Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΝΑ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ενα χαριτωμένο επεισόδιο μεταξύ του Παπαδιαμάντη και του Άγιου Γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου , που ήταν βοηθός του Παπαδιαμάντη στις αγρυπνίες του Αγίου Ελυσσαίου , μας αφηγείται ο Ζήσιμος Λορεντζάτος:
Μπορεί να είναι εικόνα μελέτη 
"Πολλάκις -λέει ο Γέροντας Θεόφιλος και εμέ όστις ήμην βοηθός του , όταν έκανα καμμίαν παραφωνίαν , με εδίωκεν .
-Φύγε μοι έλεγεν, παύσε , κλείσε το στόμα σου , απρόσεκτε. "Εγώ παραμέριζα , αλλά γρήγορα του περνούσε ( του Παπαδιαμάντη ) ο θυμός και πάλιν με εκάλει .
-Κώστα έλα να ψάλης Εγώ επειδή είχον ζήλον να μάθω , έτρεχον και έψαλλον .
Ήτον δε τόσο ταπεινός , ώστε πολλάκις μετά το τέλος της αγρυπνίας έμπροσθεν πολλών μοι εζήτει συγχώρησιν .
-Κώστα , μοι έλεγεν ( τούτο ήτο το κοσμικόν μου όνομα ) να με συγχωρέσεις που σε ελύπησα . Και εγώ του έλεγον :
- Εγώ πταίω διδάσκαλε διότι είμαι απρόσεκτος .Σε ευχαριστώ διότι με τας παρατηρήσεις που μου κάμνεις γίνομαι προσεκτικότερος και με τας επιπλήξεις με διδάσκεις την υπομονήν της οποίας έχω ανάγκην....
 
 
Η πηγή που χρησιμοποίησε ο Λορεντζάτος ήταν το περιοδικό Κιβωτός , Τεύχος Φεβρουαρίου 1953 , σελίδα 46.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ανέκφραστη, ανεκλάλητη, απερινόητη, ακόρεστη, αχόρταστη η Χαρά του ενιαύσιου κύκλου. Αρχή της χρονιάς και πόσα θα απολαύσουμε και πάλι!

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Εκείνην την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει τὸ «Χαῖρε σεμνὴ μῆτερ καὶ δούλη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ». Μετὰ έξ ἡμέρας μὲ ήκουσεν η μικρὰ να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Ἁγίου Δημητρίου ἔμελψα τὸ «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Διανέμοις των χαρισμάτων». Και του Αγίου Νικολάου έψαλα «Την Ζωοδόχον πηγὴν την αέναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεὸς ων εἰρήνης». Και του Αγίου Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την φωνὴν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χέρσον αβυσσοτόκον». Και του Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχῳ Θεού κιβωτώ». Και του Αγίου Γεωργίου το «Ανέτειλε το έαρ», καὶ της Αναλήψεως το «Θείω καλυφθείς». Και της Πεντηκοστῆς το «Παράδοξα σήμερον». Καὶ των Αγίων Αποστόλων έψαλα το «Σε την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, συ την πολυέραστον θείαν αγάπησιν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανὸν εμιμεῖτο». Και εἰς την μνήμην της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκεῖνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» καὶ τὸ «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορὸς των Αποστόλων, το Θεοδόχον σῶμα σου· εις οὐρανίους θαλάμους προς τον υιὸν εκφοιτῶσα». Και εἰς τὴν αποτομὴν τοῦ Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των βροτῶν», και τόσα άλλα
κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
 
τα τραγούδια του Θεού.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

"Πεποικιλμένη"

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

 
 κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Εἶχα τάξιμο νά ὑπάγω στήν Κεχριάν, νά ψάλλω τό"Πεποικιλμένη" , εἰς τά Ἐνιάμερα, τήν 23 Αὐγούστου. Ἀπό δέκα χρόνων δέν εἶχα ἐπισκεφθῆ τήν Παναγίαν τήν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν' ἀσπασθῶ τήν σεβασμίαν παλαιάν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁπού εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῶα, ἔνθεν καί ἔνθεν, ὁ ἱερός Κοσμᾶς, (αὐτός ὁ θεσπέσιος ποιητής τῆς Πεποικιλμένης) ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρός τήν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ' ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ "Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ' ὑπερφυῶς καί Μητέρα Θεοῦ" καί τὸ "Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανόν ὑπεδέξαντο...". Καί δέν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τόν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὁποὺ ἀστράπτει εἰς τόν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπό τά ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τά ἐγκολλημένα εἰς τό κτήριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.
Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀποφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κι ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζίου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ καὶ μοῦ εἶπε:
- Δὲν πῆγες, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγία τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.
- Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!
- Ἔχει φεγγαράκι.
Ἔπια, κι ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.
- Θὰ πᾶς σίγουρα, Κωσταντή;... Πῶς σοῦ ἦρθε;... ἔχεις συντροφιά;
- Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσει.
- Ποιόν;
- Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.
Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διά να εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμαντήν, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα, δύο ὧρες νύκτα.
Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.
- Κωνσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνεψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισεν ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. "Ποῦ θὰ πᾶς τέτοιαν ὥρα;" καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν... Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;
- Λέγε.
- Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρεῖς, ἢ ἕνα παιδί... ἢ ἕνα πουλί.
- Καλά
- Μὴν ξεχάσεις.
- Ὄχι.
- Ἐγώ θὰ πάω πεζός καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ' ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου.
- Θὰ πάρεις καὶ κουμπάνια;
- Θὰ πάρω.
- Σὲ περιμένω στὸν Ἅι-Λιά. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.
- Καλά.
Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κι ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τήν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.
Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς "Σακαλάρους", ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου "ἐκρότιζεν" ὁ τόπος, ἀλλ' ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην: δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ "Πεποικιλμένη". Διέσχισαπέρα-πέρα τὸ ρέμα, εμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἅϊ-Λιά. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτήριον, τὸ κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ' ἐγαύγισαν, ἀλλ' ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὁποὺ εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν κι ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.
Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ' αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα "Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος". Ἐκάθισα ἐπί τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τό μελαγχολικόν φῶς τῆς σελήνης, τό χωρίον μας κάτασπρον, κτισμένον ἐπί δύο λόφων καί μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καί τόν λιμένα τόν τρίκολπον μέ τά τρυφερά κηπάκια, ὁπού φαίνονται ὡς νά "ἐγκαινίζωνται" εἰς τα φωσφορίζοντα νερά.
Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.
- Ἐδῶ εἶσαι, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε;
- Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;
- Μ' ἐγέλασε... Μὴν τὰ ρωτᾶς, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα... καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα... ὅλα τὰ εἶπα στὸ δρόμο.
- Γιατί, φοβήθηκες;
- Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ' ἔμελε;
- Ὄχι τόσο. Ἀπ' τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;
- Απ' τὸ Πετράλωνο. Ἐσὺ ἀπ' τοῦ Βαραντᾶ;
- Ναί.
- Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;
- Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου... τίποτε.
Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλε ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρατσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν, ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχε ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωνσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωσταντής.
Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράχτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωνσταντής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κἄπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῶον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκεν. Ὁ Κωσταντής ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγώ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;
Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κι εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁπού εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νά συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὺ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.
Ὄταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμὶ - καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ' ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ' εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω. ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ, βασιλικὰ καὶ ρεσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸν λιτὸν δεῖπνον μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κι ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.
- Ὅλα καλά, μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε. Μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας...
- Ἀλήθεια;... ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.
Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα, ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα μαζὺ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ'ἕνα φανάρι, κι ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνα της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν, ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.
- Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα. Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.
- Πᾶμε μπαρμπ'-Ἀλέξανδρε.
Ἐσηκώθη κι ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῶον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἤ τοῦ Κυρίου).
Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβύσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στήν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.
Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιάν τὸν δρυμῶνα, κι ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιο, ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ως νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνεν.
Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλλίτερ' ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλλίτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ' εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρόμοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακὸν καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσει, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν ὡς εἰκὸς τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ' ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσον μου).
Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρὶ κι ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν, ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβυσε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δέν ἠξεύρω ποῦ καὶ ἵππευσε καὶ πάλιν.
Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὡστόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο, ὅτι ἐβλέπομεν κάτι ν' ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι. Μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ κατακλεισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν. Πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρός, οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὔψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν' ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ' ἐγὼ ἐνθυμούμην, ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβυναν πρὶν ν' ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν' ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβυσε τὸ ἀεράκι.
Τέλος ὁ παπὰς - τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλάτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω - μᾶς ᾐσθάνθη, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν - διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.
Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παραμικρὸν μεσάνυχτα ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας, καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας - τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιὰ εἶχον ὑπάγει διὰ ν' ἀγρυπνήσουν - ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.
Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ' ἑσπέρας, μ' ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὁ πάτερ-Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν' ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις, ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κι ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.
Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.
- Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειὸ, χριστιανοί, εἶπα ἐγὼ, κι ἐκάθησα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπα, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ἐκεῖνα τὰ χρόνια!
Ἄρχισε τὸ Μαριὼ τοὺ Μουσκαδού, κι ἡ γριὰ Ἀγάλλαινα, κι ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτη νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κυρ-Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ' ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Καλαματίνας, λέγοντες, ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.
Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν, περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειὰ. Ἐγὼ εἰς αὐτούς τούς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.
Ἔγινε δύο ἡ ὥρα κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.
- Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾶς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κι ἐγὼ θ' ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα... δηλαδή, διὰ ν' ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίο σου τὸ μουσικὸ καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ' ἀρχίσω τὸ "Δοῦλοι Κύριον". Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾶς τὸ "Λόγον ἀγαθόν"... Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν "Πολυέλεον", ἦρθα διὰ τὸ "Πεποικιλμένη".
Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον - βυζαντινόν, μὲ χιβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἀρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κι ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.
Μετὰ εἴκοσι λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμωδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην.
- Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν' ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.
- Καλά, καλά.
Τέλος ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ `Πεποικιλμένη´, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος, μειδιῶν, μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ' ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρώην ὑπενωματάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν' ἀρνηθῶ.
Ὕστερον ἔμαθα, ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ "μαχμουρλὴς" ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθείσα Μαρὼ τοὺ Μουσκαδού, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:
- Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.
- Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ γούμενος.
Ἐννοοῦσεν ἐμέ.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

κύρ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Το ξέραμε ότι κάποιοι άνθρωποι δεν άξιζαν παραπάνω! Απλά δεθήκαμε, γιατί πιστεύαμε ότι αξίζαμε εμείς λιγότερα. Παπαδιαμάντης"

«Ποῦ ἡ μακαρία ἐκείνη ἐποχή,δὲν ἦσαν πολλὰ χρόνια ἔκτοτε, ἀλλὰ πόσον γρήγορα τὰ παρόντα γίνονται παρελθόντα!»
«Το Γιαλόξυλο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» 
 
  Γράφει ο Στυλ. Καβάζης
Κάθε φορά που θέλω πραγματικά να ταξιδέψω, δεν ανοίγω χάρτες. Δεν ψάχνω προορισμούς. Παίρνω ένα βιβλίο από τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη που έχω στη βιβλιοθήκη μου, το ανοίγω στην τύχη και αφήνω τον κυρ-Αλέξανδρο να με πάρει μαζί του.
Σήμερα έπεσα στο «Γιαλόξυλο».
Ένα από τα σχετικά άγνωστα διηγήματά του. Κι όμως, ακόμη κι εδώ, σε ένα φαινομενικά μικρό και απλό αφήγημα, ο Παπαδιαμάντης κατορθώνει το ακατόρθωτο μέσα σε λίγες σελίδες χωράει ολόκληρο τον άνθρωπο.
Δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία.
Ανατέμνει μια κοινωνία.
Παρατηρεί ανθρώπους, χαρακτήρες, αδυναμίες, πάθη, σχέσεις, μικρότητες, φιλοτιμίες, φτώχεια, πονηριά, καλοσύνη. Καταγράφει χωρίς στόμφο την καθημερινότητα μιας Ελλάδας που έφυγε, αλλά μέσα από τις σελίδες του εξακολουθεί να αναπνέει.Το «Γιαλόξυλο» όπως και σχεδόν όλα τα διηγήματα του είναι ταυτόχρονα κοινωνιογραφία, ψυχογράφημα, φιλοσοφικός στοχασμός και βαθιά ανθρώπινη παρατήρηση.
Αυτό ακριβώς πιστεύω πως είναι το μεγαλείο του Παπαδιαμάντη.Δεν χρειάζεται μεγάλες ιστορίες για να μιλήσει για τα μεγάλα.Του αρκεί ένα μικρό περιστατικό, ένας φτωχός άνθρωπος, μια βάρκα, ένα κομμάτι ξύλο που ξέβρασε η θάλασσα και από εκεί ανοίγει μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος.Μια Ελλάδα φτωχή, σκληρή, θαλασσινή, γεμάτη στερήσεις, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ζωή. Μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους, όπου η χαρά και η δυστυχία ήταν κοινή υπόθεση, όπου η φήμη ταξίδευε από στόμα σε στόμα και η θάλασσα ήταν όχι απλώς τοπίο, αλλά τρόπος ζωής και μοίρα.
Ο Παπαδιαμάντης κοιτάζει αυτή την κοινωνία με την μοναδική του μάτια χωρίς να την εξιδανικεύει.Δεν κρύβει τις αμαρτίες της.
Δεν κρύβει τις μικρότητές της.
Δεν κρύβει την ανθρώπινη αδυναμία.
Μα ούτε και την περιφρονεί.
Γιατί γνωρίζει κάτι που η εποχή μας έχει ξεχάσει
ο άνθρωπος δεν γίνεται καλύτερος επειδή αλλάζει εποχή.Αλλάζει τα σπίτια του, τα ρούχα του, τα εργαλεία του, τις μηχανές του, τις συνήθειές του.Η ψυχή του όμως παραμένει εκπληκτικά ίδια.Η απληστία, η ζήλια, η φιλοδοξία, η μοναξιά, η ανάγκη για αγάπη, η ενοχή, η μετάνοια, η μικρότητα, η γενναιοδωρία όλα υπήρχαν τότε.Όλα υπάρχουν και σήμερα.
Γι’ αυτό ο Παπαδιαμάντης δεν παλιώνει.
Θα μπορούσε να σταθεί άνετα δίπλα στα ιερά τέρατα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στον Τσέχωφ για την απαράμιλλη παρατήρηση της ανθρώπινης ψυχής. Στον Ντοστογιέφσκι για το βάθος των χαρακτήρων. Στον Τολστόι για την ικανότητα να μετατρέπει την καθημερινότητα σε καθολικό ανθρώπινο δράμα.
Μόνο που για εμάς τους Έλληνες υπάρχει κάτι ακόμη.Κάτι που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανέναν και καθιστά τον Παπαδιαμάντη πραγματικά την κορυφή των κορυφών όπως τον είχε χαρακτηρίσει και ο εξίσου κορυφαίος ποιητής μας Κωνσταντίνος Καβάφης.Οι μεγάλοι συγγραφείς της ανθρωπότητας μπορούν να μας μεταφέρουν σε έναν κόσμο, όμως ο Παπαδιαμάντης μάς επιστρέφει στον δικό μας.
Μας πηγαίνει στη Σκιάθο.
Στα ακρογιάλια.
Στα φτωχικά σπίτια.
Στα ξωκκλήσια.
Στις καμπάνες.
Στα πανηγύρια.
Στα καΐκια.
Στις αυλές.
Στις χαρές και στα πένθη.
Στις ψυχές των ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς.Μας κάνει να ακούσουμε ξανά μια Ελλάδα που σήμερα κινδυνεύουμε να γνωρίζουμε μόνο από φωτογραφίες και μουσειακές προθήκες.
Η Ελλάδα του Παπαδιαμάντη δεν είναι σύνθημα. Είναι βίωμα.Υπάρχει στη γλώσσα του, στη θάλασσά του, στο τοπίο του, στην βαθιά πίστη του στην Ορθοδοξία, στα ήθη, στα έθιμα, στους ανθρώπους του.Υπάρχει στην ίδια την ανάσα των σελίδων του και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της εποχής μας.Ζούμε σε έναν κόσμο που έχει περισσότερα μέσα από ποτέ για να επικοινωνεί και λιγότερη πραγματική επικοινωνία.Έχουμε περισσότερη πληροφορία και λιγότερη μνήμη.Περισσότερη ταχύτητα και λιγότερο χρόνο.Περισσότερη «πρόοδο» και συχνά λιγότερη γνώση του ποιοι υπήρξαν πριν από εμάς.
Νομίσαμε πως για να κοιτάξουμε μπροστά πρέπει να ξεχάσουμε πίσω.
Καπώς έτσι ασυναίσθητα ανοίγεις τον Παπαδιαμάντη και ανακαλύπτεις πως ο άνθρωπος που έζησε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα σε γνωρίζει καλύτερα απ’ όσο νόμιζες ότι σε γνώριζε η δική σου εποχή.Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης.Ο άνθρωπος που πήρε τις μικρές ζωές των ταπεινών ανθρώπων και τις έκανε μεγάλη λογοτεχνία.Που πήρε μια μικρή κοινωνία και την έκανε καθρέφτη ολόκληρης της ανθρωπότητας.Που πήρε την Ελλάδα της εποχής του και την πέρασε στην αιωνιότητα.Ακριβώς γι’ αυτό κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο του στην τύχη, δεν αισθάνομαι ότι απλώς
διαβάζω.Αισθάνομαι ότι επιστρέφω.Επιστρέφω σε έναν κόσμο που δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αλλά μου είναι παράξενα οικείος.Σε μια Ελλάδα που έφυγε.Μια Ελλάδα που δεν ήταν τέλεια όπως καμία εποχή δεν είναι άλλωστε,αλλά είναι πραγματικά δική μας.
Όσο οι σελίδες γυρίζουν, τόσο ακούγεται μέσα μου εκείνη η φράση:
«Ποῦ ἡ μακαρία ἐκείνη ἐποχή…»
Και τότε καταλαβαίνω πως δεν είναι απλώς νοσταλγία αλλά μια βαθιά υπενθύμιση για το πόσο γρήγορα περνά η ζωή.
Γιατί πράγματι:
«πόσον γρήγορα τὰ παρόντα γίνονται παρελθόντα!»
Οι εποχές περνούν.
Οι άνθρωποι φεύγουν.
Τα σπίτια γκρεμίζονται.
Οι φωνές σβήνουν.
Οι δρόμοι αλλάζουν.
Η μνήμη ξεθωριάζει και όμως, κάπου ανάμεσα στα κύματα, σαν ένα παλιό γιαλόξυλο που αρνείται να βυθιστεί, επιπλέει ακόμη ένας ολόκληρος κόσμος.Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη.
Ο κόσμος μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια όπως τότε, αλλά υπάρχει ακόμη όσο υπάρχουν άνθρωποι που την θυμούνται.
Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα θελήσετε πραγματικά να ταξιδέψετε, δοκιμάστε κάτι απλούστερο.Μην αρχίσετε να ψάχνετε στο Google και σε ταξιδιωτικά γραφεία για τον επόμενο προορισμό σας.Απλά ανοίξτε Παπαδιαμάντη.
Πάρτε ένα βιβλίο του από τη βιβλιοθήκη σας, ανοίξτε το στην τύχη και αφήστε τον κυρ-Αλέξανδρο να σας οδηγήσει.
Δεν θα χάσετε μια ώρα διαβάσματος.
Θα κερδίσετε ένα ταξίδι και μπορεί να γυρίσετε από αυτό με κάτι πολύ πιο πολύτιμο από μια ανάμνηση,με την Ελλάδα λίγο περισσότερο μέσα σας.

Γιατί ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε απλώς για την Ελλάδα που έζησε.Την διέσωσε και όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα ανοίγουν τις σελίδες του,η Ελλάδα εκείνη,η αληθινή Ελλάδα δεν θα χαθεί.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΙΑ

[DPP_8852.jpg]


κύρ  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Στο κέντρον της επάνω πόλεως
με τό καμπαναριό της, που ειν' ένα στολίδι
του λιμένος και της προκυμαίας,
στέκει ο ναός της Παναγίας.

5 'Ωραίος ό ναός, τό τέμπλο ωραίο,
ώραία τα λαμπρά τα εικονίσματα,
ωραίες κ' οι νορίτισσες που εκκλησιάζονται,
όλα ωραία.

Στολισμένο το τέμπλο με χρυσές ποδιές,
10 στολισμένος ο χορός και τα στασίδια
με μυρτιές και δάφνες,
στολισμένες κ' οι κόρες που πηγαίνουν
νε εκκλησιασθούν στην Παναγία.

Αριστερά στο τέμπλο στέκεται
η εικόνα σου η μεγάλη [θεωpός]
15 όλη ασημένια όλη, Παναγία μου,
με τ' άσημοκάντηλά της.

Απάνω στην εικόν' αφιερώματα
κρέμονται, καραβάκια, γολετίτσες,
καΐκια, βάρκες, μπάρκα τριοκάταρτα,
20 όλ' αφιερώματα των πλοιάρχων.

Κ' οι καπεταναίοι οι παλαιοί
καθένας έχει στο ναό βαλμένο
από ένα λίθο' και καθένας έχει
ένα στασίδι γύρω γύρω στο δεσποτικό
και γύρω γύρω στο παγκάρι, όλοι τους.

Τάζουν στην Παναγία και τούς δίνει
καλά ταξίδια, γαληνιάζ' η θάλασσα
όταν στο πέλαγο την επικαλεσθούν
την Παναγία την Σαλονικιά.

"Αμποτε να 'σαι βοηθός, Παρθένα μου,
κ' εις τους χειμαζομένους εις του βίου
τα βάσανα και τας ανάγκας, άμποτε
να είσαι βοηθός και σωτηρία.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδην




Γράφει ὁ Αγιασμένος Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος γιὰ τὶς ἀγρυπνίες στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο τὸν παπα ‐ Πλανᾶ:

«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν.»

Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».

Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…

Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.

Ἔἰς τὸν παπα‐ Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: « ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».

«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.

Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».

«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.

Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.

Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


... Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να 'χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το "θα μπορούσαμε" είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. "Σα να 'χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου".

... Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ' έναν αγρό. Παράξενη ελευθερία που η συμβατική αντίληψη για τη σύνταξη του άλλου Σκιαθίτη [δηλ. του Μωραϊτίδη] δεν της επιτρέπει ν' απλωθεί. Αυτές οι νησίδες των παρομοιώσεων και των μεταφορών που αφθονούν στα κείμενα του πρώτου, χωρίς ποτέ να τα μεταβάλλουν σε πεζοτράγουδα, κάποτε και οι απλές περιγραφές, με μια μόνον, ίσως, ανάμεσά τους ανορθοδοξία (που κι αυτήν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις με την πρώτη ματιά), τέλος μερικές, κατά μέρη άνισα, εισβολές της δημοτικής, απροσδόκητες, αρκούν, για ν' αποσπάσουν τη γλώσσα αυτή απ' την παγερότητα και να κυματίσουν την επιφάνειά της μ' έναν τρόπο που δεν έχει τον όμοιό του στα πεζογραφήματα της εποχής.


Οδυσσέας Ελύτης
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη


Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

!!!

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "กยู้งมว <<Εγώ τόν σταυρό μου θά τόν φέρω πάντοτε. Κι äv δέν μπορώ νά τόν φέρνω, τούλάχιστον θά τόν σέρνω. Γιατί δέν θέλω νά τόν χάσω. Θέλω νά βρώ τό έλεος τοΐ Χριστού καί τή Σωτηρία καί τή Βασιλεία Tou.» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 경4도과 กาแ2"

Μεγάλε, Παπαδιαμάντη..

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Ερωτικός Παπαδιαμάντης ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣΛΙΟΝΤΑΚΗΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ ΕΚΤΗΕΚΔΟΣΗ ΕΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ nATAKΗ"

Διαβάζοντας στον "ερωτικό Παπαδιαμάντη", διηγήματα όπως το "Όνειρο στο κύμα" και το "έρως-ήρως" παρατηρεί κανείς, αυτό που συμβαίνει πολύ συχνά στον έρωτα , ότι ο ερωτευμένος αδειάζει όπως λέμε τον εαυτό του χάριν τού άλλου, αλλά θαρρώ μόνο ή κυρίως όταν ο άλλος ανταποκρίνεται. Όταν αδιαφορεί όμως ο τελευταίος, ο ερωτευμένος λέει "σ' αγαπώ" είτε σαν παράκληση, είτε σαν προσπάθεια να επιβληθεί στον άλλον, είτε σαν να του επιβάλλει ενα χρέος. Στα διηγήματα αυτά ο Παπαδιαμάντης βάζει και κάτι άλλο που καταλύει την ερωτική φιλαυτία.
Καλά, κοινοτοπίες θα πείτε. Ο έρωτας έχει ιδιοτέλεια, κι αυτό φαίνεται και στον Παπαδιαμάντη. Μάλιστα οι άντρες- ήρωες των εν λόγω διηγημάτων σκέφτονται ακόμη και το κακό προκειμένου να αποκτήσουν τις γυναίκες που αγαπούν. Στον έρωτα υπάρχει τρυφερότητα αλλά και πολλή σκληρότητα (στο όνομα της αγάπης).
Ο Γιωργής στο Έρως-ήρως θέλει να βουλιάξει τη βάρκα όπου επιβαίνουν η Αρχόντω, η γυναίκα που αγαπάει (αλλά, όντας μέσα στη βάρκα, πηγαίνει ως νύφη στο σπίτι του γαμπρού...) και οι δικοί της, θέτοντας σε κίνδυνο τις ζωές όλων αλλά και της Αρχόντως, την οποίαν όμως σκέφτεται ότι θα την σώσει ο ίδιος (ίσως και για να κερδίσει την αγάπη της).
Το βοσκόπουλο στο Όνειρο στο κύμα, βλέπει την Μοσχούλα να κολυμπά γυμνή και του πέρασε από το μυαλό "να εκινδύνευεν άξαφνα! να έβαζε μια φωνή! [...], και να εφώναζε βοήθειαν!..." Οπότε κι εδώ ο ερωτευμένος βοσκός σκέφτεται τον εαυτό του, ήγουν πώς θα έρθει κοντά στην αγαπημένη έστω κι αν αυτή πρέπει πρώτα να κινδυνεύσει... Και όντως συμβαίνει αυτό, κι ο βοσκός σώζει από πνιγμό τη Μοσχούλα. Αλλά "κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!".
Στο Έρως-ήρως, ο Γιωργής δε βυθίζει τη βάρκα, αφήνει την αγαπημένη του να πάει εκεί που κίνησε να πάει. "Είπεν: 'Ας πάγη, η πτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!' Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κι εφάνη ήρως εις τον έρωτά του - έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας".

 Γιώργος Μπάρλας

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ο Αγιος Μάρκος ο Ευγενικός στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




του Οικονόμου, Χρήστου Σειταρίδη


Η σπουδή και η μελέτη των Παπαδιαμαντικών κειμένων αποδεικνύει σαφέστατα ότι ο Σκιαθίτης λογοτέχνης αγαπούσε ενσυνείδητα την Εκκλησία. Η διακονία από την παιδική ηλικία δίπλα στον ιερέα πατέρα του διαμόρφωσε τον εσωτερικό του κόσμο, ώστε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να προσφέρει στην Εκκλησία απ’ όποιο μετερίζι του εζητείτο. Είναι, επομένως, απολύτως φυσιολογικό να παρατηρούμε στα κείμενά του συχνές αναφορές στη ζωή των αγίων, σε πανηγύρια της αγαπημένης του Σκιάθου καθώς και ποιητικές συνθέσεις αφιερωμένες στους αγίους.


Η εξόχως σημαντική προσωπικότητα του Αγ. Μάρκου του Ευγενικού αποτελούσε για τον Παπαδιαμάντη ένα κορυφαίο παράδειγμα Αγίου, ο οποίος κάτω από δύσκολες για την Ανατολική Εκκλησία περιστάσεις ανέλαβε στη σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας το 1438-9 την ευθύνη της αντίστασης στις επεκτατικές φιλοδοξίες της Δυτικής Εκκλησίας. Ήταν ο μοναδικός από τους μετέχοντες της συνόδου εκπροσώπους της Ανατολικής Εκκλησίας, ο οποίος δεν υπέγραψε το ενωτικό κείμενο μεταξύ των δυο Εκκλησιών. Αυτά συνέβαιναν παρά το γεγονός ότι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μοναχοί, κληρικοί και λαϊκοί είχαν υπογράψει το ενωτικό κείμενο. Μεταξύ αυτών ο Επίσκοπος Νικαίας και μετέπειτα Καρδινάλιος της Δύσης Βησσαρίων!


Ήταν τέτοια η ακτινοβολία του Αγ. Μάρκου, ώστε ο τότε πάπας Νικόλαος να αναφωνήσει «Νίχιλ Φέτσιμους» ότι δηλαδή «ουδέν εποιήσαμεν». Παραθέτει μάλιστα ο Παπαδιαμάντης τα λόγια του Κολλυβά Αγίου Αθανασίου του Παρίου για τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: “Ο διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος, εκκλησιαστικός συγγραφεύς ακμάσας εν αρχή της ενεστώσης εκατονταετηρίδος, λέγει περί του Μάρκου τούτου του Ευγενικού ότι είναι ουχί μόνον ίσος προς τους Βασιλείους και Χρυσοστόμους, αλλά πολλώ ανώτερος αυτών. Διότι εκείνοι μεν εν μέσω πολλών ομοφρόνων εκήρυττον τα ορθόδοξα δόγματα. Ούτος δε μόνος προς πολλούς ηδυνήθη ν’ αντιστή εις τας υπερφιάλους αξιώσεις της Παποσύνης, εγκαταλειφθείς δε, κατά τον ψαλμωδόν, παρά γονέων και αδελφών, δεν απέβαλε το θάρρος, αλλά κατέρριψε την “δυτικήν οφρύν” κατά τον πολύν Φώτιον. Όσοι επιθυμούσι πλείονας πληροφορίας περί τούτου παραπέμπονται εις το σύγγραμα του ειρημένου Αθανασίου του Παρίου το επιγραφόμενον “ο Αντίπαπας” ”.


Ο Παπαδιαμάντης αναφέρει επίσης τη συνήθεια πολλών ορθοδόξων Αγιογράφων να παριστάνουν τον Αγ. Μάρκο πάνω σ’ ένα αρχιερατικό θρόνο, να βαστά το ιερό Ευαγγέλιο και την αρχιερατική ράβδο και στα πόδια σε στάση μετανοίας τον Πάπα Νικόλαο, από τον οποίο φεύγει η τιάρα από το κεφάλι και καταλήγει στα πόδια του Αγ. Μάρκου.


Εξετάζοντας τη σύνοδο της Φερράρας ιστορικά, μιλά επικριτικά για τον Βησσαρίωνα. Ο Παπαδιαμάντης θεωρεί ότι και ο Βησσαρίων θα έπρεπε να επιστρέψει στην Ανατολή μετά τη σύνοδο, όπως όλοι οι υπόλοιποι, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη υπογράψει, κάτι που θα εθεωρείτο ως μη γενόμενο. Πίστευε (ο Παπαδιαμάντης) ότι οι δυτικοί δεν ήταν δυνατόν να πεισθούν από τα τεκμήρια των ανατολικών και τους χαρακτηρίζει πιο δύσπιστους και από τον μαθητή του Κυρίου Θωμά. “Μάρτυς τούτου αυτός ο Καρδινάλιος Βησσαρίων, όστις επί ήμισυ αιώνα ηγωνίζετο ματαίως να εμπνεύσει εμπιστοσύνην εις τους συναδέλφους αυτού. Τούτο αποδεικνύει ότι πρέπει να μένη τίς εν τη τάξει εν η ευρέθη απ’ αρχής, όσον ταπεινή και πενιχρή και αν φαίνεται αυτή, αιρετωτέρα δε είναι αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής”.


Το γεγονός ότι ο Βησσαρίων προσήλθε στη σύνοδο ως ένας εκ των εκπροσώπων των ορθοδόξων και κατέληξε στο τέλος να γίνει Καρδινάλιος της Παπικής Εκκλησίας, αποδεικνύει, κατά τον Παπαδιαμάντη, ότι δεν διακρινόταν για την ακέραιη χριστιανική του πίστη. Τόσο μάλιστα οξύμωρο του φαίνεται ώστε να τον κατατάσσει κάτω και από τον Γεώργιο Πλήθωνα τον γεμιστό. Αντίθετα η σθεναρή στάση του Αγ. Μάρκου διατήρησε και ίσως ενίσχυσε το ορθόδοξο φρόνημα του πιστού λαού και έγινε με ανακούφιση δεκτή.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη

 

«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
(Ἰεζεκιήλ)

ΚΎΡ Ἀλέξανδρος  Παπαδιαμάντης 

Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὡς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολάς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.

Διατὶ αὐτά; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.

Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» (στεγασμένος χῶρος στήν πρύμνη) τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν.

– Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;

Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβεν τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισον περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα, ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει.

– Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!

Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὡς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξη ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε. Ἐπήδησε ἔξω, κι᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύση αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κι᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλλο τοῦ καμπαναριοῦ.

Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε, καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόποοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.

Μετὰ δυὸ ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας – καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του – ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν». Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρη, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.

Τὴν Κυριακὴν ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον, ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» – ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ Δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον, ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαόν», καὶ ὄχι ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν – ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.

Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ Δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾶ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται, μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος, διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήση, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Τέλος κατώρθωσε νὰ δώση λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχε ξοδεύσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχε ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα – ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὠμοίαζε μὲ τὸν ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χίλιους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit. (μά καί ὁ ἀρχιποιητής πίνει γιά χίλιους)

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του – τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴν κρατοῦν ποτὲ ράβδον – ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κι᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Ζωντανοὶ μέσα στὸν Ἅδη



Στρατής Ψάλτου
Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἑορτολογικὸ γεγονός. Ἀποτελεῖ καὶ τὴ δυνατότητα μιᾶς ἐμπειρίας ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Μιὰ μετατόπιση σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, μὲ τὴν ὁποία ὁ κόσμος εἶναι δυνατόν νὰ χάσει τὸ βάρος του. Σὰν νὰ ἀνοίγει μέσα στὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι μιὰ ρωγμὴ φωτός. Μιὰ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἴδιο τὸν Ἅδη. Κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἐμπειρία περιγράφει ὁ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σ᾿ ἕνα ἀθηναϊκὸ διήγημά του, τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1896 μὲ τὸν τίτλο «Ο ξεπεσμένος δερβίσης».

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ποὺ ἔμενε συνήθως ἀνοικτὸ τὰ βράδια, ἔβρισκε καταφύγιο κάποιος, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης τὸν περιγράφει ὡς ἐξῆς: «Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστ'ον… Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένεια του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας».

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν δίνει ἄλλες πληροφορίες γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει νὰ τὸν συνοδεύσει μ᾿ ἕνα πλῆθος ἀποριῶν. «Εἶχεν ἀναφανῆ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος; Ἦτον δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος;» Πάντως, ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξῆς τὸν ἀναφέρει ὡς δερβίση.

Αὐτὸς ὁ δερβίσης, λοιπόν, καθόταν καθημερινὰ σ᾿ ἕνα καφενεῖο στὸ Θησεῖο, ἔπινε μαστίχα, καὶ οἱ διάφοροι θαμῶνες ποὺ ἔρχονταν σ᾿ αὐτὸ τοῦ ζητοῦσαν νὰ παίξει κάποιο τραγούδι μὲ τὸ νάϊ του. Στὸ καφενεῖο αὐτὸ κοιμόταν κιόλας τὰ βράδια, καθὼς ἦταν ἄστεγος, ἀνέστιος, πλάνητας. Κουβαλοῦσε τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχασε ὅ,τι εἶχε. Εἶχε χάσει πατρίδα. Εἶχε χάσει οἰκείους. Εἶχε χάσει ἀξιώματα. Κι ἔφτασε τώρα νὰ περιπλανιέται σὰν σκιὰ τοῦ παλιοῦ του ἑαυτοῦ μέσα στὴ ξένη πόλη. Τὸ καφενεῖο εἶχε γίνει προσωρινὸ λιμάνι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε πια λιμάνι.

Κι ἐνῶ τὰ πράγματα ἦταν γι᾿ αὐτὸν δύσκολα, ἔγιναν ἀκόμη δυσκολότερα. Τὰ βράδια τὸ καφενεῖο ἔμενε ἀνοικτό. Ὅμως τώρα, ἔστω γιὰ λίγα βράδια, ἔπρεπε νὰ κλείσει. Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ περιπολοῦσε στὴν περιοχή, προκειμένου νὰ δείξει στὸν καινούργιο προϊστάμενό του ὅτι συμμορφώνεται μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ ἔλαβε, «διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ' ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ».

Ὁ Παπαδιαμάντης κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο στήνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ σκηνικὸ γιὰ ἕνα μικρὸ δράμα. Ὁ δερβίσης ἔφυγε ἀπὸ τὸ καφενεῖο καὶ ρίχτηκε ἀνέστιος μέσα στὴν ἀφιλόξενη, βροχερὴ νύκτα. «Ποῦ νὰ ὑπάγῃ; Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη». Στὸ βάθος αὐτῆς τῆς σήραγγας κατέβηκε ὁ δερβίσης. Ἡ κάθοδος αὐτὴ μοιάζει μὲ κάθοδο στὸν Ἅδη.

Κι ἐνῶ ὅλα ἔδειχναν νὰ βαραίνουν πάνω του ἀβάστακτα, συνέβη κάτι ἀπροσδόκητο καὶ παράδοξο. Ὁ δερβίσης «διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ». Ἡ μελωδία «ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα… πραεία, μειλιχία… χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον». Ἡ μελωδία ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὸ νάϊ δὲν ἦταν ἕνας ἀπλὸς ἦχος. Οἱ πέτρες, τὰ μάρμαρα, οἱ παλαιοὶ ὄγκοι τοῦ ναοῦ ἔμοιαζε νὰ ὑποδέχονται τὴ μελωδία μὲ μιὰ ἀπρόσμενη οἰκειότητα, σὰν νὰ ἀναγνώριζαν σ᾿ αὐτὴ κάτι γνώριμο ἀπὸ παλιά. «Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς… Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας». Ἡ μελωδία τοῦ νάϊ ἦταν ἡ μνήμη μιᾶς ἀρχαίας ἁρμονίας. Ταυτόχρονα, ἦταν ἡ φανέρωση μιᾶς γνώσης, μὲ τὴν ὁποία ἡ χαρὰ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα στὴν ἔλλειψη καὶ ἡ πληρότητα μπορεῖ νὰ ἀναδυθεῖ μέσα στὸ ἐλάχιστο.

Ἡ σκηνὴ αὐτὴ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ἂν ἰδωθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς αἰσθητικῆς θεωρίας τοῦ Theodor W. Adorno. Γιὰ τὸν Adorno, ἡ νεωτερικὴ τέχνη ὀφείλει νὰ παραμένει πιστὴ στὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα τῆς κοινωνίας. Ὁ κόσμος χαρακτηρίζεται ἀπὸ σχέσεις κυριαρχίας, ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἀλλοτρίωσης· γι᾿ αὐτὸ ἡ τέχνη δὲν πρέπει νὰ προσφέρει εἰκόνες ἁρμονίας. Ἡ ἀληθινὴ τέχνη ὀφείλει νὰ ἐνσωματώσει μέσα στὴ μορφή της τὴν ἴδια τὴν ἀντίφαση τοῦ κόσμου καὶ νὰ γίνει μιμητικὴ ὄχι ὡς ἁπλὴ ἀναπαράσταση τῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς μορφικὴ μίμηση τῆς κοινωνικῆς ἀσυμφιλίωτης πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς θέσης ἀποτελεῖ ἡ μουσικὴ τοῦ Arnold Schoenberg. Ἡ ἔνταση, ἡ ἀστάθεια καὶ ἡ ἀπουσία τονικοῦ κέντρου μετατρέπονται σὲ μορφικὴ μαρτυρία μιᾶς πραγματικότητας ποὺ δὲν ἐπιτρέπει αἰσθητικὴ ἀνάπαυση. Ἡ ἀτονικότητα καὶ ἡ διάλυση τῆς παραδοσιακῆς ἁρμονίας ἐκφράζουν, σύμφωνα μὲ τὸν Adorno, μιὰ ἱστορικὴ κατάσταση ὅπου ἡ συμφιλίωση δὲν μπορεῖ πλέον νὰ παρουσιαστεῖ ὡς αἰσθητικὴ ἐμπειρία.

Ὡστόσο, ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση στὸν Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φαίνεται νὰ ἀνοίγει μιὰ διαφορετικὴ δυνατότητα. Μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σήραγγας, μοιάζει νὰ αἴρεται τὸ βάρος τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀποκαθίσταται καμία τάξη οὔτε ἀλλάζει ἡ μοῖρα τῶν πραγμάτων. Ὅμως μιὰ χαρὰ γεννιέται «μὲ τὸ τίποτα». Μιὰ ἀνάσταση μέσα στὴν ἴδια τὴ νύχτα τῆς ἱστορίας. Μιὰ ἐμπειρία ποὺ δὲν ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ μεταμόρφωση τῆς σχέσης μαζί του. Μιὰ σιωπηλὴ μορφὴ ἀντίστασης ἀπέναντι στὴ δύναμη ποὺ τὸν διαμορφώνει.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτική, μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ καὶ μιὰ κριτικὴ πρὸς τὴν αἰσθητικὴ θέση τοῦ Adorno. Ἡ ἐπιμονὴ στὴν αἰσθητικὴ τῆς δυσφορίας παραμένει δεσμευμένη στὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν κόσμο τὸν ὁποῖον καταγγέλλει. Ἂν ἡ τέχνη περιορίζεται στὸ νὰ μιμεῖται τὴν ἀσυμφιλίωτη πραγματικότητα, ἀναπαράγει τὸ ἴδιο πλαίσιο ἐπιθυμίας καὶ σύγκρουσης, ὅπως οἱ πρῶτες μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, στὶς ὁποῖες τὸ μικρὸ παιδὶ χαίρεται ὅταν κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, κλαίει ἢ ἀρνεῖται μὲ πείσμα καθετὶ ἄλλο, ὅταν αὐτὸ λείπει. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ἡ ἐπιθυμία παραμένει δεσμευμένη στὴν ἴδια λογικὴ κυριαρχίας.


Ἡ σκηνὴ τοῦ δερβίση ὑποδηλώνει μιὰ διαφορετικὴ κατεύθυνση. Ἡ τέχνη δὲν περιορίζεται στὴν καταγραφὴ τῆς δυσφορίας τοῦ κόσμου· καθιστᾷ ὁρατὴ τὴ δυνατότητα τῆς ἐλευθερίας μέσα στὴ σκοτεινὴ ἱστορία. Γίνεται ἡ ἔκφραση μιᾶς διαφορετικῆς μορφῆς ζωῆς: μιᾶς ζωῆς ὅπου ἡ ἐπιθυμία ἔχει ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας. Ὅπως ἡ μελωδία τοῦ δερβίση, μὲ τὴν ὁποία ἡ πληρότητα ἐμφανίζεται μέσα στὸ ἐλάχιστο. Μιὰ ἀνάσταση ποὺ δὲν καταργεῖ τὸν Γολγοθᾶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τοῦ βγάζει τὸ κεντρί. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» (Α´ Κορ. 15, 55). Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, Ἅδη, ἡ νίκη σου;

Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του κυρ Φώτη Κόντογλου.



Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Αγιος Νικολας Πλανας και Παπαδιαμάντης

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

“Σώπα ευλογημένε
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει”
(Όταν ο Παπαδιαμάντης έχασε την ψυχραιμία του)
Οι Άγιοι με το παράδειγμά τους και το βίωμα τους μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Τον δρόμο του Ευαγγελίου, αυτόν δηλαδή που μας δίδαξε ο Κύριος. Στο πρόσωπο του ελαχίστου συνανθρώπου μας να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό..
 
~ Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς πήγαινε για αγιασμό ή Ευχέλαιο σε σπίτια χριστιανών.
Κάποια φορά βρέθηκε στο Κολωνάκι
(με τον Παπαδιαμάντη που του έκανε τον ψάλτη)
Τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσανε.
Και κατεβαίνει από ένα αρχοντικό σπίτι.
Οι ζητιάνοι τον ειδαν και μεταξύ τους ελεγαν:
«Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Πάμε και μεις».
Και ήτανε στην ουρά, μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα -κούτσα και του λέει, παπά δώσε μου. Και ότι είχε στη τσέπη του ο Άγιος τα έβγαλε και τα έδωσε.
Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά πρόσεξέ τον,
γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
– Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, αυτός κάνει
το γύρο του τετραγώνου από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει μπροστά στον Άγιο.
Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς
και τα δίνει.
Θύμωσε ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά !!
– Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.
Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο.
Εκεί, τα ‘χασε,
έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου;
Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις.
Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα,
τα ίδια σκέρτσα κάνει.
Και λέει,
– Σώπα ευλογημένε,
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει.
Ο Χριστός, ο Κύριος όλων, το είπε ξεκάθαρα:
«Ο,τι κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα» (Ματθ. 25, 40). Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ο Παπαδιαμάντης γιά τό «θρησκευτικό διήγημα» καί η ενάντια κριτική


του Γεωργίου Σίσκου*Σύνδεσμος

Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα μιά αποδόμηση ενός παπαδιαμαντικού κειμένου, καθώς τό συνήθως άτακτο ύφος του –κατεξοχήν στό νοηματικό επίπεδο- εκβάλλει σέ μιά ατιθάσευτη απειροδυναμία νοήματος. Ο λόγος του, μιά πολυπρισματική πρόταση ανάγνωσης, κριτικός εις εαυτόν καί στούς έναντι, διαρκώς αναδιπλώνεται φανερώνοντας παράλληλες διαδρομές, πού συναπαρτίζουν ένα αδάμαστο όλον.

Όσα θά εκτεθούν στήν συνέχεια είναι ένα κριτικό προοίμιο στήν ανάγνωση τού παπαδιαμαντικού διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», τό οποίο (προοίμιο) εστιάζεται κυρίως σέ δύο σημεία, τά οποία δέν έχουν αποκλειστική σχέση μέ τήν γιορτή τής «Λαμπρής» (τό Πάσχα), άρα είναι κάθε στιγμή τού έτους επίκαιρα. Τά δύο σημεία είναι: α) Η λογοτεχνική σκοπιμότητα συγγραφής ενός θρησκευτικού διηγήματος και β) μιά κριτική ή, καλύτερα, ανατομία τής κριτικής τών αναγνωστών τού καιρού πού έγραφε ο Παπαδιαμάντης τά διηγήματά του.

Λογοτεχνική σκοπιμότητα τού θρησκευτικού διηγήματος.

«Τό εννοείν είναι η αρχέγονη μορφή απαρτίωσης τού ανθρωπίνου εδώ-είναι ως είναι-εν-τώ-κόσμω. Πρίν από οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση τού εννοείν πρός τίς δυό κατευθύνσεις τού πρακτικού καί τού θεωρητικού ενδιαφέροντος, τό εννοείν είναι ο τρόπος υπάρξεως τού εδώ-είναι πού τό καθιστά ένα δύνασθαι υπάρχειν καί μιά δυνατότητα» . Αυτό σημαίνει πώς ο τρόπος πού εννοούμε τά πράγματα καί στήν συνέχεια τά καταγράφουμε δέν είναι μιά ενέργεια πού έπεται τής ύπαρξης, αλλά ο αρχέγονος καί πρωταρχικός τρόπος τής ίδιας τής ανθρώπινης ζωής. Έτσι καί ο Παπαδιαμάντης δέν γράφει απλώς θρησκευτικά διηγήματα. Υπάρχει ως χριστιανός καί ούτως η ματιά του προσηλώνεται μονοδρομικά πρός τό ενοποιητικό κέντρο τής ανθρώπινης ύπαρξης, τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Τόν Χριστό, ο οποίος ενώνει τόν ουρανό μέ τήν γή καί αποκαλύπτει τόν έσχατο προορισμό τού ανθρώπου: τόν εγκεντρισμό τής θεότητας στήν θνητή σάρκα . Επιλέγει ο σκιαθίτης, πέρα από κάθε ψυχαναλυτική ανάλυση τής «εκκλησιοκεντρικώς διαμορφούμενης» παιδικής του ηλικίας, τήν χριστο-λογική ανάγνωση τών γεγονότων πού περιγράφει. Επιλέγει αυτόν τόν τρόπο ανάγνωσης, γιατί ο ίδιος πρωτίστως υπάρχει ως χριστιανός.

Είναι πολύ φυσική η έκπληξή του, απέναντι στήν απαξίωση αναγνωστών καί κριτικών, γιά τό χριστο-κεντρικό περιεχόμενο τών πασχαλινών καί χριστουγεννιάτικων κειμένων του κατά τίς αντίστοιχες εορτές: «Νά φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις τά μέγαρα μεγάλου άρχοντος, καί νά μή προπίης εις τιμήν τού Οικοδεσπότου! Νά απολαύσης (ξενίας δεσποτικής καί αθανάτου τραπέζης) καί νά μή αποδώσης ευχαριστίαν εις τόν εστιάτορα!» . Η πρόποση καί η ευχαριστία στόν οικοδεσπότη καί εστιάτορα Χριστό, προσφέρεται ταπεινά μέσα από τίς καταγραφές τών λειτουργικών συνάξεων τού σκιαθίτη. Δέν είναι καθόλου τυχαία, νομίζουμε, η αλληγορία τής τράπεζας καί τής ευχαριστίας. Αποτελούν τά σημεία πού αποκαλύπτουν τόν Θεάνθρωπο: «εγώ ειμί ο άρτος ο ζών ο εκ τού ουρανού καταβάς? εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου, ζήσεται εις τόν αιώνα. καί ο άρτος δέ όν εγώ δώσω, η σάρξ μού εστιν, ήν εγώ δώσω υπέρ τής τού κόσμου ζωής» . Μπροστά σέ τούτο τό απερίγραπτο θαύμα δέν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο γιά νά περιγράψη ο σκιαθίτης, οπότε έρχεται αβίαστα τό συμπέρασμα ότι: «ουδαμού σχεδόν θά ευρήτε, ότι επεζήτησα βεβιασμένη θέση ή πλοκήν όπως γαλβανίσω τήν περιέργεια τού αναγνώστου».

Οι εκουσίως επιλέξαντες τήν αποστροφή τού προσώπου τού Χριστού αναρωτιούνται: «Δέν βλέπεις ότι τό αιώνιον θέμα σου εξαντλήθη, καί ότι ευρίσκεσαι εις τήν ανάγκην νά προσπαθής βία νά παρουσίασης απλήν παραλλαγήν κατ’ έτος;». Τό “αιώνιο” εξαντλείται, όταν συνειδητά επιλέξης νά τό εκμηδενίσης. Τότε πολύ απλά ο “θεός είναι νεκρός”, όποτε «δύνασαι νά δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς χωρίς νά κάμνης ποσώς λόγον περί Χριστουγέννων καί τού Πάσχα». Ξαναγυρνούμε στήν εναρκτήρια απόφανση τού Γκάνταμερ: στήν καταδίκη τής ανθρώπινης περατότητας, τού ανθρώπου νά επιλέγη αναγκαστικά εν αγωνία καί ρισκάροντας γιά τόν τρόπο πού εννοεί τά πράγματα. Γιά τόν τρόπο πού επιλέγει νά υπάρχη... Δέν υπάρχει κανένα ανθρώπινο επιχείρημα νά μάς πείση γιά τήν πίστη ή τήν απιστία. Υπάρχει μόνον η επιλογή... Βέβαια, τό δέντρο γνωρίζεται από τούς καρπούς του καί αντίστοιχα τό κάθε εννοείν φανερώνει τήν αξία του από τό εκπτυσσόμενο πράττειν. Μέ άλλα λόγια πώς κατορθώνει νά μετέρχεται τής ύπαρξης –δι’ εαυτόν καί διά τούς άλλους- ο Παπαδιαμάντης καί πώς οι επικριτές του. Μηδενίζοντας τήν συνεκτική δύναμη τού παντός, τό ενοποιητικό κέντρο τού είναι, «Τό έθνος τό ελληνικόν, τό δούλον τουλάχιστον, είναι ακόμη πολύ οπίσω, καί τό ελεύθερον δέν δύναται νά τρέξη αρκετά εμπρός, χωρίς τό όλον νά διασπαραχθή ως διασπαράσσεται, φεύ! ήδη».

Πρός μιά ανατομία τής ενάντιας κριτικής

Όταν ο σκιαθίτης γράφη τόν "Λαμπριάτικο Ψάλτη", ο νεοελληνικός διαφωτισμός έχει ήδη διαγράψει μιά εκατονταετία ζωής μέ δείγματα στά οποία «αντικατοπτρίζεται πιστά τό προοδευτικό πνεύμα τής εποχής διοχετευμένο...διά μέσου τής Γαλλίας καί τής γαλλικής γλώσσας, η οποία ιδιαίτερα τώρα επηρεάζει τήν παιδεία» . Παραπονιέται αγανακτισμένος ο σκιαθίτης στούς συγκαιρινούς πεφωτισμένους κριτικούς: «Ποιάν χάριν, σάς παρακαλώ, ποιάν δύναμιν ή πρωτοτυπίαν θά είχε τό νά λάβη τις τόν κόπον νά περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε νά λειτουργήση εις εξωκλήσιον χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποιοί καί πόσοι μετέσχον τής πανηγύρεως καί ποιά τινά ήσαν τά ήθη τών πανυγηριστών; Τούτο θά ήτο όλως ευτελές κατά τήν γνώμην τών κριτικών. Τό νά γράψη τις, ότι γηραιός εφόνευσε τήν συμβίαν του, κατ’ αυτήν τήν ημέραν τών Χριστουγέννων -χωρίς μήτε ο αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς νά υποπτεύσωσι κάν διατί τήν εφόνευσε- τούτο είναι υψηλόν καί πολυτελές κατά τήν εκτίμησιν μερικών».

Τήν λεπτή ειρωνεία τού κυρ-Αλέξανδρου θά αποτυπώση χωρίς περιστροφές ο κατοπινός καί συντεταγμένος στήν αυτή παράδοση Κόντογλου: «Μονάχα τά ευρωπαϊκά πράγματα ή, καλύτερα, τά Δυτικά, είναι γιά μάς ουρανοκατέβατα, όλα όσα έρχουνται από κείνες τίς χώρες πού βρίσκουνται κατά τό βασίλεμα τού ηλίου, ενώ δέν έχουμε τήν παραμικρή εκτίμηση σέ ό,τι έρχεται από τήν Ανατολή. Είμαστε γυρισμένοι κατά τό βασίλεμα τού ήλιου, σά νά περιμένουμε νά βγεί από κεί ο ήλιος».

Γέμει τό τέλος τού προοιμίου από τήν παπαδιαμαντική ειρωνεία απέναντι στήν μειονεξία τών φωτισμένων φιλευρωπαίων, κατά τούς οποίους τό «Ελληνικόν έθνος δέν είναι Βυζαντινόν». Άν από τό γεγονός Χριστός αποκοπή, λόγω «επιστημονικής εγκυρότητας», η σάρκωση τού Θεού ως μεταφυσική α-νοησία, τότε τό μόνο πού απομένει στήν ιστορία είναι η ηθική διδασκαλία ενός Εβραίου. Τί έχει, λοιπόν, νά πή στούς Έλληνες η ηθική ενός Εβραίου τήν στιγμή πού οι αρχαίοι πρόγονοί τους έφθασαν τήν ηθική «μέχρι τά απώτατα όριά της» καί «Γιά νά μπορέσει νά πάει κανείς μακρύτερα καί ψηλότερα... θά έπρεπε νά είναι κάτι περισσότερο από άνθρωπος» ; Η ευρωπαϊκή διαφωτιστική ουδετερότητα (sic), «εξ’ αντικειμένου όπως λέγουσιν αυτοί», δέν έχει χώρο γιά τόν Θεάνθρωπο, τόν σαρκωμένο Λόγο. Ούτως οι Έλληνες, κατά τούς κριτικούς καί τινές άλλους, μέ άλμα δυό χιλιετιών είναι απευθείας απόγονοι τών αρχαίων Ελλήνων καί όχι τών βυζαντινών υπ-ηκόων τού θεανθρωπίνου πολιτισμού (τού πολιτισμού τών αγίων καί καθόλου απαραίτητα τών αυτοκρατόρων).

Στήν παπαδιαμαντική πρόταση τού θεανθρωπίνου πολιτισμού, βλέπουμε τήν συνεκτική δύναμη τού υποδούλου καί τού ελευθέρου έθνους. Ο Έλληνας χριστιανός, ανήκων στό ένα σώμα τού Χριστού έχει συνείδηση πώς «ο τρέχων πρέπει νά περιμένη καί τόν επόμενον άν θέλη ασφαλώς νά τρέχη ο ελεύθερος πρέπει νά βοηθή τόν δεσμώτην ή πρέπει νά τόν ανακουφίζη».

Ο σκιαθίτης, υιοθετώντας μιά στάση σάν αυτήν πού προτρέπει ο Σεφέρης , θά δηλώση κλείνοντας τό προοίμιο: «Τό επ' εμοί ενόσω ζώ καί αναπνέω καί σωφρονώ, δέν θά παύσω πάντοτε, ιδίως δέ κατά τάς πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, νά υμνώ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά περιγράφω μετ’ έρωτος τήν φύσιν, καί νά ζωγραφώ μετά στοργής τά γνήσια Ελληνικά έθη»


*Ο Γεώργιος είναι φίλος της παράγκα μας "Θεολογών" και Φιλόλογος

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η Φόνισσα και ο Λουπαδόρος

Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον ελληνικό κινηματογράφο | LiFO

Κάτω εις το δάπεδον, το ιερόν δάπεδον του Αρχαίου Θεάτρου των Φιλίππων, του ευρισκομένου εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας Έλλης, της εν Καβάλα, και της εν Δράμα ετέρας θείας μου, Ελένης, θα κείται απαστράπτουσα μηχανή τελευταίας τεχνολογίας, με πολλά κομβία και αναβοσβήνουσας πολυχρώμους λυχνίας, ονόματι “Κυκλωτικός Σταθμός”, αγγλιστί: “Λουπ Στέσιον”. Το μηχάνημα δε τούτο, το εξαίσιον, επί το λαϊκότερον και εις την χονδροειδή και συχνά κακόηχον γλώσσαν των μουσικών, των ασώτων αυτών γυρολόγων που κατατρώγουσιν το βιος των με τας απανταχού Φρύνας και Λαΐδας, ονομάζεται “λουπαδόρος”.

Έκαστον των επί σκηνής ευρισκομένων μουσικών οργάνων (ηλεκτρική κιθάρα μάρκας Γίβσον, ηλεκτρικόν βαθύχορδον μάρκας Φένδερ, ηλεκτρονικά κύμβαλα μάρκας Κοργ, αυλοί διαφορετικών μεγεθών, ξυλόφωνον, μεταλλόφωνον), θα συνδέηται μετά του λουπαδόρου διά πολυπλοκάμου καλωδίου, τοποθετημένου επιμελώς κατά την εσπέραν υπό του αρβανίτου ευπατρίδου Βασιλείου Δρούγκα, ηχολήπτου.

Καθ’ όν χρόνον η Μαρία Φαραντούρη θα αναγιγνώσκη στεντορίως και μεγαλοπρεπώς τα δύο τελευταία των κεφαλαίων της Φόνισσας, ο γράφων, ο επιεικώς μέτριος εις την απόδοσην εκάστου οργάνου, πλην ευτυχώς δεινός εις την απόκρυψην των ατελιών και ελλείψεών του, θα επιχειρήση, ενώ τα δάκτυλα θα ερεθίζουν τας χορδάς, τα δέρματα, τα ξύλα και τα μέταλλα, όπως οι πόδες αυτού, εν είδει παγανιστικού χορού ή πυροβασίας, πιέζωσιν ταυτοχρόνως το πλήθος των κομβίων του δαιμονικού προαναφερθέντος μηχανήματος, το οποίον θα ηχογραφή και θα αναπαράγη τας μουσικάς αυτού φράσεις. Εάν δε, παρ’ελπίδα, συναισθανθή την αυτού ανεπάρκειαν, θα ζητήση την συνδρομήν και ετέρων, πλέον κατηρτισμένων, καίτοι χαμηλότερα αμοιβομένων μουσικών.

Επί των επαναλήψεων των μόλις ηχογραφηθέντων ήχων θα προστίθενται ή θα αφαιρούνται κ’ άλλοι. Η αλληλοσυγχώνευσις των χροιών, η αυξομείωσις των εντάσεων, η εναλλαγή των ρυθμών, η αρμονική ανάπτυξις, καθώς και η απαραίτητος παρουσία των ώτων μας, ελπίζομεν όπως ανασύρωσιν τελικώς το μουσικόν έργον εκ του μη όντος εις το είναι.
Βεβαίως, το κείμενον του Σκιαθίτου γέροντος ουδεμίαν ανάγκην μελοποιήσεως έχει, καθ’ ότι μουσικότατον καθ’ εαυτό. Πιθανόν, λοιπόν, η όλη υπόθεσις να αποτελή αυθαιρεσίαν!

Ερωτηθής ο μουσικός διά την ανάγκην υπάρξεως του εν λόγω εγχειρήματος, θα ημπορούσεν ευκόλως να υπεκφύγει, λέγων πως ο ενθουσιασμός του έχοντος την ιδέαν, Θεοδωρή Γκόνη, ήτο τόσον ορμητικός, ώστε συμπαρέσυρεν τον άμοιρον τροβαδούρον, και να τον συγχωρήτε. Εις την περίπτωσιν όμως που, με κίνδυνον να απογοητεύσει, ο λαοπρόβλητος βάρδος αποφασίση όπως απολογηθή ειλικρινώς, έν μόνον ημπορεί να απαντήση: ο καλλιτέχνης, ως άλλος παπαδιαμαντικός Φιλάρετος, ενδιαφέρεται αποκλειστικώς ίνα ευχαριστήση τον ίδιον τον εαυτόν του και δεν τον μέλλει διά τους άλλους. Η (φευ! αβεβαία) συνέχεια της λαμπράς πορείας του, εξαρτάται εις μέγιστον βαθμόν από το κέφι, και το κέφι είναι αυθαίρετον πράγμα. Το διατί υμείς, εις εποχήν ανεχείας, όπου την πλιατσικολογίαν διαδέχεται η φορολογία, πληρώνετε εισιτήριον ίνα παρακολουθήσετε την διαδικασίαν, είναι ιδικόν σας ζήτημα και δεν μου πέφτει λόγος.

Λαμβάνων ανά χείρας το έν όργανον μετά το άλλο, πατών επί του πλήθους των κομβίων και ακούων προσεκτικώς την σεβασμίαν, βαθύφωνον αναγνώστριαν, ο νους μου οπωσδήποτε θα παλινδρομή εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας ωραιότητος του λόγου και της απευκταίας, καίτοι ουδόλως αμυδράς, πιθανότητος το όλον εγχείρημα να αποβή καταστροφικόν.

 
Περπάτησα πάρα πολύκαι τα φτερά μου τα 'χω χάσει.Μα εσύ που δεν πατάς στη γηκαν' την ψυχή μου να πετάξει...Μ' ένα αερόστατο να πάμε στο φεγγάρι,ένα αεράκι να μας πάρει...Φωτιά κι αέρας να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας...
Είναι η καρδιά μου μια αυλήσ' ένα κελί που όλο μικραίνει.Μα εσύ που έχεις το κλειδίέλα και πες μου το "γιατί"Σε κάποια θάλασσα που ο ήλιος τη ζεσταίνει,το όνειρό μου ξαποσταίνειΝερό κι αρμύρα να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας
Έχω ένα κόμπο στο λαιμόκαι μια θηλιά που όλο στενεύει.Έλα και κάνε μουσικήτην τρέλα που με διαφεντεύειΚι αν είναι οι νότες και οι λέξεις αφελείς,τραγούδησέ τες να χαρείςΜ' ένα τραγούδι να κάνουμε δική μαςτη μικρή ζωή μας