




![[DPP_8852.jpg]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiGEy6lZSFBHfal_EAFeYiqzANZ8v0AqZQvt6tViod34tM5a39fOGShI1v7mxJATc7YTglWun4ZgqMygp5HpbJIwjskJ3W9ImDz0-VOZ635IXx2Ckptf2zhenU8vlLjVmDZi5J0ifR0fV0/s1600/DPP_8852.jpg)
Γράφει ὁ Αγιασμένος Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος γιὰ τὶς ἀγρυπνίες στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο τὸν παπα ‐ Πλανᾶ:
«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν.»
Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».
Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…
Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.
Ἔἰς τὸν παπα‐ Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: « ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».
«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.
Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».
«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.
Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.
Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».


«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
(Ἰεζεκιήλ)
ΚΎΡ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὡς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολάς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.
Διατὶ αὐτά; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.
Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» (στεγασμένος χῶρος στήν πρύμνη) τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν.
– Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;
Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβεν τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισον περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα, ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει.
– Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!
Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὡς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξη ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε. Ἐπήδησε ἔξω, κι᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύση αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.
Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κι᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλλο τοῦ καμπαναριοῦ.
Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε, καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόποοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.
Μετὰ δυὸ ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας – καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του – ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν». Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρη, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.
Τὴν Κυριακὴν ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον, ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» – ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ Δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον, ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαόν», καὶ ὄχι ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν – ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.
Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ Δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾶ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται, μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος, διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήση, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.
Τέλος κατώρθωσε νὰ δώση λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχε ξοδεύσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχε ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα – ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὠμοίαζε μὲ τὸν ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χίλιους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit. (μά καί ὁ ἀρχιποιητής πίνει γιά χίλιους)
Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.
Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του – τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴν κρατοῦν ποτὲ ράβδον – ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κι᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.



Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα μιά αποδόμηση ενός παπαδιαμαντικού κειμένου, καθώς τό συνήθως άτακτο ύφος του –κατεξοχήν στό νοηματικό επίπεδο- εκβάλλει σέ μιά ατιθάσευτη απειροδυναμία νοήματος. Ο λόγος του, μιά πολυπρισματική πρόταση ανάγνωσης, κριτικός εις εαυτόν καί στούς έναντι, διαρκώς αναδιπλώνεται φανερώνοντας παράλληλες διαδρομές, πού συναπαρτίζουν ένα αδάμαστο όλον.
Όσα θά εκτεθούν στήν συνέχεια είναι ένα κριτικό προοίμιο στήν ανάγνωση τού παπαδιαμαντικού διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», τό οποίο (προοίμιο) εστιάζεται κυρίως σέ δύο σημεία, τά οποία δέν έχουν αποκλειστική σχέση μέ τήν γιορτή τής «Λαμπρής» (τό Πάσχα), άρα είναι κάθε στιγμή τού έτους επίκαιρα. Τά δύο σημεία είναι: α) Η λογοτεχνική σκοπιμότητα συγγραφής ενός θρησκευτικού διηγήματος και β) μιά κριτική ή, καλύτερα, ανατομία τής κριτικής τών αναγνωστών τού καιρού πού έγραφε ο Παπαδιαμάντης τά διηγήματά του.
Λογοτεχνική σκοπιμότητα τού θρησκευτικού διηγήματος.
«Τό εννοείν είναι η αρχέγονη μορφή απαρτίωσης τού ανθρωπίνου εδώ-είναι ως είναι-εν-τώ-κόσμω. Πρίν από οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση τού εννοείν πρός τίς δυό κατευθύνσεις τού πρακτικού καί τού θεωρητικού ενδιαφέροντος, τό εννοείν είναι ο τρόπος υπάρξεως τού εδώ-είναι πού τό καθιστά ένα δύνασθαι υπάρχειν καί μιά δυνατότητα» . Αυτό σημαίνει πώς ο τρόπος πού εννοούμε τά πράγματα καί στήν συνέχεια τά καταγράφουμε δέν είναι μιά ενέργεια πού έπεται τής ύπαρξης, αλλά ο αρχέγονος καί πρωταρχικός τρόπος τής ίδιας τής ανθρώπινης ζωής. Έτσι καί ο Παπαδιαμάντης δέν γράφει απλώς θρησκευτικά διηγήματα. Υπάρχει ως χριστιανός καί ούτως η ματιά του προσηλώνεται μονοδρομικά πρός τό ενοποιητικό κέντρο τής ανθρώπινης ύπαρξης, τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Τόν Χριστό, ο οποίος ενώνει τόν ουρανό μέ τήν γή καί αποκαλύπτει τόν έσχατο προορισμό τού ανθρώπου: τόν εγκεντρισμό τής θεότητας στήν θνητή σάρκα . Επιλέγει ο σκιαθίτης, πέρα από κάθε ψυχαναλυτική ανάλυση τής «εκκλησιοκεντρικώς διαμορφούμενης» παιδικής του ηλικίας, τήν χριστο-λογική ανάγνωση τών γεγονότων πού περιγράφει. Επιλέγει αυτόν τόν τρόπο ανάγνωσης, γιατί ο ίδιος πρωτίστως υπάρχει ως χριστιανός.
Είναι πολύ φυσική η έκπληξή του, απέναντι στήν απαξίωση αναγνωστών καί κριτικών, γιά τό χριστο-κεντρικό περιεχόμενο τών πασχαλινών καί χριστουγεννιάτικων κειμένων του κατά τίς αντίστοιχες εορτές: «Νά φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις τά μέγαρα μεγάλου άρχοντος, καί νά μή προπίης εις τιμήν τού Οικοδεσπότου! Νά απολαύσης (ξενίας δεσποτικής καί αθανάτου τραπέζης) καί νά μή αποδώσης ευχαριστίαν εις τόν εστιάτορα!» . Η πρόποση καί η ευχαριστία στόν οικοδεσπότη καί εστιάτορα Χριστό, προσφέρεται ταπεινά μέσα από τίς καταγραφές τών λειτουργικών συνάξεων τού σκιαθίτη. Δέν είναι καθόλου τυχαία, νομίζουμε, η αλληγορία τής τράπεζας καί τής ευχαριστίας. Αποτελούν τά σημεία πού αποκαλύπτουν τόν Θεάνθρωπο: «εγώ ειμί ο άρτος ο ζών ο εκ τού ουρανού καταβάς? εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου, ζήσεται εις τόν αιώνα. καί ο άρτος δέ όν εγώ δώσω, η σάρξ μού εστιν, ήν εγώ δώσω υπέρ τής τού κόσμου ζωής» . Μπροστά σέ τούτο τό απερίγραπτο θαύμα δέν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο γιά νά περιγράψη ο σκιαθίτης, οπότε έρχεται αβίαστα τό συμπέρασμα ότι: «ουδαμού σχεδόν θά ευρήτε, ότι επεζήτησα βεβιασμένη θέση ή πλοκήν όπως γαλβανίσω τήν περιέργεια τού αναγνώστου».
Οι εκουσίως επιλέξαντες τήν αποστροφή τού προσώπου τού Χριστού αναρωτιούνται: «Δέν βλέπεις ότι τό αιώνιον θέμα σου εξαντλήθη, καί ότι ευρίσκεσαι εις τήν ανάγκην νά προσπαθής βία νά παρουσίασης απλήν παραλλαγήν κατ’ έτος;». Τό “αιώνιο” εξαντλείται, όταν συνειδητά επιλέξης νά τό εκμηδενίσης. Τότε πολύ απλά ο “θεός είναι νεκρός”, όποτε «δύνασαι νά δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς χωρίς νά κάμνης ποσώς λόγον περί Χριστουγέννων καί τού Πάσχα». Ξαναγυρνούμε στήν εναρκτήρια απόφανση τού Γκάνταμερ: στήν καταδίκη τής ανθρώπινης περατότητας, τού ανθρώπου νά επιλέγη αναγκαστικά εν αγωνία καί ρισκάροντας γιά τόν τρόπο πού εννοεί τά πράγματα. Γιά τόν τρόπο πού επιλέγει νά υπάρχη... Δέν υπάρχει κανένα ανθρώπινο επιχείρημα νά μάς πείση γιά τήν πίστη ή τήν απιστία. Υπάρχει μόνον η επιλογή... Βέβαια, τό δέντρο γνωρίζεται από τούς καρπούς του καί αντίστοιχα τό κάθε εννοείν φανερώνει τήν αξία του από τό εκπτυσσόμενο πράττειν. Μέ άλλα λόγια πώς κατορθώνει νά μετέρχεται τής ύπαρξης –δι’ εαυτόν καί διά τούς άλλους- ο Παπαδιαμάντης καί πώς οι επικριτές του. Μηδενίζοντας τήν συνεκτική δύναμη τού παντός, τό ενοποιητικό κέντρο τού είναι, «Τό έθνος τό ελληνικόν, τό δούλον τουλάχιστον, είναι ακόμη πολύ οπίσω, καί τό ελεύθερον δέν δύναται νά τρέξη αρκετά εμπρός, χωρίς τό όλον νά διασπαραχθή ως διασπαράσσεται, φεύ! ήδη».
Πρός μιά ανατομία τής ενάντιας κριτικής
Όταν ο σκιαθίτης γράφη τόν "Λαμπριάτικο Ψάλτη", ο νεοελληνικός διαφωτισμός έχει ήδη διαγράψει μιά εκατονταετία ζωής μέ δείγματα στά οποία «αντικατοπτρίζεται πιστά τό προοδευτικό πνεύμα τής εποχής διοχετευμένο...διά μέσου τής Γαλλίας καί τής γαλλικής γλώσσας, η οποία ιδιαίτερα τώρα επηρεάζει τήν παιδεία» . Παραπονιέται αγανακτισμένος ο σκιαθίτης στούς συγκαιρινούς πεφωτισμένους κριτικούς: «Ποιάν χάριν, σάς παρακαλώ, ποιάν δύναμιν ή πρωτοτυπίαν θά είχε τό νά λάβη τις τόν κόπον νά περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε νά λειτουργήση εις εξωκλήσιον χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποιοί καί πόσοι μετέσχον τής πανηγύρεως καί ποιά τινά ήσαν τά ήθη τών πανυγηριστών; Τούτο θά ήτο όλως ευτελές κατά τήν γνώμην τών κριτικών. Τό νά γράψη τις, ότι γηραιός εφόνευσε τήν συμβίαν του, κατ’ αυτήν τήν ημέραν τών Χριστουγέννων -χωρίς μήτε ο αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς νά υποπτεύσωσι κάν διατί τήν εφόνευσε- τούτο είναι υψηλόν καί πολυτελές κατά τήν εκτίμησιν μερικών».
Τήν λεπτή ειρωνεία τού κυρ-Αλέξανδρου θά αποτυπώση χωρίς περιστροφές ο κατοπινός καί συντεταγμένος στήν αυτή παράδοση Κόντογλου: «Μονάχα τά ευρωπαϊκά πράγματα ή, καλύτερα, τά Δυτικά, είναι γιά μάς ουρανοκατέβατα, όλα όσα έρχουνται από κείνες τίς χώρες πού βρίσκουνται κατά τό βασίλεμα τού ηλίου, ενώ δέν έχουμε τήν παραμικρή εκτίμηση σέ ό,τι έρχεται από τήν Ανατολή. Είμαστε γυρισμένοι κατά τό βασίλεμα τού ήλιου, σά νά περιμένουμε νά βγεί από κεί ο ήλιος».
Γέμει τό τέλος τού προοιμίου από τήν παπαδιαμαντική ειρωνεία απέναντι στήν μειονεξία τών φωτισμένων φιλευρωπαίων, κατά τούς οποίους τό «Ελληνικόν έθνος δέν είναι Βυζαντινόν». Άν από τό γεγονός Χριστός αποκοπή, λόγω «επιστημονικής εγκυρότητας», η σάρκωση τού Θεού ως μεταφυσική α-νοησία, τότε τό μόνο πού απομένει στήν ιστορία είναι η ηθική διδασκαλία ενός Εβραίου. Τί έχει, λοιπόν, νά πή στούς Έλληνες η ηθική ενός Εβραίου τήν στιγμή πού οι αρχαίοι πρόγονοί τους έφθασαν τήν ηθική «μέχρι τά απώτατα όριά της» καί «Γιά νά μπορέσει νά πάει κανείς μακρύτερα καί ψηλότερα... θά έπρεπε νά είναι κάτι περισσότερο από άνθρωπος» ; Η ευρωπαϊκή διαφωτιστική ουδετερότητα (sic), «εξ’ αντικειμένου όπως λέγουσιν αυτοί», δέν έχει χώρο γιά τόν Θεάνθρωπο, τόν σαρκωμένο Λόγο. Ούτως οι Έλληνες, κατά τούς κριτικούς καί τινές άλλους, μέ άλμα δυό χιλιετιών είναι απευθείας απόγονοι τών αρχαίων Ελλήνων καί όχι τών βυζαντινών υπ-ηκόων τού θεανθρωπίνου πολιτισμού (τού πολιτισμού τών αγίων καί καθόλου απαραίτητα τών αυτοκρατόρων).
Στήν παπαδιαμαντική πρόταση τού θεανθρωπίνου πολιτισμού, βλέπουμε τήν συνεκτική δύναμη τού υποδούλου καί τού ελευθέρου έθνους. Ο Έλληνας χριστιανός, ανήκων στό ένα σώμα τού Χριστού έχει συνείδηση πώς «ο τρέχων πρέπει νά περιμένη καί τόν επόμενον άν θέλη ασφαλώς νά τρέχη ο ελεύθερος πρέπει νά βοηθή τόν δεσμώτην ή πρέπει νά τόν ανακουφίζη».
Ο σκιαθίτης, υιοθετώντας μιά στάση σάν αυτήν πού προτρέπει ο Σεφέρης , θά δηλώση κλείνοντας τό προοίμιο: «Τό επ' εμοί ενόσω ζώ καί αναπνέω καί σωφρονώ, δέν θά παύσω πάντοτε, ιδίως δέ κατά τάς πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, νά υμνώ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου, νά περιγράφω μετ’ έρωτος τήν φύσιν, καί νά ζωγραφώ μετά στοργής τά γνήσια Ελληνικά έθη»
*Ο Γεώργιος είναι φίλος της παράγκα μας "Θεολογών" και Φιλόλογος
Κάτω εις το δάπεδον, το ιερόν δάπεδον του Αρχαίου Θεάτρου των Φιλίππων, του ευρισκομένου εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας Έλλης, της εν Καβάλα, και της εν Δράμα ετέρας θείας μου, Ελένης, θα κείται απαστράπτουσα μηχανή τελευταίας τεχνολογίας, με πολλά κομβία και αναβοσβήνουσας πολυχρώμους λυχνίας, ονόματι “Κυκλωτικός Σταθμός”, αγγλιστί: “Λουπ Στέσιον”. Το μηχάνημα δε τούτο, το εξαίσιον, επί το λαϊκότερον και εις την χονδροειδή και συχνά κακόηχον γλώσσαν των μουσικών, των ασώτων αυτών γυρολόγων που κατατρώγουσιν το βιος των με τας απανταχού Φρύνας και Λαΐδας, ονομάζεται “λουπαδόρος”.
Έκαστον των επί σκηνής ευρισκομένων μουσικών οργάνων (ηλεκτρική κιθάρα μάρκας Γίβσον, ηλεκτρικόν βαθύχορδον μάρκας Φένδερ, ηλεκτρονικά κύμβαλα μάρκας Κοργ, αυλοί διαφορετικών μεγεθών, ξυλόφωνον, μεταλλόφωνον), θα συνδέηται μετά του λουπαδόρου διά πολυπλοκάμου καλωδίου, τοποθετημένου επιμελώς κατά την εσπέραν υπό του αρβανίτου ευπατρίδου Βασιλείου Δρούγκα, ηχολήπτου.
Καθ’ όν χρόνον η Μαρία Φαραντούρη θα αναγιγνώσκη στεντορίως και μεγαλοπρεπώς τα δύο τελευταία των κεφαλαίων της Φόνισσας, ο γράφων, ο επιεικώς μέτριος εις την απόδοσην εκάστου οργάνου, πλην ευτυχώς δεινός εις την απόκρυψην των ατελιών και ελλείψεών του, θα επιχειρήση, ενώ τα δάκτυλα θα ερεθίζουν τας χορδάς, τα δέρματα, τα ξύλα και τα μέταλλα, όπως οι πόδες αυτού, εν είδει παγανιστικού χορού ή πυροβασίας, πιέζωσιν ταυτοχρόνως το πλήθος των κομβίων του δαιμονικού προαναφερθέντος μηχανήματος, το οποίον θα ηχογραφή και θα αναπαράγη τας μουσικάς αυτού φράσεις. Εάν δε, παρ’ελπίδα, συναισθανθή την αυτού ανεπάρκειαν, θα ζητήση την συνδρομήν και ετέρων, πλέον κατηρτισμένων, καίτοι χαμηλότερα αμοιβομένων μουσικών.
Επί των επαναλήψεων των μόλις ηχογραφηθέντων ήχων θα προστίθενται ή θα αφαιρούνται κ’ άλλοι. Η αλληλοσυγχώνευσις των χροιών, η αυξομείωσις των εντάσεων, η εναλλαγή των ρυθμών, η αρμονική ανάπτυξις, καθώς και η απαραίτητος παρουσία των ώτων μας, ελπίζομεν όπως ανασύρωσιν τελικώς το μουσικόν έργον εκ του μη όντος εις το είναι.
Βεβαίως, το κείμενον του Σκιαθίτου γέροντος ουδεμίαν ανάγκην μελοποιήσεως έχει, καθ’ ότι μουσικότατον καθ’ εαυτό. Πιθανόν, λοιπόν, η όλη υπόθεσις να αποτελή αυθαιρεσίαν!
Ερωτηθής ο μουσικός διά την ανάγκην υπάρξεως του εν λόγω εγχειρήματος, θα ημπορούσεν ευκόλως να υπεκφύγει, λέγων πως ο ενθουσιασμός του έχοντος την ιδέαν, Θεοδωρή Γκόνη, ήτο τόσον ορμητικός, ώστε συμπαρέσυρεν τον άμοιρον τροβαδούρον, και να τον συγχωρήτε. Εις την περίπτωσιν όμως που, με κίνδυνον να απογοητεύσει, ο λαοπρόβλητος βάρδος αποφασίση όπως απολογηθή ειλικρινώς, έν μόνον ημπορεί να απαντήση: ο καλλιτέχνης, ως άλλος παπαδιαμαντικός Φιλάρετος, ενδιαφέρεται αποκλειστικώς ίνα ευχαριστήση τον ίδιον τον εαυτόν του και δεν τον μέλλει διά τους άλλους. Η (φευ! αβεβαία) συνέχεια της λαμπράς πορείας του, εξαρτάται εις μέγιστον βαθμόν από το κέφι, και το κέφι είναι αυθαίρετον πράγμα. Το διατί υμείς, εις εποχήν ανεχείας, όπου την πλιατσικολογίαν διαδέχεται η φορολογία, πληρώνετε εισιτήριον ίνα παρακολουθήσετε την διαδικασίαν, είναι ιδικόν σας ζήτημα και δεν μου πέφτει λόγος.
Λαμβάνων ανά χείρας το έν όργανον μετά το άλλο, πατών επί του πλήθους των κομβίων και ακούων προσεκτικώς την σεβασμίαν, βαθύφωνον αναγνώστριαν, ο νους μου οπωσδήποτε θα παλινδρομή εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας ωραιότητος του λόγου και της απευκταίας, καίτοι ουδόλως αμυδράς, πιθανότητος το όλον εγχείρημα να αποβή καταστροφικόν.
Η Ορθοδοξία ως θεραπεία_Γέροντας Δαμασκηνός Αγιορείτης
Μια θαυμάσια εκλαϊκευμένη κατήχηση
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ
ΟΤΙ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗ
αλλά μην νοιώθετε «λύπη»
που αντιγράφουμε τα δικά σας ,
χωρίς να σας ρωτήσουμε...
Για την παράγκα μας
είναι γ ε λ ο ι ό τ η τ α η λεγόμενη
«δεοντολογία περί πνευματικών δικαιωμάτων!»