Γράφει ο Γιώργος Βουλγαράκης
Στον δημόσιο λόγο τα μετρητά έχουν ταυτιστεί με τη φοροδιαφυγή, το «μαύρο» χρήμα και γενικότερα παράνομες δραστηριότητες. Η παγκόσμια καμπάνια υπέρ της απόλυτης ψηφιοποίησης τα παρουσιάζει ως κατάλοιπο μιας οπισθοδρομικής εποχής, χωρίς διαφάνεια και έλεγχο.
Στην πραγματικότητα πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο : αποτελούν το έσχατο καταφύγιο της ιδιωτικότητας του πολίτη.
Η σχεδόν καθολική επικράτηση των ψηφιακών πληρωμών, των πιστωτικών καρτών και των εφαρμογών στις κινητές συσκευές, παρουσιάζεται καθημερινά ως θρίαμβος της ταχύτητας, της ευκολίας και της διαφάνειας.
Πράγματι η καθημερινότητα έχει διευκολυνθεί κατά πολύ, το τίμημα όμως, είναι σημαντικό και καταβάλλεται σιωπηρά. Κάθε αγορά καφέ, κάθε βιβλίο, κάθε επίσκεψη σε φαρμακείο, σε εστιατόριο, σε κάθε μέρος γενικότερα, αποτυπώνεται και αποθηκεύεται σε απρόσωπους διακομιστές, παραδίδοντας προσωπικά δεδομένα σε αλγορίθμους, τραπεζικά ιδρύματα και κρατικές υπηρεσίες.
Δεν πρόκειται για μεγάλα ποσά ούτε για ύποπτες κινήσεις. Πρόκειται για τις πιο απλές πράξεις μιας καθημερινότητας που θεωρητικά, λογίζεται ελεύθερη. Κι όμως, όταν το πορτοφόλι γίνεται αποκλειστικά ψηφιακό, ο πολίτης απογυμνώνεται από το δικαίωμα στη «σκιά».
Κάθε πληρωμή μετατρέπεται σε δεδομένο, κάθε δεδομένο σε προφίλ, και το προφίλ σε εργαλείο παρακολούθησης. Έτσι, ο πολίτης παύει να είναι άτομο και γίνεται αρχείο — ένα ανοιχτό βιβλίο δηλαδή, που διαβάζεται από όσους έχουν την εξουσία να το ξεφυλλίσουν.
Η απώλεια αυτής της ανωνυμίας υπερβαίνει τους συνηθισμένους κινδύνους ηλεκτρονικών υποκλοπών ή κυβερνοεπιθέσεων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αλγοριθμική ανάλυση και η μετέπειτα εργαλειοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Όταν οι ενδιάμεσοι πάροχοι γνωρίζουν επακριβώς πού, πότε και με ποια συχνότητα ξοδεύονται τα χρήματα, αποκτούν τη δυνατότητα να προβλέπουν και να κατευθύνουν τη βούληση του καταναλωτή.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ελευθερία της επιλογής φθίνει όταν η ίδια η κατανάλωση, και κατ' επέκταση η κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά, τροφοδοτείται από δεδομένα και μικροστόχευση.
Σε αυτό το τοπίο, η διατήρηση των μετρητών λειτουργεί ως θεσμική και ατομική δικλείδα ασφαλείας. Διαφυλάσσει στην πράξη το δικαίωμα στην αυτονομία και την ανεξαρτησία , επιτρέποντας ελεύθερες συναλλαγές χωρίς μόνιμο ψηφιακό αποτύπωμα. Ακριβώς επειδή το φυσικό χρήμα είναι από τη φύση του ανώνυμο, θωρακίζει τον πολίτη απέναντι σε υπερβολικές παρεμβάσεις και διατηρεί τις προσωπικές επιλογές πραγματικά προσωπικές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αρχίζει να αντιλαμβάνεται τους κινδύνους που ελλοχεύει η απόλυτης ψηφιοποίηση και συζητά πλέον θεσμικές δικλείδες προστασίας, εξετάζοντας ακόμη και την κατοχύρωση της πρόσβασης σε μετρητά ως βασικό - ατομικό δικαίωμα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρότι οι ψηφιακές συναλλαγές καλπάζουν , η πλειοψηφία των πολιτών (62%) δηλώνει με σαφήνεια ότι η διατήρηση των μετρητών είναι απολύτως απαραίτητη — κυρίως επειδή αναγνωρίζουν σε αυτά τον μόνο μηχανισμό προστασίας της ιδιωτικότητας τους .
Στην ίδια έρευνα καταγράφεται ότι οι συνολικές πληρωμές χωρίς μετρητά (non-cash payments) στην ευρωζώνη, συνεχίζουν να αυξάνονται με ετήσιους ρυθμούς της τάξης του 7% έως 8%. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο όγκος τους έφτασε τα 77,7 δισεκατομμύρια συναλλαγές, συνολικής αξίας 116 τρισεκατομμυρίων ευρώ.
Όταν λοιπόν ο ίδιος ο πολίτης διεκδικεί το δικαίωμα στη σκιά, ο πλήρης αφανισμός του φυσικού χρήματος παύει να είναι πρόοδος και μετατρέπεται σε καταναγκασμό.
Το πιο εύγλωττο παράδειγμα καταγράφεται στη χώρα που ως σήμερα θεωρείται πρωτοπόρος της πλήρους ψηφιοποίησης, τη Σουηδία. Όταν διαπιστώθηκε ότι η χρήση μετρητών είχε περιοριστεί σε λιγότερο από το ένα δέκατο των συναλλαγών, αναγκάστηκε να κάνει στροφή.
Το 2024 η κεντρική της τράπεζα ζήτησε νομοθετική κατοχύρωση της υποχρέωσης αποδοχής μετρητών για βασικά αγαθά, ενώ το υπουργείο Άμυνας συνέστησε στα νοικοκυριά να διατηρούν απόθεμα χαρτονομισμάτων μιας εβδομάδας, επικαλούμενο την ευαλωτότητα των ηλεκτρονικών συστημάτων πληρωμών σε κρίσεις και κυβερνοεπιθέσεις.
Η πραγματικότητα της αγοράς ωστόσο, πιέζει ασφυκτικά προς την αντίθετη κατεύθυνση, με ολοένα περισσότερες χώρες να περιορίζουν τα όρια των συναλλαγών με μετρητά.
Το διακύβευμα δεν σχετίζεται με την τεχνολογία, είναι καθαρά πολιτικό. Η προστασία της δημοκρατικής ισορροπίας απέναντι σε μια πρόοδο που όταν δεν έχει όρια, θυσιάζει την ιδιωτικότητα ως παράπλευρη απώλεια.
Μια κοινωνία όμως στην οποία ο πολίτης χάνει το δικαίωμα της ανώνυμης - νόμιμης συναλλαγής , χάνει σταδιακά και την ίδια τη βάση της ελευθερίας του.
Το σύνθημα «Cash is King» ( τα μετρητά είναι Βασιλιάς) αποκτά έτσι μια πολιτική και υπαρξιακή διάσταση πέρα από την οικονομική του σημασία.
Υπενθυμίζει ότι η ανωνυμία σε μια συναλλαγή δεν πρέπει να εξετάζεται με το αξίωμα ότι «όλοι είναι ύποπτοι», με τα μετρητά να θεωρούνται εξ ορισμού προνόμιο του παρανόμου.
Η αφετηρία πρέπει να είναι ακριβώς η αντίθετη. Η χρήση μετρητών πρέπει να εκλαμβάνεται ως δικαίωμα του ελεύθερου και κατά κανόνα έντιμου πολίτη, για μια καθημερινότητα χωρίς κανέναν «μεγάλο αδελφό» να τον παρακολουθεί συνεχώς και αδιάλειπτα.
Κανένας μηχανισμός εξουσίας δεν είναι ουδέτερος. Το ίδιο σύστημα που διευκολύνει τη ζωή μπορεί, αν αφεθεί χωρίς όρια, να τη διαπεράσει. Η τεχνολογία δεν γίνεται επικίνδυνη επειδή υπάρχει, αλλά επειδή κάποιος μπορεί να τη στρέψει προς λάθος κατεύθυνση. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να απορριφθεί το μέσο, αλλά να καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια ποιος το χειρίζεται, με ποια δικαιώματα και με ποιον έλεγχο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου