  ποὺ ἐτάχθη.Καὶ θὰ λάβουνε τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση,καὶ θὰ σπείρουνε γενεὲς στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων !
 

                 
                      ( Ε' ) 

 
               ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στὰ βουνὰ
καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τους
               καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει
ἄκαυτη βάτος.
               Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω.
Ταράζεται ὁ καιρὸς
               κι ἀπ' τὰ πόδια τὶς μέρες κρεμάζει
ἀδειάζοντας μὲ πάταγο τὰ ὀστᾶ τῶν ταπεινωμένων.
              Ποιοί, πῶς, πότε ἀνέβηκαν τὴν ἄβυσσο ;;
Ποιές, ποιῶν, πόσων οἱ στρατιές ;
              Τ'οὐρανοῦ τὸ πρόσωπο γυρίζει κι οἱ ἐχθροί μου ἔφυγαν μακρυά.
Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω.
             Ἐσὺ μόνη ἀπ' τὴ φτέρνα τὸν ἄντρα γνωρίζεις.
Ἐσὺ μόνη ἀπ' τὴν κόψη τῆς πέτρας μιλᾶς.
              Ἐσὺ τὴν ὄψη τῶν ἁγίων ὀξύνεις
κι ἐσὺ στοῦ νεροῦ  τῶν αἰώνων τὴν ἄκρη σύρεις
              πασχαλιὰν ἀναστάσιμη !
Ἀγγίζεις τὸ νοῦ μου καὶ πονεῖ τὸ βρέφος τῆς Ἄνοιξης !
              Τιμωρεῖς τὸ χέρι μου καὶ στὰ σκότη λευκαίνεται !
Πάντα πάντα περνᾶς τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ φτάσεις τὴ λάμψη !
               Πάντα πάντα τὴ λάμψη περνᾶς
γιὰ νὰ φτάσεις ψηλὰ τὰ βουνὰ τὰ χιονόδοξα.
               Ὅμως τί τὰ βουνά ; Ποιός καὶ τί τὰ βουνά ;
Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνὰ
              καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τους
καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει
               ἄκαυτη βάτος !

 

Πῶς ἡ πιθανὴ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπογοήτευσις καὶ ὁ πόνος καὶ ἡ λακτάρα γιὰ τὴν ΛΕΥΤΕΡΙΑ,
ἔφερε τὴν μεγάλη ὑπόσχεση τοῦ ΘΕΟΥ ΜΑΣ στὸν μεγάλο Στρατηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

«Ἦταν μιὰ ἐκκλησιὰ εἰς τὸν δρόμον, ἡ Παναγιὰ στὸ Χρυσοβίτσι, καὶ τὸ καθησιό μου ἦτο, ὅπου 
ἔκλαιγα γιὰ τὴν Ἑλλάς... Σίμωσα, ἔδεσα τ' ἄλογό μου σ' ἕνα δένδρο, μπῆκα μέσα καὶ γονάτισα 
«Παναγιά μου εἶπα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου καὶ τὰ μάτια μου δάκρυσαν, Παναγία  μου, 
βοήθησε καὶ τούτη τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ ψυχωθοῦν». Ἔκανα τὸν σταυρό μου, ἀσπάσθηκα 
τὴν εἰκόνα της, βγῆκα ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι, πήδηξα στὸ ἄλογό μου καὶ ἔφυγα. Σὲ λίγο μπροστά μου
ξεπετάγονταν ὁ ξάδελφός μου ὁ Ἀντώνης Κολοκοτρώνης καὶ ἑπτὰ ἀνύψια μου «Κανεὶς δὲν εἶναι
στὴν Πιάνα μοῦ εἶπε ὁ Ἀντώνης, οὔτε στὴν Ἀλωνίσταινα.Εἶναι φευγᾶτοι» «Ἄς μὴν εἶναι κανείς,
ἀποκρίθηκα.Ὁ τόπος σὲ λίγο θὰ γιομίσει παλλικάρια.Ὁ Θεὸς ὑπέγραψε τὴν λευτεριὰ τῆς Ἑλλάδος
καὶ δὲν θὰ πάρει πίσω τὴν ὑπογραφή του»
 
 
 
Ἀφιερωμένο ἐπίσης καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἐλλἀδος,ποὺ 
       δὲν παραδίδουν τὸ αὐτεξούσιο ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός καὶ ποὺ
«ταϊζουν»τὴν καλὴ μαγιὰ γιὰ νὰ σώσει μ'αὐτὴν ὁ Χριστός μας τὸν κόσμο .

  Ταχτσόγλου Καλλιόπη, ἠθοποιός
    





 

Η ιστορία της 11χρονης Κρητικοπούλας που πουλήθηκε ως σκλάβα κι έγινε λαίδη στο Λονδίνο!


Συγκλονίζει η ιστορία της Καλλίτσας από το Αποδούλου … που πωλήθηκε σκλάβα  και τελικά έγινε λαίδη!

Μια ιστορία που φανερώνει την δύναμη και την ικανότητα επιβίωσης της ελληνικής φυλής.

Το 1823 το κοριτσάκι, αρπάχτηκε από τους Τούρκους στο χωριό Αποδούλου του Αμαρίου Ρεθύμνου και στάλθηκε για πούλημα στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου.

Εκεί την αγόρασε ένας Άγγλος αρχαιολόγος και την πήρε μαζί του στην Αγγλία για να τη χρησιμοποιήσει ως οικιακή βοηθό.

Στο Λονδίνο, όμως η τύχη της άλλαξε…

Την αγάπησε και την παντρεύτηκε ένας νεαρός αξιωματικός του ναυτικού, ο οποίος μάλιστα μετέπειτα έγινε ναύαρχος του αγγλικού στόλου.

Μετά από χρόνια, η πρώην σκλάβα επέστρεψε ως λαίδη στο χωριό της και συναντήθηκε με την οικογένειά της.

Δείτε το βίντεο που ακολουθεί και τα όσα είπε ο μακρινός συγγενής της και κληρονόμος του αρχοντικού της στο Αποδούλου Αμαρίου Ρεθύμνης κυρ Αριστείδης Ψαρουδάκης:

 

 

πηγή

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ-ΑΠΑΤΗ.

Και σιγά σιγά όλοι οι συστημικοί ποντικοί των ΜΜΕ και οι εγκάθετοι πουλημένοι Δημοσιογράφοι μπροστά στην αποκάλυψη ότι το εμβόλιο τελικά μπορεί να ήταν μια παγκόσμια απάτη που αποβλακωσε τους λαούς που έτρεξαν με τον φόβο του covid να εμβολιασθουν μαζί με τα παιδιά τους αρχίζουν να αναιρούν όσα οι ίδιοι με επιμονή υποστήριζαν και παρακινούσαν τους πολίτες να εμβολιασθουν.Και αυτό επειδή σταδιακά αποδεικνύονται οι βλαπτικές συνέπειες του σκευάσματος που σύντομα θα αποδειχθεί ότι ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια απάτη των φαρμάκευτικων εταιριών σε συνεργασία και με τις κυβερνήσεις των λαών. Κλασσικο παράδειγμα κολοτουμπας ο κ.Νικος Καπραβελος Διευθυντής της πνευμονολογικης κλινικής του "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ".Και τι δεν μας έλεγε ο απίθανος αυτός τύπος ότανεβγαινε σχεδόν καθημερινά στα κανάλια προσκαλούμενος από τα πουλημένα ΜΜΕ και όχι μόνο προέτρεπε επίμονα να εμβολιασθουμε όλοι μαζικά για να σωθούμε αλλά κατηγορούσε και την κυβέρνηση που περιόρισε την υποχρεωτικοτητα του εμβολιασμού μόνο στους υγειονομικούς και όχι και σε άλλους κλάδους.
Και ξαφνικα προχθές σε συνέντευξη του στον Fokous fm είπε τα εξής πρωτοφανη..Οτι "εφόσον κάναμε λάθος με την ανοσία και αποδείχθηκε ότι με το εμβόλιο αυτή δεν έρχεται και επίσης οτι όλοι οι εμβολιασμενοι νοσούν και μεταδίδουν την νόσο δεν έχει νόημα η συνέχιση του εμβολιασμού και κακώς οι ανεμβολιαστοι υγειονομικοί είναι εκτός υπηρεσίας".
 
Τι να πει κανείς για τους εγκληματίες υγειονομικούς και κυβερνητικούς παράγοντες που οδήγησαν επτά εκατομμύρια πολίτες σε εμβολιασμο εξαπατώντας τους, με χιλιάδες θανάτους νοσούντων εκτός ΜΕΘ (97%} αλλά μέσα στα νοσοκομεία και με ένα Υπουργό που δεν ντρέπεται να βγαίνει και να υποστηρίζει αυτά που έλεγε η κυβέρνηση πριν δύο χρόνια και να κρατάει εμμονικα ακόμα εκτος εργασίας αυτούς τους υγειονομικούς ανεμβολιαστους που δεν νόσησαν επί 13 μήνες και να στερεί έτσι τις οικογένειές τους από την στοιχειώδη επιβίωση Και ενώ ο Πρόεδρος των Η Π Α επίσημα ανακήρυξε το τέλος της πανδημιας..εμείς εδώ συνεχίζουμε να εξαπατούσε τους πολίτες με Τετάρτες δόσεις και νέα επικαιροποιημενα εμβόλια ενώ στην Ευρώπη ο covid χαρακτηρίζεται ως μια μορφή γριπης. Υπουργε Πλεύρη εσύ και όλοι οι ευθυνομενοι γιατροί της Επιτροπής της απάτης και του εκβιασμού των πολιτών αλλά και οι αρμόδιοι κυβερνητικοί θα λογοδοτήσετε όταν έρθει η ώρα για τα εγκλήματα σας.Δεν θα γλυτώσετε όσα ακαταδιωκτα και αν ψηφίσετε. 
 
Μη ξεχνάτε ότι υπάρχει και ο φυσικός νόμος της τιμωρίας του λαού όταν θα εφαρμοσθεί το άρθρο 120/4 του Συντάγματος αν τα Δικαστήρια δεν μας δικαιώσουν. Συνεχίζετε χωρίς λόγο και αιτία για ένα εκδικητικό πείσμα των παρανοϊκών σας εγκεφάλων να κρατάτε εκτός υπηρεσίας 4000-5000 υγειονομικούς ανεμβολιαστους που είτε δεν νόσησαν καθόλου είτε νόσησαν και επέστρεψαν στην εργασία τους για ένα εξάμηνο μόνο και μετά πάλι βρίσκονται σε αναστολή.
Γιατί ο σκοπός σας είναι να τους εκβιασετε και να εμβολιασθουν και αυτό το καταφέρατε με ορισμένους που δεν άντεξαν στην πείνα και στην ανέχεια που εγκληματικά εσείς τους υποβάλατε.
 
 Και δεν βλέπετε τα χάλια του ΕΣΥ με τους περισσότερους αναλογικα θανάτους από όλες τις χώρες της Ευρώπης όταν αυτό χρειάζεται.το έμπειρο προσωπικο που εσείς το αφήνετε εκτός εργασίας και.με απαγόρευση και κάθε άλλης εργασίας για να πεθάνουν της πείνας και να αναγκασθούν να εμβολιασθουν .
 
Είστε απλά εγκληματιες Και ο καιρός γαρ εγγύς για την τιμωρία σας.
 
 Σωτήρης Γκεκόπουλος

 

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Απειλούμαστε με αυξήσεις τιμών, με πείνα, με πόλεμο, με κρύο και σκοτάδι.


« Αλλά μην φοβάστε!
 Γιατί να φοβάσαι;
 Τελείωσε το έλεος του Θεού;
  Δεν τελείωσε !
 Ποτέ δεν τελειώνει!
 Ο Θεός είναι μαζί μας, μη φοβάσαι!  "

 

«Παΐσιε, η αγάπη μας είναι πολύτιμη. Γλυκέ μου Παΐσιε, η αγάπη μας, παιδί μου, θα κρατήσει στους αιώνες των αιώνων».

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και γένι

Το 1968 ο Άγιος Γέροντάς μας Παΐσιος πήγε στη Μονή Σταυρονικήτα, όπου βοήθησε στην ανακαίνισή της προσφέροντας εργατικό έργο και πνευματικές συμβουλές. Στο κελί του Τιμίου Σταυρού της Μονής Σταυρονικήτα, που βρίσκεται κοντά, έμενε ο Άγιος Γέροντας Τύχων, ο Ασκητής, που ήταν και Μεγάλος Πνευματικός Πατέρας. (Ο Ft. Tychon γεννήθηκε το 1884 στη Novia Mihaloska της Ρωσίας. Ήταν ένας πολύ προικισμένος άνθρωπος και έζησε αυστηρή ασκητική ζωή). Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος τον επισκεπτόταν συχνά για πνευματικές συμβουλές και τον βοηθούσε στη Θεία Λειτουργία ως ψάλτης.
Αρκετά συχνά, κατά τη Θεία Λειτουργία ο Άγιος Τύχων ήταν σε πνευματική περισυλλογή, χωρίς να επικοινωνεί η οποία μερικές φορές διαρκούσε μισή ώρα. Είδε, όπως ομολόγησε ο ίδιος, τα τάγματα των αγγέλων, των Χερουβείμ και των Σεραφείμ να δοξάζουν τον Θεό. Ο Άγιος Ασκητής Γέροντάς μας Τύχων ενίσχυσε τον Γέροντα Παΐσιο και του έδωσε το Μεγάλο και Αγγελικό Σχήμα.
Όταν τελείωνε η ​​ζωή του πατέρα Τύχωνα, (δέκα μέρες πριν πεθάνει), ζήτησε από τον Γέροντα να μείνει δίπλα του και να τον φροντίζει. Ο Άγιος Γέροντας μας Παΐσιος υπηρέτησε τον Άγιο Τύχωνα με μεγάλη αυτοθυσία, προσφέροντάς του ό,τι μπορούσε για να τον παρηγορήσει. Ο 'Αγιος Τύχων του έλεγε: «Παΐσιε, η αγάπη μας είναι πολύτιμη. Γλυκέ μου Παΐσιε, η αγάπη μας, παιδί μου, θα κρατήσει στους αιώνες των αιώνων». Του ζήτησε να μείνει στο κελί του μετά τον θάνατό του και του υποσχέθηκε ότι θα τον επισκέπτεται κάθε χρόνο. Ο άγιος Γέροντάς μας Ασκητής Τύχων κοιμήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1968, δύο μέρες μετά τον εορτασμό της Γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως είχε προβλέψει ο ίδιος, άρτια εξοπλισμένος και έτοιμος για το ταξίδι του στην αιωνιότητα.
Ο Άγιος μας Παΐσιος εγκαταστάθηκε στο κελί του Τιμίου Σταυρού, σύμφωνα με την επιθυμία του Αγίου Τύχωνα, όπου έμεινε μέχρι το 1979.
 
 photo

Στην διαδρομή από Σταυρονικήτα προς Καρυές, λίγο μετά το προσκυνητάρι από τα αριστερά του δρόμου, ξεκινά ένα μονοπάτι.

Διασχίζει χαμηλό δάσος από κουμαριές, άρια και ρείκια, ανεβοκατεβαίνει σε ανώμαλο έδαφος και καταλήγει σε ένα Καλύβι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα.

photoΔίπλα στην πόρτα υπήρχε ένα κουτί με σχισμή, σαν γραμματοκιβώτιο, και ένα σημείωμα που έγραφε περίπου τα εξής: «Σημειώστε στο χαρτί τι θέλετε να συζητήσουμε και βάλτε το μέσα στο κουτί. Περισσότερο θα ωφεληθείτε από την προσευχή παρά από την συζήτηση». Ένα σύρμα δεμένο πάνω στην περίφραξη χρησίμευε για να χτυπά το καμπανάκι και να ειδοποιείται ο Γέροντας.

Την ευρύχωρη αυλή κάλυπταν ελαιόδενδρα και λίγα κλήματα. Επάνω στο μονοπάτι δέσποζε ένας σωρός ξύλα. Τα είχε τοποθετήσει εκεί, για να μη φαίνεται όταν κυκλοφορούσε από το κελί στο εργαστήριο. Κατηφορίζοντας προς το Κελί δεξιά, κάτω από μια ελιά, ήταν ένα τραπεζάκι και δυό-τρία πρόχειρα καθίσματα, το θερινό Αρχονταρίκι του.

photoΑριστερά ήταν ο τάφος του παπα-Τύχωνα, οπού ο Γέροντας είχε φυτεύσει δενδρολίβανα για να μην πατιέται.

Τρία-τέσσερα σκαλοπάτια οδηγούσαν σ" ένα διάδρομο, πού υπήρχε πριν από την είσοδο, ανάμεσα στο σπίτι και σ" ένα πεζούλι. Οι άκρες του διαδρόμου ήταν κλειστές με πόρτες, για να κόβεται το ρεύμα του αέρος.Αριστερά ήταν ένα πρωτόγονο μαγειρείο, μια θέση στο πεζούλι, όσο να χωρά η κατσαρόλα, και από κάτω ένας χώρος για ν" ανάβει φωτιά.

Υπήρχε μικρό υπόστεγο πρίν από την είσοδο της Καλύβης και ο προσκυνητής, περνώντας την θύρα της εισόδου, βρισκόταν σε έναν προθάλαμο με ένα βήμα πλάτος και τρία μήκος, πού φωτιζόταν από ένα παραθυράκι.

Κατ" ευθείαν εμπρός ήταν το κελί του Γέροντα και αριστερά το Εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού με τρεις-τέσσερις εικόνες στο τέμπλο, ένα στασίδι, ένα αναλόγιο και τίποτε άλλο.

Εντυπωσιακή απλότητα. Λίγα μέτρα δυτικότερα από την είσοδο άλλη εξωτερική πόρτα οδηγούσε στο εργαστήριο του και στο Αρχονταρίκι. ένα μικρό, φτωχό κελάκι με χαμηλό ταβάνι από καλάμια και χώμα, και με δυο πολύ στενά κρεβάτια, που μεταξύ τους απείχαν ελάχιστα, μόλις χωρούσε να σταθεί ένας άνθρωπος.

Το μικρό Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού δεν είχε πολλές δυνατότητες φιλοξενίας και ο Γέροντας με το ησυχαστικό του τυπικό φιλοξενούσε με διάκριση, όταν έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη. Γράφει σε επιστολή του (21-12-71): «...Έχω όλη την αγαθήν προαίρεσιν να σας φιλοξενώ με όλην την γύφτικήν μου φιλοξενία στην Καλύβη μου και να είμαι δικός σας όχι ο μισός Παΐσιος αλλά ολόκληρος.

Όποτε θέλετε να μην διστάζετε, (διότι όταν θα καταλάβω ότι διστάζετε, θα στενοχωρηθώ). Μόνον τώρα τον χειμώνα, έναν μόνον δέχεται η Καλύβη. Δυστυχώς η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου».

Ανατολικά του Κελιού υπήρχε στέρνα με βρόχινο νερό πού συγκεντρωνόταν από την σκεπή με λούκια. Από αυτό έπινε και προσέφερε και στους επισκέπτες. Πιο πέρα υπήρχε άλλη ανοιχτή μεγαλύτερη στέρνα για άρδευση, πού ποτέ δεν χρησιμοποίησε, γιατί δεν καλλιεργούσε κήπο.

Εξωτερικά η ζωή του Γέροντα στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου η εξής: Αποβραδίς κοιμόταν δυό-τρεις ώρες και ξυπνούσε κοντά στα μεσάνυχτα. Έκανε αγρυπνία και ξεκουραζόταν λίγο το πρωί, πρίν από το φώτισμα. Την ήμερα, αν δεν είχε επισκέπτες, έκανε εργόχειρο: Σταμπωτά εικονάκια και Σταυρούς στην πρέσσα.

Τίς υπόλοιπες ώρες μελετούσε, προσευχόταν και απαντούσε στα πολλά γράμματα που ελάμβανε από πλήθος ανθρώπων και πού παρακαλούσαν για προσευχή ή ζητούσαν απάντηση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες την ημέρα και όταν σκοτείνιαζε συνέχιζε με το κερί. Με την πάροδο των ετών οι επισκέπτες αυξήθηκαν κατά πολύ. Πολλές ώρες τον απασχολούσαν με τα προβλήματα τους.

Για ένα διάστημα, δύο ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη και Παρασκευή), παρέμενε έγκλειστος. Δεν άνοιγε σε κανένα. Νήστευε, προσευχόταν και έκανε λεπτή πνευματική εργασία στον εαυτό του. Είχε και ένα πολύ μικρό Καλυβάκι στο δάσος, προς το ρέμα, πρόχειρα φτιαγμένο, σκεπασμένο με λαμαρίνα, κοντά σε μια πηγούλα, και μερικές φορές αποσυρόταν σε αυτό για περισσότερη ησυχία. Μετά τόν εγκλεισμό ή την απουσία του, έπαιρνε τα σημειώματα των επισκεπτών και έκανε γι" αυτούς προσευχή καρδιακή.

Συνήθως ελειτουργείτο και κοινωνούσε στο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Έκανε όμως κατά διαστήματα και στο Εκκλησάκι του θεία Λειτουργία ή πήγαινε κάπου-κάπου και σε γνωστά του Κελιά να λειτουργηθεί.

Μάζευε ελιές και κάποιες φορές με ένα πρωτόγονο και πρωτότυπο ελαιοτριβείο δικής του επινοήσεως και κατασκευής, έβγαζε λίγο λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας. Έδινε ελιές σε πτωχούς ασκητές και γεροντάκια της Καψάλας. Τους επισκεπτόταν για να ωφελείται και να τους βοηθά σε ό,τι μπορούσε.

Με μαγειρεύματα δεν καταπιανόταν, εκτός αν, πολύ σπάνια, φιλοξενούσε κάποιον. Κάποτε φιλοξένησε γνωστό του νέο. Έβαλε να μαγειρέψει. Στούμπισε λίγες φακές, έβαλε και λίγο ρύζι στην κατσαρόλα, το ανάλογο νερό και άναψε την φωτιά με ένα δεματάκι φρύγανα από ρείκια και σουσούρια, πού αφθονούν στην περιοχή. Κάθησαν πιο πέρα και συνομιλούσαν.

Ό νέος νόμισε ότι ο Γέροντας απορροφήθηκε από την συζήτηση και λησμόνησε το μαγείρευμα. Σέ λίγο όμως το φαγητό ήταν έτοιμο. Δεν χρειάσθηκε ούτε ανακάτεμα. Τόσο απλή ήταν η μαγειρική του.

Έκαναν τον Εσπερινό με κομποσχοίνι. Ο νέος στο Εκκλησάκι και ο Γέροντας στο κελί του, οπου διάβασε και το Θεοτοκάριο. Ύστερα παρέθεσε τράπεζα και δεν έπαυε με αγάπη πατρική να συμβουλεύει και να νουθετεί τόν νέο. Το φαγητό ανέλαιο, αλλά πολύ γευστικό. Εντύπωση προξένησε η ήρεμη συντριβή του, όταν είπε την προσευχή της τραπέζης.

Συγκεντρώθηκε στον εαυτό του σαν να αποσπάσθηκε από τα γήινα και σαν να μεταφέρθηκε μπροστά στον Χριστό. Μετά το δείπνο βγήκε να ταΐσει τα άγρια ζώα τα οποία καλούσε καθένα με το όνομά του. Κατά το ηλιοβασίλεμα έκαναν μια ώρα κομποσχοίνι στην αυλή χωριστά και ύστερα ο Γέροντας, αφού τακτοποίησε τόν επισκέπτη στο Αρχονταρίκι, αποσύρθηκε στο κελί του.

«Εν λάκκω κατωτάτω», αλλά με πολιτεία υψηλή, με προσευχή αδιάλειπτη, μόνος με μόνο τόν Θεό και τρεφόμενος με την χάρι Του. Πάμπτωχος από υλικά και ανέσεις, αλλά πλούσιος από αρετές και θεία χάρι. Έλειωνε τον εαυτό του στην άσκηση και ανέπαυε πνευματικά κάθε άνθρωπο.

Αλγούσε ο ίδιος για τον πόνο και τις αμαρτίες των ανθρώπων και ταυτοχρόνως τους μετάγγιζε χαρά και παρηγοριά. Πάλευε με δαίμονες, συνομιλούσε με Αγίους, συναναστρεφόταν με άγρια ζώα και βοηθούσε πνευματικά τους ανθρώπους.

από το βιβλίο «Βίος Ιερομονάχου Παϊσίου του Αγιορείτου» του Ιερομονάχου Ισαάκ