Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Ο Μεγάλος Μυστικός της Εκκλησίας μας

 

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού

 

       Η ορθόδοξη θεολογία μας δεν είναι θεωρητικό σχήμα και δεν υπάρχει για να ικανοποιεί τη διάνοιά μας, αλλά είναι βίωμα, τρόπος ζωής, μέθεξη της Θεότητας και κατά χάριν θέωση. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της με τη δυτική και γενικά τη θεολογία των αιρετικών, η οποία ικανοποιεί διανοητικά σχήματα, δίνει την ψευδαίσθηση της δήθεν πληρότητας της αλήθειας και γι’ αυτό οδηγεί από κακοδοξία σε κακοδοξία και από αίρεση σε αίρεση. Αντίθετα η προσέγγιση της θεολογίας της Εκκλησίας μας ως εκκλησιαστικό βίωμα, ως κατά φύσιν τρόπο υπάρξεως, δε διδάσκει απλά την αλήθεια, αλλά την μεταποιεί σε μεταμόρφωση των πιστών, μέχρι του σημείου να έχουν θεοπτία,  ζωντανή αίσθηση των ακτίστων ενεργειών του Θεού στην καθημερινή τους ζωή. Το γεγονός αυτό το βίωσαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Ένας από αυτούς που αξιώθηκε να δει το άκτιστο φως του Θεού με τα σωματικά του μάτια, είναι και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ένας από τους μεγαλυτέρους Πατέρες και Θεολόγους της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε το 957 στη μικρασιατική πόλη Γαλάτεια της Παφλαγονίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Οι ευγενείς γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή παιδεία, διότι τον προόριζαν για υψηλά κρατικά αξιώματα. Σε ηλικία έξι χρονών τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει. Αναδεικνύεται σύντομα μια σημαίνουσα προσωπικότητα της Βασιλεύουσας. Με τη βοήθεια ενός θείου του ευγενούς ορίζεται ως σπαθαροκουβιλάριος, με τη δυνατότητα να αναχθεί συγκλητικός. Ασκεί τα καθήκοντά του με επιτυχία, αλλά και ταπείνωση. Δεν τον συνεπαίρνει η λαμπρότητα της κοσμικής εξουσίας και δε σκόπευε να περάσει όλη του τη ζωή ανάμεσα στους μωροφιλόδοξους ευγενείς της εξουσίας.
      Η γνωριμία του και η πνευματική σχέση του με τον στουδίτη άγιο Συμεών τον Ευλαβή, του αλλάζει τη ζωή. Μετά το θάνατο του Νικηφόρου Φωκά το 969, εγκαταλείπει τη θέση του και αποσύρεται στην ονομαστή Μονή για να ζήσει κοντά στον πνευματικό του. Εκείνος δε συμφωνεί, διότι ήταν μόνο 14 ετών, και τον συμβουλεύει να γυρίσει ξανά στη θέση του.
       Σε ηλικία 20 ετών δέχτηκε μια ιδιαίτερη ευλογία από το Θεό. Μια νύχτα ενώ προσευχόταν θερμά, γέμισε το δωμάτιό του από ένα εκτυφλωτικό και ανεξήγητο φως. Ο Συμεών έπεσε σε έκσταση και είχε την αίσθηση ότι είχε ανυψωθεί στον ουρανό. Μια ανεξήγητη χαρά γέμισε την ψυχή του για τη θεία  οπτασία. Έτρεξε αμέσως στον πνευματικό του στον οποίο δηγήθηκε την οπτασία και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί κοντά του. Εκείνος και πάλι αρνήθηκε, προφανώς, από θεία έμπνευση για να σμιλευτεί ακόμα η θέληση του μαθητή του.
      Σε ηλικία 26 ετών επαναλήφτηκε η θαυμαστή οπτασία. Εκείνο τον καιρό του είχε ανατεθεί μια υπηρεσιακή αποστολή στην πατρίδα του. Πριν αναχωρήσει ανακοίνωσε στον πνευματικό του και τη νέα οπτασία. Εκείνος του αποκάλυψε ότι ήταν σε ηλικία που μπορούσε να γίνει μοναχός. Η χαρά του υπήρξε απρόσμενη. Πραγματοποίησε το ταξίδι του και με την ευκαιρία, ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Εκείνοι αντέδρασαν βίαια και προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, διότι έβλεπαν τη λαμπρή καριέρα που απλωνόταν μπροστά του. Εκείνος παραμένει αμετάπειστος. Αποσύρθηκε στη Μονή του Στουδίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα του πνευματικού του, Συμεών.
       Αλλά δεν άργησαν οι πειρασμοί. Η  υπακοή του στον πνευματικό του κίνησε το φθόνο των συμμοναστών του, διότι έπρεπε να υπακούει μόνο στο ηγούμενο Πέτρο. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει και να εγκατασταθεί. Τότε ήταν που είδε και τρίτη
κατά σειράν θεία οπτασία.  Εγκαταστάθηκε στην παρακείμενη Μονή του Αγίου Μάμαντα του Ξηροκέρκου, όπου ηγούμενος ήταν ο ευλαβής Αντώνιος. Ήρθε ο πατέρας του με αρκετούς συγκλητικούς για να τον μεταπείσουν  να γυρίσει στον κόσμο. Εκείνος αρνείται και πάλι, ενώ ταυτόχρονα βλέπει και τέταρτη θεία οπτασία. Ήταν 29 ετών, όπου ο ηγούμενος κοιμήθηκε. Ύστερα από απαίτηση της αδελφότητας της Μονής και τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη, εκλέχτηκε ηγούμενος της Μονής. Κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο είδε και πέμπτη θεία οπτασία.
      Ως ηγούμενος της Μονής του Αγίου Μάμαντα  ο Συμεών κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, από οικοδομικές εργασίες της Μονής ως και αυτή την πνευματική καλλιέργεια της αδελφότητας. Ως νηπτικός μοναχός και μυστικός θεολόγος ομιλούσε για «θείο έρωτα» και για έλλαμψη του «θείου φωτός». Οι μοναχοί επειδή δεν τον καταλάβαιναν τον θεώρησαν αιρετικό και του κήρυξαν τον πόλεμο. Μερικοί κατέφυγαν στον Πατριάρχη για να καθαιρεθεί. Εκείνος τον κήρυξε αθώο. Παρέμεινε στη θέση του ηγουμένου για 25 χρόνια. Το 1013, σε ηλικία 57 ετών, αφού παρέδωσε την ηγουμενία στον μαθητή του Αρσένιο αποσύρθηκε σε κοντινό ησυχαστήριο και επιδόθηκε στην άσκηση και το συγγραφικό έργο. Όμως ο μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη να τον στείλει εξορία, στην περιοχή της Χρυσούπολης, επειδή θεωρούσε τον πνευματικό του  πατέρα Συμεών, άγιο.  Εγκαταστάθηκε σε κάποιο ερημοκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 1037 σε ηλικία 80 ετών, αφού είχε προβλέψει τον θάνατό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Οκτωβρίου.
      Ο άγιος Συμεών έλαβε τον τίτλο του νέου θεολόγου, διότι ανήκει στους μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Ανήκει στους μυστικούς θεολόγους, ο οποίος καλλιέργησε και βίωσε τη μυστική θεολογία, ως θεοπτία. Τα έργα του « Ύμνοι Θείων Ερώτων», «Κατηχήσεις» και «Πρακτικά και Θεολογικά Κεφάλαια», αποτέλεσαν τη βάση της μετέπειτα μυστικής θεολογίας και της πνευματικής ζωής των πιστών. 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα, η ερημίτισσα των ημερών μας

 

«Ήταν παρούσα δίπλα μας, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη εκεί όπου όλοι λαχταρούμε να φτάσουμε.» — η μοναχή Νεκταρία, η αδελφή της κατά σάρκα


Γεννήθηκε το έτος 1970, σύγχρονή μας με τους περισσότερους από εμάς. Κι όμως ο δρόμος που ακολούθησε ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν που θα περιμέναμε από έναν άνθρωπο της εποχής μας: άφησε τον κόσμο κι ανέβηκε να ασκηθεί στο βουνό, με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, όπως άλλοτε η Οσία Θεοδώρα της Σίχλας. Το επίγειο όνομά της ήταν Ροντίκα Λαζάρ· η Εκκλησία επρόκειτο να την τιμήσει ως Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα.

Υπάρχουν καιροί που η έρημος μοιάζει να έχει αδειάσει από ασκητές. Οι μεγάλοι ερημίτες του περασμένου αιώνα έφυγαν ένας ένας, κι ο κόσμος, παρασυρμένος από τον θόρυβό του, άρχισε να πιστεύει ότι η αδιάλειπτη προσευχή των βουνών έμεινε μια ιστορία του Γεροντικού, ωραία, αλλά τελειωμένη. Κι όμως, ακριβώς στα χρόνια μας, σε μια βουνοκορφή της Μπουκοβίνας, μέσα σε χιονοθύελλα και παγετό, μια νεαρή γυναίκα συνέχισε το αδιάκοπο νήμα της ησυχίας, μέσα στη σιωπή και τα δάκρυα, σχεδόν άγνωστη σε όλους. Το έτος 2025 η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά της, καταγράφοντάς την στη χορεία των οσίων.

Η Αγία Αγία Ελισάβετ από το Πάσχα, έφυγε, με την αδελφή της, Μητέρα Νεκταρία. Φωτογραφία: Ziarul Lumina 

 Η Αγία Αγία Ελισάβετ  αριστερά με την αδελφή της, Μητέρα Νεκταρία. 

Η ζωή της δεν μας άφησε πολλά λόγια. Οι ερημίτες δεν γράφουν απομνημονεύματα. Αλλά τα λίγα που έμειναν — συγκεντρωμένα από τις μαρτυρίες της αδελφής της, της μαθήτριάς της στην έρημο, των πνευματικών της και του ιεράρχη που έκανε την ανακομιδή των οστών της — αρκούν για να μας δείξουν πόσο βαθιά μπορεί να είναι η δίψα μιας ψυχής για τον Θεό.

Η παιδική ηλικία στις όχθες του ρυακιού Μπένι

Γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1970, στο χωριό Μπένια της κοινότητας Μόλντοβα-Σουλίτσα του νομού Σουτσεάβα, σε πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια, από τους γονείς Βασίλειο και Μαρία Λαζάρ. Ήταν έντεκα παιδιά, από τα οποία δύο πέθαναν μικρά· εννέα μεγάλωσαν μαζί. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ροντίκα.

 

Την πρώτη της ανατροφή την ανέλαβε η γιαγιά Ευδοκία, γυναίκα αυστηρή στα του αγιασμού, που ήταν όμως συνάμα και η χαρά των παιδιών, επειδή τα έπαιρνε πάντοτε μαζί της στην εκκλησία. Οι γονείς τα πήγαιναν συχνά στα μοναστήρια, ιδίως στις μεγάλες εορτές, και κάποτε πήγαιναν με τα πόδια από το ένα μοναστήρι στο άλλο — ένας δρόμος που ήταν από μόνος του προσκύνημα, όπου ο κόπος γινόταν ευλογία. Έτσι έμαθε από μικρή τον δρόμο προς τους μεγάλους πατέρες της περιοχής του Νεάμτς, συνήθεια που δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει ποτέ.

Γύρω στα δέκα της χρόνια βρήκε στο σπίτι ένα Ωρολόγιο. Άρχισε να διαβάζει από αυτό και δεν αποχωρίστηκε πια από αυτό: πήγαινε τις δύο αγελάδες του σπιτιού να βοσκήσουν και διάβαζε στην όχθη του νερού. Το πρώτο προσκύνημα που άναψε την καρδιά της το έκανε όταν ήταν στην έβδομη τάξη, στη Μονή Αγάπια· από εκεί γύρισε με ακόμη πιο δυνατό τον πόθο για τον Θεό. Η αδελφή της θυμάται ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθε την Ελισάβετ να αρχίζει να ζει έναν άλλο κόσμο — ήταν δίπλα τους, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη αλλού.

Η είσοδος στη Μονή Πασαρέα

Τον Σεπτέμβριο του 1986, στα δεκαέξι της, ξεκίνησε για προσκύνημα με δύο ξαδέλφες, αναζητώντας δρόμο και συμβουλή σε αρκετούς πνευματικούς. Έλαβε συμβουλή από τον π. Κλεόπα της Σιχαστρίας, προσκύνησε στην Τσέρνικα, και ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ τις κατεύθυνε προς τη Μονή Πασαρέα, κοντά στο Βουκουρέστι. Εκεί, ο πόθος για τον Θεό την κυρίεψε ολότελα και έμεινε, δεκτή στην αρχή ως αδελφή, στον καιρό της υπακοής και της δοκιμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα πρώτα βήματά της προς τον μοναχικό βίο βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των ίδιων μεγάλων πνευματικών που επρόκειτο αργότερα να την ευλογήσουν για την έρημο.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1990, την εορτή του Αγίου Ιεράρχη Σπυρίδωνος, εκάρη ρασοφόρος από τον αρχιμανδρίτη Μακάριο Ιονίτσα, πνευματικό της μονής, και έλαβε το όνομα Ελισάβετ. Η κύρια υπακοή της ήταν η εργασία στο εργαστήριο μεταλλοτεχνικής σμίλευσης του Ρουμανικού Πατριαρχείου, που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της μονής, όπου κατασκευάζονταν λατρευτικά αντικείμενα. Την ίδια εποχή έμαθε και την εκκλησιαστική ψαλτική, παρακολουθώντας τη Σχολή Ψαλτικής Μουσικής του Βουκουρεστίου.

Τα Ιεροσόλυμα και η δοκιμασία του θανάτου

Το 1996, έπειτα από πρόσκληση της μοναχής Τιμοθέας, στάλθηκε να υπηρετήσει μακριά από τη χώρα, στην Αντιπροσωπεία του Ρουμανικού Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους, στη Ρουμανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Εκεί ήταν παρεκκλησιάρισσα και ψάλτρια στο αναλόγιο. Ήταν τότε είκοσι έξι ετών και είχε πίσω της σχεδόν μία δεκαετία μοναχικής ζωής.

Στην Αγία Γη αρρώστησε βαριά. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ζωής της, η δοκιμασία από την οποία πήγασαν όλα τα υπόλοιπα. Έπειτα από μια δυνατή κρίση έπεσε σε κατάσταση παρόμοια με τον κλινικό θάνατο. Οι μοναχές που την παρακολουθούσαν μαρτυρούν ότι επί τρεις μέρες δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της με κανέναν τρόπο, και οι γιατροί δεν της έδιναν πια ελπίδα ζωής.

Η μαρτυρία που έδωσε αφού συνήλθε τους κατέπληξε όλους. Τη γνωρίζουμε από δύο διακριτές μαρτυρίες, μία παλαιότερη και μία μεταγενέστερη: μια επιστολή ενός μοναχού που τη συνάντησε χρόνια αργότερα και τη διήγηση της μαθήτριάς της στην έρημο, της μοναχής Πελαγίας. Οι δύο συμπίπτουν σε όλα τα ουσιώδη.

Μια μοναχή είχε έρθει στο κρεβάτι της και την είχε προτρέψει: προσευχήσου στον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ τον Χοζεβίτη του Νεάμτς, γιατί κι εκείνος βασανίστηκε από την ίδια αρρώστια και πέρασε τον ίδιο πόνο σε αυτό το νοσοκομείο. Εκείνη άρχισε να προσεύχεται με δύναμη, σχεδόν με απόγνωση. Τότε η ψυχή της βγήκε από το σώμα. Θα διηγούνταν αργότερα, κλαίγοντας κάθε φορά που το έκανε, ότι δαίμονες την άρπαξαν και την οδήγησαν στην κόλαση, όπου ένιωσε τα βασανιστήρια και όπου είδε, ανάμεσα στους βασανιζόμενους, αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς — όσους γνώριζαν το θέλημα του Δεσπότη και ραθύμησαν. Εκείνη δεν θέλησε ποτέ να πει τα ονόματα όσων είδε εκεί, παρά μόνο να προσεύχεται γι’ αυτούς.

 

Κραύγασε προς την Παναγία και τον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ να την βγάλουν από εκεί. Εκείνοι ήρθαν, επέπληξαν τους δαίμονες — γιατί αρπάξατε μια ψυχή που δεν έχει κριθεί; — έπειτα η Παναγία έφυγε, και ο Όσιος Ιωάννης την οδήγησε μέσα από τις ομορφιές του Παραδείσου. Πέρασε, έλεγε, από ένα λιβάδι με πρασινάδα και λουλούδια, όπου κάθε φύλλο χλόης, όταν το άγγιζε, έβγαζε έναν ήχο ουράνιας αρμονίας, ήχους που δεν λέγονται με λόγια. Όταν διηγούνταν αυτό, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Αλλά, στις πύλες της Βασιλείας, ακούστηκε μια φωνή σαν βροντή: δεν είναι άξια να μπει εδώ· πηγαίνετέ την πίσω στη γη, να μετανοήσει. Και ο Όσιος Ιωάννης, επιστρέφοντάς την στο σώμα της, της είπε: Ο Θεός σου χάρισε ακόμη χρόνια ζωής, για να μετανοήσεις· πρόσεξε πώς θα τα περάσεις.

Εδώ αξίζει να σταθούμε για μια στιγμή, με την ίδια νήψη με την οποία στάθηκε και η ίδια. Διότι, πράγμα άξιο προσοχής, η Γερόντισσα δεν σταμάτησε ποτέ στην ομορφιά όσων είδε. Κάθε φορά που η χαρά της ανάμνησης του Παραδείσου άρχιζε να φωτίζει το πρόσωπό της, εκείνη συγκρατούσε αμέσως τον νου της, κατηγορώντας τον εαυτό της: αυτή η ταλαίπωρη, αντί να σκέφτεται τα βασανιστήρια που την περιμένουν, ονειρεύεται τον Παράδεισο! — και ξεσπούσε σε κλάματα. Ήταν ακριβώς σύμφωνα με τον λόγο του αββά Βησσαρίωνος, που ο π. Κλεόπας επαναλάμβανε: αν είσαι σε ειρήνη και ησυχία, τότε να ταπεινώνεσαι περισσότερο, μήπως μπει ξένη χαρά στην ψυχή σου. Η πατερική Παράδοση, από τον Άγιο Ιγνάτιο Μπριαντσανίνωφ ως τους μεγάλους ασκητές της εποχής μας, αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή τα οράματα για τον άλλο κόσμο, γνωρίζοντας ότι ο εχθρός μεταμορφώνεται συχνά σε άγγελο φωτός. Το ασφαλέστερο σημάδι ότι μια τέτοια δοκιμασία προέρχεται από τον Θεό δεν βρίσκεται στη λαμπρότητα του οράματος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος περνά τις ημέρες που ακολουθούν: αν εισέλθει σε βαθιά μετάνοια, τότε ήταν προς σωτηρία. Και η ζωή της Γερόντισσας Ελισάβετ είναι ακριβώς η απόδειξη αυτού του σημαδιού. Όταν συνήλθε, η αρρώστια είχε εξαφανιστεί — αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κάνει μετάνοιες και να κλάψει, λέγοντας ότι πρέπει να μετανοήσει. Μερικοί νόμισαν ότι παραμιλά εξαιτίας της αρρώστιας. Μόνο μία μοναχή την κατάλαβε.

 

Η επιστροφή και η αναζήτηση της ευλογίας

Επέστρεψε στη χώρα το 1997. Η αδελφή της θυμάται ένα περιστατικό εκείνων των ημερών, που δείχνει ποια εσωτερική αλλαγή είχε επιφέρει μέσα της η δοκιμασία των Ιεροσολύμων: καταλαμβανόμενη ξαφνικά από μια αρπαγή της καρδιάς, έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα του Σωτήρος επί μία ημέρα και ολόκληρη νύχτα, χωρίς να κινηθεί. Εκπλήρωσε για λίγο καιρό ακόμη υπακοές στην Πασαρέα, αλλά η κοινοβιακή ζωή δεν ήταν πια στα μέτρα όσων έφερε στην ψυχή της. Βαθιά σημαδεμένη από τη δοκιμασία που είχε περάσει, διάλεξε τον δρόμο της ερήμου — όχι κατά το θέλημά της, αλλά με τον ίσιο δρόμο της υπακοής.

Έκανε αυτό που είχε μάθει από παιδί: πήγε και συμβουλεύτηκε τους μεγάλους πνευματικούς, ζητώντας ευλογία. Ήδη από τα νιάτα της είχε για κάποιο διάστημα καθοδηγητή τον π. Παΐσιο Ολάρου της Σιχαστρίας. Τώρα ζήτησε ευλογία από τον π. Κλεόπα Ηλίε της Σιχαστρίας, από τον π. Αρσένιο Παπατσιόκ του Τεκιργκιόλ και από άλλους δοκιμασμένους πατέρες. Στον Κλεόπα και στον Αρσένιο διηγήθηκε την ίδια την εμπειρία του κλινικού θανάτου, κι εκείνοι της έδωσαν την ευλογία τους, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλα προέρχονται από τον Θεό. Ο τελευταίος λόγος του π. Αρσενίου έμεινε περίφημος: Πήγαινε, γενναία, στην έρημο!

Όχι τυχαία αναζήτησε τον Αρσένιο Παπατσιόκ. Εκείνος, όπως και άλλοι μεγάλοι μοναχοί, είχε ζήσει ο ίδιος τη «ζωή των βουνών» στα δύσκολα χρόνια του κομμουνιστικού διωγμού, όταν τα μοναστήρια ήταν κλειστά και οι ασκητές διώκονταν. Όποιος είχε γνωρίσει την τραχύτητα της κρυψώνας μπορούσε να ευλογήσει εν γνώσει του έναν τέτοιο δρόμο.

Έφερε από τα Ιεροσόλυμα και ένα πολύτιμο κειμήλιο: τη ζώνη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ του Χοζεβίτη, που έλαβε, κατά τη μαρτυρία της μαθήτριάς της, από τη μοναχή Μαγδαληνή, αδελφή του π. Ιωαννικίου, μαθητή του οσίου. Η Γερόντισσα κόλλησε τη ζώνη πάνω σε μια άλλη, για να μη φθαρεί, και τη φορούσε σε όλη της τη ζωή. Με αυτήν επρόκειτο κάποτε να αμυνθεί απέναντι σε μια αρκούδα· και μέσω αυτής έγιναν, κατά μαρτυρίες, θεραπείες, ιδίως για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά.

 

Η έρημος του Τζιουμαλάου

Διάλεξε τον ορεινό όγκο Ραράου-Τζιουμαλάου, που γνώριζε από την παιδική της ηλικία, με την ησυχία και την αγριότητά του. Στο όρος Τζιουμαλάου έσκαψε μια υπόγεια καλύβα στον βράχο, βοηθούμενη από έναν αδελφό, τον Ιωάννη, και από τον π. Βαρλαάμ της Μονής «Όσιος Ιωάννης Ιάκωβ ο Χοζεβίτης» στο Κορλάτσενι-Ποζορίτα — αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πνευματικός της στα χρόνια του βουνού. Σε αυτούς τους πρώτους καιρούς άσκησης, στις 6 Αυγούστου 1998, την εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, έλαβε το μικρό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Θεοδώρα — «δώρο του Θεού».

Σε λίγο κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη σε εκείνο το βουνό: υπήρχαν και μερικοί μοναχοί και μερικές μοναχές, που ασκούνταν κρυμμένοι. Σκέφτηκε τότε μια μικρή σκήτη σκαμμένη στον βράχο, όπου οι ερημίτες θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται στην ακολουθία. Με τη βοήθεια του π. Βαρλαάμ, μερικών αδελφών και ορισμένων καλόκαρδων χριστιανών, κουβάλησαν τα υλικά στο βουνό και έσκαψαν στην πέτρα ένα μικρό κατάλυμα — θαμμένο περισσότερο από το μισό μέσα στον βράχο — με ένα εκκλησάκι, έναν προθάλαμο και δύο κελιά. Η σκήτη ήταν έτοιμη το 2004· την πρώτη ακολουθία τέλεσε ο επίσκοπος Γεράσιμος, την εορτή του Αγίου Προφήτη Ηλία. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος Πίμεν Σουτσεάβας, ο οποίος είπε στην ερημίτισσα λόγια που εκείνη θα δέχθηκε με δέος: Μητέρα Θεοδώρα, προσευχήσου και για μένα τον αμαρτωλό!

Σε εκείνο το βουνό δεν έμεινε χωρίς καθοδήγηση. Για την πνευματική της φροντίδα φρόντισε πρώτα ο π. Βησσαρίων Μπρεαμπάν — ο ιερομόναχος Βαρσανούφιος — από την Ποζορίτα, ένας από τους πατέρες που γνώριζαν τα μυστικά του Τζιουμαλάου· και μετά την εκδημία του προς τον Κύριο, τη φροντίδα ανέλαβε ο π. Βαρλαάμ, ηγούμενος της Μονής του Κορλάτσενι-Ποζορίτα. Έτσι φαίνεται ότι η ζωή της, όσο κρυμμένη κι αν ήταν, βρισκόταν κάτω από την τάξη της υπακοής και μιας σαφούς πνευματικής γενεαλογίας, όχι κάτω από το θέλημα του εαυτού. Όταν ήρθε ο καιρός του μεγάλου σχήματος, ο π. Βαρλαάμ, γνωρίζοντας την επιθυμία της Γερόντισσας, ζήτησε από τη σταυροφόρο Μαρίνα Αντρεΐκα, ηγουμένη της Μονής Τεοντορένι, να κεντήσει τα δύο σχήματα· κι εκείνη, ως ευχαριστία, της έστειλε ένα εσώρασο και ένα γιλέκο που φορούσε, και όσοι τα παρέλαβαν τα θεώρησαν ευλογίες.

Στις 19 Απριλίου 2006 έλαβε το μεγάλο σχήμα, τον υψηλότερο βαθμό του μοναχισμού, ανακτώντας το όνομα της ρασοφορίας: Ελισάβετ. Η αλλαγή του ονόματος — από Θεοδώρα πάλι σε Ελισάβετ — ήταν και ένας τρόπος να χαθούν τα ίχνη της, διότι άρχισαν να την αναζητούν οι άνθρωποι, και η απόκρυψη είναι η ίδια η καρδιά αυτής της κλήσης. Το μεγάλο σχήμα απαιτεί ακόμη πιο αυστηρή άσκηση, στο κελί, με κύριο δώρο την σχεδόν αδιάλειπτη προσευχή και τη σιωπή. Κατά τον λόγο του επισκόπου που επρόκειτο να κάνει την ανακομιδή της, στην τάξη του μεγάλου σχήματος επιτρέπεται στους μεγαλόσχημους να λένε μόνο επτά λέξεις την ημέρα. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί δεν μας έμειναν πολλά λόγια γι’ αυτήν: τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε σιωπώντας.

Έζησε στο βουνό, στη σιωπή, την προσευχή και την πλήρη αφιέρωση, επί δεκαεπτά χρόνια. Κάποτε, εξαιτίας δασικών υλοτομιών που διατάραξαν την ησυχία του Τζιουμαλάου, αναγκάστηκε να μετακινηθεί στα βουνά του Νεάμτς, στον τόπο που ονομάζεται «Ράπα λουι Κορόι», επιστρέφοντας έπειτα στο κελί της στον βράχο. Με τι τράφηκε σε εκείνο το κρύο, πώς νίκησε τη χιονοθύελλα με τη θέρμη της προσευχής — ερωτήματα στα οποία μόνο εκείνη θα μπορούσε να απαντήσει, κι εκείνη σώπασε. Δέχτηκε επιθέσεις από θηρία και βασανίστηκε από τους αόρατους εχθρούς, αλλά φυλάχθηκε, έλεγε, από τη χάρη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ, που ξεχυνόταν πάνω στη ζώνη που φορούσε. Είχε και μαθήτριες· μία από αυτές, η μοναχή Πελαγία, έζησε δίπλα της στο Τζιουμαλάου τα τελευταία της χρόνια, μαρτυρώντας ότι η Γερόντισσα την ευλογούσε για κάθε πράγμα που έκανε.

Από τη μαρτυρία αυτής της μαθήτριας γνωρίζουμε και την τάξη των ημερών τους, που μας δίνει μια καθαρή εικόνα της αυστηρότητας και της ομορφιάς εκείνης της ζωής. Η ημέρα ξεκινούσε γύρω στις τρεις το απόγευμα, με τον Εσπερινό και το Απόδειπνο, η κάθε μοναχή στο κελί της· ακολουθούσε ο βραδινός κανόνας, μεταξύ οκτώ και δέκα, και έπειτα η νυχτερινή αγρυπνία, που με τον καιρό αυξήθηκε από δύο σε τέσσερις ώρες. Έτρωγαν μία φορά την ημέρα, και ο ύπνος, κατακερματισμένος ανάμεσα στις προσευχές, συμπληρωνόταν μόλις σε πέντε περίπου ώρες. Η Γερόντισσα την προέτρεπε να προσεύχεται ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στο κοινόβιο, «διότι εδώ, στην ησυχία, δεν έχουμε ούτε τις φροντίδες του κόσμου ούτε καν εκείνες του μοναστηριού».

Η ίδια μαθήτρια διηγείται πόσο ήπια ήταν με τα άγρια πλάσματα του βουνού. Η Οσία έλεγε ότι φοβάται περισσότερο τους ανθρώπους παρά τα θηρία. Ένα ελάφι ερχόταν να φάει από την παλάμη της· κι όταν ένα φίδι έμπαινε κάποτε στο κελί, εκείνη το έβγαζε έξω με πραότητα, χωρίς φόβο. Η αδελφή της προσθέτει ότι, όταν συναντούσε θηρία του βουνού — αρκούδα, λύκους ή τσοπανόσκυλα — τα απομάκρυνε με την προσευχή και με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Όποιος είχε συμφιλιωθεί με τον Θεό είχε συμφιλιωθεί, σαν να λέμε, και με ολόκληρη την κτίση — όπως διαβάζουμε για τους αρχαίους οσίους, μπροστά στους οποίους τα θηρία έχαναν την αγριότητά τους.

Είχε λάβει από τον Θεό και το χάρισμα να βλέπει τα κρυμμένα. Η αδελφή της μαρτυρεί, από περιστατικό που έζησε η ίδια, πώς η Οσία γνώρισε διά της χάριτος ότι η Νεκταρία δεν έπρεπε να δεχθεί τη βαριά χειρουργική επέμβαση που της είχε προταθεί — και ο λόγος της αποδείχθηκε σωτήριος. Τέτοια χαρίσματα ούτε τα αναζητούσε ούτε τα επιδείκνυε· φανερώνονταν από μόνα τους, στην υπηρεσία της αγάπης προς τους γύρω της.

 

Ήταν ταπεινή μέχρι του σημείου να αρνείται να καθοδηγεί. Όταν ο μοναχός που τη συνάντησε στη Σίχλα προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει για την προσευχή, εκείνη δεν βιάστηκε να δώσει συμβουλές, ούτε να καθίσει στη θέση του καθοδηγητή — σημάδι όσων έχουν πέσει σε οίηση — αλλά τον έστειλε να διαβάσει το Σμπόρνικ. Κι όταν εκείνος επέμεινε, ζητώντας τη γνώμη της πέρα από τον λόγο του ίδιου του πνευματικού του, του απάντησε: αν ο πνευματικός σε συμβούλεψε, ο ίδιος ο Θεός τον ενέπνευσε· ποια είμαι εγώ, η αμαρτωλή, για να βάλω τον λόγο μου πάνω από πνευματικό;

Η κάθοδος από τα βουνά και η εκδημία προς τον Κύριο

Το 2014, ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε της εξάντλησε τις δυνάμεις, και ο πνευματικός ευλόγησε τη Γερόντισσα και τις μαθήτριές της να κατέβουν από το βουνό και να πάνε σε μοναστήρι. Με την ψυχή καμένη από τον πόθο της ερήμου όπου πέρασε τόσα χρόνια, η Ελισάβετ δέχθηκε εντούτοις με ταπείνωση να επιστρέψει στη μονή της μετανοίας της, όπου συνέχισε την ίδια τάξη προσευχής και άσκησης που είχε αποκτήσει στην έρημο.

Εξεδήμησε προς τον Κύριο στις 5 Ιουνίου 2014, λίγο πριν συμπληρώσει σαράντα τέσσερα χρόνια — με το σώμα εξασθενημένο από την αρρώστια και τους κόπους της άσκησης, αλλά, όπως ειπώθηκε, με ψυχή νεανική και φωτισμένη από τον πόθο του Θεού. Ετάφη την επομένη στη Μονή Πασαρέα, τη μονή της μετανοίας της, όπου ασκείται και η αδελφή της κατά σάρκα, η μοναχή Νεκταρία.

 

Η ένταξη στη χορεία των αγίων

Στη συνεδρία εργασίας της 1ης Ιουλίου 2025, στη Μεγάλη Αίθουσα (Aula Magna) «Πατριάρχης Θεόκτιστος» του Πατριαρχικού Μεγάρου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Δανιήλ, η Αγία Σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενέκρινε την αγιοκατάταξη της μεγαλόσχημης μοναχής Ελισάβετ Λαζάρ, με τον τίτλο Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα και με ημέρα εορτασμού την 5η Ιουνίου. Η γενική ανακήρυξη της αγιοκατάταξης έγινε στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου στις 6 Φεβρουαρίου 2026, μαζί με τη χορεία των δεκαέξι Ρουμάνων γυναικών με αγία ζωή, ενώ η τοπική ανακήρυξη στη Μονή Πασαρέα ορίστηκε για την ημέρα της εορτής της, 5 Ιουνίου 2026, μαζί με την Οσία Φιλοθέη της Πασαρέα.

Πριν από αυτό, στις 16 Ιανουαρίου 2026, ο Θεοφιλέστατος Τιμόθεος Πραχοβεάνουλ, βοηθός επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Βουκουρεστίου, τέλεσε την ακολουθία της ανακομιδής των οστών της, ώστε να τοποθετηθούν προς προσκύνηση στον ναό της μονής. Ο ιεράρχης μαρτυρούσε ότι, αν δυσκολεύτηκε να σταθεί μία μόνο ώρα στο κρύο του νεκροταφείου της Πασαρέα μέσα σε μια χειμωνιάτικη μέρα, τόσο περισσότερο του αποκαλυπτόταν η αυστηρότητα της ζωής εκείνης που είχε ασκηθεί επί χρόνια μέσα στη χιονοθύελλα του βουνού. Στην ακολουθία εκείνη ευχαρίστησε την οικογένεια της Οσίας, επισημαίνοντας ότι ο πατέρας και τα αδέλφια της είναι ακόμη εν ζωή — σημάδι του πόσο κοντά μας έζησε αυτή η οσία.

Σήμερα, στο πρώην κελί της Οσίας Ελισάβετ της Πασαρέα ζει η αδελφή της, η μοναχή Νεκταρία, μαζί με μια ανιψιά που διάλεξε κι αυτή τον μοναχικό δρόμο. Η αδελφή θυμάται ότι η Οσία τη δίδασκε να μην μένει ποτέ χωρίς τη φροντίδα της προσευχής, λέγοντας ότι η μεγαλύτερη πλάνη των καιρών μας είναι η αναβολή της προσευχής. Τη δίδασκε ακόμη, για τους ταραγμένους καιρούς μας, να μην απαντούμε στις προκλήσεις της ημέρας με θόρυβο και αντίσταση, αλλά να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον και να αναζητούμε την ειρήνη πριν από τη δικαιοσύνη, διότι τότε είμαστε με τον Θεό και έχουμε χαρά και ειρήνη μέσα στην προσευχή και στην καρδιά. Και όταν μιλά γι’ αυτήν, το κάνει με τρόμο: σήμερα, που η Εκκλησία την ονομάζει Αγία, εγώ την αποκαλώ αγία αδελφούλα μου — αλλά το κάνω με δέος, γιατί καταλαβαίνω ότι ο Θεός ενήργησε μέσα της περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε εμείς να πούμε, να δούμε ή να καταλάβουμε.


Η Οσία Ελισάβετ δεν μας άφησε γραπτή διδασκαλία, ούτε πολλά λόγια. Μας άφησε μια ζωή. Σε έναν κόσμο της άνεσης, όπου ξεχνούμε συχνά τα πραγματικά αναγκαία, λάμπει σαν τους ερημίτες των παλιών καιρών και μας καλεί να εκτιμούμε τον χρόνο και να αφιερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από αυτόν στον Θεό. Μας δείχνει ότι η έρημος δεν έμεινε χωρίς ασκητές, ότι το νήμα της αδιάλειπτης προσευχής δεν έχει κοπεί, και ότι, όσο υπάρχουν ψυχές που «ουκ έκαμψαν γόνυ τη Βάαλ», ο κόσμος δεν είναι χαμένος.

Οσία Ελισάβετ, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών!

Αφιερωμένη η ανάρτηση στο αγαπημένο μας Μόρφου Νεόφυτο 


Σημείωση για τις πηγές

Ο παρών βίος συντάχθηκε από τις μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν άμεσα, με προσπάθεια να διακριθούν τα καλά θεμελιωμένα από τις αβέβαιες λεπτομέρειες.

Για τα χρονολογικά και κανονικά στοιχεία ακολουθήθηκε το συναξάρι που δημοσίευσε η Αρχιεπισκοπή Βουκουρεστίου με αφορμή την ανακομιδή της 16ης Ιανουαρίου 2026.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΤΑΙΣΙΑ

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Την Ταϊσία από δεκαεπτά χρονών η ίδια της η μητέρα την έβαλε να εργάζεται σ’ ένα οίκο ανοχής. Ήταν τόσο όμορφη ώστε διαδόθηκε παντού η ομορφιά της και πλήθος ανδρών έρχονταν για να την συναντήσουν.
΄Όταν διηγήθηκαν στον Αββά ( γέροντα ) Σεραπίωνα για την Ταϊσία, άρχισε να προσεύχεται για την σωτηρία της ψυχής της. Έβγαλε τα μοναχικά του ενδύματα, ντύθηκε σαν στρατιώτης, παίρνει ένα νόμισμα και ξεκίνησε να την συναντήσει. Όταν έφτασε στο τόπο όπου κατοικούσε η Ταϊσία, παρουσιάστηκε ως πελάτης και την πλήρωσε για να περάσουν μαζί την νύχτα. Στο δωμάτιο όπου μπήκαν ο γέροντας της έδειξε το μοναχικό σχήμα που φορούσε κάτω από τα ρούχα του, της αποκάλυψε τον λόγο που ήλθε σε αυτήν και άρχισε να συνομιλεί μαζί της για την αθανασία και την αξία της ψυχής και για την μέλλουσα ζωή. Η αγία ήρθε σε μετάνοια και πέφτει γονυπετής μπροστά στον αββά, και ρώτησε τον γέροντα ”Τίμιε πάτερ, υπάρχει μετάνοια για τους αμαρτωλούς; Εάν μετανοήσω με δέχεται και μένα ο Θεός ; ” . Ο γέροντας της μίλησε για την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού, αλλά και για την χαρά που γίνεται στον ουρανό για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί. Τότε η Ταϊσία ζήτησε από τον Αββά Σεραπίωνα τρεις ώρες διορία και κατόπιν θα τον ακολουθούσε. Μάζεψε όλη την περιουσία που είχε αποκτήσει από την πορνεία και την έκαψε στη μέση της πόλεως. Κατόπιν πήγε να συναντήσει τον γέροντα. Εκείνος την οδήγησε σε μοναστήρι όπου κλείστηκε μέσα σε ένα κελί, έτρωγε λίγο ψωμί και έπινε λίγο νερό κάθε δύο ημέρες και προσευχόταν λέγοντας συνέχεια την φράση: « Κύριε ο Θεός μου, ο πλάσας με, ελέησον με κατά το μέγα σου έλεος ».
Μετά από τρία χρόνια ο αββάς Σεραπίωνας πήγε στον Μέγα Αντώνιο για να τον ρωτήσει εάν ο Θεός έκανε δεκτή την μετάνοια της Ταϊσίας. Διηγήθηκε στον Άγιο Αντώνιο όλο τον βίο της και ο Αντώνιος κάλεσε τους μοναχούς που είχε κοντά του να κλειστούν στα κελιά τους και να κάνουν προσευχή για να τους πληροφορήσει ο Κύριος σχετικά με την Ταϊσία.
Τότε στον Παύλο, το μεγαλύτερο των μαθητών του αγίου Αντωνίου, φανερώθηκε οπτασία στην οποία είδε στον ουρανό ένα στρωμένο κρεβάτι λαμπρό, επάνω ένα αμάραντο στέφανο και τρεις παρθένους με λαμπάδες γύρω από το κρεβάτι και συλλογίστηκε ότι για τον άγιο Αντώνιο ετοιμάζεται αυτή η δόξα. Τότε άκουσε φωνή η οποία του έλεγε ”Δεν είναι, Παύλε, του πατέρα σου Αντωνίου ο στέφανος, αλλά της Ταϊσίας, της πρώην πόρνης”. Με αυτό τον τρόπο πληροφορήθηκαν ότι έγινε δεκτή η μετάνοια της πρώην πόρνης από τον Θεό. Ο Σεραπίων επέστρεψε στο μοναστήρι όπου βρίσκονταν η αγία και την κάλεσε να βγει από το κελί όπου ήταν κλεισμένη γιατί ο Θεός έκανε δεκτή την μετάνοιά της. Η δε μακαρία του λέγει: ”Τίμιε πάτερ, σ’ ολόκληρη τη διαμονή μου στο κελλί είχα συνεχώς το φορτίο των αμαρτιών στη σκέψη μου”. Κι ο αββάς της αποκρίνεται: ‘‘Ο ταπεινός λογισμός σου ευαρέστησε τον Θεό”. Δεκαπέντε ημέρες έζησε η αγία Ταϊσία μετά την έξοδο από το κελί της και η ψυχή της πέταξε προς τον Κύριο.
Λιγότερα

Στις οκτώ του ίδιου μήνα, εορτάζεται η μνήμη της Οσίας μητέρας μας Πελαγίας, εκείνης που ήταν κάποτε εταίρα.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Αυτή καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και ασχολούνταν με τους χορούς και τα θέατρα, ενώ ήταν δημόσια πόρνη στην ίδια πόλη. Έτσι, από αυτή τη διαβολική και αισχρή εργασία συγκέντρωνε αμέτρητο πλούτο.
Αυτή λοιπόν, αφού κάποτε κατηχήθηκε από τον Επίσκοπο Νόννο, έναν άγιο άνδρα, και αφού μετανόησε θερμά για τα προηγούμενα πονηρά έργα της, βαπτίστηκε. Αμέσως αποστρέφεται όλα τα καλά και ευχάριστα πράγματα του κόσμου, σαν σκουπίδια.
Και αφού φόρεσε τρίχινα ενδύματα, δηλαδή υφασμένα από τρίχες γιδιών, και μεταμφιέστηκε σε άνδρα, πήγε στο Όρος των Ελαιών, χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Εκεί, η αοίδιμη, αφού κλείστηκε μέσα σε ένα μικρό κελί, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της ασκητικά και με τρόπο ευάρεστο στον Θεό. Και έτσι η μακαρία αναπαύθηκε ειρηνικά.
Τον εκτενή βίο της δες στον Παράδεισο.
Η μνήμη αυτού του Νόννου εορτάζεται στις 10 Νοεμβρίου.
Τον βίο της συνέγραψε ο Μεταφραστής, που αρχίζει ως εξής: «Γυναικείαν αρετήν». Σώζεται στη Μεγίστη Λαύρα, στη Μονή Ιβήρων και σε άλλες.
Σημείωσε ότι ο θείος Χρυσόστομος, παίρνοντας ως παράδειγμα την πόρνη αυτή, την Πελαγία, παρακινεί τους αμαρτωλούς να μην απελπίζονται. Έτσι λέγει:
«Κανείς λοιπόν, ακόμη κι αν έχει πέσει στο έσχατο σημείο της κακίας, ας μην απελπίζεται για την αλλαγή προς το καλύτερο. Γιατί είναι εύκολο ακόμη και από τα ίδια τα βάραθρα της πονηρίας να σηκωθεί κάποιος και να δείξει αγγελικό βίο. Δεν ακούσατε πώς εκείνη η πόρνη, στην πόλη μας λέω (δηλαδή αυτή η Πελαγία), ξεπέρασε όλους στην ευλάβεια; Γιατί, αφού το θέλησε, άλλαξε και δέχθηκε τη χάρη του Θεού, περιφρόνησε όλα τα παρόντα. Και αφού πέταξε μακριά τα τεχνάσματα του Διαβόλου, ανέβηκε στον Ουρανό».
Από τον λόγο «Εις το μη προσηλώσθαι», που αρχίζει: «Φέρε δη και σήμερον του περί».
*
Την ίδια ημέρα εορτάζεται η μνήμη της Αγίας Πελαγίας της Παρθένου.
Αυτή έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Νουμεριανού, το έτος 284, είχε πατρίδα την Αντιόχεια της Συρίας και καταγόταν από ένδοξη οικογένεια.
Όταν ο άρχοντας της Αντιόχειας έμαθε ότι ήταν Χριστιανή, έστειλε στρατιώτες για να τη συλλάβουν. Οι στρατιώτες, αφού πήγαν, περικύκλωσαν το σπίτι της, για να την αρπάξουν.
Όταν το έμαθε η Αγία, τους ζήτησε να την περιμένουν λίγο. Οι στρατιώτες πείστηκαν. Τότε η μακαρία, αφού στάθηκε προς την ανατολή, στον τόπο όπου προσευχόταν, σήκωσε μαζί τα χέρια και τα μάτια της προς τον ουρανό και προσευχήθηκε για πολλή ώρα στον Θεό, παρακαλώντας να μην παραδοθεί στους στρατιώτες, αλλά να φύγει από αυτή τη ζωή αγνή και παρθένος προς Εκείνον.
Έπειτα, αφού μόνη της έριξε τον εαυτό της από ύψος, παρέδωσε την αγία ψυχή της στα χέρια του Θεού.
Στην Αγία αυτή Πελαγία ο πολύ ρητορικός λόγος του Χρυσοστόμου έπλεξε θαυμαστό εγκώμιο, το οποίο βρίσκεται στον πέμπτο τόμο της έκδοσης της Ετόνης. Εκεί την εγκωμιάζει για τη μεγάλη ανδρεία που έδειξε, ώστε μόνη της να ριχτεί από ύψος και να θανατώσει τον εαυτό της.
Λέγει εκεί ο χρυσός Άγιος ότι η Αγία εξαπάτησε τους στρατιώτες και ζήτησε άδεια δήθεν για να αλλάξει τα ενδύματά της. Και ότι:
«Ο θάνατος των Μαρτύρων είναι νίκη των Μαρτύρων».
Και ότι:
«Γι’ αυτό λοιπόν, ακριβώς επειδή αυτό έγινε με αυτόν τον τρόπο, το να βρίσκεται το αίμα της παρθένου χυμένο στο έδαφος ήταν πιο τιμητικό. Γιατί οι ύβρεις που υφιστάμεθα για τον Χριστό μας προσφέρουν μεγαλύτερη τιμή».
Και ότι:
«Ο Χριστός ήταν παρών στο σώμα της παρθένου. Γιατί, αν οι κύριοι, όταν πεθαίνουν οι πιο συνετοί από τους υπηρέτες τους, τους προπέμπουν και δεν ντρέπονται γι’ αυτό, πολύ περισσότερο ο Χριστός δεν θα ντρεπόταν να τιμήσει με την παρουσία Του εκείνη που για χάρη Του παρέδωσε την ψυχή της και ανέλαβε τόσο μεγάλο κίνδυνο».
Και πολλά άλλα λέγει εκεί ο θείος Πατέρας, πιο πολύτιμα από κάθε χρυσάφι.
*
Η Αγία Ταϊσία, η οποία προηγουμένως ήταν πόρνη, τελειώνεται ειρηνικά.
Αυτή, αφού από παιδί παρακινήθηκε από τη μητέρα της, έγινε εργαστήριο του Διαβόλου.
Αργότερα, αφού διδάχθηκε από τον Όσιο Παφνούτιο τον Σιδώνιο και πληροφορήθηκε με βεβαιότητα ότι υπάρχει μετάνοια και ότι από τον Κύριο δίδεται συγχώρεση αμαρτιών, γι’ αυτό μοίρασε όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς. Η αξία αυτών ήταν τετρακόσιες λίτρες χρυσού.
Έπειτα, αφού έκλεισε τον εαυτό της μέσα σε ένα κελί, αναστέναζε από τα βάθη της καρδιάς της και έλεγε:
«Εσύ που με έπλασες, ελέησέ με».
Και έτσι, με αυτά τα λόγια, πέρασε τρία χρόνια.
Ύστερα βγήκε από το κελί της, με εντολή του εκεί αββά και ηγουμένου, και μετά από δεκαπέντε ημέρες τελειώθηκε εν Κυρίω.
(Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, Τόμος Α΄, Εκδόσεις Δόμος, 2005.)

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Οπτασία Κοσμά Μοναχού από το Συναξάρι της ημέρας.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Κατά τον δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού του Λεκαπηνού, δηλαδή το έτος 932, βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ένας άνθρωπος, ο πιο οικείος από τους υπηρέτες που παραστέκονταν στον βασιλικό κοιτώνα του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε βασιλεύσει λίγο πριν από τον Ρωμανό. Ο Αλέξανδρος ήταν γιος του Βασιλείου του Μακεδόνα και αδελφός του Λέοντα του Σοφού.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, του Θεού άνθρωπος, αφού άφησε τον κόσμο και τα του κόσμου, αγάπησε τον μοναχικό βίο. Και αφού έλαβε το αγγελικό σχήμα μετονομάστηκε σε Κοσμάς. Ύστερα έγινε και ηγούμενος του σεβασμίου μοναστηριού που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Σαγγάριο.
Αφού πέρασαν μερικά χρόνια, ο όσιος Κοσμάς έπεσε σε βαριά και μακρόχρονη αρρώστια, που κράτησε πολύ. Όταν πέρασαν πέντε μήνες, συνήλθε κάπως από την ασθένεια, και σηκώθηκε λίγο από το κρεβάτι του, καθισμένος με τη βοήθεια των αδελφών που τον υπηρετούσαν. Τότε βγήκε έξω από τον εαυτό του και έμεινε σε έκσταση από την τρίτη ώρα της ημέρας (9 το πρωί) έως την ενάτη (3 το απόγευμα). Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και στραμμένα στη στέγη του κελιού του, ενώ τα χείλη του κινούνταν, ψελλίζοντας άναρθρους και ακατανόητους λόγους.
Όταν ήρθε λίγο στον εαυτό του, είπε στους παρευρισκόμενους: «Δώστε μου τις δύο μερίδες του άρτου που μόλις πήρα από τον τίμιο Γέροντα». Και βάζοντας τα χέρια στον κόρφο του, έψαχνε να τα βρει. Μερικοί τότε από τους παρόντες, θεωρώντας ότι πρόκειται για θεία έκσταση, τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει το μεγάλο μυστήριο: «Πες μας, Πάτερ· πες χωρίς να μας το κρύψεις, για τη μεγάλη ωφέλεια που θα λάβουμε. Πού ήσουν τόσες ώρες; Σε ποια θεωρία ανυψώθη ο νους σου; Με ποιον συνομιλούσες κινούμενος τα χείλη;».
Ο όσιος, βλέποντάς τους να τον παρακαλούν με θρήνους, είπε: «Σταματήστε, τέκνα μου, σταματήστε. Όταν ο Κύριος θελήσει και έρθω τελείως στον εαυτό μου, τότε βέβαια θα σας αποκαλύψω την παράκλησή σας».
Το επόμενο πρωί, όταν συγκεντρώθηκε όλη η αδελφότητα στο κελί του, άρχισε ο τίμιος Γέροντας να διηγείται την οπτασία:
«Πατέρες και αδελφοί, να κατανοήσω όλα όσα είδα λεπτομερώς και να τα διηγηθώ, είναι πέρα από κάθε νου και ανθρώπινη γλώσσα. Θα σας πω μόνο όσα θυμάμαι.
Ενώ καθόμουν στο κρεβάτι, στηριζόμενος από δύο αδελφούς, φάνηκε να βλέπω από τα αριστερά μου ένα πλήθος ανθρωπάκια με μελανιασμένα πρόσωπα. Δεν είχαν όλοι το ίδιο μαύρισμα· σε άλλους ήταν περισσότερο, σε άλλους λιγότερο. Άλλοι είχαν τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, άλλοι μαύρα σαν το μολύβι, άλλοι αιματωμένα και αγριεμένα σαν φονιάδες. Άλλος είχε τα χείλη μαύρα και πρησμένα, άλλος μόνο το ένα, άλλος το πάνω, άλλος το κάτω.
Αυτά τα ανθρωπάρια πλησίασαν στο κρεβάτι μου και προσπαθούσαν να με πάρουν από εσάς. Στην αρχή σας έβλεπα όλους γύρω μου, και μου φαινόταν ότι δεν τα φοβόμουν. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πώς, έμεινα μόνος, και τότε με κυρίεψαν. Άλλοι με τραβούσαν δεμένο μπροστά, άλλοι με έσπρωχναν πίσω, άλλοι με εμπόδιζαν, άλλοι με βασάνιζαν. Τελικά με έφεραν σε έναν βαθύτατο γκρεμό, πλάτος περίπου όσο η ρίψη μιας πέτρας, και βάθος που έφτανε ως τον τάραχο του Άδη. Με βία με κατέβασαν εκεί. Στη μία πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις χωρούσε το ίχνος ενός ποδιού. Με τραβούσαν με βία, ενώ εγώ προσπαθούσα να γέρνω δεξιά, φοβούμενος μην πέσω στο αχανές βάθος, όπου ακουγόταν ποταμός που έτρεχε με θόρυβο.
Περνώντας με τρόμο αυτό το στενό πέρασμα, βρήκαμε μια μεγάλη πόρτα μισάνοιχτη. Εκεί καθόταν ένας γιγαντιαίος άνδρας, μαύρος και φοβερός. Τα μάτια του γυρισμένα ανάποδα, μεγάλα και αιματώδη, έβγαζαν φλόγα· η μύτη του καπνό· η γλώσσα του κρεμόταν έξω μια πήχη· το δεξί του χέρι παγωμένο, το αριστερό παχύ σαν κολόνα και πολύ μακρύ. Με αυτό το χέρι έπιανε τους αμαρτωλούς και τους έριχνε στο άπειρο χάος, ενώ αυτοί φώναζαν «ουαί» και «οίμοι».
Όταν πλησιάσαμε, φώναξε με δυνατή φωνή: «Αυτός είναι φίλος μου!», και άπλωσε να με πιάσει. Τρόμαξα. Τότε φάνηκαν δύο άνδρες σεβάσμιοι, με άσπρα μαλλιά· μου φάνηκαν σαν ο Απόστολος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Μόλις τους είδε ο γίγαντας, φοβήθηκε και κρύφτηκε. Οι δύο αυτοί με πήραν με καλοσύνη και με πέρασαν σε άλλη πόρτα.
Βγήκαμε σε μια πεδιάδα με πανέμορφα χωράφια, κι έπειτα σε μια χλοερή κοιλάδα απερίγραπτης ωραιότητας, όπου καθόταν ένας τίμιος γέροντας περιτριγυρισμένος από πλήθος παιδιών σαν την άμμο της θάλασσας. Ρώτησα ποιος είναι· μου είπαν: «Ο Αβραάμ και αυτός είναι ο κόλπος του Αβραάμ». Τον προσκύνησα και τον ασπάστηκα.
Ύστερα φτάσαμε σε έναν τεράστιο ελαιώνα, με άπειρα δέντρα, και σε κάθε δέντρο μια σκηνή με κρεβάτι και άνθρωπο. Εκεί γνώρισα πολλούς που είχα γνωρίσει εν ζωή, λαϊκούς και μοναχούς. Όλοι είχαν πεθάνει. Οι συνοδοί μου είπαν: «Αυτός είναι ο τόπος με τις πολλές μονές, που δίνονται κατά την αξία και την αρετή».
Πέρα από τον ελαιώνα υπήρχε πόλη ανείπωτης ωραιότητας, με τείχη από δώδεκα σειρές πολύτιμων λίθων. Οι πύλες της ήταν στολισμένες με χρυσάφι και ασήμι· τα σπίτια, οι καθέδρες, οι τράπεζες, όλα λαμπρά· η πόλη γεμάτη φως και ευωδία. Στο άκρο της υπήρχαν θαυμαστά παλάτια με νυμφικό θάλαμο, όπου βρισκόταν μια μεγάλη μαρμάρινη τράπεζα γεμάτη συνδαιτημόνες. Δύο νέοι λαμπροί σαν αστραπή, που έμοιαζαν με αγγέλους, είπαν: «Ας καθίσει κι αυτός στην τράπεζα». Και με έβαλαν να καθίσω. Εκεί γνώρισα πολλούς φίλους μου από τη ζωή, λαϊκούς και μοναχούς.
Ύστερα από πολλές ώρες, οι δύο νέοι φάνηκαν ξανά και είπαν: «Επιστρέψτε τον πίσω, γιατί τα πνευματικά του τέκνα θρηνούν και ο βασιλεύς (ο Θεός) παρακινήθηκε από τους στεναγμούς τους. Ας μείνει ακόμα στη μοναχική ζωή. Αντί γι’ αυτόν, πάρτε τον μοναχό Αθανάσιο από το μοναστήρι του Τραϊανού».
Με πήραν λοιπόν από άλλο, συντομότερο δρόμο. Στη διαδρομή περάσαμε επτά λίμνες γεμάτες κολάσεις: άλλες με σκοτάδι, άλλες με φωτιά, άλλες με βρωμερή ομίχλη, άλλες με σκουλήκια, άλλες με διάφορα βάσανα. Όλες γεμάτες ανθρώπους που έκλαιγαν οικτρά.
Ύστερα συναντήσαμε ξανά τον Αβραάμ, τον προσκύνησα και μου έδωσε χρυσό ποτήρι με γλυκό κρασί και τρία κομμάτια ψωμί. Έφαγα το ένα βουτηγμένο στο κρασί, και τα άλλα δύο τα έβαλα στον κόρφο μου – αυτά που ζητούσα χθες από εσάς.
Καθώς επιστρέφαμε, περάσαμε ξανά μπροστά από τον φοβερό γίγαντα, που βρυχήθηκε: «Τώρα γλίτωσες από μένα· στο εξής όμως δεν θα πάψω να σου στήνω σκάνδαλα και κακά, σε σένα και στο μοναστήρι σου».
Αυτά θυμάμαι, πατέρες και αδελφοί, και σας τα αποκάλυψα. Πώς ξαναγύρισα στον εαυτό μου, δεν ξέρω».
Μετά από αυτά, στάλθηκε ένας αδελφός στο μοναστήρι του Τραϊανού, όπου βρήκε τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, όπως είχε αποκαλυφθεί στην οπτασία. Έμαθε ότι πέθανε χθες την ενάτη ώρα, την ίδια ώρα που ο όσιος Κοσμάς είδε την οπτασία και συνήλθε.
Ύστερα από λίγο καιρό, τα δύο μοναστήρια, του Κοσμά και του Τραϊανού, ενώθηκαν σε ένα, γιατί ήταν κοντά. Και έως σήμερα διοικούνται από έναν ηγούμενο. Ο όσιος Κοσμάς, ζώντας άλλα τριάντα χρόνια μετά την οπτασία, ηγούμενος και στα δύο μοναστήρια, τα προόδευσε πολύ, τόσο στην αρετή των μοναχών όσο και στα αναγκαία εισοδήματα, προς δόξαν του φιλανθρώπου Θεού. Αμήν.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης – Ζούσε ως Χριστιανός πριν γνωρίσει τον Χριστό

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Γράφει ο  Μυργιώτης Παναγιώτης

 Σε κύκλους προοδευτικών, δήθεν, ανθρώπων και εγγραμμάτων λέγεται ότι η γνώση διώχνει την χριστιανική πίστη. Ο εγγράμματος αντιλαμβάνεται το λάθος της Ορθοδοξίας. Σφάλμα τεράστιο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο  σφάλμα από αυτό. Οι μεγάλοι επιστήμονες με καθαρή καρδιά και προαίρεση ασπάζονται την Αλήθεια της Ορθόδοξης Διδασκαλίας. Εν τάχει αναφέρομε τον Ιερό Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.

Στο παρόν κείμενο με τις μικρές μου δυνάμεις θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο Διονύσιος γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 10 μ. Χ. από οικογένεια επιφανή και έλαβε μεγάλη μόρφωση. Η Αθήνα ήταν ξακουστή για την σοφία των κατοίκων της. Ο Διονύσιος ήταν ειδωλολάτρης, με καλή καρδιά  και αγαθή διάθεση. Ζούσε ως Χριστιανός πριν γνωρίσει τον Χριστό. Για την μεγάλη μόρφωση που είχε και τη δικαιοσύνη που τον διέκρινε ορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου. Ήταν ένας από τους εννέα βουλευτές. Ζούσε ως Χριστιανός πριν γνωρίσει τον Χριστό.

Το 33 μ. Χ. βρίσκεται στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου για ανώτερες σπουδές. Μια μέρα, ενώ ήταν μεσημέρι, βλέπει τον ήλιο να χάνει το φως του και η γη να σείεται από ισχυρό σεισμό. Εκείνη την στιγμή ο Σωτήρας μας Χριστός σταυρωνότανε από τους άνομους Ιουδαίους και η φύση δεν μπορούσε να βλέπει τον δημιουργό της πάνω στον Σταυρό απαθής. Ο ευσεβής Διονύσιος αναφώνησε: «Ή θεός τις πάσχει, ή το παν απόλλυται»! Σημείωσε στο ημερολόγιό του την ημερομηνία, ημέρα και ώρα που έγιναν τα συμβάντα. Χαράχτηκαν στην μνήμη του και τον απασχολούσαν.

Αφού τελείωσε τις σπουδές του γύρισε στην Αθήνα και ανέλαβε τη θέση του Αρεοπαγίτη απονέμοντας δικαιοσύνη.

Το 49 μ.Χ. ήλθε στην Αθήνα ο φλογερός Απόστολος Παύλος για να κηρύξει την νέα θρησκεία, την Αλήθεια του Χριστού. Έτρεξαν να τον ακούσουν πολλοί άνθρωποι και φιλόσοφοι της εποχής και ο Διονύσιος. Σε ομιλία του ο Παύλος ανέπτυξε για τον «Άγνωστο Θεό» τον οποίο πιστεύουν χωρίς να τον γνωρίζουν.  Είπε, λοιπόν, ο απόστολος: «Ω, άνδρες Αθηναίοι, εγνώρισα ότι είσθε θεοσεβέστεροι και ευλαβέστεροι από τους άλλους ανθρώπους, διότι διερχόμενος από ταύτην την πόλιν σας, και βλέπων τα σεβάσματά σας, εύρον βωμόν, εις τον οποίον δεν έχετε κανένα είδωλον, αλλ’ έχετε αναγράψει επ’ αυτού ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ. Αυτόν λοιπόν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αγνοούντες ευσεβείσθε, εκείνον κηρύττω και αυτόν σας αναγγέλλω, ότι αυτός όλον τον κόσμον εποίησεν, ορατόν  τε και αόρατον. Ο αληθής ούτος Θεός είναι ανενδεής και δεν χρειάζεται τίποτε από ημάς, αλλ αυτός μας δίδει την πνοήν και την ζωήν και όλα όσα χρειαζόμεθα, ως ελεήμων και εύσπλαγχνος , αυτόν όθεν τον όντως αληθή Θεόν έχω πόθον να σας καταστήσω γνωστόν, να τον εννοήσετε και να τον εύρητε ψηλαφώντες, αν και δεν είναι μακράν από ημάς, αλλά, καθώς είπεν και κάποιος εκ των ημετέρων φιλοσόφων «εν αυτώ ζώμεν» ( Πράξ. Ιζ΄,28) και δι αυτού κινούμεθα και εις αυτόν ευρισκόμεθα. Λοιπόν επειδή είμεθα γένους του Θεού, δεν είναι πρέπον να νομίζωμεν τον χρυσόν και τον άργυρον και πάσαν άλλην ύλην, ότι είναι όμοια του Θεού, αλλά, ας μετανοήσωμεν δια τα εξ αγνοίας ημών ανομήματα, ίνα και ο Θεός συγχωρήσει ημάς ως συμπαθέστατος».

Ο λόγος του Παύλου άφησε άφωνους τους φιλοσόφους. Μόνο ο Διονύσιος εκάλεσε τον Παύλο στο σπίτι του, όπου ο απόστολος του μίλησε για την Θεία οικονομία, την γέννηση, την διδασκαλία, την Σταύρωση, την Ανάστασή Του και την Ανάληψή Του στους ουρανούς. Διαπίστωσε ο Διονύσιος από το ημερολόγιό του ότι τα θαυμαστά γεγονότα έγιναν την ώρα της Σταυρώσεως του Κυρίου. Αμέσως ζήτησε να βαπτιστεί αυτός και η οικογένειά του. Από τον λόγο του Παύλου αρνήθηκε τα είδωλα η Δάμαρις. Μετά την βάπτιση του Διονυσίου αρκετοί πίστευσαν στον Χριστό.

Ο Απόστολος Παύλος χειροτόνησε τότε επίσκοπο των Αθηνών τον θείον και θαυμαστόν Ιερόθεον , ο οποίος δίδαξε τον Διονύσιον και άλλα απόκρυφα και θεία Μυστήρια, τα οποία είχε διδαχθεί από τον Παύλο. Διάδοχος του Ιεροθέου χειροτονήθηκε ο Άγιος Διονύσιος και αξιώθηκε της Θείας Χάριτος και δια τούτο φιλοσοφεί και λογογραφεί «Περί Ουρανίου Ιεραρχίας των Υπερκοσμίων Αγγέλλων», «Περί Καταφατικής και Αποφατικής Θεολογίας», « Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας», « Περί Θείων Ονομάτων» και έτσι άφησε πλούσια ιερή γραπτή παρακαταθήκη.

«Εξ αιτίας της μεγάλης αγάπης που είχε προς τον Σωτήρα ημών Χριστό, όταν πληροφορήθηκε ότι η Παναγία ήταν ζωντανή πήγε να επισκεφθεί την αειπάρθενο Δέσποινα. Βλέποντας την θεία μορφή Αυτής και θαυμάσιον ωραιότητα και τους Αγγέλλους να την φυλάττουν και ακούσας εκείνα τα ουράνια λόγια  ομολόγησε ότι και το είδος και οι χαρακτήρες της εμαρτύρουν Θεού Μητέραν κατά αλήθειαν», γράφει ο συναξαριστής. Αφού παρέμεινε αρκετές ημέρες, χάρηκε την παρουσία Της και ωφεληθείς τα μέγιστα αναχώρησε για κήρυγμα αποστολικό σε διάφορες πόλεις και χώρες. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει την διαποίμανση του ποιμνίου του. Όταν η Κυρία Θεοτόκος εκοιμήθη παρέστη στην κηδεία Της και ο Άγιος Διονύσιος, αρπαγείς υπό νεφέλης όπως οι Απόστολοι και άλλοι Ιεράρχες.

Κατά τους τελευταίους χρόνους του αυτοκράτορα Νέρωνα πήγε στη Ρώμη να αποχαιρετήσει τον διδάσκαλόν του Παύλο και ήταν παρών στην αποκεφάλιση του Παύλου. Επιστρέφει στην Αθήνα. Ξαναπηγαίνει στη Ρώμη εξαπλώνοντας το κήρυγμα της ευσεβείας. Εκεί συναντήθηκε με τον Άγιο Κλήμεντα , τον επίσκοπο της Ρώμης, και κατά παρακίνηση εκείνου μεταβαίνει στην Γαλλία. Στο Παρίσι έκτισε εκκλησία μικρά και ευκτήριο οίκο. Εκεί δίδασκε και επιτελούσε πολλά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι ασπάζονται τον Χριστιανισμό.

Ο αποστάτης δαίμονας βλέποντας να μειώνεται ο αριθμός των ειδωλολατρών παρακίνησε κάποιους να κατηγορήσουν τον Διονύσιο στον βασιλέα Δομετιανό. Ο βασιλέας θύμωσε και διέταξε να προσαγάγουν τον Άγιο ενώπιόν του. Με λόγια προσπαθεί να πείσει τον Άγιο να απαρνηθεί τον Χριστό και να λατρεύσει τα είδωλα, άκουσε από το στόμα του γενναίου Διονυσίου: «Μεγάλην σας αγνωσία είναι, κατά αλήθειαν, να προσκυνείτε λίθους και ξύλα και άλλας ύλας αναισθήτους, και να λέγετε ότι ήσαν θεοί οι πόρνοι και φονείς και φιλήδονοι, οίτινες έκαναν τόσας αισχρουργίας, ώστε αισχύνομαι να τας αναφέρω, δια να μη μολύνω τα χείλη μου». Μετά από αυτήν την απάντηση ο βασιλιάς διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών Αγίων‧ του Διονυσίου και των μαθητών του Ρουστικού και Ελευθερίου. Τιμάται η μνήμη των την 3η Οκτωβρίου κάθε έτους.