Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Ζωντανεύει το χωριό 9 κατοίκων στη Λακωνία

Μετακόμισε κόσμος και έπιασε δουλειά


Βαμβακού στη Λακωνία, φωτογραφίες: vamvakou.gr
Βαμβακού στη Λακωνία, φωτογραφίες: vamvakou.gr

Μπορεί ένα ορεινό χωριό μόλις εννέα κατοίκων να ξαναζωντανέψει; Να γεμίσει με επισκέπτες, μόνιμους κατοίκους και πρότυπες επιχειρήσεις, χωρίς να αλλοιωθεί ο παραδοσιακός χαρακτήρας του; Το στοίχημα αυτό προσπαθεί να κερδίσει μία ομάδα πέντε νέων ανθρώπων.
Στόχος τους, η αναγέννηση του χωριού της Βαμβακούς, που βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων, στις πλαγιές του Πάρνωνα, στη Λακωνία.
Στο πλαίσιο της υλοποίησης αυτού του φιλόδοξου εγχειρήματος, οι πέντε φίλοι, Χάρης Βασιλάκος, Ανάργυρος Βερδήλος, Ελένη Μάμη, Τάσος Μάρκος και Παναγιώτης Σουλιμιώτης, σύστησαν την Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση «Vamvakou Revival» (Η Αναβίωση της Βαμβακούς), και αποφάσισαν να κάνουν το πρώτο βήμα, και να μετακομίσουν μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους. Η ομάδα έχει στο πλευρό της το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), που στηρίζει ηθικά και οικονομικά την προσπάθεια, καθώς το χωριό, ως τόπος καταγωγής του Ιδρυτή του ΙΣΝ, Σταύρου Νιάρχου, έχει και ιδιαίτερη συμβολική και συναισθηματική αξία για τον οργανισμό.
Η Βαμβακού Λακωνίας ...χτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα.  Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 903 μέτρων, στις πλαγιές του Πάρνωνα. Απέχει 36 χλμ από την Σπάρτη και 210 χλμ από την Αθήνα.Η Βαμβακού Λακωνίας ...χτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα. Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 903 μέτρων, στις πλαγιές του Πάρνωνα. Απέχει 36 χλμ από την Σπάρτη και 210 χλμ από την Αθήνα.
Η ομάδα της Αναβίωσης της Βαμβακούς εργάζεται συστηματικά για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση πενταετούς πλάνου, με σκοπό τη βιώσιμη ανάπτυξη του χωριού και την επιστροφή μόνιμων κατοίκων.
Βασικό όχημα θα αποτελέσει η δημιουργία θέσεων εργασίας και η εξασφάλιση σύγχρονων συνθηκών διαβίωσης, ενώ ο απώτερος στόχος είναι, σε μερικά χρόνια στην Βαμβακού να ζουν νέοι, οικογένειες και παιδιά, ώστε να ανοίξει και πάλι το σχολείο του χωριού, το οποίο σταμάτησε τη λειτουργία του το 2008.
Ήδη, τα πρώτα βήματα για την Αναβίωση της Βαμβακούς βρίσκονται σε στάδιο υλοποίησης, αξιοποιώντας τον φυσικό πλούτο του βουνού του Πάρνωνα. Το καλοκαίρι που μας έρχεται, η ομάδα ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους πρώτους επισκέπτες στο χωριό, οργανώνοντας υπαίθριες δραστηριότητες, όπως πεζοπορία σε μονοπάτια, ποδηλασία, ξεναγήσεις, και δωρεάν δράσεις δημιουργικής απασχόλησης για παιδιά, προσφέροντας στους επισκέπτες, νέους ή μυημένους, μια ολοκληρωμένη εμπειρία άθλησης και αναψυχής. Παράλληλα, πραγματοποιούνται ήδη οι απαραίτητες μελέτες για τη λειτουργία εστιατορίου–καφέ και παραδοσιακού ξενώνα, που θα πλαισιώσουν την ανάδειξη του χωριού ως ενός νέου προορισμού.
Πέντε φίλοι αποφάσισαν να κάνουν το πρώτο βήμα, και να μετακομίσουν μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους. Η ομάδα έχει στο πλευρό της το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), που στηρίζει ηθικά και οικονομικά την προσπάθειαΠέντε φίλοι αποφάσισαν να κάνουν το πρώτο βήμα, και να μετακομίσουν μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους. Η ομάδα έχει στο πλευρό της το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), που στηρίζει ηθικά και οικονομικά την προσπάθεια
Η ομάδα της Αναβίωσης της Βαμβακούς είναι αποφασισμένη να κάνει το νέο ξεκίνημα, για τους ίδιους αλλά και για την επόμενη γενιά : «Η ζωή στο χωριό είναι από μόνη της μία πρόκληση. Κοινωνικό πείραμα, θα το χαρακτηρίζαμε. Σίγουρα θέλει δύναμη για να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες, αλλά έχουμε το όραμά μας, για να προχωράμε και να πιστεύουμε σε μία νέα Ελλάδα με αναβαθμισμένη ύπαιθρο. Όταν ακουστούν παιδικές φωνές... όταν ακουστεί το πρώτο κουδούνι στο σχολείο του χωριού, τότε θα μπορούμε να μιλάμε πια για μία νέα Βαμβακού και για ένα πλάνο αναβίωσης με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Το χωριό δοκιμάστηκε από την ιστορία, χτυπήθηκε από τη μετανάστευση και την οικονομική κρίση, ζητάει τώρα τη δική μας συμμετοχή για να γράψει μία νέα σελίδα. Το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μάς δίνει το χαρτί και την πένα».
Δείτε την ομάδα που μετακομίζει στη Βαμβακού


Η Βαμβακού Λακωνίας
...χτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα.
Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 903 μέτρων, στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Απέχει 36 χλμ από την Σπάρτη και 210 χλμ από την Αθήνα.
Γνωστά χωριά της περιοχής είναι οι Καρυές και η Βαρβίτσα.
«Το χωριό δοκιμάστηκε από την ιστορία, χτυπήθηκε από τη μετανάστευση και την οικονομική κρίση, ζητάει τώρα τη δική μας συμμετοχή για να γράψει μία νέα σελίδα» αναφέρουν οι 5 φίλοι »«Το χωριό δοκιμάστηκε από την ιστορία, χτυπήθηκε από τη μετανάστευση και την οικονομική κρίση, ζητάει τώρα τη δική μας συμμετοχή για να γράψει μία νέα σελίδα» αναφέρουν οι 5 φίλοι »
Η Βαμβακού είναι ένα χωριό με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά και μακρά ιστορία.
Πριν την επανάσταση, η Βαμβακού είχε 200 πολυμελείς οικογένειες. Δημογραφικά χτυπήθηκε από την κατοχή, τον εμφύλιο, τη μετανάστευση και την αστυφιλία. Κυριότεροι προορισμοί των Βαμβακιτών ήταν οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Αφρική.
Πριν το 1900, οι Βαμβακίτες ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία (35.000 βοοειδή), το κρασί και τα δημητριακά.
Μετά το 1900 και την καταλυτική δραστηριότητα της Επιτροπής Πληρεξουσίων, η Βαμβακού καταπιάστηκε οικονομικά με τα δέντρα (κεράσια, βύσσινα, μήλα, αχλάδια, καστανιά, καρυδιά), την πατάτα και τα βότανα, τα οποία μάλιστα αξιοποιήθηκαν ιατρικά. Άλλωστε, πολυάριθμοι ήταν εκείνοι που κατάγονται από τη Βαμβακού και ακολούθησαν στην πορεία το επάγγελμα του γιατρού. Οι Βαμβακίτες, βάσει και των στοιχείων για τον μέσο όρο ζωής τους, ήταν άνθρωποι που ζούσαν πολλά χρόνια.
Η Βαμβακού είναι ένα χωριό με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά και μακρά ιστορίαΗ Βαμβακού είναι ένα χωριό με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά και μακρά ιστορία
Η ιδέα της Αναβίωσης της Βαμβακούς είχε την απόλυτη στήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και του Προέδρου του, Ανδρέα Δρακόπουλου, από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη «ωριμάσει» και πάρει τη μορφή ενός οργανωμένου πλάνου:«Η αναβίωση της Βαμβακούς αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο έργο που εκφράζει, θεωρούμε, μία συλλογική ανάγκη, σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ, για επιστροφή στις ρίζες μας με σεβασμό αλλά και με ελπίδα. Οι δικές μας ρίζες τυχαίνει να βρίσκονται στη Βαμβακού, καθώς πρόκειται για το χωριό από όπου κατάγεται οθείος μου καιΙδρυτής μας, Σταύρος Νιάρχος. Σεβόμενοι την παράδοση και ιστορία της, ευελπιστούμε σταδιακά η Βαμβακού να ξαναγεμίσει ζωή, να εξελιχθεί σε χωριό-πρότυπο, χαράζοντας έναν νέο δρόμο, με την προσδοκία να ακολουθήσουν και άλλοι παρόμοιοι τόποι στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς».

“ΤΗΝ 25η Μαρτίου, ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΑΝΕΘΝΙΚΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ“

27 Μαρτίου 1821. Πρώτη μάχη τοῦ ἀγῶνος.



Την 25η Μαρτίου, σε κάθε πόλη και χωριό που θα γίνει
παρέλαση στρατού ή μαθητών, ο Λαός κατεβαίνει σύσσωμος και τραγουδά
προκλητικά και ασταμάτητα στα μούτρα των “επισήμων” το, απαγορευμένο από
 αυτούς, “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ”.




Όλοι, πέρα από κόμματα και χρώματα, έχουμε ΧΡΕΟΣ

στην προδομένη πρόσφατα από το καθεστώς ΜΑΚΕΔΟΝΊΑ μας,

αλλά και στη ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ που φιμώθηκε και αιχμαλωτίστηκε

από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ώστε να μη μπορέσει ο λαός με ένα Δημοψήφισμα να εμποδίσει την ολοκλήρωση της προδοσίας.



Ο κάθε Έλληνας κι η κάθε Ελληνίδα έχουμε απλήρωτο ακόμη ΧΡΕΟΣ:

– στον Παύλο Μελά, στον Καπετάν Άγρα και στους άλλους θυσιασμένους καπεταναίους του Μακεδονικού αγώνα,


 στον ηρωικό Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και σ’ όλους τους κληρικούς
 που αγωνίστηκαν με αυτοθυσία, κάνοντας το ράσο τιμημένο λάβαρο
λευτεριάς και


– στα χιλιάδες ανώνυμα Ελληνόπουλα που θυσίασαν τα νειάτα

και τη ζωή τους για να μας δώσουν δώρο τη Μακεδονία μας.

Σ’ όλους αυτούς, οφείλουμε ένα ελάχιστο αντίδωρο.

Μια ένδειξη ότι το αίμα τους δεν χάθηκε με δύο δράμια μελάνης προδοτικών υπογραφών.



Τραγουδάμε προκλητικά στα μούτρα τού προδοτικού καθεστώτος το “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ”.

Με
 το τραγούδι αυτό, ο λαός θα δώσει, για λογαριασμό των ηρωικών
Μακεδονομάχων μας, την πιο οδυνηρή μαχαιριά στα σωθικά του ύπουλου
καθεστώτος.


Ας ανάψουμε με το τραγούδι μας αυτό, τη φωτιά στο καντήλι της
μνήμης των ηρώων μας, μπροστά στα μούτρα των αρνητών της θυσίας τους.


Ας μην στερήσουμε από την παλληκαροσύνη αυτή την ελάχιστη τιμή για τη θυσία της.



ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ:

Στην παρέλαση πάμε ομαδικά 15-20 άτομα και ξεκινάμε το τραγούδι, για να απλωθεί σ’ όλο τον κόσμο.

Αν στην ομάδα έχουμε και κάποιο όργανο (πχ σάλπιγγα) θα βοηθήσει πολύ.

Αν κινητοποιήσουμε και έχουμε μαζί μας την τοπική χορωδία, τόσο το καλύτερο.

Κοινοποιούμε ασταμάτητα.

Οι μέρες που μένουν είναι λίγες.

Όλη η Ελλάδα πρέπει να αντηχήσει από τις νότες και τα λόγια τού λεβέντικου αυτού τραγουδιού.





Μακεδονία ξακουστή

του Αλεξάνδρου η χώρα,

που έδιωξες τους βάρβαρους

κι ελεύθερη είσαι τώρα.

Ήσουν και θα ΄σαι Ελληνική,

Ελλήνων το καμάρι,

κι εμείς θα σ’ αντικρίζουμε

περήφανα και πάλι.

Οι Μακεδόνες δεν μπορούν

να ζούνε σκλαβωμένοι,

όλα και αν τα χάσουνε

η λευτεριά τους μένει.”






Η εικόνα ίσως περιέχει: άτομα στέκονται και εσωτερικός χώρος

«Μη θαρρείς πως είναι ψωμί και κρασί. Δεν αποβάλλο­νται, όπως οι άλλες τροφές. Όπως το κερί, στην επαφή με τη φωτιά, γίνεται όλο ένα μαζί της, έτσι κι εδώ, ενώνονται τα μυστήρια μ’ όλη την ύπαρξή μας. Δεν μεταλαμβάνετε από άνθρωπο, αλλά απ’ τη λαβίδα των Σεραφείμ. Τα χείλη μας ρουφάνε το σωτήριο Αίμα απ’ την άχραντη πλευρά Του». 

~Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Οἱ Νεομάρτυρες ἦταν τὸ μόνο ἀνάχωμα στόν ἀφελληνισμό τῶν Ρωμηῶν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας


Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τὸ μόνο ἀνάχωμα καὶ ἡ μόνη δύναμη ποὺ μποροῦσε νὰ ἀνακόψει τὸ συνεχῶς διογκούμενο κύμα τοῦ ἀφελληνισμοῦ -ἀποτέλεσμα τῆς μακραίωνης σκλαβιᾶς, βίας καὶ παντοδαποὺς καταπίεσης τῶν Ρωμηῶν ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς κατακτητὲς- ἦταν οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες. Αὐτοὶ ἀναζωογονοῦσαν τὴν κλονιζόμενη πίστη τῶν συγχρόνων τους χριστιανῶν, ἐπισφραγίζοντας καὶ ἀνακαινίζοντάς την.
Τὰ Νεομαρτυρολογικὰ κείμενα, ὅπως αὐτὰ ποὺ συνέταξε ὁ Ἰωνάς, ὠφέλησαν πνευματικά τούς μοναχοὺς καὶ ταυτόχρονα συνέβαλαν στὴ διάσωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ συγγραφὴ καὶ ἡ ἀντιγραφὴ αὐτῶν, μαρτυροῦν τὴ μεγάλη συμβολὴ τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν στὴ διατήρηση ἀκμαίου...τοῦ φρονήματος Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας.
Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους στὴν ἀνάδειξη νεοφανῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι μεγάλη καὶ οὐσιαστική. Τουλάχιστον τὸ ἕνα τρίτο αὐτῶν εἶναι Ἁγιορεῖτες ἢ πνευματικὰ τέκνα Ἁγιορειτῶν πατέρων. Οἱ τελευταῖοι, ὅπως ὁ Ἰωνὰς ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὄχι μόνο ἐξέθρεψαν καὶ ἂνδρωσαν πνευματικά τούς νεοφανεῖς μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἀκολούθως προέβαλαν τοὺς ἀγῶνες τους συστηματικά, πρὸς ὄφελος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ.
πηγή:Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου «Ἁγιασμένες μορφὲς τῶν Καυσοκαλυβίων»

Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος…..

Για ακόμη μια φορά σε εκλογές Ιεραρχών “τακτοποιήθηκαν” οι άνθρωποι του Αρχιεπισκόπου. Πριν από περίπου ένα χρόνο στην Μάνη βγήκε “Ιερωνυμικός” συνεργάτης και μάλιστα με πρωτοφανείς διαμαρτυρίες έξω από την Σύνοδο. Τον περασμένο Οκτώβριο πάλι ένας στενός συνεργάτης του Αρχιεπισκόπου τακτοποιήθηκε με την εκλογή του στον μητροπολιτικό θρόνο Λαρίσης. Χθες ο Επίσκοπος Σαλώνων μέσω μιας περίεργης διαδικασίας εκλέχθηκε Μητροπολίτης Γλυφάδας και ο Επίσκοπος Μεθώνης Μητροπολίτης Περιστερίου. Ουδείς αμφιβάλλει για την αξία τους, αλλά αυτό το ζήτημα με την “τακτοποίηση” του περιβάλλοντος του Αρχιεπισκόπου πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει… Να θυμίσουμε πριν μερικά χρόνια: Διαυλείας Γαβριήλ: Τακτοποιήθηκε… Αρχιμ, Γιακουμάκης: Τακτοποιήθηκε… Αν προσθέσει κανείς και τον Μάξιμο Παπαγιάννη που έγινε Μητροπολίτης Ιωαννίνων-προκαλώντας τότε και έντονη αντιπαράθεση με το Φανάρι- αναρωτιέται πλέον αν έμεινε κανείς από το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου που να έμεινε ατακτοποίητος…. Πέρυσι τον Φεβρουάριο Επίσκοπος Θεσπιών ο π.Συμεών Βολιώτης και πάει λέγοντας… Όποιος έχει μάτια βλέπει και όποιος έχει ώτα ακούει, λέει ο λαός κι αυτό που συνέβη και χθες στην Ιεραρχία ήταν το χρονικό μιας προαναγγελθείσης… τακτοποίησης. Μητροπολιτικοί θρόνοι που άδειασαν λόγω συγκυριών βρήκαν τους νέους Ιεράρχες τους. Προς τι τόση βιασύνη αλήθεια για να τακτοποιηθούν “όλοι οι άνθρωποι του Αρχιεπισκόπου”;

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ




  Μεγάλη φασαρία έγινε με κάποιες δηλώσεις του πρωθυπουργού περί «ολιγαρκούς αφθονίας».

  Ίσως, όμως, ελάχιστοι προβληματίστηκαν, γιατί λίγοι μπορούν να διαβάζουν πίσω από τα γράμματα και να ακούνε τι κρύβεται πίσω από αυτά που λέγονται.
  Για εμάς και αυτό που είπε ο κ. Πρωθυπουργός αποτελεί μια μεθοδευμένη πρόκληση, για να διαπιστώσει ο ίδιος και η παρεούλα του πως, και εάν θα αντιδράσει ο Ελληνικός Λαός…
  Και δεν είναι μόνον αυτό. Όσοι παρακολουθούν με καθαρό μυαλό και κριτική σκέψη τις ελάχιστες ουσιαστικές ειδήσεις και όχι τα σήριαλ που αποκαλούνται «δελτία ειδήσεων», των τηλεοράσεων, θα πρόσεξαν με πολλή περίσκεψη ή καλύτερα με μεγάλη ανησυχία κάποια είδηση (!), που δυστυχώς πέρασε στα ψιλά της ειδησεογραφίας.
  Αξίζει, όμως, έστω και επιγραμματικά να φέρουμε την  Ε  Ι Δ Η Σ Η  αυτή στο φως, μην τυχόν και ξυπνήσουμε με αυτά που οι αδίστακτοι αριστερόφρονες ηγετίσκοι τεκταίνονται εις βάρος της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας μας:
 Όπως, λοιπόν, επίσημα πληροφορηθήκαμε, οι τριπλές εκλογές που έρχονται θα γίνουν σε ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ …!
  Αυτό, αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει;;;
 Το εξηγούμε απλά: Ο κάθε ψηφοφόρος, θα είναι αναγκασμένος στις προσεχείς εκλογές (Ευρωεκλογές, Δημοτικές εκλογές και Νομαρχιακές εκλογές), να πηγαίνει από το ένα εκλογικό τμήμα στο άλλο για να ψηφίσει…!  Καταλαβαίνουμε, πόσοι άνθρωποι ηλικιωμένοι, θα αρνηθούν να πάνε να ψηφίσουν εξαιτίας αυτής της ταλαιπωρίας;;; Συνειδητοποιούμε πόσοι άλλοι, που δεν ενδιαφέρονται και πολύ περισσότερο «δεν καίγονται» να πάνε να ψηφίσουν, θα αρνηθούν όντως να συμμετάσχουν στις εκλογές;;;
  Επομένως, τι επιδιώκεται;;;
  
  Απλούστατα οι κυβερνώντες αριστεροί, και με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να μειώσουν την συμμετοχή του Λαού στο δικαίωμα του, «του εκλέγειν», για να μην καταποντιστούν.
 Είναι ή δεν είναι και αυτή η σταλινική μέθοδος, πράξη ανελευθερίας ή καλύτερα υποδούλωσης της λαϊκής ετυμηγορίας και υποκλοπή της ελεύθερης βούλησης των πολιτών;;;   
πηγή 

Δημιουργικότης καὶ μοναχικὴ ἁγιότης στὸν Ταρκόφκι


Андре́й Арсе́ньевич Тарко́вский



Carels Edwin

Ὁ ρῶσσος Ἀντρέϊ Ταρκόφσκι, ὁ "ποιητής τοῦ κινηματογράφου", ἕνας ἀπό τούς σημαντικοτέρους σύγχρονους σκηνοθέτες, ἐγεννήθη τὸ 1932 κοντά στήν Μόσχα. Ἡ ἀξία τῶν ἔργων του, ἡ αἰσθητική καί ἡ πνευματική, εἶναι τόσο μεγάλη, πού σπάνια συναντᾶται, ὄχι μόνο στόν κινηματογράφο, ἀλλά καί στήν παγκόσμια τέχνη. Ἐνῶ ὁ ἴδιος συχνά παρεπονεῖτο: "Θά ἤθελα νά γυρίζω δύο ταινίες τόν χρόνο", μέσα σὲ 23 χρόνια γύρισε μόνον 7 ταινίες: "Τά παιδικά χρόνια τοῦ Ἰβάν" (1962), "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ" (1966), πού προεβλήθη περικεκομμένη τό 1971 καί ὁλόκληρη τό 1987 στή Μόσχα καί τό 1973 στό ἐξωτερικό, "Σολάρις" (1971), "Ὁ καθρέφτης" (1974), "Στάλκερ" (1979), "Νοσταλγία" (1983) καί "Ἡ θυσία" (1985). Σιγά - σιγά, ἡ διεθνής ἀναγνώριση, τά βραβεῖα καί οἱ διακρίσεις συνόδευσαν ὅλα του τά ἔργα. Ὅμως, μέσα στήν πατρίδα του, μετά τήν ταινία γιά τήν ζωή τοῦ μεγάλου ρώσσου ἁγιογράφου Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ (15ος αἰ.), ἦταν ἕνας ἀνεπιθύμητος, ἕνας κυνηγημένος, κάτι σάν "μίασμα". Ἔτσι τό 1984 ἀναγκάσθηκε νά αὐτοεξορισθῆ στήν Δύση, θρηνώντας γιά τήν ἀγαπημένη του Ρωσσία καί λέγοντας: "Αὐτή εἶναι ἡ χειρότερη στιγμή τῆς ζωῆς μου". Πέθανε σέ ἡλικία 54 ἐτῶν ἀπό καρκίνο τῶν πνευμόνων, στίς 29 Δεκεμβρίου τοῦ 1986, στό Παρίσι κι ἐτάφη στό νεκροταφεῖο τῆς ἁγίας Ζενεβιέβης τοῦ Δάσους, κοντά σέ ἄλλους ρώσσους ἐξόριστους καί μετανάστες.


Ἡ ζωή τοῦ ἁγιογράφου "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ" δέν εἶναι ἡ μοναδική ταινία τοῦ Ταρκόφσκι ἡ ὁποία σχετίζεται μέ τόν ρωσικό μοναχισμό· θά ἔλεγα ἀκόμη πώς δέν εἶναι οὔτε ἡ καλύτερη. Ὅσα, ὅμως, ἀκολουθοῦν δέν προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν τό βάθος τῆς σχέσεως τοῦ Ταρκόφσκι μέ τή πνευματική παράδοσι τῆς Ρωσσίας, ὅπως ἔχει γίνει μέ τόν Ντοστογιέφσκι, ἀλλ' εἶναι μόνον κάποια σχόλια.

Προκειμένου νά πάρη τό δίπλωμα καλῶν τεχνῶν, ὁ Ταρκόφσκι, ἔφτιαξε τήν παιδική ταινία "Ὁ συμπιεστικός κύλινδρος καί ὁ βιολιστής". Ἐκεῖ φανερώνεται ἤδη ἡ σχέσι του μέ τόν κόσμο. Στόν "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ" φαίνεται καθαρά ὅτι δέν ἐνδιαφέρεται γιά μιά αὐθεντική ἱστορική παλινόρθωσι τῆς ζωῆς τοῦ ἁγιογράφου· γι' αὐτήν ἐξ ἄλλου γνωρίζομε ἐλάχιστα. Αὐτό τό θέμα ἔδωσε μᾶλλον στόν Ταρκόφσκι τήν εὐκαιρία νά μελετήση τήν προσωπικότητα τοῦ καλλιτέχνου καί τή σχέσι του μέ τήν ἐποχή του. Οὐσιαστικά, ἐδῶ, ἡ μοναχική ζωή ἐμφανίζεται ὅταν βρίσκη τήν ἔκβασί της, στήν ἀντίθετη κατεύθυνσι, ἡ τόσο ἀνθρώπινη πορεία τοῦ περιπετειώδους Ρουμπλιώφ, πού συμμετεῖχε σ' ἕναν κόσμο σκληρό καί βίαιο, πρίν φθάση νά ἱστορίση τήν ὡραιότερη ἀπ' ὅλες τίς εἰκόνες, τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἀξίζει νά παρατηρήσωμε ὅτι ἔπειτα ἀπό 20 καί πλέον χρόνια, δηλαδή κατά τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὁ Ταρκόφσκι, μετά τήν τελευταία του ταινία "Ἡ Θυσία", ἐργάσθηκε σέ μία καινούργια προβολή γιά τόν Μέγα Ἀντώνιο: "Οἱ πειρασμοί τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου". Τό θέμα τοῦ μοναχισμοῦ δέν ἔπαυσε νά τόν ἀπασχολῆ, καί πάντοτε τοῦ χρησίμευε ὡς ἐκτιμητής τῆς κινηματογραφικῆς του δουλειᾶς. Ἔλεγε: "Ἡ ἐργασία μου στίς ταινίες συχνά μοῦ φαίνεται ἀνιαρή καί γελοία. Ὑπάρχουν τόσα πιό ἐνδιαφέροντα πράγματα. Θά ἤθελα νά ἤξερα ἄν ἡ τέχνη μπορεῖ νά ὁδηγήση σ' ἕναν θετικό δρόμο. Περ¬νῶ τόν καιρό μου διδάσκοντας τούς ἄλλους, ἀλλ' ἐγώ ὁ ἴδιος δέν εἶμαι ἕτοιμος γιά τίποτε. Ἰδού τί μέ βασανίζει...".

Στίς τελευταίες του συνεντεύξεις, τίς ὁποῖες παρεχώρησε μόνον σέ δύο θρησκευτικές ἐφημερίδες, ἐπανέρχεται στά ἴδια ἐρωτήματα μέ σφοδρότητα: "Τί εἶναι ἐλευθερία; Τί σημαίνει ὀμορφιά; Πῶς μπορεῖς νά ζήσης χωρίς ν' ἁμαρτάνης; Πῶς μπορεῖς νά σωθῆς; Ἡ ἐκλογή μεταξύ τῆς πρακτικῆς καί τῆς θεωρητικῆς ζωῆς...". Ἔτσι δέν ἄφηνε καμμιά ἀμφιβολία πώς, γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἡ πίστις εἶναι ἡ μοναδική δυνατότητα, ἡ μοναδική ἐλπίδα.

Στήν Δύσι τέτοιες διαβεβαιώσεις προκαλοῦσαν στενοχωρία στό κοινό. Αὐτοί προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τόν Ταρκόφσκι μέ τόν Νίτσε, τόν Φρόϋντ, τόν οὑμανισμό ἤ τόν γερμανικό ἰδεαλισμό, ἀγνοώντας παντελῶς τίς θεολογικές παραδόσεις τῆς Ρωσσίας. Δέν κατανοοῦν ὅτι πρέπει νά τοποθετήσουν τόν Ταρκόφσκι στήν σωστή προοπτική του, ὡς συνεχιστή τῆς διανοήσεως καί τῆς πνευματικότητος τῶν Ρώσσων: Φιοντόρωφ, Σολόβιεφ, Μερεζκόφσκι, Μπερντιάγιεφ, καί πολλῶν ἄλλων. (Μιά πολύ καλή μελέτη ἐπ' αὐτοῦ ἀποτελεῖ τό βιβλίο δύο Οὔγγρων: «Kovacs A. - Szilagyi A.: "Les mondes d' Andrei Tarkovski"» - "Οἱ κόσμοι τοῦ Ἀντρέϊ Ταρκόφσκι", πού ἐξεδόθη στήν γαλλική τό 1987 ἀπό τόν ἐκδοτικὸ οἶκο "L' Αge d' Ηomme").

Ὁ Ταρκόφσκι, στήν ἔννοια τῆς δημιουργικότητος, ἐδέχθη τήν ἐπιρροή τοῦ Μπερντιάγιεφ. Ἀλλ' ἡ ἀποδεικτικότης καί ἡ ἀπολυτότης, μέ τίς ὁποίες ὁ Μπερντιάγεφ παρουσίαζε τίς ἰδέες του, εἶναι πολύ δυνατότερες ἀπ' ὅσο μποροῦσε νά τίς δεχθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ Ταρκόφσκι. Σ' αὐτόν ὑπάρχει μιά ἰδέα κλειδί, ἡ ὁποία ἑρμηνεύει ὁλόκληρη τήν ταινία τοῦ "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ": Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά εἶναι κληρονόμος τῶν παραδοσιακῶν ἀληθειῶν, ἄν δέν τίς διεκδικῆ ἐν ὀνόματι τῶν προσωπικῶν του ἐμπειριῶν.

Ὁ Ταρκόφσκι ἀνεγνώριζε πώς εἶχε μιά μεγάλη ἀφοσίωσι στήν τέχνη. Κατ' αὐτόν, ὁ καλλιτέχνης ἔχει μιά σημαντική ὑπευθυνότητα· τό ταλέντο του τόν δεσμεύει· τό νόημα τῆς τέχνης του εἶναι νά ὑπενθυμίζη τό νόημα τῆς ζω¬ῆς. Γι' αὐτό εἶπε κάποτε ὅτι, ἕνας καλλιτέχνης δίχως πίστι εἶναι σάν ἕνα ζωγράφο δίχως ὅρασι. Στό μοναδικό βιβλίο του, "Σμιλεύοντας τόν χρόνο", ἀναφέρει: Ἴσως τό νόημα κάθε ἀνθρωπίνης δημιουργικότητος ἑστιάζεται στήν καλλιτεχνική συνείδησι, στήν ἐλεύθερη καί ἀνεπιτήδευτη δημιουργική πράξι. Ἴσως, ἡ ἴδια ἡ δημιουργική μας ἱκανότης εἶναι ἀπόδειξις πώς εἴμεθα πλασμένοι "κατ' εἰκόνα Θεοῦ καί ὁμοίωσιν". Αὐτό, βεβαίως, δέν σημαίνει πώς ὁ Ταρκόφσκι θεωροῦσε τήν τέχνη σάν μιά καινούργια θρησκεία. Κατ' αὐτόν, ἡ ὁμοίωσι πρός τόν Δημιουργό εἶναι ὅπως ἡ ἀναπνοή. Κανείς δέν εἶναι στερημένος τοῦ προνομίου νά ἐκφράζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· καί αὐτό μάλιστα εἶναι πού ἔχει ἀξία, καί ὄχι τό νά ἐκφράζεται ἐμπρός στούς ἀνθρώπους.

Ἂν καί ἔχουν πῆ ὅτι, γενικῶς, ὁ δυτικός κόσμος εἶναι στερημένος μιᾶς στοιχειώδους γνώσεως τῆς ρωσσικῆς πνευματικῆς παραδόσεως, ἐν τούτοις οἱ ταινίες τοῦ Ταρκόφσκι εὑρῆκαν μεγάλη ἀπήχησι στό εὐρύ κοινό. Ἴσως ἐπειδή ὁ Ταρκόφσκι δέν εἶναι μόνο Ρῶσσος, μέχρι τά βάθη τῆς ὑπάρξεώς του, ἀλλ' ἦλθε ἀντιμέτωπος μέ τό εὐρωπαϊκό πνεῦμα καί εὐρῆκε ἐκεῖ τήν ἀντανάκλασί του. Παρ' ὅλα αὐτά, ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι μᾶλλον ἡ προτεραιότης τῶν εἰκόνων του ἐπάνω στά λόγια. Ὑπάρχουν εἰκόνες τῆς φύσεως, τῶν ἀντικειμένων --ἡ βροχή καί τά πρόσωπα-- πού μ' ἕναν τρόπο ἀνεξήγητο ἐγγίζουν τόν θεατή μέ τήν ἰδιαίτερη παρουσία τους. Εἶναι φανερό πώς σ' αὐτό τό σημεῖο ὁ Ταρκόφσκι ὀφείλει πολλά στήν Ὀρθόδοξη θεολογική παράδοσι τῶν Εἰκόνων. Ὁλόκληρο τό ὕφος του, ὡς σεναριογράφου, περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν ἀναγνώρισι τοῦ πνευματικοῦ μέσα στό ὑλικό, γύρω ἀπό τά ἴχνη τοῦ Δημιουργοῦ.

Συχνά κάνει ἀναφορές καί στήν ἁγιογραφία, τήν ἱερά αὐτήν τέχνη, καί μνημονεύει κάποιες φορές τήν Ἁγία Γραφή. Ἀλλ' εἶναι ἀκόμη πιό ἐνδιαφέρον νά προσεχθῆ ὅτι, σέ κάθε ταινία του περιλαμβάνει τά ἴδια "ἀδέξια" πρόσωπα, τά λίγο παράξενα, τά ὁποῖα, ὅμως, παίζουν συνήθως κάποιο κρίσιμο ρόλο. Στό βιβλίο του μάλιστα πλέκει τό ἐγκώμιο τοῦ "ἀδυνάμου": "Ἤθελα στήν "Νοσταλγία" νά συνεχίσω τό θέμα τοῦ "ἀδυνάμου", τόν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι σάν νικητή τούτης τῆς ζωῆς", γράφει, ἐνῶ ἤδη στόν "Στάλκερ", σ' ἕναν μονόλογο παρουσίαζε τήν "ἀδυναμία" σάν τήν μοναδική ἀξία καί ἐλπίδα τῆς ζωῆς. καὶ συνεχίζει: "Πάντοτε ἀγαποῦσα ἐκείνους, πού δέν φθάνουν ποτέ νά προσαρμοσθοῦν στήν ζωή μ' ἕνα τρόπο ρεαλιστικό. Στίς ταινίες μου δέν ὑπάρχουν ἥρωες, ἀλλά κάποιοι χαρακτῆρες, τῶν ὁποίων ἡ δύναμι ἀποτελεῖ τό πνευματικό τεκμήριο πού ἕλκει ἐπάνω τους τήν εὐθύνη τῶν ἄλλων. Τά πρόσωπα αὐτά μοιάζουν συχνά μέ παιδιά, τά ὁποῖα ἔχουν ἐφηβική σοβαρότητα στήν πρόθεσί τους, ἀλλ' ἀπό πλευρᾶς κοινωνικῆς, εἶναι ἐξωπραγματικά καί ἀδιάφορα".

Ἀνάμεσα στήν σωματική ἀδεξιότητα καί τήν ἠθική δύναμι ὑπάρχει παραλληλισμός. Ὁ "ἀδύναμος" ἔχει ἄλλες σχέσεις μέ τόν κόσμο. Γιά πολύ καιρό, μάλιστα, ὁ Ταρκόφσκι προσπάθησε νά σκηνοθετήση τόν "Ἠλίθιο" τοῦ Ντοστογιέφσκι. Γίνεται συχνά λόγος γιά τούς "διά Χριστόν σαλούς", οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν μιά ἰδιαίτερη μορφή τοῦ ρωσικοῦ μοναχισμοῦ. Πρόκειται γιά ἑκούσιους περιθωριακούς οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν κριτική στόν κόσμο καί τήν Ἐκκλησία. Βιώνουν τήν Εὐαγγελική ἀλήθεια ἀνατρέποντας ὅλες τίς ἐπίγειες ἀξίες, γιά νά δώσουν χῶρο στό οὐσιαστικό, τό αἰώνιο.

Χωρίς δογματικό κήρυγμα, ὁ Ταρ¬κόφ¬σκι ὑπενθυμίζει στόν θεατή, ὁ ὁποῖος ζῆ στόν κόσμο, κάθε τι πού εἶναι ἁπτό καί λογικό. Ἔτσι ὅταν θέλη νά προβάλη μιά ἐκκλησία, στά "Παιδικά χρόνια τοῦ Ἰβάν", ἤ στόν "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ", ἤ στήν "Νοσταλγία", παρουσιάζει ἕνα ἐρείπιο. Γιατί, ὡς παιδί τοῦ β΄ παγκοσμίου πολέμου, ἔζησε προσωπικά τήν τραγική ἐμπειρία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Λέγεται συνήθως ὅτι, γιά νά ἔχης σχέσεις μέ τήν Ἐκκλησία, σοῦ χρειάζεται μιά "ἐγκατεστημένη" ζωή. Αὐτός αἰσθάνονταν σάν νά εὑρίσκεται κάτω ἀπό τά ἐρείπια, μετά τόν βομβαρδισμό. Στό Λονδίνο, πρίν δώση μιά ὀμιλία γιά τήν ἀποκάλυψι, ἀντί γιά κάτι ἄλλο, ἄρχισε νά διηγῆται τήν ζωή του. Καί κατόπιν ζήτησε νά συναντήση τόν Μηροπολίτη τοῦ Σουρόζ Ἀντώνιο (Bloom).

Ἀπό ταινία σέ ταινία, τό ἐσχατολογικό περιεχόμενο ἐνισχύεται καί, κατά συνέπειαν, ἡ ἀναζήτησι τῆς σωτηρίας κάνει τήν παρουσία της ὅλο καί ἐντονώτερα. Ἄν, στήν ἀλληγορική ταινία "Στάλκερ", ὁ πνευματικός ἀφιερώνη ἤδη ὅλον του τόν χρόνο γιά νά συμπαρασταθῆ στόν διανοητή καί τόν συγγραφέα, στήν "Νοσταλγία", ὁ σαλός Ντομένικο θέλει μέ μιᾶς νά σώση ὅλον τόν κόσμο. Ἀφοῦ ἔβαλε σέ περιορισμό τήν οἰκογένειά του γιά 7 χρόνια, ἀναμένοντας τήν ἀποκάλυψι, ὀργανώνει μιά διαδήλωσι ὅπου αὐτοπυρπολεῖται, διακινδυνεύοντας ἔτσι μιά πρᾶξι βίας, γελειότητος καί ἀρνήσεως. Ἡ τελευταία του ταινία, "Ἡ Θυσία", εἶναι περίπου ὅμοια. Τό κύριο πρόσωπο, ὁ Ἀλέξανδρος, βάζει φωτιά στό σπίτι του καί δέχεται νά τόν ὁδηγήσουν στό ψυχιατρεῖο, προκειμένου νά μείνη πιστός στήν ὑπόσχεσί του πρός τόν Θεό.

Καί στίς δύο περιπτώσεις εἶναι πράξεις ἀλλοπρόσαλλες, ἐμπνευσμένες ὅμως ἀπό τήν ἀγάπη πρός τούς ἄλλους. Ἔτσι ὁ Ταρκόφσκι ἔγραφε: "Κάποιες φορές ἐπιμένομε σέ ἔργα τά ὁποῖα βλάπτουν ἐμᾶς τούς ἴδιους. Εἶναι οἱ ἰδιαίτερες στιγμές τῆς συνειδήσεως κάποιου καθήκοντος, ἀποφυγῆς κάποιας θυσίας, ὅ,τι ὁ ὑλιστής Φρόϋντ ὀνόμαζε μαζοχισμό. Γιά τόν πιστόν, ὅμως, αὐτό εἶναι καθῆκον, ὅ,τι ὁ Ντοστογιέφσκι ὀνόμαζε ἐπιθυμία τοῦ πόνου... Ἡ ἀγάπη εἶναι πάντοτε ἕνα δῶρο πρός τόν ἄλλον. Ὁ ὅρος "θυσία", ἄν καί περικλείη μιά ἔννοια καταστροφῆς καί ἀρνήσεως, ἀποδιδόμενος ὅμως σ' ἕνα πρόσωπο γίνεται ἀντικείμενο ἀγάπης, μιά πρᾶξι πάντοτε θετική, δημιουργική, σημεῖον θεῖον...". Ἀλλά πρίν σώσωμε τούς ἄλλους δέν πρέπει νά σωθοῦμε ἐμεῖς; Γιατὶ χωρίς αὐτό, κάνομε τότε μιά πρᾶξι βίας καί ὄχι μιά πρᾶξι ἀγάπης.

Στήν ἀρχή τῆς ταινίας "Ἡ Θυσία" βλέπομε τόν Ἀλέξανδρο μέ τόν γυιό του τόν μουγγό νά φυτεύη ἕνα ξερό δένδρο. Συγχρόνως τοῦ διηγεῖται μιά σχετική ἱστορία ἀπό τό Γεροντικό: Τό περίφημο ἀπόφθεγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Κολοβοῦ. Ἀλλ' ὁ Ἀλέξανδρος μιλάει, μιλάει καί χάνεται μέσα στήν φλυαρία του, ὥς που μιά ἐξωτερική κρίσι, ἕνας πυρηνικός πόλεμος, τόν ἀναγκάζει νά ἐνεργοποιηθῆ. Ἀπευθύνεται στόν Θεό λέγοντας τό "Πάτερ ἡμῶν" καί προσφέρεται θυσία γιά νά σώση τήν οἰκογένειά του, ἡ ὁποία, ὅμως, δέν θά μπορέση νά τόν καταλάβη. Ἀλλ' ἐνῶ τό σπίτι καίγεται καί μεταφέρουν τόν Ἀλέξανδρο στό ψυχιατρεῖο, ὁ γυιός του ἀσχολεῖται μέ τό πότισμα τοῦ νεκροῦ δένδρου. Νά "ἡ μοναδική μας ἐλπίδα: ἡ ἐπιστροφή στόν Πατέρα. Μέ ὑπακοή καί ταπείνωσι ὁ μουγγός γυιός ἐκτελεῖ τίς ἐντολές τοῦ πατέρα του καί ἀρχίζει μιά ἐργασία σιωπηλή, ἀλλ' ἐμπνευσμένη ἀπό τήν πίστι στό θαῦμα. Οἱ πρῶτες του λέξεις, καί οἱ τελευταῖες τῆς ταινίας, εἶναι αὐτές: "' Εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος... γιατί πατέρα;...". Ἆρα γε, δέν βάζει ἐδῶ ὁ Ταρκόφσκι ὅλο τό νόημα τοῦ μοναχισμοῦ; Ὁ γυιός προσπαθεῖ νά ὑπακούση καί νά καταλάβη τόν λόγο τοῦ πατέρα. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιζητεῖ νά ὁμοιάση στόν Θεόν.

Δέν εἶναι, λοιπόν, τυχαῖο πού ὁ Ταρκόφσκι θυμήθηκε ἐπίσης τήν μορφή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τό πρότυπο κάθε μοναχοῦ. Σέ μιά σημείωσί του, ἔγραφε: "Κάποιος θέλησε νά σωθῆ κι ἀμέσως αἰσθάνθηκε προδότης, μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀντίθετος σέ ὅλα, ὁ ἴδιος ἐνάντια στήν ζωή". Καί ἀλλοῦ, λυπημένος ἀπό τόν ἑαυτό του, λέγει: "Ζοῦμε γιά νά ἀγωνιζώμεθα καί γιά νά κερδίσωμε αὐτήν τήν νίκη ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νά κερδίσωμε, ἀλλά καί νά χάσωμε συγχρόνως. Νά τό ξέρετε, ποτέ δέν γνωρίζομε μέ βεβαιότητα ἄν ἔχωμε κερδίσει, ἔστω κι ἄν ἔχωμε αὐτήν τήν ἐντύπωσι...".


(Μετάφρασις από τα γαλλικά).
 πηγή

Δια Θεόν τρέχω· ου μέλλει μοι δια τους ανθρώπους.


σ.σ. Στην επιστολή που ακολουθεί ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν δέχεται προσκυνητές στο ασκηταριό του. Ας λάβουν υπόψιν τους την συγκεκριμένη επιστολή όσοι εν μέσω οινοποσιών, χρηματικών αμοιβών, χαρωπών ματαιόδοξων συναθροίσεων, οικονομικο-πολιτικών πιέσεων και μασονικών σχεδιασμών, συμμετέχουν στους περιβόητους ‘διαλόγους’ με τους αιρετικούς «για την ειρήνη και την αγάπη», όπως μας λένε. Γίνεται δε απολύτως κατανοητό γιατί στο τέλος όλοι αυτοί οι φιλόδοξοι και επιπόλαιοι ‘ευαισθητούληδες’ δεν έχουν άλλη οδό παρά να ξεφτίζουν τα δόγματα της Πίστεως και να γελοιοποιούν την Ορθοδοξία.
***
Λέγεις δια τον Γέροντα ότι θέλει να έλθη να προσκυνήση εις το Άγιον Όρος. Καλόν και άγιον έργον θα κάμη. Πλην εμένα μόνον ας μην λάβη υπ’ όψιν του ότι γνωρίζει ή ότι υπάρχω εις αυτήν την ζωήν. Καθότι ζω εις απόλυτον ησυχίαν· με τάξιν ετέραν της συνηθισμένης, όπου δύσκολον να με συναντήση. Καθότι η θύρα είναι κλειστή και ωρισμένες μόνον ώρες ανοίγει.

Ό,τι μεν θέλει, συνεργεία των αδελφών, δύναμαι να τον βοηθήσω. Το δε πέραν της τάξεως όπου έχω, να ανοίξω την θύραν, να ομιλήσω, να χάσω την προσευχήν μου και ησυχίαν, αυτό ουδαμώς. Εκτός εξ ανάγκης την ώραν που ορίζω εγώ. Διότι αι ώρες μου είναι με μέτρον. Και πρέπει να παραδράμω ολίγον, να χάσω, δια να ομιλήσω την νύκτα μίαν ώραν ή δύο.
Και ταύτα γράφω δια να εξηγηθώ, προτού παρεξηγηθώ. Εγώ εις όλες μου τες ενέργειες έτσι συνηθίζω να λέγω και να πράττω όλα καθαρά ‘σαν καθρέπτης’ λόγω και έργω, είτε κατά διάνοιαν, να μη δίδω υπόνοιαν σε κανένα.
Διότι ήλθον πολλοί από διάφορα μέρη, χωρίς να ζητήσουν να μάθουν την τάξιν που έχομεν. Και, επειδή δεν τους εδέχθην, εσκανδαλίσθησαν. Αλλά και εδώ όλοι οι γείτονες εναντίον μου έχουν, διότι δεν τους ανοίγω. Πλην εγώ δεν κλείνω δια να σκανδαλιστούν οι Πατέρες. Αλλά, γυμνασθείς τόσα έτη και ιδών ότι δεν ωφελούμαι από αυτές τες «αγάπες» – μόνον την ψυχήν μου χαλώ χωρίς να ωφελούμαι- δι’ αυτό έκλεισα όλους διαπαντός και ησύχασα. Τώρα δεν ανοίγω κανένα. Μήτε έχω δωμάτιον περισσόν δια έναν απ’ έξω. Και, αν έλθη κανείς μακρυνός, πρέπει να έλθη την ώραν που εργάζονται οι Πατέρες, πρωΐ. Και, αν είναι ανάγκη, στέκει εις το δωμάτιον του Παπά μου. Διότι εις όλα τα Σάββατα, Κυριακάς, και εορτάς έχομεν Λειτουργίαν. Έρχεται εδικός μας Παπάς και μας λειτουργεί και μεταλαμβάνομεν.
Ιδού λοιπόν είπον, ίνα μη γένηται σκάνδαλον. Διά Θεόν τρέχω· ού μέλλει μοι δια τους ανθρώπους. Καν υβρίσουν, καν ονειδίσουν, καν συκοφαντήσουν, καν το όνομά μου ατιμάσουν, καν όλη η κτίσις ασχοληθή να λέγη εναντίον μου.
Είδον γαρ και πολυειδώς εδοκίμασα ότι, αν η χάρις του Θεού δεν φωτίση τον άνθρωπον, τα λόγια όσα και αν ομιλήσης δεν ‘βγάνεις ωφέλειαν. Προς στιγμήν τα ακούει και την άλλην στρέφει πάλιν αιχμάλωτος εις τα ίδια. Εάν όμως ευθύς με τον λόγον ενεργήση η χάρις, τότε γίνεται κατ’ εκείνην την ώρα αλλοίωσις με την αγαθήν του ανθρώπου προαίρεσιν. Και αλλάσσει θαυμαστώς η ζωή του εκ της ώρας εκείνης. Όμως αυτό συμβαίνει εις όσους δεν εσκλήρυναν από μέσα τους ακοήν και συνείδησιν. Εις δε τους ακούοντας και εν παρακοή παραμένοντας εις τα κακά των θελήματα· εις αυτούς καν ημερονύκτια ομιλής καν την σοφίαν των Πατέρων εις τας ακοάς των κενώσης, καν θαύματα προ οφθαλμών των ποιήσης, καν το ρεύμα του Νείλου επάνω των γυρίσης, αυτοί δεν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ωφέλειαν. Μόνον θέλουν να έρχωνται, να ομιλούν, να περάσει η ώρα των, χάριν της ακηδίας. Δι’ αυτό λοιπόν κλείω και εγώ την θύραν και ωφελούμαι τουλάχιστον εγώ δια της ευχής και της ησυχίας. Καθότι την ευχήν υπέρ πάντων ο Θεός πάντοτε την ακούει, ενώ την αργολογίαν πάντοτε αποστρέφεται, ας φαίνεται και πνευματική ότι είναι. Επειδή κατά τους Πατέρας, αργολογία είναι κυρίως να περνάς τον καιρόν σου με λόγια, χωρίς να κάμης τους λόγους σου πράξεις.
Λοιπόν μην ακούτε τι λέγουν, όταν άνθρωποι άγευστοι ομιλούν τα τοιαύτα.
Όποιος δεν εδοκίμασε ανάγκη είναι να δοκιμάση· και με την πείραν θα μάθη και θα βρη ό,τι του λείπει. Η πείρα δεν αγοράζεται. Είναι εκάστου απόκτημα, κατά τον κόπον του και το αίμα του που θα δώση μόνος του να την αποκτήση.
Πιστεύσατε, Αδελφές μου, ότι κόπος πολύς είναι εις την Μοναχικήν πολιτείαν. Δεν έπαυσα και δεν παύω ημέρα και νύκτα φωνάζων, ζητών το έλεος του Κυρίου· και εις απόγνωσιν προσεγγίζω, ως μηδέν εργαζόμενος, ως μηδέποτε «ποιήσας αρχήν». Αλλά, το καθ’ ημέραν ποιών την αρχήν, ευρίσκομαι ψεύστης και αμαρτάνων. Όμως εσείς μιμείσθαι τας φρονίμους παρθένους και αγρυπνούσαι φωνάζετε γοερώς, το θείον επικαλούμεναι έλεος. Ότι ήλθε δι’ ημάς το τέλος. Ίσως ετελείωσεν η ειρήνη. Λοιπόν με τους αποθαμένους είμεθα και ημείς. Όθεν βιασθήτε.
…..
***

Γέροντος Ιωσήφ

ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ.

Έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου
Αγίου Όρους
(σελ. 161-164)
πηγή

”Πασών των Αρετών μείζον η διάκρισις”

Βυζαντινές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά


Η ακόλουθη μελέτη έγινε για την εκπομπή της Cosmote History "Φράσεις με ιστορία". (Δες εδώ)
Στην συγκεκριμένη ανάρτηση, αναλύονται εδώ, από τον Δημήτρη Σκουρτέλη, μια σειρά καθημερινές μας εκφράσεις που προέρχονται από το Βυζάντιο.


1) Βγήκα ασπροπρόσωπος, θα μου τρυπήσεις την μύτη, γίναμε θέατρο, του κρέμασαν τα κουδούνια, είδα τις πομπές σου, κουράστηκα....

Ο Βυζαντινός Νόμος δεν προέβλεπε συνήθως ποινή μακρόχρονης φυλάκισης. Οι ποινές ήταν σωματικές. Ξυλοδαρμοί και βασανιστήρια ήταν συνήθη, ακόμα και στην εξέταση μαρτύρων. Οι ποινές εφαρμόζονταν δημόσια και αυτό γίνονταν για παραδειγματισμό. Δεν ξέρουμε πόσο παραδειγματίστηκαν από όλα αυτά οι πρόγονοί μας, αλλά σίγουρα εντυπωσιάστηκαν, και μια σειρά ζωντανές ακόμα εκφράσεις παραμένουν στο λαϊκό λεξιλόγιο.


Το πρόσωπό του κατάδικου αλείβονταν με στάχτες, καρβουνίλα ή κόκκινο χρώμα. (Από το “μουτζούρωμα” του κατάδικου προέκυψε και η λεγόμενη “μούτζα”)
Ο κατηγορούμενος που αθωώνονταν “ΕΒΓΑΙΝΕ ΑΣΠΡΟΠΡΟΣΩΠΟΣ” από το δικαστήριο.
Σημαντικό μέρος της ποινής ήταν η διαπόμπευση, όπου ο ένοχος οδηγούνταν σε δημόσιο χλευασμό. Μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, τον περιέφεραν καθισμένο ανάποδα σε γάιδαρο ή ακόμα και σε καμήλα. Ο κόσμος τον ειρωνεύονταν, του πέταγαν διάφορα αντικείμενα, του κρέμαγαν και κουδούνια. Από εκεί η έκφραση: “ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ”.


Συχνά χτυπούσε η καμπάνα για να συγκεντρωθεί ο κόσμος και να δει την ποινή, και από εκεί βγήκε η έκφραση “μου έριξε καμπάνα”. (υπέστην ποινή) Υπήρχε και λαϊκή συμμετοχή στην ποινή, με κόσμο να ακολουθεί και να κακομεταχειρίζεται, να ειρωνεύεται, να εκτοξεύει αντικείμενα σκουπίδια, στάχτες, βρωμιές διάφορες κλπ. στον κατάδικο. Η όλη τιμωρία έπαιρνε την μορφή μιας πομπής. Έτσι βγήκε η έκφραση “Είδα τις πομπές σου” και επί γυναικών: “πομπεμένη”


Η όλη σκηνή αποκαλούνταν από τους συγγραφείς “Άτιμος θρίαμβος” γιατί έμοιαζε με παρωδία Ρωμαϊκού θριάμβου. Για το ίδιο συμβάν υπήρχε και ο όρος “θεατρίζομαι” (στις επιστολές του Παύλου για τα μαρτύρια των Χριστιανών) Συνεπώς η έκφραση “Γίναμε θέατρο” δεν προέρχεται από τις θεατρικές παραστάσεις αλλά από την Βυζαντινή Δικαιοσύνη.
Συχνά κούρευαν τον κατάδικο  (τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες διατηρούσαν μακριά κόμη και το κόψιμό της ήταν ταπεινωτικό) Ταπεινωτικό επίσης ήταν και το κόψιμο της γενειάδας. Η σημερινή έκφραση “ΕΙΜΑΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ” (Από το “κουρά”, κούρεμα) προήλθε από το κούρεμα του κατάδικου, το οποίο συνεπάγονταν ταλαιπωρία και εξάντληση από τα υπόλοιπα μαρτύρια που υποβάλλονταν.
Μια άλλη ποινή ήταν το κόψιμο της μύτης ή το τρύπημά της. Έτσι βγήκε η έκφραση “ΘΑ ΜΟΥ ΤΡΥΠΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΜΥΤΗ”
Διαπόμπευση γίνονταν και στον στρατό για παράβαση καθήκοντος ή δειλία κ.οκ., σαν κατάλοιπο της παλιάς Ρωμαϊκής ποινής του “αποδεκατισμού” Η διαπόμπευση δεν περιορίζονταν μόνο στους εγκληματίες ή/και τους φτωχούς. Αντίθετα, σε περίπτωση πολιτικών αναταραχών και εξεγέρσεων, διαπομπεύονταν στελέχη της  φατρίας που ηττήθηκε, και κύρια ο αρχηγός της, που υποβάλλονταν σε δημόσια βασανιστήρια. Επίσης διαπομπεύονταν και παραβατικοί ιερείς και μοναχοί ακόμα και Επίσκοποι.
Ιδιαίτερη περίπτωση διαπόμπευσης ήταν όταν το θύμα δεν μπορούσε να βρεθεί, οπότε διαπόμπευαν κάποιον που του έμοιαζε ή ήταν ντυμένος σαν κι αυτόν για να εκδηλώσουν την αντιπάθειά τους.
Η διαπόμπευση έφτανε μέχρι και τους νεκρούς, αν το πρόσωπο ήταν μισητό. Ξέρουμε πως έτσι διαπομπεύτηκε η σορός του Αυτοκράτορα Μαυρικίου.



2)    Άλαλα τα χείλη των ασεβών, το επίθετο: "Κονοφάος"

Θα ήθελε ώρες για να απαριθμήσουμε τις λαϊκές εκφράσεις που προήλθαν από τα εκκλησιαστικά κείμενα, την Βίβλο και τους Ύμνους της Λειτουργίας. “Η ζωή εν τάφω”, “μνήσθητί μου Κύριε”, “Τα καλά και συμφέροντα”.
Η έκφραση “Άλαλα τα χείλη των ασεβών” προέρχεται από έναν στίχο της Παράκλησης της Θεοτόκου, το “Μεγαλυνάριον” που αρχίζει με το γνωστο “Άξιον εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον” Ο στίχος είναι ο  “Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, την Εικόνα σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν, υπό του Αποστόλου, Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν.” (Δηλαδή: “Ας μείνουν σιωπηλά τα χείλια των ασεβών που δεν προσκυνούν την σεβαστή εικόνα σου, την Οδηγήτρια, που την ζωγράφισε (Ιστόρησε ήταν η έκφραση της εποχής που σήμαινε “ζωγράφισε”) ο Απόστολος Λουκάς ο ιερώτατος.”
“Οδηγήτρια” αποκαλούμε μια εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας με τον Χριστό κατενώπιον.  Την χρησιμοποιούσαν σαν έμβλημα σε πομπές, λιτανείες, ακόμα και στον πόλεμο.
Ο Ύμνος αυτός προς την Θεοτόκο έχει ανάλογο, και ίσως και ως πηγή έμπνευσης  τους Ψαλμούς του Δαυίδ: ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια” (Ψαλμός 31) Είναι δημοφιλής γιατί δεν ψάλλεται μόνο στην εκκλησία, αλλά και από τους πιστούς κατ΄οίκον.
Από τον ύμνο αυτό μαθαίνουμε, και γενικότερα από την Παράδοση, πως ο Ευαγγελιστής Λουκάς, εκτός από συγγραφέας του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων, ήταν και ζωγράφος και εικόνισε την Θεοτόκο. Συχνά εικονίζεται ο Λουκάς, αντί να γράφει το Ευαγγέλιο, να αγιογραφεί.
Πολλές παλιές εικόνες φέρονται από την  παράδοση να είναι ζωγραφισμένες από τον Ευαγγελιστή. Γνωστότερες είναι η Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα, στο Μέγα Σπήλαιο στα Καλάβρυτα,  η Ποντιακή Παναγία Σουμελά και η Κυπριακή Παναγία του Κύκκου. Βρίσκονται, βέβαια, σε κατάσταση μεγάλης φθοράς. Λέγεται πως όλες οι άλλες εικόνες που αναφέρονται ως φιλοτεχνημένες από τον Ευαγγελιστή είναι αντίγραφα αυτών των τριών.  
Για να επιστρέψουμε στον ύμνο του Παρακλητικού Κανόνα, είναι εμφανές πως στρέφεται κατά των Εικονομάχων. Θεωρείται ως “Πoιήμα Θεoστηρίκτoυ μoναχoύ ή του Θεoφάνoυς” . Και οι δύο ήταν άγιοι “Ομολογητές” που υπεράσπισαν δηλαδή τις Εικόνες κατά των Εικονομάχων.  Οι Εικονομάχοι Αυτοκράτορες επί έναν αιώνα σχεδόν (726-842) προσπαθούσαν να απαγορεύσουν την λατρεία των εικόνων ως ειδωλολατρική. Το ζήτημα των εικόνων έλυσε η 7η (Ζ’) Οικουμενική Σύνοδος, που τις αποκατάστησε. Ο εν λόγω ύμνος χρησιμοποιεί την ίδια ορολογία με το κείμενο της απόφασης της Συνόδου, που αποκαλεί τις εικόνες “σεπτές” και όχι “ιερές” όπως τις αποκαλούμε σήμερα.
Ο απλός λαός ποτέ δεν αποδέχτηκε την μεταρρύθμιση των Εικονομάχων, και υπέστη πολλά μαρτύρια σεβόμενος τις εικόνες. Υπήρξε και εξέγερση των “Θεμάτων” (διοικητικών περιοχών) της “Ελλάδος” που έκαναν ναυτική εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης με στόχο να αποκατασταθούν οι Εικόνες, την οποία κατανίκησε ο Εικονομάχος Αυτοκράτορας Λέων ο Γ’, χρησιμοποιώντας, ίσως για πρώτη φορά, το περίφημο “Υγρόν Πυρ”. Η λαϊκη παράδοση θυμάται αυτούς τους “ασεβείς” Εικονομάχους του ύμνου με το επίθετο “Κονοφάος” που σημαίνει “Εικονοφάγος”.

3) Δεν περνάει η μπογιά σου

Οι Βυζαντινές γυναίκες μπορεί να ντύνονταν σεμνότερα από σήμερα, αλλά πάντα προσπαθούσαν να είναι εντυπωσιακές. Με πολύτιμα καταστόλιστα φορέματα, αλλά και με την εντυπωσιακή δημόσια εμφάνισή τους με συνοδεία από υπηρέτριες, μεταφερόμενες σε φορείο ή έφιππες. Ορισμένες Κωνσταντινοπολίτισσες αρχόντισσες μετακινούνταν ακόμα και με πλοίο από το ένα μέρος της Πόλης στο άλλο όπου αυτό ήταν δυνατό. Γνωρίζουμε βέβαια πόσες γυναίκες έγιναν Αυτοκράτειρες και κυβέρνησαν μόνες τους, αλλά και πόση επιρροή είχαν στον Αυτοκράτορα σύζυγό τους. Η υψηλή θέση της γυναίκας φαίνεται ακόμα και στις αναπαραστάσεις των δωρητών στις εκκλησίες, όπου η σύζυγος παριστάνεται ισότιμα με τον σύζυγο. Η μόρφωση αυτών των γυναικών ήταν σημαντική. Γνωρίζουμε τα γραπτά της Άννας Κομνηνής η οποία ισχυρίζεται, καθόλου αβάσιμα. ότι ήταν γνώστης όλης της “Τετρακτύος” δηλαδή του συνόλου των Επιστημών. Αλλά και οι φτωχές γυναίκες ήταν δραστήριες επαγγελματικά, σαν βιοτέχνες, πωλήτριες, και καταστηματάρχες.


Πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς στο Βυζάντιο ήταν τα ξανθά μαλλιά και το λευκό χρώμα της επιδερμίδας. Προσπαθούσαν να ξανθίνουν τα μαλλιά τους με διάφορα παρασκευάσματα, αλλά φυσικά υπήρχε και η λύση της προσθήκης πλεξούδων ή της περούκας. Έβαφαν το πρόσωπο με λευκή πούδρα που ονόμαζαν ψιμμύθιον και παρασκευάζονταν από λεπτό αλεύρι ρυζιού ή κιμωλία κ. ά. . Ο όρος έχει επιζήσει στην Βυζαντινή αγιογραφία όπου οι τελευταίες λεπτές φωτεινές πινελιές ονομάζονται “Ψιμμυθιές”.




Επίσης, κοκκίνιζαν τα μάγουλα με ερυθρό χρώμα που παρασκευάζονταν από διάφορα βότανα. Φυσικά έβαφαν και τα χείλη.  Αν και τα ξανθά μαλλιά ήταν στην μόδα, τα φρύδια έπρεπε, σύμφωνα με την ίδια μόδα, να είναι μαύρα, οπότε τα έβαφαν έντονα, με διάφορα είδη μελανιού ή καπνιάς. Καμιά φορά τα ξύριζαν και τα έβαφαν από πάνω.  Υπήρχαν φυσικά και προϊόντα για καθαρισμό και λείανση του δέρματος. Για όλα αυτά υπήρχαν περίπλοκες συνταγές που θα ήταν δύσκολο να ανασυστήσουμε σήμερα.
Οι Βυζαντινές γυναίκες βάφονταν έντονα λοιπόν, και αυτό επέσυρε συχνά την μήνι των Πατέρων. Από τα κείμενά τους μαθαίνουμε πως και πόσο βάφονταν οι γυναίκες.  Επίσης, μας πληροφορούν και διάφοροι στίχοι των Δημοτικών τραγουδιών “Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθι και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι” που υπονοούν έντονο βάψιμο.


Τα αρώματα τα εμπορεύονταν η Συντεχνία των Μυρεψών, οι οποίοι όμως ταυτόχρονα πούλαγαν και μαγειρικά καρυκεύματα όπως το πιπέρι, ενω το σαπούνι το εμπορεύονταν άλλη Συντεχνία,  οι Σαπωνοπράται. Στην Κωνσταντινούπολη πουλούσαν τα αρώματα και τα καλλυντικά από την Στήλη του Μιλίου ως την Χαλκή Πύλη, ώστε οι μυρωδιές να αναδύονται προς την κατεύθυνση τόσο της Εικόνας του Κυρίου που ήταν εκεί αλλά μέχρι και το Μέγα Παλάτιον!
Πολλές γυναίκες καταγίνονταν επίσης με την παρασκευή αρωμάτων και καλλυντικών, οι πλούσιες για τον εαυτό τους, και οι φτωχές για βιοπορισμό. Η αυτοκράτειρα Ζωή, που κατάφερνε με τα καλλυντικά που χρησιμοποιούσε να διατηρείται νεα ακόμα και στα 60 της είχε μέσα στο παλάτι δικό της εργαστήριο αρωμάτων και καλλυντικών, όπου εργάζονταν ειδικευμένες θεραπαινίδες με μυστικές και απόκρυφες συνταγές. Καλλυντικά όμως με απλά “φυσικά προϊόντα” όπως συμβαίνει και σήμερα, παρασκεύαζαν και απλές γυναίκες και συχνά τα δικά τους ήταν καλύτερα από τα επίσημα.
Ετσι γίνονταν αγώνας για “να περάσει η μπογιά της καθεμιάς”, αλλά υπήρχε και άλλη έννοια στην έκφραση αυτή. Γιατί, όσα καλλυντικά και να χρησιμοποιούσε μια γυναίκα, έρχονταν μια στιγμή που το γήρας υπερίσχυε, οπότε “έπαυε να περνάει η μπογιά της”



4) Στα κρύα του λουτρού.

Λόγω έλλειψης τρεχούμενου νερού, αλλά και λόγω της δυσκολίας να ζεσταθεί μεγάλη ποσότητα στο μεσαιωνικό σπίτι, τα δημόσια λουτρά ήταν απαραίτητα για την διατήρηση της δημόσιας υγείας. Έτσι αρχής γενομένης από τους Ρωμαίους, και κληρονομημένο από τους Βυζαντινούς, το λουτρό, δηλαδή ένα κτίριο αφιερωμένο στον καθαρισμό του σώματος ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε πόλης. Το ονόμαζαν επίσης “Βαλανείο”, “Θερμό”, ή και “Θέρμες”. Την εποχή που στην Δύση οι άνθρωποι σπάνια πλένονταν, στο Βυζάντιο υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν στο λουτρό δυο φορές τη μέρα. Ρώτησαν κάποτε τον Πατριάρχη Σισσίνιο τον Α΄, γιατί πηγαίνει δυο φορές τη μέρα στο Λουτρό και απάντησε: “Επειδή δεν προφταίνω να πάω τρεις”.
Το λουτρό, που σήμερα το ονομάζουμε “Χαμάμ” το κληρονόμησαν από τους Βυζαντινούς οι Άραβες και οι Τούρκοι.
Τα ρωμαϊκά και βυζαντινά λουτρά ήταν απαραίτητο στοιχείο της καθημερινής ζωής. Οι Αυτοκράτορες πάντα φρόντιζαν να χτίζουν μεγάλα λουτρά ή να συντηρούν τα υπάρχοντα. Τέτοια δημόσια λουτρά ήταν αριστουργήματα αρχιτεκτονικής με πολυτελή κατασκευή και υπέροχη διακόσμηση.
Η αρχαία Ρώμη ήταν γεμάτη από τέτοια λουτρά.Αυτά του Διοκλητιανού έχουν μετατραπεί σε εκκλησία, την  Santa Maria degli Angeli και μάλιστα με παρέμβαση του Μιχαήλ Άγγελου. Δυστυχώς δεν έχει επιβιώσει κάποιο αντίστοιχο Βυζαντινό μεγάλο λουτρό στην Κωνσταντινούπολη.  Μαρτυρούνται όμως τέτοια κτίσματα εκεί με χωρητικότητα δυο χιλιάδων ατόμων, ενώ αναφέρονται οχτώ δημόσια λουτρά και 150 ιδιωτικά. Στην Αλεξάνδρεια, όταν την κατέκτησαν οι Άραβες, βρήκαν 4.000 λουτρά! Λουτρά υπήρχαν και στα Μοναστήρια, και πολλά από αυτά εκλήφθηκαν μεταγενέστερα ως εκκλησίες, (το έχει αποδείξει ο Ορλάνδος) γιατί επί Τουρκοκρατίας τα ήθη και οι συνήθειες σχετικά με το λουτρό άλλαξαν.  Τα λουτρά είχαν μεγάλη ομοιότητα με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και ήταν κτίρια μεγαλοπρεπή, τουλάχιστον τα δημόσια. Διέθεταν τρούλο, ή ακόμα και πολλούς τρούλους όχι μόνο για φωτισμό αλλά και για απομάκρυνση των υδρατμών και αερισμό.

Το λουτρό στην Θεσσαλονίκη.
Η ομοιότητα με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική
είναι εμφανής.

Τα λουτρά -ή βαλανεία- παρείχαν όχι μόνο ζεστό νερό, αλλά και θερμαινόμενους χώρους όπου γίνονταν εφίδρωση. Η θέρμανση επιτυγχνάνονταν με διπλό πάτωμα όπου από κάτω άναβαν φωτιά.  Η ζέστη μεταφέρονταν είτε μέσω του πατώματος ή ακόμα και με σωλήνες. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν τα λουτρά όπου το ζεστό νερό ανάβλυζε από κάποια θερμή πηγή. Συνήθως χωρίζονταν σε τρία μέρη, το κρύο, το χλιαρό και το ζεστό (frigidarium, trepidarium και caldarium τα έλεγαν οι Ρωμαίοι.)
Υπήρχαν αντρικά και γυναικεία λουτρά, ή, σε άλλα,  ορισμένες μέρες η είσοδος επιτρέπονταν μόνο στο ένα φύλο. Μαρτυρίες για πραγματικά μικτά λουτρά σπανίζουν. Οι πλούσιοι Βυζαντινοί, με την ιδιαίτερη αίσθηση της μεγαλοπρέπειας που τους διέκρινε, έκαναν την εμφάνισή τους στο λουτρό δημόσιο θέαμα, συνοδευόμενοι  από πολυάριθμους υπηρέτες σε μεγαλοπρεπή πομπή.
Καμιά φορά όμως τους περίμενε η έκπληξη: Τα λουτρά  όπως είπαμε είχαν και κρύο τμήμα όπου έκανες ψυχρό καταιωνισμό (ντους) η και μπάνιο σε πισίνα, αν ήταν μεγάλα. Η εναλλαγή ζεστού και κρύου ήταν βασική συνταγή της ορθής χρήσης του λουτρού. Αν όμως η θέρμανση του ζεστού μέρους αποτύγχανε, για οποιονδήποτε λόγο, τότε “Έμενες στα κρύα του λουτρού”
 
συνεχίζεται.. 
 
 Τα επεισόδια παρουσιάζουν και τεκμηριώνουν επιστημονικά οι: Κωνσταντίνος Γιαννακός - Διδάκτωρ ΑΠΘ, Χρήστος Ζερεφός - Ακαδημαϊκός, Φυσικός της Ατμόσφαιρας, Λουίζα Καραπιδάκη - Ιστορικός Τέχνης, Υπεύθυνη Μουσειακής Συλλογής στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Σαράντος Ι. Καργάκος - Ιστορικός, Συγγραφέας, Αναστάσιος Μ. Κωτσιόπουλος - Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, Αντωνία Μοροπούλου- Καθηγήτρια Ε.Μ.Π, Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας Τ.Ε.Ε., Δημήτρης Σκουρτέλης - Ιστορικός Βυζαντινής Τέχνης, Αγιογράφος, Χρυσόστομος Σταμούλης - Καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ, Θεοδόσης Τάσιος - Ακαδημαϊκός, Καθηγητής Ε.Μ.Π, Βίκυ Φλέσσα - Δημοσιογράφος, Φιλόλογος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου - Καθηγητής Ιστορίας ΕΚΠΑ, Γεώργιος Χρούσος - Καθηγητής Παιδιατρικής & Ενδοκρινολογίας ΕΚΠΑ.