Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευλογημένες Γιαγιάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευλογημένες Γιαγιάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Στην Παναγία.


Ώ πλατυτέρα ουρανών, της γης η ανωτέρα, βασίλισσα των ουρανών, μετά Θεόν Δευτέρα και του γλυκύτατου Ιησού η πάναγνος μητέρα,  ρίξε μια στοργική ματιά στον κόσμο όπου ζούμε, να δεις γλυκιά Παρθένα μου, όλοι το τί τραβούμε.

Επροτιμήσαν την φθορά τα πλάσματα του γιου σου και φεύγουν απ’ την λύτρωση τ’ άχραντου τοκετού σου.

Εγέμισαν οι φυλακές και τα νοσοκομεία, η πείνα και η στέρηση και η παρανομία.

Αυτά κυριαρχούν στην γη και η σαρκολατρία, και εταυτιστήκαν οι πολλοί με την ακολασία.

Από τον δρόμο του Χριστού οι πιο πολλοί έχουν φύγει, και απαρνηθήκαν τ’ άπλετο το φως που μας φωτίζει.

Σ’ όλη την γη απλώθηκε πυκνό βαθύ σκοτάδι και μεσ’ σ’ αυτήν την σκοτεινιά κάθε ψυχή στενάζει.

Παρακαλώ σε, Δέσποινα, μη μας εγκαταταλείψεις και στην ουράνια χαρά να μας δρομολογήσεις.        
                                         04/11/2013

ΓΕΡΟΝΤΙCCΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ 
       Η ΒΛΕΠΟΥCΑ

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Έχασε τα 9 από τα 10 παιδιά της!


Μοναχή Αγάθη Ήλίε Μοναστήρι Παλαιά Άγαπία 1876-1968

 

Δεν μπορούμε εδώ να μη μνημονεύσουμε και την μοναχή Άγάθη Ήλιε, την κατά σάρκα μητέρα του μεγαλυτέρου ησυχαστού των νεωτέρων χρόνων στην Ρουμανία, του  όσιου Γέροντος Κλεόπα Ήλίε.

Προέρχεται από την Σουλίτσα του νομού Μποτοσάνι. Ό άνδρας της, Αλέξανδρος, ήταν στην ζωή του έμπορος αγελάδων. Ό Θεός τούς ευλόγησε και απέκτησαν 10 παιδιά.


Από μικρά τα έμαθαν οι γονείς τους ν' αγαπούν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, τις προσευχές και να αποφεύγουν τούς πειρασμούς στην προσωπική τους ζωή. Λίγο μακριά από το χωριό τους, υπήρχε ή σκήτη Κοζάντσεα, στην οποία αγωνιζόταν ό π. Παΐσιος Όλάρου, ό γέροντας του π. Κλεόπα. Εκεί έτρεχαν συχνά τα παιδιά αυτής της πολύτεκνης οικογένειας για να προσευχηθούν, να ακούσουν διδαχές του Γέροντος Παϊσίου, να βοσκήσουν τα ζώα της σκήτης...

Αλλά ό Καλός Θεός, του οποίου τα κρίματα είναι ωκεανός ανεξερεύνητος, επέτρεψε να πιει αυτή ή ευσεβέστατη οικογένεια πολλά πικρά ποτήρια. Τα παιδιά τους ένα ένα τα έπαιρνε από την ζωή, στο άνθος της νεότητός τους, όπως συνέβη κάποτε και με τα παιδιά του Ιώβ. Μόνο ένα παιδί τους έμεινε κοντά τους.

Αρχίζοντας από το 1915 μέχρι το 1935 άρχιζαν τα παιδιά τους να φεύγουν από την ζωή με το θέλημα του Θεού.

Ό γιός τους Ιωάννης απέθανε σε ηλικία 16 ετών. Μετά από ένα χρόνο απέθανε ή κόρη τους Πορφυρία σε ηλικία 18 ετών. Μετά από δύο χρόνια απέθανε ή Μαρία, σε ηλικία 26 ετών. Ή καημένη ή μητέρα τους, ή κ. Μαρία, έκλαιγε συνεχώς για τα χαμένα παιδιά της. Κάθε φορά πήγαινε στην σκήτη, και ό Γέροντας Παΐσιος την παρηγορούσε λέγοντας της ότι στέλνει αγγέλους στον ουρανό.

Μετά από λίγα χρόνια άρχισε να κλαίει και πάλι ή μητέρα τους Μαρία, διότι τώρα δύο αγόρια της, ό Βασίλειος και ό Γεώργιος έφυγαν για την μονή Συχαστρία να γίνουν μοναχοί.

Το 1931, ήλθε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία, διότι έμαθε ότι ό γιός της, ό μοναχός Βασίλειος, απέθανε. Μετά από δύο χρόνια ή ίδια δοκιμασία της συνέβη με τον θάνατο του Γεωργίου, πού είχε γίνει μοναχός και είχε όνομασθή Γεράσιμος. Μετά από ένα χρόνο έτρεχε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία να παρηγηρηθή διότι απέθανε ή κόρη της Αικατερίνη. Ήτο 20 ετών και είχε μπει στην μονή Άγαπία σαν δόκιμη μοναχή. Της πέθαναν οκτώ παιδιά και απέμεινε με δύο. «Τα παιδιά σου ψάλλουν τον Θεό σαν άγγελοι στον ουρανό, μάμα Μαρία. Εκεί θα συναντηθείτε», της έλεγε για να την παρηγορήσει κάθε φορά ό π. Παΐσιος Όλάρου.

Το 1949 ήλθε πάλι ή κ. Μαρία στον π. Παΐσιο να τον πληροφορήσει ότι έφυγε για τον Κύριο και ό 9ος γιός της, ό Μιχάλης. Και πάλι ό π. Παΐσιος να την παρήγορη λέγοντας της: «Τα 9 παιδιά σου πήγαν στον Κύριο και έχουν φορέσει εννέα μαρτυρικά στεφάνια».

Μετά από λίγο καιρό απέθανε και ό άνδρας της, ό Αλέξανδρος. Ό τελευταίος υιός της ό Κωστάκης είχε ήδη φύγει για δόκιμος στο μοναστήρι. Είναι ό μετέπειτα μεγάλος Γέροντας της Ρουμανικής Εκκλησίας, ό όσιος π. Κλεόπας Ήλίε. Ή πονεμένη μάνα, Μαρία, ζητεί την συμβουλή του Πνευματικού της, τί να κάνη, διότι ό Δόκιμος Κωστάκης την καλεί να τον ακολουθήσει στον μοναχικό βίο.

-Πήγαινε, μητέρα Μαρία, να γίνεις και εσύ μοναχή και προσευχήσου για ζωντανούς και πεθαμένους.

Έτσι τον χειμώνα του 1946 ή γιαγιά Μαρία, σε ηλικία 70 ετών, επήγε πρώτα στην Συχαστρία να προσκύνηση τούς τάφους των δύο παιδιών της. Κατόπιν με την καρότσα επήγε στην μονή Παλαιά Άγαπία, όπου έμεινε οριστικά. Έγινε μοναχή με το όνομα Άγάθη και έζησε άλλα 22 χρόνια. Βέβαια δεν μπορούσε να διαβάζει βιβλία, ούτε ακολουθίες στην εκκλησία. Δεν ήξερε να διαβάζει. Αυτό πού την χαρακτήριζε ήταν ή καλοσύνη της και ή αθωότητα της ψυχής της.

Είχε μία παιδική ψυχή, χωρίς κακία, χωρίς υπερηφάνεια, χωρίς κακές σκέψεις στο μυαλό της. πίστευε οτιδήποτε της έλεγαν, υπάκουε σε όποιον την διέταζε να κάνη κάτι, αγαπούσε όλους τούς ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, συνομιλούσε με όλους και έκλαιγε μπροστά στην συμφορά και τον πόνο του κάθε άνθρωπου.

-Ποιό διακόνημα κάνεις στο μοναστήρι, Αδελφή Άγάθη;

-Κόβω ξύλα με το πριόνι, φροντίζω για τα λουλούδια και βοηθώ στο μαγειρείο...

Μία άλλη απασχόλησης της ήταν να πηγαίνει ενίοτε στο δάσος για όλη την ήμερα, να συγκεντρώνει ξυλαράκια για το μαγειρείο, να προσεύχεται και το βράδυ να επιστρέφει με την δύσι του ηλίου.

Ένα χρόνο πριν από την όσιακή κοίμησί της, έπαυσε πλέον να ομιλεί για τα παιδιά της. Εάν κάποια μοναχή περνούσε και την ερωτούσε, ή γερόντισσα Άγάθη, στέναζε λιγάκι, αλλά χαιρόταν σαν ένα μικρό παιδί. Και έλεγε:

-Τί καλές είναι αυτές οι αδελφές! Με φροντίζουν σαν μητέρα τους. Ιδού εγώ παρέμεινα μόνη... Κοιμήθηκε και ή ηγουμένη Ολυμπιάδα. Παρέμεινα μόνη μου...

Μόνη παρηγοριά της τώρα ήταν ή εκκλησία και οι αδελφές πού την διακονούσαν στο κελί της. πέρασε τα 22 αυτά χρόνια της μοναχικής της ζωής με ταπείνωση, προσευχή, σιωπή, αγάπη, ησυχία και πνευματική ειρήνη.

Ή Παλαιά Άγαπία ήταν γι' αυτήν ένα λιμάνι σωτηρίας. Εδώ ή γερόντισσα Άγάθη γνώρισε στα γεράματα της ένα άλλο κόσμο, τον κόσμο του Θεού. Εδώ εύρήκε την αληθινή ειρήνη του Θεού και ήταν ευτυχισμένη. Τα παιδιά της, σχεδόν όλα, τα έστειλε στον ουρανό, πριν να πάη ή ίδια. Δεν τα μόλυνε ή ανομία του κόσμου, δεν τα πότισε το φαρμάκι της κοσμικής ζωής. Δεν υπέφεραν στην ζωή τους. Τώρα ή μητέρα τους προσεύχεται για όλα αυτά. Στο μοναστήρι εύρήκε την ειρήνη και την ελπίδα της σωτηρίας της.

Το καλοκαίρι του 1968 ή μοναχή Άγάθη αισθανόταν μεγάλη αδυναμία. Μόλις πού εξερχόταν για λίγο στον εξώστη του κελιού της να ζεσταθεί από τις ακτίνες του ηλίου. Για μερικές ήμερες έπεσε στο κρεβάτι.

-Γερόντισσα Άγάθη, δεν θα φας λίγο φαγητό; Να μερικά μήλα.

-Μήλα έχω να φάω στον παράδεισο, όπου φεύγω σε λίγο, απήντησε.

-Και πράγματι, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1968 πέρασε ή ψυχή της στην άλλη ζωή, στην ηλικία των 92 ετών. Ήλθε και την αποχαιρέτισε όλη ή Αδελφότης της Μονής και την συνόδευαν μέχρι την τελευταία της κατοικία με δάκρυα χαράς, με ψαλμωδίες, με λαμπάδες και θυμιάματα και με το κτύπημα των καμπάνων μέσα στην χαρά και την ειρήνη του Χριστού.


πηγή :ΒΙΒΛ. ΟΣΙΑΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ. "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ΌΤΑΝ ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΉ Η ΓΙΑΓΙΆ ΛΑΜΠΡΙΝΉ ΒΕΤΣΙΟΥ Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 
 
Τις παλιές εποχές οι άνθρωποι στα χωριά ήταν απλοί, αγράμματοι αλλά με άδολες καθαρές ψυχές. Σιγά - σιγά όμως η διαφθορά και η πνευματική σήψη έφτασαν παντού.
Οι ψυχές απομακρύνθηκαν, ο φθόνος, η κακεντρέχεια, η αδιαλλαξία γέμισαν τις καρδιές και η κυρίαρχη στάση ζωής προσδιορίστηκε από τον ατομικισμό και την σύγχυση.
Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα αγνές ψυχές, κοντά στον Θεό και οι προσευχές τους κρατούν τον κόσμο…
Όταν η μικρή Λαμπρινή ήταν 5,5 ετών, δεν είχε κλείσει τα 6 της χρόνια, εκκλησιαζόταν αδιαλείπτως στον Ιερό Ναό του χωριού Αγία Παρασκευή Άρτας και ο Ιερέας είχε προσέξει τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα του μικρού κοριτσιού. Επειδή η ευλαβεστάτη μητέρα της Λαμπρινής, Θεοδώρα Δρίβα κατασκεύαζε κεριά από καθαρό κερί στο σπίτι, από τα μελίσσια τους, συνήθιζε να πηγαίνει δέσμες από αυτά στο Ναό, οπότε δεν αγόραζε κερί, χρησιμοποιούσε τα δικά της. Το γεγονός αυτό γινόταν αιτία ανησυχίας για την μικρή Λαμπρινή.
–Μητερούλα, της έλεγε, όταν πάς κάπου, στον κινηματογράφο ή σε κάποιο χώρο, δεν πληρώνεις εισιτήριο; Εδώ στην Οικία του Θεού, στο παλάτι Του, πώς μπαίνεις με αυτό τον τρόπο; Πρέπει να αφήνουμε χρήματα και να παίρνουμε κερί, όπως επιτάσσει η Εκκλησία, αυτό το τυπικό έχει οριστεί για το Ναό…
Σιωπηλή μα ευγνώμων η κυρία Θεοδώρα, αντιλαμβανόταν με τις επίσης πνευματικές της δυνάμεις πως το παιδί της ηύξανε εν Πνεύματι Αγίω… Μία από αυτές τις Κυριακές, ο Ιερέας περίμενε την Λαμπρινή να κοινωνήσει, μα εκείνη αργούσε. Την πήρε κατά μόνας και προσπάθησε να την «ανακρίνει»…
Τι έχεις Λαμπρούλα μου; Τι σου συμβαίνει; ρωτούσε επανειλημμένα. Κάτω από την πίεση το παιδί του απάντησε: Σε είδα Παππούλη, σε είδα μέσα στο Φως. Σε σκέπασε ολόκληρο. Ολόκληρος Ήλιος ήταν. Είδα μικρά πανέμορφα παιδάκια να πετούν κυκλικά γύρω σου. Ήταν πολύ ωραία… Εσύ όμως, δεν τα έκανες όλα καλά! Δεν τα έκανες καλά! Πήρες το φωτεινό μωράκι και το μάτωσες! Το έκοψες και το πίεζες με τα χέρια σου και έτρεχε αίμα! Δεν τα έκανες καλά, Παππούλη! Γιατί το έκανες αυτό;;
Ο Ιερέας άφωνος, συγκλονισμένος, με δάκρυα στα μάτια, κοιτούσε μια την Λαμπρούλα και μια το Αρνίον μέσα στο Αρτοφόριο…
Πολλά χρόνια αργότερα, επισκέφθηκε το σπίτι της Γιαγιάς πια Λαμπρινής Βέτσιου στα Καλομόδια της Άρτας, μια γειτόνισσά της. Η Γιαγιά έλειπε. Οι πόρτες τότε στα χωριά δεν κλείδωναν, δεν υπήρχε φόβος, όπως τώρα. Μπαίνοντας λοιπόν η γειτόνισσα στο σπίτι είδε πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας ένα ταψί με αχνιστό ψωμί –την λεγόμενη «κουλούρα»- από καλαμποκίσιο αλεύρι… τότε ήταν στην καθημερινότητα των σπιτιών η κατασκευή του πυκνού χορταστικού ψωμιού που έθρεψε γενιές. Η κουλούρα δεν ήταν σκεπασμένη, προφανώς για να κρυώσει. Η γειτόνισσα πήρε μια πετσέτα και σκέπασε το ψωμί για προστασία. Γυρίζοντας να φύγει, έμεινε εμβρόντητη...
Πάνω στο κρεβατάκι της Γιαγιάς βρισκόταν ένα μικρό λευκό Αρνάκι που αναπαυόταν ήρεμο και την κοίταζε… ακριβώς κάτω από την μεγάλη Εικόνα του ΧΡΙΣΤΟΥ!
Η γειτόνισσα προβληματίστηκε. - Μα, καλά αναρωτήθηκε, έχει αρνιά μέσα στο σπίτι η Λαμπρινή;… Βρε, θα φάει το ψωμί! Τι να κάνω; Θα το βάλω στο ντουλαπάκι, σκέφτηκε και μετά θα φωνάξω την Γιαγιά…
Αμέσως παίρνει το ψωμί και το βάζει στο ντουλάπι. Καθησυχασμένη αλλά απορημένη, γυρίζει να δει το αρνάκι… άφαντο αυτό! η πόρτα πίσω της ήταν κλειστή…
-Τι έγινε τώρα; Απόρησε… έψαξε παντού, τίποτα.
Αναστατωμένη βγαίνει από το σπιτάκι και προχωρά προς την πίσω αυλή, όπου υπέθεσε πως θα καθόταν η Γιαγιά με παρέα. Πράγματι, είδε την ομήγυρη και ρωτάει αμέσως: - Λαμπρινή, από πότε βάζεις αρνάκια μέσα στο σπίτι;; Έχεις και την κουλούρα ξέσκεπη και ζεστή πάνω στο τραπέζι, θα σου την φάνε! Την έβαλα στο ντουλάπι. Γιατί βάζεις αρνάκια μέσα; Φοβάσαι μην φύγουν; Αφού έχεις χώρο έξω…
Η Γιαγιά δεν μίλησε. Μία συγγενής της είπε, «για ποια αρνάκια μιλάς; Δεν έχουμε ζώα πουθενά εδώ, δίπλα ζεις, δεν το ξέρεις»;
Η γειτόνισσα μέσα στην αθωότητά της, επέμενε: Αφού το είδα με τα μάτια μου… από πού βγήκε έξω; Είδατε εδώ κανένα λευκό αρνάκι;;…
«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου»…
Ευχαριστούμε τους αγαπημένους της, Αποστόλη και Μαρία…

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ.




Την άνοιξη του 2003, η Οσία Ελισάβετ φιλοξενήθηκε για έναν μήνα στο διαμέρισμά μας στο Κλουζ-Ναπόκα, προκειμένου να αναρρώσει μετά από χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο Stanca. Η Μητέρα Ελισάβετ δεν έμεινε άπραγη· οργάνωσε για εμάς μια γωνιά προσευχής με εικόνες, έναν σταυρό και κομποσκοίνια, καθώς και ένα τραπεζάκι όπου τοποθέτησε αγιασμό, καντήλι, κηροπήγιο, θυμιατό, αντίδωρο, θυμίαμα, μύρο και καρβουνάκια. Το κομποσκοίνι στα δεξιά είναι αυτό που χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια της παραμονής της κοντά μας· μας το άφησε ως δώρο. Δημιούργησε για εμάς μια μικρή γωνιά του παραδείσου για να προσευχόμαστε — έναν χώρο όπου, κάθε βράδυ, διαβάζαμε τους Χαιρετισμούς και τους Παρακλητικούς Κανόνες προς τη Θεοτόκο.
Ποιες διδασκαλίες, άραγε, μας άφησε η Οσία Ελισάβετ;
 
Πρώτα απ' όλα, το μάθημα ότι ο Παράδεισος ξεκινά από μια γωνιά του σπιτιού μας. 
Η Μητέρα δεν μας δίδαξε υψηλή θεολογία· μας έφερε την τάξη. Πριν μας μιλήσει για τον Θεό, μας έμαθε πώς να Του κάνουμε χώρο. Ένα μικρό τραπέζι, ένα καντήλι που δεν σβήνει ποτέ, μια εικόνα προσεκτικά καθαρισμένη. Μας έδειξε ότι δεν προσευχόμαστε μόνο στην εκκλησία, αλλά μπορούμε να δημιουργήσουμε μια εκκλησία μέσα στο σπίτι. Το διαμέρισμά μας —με τον θόρυβο της κίνησης και τις μυρωδιές από το φαγητό των γειτόνων— μεταμορφώθηκε σε μοναστηριακό κελλί. Και τότε καταλάβαμε τα λόγια των Αγίων Πατέρων: «Δώσε στον Θεό μια γωνιά του σπιτιού σου, κι Εκείνος θα σου δώσει ολόκληρο τον Παράδεισο». 
 
Δεύτερον, το μάθημα της προσευχής ως αναπνοής. Αν και άρρωστη, μόλις βγει από το χειρουργείο και σωματικά εξασθενημένη, η Μητέρα δεν παραπονέθηκε ούτε μία φορά. Από τις πέντε το πρωί, την άκουγα να ψιθυρίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με...». Το κομποσκοίνι της —αυτό που κρατούσε στη δεξιά της πλευρά και τελικά μας άφησε— είχε λειανθεί στους κόμπους του. Όχι από τον χρόνο, αλλά από τα δάκρυα και το άγγιγμα των δακτύλων της. Μας έλεγε: «Αδελφοί, μην προσεύχεστε για πολλή ώρα· να προσεύχεστε συχνά. Καλύτερα δέκα μετάνοιες με συγκεντρωμένο νου, παρά ένας Ακάθιστος Ύμνος που διαβάζεται ενώ οι σκέψεις σου βρίσκονται στην αγορά». Κάθε βράδυ, όταν διαβάζαμε τον Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο, εκείνη δεν διάβαζε δυνατά· αντίθετα, έκλαιγε. Και τότε έμαθα ότι η προσευχή δεν είναι απλώς ένα κείμενο — είναι μια κατάσταση ύπαρξης.
 
Τρίτον, το μάθημα της υπομονής μέσα στον πόνο. Για έναν ολόκληρο μήνα, υπέμεινε τον πόνο με την αξιοπρέπεια μάρτυρα. Όταν την έπιανε ο πόνος, ακουμπούσε το χέρι της στο σημείο της επέμβασης και έλεγε: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που με επισκέπτεσαι». Ποτέ δεν ρώτησε: «Γιατί εγώ;»... ή «Πόσο ακόμα θα κρατήσει αυτό;». Μας δίδαξε ότι η ασθένεια δεν είναι τιμωρία, αλλά ευλογία που φοράει σκληρό προσωπείο. Για εκείνη, το νοσοκομείο «Στάνκα» δεν ήταν το τέλος του δρόμου, αλλά ένας μικρός Γολγοθάς, που ακολουθούνταν από την Ανάσταση. Από εκείνη μάθαμε να μην τρέχουμε μακριά από τον σταυρό, αλλά να τον ασπαζόμαστε.
 
Τέταρτον, το μάθημα του να κάνουμε τα πάντα με αγάπη. Η μητέρα δεν μπορούσε να μείνει άπραγη. Αν και εξασθενημένη, καθάριζε τις εικόνες, τακτοποιούσε την αναφορά στο μικρό ξύλινο κουτί, έβαζε μύρο στο θυμιατό με ένα κουταλάκι και μάθαινε στη σύζυγό μου τον σωστό τρόπο για να ανάβει το καρβουνάκι. «Ό,τι κι αν κάνεις, να το κάνεις σαν να το προσφέρεις στη Θεοτόκο. Αν καθαρίζεις, κάν’ το σαν να ερχόταν Εκείνη να σε επισκεφθεί». Έτσι αγίαζε τα μικρά πράγματα. Καταλάβαμε ότι καμία εργασία δεν είναι ασήμαντη, αν γίνεται με προσευχή.
 
Πέμπτον, το μάθημα της αόρατης κληρονομιάς που άφησε πίσω της. Όταν έφυγε από τη ζωή, δεν μας άφησε ούτε χρήματα ούτε ακριβά υπάρχοντα. Μας άφησε το κομποσκοίνι της — ένα απλό νήμα από μαύρο μαλλί, φτιαγμένο με τα ίδια της τα χέρια. «Να προσεύχεστε μ’ αυτό· «...κι όταν εσείς οι ίδιοι δεν προσεύχεστε, εκείνη θα προσεύχεται για εσάς». Κι έτσι έγινε. Η γωνιά της προσευχής παραμένει. Το καντήλι της καίει ακόμα και σήμερα. Το αγιασμένο νερό ανανεώνεται, το θυμίαμα τελειώνει και αντικαθίσταται, αλλά η συνήθεια αυτή διατηρείται. Μας δίδαξε ότι η αληθινή κληρονομιά δεν γράφεται σε διαθήκη, αλλά χαράσσεται στις ψυχές εκείνων που μένουν πίσω.
 
Η Οσία Ελισάβετ έμεινε μαζί μας μόνο για έναν μήνα, κι όμως κατοικεί μέσα μας από τότε. Δεν ήρθε για να αναρρώσει σωματικά από την επέμβαση. Στην πραγματικότητα, ήρθε για να μας αναγεννήσει πνευματικά. Κι αν κάποιος μπει σήμερα στο σπίτι μας και δει εκείνη τη μικρή γωνιά του παραδείσου, ας το γνωρίζει: μια αγία πέρασε κάποτε από εκεί. Και εξακολουθεί να περνά κάθε βράδυ, όταν ανάβει το καντήλι.
Μας δίδαξε επίσης την αφοσίωση στον Κύριο Ιησού Χριστό, στη Θεοτόκο, στον Άγιο Ιωάννη Ιάκωβο τον Χοζεβίτη και σε όλους τους αγίους. 
Πολλές φορές την ημέρα, απήγγελλε την προσευχή της: «Κύριέ μου και Σωτήρα μου. Παραδίδω τον εαυτό μου σε Εσένα, Χριστέ —Κύριε Ενανθρωπήσαντα, Κύριε Σταυρωθέντα, Κύριε Αναστάντα— για τη συγχώρηση των αμαρτιών μας και για την κληρονομιά της αιώνιας ζωής. Εσύ είσαι το φως μου, η αγάπη μου και η ανάστασή μου. Σε παρακαλώ, Ιησού, μεταμόρφωσέ με σε φως. Αμήν».
 
Κρατούσε διαρκώς την προσευχή της καρδιάς και μερικές φορές απήγγελλε στίχους του Αγίου Ιωάννη Ιακώβου: «Κάνε το δάκρυ και την "Προσευχή του Ιησού" καλούς σου φίλους· διότι το δάκρυ σβήνει την αιώνια φωτιά, ενώ η προσευχή σε υψώνει στα ύψη».
Οσία Ελισάβετ, πρέσβευε στον Θεό για εμάς τους αμαρτωλούς! Αμήν.
Χάρη, ειρήνη και σωτηρία!
Ο Θεός να μας βοηθά!


Ștefan Popa

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Μάτουσκα Λιούμπουσκα (=Αγάπη) η δια Χριστόν Σαλή

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 Μάτουσκα Λιούμπουσκα(=Αγάπη) η δια Χριστόν Σαλή του Σουσάνινο της Αγίας Πετρουπόλεως (старицы Любушки Сусанинской), πνευματική κόρη του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα (-1949)

Εκοιμήθη στις 11 Σεπτεμβρίου 1997

«Αυτός που υπομένει μέχρι το τέλος του θα σωθεί» – Η υπομονή των θλίψεων είναι η υψηλότερη αρετή της εποχής μας, έλεγε η Σταρίτσα Λιούμπουσκα

Η Μάτουσκα Λιούμπουσκα (= Αγαπούλα) γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου το 1912 κοντά στην έρημο της Όπτινα σε μια μεγάλη οικογένεια αγροτών “στην περιοχή Σμολένσκ.” Έμεινε 5 ετών ορφανή από την μητέρα της και σύντομα κοιμήθηκε κι ο πατέρας της. Την πήρε μαζί της μια θεία της έως 18 χρονών όπου πήγε στην Πετρούπολη κοντά στον μεγάλο αδελφό της. Εργαστήκαν ένα διάστημα σε ένα εργοστάσιο. Ασθένησε και οι γιατροί συνέστησαν να αλλάξει δουλειά έτσι αργότερα αποφάσισε να γίνει μια προσκυνήτρια. Επισκέφθηκε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια στη Ρωσία, αλλά ο πιο αγαπημένος της τόπος ήταν η Βίριτσα όπου έζησε ο πνευματικός πατέρα της, άγιος Σεραφείμ. Και μετά το θάνατο του γέροντα της Σεραφείμ, η Λιούμπα έρχονταν συχνά στην Βίριτσα, όπου προσεύχονταν ώρες στον τάφο του γέροντος της.

Μιμούμενη τον Κύριο που είπε, “αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη” (Ματθ. 8, 19-20- Λουκ. 9, 57-58) «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πετεινά του ουρανού προσωρινές κατοικίες, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του» έτσι κι αυτή δεν είχε που να ακουμπήσει. Περιπλανήθηκε για χρόνια καθώς ο Κύριος την προετοίμαζε να την κάνει όργανο του θελήματος Του στην πνευματική διακονία των ανθρώπων. Ήταν αφημένη τελείως στο έλεος του Κυρίου και στηρίζονταν για τα πάντα εξ ολοκλήρου σε Αυτόν.

Προσεύχονταν αδιαλείπτως, και μιλούσε λίγο … Όταν προσεύχονταν ήταν λες και βρισκόταν αλλού…
Τα αληθινά πιστά παιδιά του Θεού κρύβουν συνήθως τον εσωτερικό θησαυρό των καρδιών τους με την ταπείνωση και τη σιωπή.
Έτσι κι η Λιούμπουσκα έκρυβε τις αρετές της από τα μάτια των ανθρώπων.

Κοιμόνταν όπου μπορούσε, συχνά κάτω από τον ουρανό. Πεινασμένη, παγωμένη από το κρύο και τη βροχή, ξυπόλητη, μισόγυμνη. Ζούσε στο δάσος, στα νεκροταφεία. Όπως είπε ο Απόστολος Παύλος,’’ άνθρωποι για τους οποίους δεν είναι άξιος ο κόσμος, γυρίζοντας σε ερημιές και σε βουνά, σε σπηλιές και στις τρύπες της γης’’ (Εβρ. 11, 38).
Η Λιούμπουσκα γύριζε στους δρόμους, ψάχνοντας τη βασιλεία των ουρανών, ικετεύοντας τον Κύριο για έλεος για όλο τον κόσμο. Αλλά πάντα μετά από κάθε περιπλάνηση επέστρεφε στη Βιριτσα, στον πνευματικό της πατέρα.
Μετά την κοίμηση του αγίου Σεραφείμ στις 3 Απριλίου του 1949 πήρε ευλογία από την σταρίτσα Μαρία (Ματουκάσοβα) της Όπτινα μια πνευματική κόρη του γέροντα Βαρνάβα της Γεθσημανή ( 1906) και μετέπειτα του φίλου του και συνασκητού του αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα.
Προβλέποντας τον θάνατο της η γερόντισσα Μαρία ανέθεσε την πνευματική διακονία της στην Λιούμπουσκα, λέγοντας: ‘’Αυτή είναι πολύ μεγάλη!’’, και έτσι η Λιούμπουσκα πλέον εγκαταστάθηκε στην Βίριτσα, στο σπίτι μιας οικογένειας. Κι όταν αυτή μετακόμισε στο Σουσάνινο πήγε μαζί τους. Εκεί πίσω από τον τοίχο του δωματίου της έμενε μια γειτόνισσα η οποία ήταν πολύ δυσαρεστημένη, γιατί από το δωμάτιο της Λιούμπουσκα ακούγονταν όλη νύχτα δυνατοί κλαυθμοί. Έκλαιγε για τον κόσμο που χάνεται και ικέτευε για τον λαό. Μέχρι και στην αστυνομία πήγαινε κάνοντας παράπονα, ότι δίπλα της ζούσαν παράνομα αλλά η αστυνομία δεν την άγγιζε γιατί είχε την προστασία του Θεού. Τα τελευταία χρόνια έζησε σ’αυτό το χωριό, σαράντα χιλιόμετρα από την Αγία Πετρούπολη. Εκεί έγινε τόπος προσκυνήματος για όλους τους ανθρώπους που έρχονταν όχι μόνο από την Ρωσία, αλλά και από άλλες χώρες.

Έγινε η παρηγοριά των πονεμένων και το στήριγμα όσων πήγαιναν κοντά της. Οι άνθρωποι πήγαιναν κοντά στην Λιουμπούσκα ως σε μια προφήτισσα: ζητούσαν έναν λόγο της, και τον έπαιρναν ως απάντηση από το στόμα του Θεού.
Προσεύχονταν θερμά, ιδιαίτερα τη νύχτα. Ποτέ δεν κοιμόταν, όπως κοιμούνται οι άνθρωποι. Τυλιγμένη σε μια κουβέρτα κάθοταν στον καναπέ κι εκεί κοιμόνταν λίγο. Προσεύχονταν νύχτα-μέρα, συνέχεια. Πόσους ανθρώπους βοήθησε!
Σε όλους αποκάλυπτε το θέλημα του Θεού. Μπροστά της όλες οι καρδιές ήταν σαν ανοικτό βιβλίο. Έρχονταν κοντά της για συμβουλές και στήριξη όχι μόνο οι λαϊκοί, αλλά και μοναχοί και κληρικοί, διάσημοι συγγραφείς και απλοί άνθρωποι. Ήταν η πνευματική μητέρα για πολλούς μοναχούς και ιερείς σε ολόκληρη τη χώρα. Ο πατέρας Ναούμ, Αρχιμανδρίτης της Αγίας Τριάδας-Σεργίου Λαύρας, συχνά έστελνε τα παιδιά του να την συμβουλευθούν.
Η Λιουμπούσκα πάντα υπερασπίζονταν τους άδικα διωκόμενους, τους συκοφαντημένους, τους αδικημένους, – γι ‘αυτούς τους ανθρώπους προσευχόταν τόσο δυνατά κι επίμονα που πάντα εισακούονταν από τον Θεό.

Έδωσε την ευλογία της και καθοδήγησε την γερόντισσα Μαρία-Μαγδαληνή Le Beller του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά (+ 2013 ), να εγκαταβιώση στην έρημο του Σινά.

Έσωσε όχι μόνο ψυχές, αλλά κι ολόκληρες πόλεις. Το 1991, σε ένα προάστιο του Sosnovy Bor, της Πετρούπολης έγινε ένα ατύχημα. Έγινε με τον ίδιο τρόπο όπως στο Τσερνομπίλ. Την παραμονή η Λιούμπουσκα ήταν πολύ ανήσυχη, έλεγε, «Φωτιά, φωτιά!”. Σταύρωνε το δρόμο για την πόλη, μέχρι το πρωί έμεινε άγρυπνη, προσευχόμενη – και το κακό δεν συνέβη …  
Για 22 χρόνια έφερε αθόρυβα τον ευλογημένο σταυρό της δια Χριστόν σαλότητος. Η προσκυνήτρια Λιούμπουσκα έχοντας παράδειγμα τον Σωτήρα Χριστό σταυρώθηκε στο σταυρό, τον οποίο έφερε υπομονετικά σε όλη την ζωή της.
Πριν από το θάνατό της επισκέφθηκε μερικά μοναστήρια. Όταν πήγε στο Diveevo, έγινε δεκτή με μεγάλη τιμή, προσκυνώντας τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ, είπε: “Τι δυναμη! Είναι ζωντανός. “
Έζησε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Προείδε την κοίμηση της κατά την ημέρα της Αποτομής της Κεφαλής του Ιωάννη του Προδρόμου, 11 Σεπτεμβρίου το 1997 με το νέο ημερολόγιο. Κοιμήθηκε στην Μονή της Παναγίας του Καζάν του Βισνύ-Βολότσκ στο Τβερ, όπου ηγουμένη ήταν μια πνευματική της κόρη. Η ηγουμένη Θεοδώρα ήταν η μόνη μάρτυρας των τελευταίων λεπτών της ζωής της, Μέχρι την τελευταία της στιγμή προσευχόταν, μισή ώρα πριν παραδώσει τη δίκαιη ψυχή της στον Κύριο το πρόσωπό της άρχισε να φωτίζεται, κι αμέσως διεγράφει ένα χαρούμενο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Αυτό το θεωρεί ένα μεγάλο δώρο του Θεού στη ζωή της. Είχε πει όταν ζούσε ότι η ίδια η Μητέρα του Θεού του Καζάν θα έρθει για εκείνη με ένα λευκό φόρεμα. Ήταν μια αληθινή προφήτισσα της εποχής μας. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε το μέγεθος της αγιότητας της.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Τό ὁσιακό τέλος μιᾶς ἁπλοϊκῆς μετσοβίτισσας γυναίκας. Μαρία Μπίσα.




Κατά θεία πρόνοια τέλη τοῦ μηνός Απριλίου τοῦ 2026 ἀκούσαμε τό ἑξῆς θαυμάσιο γεγονός μιᾶς πιστῆς, ἁπλῆς καί ταπεινῆς ἐναρέτου μετσοβίτισσας γυναίκας πού άξιώθηκε να βιώσει τό ἐξαίσιο οσιακό της τέλος.
Τό χαριτωμένο αυτό παράδειγμα γνήσιας θεοσέβειας μᾶς ἔγινε γνωστό άπό τόν καθηγητή κ. Μιχαήλ Γ. Τρίτο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμῶς γιά τήν διάσωση τῆς ὠφελίμου αὐτῆς διηγήσεως. Προκειμένου ὅμως νά ὠφεληθοῦν πνευματικά περισσότερες καλοπροαίρετες ψυχές πρός δόξαν τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ ἐκδίδεται ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» καί δίδεται εὐλογία ἀπό τά Γραφεῖα, Σπάρτακου
6, Συκιές Θεσ/νίκης, τηλ. 2310 212 659.


Ἤμουν μαθητής τοῦ Γυμνασίου Μετσόβου, ὅταν ἔβλεπα τὶς ἀπογευματινές ώρες μια συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη την τοπική μετσοβίτικη στολή, νὰ πηγαίνει στὴν ἁγία Παρασκευή να παρακολουθήσει τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Κρατοῦσε στὰ χέρια της ἕνα μικρό μεταλλικό δοχεῖο μὲ λάδι γιὰ νὰ ἀνάψει τα κανδήλια τοῦ ναοῦ. Ἦταν ἡ Μαρία Μπίσα, μιὰ εὐλογημένη ἀπὸ τὸ Θεὸ ψυχή.
Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἑσπερινοῦ πήγαινε στο κέντρο τοῦ ναοῦ καὶ μὲ μιὰ ἐκ βαθέων δοξολογική κραυγή ἔλεγε τὸ «Δόξα Σοι Κύριε», χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζει τὴ σημασία αὐτῆς τῆς φράσης. Το πρόσωπό της ἔλαμπε καὶ ἀπὸ τά γεροντικά της μάτια ἔβγαιναν δάκρυα ἱκεσίας πρὸς τὸν δωρεοδότη Χριστό. Ἦταν ἡ ἐξωτερίκευση τῆς βιωμένης πίστεως καὶ ἡ ἔκφραση τῆς γνησίας ὀρθόδοξης πνευματικότητος.
Ένα περιστατικό που δείχνει την πνευματική ποιότητα τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα εἶναι τὸ ἐξῆς:
Παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μετσόβου πρὶν τὴν ἀκολουθία τῆς ἀναστάσιμης ενάτης, ὥρας. Ή μακαριστή Μαρία ἔκλαιγε μὲ ἀναφιλητά. Την πλησίασα καὶ τὴ ρώτησα στα βλάχικα γιατί κλαίει. Μοῦ ἀπάντησε κλαίει γιατὶ φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Τὴν καθησύχασα λέγοντάς την ὅτι δὲν φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Κάθε Κυριακή Ανάσταση ἔχουμε.
Μὲ εὐχαρίστησε καὶ μοῦ εἶπε: «Τώρα ηρέμησα παιδί μου».
Απλοϊκὴ ἁγνὴ πίστη με δυνατά εσωτερικά βιώματα! «τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Ὁ Κύριος βράβευε την πίστη τῆς ἁπλῆς αὐτῆς γυναίκας, δίδοντάς της τη δυνατότητα να προβλέψει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωής της.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἀφήσω την εγγονή της, την κ. Μαρία Μπίσα-Ψαροβασίλη, να περιγράψει ὡς αὐτόπτης μάρτυς τὸ γεγονός, μέ ἕνα κείμενο ξεχωριστής χάρης καὶ ὀμορφιᾶς καὶ μὲ ἔντονο τὸ στοιχεῖο της βιωμένης αμεσότητας.
Τὴ γιαγιά μου τὴν ἔλεγαν Μαρία. Ἔφυγε στις 20 Φεβρουαρίου 1971, ἦταν 85 ἐτῶν. Ἀπὸ καιρὸ εἶχε φροντίσει καὶ τὴ παραμικρή λεπτομέρεια τοῦ θανάτου της, ἂν καὶ ὁ τρόπος ζωῆς της ἦταν μιὰ συνεχὴς προετοιμασία.
Τελευταῖα δὲν ἔβγαινε ἔξω γιατί τὴν ταλαιπωροῦσε τὸ ἆσθμα ποὺ εἶχε. Δὲν ἦταν ὅμως σὲ τόσο άσχημη κατάσταση. Μέσα στο σπίτι κυκλοφοροῦσε ἄνετα καὶ αὐτοεξυπηρετοῦνταν.
Ἦταν ψυχοσάββατο. Ἐκεῖνο τὸ πρωινό ξύπνησε γύρω στὶς ἕξι. Παρὰ τὴ γκρίνια μου με ξύπνησε κι ἐμένα γιατί ὅπως μοῦ εἶπε μὲ ἤθελε ξύπνια. Ἡ μητέρα μου ἄναψε τη σόμπα καὶ τῆς ἔφτιαξε τον καφέτης. Ἀφοῦ τὸν ἤπιε ρώτησε γιὰ τὸν καιρὸ καὶ ζήτησε νὰ πιεῖ δυὸ γουλιές κρασί, ασυνήθιστο πρᾶγμα γιὰ τὴν ὥρα.
Ημασταν οἱ τρεῖς μέσα στο δωμάτιο καὶ πολὺ σοβαρὰ μᾶς εἶπε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤθελε νὰ κοιμηθεῖ. Ζήτησε ἀπὸ τὴ µητέρα µου νὰ τὴ βοηθήσει νὰ πλυθεῖ καὶ νὰ τὴ ντύσει μὲ τὰ ροῦχα ποὺ εἶχε φυλαγμένα στὸ σεντούκι. Ἀκόμη ζήτησε νὰ εἰδοποιήσουμε τὰ παιδιά της νὰ ἔρθουν στὸ σπίτι καὶ μιὰ γειτόνισσα νὰ βοηθήσει στὴν τακτοποίηση τοῦ σπιτιοῦ γιατί μετὰ θὰ ἐρχότανε κόσμος, 

Βέβαια ἀκολούθησαν πολλοὶ διάλογοι ὅπως δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀκόμη δὲν τρελαθήκαµε καὶ ἄλλα. Ἡ γιαγιὰ ὅμως ἐπέμενε. Κρατοῦσε τὸ σφυγµό της καὶ συνεχῶς ἔλεγε στὴ µητέρα µου «βιάσου γιατί θέλω νὰ κοιμηθῶ, βιάσου γιατί δὲ θὰ προλάβουμε». 

Ὅταν ὁ ἀδερφός µου ἑτοιμάστηκε νὰ πάει στὴ δουλειά του, τὸν ἀποχαιρέτησε φιλῶντας τον καὶ τοῦ εὐχήθηκε προκοπὴ καὶ εὐτυχία γιατί δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιά. 

Σιγά-σιγὰ ἀρχίσαμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι κάτι συνέβαινε μὲ τὴ γιαγιά. Θυμήθηκα ὅτι τὴν τελευταία Δευτέρα ἐκείνης τῆς ἑβδομάδας μοῦ ζήτησε νὰ τῆς γράψω ἕνα καινούργιο Ψυχοχάρτι. Ἐνῷ µέχρι τότε γράφαμε τρεῖς Μαρίες ἐκείνη τὴ µέρα μοῦ ζήτησενὰ γράψω καὶ µία τέταρτη. Τῆς ἔλεγα πὼς μπερδεύτηκε, πὼς ἔκανε λάθος ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ τὴ γράψω καὶ πὼς ἀργότερα θὰ καταλάβαινα. 

Τὴν Πέμπτη τὸ ἀπόγευμα εἶχε καλέσει ὅλους τοὺς συγγενεῖς στὸ σπίτι, ἔκανε εὐχέλαιο καὶ µετάλαβε. 

Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ ἐνδώσουμε στὶς ἐπιθυμίες της καὶ εἰδοποιήθηκαν τὰ παιδιά της καὶ ἡ γειτόνισσα. 
Ἡ µητέρα µου τὴν ἔπλυνε, τὴ χτένισε, τῆς ἔκοψε τὰ νύχια. Τῆς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τῆς φορέσει τὰ νεκρικὰ ροῦχα καὶ τότε ἡ ἴδια προσπάθησε νὰ τὰ Φορέσει λέγοντάς µας «ἐγὼ ἔχω ντύσει τὰ παιδιά µου δὲ θὰ ντυθῶ ἡ ἴδια». 
Ἡ γιαγιὰ εἶχε ὀχτὼ παιδιἀ, τὰ τρία ἀπὸ αὐτὰ πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ἦταν ἐν ζωῇ. 
Τὰ παιδιά της, οἱ νύφες τὰ ἐγγόνια ἐρχόταν ἕνας ἕνας. Κλείσαµε πόρτες καὶ παράθυρα γιά νὰ μὴν ἔρθει κανεὶς ξένος καὶ θεωρηθοῦμε τρελοὶ ποὺ ἕναν ζωντανὸ ἄνθρωπο τὸν ἑτοιμάζαμε νὰ πεθάνει. 

Πρέπει νὰ πῶ ὅτι ὅσο κρατοῦσε αὐτὴ ἡ διαδικασία κατὰ διαστήµατα ἔχανε τὴν ἐπικοινωνία της µαζί μας καὶ μιλοῦσε Ψιθυριστά. Ἡ µητέρα µου συχνὰ τὴν ρωτοῦσε ποιόν ἔβλεπε, μὲ ποιόν μιλοῦσε, τί ἔλεγε ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση της ἦταν «μὴ μὲ ρωτᾶς τέτοια πράγματα, δὲ μπορῶ νὰ σοῦ πῶ». 

Ἡ ἴδια μᾶς ρωτοῦσε µόνο γιὰ τὸν καιρό. Ἠθελε πάντα νὰ πεθάνει ἄνοιξη γιατί ἀγαποῦσε τὰ λουλούδια, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας της χιόνιζε δυνατά. 

Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ διαδικασία τοῦ ντυσίµατος, ζήτησε νὰ τῆς φέρουμε ἀπὸ τὸ σεντούκι τὸ κοµπόδεµά της, Δὲ θυμᾶμαι ἀκριβῶς πόσο ἦταν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεπερνοῦσε τὶς 20 μὲ 30 δρχ. Μᾶς τὰ μοίρασε, ἐμένα μοῦ ἔδωσε ἕνα δίφραγκο καὶ δυὸ τρεῖς δεκάρες, Μᾶς ἀποχαιρέτησε ὅλους ἕναν-ἕναν χωριστά, μᾶς φίλησε, μᾶς ἔδωσε εὐχὲς καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἦταν ἔτοιμη νὰ κοιμηθεῖ. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ διαδικασία ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συγκινήθηκε καὶ βούρκωσαν τά μάτια της.


Πλάγιασε κάτω ἀπὸ τὸ ντουλάπι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ. Δὲν τὰ κατάφερε ὅμως καὶ σύντομα ἄλλαξε γνώµη. Σηκώθηκε καὶ μᾶς εἶπε νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ θέση της στὸ καλὸ δωμάτιο (ἔτσι λέγαμε τὸ δωµάτιο ὑποδοχῆς) ὅπως συνέβαινε μὲ ὅλους τοὺς πεθαµένους τοῦ σπιτιοῦ. 

Καθὼς τήν µεταφέραμµε ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, εἶπε δυὸ φορὲς ἄχι! σπίτι µου, σπίτι µου, 

Ἐκεῖ λοιπὸν στὸ καλὸ δωμάτιο ξάπλωσε στὴν  εἰδικὴ θέση. Ἀπέναντι στὸν τοῖχο ὑπῆρχε ἕνας µεγάλος καθρέφτης. Παρατήρησε πὼς τὰ ροῦχα της δὲν ἦταν καλὰ τακτοποιηµένα καὶ παραπονέθηκε στὴ μητέρα µου. Ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα λεπτὰ τὸ μυαλό της λειτουργοῦσε τόσο καλὰ ποὺ ζήτησε νὰ τῆς κόψουµε μὲ ἕνα λεπτὸ Ψαλίδι τὸ κλειστὸ (ροῦχο ποὺ φοροῦσε) στὴ μεριὰ τῆς πλάτης ποὺ δὲν φαινόταν ἔτσι ὥστε νὰ ἔρθει σὲ εὐθεῖα γραμμὴ μπροστὰ στὸ στῆθος. Μέσα στὴν ταραχή τῆς εἴχαμε βάλει πρόχειρα τὰ παπούτσια της. Ζήτησε νὰ τῆς τὰ φορέσουµε κανονικἀ καὶ νὰ τὰ κουμπώσουμε γιατί μετὰ παρατήρησε πὼς θὰ πρηζόταν τὰ πόδια της καὶ δὲ θὰ ἦταν εὔκολο νὰ μποῦν. Τῆς φορέσαμε τὸ σάβανο ὅπως ἐκείνη ἤθελε. Ζήτησε καὶ τὶς δυὸ µεγάλες λαμπάδες ποὺ εἶχε φυλαγμένες μαζὶ μὲ τὰ κηροπήγια, μιὰ γιὰ τὸ κεφάλι καὶ μιὰ γιὰ τὰ πόδια. Τίς ἤθελε ἀναμμένες. 

Ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι ὅλα ἦταν ἄψογα μὲ τὸ ντύσιµό της, μὲ δική της προτροπὴ καλύψαμε τὸν µεγάλο καθρέφτη μὲ ἕνα μαῦρο μαντήλι εἰς ἔνδειξιν πένθους ὅπως συνηθίζαµε στὸ χωριό. 
Ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους καὶ μᾶς εἶπε νὰ µείνουµε στὸ δωµάτιότης κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Μαζί της στὸ καλὸ δωμάτιο ἤθελε μόνο τὶς νύφες της, δίπλατης γονατιστὲς νὰ προσεύχονται. 

Ἐγὼ δὲν ἀκολούθησα τοὺς ἄλλους στὸ εἰκονοστάσι γιατί ἤθελα τόσο πολὺ νἁ δῶ τὸ τέλος, Ἄφησα τὴν πόρτα τοῦ καλοῦ δωματίου µισάνοιχτη καὶ γονάτισα ἐκεῖ κοιτάζοντάς την. 
Σταύρωσε τὰ χέρια της, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Πρώτη προσευχῆ τό «Πιστεύω εἰς ἕνα ...» Δὲν ξέρω πόσες ἄλλες ἀκολούθησαν γιατί ἡ φωνή της γινόταν ὅλο πιὸ βαριά, πιὸ βραχνἠ καὶ ὁ λόγος της δὲν ἦταν καθαρός, Ἔμεινε ἔτσι προσευχόµενη γύρω στὸ δεκάλεπτο. Στὸ τέλος φώναξε δυνατὰ δυὸ Φορές Ὑιέ µου, γιέ μου!’ Πῆρε μιά βαθιὰ εἰσπνοή, μιὰ τελευταία ἐκπνοὴ καὶ κοιµήθηκε. 

Ἡ ὥρα ἦταν περίπου 10:30 τὸ πρωί.λ

Βέβαια δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ γιαγιὰ ἔφυγε ἔτσι. 

Ηταν μιὰ γυναῖκα ἀγράμματη. Δὲν πῆγε ποτὲ στὸ σχολεῖο, δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει, νὰ μιλάει Ἑλληνικά, οὔτε κἂν νὰ βάζει τὴν ὑπογραφή της. Ηξερε ὅμως ὅλη τὴ θεία λειτουργία ἀπ᾿ ἔξω καὶ ἂς μὴ καταλάβαινε τί ἔλεγε. Εἶχε μιὰ ἔμφυτη γνώση καὶ σοφία καὶ ἦταν πρόθυµη νὰ βοηθήσει ὁποιονδήποτε καὶ νὰ συμβουλέψει τὸν καθένα. 

Ἔζησα μὲ τὴ γιαγιὰ δεκαοχτώ χρόνια. Τὴ θυμᾶμαι χειμῶνα καλοκαίρι νὰ πηγαίνει δυὸ φορὲς τὴ µέρα στὴν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας μας τὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸν ὄρθρο καὶ τὸν ἑσπερινό. Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ Ἁγία Παρασκευἠ ἦταν τὸ σπίτι της. Τὴν ἔβρισκε κανεὶς ἐκεῖ ὧρες ἀτέλειωτες νὰ κάθεται µόνη μα μὲ τὰ εἰκονίσματα. Στὸ γυναικωνίτη εἶχε μιὰ συγκεκριµένη θέση ποὺ ἀκόμα φέρει τὸ ὄνομά της. Ὅλη ἡ κοινωνικότητά της ἐξαντλοῦνταν στὀ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἀγαπημένο τῆς θέµα συζήτησης ἦταν οἱ βίοι τῶν Ἁγίων. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ στενοχωριόταν ποὺ δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει. 
Τηροῦσε μὲ αὐστηρὴ εὐλάβεια ὅλες τὶς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἡμέρες τῆς αὐστηρῆς νηστείας ἔτρωγε ξερὰ βρασµένα δαμάσκηνα μὲ ζουμὶ ἢ νερόβραστα χόρτα τυλιγμένα μὲ καλαμποκάλευρο. Τιμοῦσε ὅλους τοὺς Ἁγίους καί τὴν παραμονή τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ κάθε Ἁγίου κοιμόταν στὸ Ναό του. Κάθε Πέµπτη μὲ µεγάλη εὐλάβεια καὶ αὐστηρὴ σχολαστικότητα ζύμωνε τὰ πρόσφορα τῆς ἑβδομάδας. 

Τὸ σπίτι ποὺ ἔζησε μὲ τὴν οἰκογένειά της δὲν τὸ ἔχτισε, τὸ ἀγόρασε ὅπως ἦταν. Ὅταν ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς πῆγε περιοδεία στὸ χωριό µας ἔτυχε νὰ μείνει σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι. Μόλις τῆς τὸ εἶπε ἡ ἰδιοκτήτρια, ἡ γιαγιὰ τὸ ἀγόρασε χωρὶς δεύτερη κουβέντα. Τὸ θεώρησε µεγάλη εὐλογία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ δωμάτιο ποὺ κοιμόταν ὁ Ἅγιος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε καὶ τὸ εἰκονοστάσι της μὲ τὸ καντήλι ποὺ σιγόκαιγε νύχτα -μέρα καὶ πρώτη τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι ἦταν τὸ ντουλάπι ὅπου ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε βάλει τὰ βιβλία του. Ἐκεῖ ἔβρισκες τὸ θυµιατό της τὸ λάδι γιὰ τὸ καντήλι, τὴ σφραγῖδα γιὰ τὰ πρόσφορα, τὸ σκεῦος μὲ τὸ ζυμάρι καὶ ἄλλα παρόμοια. 

Ἀκόμη ἐκεῖ φύλαγε καὶ τὴ δικιά της ξύλινη γαβάθα, μὲ τὸ δικό της ξύλινο κουτάλι γιατί ἡ γιαγιὰ δὲ χρησιμοποιοῦσε τὰ δικά µας πιάτα γιὰ φαγητό. 

Ἂν καὶ εἶχε καλἡ περιουσία ἦταν ἄνθρωπος λιτὸς καὶ ταπεινός. Ἡ περιουσία της δυὀ φορὲς χάθηκε γιὰ ἱστορικοὺς λόγους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, Καὶ τὶς δύο φορὲς ἡ οἰκογένεια ὀρθοπόδησε γιατί ὁ Θεός τους ἔδινε πλούσια τὰ ἐλέη. Παρὰ τὴν καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ τὴν κοινωνική της θέση, οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴ λαμπερὴ καὶ κεντητὴ στολἡ ποὺ εἶχαν ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶχε χρυσαφικἁ καὶ δὲ στολιζόταν. Τὴ µοναδικὴ φορὰ ποὺ θυμᾶμαι νὰ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἐμφάνισή της ἦταν οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆςτης μπροστὰ στὸν καθρέφτη. Τὸ προσωπικὸ ποὺ εἶχε ἡ οἰκογένεια στὴ δούλεψή της τὸ πλήρωνε μὲ λίρες, ἡ γιαγιὰ ὅμως ὅταν ἔφυγε εἶχε πενταροδεκάρες. 
Ηταν πάντα µετρηµένη στὰ λόγια της καὶ δὲν ἔκανε κριτικἠ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μέσα στὸ σπίτι ἦταν ἄφταστη νοικοκυρά, ἀκούραστη καὶ ἀεικίνητη. 

Ἀπέκτησε ὀχτῷ παιδιά. Τρεῖς γιοὺς καὶ πέντε κὀρες, τὶς ὁποῖες πάντρεψε μὲ φτωχὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, ποὺ τὰ εἶχαν στὴ δούλεψή τους. Τρία ἀπὸ τὰ παιδιά της πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ζοῦσε. Πονοῦσε καὶ μοιρολογοῦσε συχνά, ἀλλὰ παρὰ τὸ πένθος της, τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας τους πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Ἔτσι ἦταν τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ ἔλεγε καὶ ἔτσι ἔζησε κι ἐκείνη σύµφωνα μὲ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ. 

Ἡ µητέρα µου θυμᾶται πὼς ἕνα ἀπόγευμα τοῦ 1941 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. 
Ἐπέστρεψε στὸ σπίτι ἀναστατωμένη «θὰ ἔρθουν οἱ Γερμανοι» τοὺς εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει τὶς κατάλληλες προμήθειες. Φυσικὰ δὲν ὑπῆρχαν τὰ σημερινὰ µέσα ἐνημέρωσης. Ἡ µητέρα µου κατάλαβε πὼς κάποιο μήνυμα πῆρε στὸ Μοναστήρι. Ἡ γιαγιὰ ὅμως δὲν μιλοῦσε ποτὲ γι αὐτά, 

Ὁ παπποῦς ἔφυγε πρὶν ἀπὸ τὴ γιαγιά τὸ 1956. Ηταν 80 ἐτῶν, ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς. Πῆρε τὴ λαμπάδα του καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὴν Ἀνάσταση στὸν Ἅη Γιῶργη. «Πὼς θὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ γέρος ἄνθρωπος» τοῦ εἶπε ἡ γιαγιά. «Ἄσε μὲ νὰ πάω γιατί εἶναι ἡ τελευταία µου φορά» ἀπάντησε ὁ παπποῦς. 

Καὶ ἦταν ἡ τελευταία του φορά, γιατί ἔμεινε στὸ στασίδι του Ἅη-Γιώργη τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε τό «Χριστὸς Ἀνέστη». 

Δέν νομίζω ὅτι πρέπει νά προσθέσουμε κάτι, ὕστερα ἀπό αὐτή τήν ὑπέροχη περιγραφή τοῦ ὁσιακοῦ τέλους τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα. Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ὑπομνήσουμε εἶναι ὅτι «τά µωρά τοῦ κόσμου ἐξελεξάτο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνή, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά» (Α΄ Κορ. 1, 27). 
 
Ἄς ἔχουμε τήν  εὐχή της

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η Γιαγιά Λαμπρινή Βέτσιου η Ασκήτρια της Άρτας ·

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "<<Οι ουράνιοι γιατροί τελείωσαν. Εσείς γιατί καθυστερείτε>>"

Η Γιαγιά Λαμπρινή πάλευε διαρκώς με τον εχθρό. Οι επιθέσεις που δεχόταν ήταν συνεχείς και θυμίζουν τον αγώνα των ερημιτών.
Είχε λάβει την χάρη των μαρτύρων. Η αγάπη Της για Εκείνον κινείτο στα πλαίσια της ορθόδοξης πνευματικότητας των μεγάλων μορφών της πίστεως που έζησαν και έδειξαν τον θείον έρωτα μέσα από τη ζωή και την αφοσίωσή τους στο Πρόσωπο του Ιησού.
 
Μάλιστα, λίγα χρόνια πριν φύγει ζητούσε από τον Κύριο να νοιώσει, να δοκιμάσει τα καρφιά Του. Κάποια στιγμή, προετοίμασε τους δικούς της πως κάτι θα συμβεί. 
 
Σε συζήτηση με το πνευματικοπαίδι της Ανδρέα, ανέφερε: στενοχωρούμαι παιδί μου, διότι πλησιάζει ο καιρός να φύγω από την ζωή και δεν πόνεσα όπως πόνεσε ο Κύριος όταν του έβαλαν τα καρφιά. Σκέφτομαι, πώς θα φύγω να πάω να συναντήσω τον Κύριο, χωρίς να πονέσω όπως πόνεσε Εκείνος για μένα. Παρακαλώ στην προσευχή μου τον Κύριο να περάσω κι εγώ λίγο από το μαρτύριό Του, να πονέσω όπως Αυτός. Και χθες το βράδυ παρουσιάστηκε μπροστά μου και μου είπε "θα σου το κάνω αυτό που ζητάς"!... Δηλαδή θα μου βάλουν κι εμένα καρφιά στο σώμα μου όπως σ΄Εκείνον! Είμαι πολύ χαρούμενη!
Ο Ανδρέας θορυβημένος διαμαρτυρήθηκε έντονα: Μα, Γιαγιά, δεν γίνονται διωγμοί τώρα... Του απάντησε η Γιαγιά: Θα βρει τρόπο ο Κύριος να γίνει αυτό!... 
 
Είχε την ευλαβή συνήθεια να ανάβει τα καντηλάκια στα εικονοστάσια του δρόμου, ιδιαίτερα στο εικονοστάσι του Αγίου Παντελεήμονα, το οποίο βρισκόταν σε μια επικίνδυνη στροφή. Ένα βράδυ ο διάβολος, μη αντέχοντας να του χαλάει τα σχέδια με τη προσευχή της χρησιμοποίησε ένα άνθρωπο ως όργανο του. Την ώρα που άναβε το καντηλάκι, όρμησε πάνω της ένα αυτοκίνητο με αναμμένους τους μεγάλους προβολείς, τυφλώνοντάς την και στην συνέχεια την χτύπησε πολύ σοβαρά. Εκτός των γενικών κακώσεων το ένα πόδι της καταστράφηκε. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός απελπίστηκε. Το λιπόσαρκο άκρο της ήταν εντελώς κατεστραμμένο. Είπε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Η Γιαγιά απολύτως ψύχραιμη, τον καθοδήγησε πώς να το «πλάσει», πως να το ξανασχηματίσει και που θα τοποθετήσει τα καρφιά. Ο γιατρός τα έχασε! Της είπε, τί έχεις σπουδάσει, τί άνθρωπος είσαι; Μια αγρότισσα είμαι, απάντησε η Γιαγιά. Και πώς γνωρίζεις τέτοιες διαδικασίες ιατρικές, που μόνο πειραματικά γίνονται σε μεγάλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Αμερικής;... Πώς τα γνωρίζεις; 
Η Γιαγιά απάντησε: μπορείς να μου το κάνεις αυτό; Ζητάω πολλά; Στην συνέχεια ζήτησε να μην λάβει καμία νάρκωση κατά την διάρκεια του χειρουργείου.
 Ο γιατρός τρελάθηκε. 
Της είπε ότι είχε δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη και δεν μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να αντέξεις τέτοιο πόνο. Θα μου πάρουν το δίπλωμα αν κάνω κάτι τέτοιο. 
Τελικά ο γιατρός δέχθηκε να της κάνει ένα είδος τοπικής αναισθησίας σε δόσεις και της είπε, μόλις δω τον παραμικρό μορφασμό, την παραμικρή κίνηση θα σε κοιμίσω. Η Γιαγιά δεν κινήθηκε καθόλου και το πόδι ξανασχηματίστηκε. Με καρφιά. Μετά το χειρουργείο, κατάπληκτος ο γιατρός, είπε στους συγγενείς της: τι άνθρωπος είναι αυτός;... δεν κινήθηκε καθόλου! 
Τι συμβαίνει εδώ;
Παρέμεινε αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, από τα χείλη της δεν βγήκε αρνητικός λόγος, ούτε παράπονο, μάλιστα απέτρεψε και τον γιό της από το να ζητήσει την ποινική δίωξη του οδηγού, ο οποίος όταν συνειδητοποίησε τι έκανε, κλαίγοντας είπε πως δεν κατάλαβε πως πάτησε το γκάζι…
Μετά το Νοσοκομείο την επισκέφθηκε το πνευματικό της παιδί Ανδρέας. Τον εντυπωσίασε η απέραντη χαρά της. Έχω κι εγώ καρφιά, όπως ο Κύριος, είπε! Άσε τι λένε οι γιατροί! τι λέει ο δικός μου ο γιατρός! Ο πόνος παιδί μου, ήταν πράγματι πολύ μεγάλος. Όμως όταν έχεις τον Κύριο να κατευθύνει τους γιατρούς, να χειρουργεί ο Ίδιος, ξεχνάς τον πόνο και τα πάντα... Σε πλημμυρίζει η απόλυτος Χάρις Του! μόνο Χαρά... δεν ασχολείσαι, δεν σκέφτεσαι κανένα πόνο... Πόση Θεία ευτυχία!
Λίγο καιρό αργότερα, είχε ολοκληρώσει το Μεσονυκτικό και βγήκε έξω από το σπιτάκι της, κατεβαίνοντας τα σκαλιά (3 τον αριθμό) για να πάρει λίγο καθαρό αέρα στην αυλή της… Τι πραγματικά συνέβη; Όταν την βρήκαν μετά από αρκετή ώρα είπε πως έπεσε από τις σκάλες. Το πόδι της είχε φύγει από τη λεκάνη και φυσικά ο χειρούργος ιατρός δε την πίστευε! Λογικά ήταν αδύνατο από 3 σκαλιά να πάθει τέτοια ζημιά. Και πάλι χρειάστηκε καρφιά. Η Γιαγιά στο χειρουργείο, έβαλε τους γιατρούς να ψάλλουν! Και πάλι ζήτησε να μην της κάνουν νάρκωση Οιγιατροί τα είχαν χαμένα, είχαν μείνει κατάπληκτοι και τρομαγμένοι κάπως…Κάποια στιγμή τους λέει: «Οι ουράνιοι γιατροί τελείωσαν. Εσείς γιατί καθυστερείτε;».
Δεν αποκάλυψε τί είδε, αλλά πάντα αποκαλούσε τον Άγιο Παντελεήμονα επουράνιο γιατρό…
Είναι επιστημονικά και εμπειρικά διαπιστωμένο πωςοι πόνοι σε τέτοιο χτύπημα είναι φριχτοί. Η Γιαγιά όμως υπέμεινε αγόγγυστα!
Τι συνέβη; Πώς χτύπησε πραγματικά; Όταν ένα πνευματικοπαίδι της την ρώτησε, απάντησε: Είδα μια τεράστια σκιά πίσω μου, Αποστόλη παιδί μου και χωρίς να το καταλάβω με σήκωσε 5 μέτρα ψηλά και με έσκασε κάτω σαν τσουβάλι!
Η προσευχή της ενοχλούσε και κατέστρεφε τα σχέδια του εξαποδίτη! Οι γιατροί διέγνωσαν ότι μετά από το δεύτερο χτύπημα μόλις μετά βίας θα σηκωνόταν πάλι η γιαγιά, για να περπατήσει, και μάλιστα με το «πι». Όμως μετά από πολύ λίγο καιρό περπατούσε μια χαρά!
Συγκεκριμένα, 8 ημέρες μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο, παντρευόταν η εγγονή της και ενώ ήταν κλινήρης στο σπίτι της κόρης της, δεν δέχθηκε με κανένα τρόπο να μείνει κάποιος κοντά της, η πόρτα μάλιστα ήταν κλειδωμένη. Επιστρέφοντας συγγενικό της πρόσωπο κατά την διάρκεια του μυστηρίου, δεν την βρήκε στο κρεβάτι. Ανήσυχος έτρεξε στην βεράντα και έντρομος την είδε να έρχεται από τα γειτονικά κτήματα, σχεδόν χωρίς να αγγίζουν τα πόδια της την γη. Έκτοτε περπατούσε χωρίς κανένα πρόβλημα…

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η Γερόντισσα Μαρία στο ορθόδοξο Κοινόβιο του Αστεν της Ολλανδίας

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τα έβαλε με όλο το σύστημα υποχρεωτικής θανάτωσης των οικόσιτων πουλερικών της Μονής όταν η Γρίπη των πτηνών ήταν το κύριο θέμα στην Ολλανδία .Η Μακαριστή Γερόντισσα αρνήθηκε να σκοτώσουν τα πτηνά λέγοντας πως είναι προστατευμένα και απολύτως υγιή σε έναν άγιο χώρο με προσευχή και με καθαρή τροφή.
Έδωσε μεγάλη μάχη στα ολλανδικά δικαστήρια και δικαιώθηκε ….
Να μεσιτευει για τη διάσωση της Κτίσης μαζί με όλους τους Πανάγιους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας μας
Αμήν
 

Είχα την ευλογία να τη ζήσω από κοντά τα χρόνια που έμενα στην Ολλανδία. Έίχε ζήσει στη Σερβία και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, τα τελευταία της χρόνια στη χώρα μας στο Μοναστήρι στη Σίψα (Δράμα). Υπέροχος άνθρωπος! Μετέφραζε Έλληνες Πατέρες στα Ολλανδικά γιατί γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα! Η αποδημία της με πόνεσε πολύ! Αν μπορούσα να τη χαρακτηρίσω....θα έλεγα ΆΝΘΡΩΠΟΣ που ακτινοβολούσε καλοσύνη και ΦΩΣ Χριστού! Ας μεσιτεύει για μας και για όλο τον κόσμο!
Anastasia Groushenka

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Η Γερόντισσα Ευλαμπία Ρωμανίδου

του Πρεσβ. π. Λαμπρου Φωτοπούλου

Η καταγωγή

Η Ευλαμπία Ρωμανίδου, μητέρα του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη, κατήγετο από την Αραβισσό της Καππαδοκίας, μια περιοχή που ποτέ δεν έπαυσε να συζητάη θεολογικά, ακόμα και μετά τούς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες (Βασίλειο το Μεγα και Γρηγόριο Νυσσης).

Γεννημένη πριν από την καταστροφή (το 1895), μεγάλωσε σε ένα χώρο βαθειάς πίστης. Στο χώρο αυτό η Ορθοδοξία ήταν πρώτη αξία, η γλώσσα και η καταγωγή το δευτερεύον. Ανήκε σ ?κε?νον τον μεγαλειώδη λαο των Καραμανλήδων, που με την δική του ελληνική γραφή, τα σημαντικά μνημεία του, τα μοναδικά ήθη και έθιμά του μετέφρασε το ορθόδοξο βίωμα των ασκητών και των αγίων σε καθημερινή πράξη.

Το θεολογικό πρότυπο των Καππαδοκών είναι η μίμηση των αυστηρών ησυχαστών, όπως των στηλιτών αγίων Συμεών και Δανιήλ, του αγίου Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού, κ.α. Η προσωπικότητα του αγίου Αλεξίου, ειδικότερα, τόσο μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στούς Καππαδόκες, λόγω της υπερβολικής νηστείας, της ξενιτείας και της σκληρής άσκησης, ώστε πολλά τραγούδια γράφτηκαν γι α?τ?ν που τραγουδιώνται ακόμη. Καθε σαρακοστή στην Καππαδοκία επικρατούσε περισυλλογή, μνήμη θανάτου, προσευχή και άσκηση. Το κέντρο της κοινωνικής ζωής του Καππαδόκη ήταν ο Ναός και πνευματικό κατόρθωμα ήταν η άσκηση στη νοερά προσευχή. Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναπνοή της Καππαδοκίας ήταν στο ρυθμό της Ευχής “Κυριε Ιησού Χριστέ (εισπνοή), ελέησόν με (εκπνοή)!”

Μεσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον μεγάλωσε η Ευλαμπία Ρωμανίδου.

Τα παιδικά χρόνια

Τα παιδικά χρόνια της Γερόντισσας Ευλαμπίας ήσαν μέσα στον πόνο. Πονος βαθύς, αλλά σωτήριος. Δωδεκάχρονο κοριτσάκι γνώρισε την φοβερή σφαγή των γονέων της, ένα γεγονός που τα παιδικά μάτια το τύπωσαν βαθειά μέσα στην ψυχή της. Εν τούτοις η εμπειρία αυτή, αντί να αποβή καταστρεπτική για την Ευλαμπία, ήταν το ουράνιο μήνυμα να πάρη την καλή στροφή, να αγαπήση τον Χριστό και την Εκκλησία.

Κοινωνικά η Ευλαμπία έμεινε ορφανή, αλλά πνευματικά απέκτησε μια παντοδύναμη προστασία. Η Βασίλισσα των Ουρανών, η των ορφανών βοηθός, την πήρε κάτω από τη δική της σκέπη. Με θαυμαστή απλότητα για τόσο μεγαλειώδεις εμπειρίες μιλούσε αργότερα στις μοναχές η γερόντισσα και έλεγε πως της παρουσιαζόταν η Παναγία, πως την έπαιρνε από το χέρι και την έσωζε από διαφόρους ψυχικούς κινδύνους. Από γλέντια που γίνονταν γύρω της την εμπόδιζε, την απομάκρυνε. Μετά ερχόταν πολλή διάθεση για προσευχή. Ετσι από μικρό παιδί επικοινωνούσε δια της προσευχής με το Θεο!

Άραγε, τι είδους προσευχή να έκανε η μικρή ορφανή Ευλαμπία; Σε μια έγγραφη εξομολόγηση που άφησε, λέει τα εξής: “Δωδεκα χρονών που ήμουν, προσευχή που έκανα αυτή ήταν. Παράκληση, Εξάψαλμος, Απόδειπνο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Ετσι περνούσα το χρόνο μου. Αυτούς τούς λόγους δεν τούς άφηνα από το μυαλό μου νύχτα και μέρα. Κυριε Αγαθέ, τα αγαθά σου μη μου στερήσης, από κάθε τι, να ακούω τα λόγια σου. Από απρεπή πράγματα με την βοήθειά Σου, Κυριε μου, φύλαξέ με. Κυριε, κατά την εντολή Σου, όπως ξέρεις εσύ, Κυριε, ο λάρυγγάς μου, ο,τι λέει δικός Σου είναι. Η Βασίλισσα η Παναγία μας, με τις πρεσβείες Της και των αγίων… Και από όλους αυτούς ευλογητός είσαι εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν”.

Στην προσφυγιά

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή έρχεται στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στον Πειραιά. Παντρεύεται τον συμπατριώτη της Σαββα Ρωμανίδη και αποκτά το πρώτο της παιδί, αγόρι. Το έχει ταμένο στον επίσης πρόσφυγα, άγιο Ιωάννη το Ρώσσο. Αξιώνεται, όταν το παιδί έγινε 2 ετών, να πραγματοποιήση το τάμα της και να το βαπτίση, τον μετέπειτα ιερέα Ιωάννη, στο Προκόπι Ευβοίας, όπου είχε εναποτεθή το ιερό Λείψανο.

Η ζωη στην Ελλάδα είναι δύσκολη και η οικογένεια Ρωμανίδη μεταναστεύει το 1927 στην Αμερική.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η Ευλαμπία Ρωμανίδου βοηθά τον σύζυγό της στη ραπτική, ένα επάγγελμα που τούς έδωσε τη δυνατότητα να μεγαλώσουν τα δύο παιδιά τους. Η πολυπολιτισμική κοινωνία, με την ποικιλόχρωμη θρησκευτικότητα και τις διαφορετικές αξίες, δεν την επηρέασαν, αντίθετα της έδωσαν την πρόκληση για ιεραποστολή. Πολεμάει με τις όποιες δυνάμεις διαθέτει τον προτεσταντικό περίγυρο. Η θερμότητα της πίστης της κάνει εντύπωση. Οι αιρετικοί διαβλέπουν ότι θα είναι μεγάλη επιτυχία γι αυτούς αν προσηλυτίσουν στις ιδέες τους αυτήν την Καπαδόκισσα με την πολλή πίστη. Δεν παραγνωρίζουν και το αξιόμαχο της αντιπάλου. Οργανώνουν έτσι πραγματική “επιχείρηση” για τον προσηλυτισμό της, στην οποία συμμετέχουν 10-15 άτομα. Την επισκέπτονται και προσπαθούν μέσα από την αγία Γραφή, με τα γνωστά τους επιχειρήματα, να την κλονίσουν. Η Ευλαμπία έχει άλλα, μεγαλύτερα και ακαταμάχητα επιχειρήματα. Τούς αφήνει για λίγο μόνους και καταφεύγει στούς αγίους, που έχει στο “εικονοστάσι” του δωματίου της. Προσεύχεται με θέρμη να την φωτίση ο Θεός. Και, ω! του θαύματος! Μια δυνατή βοη βγαίνει από τις εικόνες. Την ακούν και οι Προτεστάντες και τρέπονται σε άτακτη φυγή. Εκτοτε δεν την ξαναενόχλησαν.

Ιεραπόστολος

Η γερόντισσα Ευλαμπία είχε βεβαιωθεί ότι η μόνη αλήθεια είναι η Ορθόδοξη Πιστη και δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας από το Ορθόδοξο Άγιο Βαπτισμα. Ετσι, όταν έμαθε ότι η κόρη της παντρεύτηκε στην Ν. Ζηλανδία έναν ετερόδοξο, τον Malcolm, ανώτερο κρατικό υπάλληλο, κατάλαβε ποιο είναι ακριβώς το καθήκον της. Πηγαίνει στην Ν. Ζηλανδία και μένει εκεί μέχρις ότου να κατηχήση σωστά τον γαμπρό της και να τον βαπτίση ορθόδοξο με το όνομα Μάρκος. Δεν εγκαταλείπει την Νεα Ζηλανδία πριν να εκπληρώση και τον άλλο ιερό σκοπό της: Να ιδρύση Ορθόδοξη Εκκλησία στο Christchurch, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της χώρας αυτής.

Μια προσφυγοπούλα ράφτρα από την Αμερική, χωρίς συνδρομή ιεραποστολικών κλιμακίων και οικονομική υποστήριξη, μόνη με μόνο το Θεο στην καρδιά της, γίνεται ισαπόστολος και ιδρύει Ορθόδοξη Εκκλησία στις εσχατιές της Γης…

Η μοναχή

Μετά το θάνατο του συζύγου της προσφέρει τις υπηρεσίες ως ράπτρια στο αντρικό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Βοστώνη και συγχρόνως αρχίζει μόνη της να ασκήται στην μοναχική ζωη. Παίρνει έτσι σταθερά την απόφαση να γίνη μοναχή. Η ευκαιρία δεν άργησε να δοθή. Ο γιός της, ο π. Ιωάννης, επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα και η γερόντισσα τον ακολουθεί ενημερώνοντάς τον συγχρόνως για τις προθέσεις της.

Με την μεσολάβηση του π. Ιωάννη και την συνδρομή του (νυν) Επισκόπου Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου ο π. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου τη συνιστά στο Ιερό Ησυχαστήριο “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτής Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται δεκτή ως δόκιμη στις 17/1/1971. Στις 4/5/1973 γίνεται η κουρά της σε μεγαλόσχημη, χωρίς να αλλάξη το βαπτιστικό της όνομα, κατά παράκληση του π. Ιωάννη.

Ως μοναχή ουδέποτε παρέλειπε τον κανόνα της. Τα μεσάνυχτα προσευχόταν ανελλιπώς με τον τρόπο που είχε συνηθίσει από νέα. Εξηγούσε δε με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο την συνήθειά της αυτή: “τότε, παιδί μου, ανοίγει ο ουρανός”, έλεγε.

Στο μοναστήρι έζησε μέχρι το 1980, οπότε κοιμήθηκε εν Κυρίω οσιακά, όπως το ζητούσε αδιάκοπα από το Θεο: “Το όνομά μου εν βίβλω ζωής να περάση. Ειρηνικά χριστιανικά τα τέλη της ζωής μου δος μου…”

Προγνώριζε το θάνατό της και το έλεγε (το 1980) στις αδελφές που την υπηρετούσαν, όταν της μιλούσαν για γεγονότα που θα γίνονταν αργότερα (κτίσιμο ναού αγίων Αρχαγγέλων). Άλλωστε, το γεγονός του θανάτου ήταν η μελέτη της καρδίας της από ηλικίας 12 χρονών· “τον θάνατο να μην βγάλω από το νου μου Κυριε δος μου”, έλεγε. Ο Θεός της έδωσε τούς τελευταίους μήνες της ζωής της όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να προετοιμαστή για το μεγάλο πέρασμα.

“Εις μνημόσυνον αιώνιον”

Ποσο διαφορετική είναι αυτή η γερόντισσα από όλα εκείνα τα τεχνητά μοντέλα που “λανσάρει” το θρησκευτικό “star system” της εποχής μας.

Εχοντας την χάρη του “ταπεινού και ησυχίου” Αγίου Πνεύματος υποτάχθηκε στο θέλημα του Τριαδικού Θεού. Υπ?μεινε την ορφάνια και την προσφυγιά με πίστη στο Θεο και αδιάλειπτη Προσευχή. Εζησε μέσα στον κόσμο αφοσιωμένη στα καθήκοντά της ως σύζυγος και μητέρα και, όταν αποφάσισε να μονάση, προέκρινε ταπεινά την υπακοή σε ένα Ορθόδοξο Μοναστήρι.-

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΟΝΑΧΉ ΠΕΛΑΓΊΑ ΤΡΟΥΜΟΥΛΙΑΡΗ μια ακόμα οσιακή μορφή της Καλύμνου και η ιδιαίτερη σχέση της με την Παναγία

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 
 
Επειδή ήταν σε όλα καθαρό παιδί, ό Γέροντας Κύριλλος της διάβασε ευχή για να μπαίνει στο Ιερό να ανάβει τα κανδήλια και να καθαρίζει
. Τόσο πολύ αγάπησε τη Παναγία, ώστε την αισθανόταν και την αποκαλούσε «Μάνα» και έλεγε σχετικά στους δικούς της: «Αγαπώ την μεγάλη μας την Μάνα και θέλω να ’μαι πάντα στην αγκαλιά της». Δυστυχώς έχασε και την μητέρα της πολύ νωρίς, όταν ήταν - δώδεκα ετών.
Ή μητέρα της πάνω στο κρεβάτι τού πόνου κ: αρρώστιας την ανέθεσε στην Παναγία: «Παναγία μου κάνε να μεγαλώσω την Κατερίνα και ύστερα με παίρνεις». Το ίδιο βράδυ ή ταλαιπωρημένη γυναίκα κοιμήθηκε ελαφρά και ξύπνησε και ένιωσε κάποιον να την κτυπά στοργικά στον ώμο.
Όταν ή Κυρία Αγγέλων λουσμένη στο φως πού της είπε με Αγάπη: «Θέλημα του Υιού μου είναι να αναπαυτείς από τα βάσανα αυτής της πρόσκαιρης ζωής. Για την Κατερίνα σου μην ανησυχείς την έχω αναλάβει ήδη εγώ. Με είχε Μάνα μέχρι τώρα και από έδώ και στο και στο εξής θα με έχει δυο φορές Μάνα. Θα την φροντίζω σαν εσένα και καλλίτερα" «Γενηθήτω κατά το θέλημά σου, Παναγία μου», είπε ή βασανισμένη μάνα και έκλεισε τά μάτια της στον αιώνιο ύπνο...
Ή Παναγία μας λοιπόν ικανοποιούσε κάθε επιθυμία της Κατερίνας, όπως έκανε ως τότε ή σαρκική της μητέρα. Γλυκά της πήγαινε στον δίσκο τά Χριστούγεννα και ποδοκέφαλα αρνίσια που της άρεσαν το Πάσχα. Κάθε επιθυμία τού αγνού παιδιού ήταν εντολή για την Παναγία πού την ανέλαβε ως αληθινή μητέρα!
Επειδή ήταν μικρόσωμη δεν έφθανε τά καντήλια, χρησιμοποιούσε μια σκάλα. Πάντοτε βοηθό στην Ιερή διακονία της είχε την ίδια την Παναγία. «Τείχος ει των Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε» (Τέταρτη στάση Χαιρετισμών της Παναγίας), ψέλλιζε ή Γερόντισσα Πελαγία και τότε εμφανιζόταν η - ή Μεγαλόχαρη με τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο τού δεξιού χεριού σε σχήμα V να βαστάει την σκάλα. Κάποτε τόλμησε να την ρωτήσει, γιατί κουράζεται γι’ αυτήν, και Εκείνη της αποκάλυψε χαμογελώντας: «αν δεν σε βοηθούσα, σίγουρα ό κακούργος θα σε είχε τσακίσει!» και εξαφανίσθηκε αφήνοντας πίσω Της ευωδία_ Όλη της την ζωή την πέρασε μέ την γλυκιά προσμονή να γίνει μοναχή. Ή ψυχή της ήταν για τον Χριστό και την αφιέρωση και όχι τον κόσμο. Μία ζωή δόκιμη και υποτακτική τού Νυμφίου της Χριστού.
Της το είπε και ό Γέροντας της ότι θα γίνει μοναχή. Ύστερα από λίγο καιρό είδε ολοζώντανη την Παναγία μέσα στον Ναό και την κάλεσε να της δείξει το Σχήμα τών Μεγαλόσχημων. Έκπληκτη εκείνη παρατήρησε ότι το σχήμα ήταν λουσμένο με θειο και ουράνιο φως και είπε με ενθουσιασμό στην Παναγία: «Δώσ’ το μου, Παναγία μου, τώρα αυτό το δώρο».
«Όχι τώρα, σε έξι μήνες» της απάντησε με έμφαση ή Παναγία. Και πράγματι μετά από έξι μήνες το 1945 την κάλεσε ό Γέροντας Κύριλλος και την έκανε Μεγαλόσχημη. Ή τελετή έγινε κρυφά από τους δικούς της που ήθελαν να την ξαναπαντρέψουν. Ανάδοχοι της ήταν ή Καλλιόπη Καρπαθίου και μία εξαδέλφη της.
Πήρε το όνομα «Πελαγία» μοναχή.
Την ευχή της να έχουμε!

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η οσία μοναχή Άννα Γιοβάνογλου, η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας (1903-1998).

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
▪▪▪
Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το έτος 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς, τον Ιωάννη και τη Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.
Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».
Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.
Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.
Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε όσα άκουγε.
Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.
Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.
Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.
Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.
Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».
Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.
Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».
Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.
Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.
Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».
«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».
Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!
Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.
%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».
«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.
»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.
»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».
Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.
»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.
»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.
»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.
Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».
«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».
«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».
«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».
«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».
«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».
«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».
«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».
Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.
Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.
Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».
Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.
Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.