Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
[ δοξαστικό της Εορτής Πεντηκοστής]

Πάντα στήριγμα στον πονεμένο άνθρωπο


Πώς να φτιάξεις σπιτικό παγωτό μπανάνα με λίγα υλικά
Εύκολη συνταγή για δροσερό σπιτικό παγωτό με μπανάνες
Αν ψάχνεις ένα εύκολο, δροσερό και υγιεινό γλυκό για το καλοκαίρι, το σπιτικό παγωτό μπανάνα είναι μία από τις καλύτερες επιλογές.
Χρειάζεται ελάχιστα υλικά, δεν απαιτεί παγωτομηχανή και γίνεται μέσα σε λίγα λεπτά.
Η φυσική γλυκύτητα της μπανάνας δίνει υπέροχη γεύση και βελούδινη υφή χωρίς ιδιαίτερο κόπο.
Υλικά που θα χρειαστείς
- 3 ώριμες μπανάνες
- 200 γραμμάρια στραγγιστό γιαούρτι
- 1–2 κουταλιές μέλι
- Λίγη βανίλια (προαιρετικά)
Πώς να το φτιάξεις
- Καθάρισε τις μπανάνες και κόψε τις σε ροδέλες.
- Βάλε τις στην κατάψυξη για περίπου 2–3 ώρες μέχρι να παγώσουν καλά.
- Ρίξε τις παγωμένες μπανάνες στο μπλέντερ μαζί με το γιαούρτι.
- Πρόσθεσε το μέλι και τη βανίλια αν χρησιμοποιήσεις.
- Χτύπησε τα υλικά μέχρι να αποκτήσεις ένα λείο και κρεμώδες μείγμα.
- Σέρβιρέ το αμέσως ή βάλε το στην κατάψυξη για περίπου 1 ώρα για πιο σφιχτή υφή.
Μικρά μυστικά για πιο ωραίο αποτέλεσμα
- Χρησιμοποίησε πολύ ώριμες μπανάνες για πιο γλυκιά γεύση
- Μπορείς να προσθέσεις λίγη κανέλα για επιπλέον άρωμα
- Λίγες σταγόνες χυμό λεμονιού βοηθούν να αναδειχθεί η γεύση
- Ταιριάζει υπέροχα με κομματάκια σοκολάτας ή ξηρούς καρπούς
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της συνταγής είναι ότι γίνεται εύκολα στο σπίτι χωρίς ειδικό εξοπλισμό και με υλικά που υπάρχουν σχεδόν πάντα στην κουζίνα.
Συμπέρασμα
Με λίγα μόνο υλικά μπορείς να φτιάξεις ένα απολαυστικό σπιτικό παγωτό
μπανάνα με φυσική γεύση και κρεμώδη υφή, ιδανικό για τις ζεστές
καλοκαιρινές ημέρες.
Ἡ εὐχὴ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
Ἡ πεῖρα τοῦ Γέροντός μας Ἐφραὶμ εἰς τὴν νοερὰν προσευχήν, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσεν, ἀποτελεῖ συνέχεια ὅλης της νηπτικῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
Λέγει ὁ Γέροντας Ἐφραίμ: «Ἡ καρδία τοῦ ἄνθρωπου εἶναι τὸ κέντρον τῶν ὑπὲρ φύσιν, τῶν κατὰ φύσιν καὶ τῶν παρὰ φύσιν κινήσεων. Τὰ πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν καρδίαν. Ἐὰν ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου καθαρισθῇ, τότε βλέπομεν τὸν Θεόν. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀθεώρητος• ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα. Δύναται ὅμως νὰ βασιλεύση εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν γίνη αὐτὴ καθαρὸν δοχεῖον.
Διὰ νὰ γίνη δεκτικὸν δοχεῖον ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, πρέπει νὰ γίνη καθαρή. Δηλαδή, νὰ γίνη καθαρὴ ἀπὸ ἀκάθαρτους λογισμούς. Διὰ νὰ καθαρισθῇ ὅμως ἡ καρδιά, πρέπει νὰ μπῆ εἰς αὐτὴν κάποιο φάρμακον. Τὸ φάρμακον αὐτὸ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Ὅπου πηγαίνει ὁ βασιλεύς, διώκονται οἱ ἐχθροὶ• καὶ ὅταν μπῆ εἰς τὴν καρδιὰ ὁ Χριστός, τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον, φυγαδεύονται τῶν δαιμόνων οἱ φάλαγγες. Ὅταν ἐνθρονισθῇ μέσα καλά-καλὰ ὁ Χριστός, τότε ὑπάκουουν τὰ πάντα.
Διὰ νὰ μπόρεση αὐτὸ τὸ κράτος τῆς καρδιᾶς νὰ καθησύχαση καὶ νὰ ὑποταχθῇ, πρέπει νὰ ἔρθη ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεύς, μὲ τὶς στρατιές του νὰ κυρίευση τὸ κράτος• νὰ διώξη τὸν ἐχθρόν, τὸν διάβολον• νὰ καθυποτάξη κάθε ἀνησυχία ἀπὸ πάθη καὶ ἀδυναμίες• νὰ βασιλεύση σὰν αὐτοκράτωρ, σὰν παντοδύναμος. Τότε αὐτό, κατὰ τοὺς πατέρας, λέγεται καρδιακὴ ἡσυχία. Νὰ βασιλεύη ἡ προσευχὴ χωρὶς νὰ διακόπτεται. Ἡ προσευχὴ νὰ ἔχη δημιουργήσει τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἥσυχον καρδίαν».
Ὁ μεγάλος ἀγῶνας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἐπαναφέρη τὸν νοῦν, ποὺ μετεωρίζεται μὲ τὶς αἰσθήσεις ἔξω εἰς τὰ κτίσματα, μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας, εἰς τὸ ταμεῖον τῶν λογισμῶν. Ὁ μεγαλύτερος διδάσκαλος εἰς τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὸ Ἱερὸν αὐτὸ ἔργον, εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία προσελκύεται διὰ τῆς εὐχῆς, μᾶς διδάσκει ὅλα ὅσα χρειαζόμεθα.
Ὁ καλύτερος βοηθός, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Διότι τὴν εὐχὴν αὐτὴν θὰ χρησιμοποιῇ ἡ ψυχή, ἐφ’ ὅσον βέβαια τὴν γνωρίζει. Ἡ ψυχὴ θὰ εἶναι ὁπλισμένη μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς, μὲ τὸ ἀκαταμάχητον Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον τρέμουν οἱ δαίμονες καὶ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν τὴν ψυχήν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Προσπάθησε πάντα ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπενδύη ὅλα τὰ ἔργα σου• κάθε πνοὴ καὶ κάθε νόημα. Ὦ, τότε, πόσο θὰ εὐφραίνεται ἡ καρδία σου! Πόσο θὰ χαίρεσαι, διότι θὰ ἀνεβαίνη ὁ νοῦς εἰς τὰ οὐράνια. Διὰ τοῦτο μὴν ἀμελὴς νὰ λέγης: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ψάλης, θὰ κατανοῇς τα ψαλλόμενα• θὰ ἔχης ὄρεξιν καὶ φωνὴν ἱκανὴν καὶ ταπείνωσιν, διὰ νὰ ἀποδίδης, καθὼς ἁρμόζει, τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο, μὴν ἄδικης ἄλλο τὴν ψυχήν σου ἀλλὰ καὶ ψάλλων λέγε ἐνδόμυχα τὴν εὐχήν•
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ἐργάζεσαι ἂς μὴν ἀπορροφᾶται ὅλη σου ἡ δύναμις εἰς τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ λέγης -ψιθυριστὰ, καὶ τὴν εὐχήν. Τότε καὶ τὰ ἔργα σου θὰ εἶναι ὀρθά, χωρὶς λάθη, καθαρὰ ἀπὸ λογισμοὺς, καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας σου θὰ εἶναι μεγαλύτερα. Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἰησοῦ Χρίστου, διὰ νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα σου• Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σκεπάζει τὴν ψυχὴν ποὺ εὔχεται. Εἰσέρχεται μέχρι τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἐλέγχει ὅλον τὸν ἐσωτερικὸν κόσμον τῆς ψυχῆς καὶ τὸν κατευθύνει πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ Ἅγιον. Τότε μόνον ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ εἰπῇ μαζὺ μὲ τὸν Προφήτην. «Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ Ἅγιον αὐτοῦ» (Ψάλ. 102, 1). Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν διὰ νὰ ἔχης τὴν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅταν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καλύπτει τὴν ψυχήν σου, αἰσθάνεσαι μιὰ πληρότητα καὶ μιὰ ταπείνωσιν. Δὲν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὴν ἀδικία, τὴν εἰρωνεία ἢ τὸν ἐπαῖνον. Ζῇς σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πνευματικὴ, ποὺ δὲν εἰσέρχεται εὔκολα ὁ ἰὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πνευματικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ’ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σοῦ δίδει ἄλλα μάτια καὶ ἄλλην κρίσιν. Λέγε συνεχῶς τὴν εὐχήν, διὰ νὰ ζῇς ἄνετα μέσα σὲ κάθε περιβάλλον• Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὡς ἄνθος ἀμάραντον καὶ δένδρον εὐσκιόφυλλον πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ Ἅγιου Πνεύματος γίνεται ἡ ψυχή σου, ὅταν λέγης•
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Λέγε τὴν εὐχὴν καὶ ἄφησε τὴν χάριν τοῦ Ἅγιου Πνεύματος νὰ εἰσέλθη εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Γίνε τότε ἄγρυπνος θυρωρὸς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς σου καὶ θεατὴς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἅγιου Πνεύματος καὶ λέγε μετ’ εὐφροσύνης• Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ εὐλογία ὅλου τοῦ κόσμου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀνυμνεῖ καὶ δοξολογεῖ ἀπὸ τὰ βάθη αὐτῆς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀμήν.
«ομόθρησκον, ομότροπον, ομόγλωσσον και όμαιμον».

Το «ξεβράκωμα» των νεοπαγανιστών
Ο πρώην "αρχαιολάτρης" Ιωάννης Φουράκης αποκαλύπτει στην τελευταία του ομιλία ότι όλοι αυτοί που παριστάνουν τους αρχαίους ημών πρόγονους είναι 1.μασόνοι 2. συνειδητοί πράκτορες 3.κοινοί απατεώνες, 4.ηλίθιοι 5. αληθινός σκοπός τους είναι να κηλιδώσουν την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη των Ελλήνων.....
Στα ίδια πλαίσια με αυτούς κινούνται βέβαια (τατσόπουλοι ,αλικάκηδες κλπ) και άλλοι που παριστάνουν τους άθεους τους σκεπτικιστές και ότι άλλο τους βάζει ο διάβολος στο νου τους για να πλανούν τους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς...Έτσι όταν καταλαβαίνουν ότι κάποιος σπουδαίος άνθρωπος ή γεγονός οδηγεί τους Έλληνες στην Πίστη Του Χριστού στην Ορθόδοξη Εκκλησία Του επινοούν ένα σωρό συκοφαντίες για να απομακρύνουν τους ανθρώπους από την Αγάπη Του Χριστού όπως ακριβώς έκαναν άννες ,κα'ι'άφες ,γραματείς, φαρισαίοι εναντίον Του Χριστού πριν 2000 χρόνια....
Όταν ένας διάβολος της Τασμανίας έχει κάτι να πει...
Οικουμενιστική ερμηνεία της δογματικής πλάνης του Filioque.
Γράφει ο Παύλος Δημητρακόπουλος
Εν Θεσσαλονίκη τη 4η Ιουνίου 2026.
Όπως είναι γνωστό, η κακόδοξη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του Filioque, την οποία εισήγαγε ο Παπισμός εδώ και χίλια χρόνια περίπου, δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της Ορθοδόξου Ανατολής και της Παπικής Δύσεως, καθώς η εν λόγω κακοδοξία εξακολουθεί να παραμένει, δυστυχώς μέχρι σήμερα, βασική δογματική διδασκαλία των παπικών. Πολλοί οικουμενιστές σήμερα, προερχόμενοι κυρίως από τον ακαδημαϊκό χώρο, θέλησαν να δώσουν μια δική τους ερμηνεία στη δογματική αυτή πλάνη, στην προσπάθειά τους να γεφυρώσουν το χάσμα αυτό. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή το πρόβλημα του Filioque δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα πρόβλημα λεκτικής παρανοήσεως. Ένα πρόβλημα, δηλαδή, κακής αποδόσεως στην λατινική μετάφραση του ελληνικού κειμένου με λατινικές λέξεις, που δεν αποδίδουν επακριβώς το ελληνικό κείμενο.
Και άλλες φορές ασχοληθήκαμε με το θέμα αυτό. Εδώ απλώς θεωρήσαμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ορισμένες αλήθειες, που αφορούν το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, με την ευκαιρία των ημερών που διανύουμε, όπου εορτάζουμε τα μεθέορτα της μεγάλης Δεσποτικής Εορτής της Πεντηκοστής.
Την κακόδοξη προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως δεν είναι δυνατόν να την αξιολογήσει κανείς ορθά, αν την θεωρήσει απλώς ως πρόβλημα όρων και λέξεων, αλλά μόνον όταν την θεωρήσει στις ιστορικοδογματικές του διαστάσεις, που είναι και οι πραγματικές του διαστάσεις. Ας παραθέσουμε κατ’ αρχήν ορισμένα ιστορικά στοιχεία.
Τα πρώτα σπέρματα της αιρέσεως του Filioque πρέπει να τα αναζητήσουμε στον Νεοπλατωνισμό και στο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα του ιερού Αυγουστίνου, ο οποίος ενώ ήταν γνώστης του Νεοπλατωνισμού, (είχε μάλιστα θητεύσει σε και σε αιρετικές ομάδες, όπως οι Μανιχαίοι), αγνοούσε δυστυχώς την θεολογία των ελλήνων Πατέρων. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρός Παν. Τρεμπέλας: «το Filioque εμφανίζεται διά πρώτην φοράν παρά τω Αυγουστίνω». Λέγει ο ιερός Αυγουστίνος στο περί Τριάδος, (DeTrinitate), έργο του ρητώς, ότι «δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται και εκ του Υιού, επειδή ουχί μάτην το αυτό Πνεύμα και του Πατρός και του Υιού Πνεύμα λέγεται», (Necpossumusdicere, quod Spiritus Sanctus et a Filionon procedat…).[1] Bλέπουμε δηλαδή εδώ ότι ο Αυγουστίνος ομιλεί σαφέστατα για την κακοδοξία του Filioque, και μάλιστα κατά τρόπον, που δεν επιδέχεται καμία λεκτική παρανόηση.
Η κακοδοξία αυτή στη συνέχεια διά του Αυγουστίνου μεταδόθηκε, όπως ήταν επόμενο και εξαπλώθηκε στη Δύση. Πρώτοι οι Ισπανοί περί τα τέλη του 6ου αιώνος άρχισαν να διακηρύττουν δια της τρίτης εν Τολέδω της Ισπανίας (το 589) Συνόδου την καινοτομία της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού «παρά την κατ’ αυτής αντίδρασιν του Αλκουΐνου και του αρχιεπισκόπου Ακυϊλίας Παυλίνου, κατακρίναντος ταύτην και δι’ επαρχιακής Συνόδου, συγκληθείσης εν έτει 791».[2] Στη συνέχεια, ήδη από τις αρχές του 9ου αιώνος, η κακοδοξία αυτή βρήκε ένθερμους υποστηρικτές τους Φράγκους αυτοκράτορες και κυρίως τον Κάρολο τον Μέγα, ο οποίος ασκούσε «πίεσιν επί του πάντοτε αρνουμένου Πάπα, όπως αποδεχθή το Filioque, όπερ ο αυτοκράτωρ κυρίως εχρησιμοποίει ως παιγνιόχαρτον κατά του ανατολικού κράτους, επιδιώκων ιδίους πολιτικούς σκοπούς».[3] Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής κυρός Ι. Ρωμανίδης, αναφερόμενος στο Filioque, παρατηρεί ότι «διά της καταδίκης της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και διά της δογματοποιήσεως του Filioque, παρά τας διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης και του Πατριάρχου Ιεροσολύμων, ο Φράγκος ηγεμών Κάρολος … εκήρυξε την δογματικήν υπεροχήν των Φράγκων έναντι των λατίνων και ελλήνων και τον δογματικόν πόλεμον, ίνα χρησιμεύση η φραγκική ορθοδοξία διά την εκτόπισιν της δήθεν πλάνης, ή οπισθοδρομικής θεολογίας των ελληνολατίνων και διά την εδραίωσιν και μονιμοποίησιν της φραγκικής επεκτεινομένης κυριαρχίας…».[4] Προς τον σκοπόν αυτόν συγκάλεσε Σύνοδο το 809 εν Ακυϊσγράνω (Άαχεν) της Γερμανίας, στην οποία το Filioque εκηρύχθη ως επίσημο δόγμα πίστεως. Συνήντησε όμως την σθεναρά αντίσταση του τότε Ορθοδόξου Πάπα Λέοντος του Γ΄, o οποίος όχι μόνον απεκήρυξε συνοδικώς την γενομένην κακόδοξη προσθήκη, αλλά επί πλέον διέταξε να χαραχτεί το Σύμβολο της πίστεως ελληνιστί και λατινιστί πάνω σε δύο αργυρές πλάκες χωρίς το Filioque σε κεντρική θέση του ναού του αγίου Πέτρου.
Είναι αστείο να υποθέσωμε, ότι μετά από μια τόσο μεγάλη θεολογική διαμάχη περί το Filioque μεταξύ Φράγκων και Λατίνων, ο Πάπας Λέων ο Γ΄ δεν απέδωσε με πιστότητα και ακρίβεια την μετάφραση του ελληνικού κειμένου στα λατινικά, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή από όλους η δογματική πλάνη των Φράγκων. Την ορθή μετάφραση στα λατινικά του ελληνικού κειμένου του Λέοντος Γ΄ επιδοκιμάζων και ο Μέγας Φώτιος, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εγνώριζε άριστα τα λατινικά, ως καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κων/πόλεως), εγκωμιάζει τον Λέοντα τον Γ΄ σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Ακυηλίας. Γράφει: «Ο μεταγενέστερος Λέων, ο την πίστιν ώσπερ την κλήσιν εφάμιλλος, ούτος δή, ούτος ο της ευσεβείας θερμός ζηλωτής, ως κατά μηδένα τρόπον μηδαμώς παραχαράττοιτο βαρβάρω γλώσση το άχραντον ημών της ευσεβείας μάθημα, ελληνίδι φωνή, ώσπερ δη και κατ’ αρχάς είρηται, τοις εν τη Δύσει δι’ αυτού δοξολογείν και θεολογείν την Αγίαν Τριάδα παραδέδωκε…».[5]
Πέραν αυτών είναι αδύνατο να δεχθούμε ότι οι Λατίνοι Πατέρες, που έλαβαν μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, (381), και εδογμάτισαν ομού μετά των Ελλήνων Πατέρων το 9ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, το αναφερόμενο στο Άγιο Πνεύμα, (φυσικά χωρίς το Filioque), δεν κατενόησαν πλήρως και κατά συνέπεια δεν απέδωσαν επακριβώς στη λατινική μετάφραση τη φράση «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», χρησιμοποιήσαντες κάποιο ρήμα, που επιδέχεται διπλή ερμηνεία, έτσι ώστε να δημιουργήσουν σύγχυση και ασάφεια.
Αργότερα κατά την επί μεγάλου Φωτίου εν Κωνσταντινουπόλει γενομένη Σύνοδο το 879-880, (την φερομένη και ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδο), παρόντων και των Λατίνων Πατέρων, (οι οποίοι υπέγραψαν τα πρακτικά ως εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη του Η΄), το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος ξεκαθαρίζεται για μια ακόμη φορά, ώστε όχι μόνον να καταδικαστεί η από τους Φράγκους γενομένη κακοδοξία του Filioque, αλλά επί πλέον να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενη παρερμηνεία, ή λεκτική παρανόηση.
Για μία ακόμη φορά ανακύπτει το ζήτημα του Filioque το 1054 στην τότε γενομένη σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, που αποτέλεσε την κυριότερη αιτία του τελευταίου και μεγάλου σχίσματος, που έκτοτε παραμένει μέχρι σήμερα. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος αρχ. κυρός Σ. Μπιλάλης «αντί να αποκηρύξη ο (τότε) Πάπας Λέων ο Θ΄ το ‘βλάσφημον δόγμα’ του Filioque, το εχρησιμοποίησεν ως σημαίαν, διά να καταπολεμήση και αφορίση, διά των απεσταλμένων του ως αιρετικήν την Ανατολικήν Εκκλησίαν, την μη δεχομένη το Filioque…Το 1014 το Filioque προστίθεται εις το Σύμβολον Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως εν τη Ρώμη, τη πιέσει του αυτοκράτορος Γερμανίας Ερίκου, και, μετά τεσσαράκοντα μόλις έτη, τω 1054, οι παραχαράκται του Συμβόλου, του επικυρωθέντος υπό πασών των Οικουμενικών Συνόδων, κατηγορούν ως αιρετικούς τους Ορθοδόξους, διότι απέκοψαν δήθεν εκ του ιερού Σύμβολου το αιρετικόν νεόπλασμα του Filioque».[6] Οι παρά πάνω επισημάνσεις μαρτυρούν πλέον ξεκάθαρα, ότι οι Παπικοί, προκειμένου να κρατήσουν πάση θυσία την βλάσφημη αυτή κακοδοξία, δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη και στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων.
Μετά το σχίσμα του 1054, όλες οι μεταγενέστερες ενωτικές προσπάθειες μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών και οι κατ’ αυτούς γενόμενοι διάλογοι περί το Filioque δεν έφεραν δυστυχώς κανένα αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε βέβαια στους διαλόγους αυτούς από την πλευρά των Ορθοδόξων κατ’ επανάληψη, τονίστηκε η διαφορά της εκπορεύσεως από την εν χρόνω πέμψη και ότι ο όρος εκπόρευση αποδίδεται μόνο στον Πατέρα, ενώ ο όρος πέμψη στον Υιό. Όπως επίσης διασαφίστηκε πλήρως η διαφορά των προθέσεων «εκ» και «διά» στην φράση «εκ του Πατρός δι’ Υιού», ώστε να μην χωράει πλέον κανένα περιθώριο λεκτικής παρανοήσεως, ή μη χρησιμοποιήσεως των ορθών λατινικών όρων. Παρά τις διασαφίσεις λοιπόν αυτές οι Παπικοί εξακολουθούσαν πεισματικά να επιμένουν αμετακίνητοι στην πλάνη τους και να επαναλαμβάνουν την κακοδοξία αυτή σ’ όλες τις μεταγενέστερες παπικές Συνόδους μέχρι σήμερα.
Πέρα από τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία θα πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι όλοι οι μετά το σχίσμα άγιοι Πατέρες θεωρούν την προσθήκη του Filioque ως αίρεση και πλάνη. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στους δύο περί εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.[7] Στον πρώτο εξ’ αυτών με τίτλο: «Περί της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος», γράφει ο ιερός πατήρ: «…ουδέποτ’ αν υμάς κοινωνούς δεξαίμεθα μέχρις αν και εκ του Υιού το Πνεύμα λέγητε».[8] Δηλαδή ποτέ δεν πρόκειται να σας δεχθούμε σε εκκλησιαστική κοινωνία, εφ’ όσον εξακολουθείτε να ομολογείτε ότι το άγιο Πνεύμα πρέρχεται και εκ του Υιού.
Κατόπιν των παραπάνω στοιχείων η προσπάθεια των οικουμενιστών να αποδώσουν την κακοδοξιά του Filioque σε λεκτική παρανόηση δεν έχει κανένα έρεισμα και καταρίπτεται παταγωδώς. Η ίδια η ιστορία μας ομιλεί με την ιδική της γλώσσα και μας βεβαιώνει, ότι δεν πρόκειται για λεκτική, ή νοηματική παρανόηση, αλλά για σκόπιμη προσθήκη, προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές, ή άλλες σκοπιμότητες του Παπισμού. Οι πλαστογραφήσεις πρακτικών συνόδων, η εμμονή των δυτικών στην προσθήκη και η ανεξήγητη αδιαλλαξία τους για το μέγιστο αυτό θεολογικό πρόβλημα, φανερώνει ενσυνείδητη επιλογή. Για μας τους Ορθοδόξους οι αργυρές πλάκες του δίγλωσσου Συμβόλου της Πίστεως, που ανήρτησε ο Πάπας Λέων Γ΄ το 809, και που παρέμειναν στο ναό του Αγίου Πέτρου για διακόσια χρόνια, φανερώνουν περίτρανα ότι η προσθήκη του Filioque δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία εκκλησιαστική Παράδοση και είναι εμβόλιμη κακοδοξία, μια από τις δεκάδες της παπικής παρασυναγωγής.
[1] Παν.Τρεμπέλα, Δογματική, Αθήναι 1978, τόμ. Α΄, σελ. 286.
[2]Παν. Τρεμπέλα, Δογματική…ο.π. σελ. 280.
[3] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Το πρωτείον του επισκόπου Ρώμης, Εκδ. Β΄, Αθήναι 1964, σελ. 205-206, υποσημ. 1.
[4] Περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τεύχος 624, Ιούλιος- Αύγουστος 1971, σελ. 274.
[5] Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Επιστολή Ι, 24,5, Αρχιεπισκόπω Ακυηλίας, PG. 102,800 ΑΒ.
[6]Αρχ. Σ. Μπιλάλη, Η αίρεσις του Filioque, Εκδ. «Ορθ. Τύπου» τομ. Α΄, Αθήναι 1972, σελ.82
[7] Βλ. Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, «Γρηγορίου του Παλαμά έργα», τομ.1.
[8] Ο.π. σελ. 74.
Ένα συγκλονιστικό ηχητικό ντοκουμέντο με τον Κωστή Παλαμά να διαβάζει απόσπασμα της ποιητικής σύνθεσης «Τάφος» που έγραψε με αφορμή τον θάνατο του τρίτου του παιδιού, του μικρού Άλκη, από ασθένεια σε ηλικία μόλις 4 ετών (1898).
Αν και η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε περισσότερο από 30 χρόνια μετά (1930), η συγκίνηση παραμένει έκδηλη στη φωνή του ποιητή.
«Ένα άδοξο τέλος»
Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης
Η σημερινή εικόνα της αποχώρησης του Μητροπολίτη Τυχικού μετά την οριστική απόφαση έκπτωσης του από την Ιερά σύνοδο της Κύπρου μένει χαραγμένη ως σιωπηλή και βαριά στιγμή. Με τις αποσκευές του έξω από το διαμέρισμα, καθισμένος, σκεπτικός, συγκινημένος μπροστά από τον χώρο που τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημείο της διακονίας και της καθημερινής του ζωής, η εικόνα αυτή δεν μιλά απλώς για μια μετακίνηση ή μια διοικητική πράξη. Μιλά έστω και άηχα για το βάρος της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, εκεί όπου οι αποφάσεις συναντούν πρόσωπα, και τα γεγονότα αφήνουν πίσω τους συναισθηματικό ίχνος που δεν αποτυπώνεται σε έγγραφα.
Σε τέτοιες στιγμές, η ιστορία της Εκκλησίας γίνεται μνήμη και καθρέφτης. Διότι η Εκκλησία δεν πορεύτηκε ποτέ χωρίς εντάσεις, χωρίς διαφωνίες, χωρίς πρόσωπα που ένιωσαν ότι δοκιμάζονται μέσα στο ίδιο της το σώμα. Και όμως, μέσα σε αυτή τη διαρκή πάλη, αναδεικνύεται κάτι βαθύτερο ότι η αγιότητα δεν γεννιέται μέσα στην άνεση της αποδοχής, αλλά συχνά μέσα στη φωτιά της δοκιμασίας.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου εκκλησιαστικές μορφές παρεξηγήθηκαν, αμφισβητήθηκαν ή βρέθηκαν στο κέντρο συγκρούσεων της εποχής τους. Ο ίδιος ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της νεότερης αγιότητας, έζησε την απόρριψη, τη συκοφαντία και την ταπείνωση. Όμως, η Εκκλησία τον αναγνώρισε τελικά ως άγιο, όχι επειδή δεν πέρασε δοκιμασίες, αλλά ακριβώς επειδή μέσα σε αυτές δεν απώλεσε την ειρήνη, την ταπείνωση και την πίστη του Θεού.
Η μνήμη τέτοιων μορφών δεν δίνεται για να γίνουν εύκολες αναλογίες με το παρόν, αλλά για να θυμίζουν ότι η εκκλησιαστική πορεία είναι πάντοτε μυστήριο βαθύ, όπου η αλήθεια δεν εξαντλείται σε άμεσες κρίσεις, ούτε η ιστορία γράφεται στην ένταση της στιγμής.
Γι’ αυτό και μπροστά σε κάθε δύσκολη εικόνα, η πρώτη στάση δεν μπορεί παρά να είναι η προσευχή. Όχι ως αποφυγή της αλήθειας, αλλά ως αναγνώριση ότι η κρίση των προσώπων ανήκει τελικά στον Θεό, ενώ στους ανθρώπους ανήκει η προσπάθεια να διαφυλάξουν την ειρήνη, να μην σκληρύνουν την καρδιά και να μην χάσουν την ικανότητα της διάκρισης.
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9).
Και ίσως εκεί, μέσα στη σιωπή μιας αποχώρησης και στο μυστήριο μιας εκκλησιαστικής δοκιμασίας, να αναδύεται ξανά η ίδια πρόσκληση που επαναλαμβάνεται σε κάθε εποχή να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε το τέλος από τη μέση της διαδρομής, αλλά να αφήνουμε χώρο στον χρόνο, στην αλήθεια και πάνω απ’ όλα στη χάρη του Θεού, που συχνά αποκαλύπτει όσα η στιγμή δεν μπορεί να δει.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Οσία γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς (1921 - 1995)










Στα τελευταία χρόνια της, το μοναστήρι τους έγινε γνωστό για την πνευματικότητά του, και χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ελλάδα θα έβρισκαν καταφύγιο και μεγάλο όφελος από την αξέχαστη Ηγουμένη Μακρίνα.






























