Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ο Ρούμπιο, έστω και αν εξυπηρετεί τις σκοπιμότητες της πολιτικής των ΗΠΑ, είναι δέκα επίπεδα επάνω από το συφερτό.


Οι προηγούμενοι τύπου Μπλίνκεν είναι μηδενικά μπροστά του

(Και κάποιοι ντόπιοι που ψήφισαν νομοσχέδια κατ’ εντολή του ελεεινού Μπλίνκεν, βρίσκονται ακόμα στο κοινοβούλιο)…

Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Σαν σήμερα πριν πέντε χρόνια – Η αυτοκτονία της Χρυσάνθης που αρνήθηκε τα εμβόλια του θανάτου θα βαραίνει για πάντα την αιματοβαμμένη κυβέρνηση Μητσοτάκη – Μέχρι τέλους για να μπουν οι δολοφόνοι της φυλακή

 Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο


Σημείωση;Δεν αποδεχόμαστε την αυτοκτονία ως πράξη ηρωϊκή, αλλά για αυτούς τους θανάτους κάποιοι πρέπει να καθήσουν στο σκαμνί

Το φαινόμενο των «στερεοτύπων» στον εκκλησιαστικό δημόσιο λόγο

 Μπορεί να είναι εικαστικό

+Νεκταρίου Χογκ Κονγκ
Υπάρχουν φράσεις που επανέρχονται στον εκκλησιαστικό δημόσιο λόγο σαν να μη χρειάζονται πια καμία απόδειξη. Οι επίσκοποι καταδυναστεύουν τους ιερείς. Οι άγαμοι κληρικοί ενδιαφέρονται μόνο για να γίνουν μητροπολίτες. Η Εκκλησία αγαπά το χρήμα και τη δόξα, έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει απομακρυνθεί από τον λαό. Οι νέοι δεν γίνονται ιερείς εξαιτίας του ράσου και δεν εκκλησιάζονται επειδή δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα της λατρείας. Τις συναντούμε σε άρθρα, ομιλίες και σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως, ακόμη και από ανθρώπους που διακονούν την Εκκλησία. Κάποτε εκφέρονται με αγανάκτηση, άλλοτε με πόνο και άλλοτε με την ειλικρινή επιθυμία να αλλάξει κάτι.
Η καλή πρόθεση, όμως, δεν αρκεί για να κάνει μια διαπίστωση αληθινή. Ούτε η συχνή επανάληψή της αποτελεί τεκμήριο αληθείας. Μια φράση μπορεί να μας φαίνεται περισσότερο αξιόπιστη απλώς επειδή την έχουμε ακούσει πολλές φορές. Η επανάληψη δημιουργεί οικειότητα και η οικειότητα μπορεί να εκληφθεί ως επιβεβαίωση. Το «το ακούμε παντού» δεν σημαίνει αναγκαστικά «έχει αποδειχθεί».
Το πρόβλημα με τα στερεότυπα δεν είναι ότι αναφέρονται πάντοτε σε ανύπαρκτες καταστάσεις. Μπορεί να ξεκινούν από ένα πραγματικό περιστατικό, μια οδυνηρή εμπειρία, μια δικαιολογημένη διαμαρτυρία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται ερμηνεία για όλους. Όταν από το «αυτός ο επίσκοπος συμπεριφέρθηκε αυταρχικά» περνούμε στο «έτσι είναι οι επίσκοποι». Όταν από την αλαζονική φιλοδοξία ενός κληρικού καταλήγουμε να γνωρίζουμε, υποτίθεται, τα κίνητρα κάθε άγαμου ιερέα. Εκεί η κριτική παύει να εξετάζει την πραγματικότητα και αρχίζει να την προσαρμόζει σε μια έτοιμη εικόνα.
Χρειάζεται εξαρχής μια διευκρίνιση: η αμφισβήτηση των στερεοτύπων δεν μπορεί να αποτελεί τέχνασμα αποφυγής της αυτοκριτικής. Το «δεν είναι όλοι έτσι» δεν απαντά στον άνθρωπο που αδικήθηκε. Μία και μόνη περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας αξίζει να εξεταστεί και να αντιμετωπιστεί. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι όλοι οι επίσκοποι είναι αυταρχικοί για να δικαιούται προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία ενός. Άλλο, όμως, η απόδοση συγκεκριμένης ευθύνης και άλλο η συλλογική καταδίκη.
Στις σχέσεις επισκόπων και πρεσβυτέρων, για παράδειγμα, δεν βοηθά να μοιράζουμε εκ των προτέρων τους ρόλους του δυνάστη και του θύματος. Όταν ένας πρεσβύτερος υπονομεύει τη συνεργασία, ασκεί πιέσεις ή μετατρέπει μια διαφωνία σε προσωπικό πόλεμο, η συμπεριφορά του δεν γίνεται λιγότερο προβληματική επειδή βρίσκεται «χαμηλότερα» στην ιεραρχία. Η αναγνώριση αυτού του ενδεχομένου δεν απαλλάσσει τον επίσκοπο από την ιδιαίτερη ευθύνη του. Μας υποχρεώνει όμως να εξετάζουμε πρόσωπα, πράξεις και σχέσεις, αντί να θεωρούμε ότι ο τίτλος κάποιου αποδεικνύει αυτομάτως την ενοχή ή την αθωότητά του. Άλλωστε, η εκκλησιαστική αντίληψη της εξουσίας απαιτεί ταπείνωση και αμοιβαία ευθύνη.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται απέναντι στους άγαμους κληρικούς. Η αγαμία δεν είναι πιστοποιητικό αγιότητας, αλλά ούτε αποδεικτικό επαγγελματικής φιλοδοξίας. Με ποιο δικαίωμα ερμηνεύουμε μια ολόκληρη ζωή διακονίας ως αναμονή για έναν μητροπολιτικό θρόνο; Και γιατί να παραβλέπουμε τις διακονίες που απαιτούν μετακινήσεις, παρατεταμένη απουσία ή εγκατάσταση μακριά από ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον; Ένας άγαμος κληρικός μπορεί να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε τέτοιες ανάγκες. Αυτό δεν τον καθιστά ανώτερο από τον έγγαμο. Αντιστοίχως, η ευθύνη ενός έγγαμου ιερέα απέναντι στη σύζυγο και στα παιδιά του δεν αποτελεί έλλειμμα αφοσιώσεως στην ιερατική διακονία.
Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν ανταγωνισμό προσφοράς. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή περιλαμβάνει τόσο την έγγαμη όσο και την άγαμη ιερατική διακονία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποια οικογενειακή κατάσταση εγγυάται καλύτερους ανθρώπους, αλλά πώς ο καθένας ανταποκρίνεται στην κλήση και στις υποχρεώσεις του. Η φιλοδοξία χρειάζεται έλεγχο όπου εμφανίζεται· δεν χρειάζεται να αποδίδεται προκαταβολικά σε μια ολόκληρη κατηγορία κληρικών.
Το ίδιο ισχύει για τη φράση «η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνο για το χρήμα και τη δόξα». Τι ακριβώς εννοούμε; Την προσκόλληση στο χρήμα ή την ανάγκη να υπάρχουν τα μέσα για να επιτελεστεί ένα έργο; Διότι άλλο η φιλαργυρία, η αδιαφάνεια και η επίδειξη πλούτου και άλλο οι καθημερινές ανάγκες μιας μητροπόλεως, μιας ενορίας και η διακονία των πιστών. Με ποιον τρόπο φανταζόμαστε ότι μπορεί να συντηρηθεί ένας ναός, να λειτουργήσει ένα συσσίτιο, να υποστηριχθεί μια οικογένεια ή να οργανωθεί μια αποστολή βοηθείας χωρίς οικονομικούς πόρους; Η απαίτηση για λιτότητα και λογοδοσία είναι απολύτως θεμιτή. Η ιδέα ότι ένα τέτοιο έργο μπορεί να επιτελείται χωρίς χρήματα παραβλέπει τις υλικές προϋποθέσεις ακόμη και της πιο ανιδιοτελούς προσφοράς.
Κοντά σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται και η άλλη: ότι η Εκκλησία έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει εγκαταλείψει τον λαό. Κάθε σχέση που δημιουργεί εξαρτήσεις, ανταλλάγματα ή ένοχες σιωπές χρειάζεται έλεγχο. Αλλά από πότε η εικόνα μιας επίσημης συναντήσεως ή η συνεργασία με πολιτικούς φορείς αρκεί για να περιγράψει ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή; Πού χωρούν σε αυτή τη γενική καταδίκη ο ιερέας που στέκεται δίπλα στον ασθενή, η ενορία που στηρίζει μια οικογένεια, εκείνος που ακούει επί ώρες έναν απελπισμένο άνθρωπο; Για όποιον δέχεται αυτή τη φροντίδα, η Εκκλησία έχει και το πρόσωπο εκείνου που δεν τον εγκατέλειψε. Η κριτική στις σχέσεις με την εξουσία δεν δικαιούται να διαγράφει αυτή την παρουσία.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους των στερεοτύπων: όσα δεν ταιριάζουν στην έτοιμη εικόνα μένουν έξω από τη συζήτηση. Η θυσιαστική διακονία, η υπομονή, η αθόρυβη εργασία μέσα στις ενορίες και στις τοπικές κοινωνίες αποκρύπτονται, ηθελημένα ή αθέλητα. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τους κληρικούς για να αναγνωρίσουμε τον κόπο τους. Όπως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε την προσφορά τους για να συγκαλύπτουμε μια αδικία, έτσι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε μια αδικία για να διαγράφουμε την προσφορά τους. Διαφορετικά, η γενίκευση αδικεί και εκείνον που διακονεί και εκείνον που προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η συνέπεια αυτής της απλουστεύσεως γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν περνούμε στις προτάσεις για αλλαγές. Αν έχουμε αποφασίσει ότι γνωρίζουμε τη μία αιτία ενός προβλήματος, εύκολα πιστεύουμε ότι διαθέτουμε και τη μία λύση.
Λέγεται, για παράδειγμα, ότι οι νέοι δεν επιλέγουν την ιερωσύνη επειδή θα είναι υποχρεωμένοι να φορούν ράσο. Ας θέσουμε το ερώτημα: ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για έναν νέο άνθρωπο; Η ενδυμασία που θα κληθεί να φορέσει ή η θυσιαστική ζωή που θα κληθεί να αναλάβει; Το εξωτερικό γνώρισμα της ιερωσύνης ή η δέσμευση να προσφέρει χρόνο, δυνάμεις και προσωπική άνεση σε ανθρώπους που θα τον χρειάζονται, ενίοτε στις πιο δύσκολες ώρες τους; Η θυσία αυτή δεν σημαίνει ανοχή στην αυθαιρεσία ούτε κατάργηση της αναπαύσεως και της οικογενειακής ζωής. Σημαίνει, όμως, ότι η ιερωσύνη δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς προσφορά και αυταπάρνηση.
Πιστεύουμε πραγματικά ότι, αν καταργηθεί η υποχρεωτικότητα του ράσου, οι ιερατικές κλήσεις θα αυξηθούν κατακόρυφα; Σε ποια δεδομένα στηρίζουμε μια τέτοια προσδοκία; Για ορισμένους νέους η ενδυμασία μπορεί πράγματι να αποτελεί δυσκολία, και δεν υπάρχει λόγος να υποτιμήσουμε τη μαρτυρία τους. Άλλο, όμως, ένα επιμέρους εμπόδιο και άλλο η συνολική εξήγηση ενός προβλήματος. Η άρση μιας εξωτερικής δυσκολίας δεν γεννά από μόνη της την επιθυμία της διακονίας. Χρειάζεται να ακούσουμε τους νέους: τις προσδοκίες και τους φόβους τους, τα παραδείγματα ιερατικής ζωής που έχουν γνωρίσει, τις ανησυχίες τους για τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα υπηρετήσουν. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αλλάξουμε εκείνο που φαίνεται εύκολα, αφήνοντας ανέγγιχτο εκείνο που δυσκολεύει ουσιαστικά.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στη συζήτηση για τη γλώσσα της λατρείας. Ο άνθρωπος που λέει «δεν καταλαβαίνω» δεν χρειάζεται επίπληξη ούτε μια εύκολη κατηγορία ότι δεν ενδιαφέρεται αρκετά. Χρειάζεται βοήθεια. Η μετάφραση και η ερμηνεία μπορούν να προσφέρουν αυτή τη βοήθεια. Ωστόσο, άλλο η κατανόηση των λέξεων και άλλο η κατανόηση όσων τελούνται. Η λατρεία είναι κοινή πράξη προσευχής, προσφοράς και κοινωνίας, όχι απλώς ένα κείμενο του οποίου αρκεί να αναγνωρίσουμε το λεξιλόγιο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των φοιτητών θεολογικών σεμιναρίων που επισκέπτονται τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λουκά στο Χονγκ Κονγκ. Ακούν το «Κύριε, ελέησον» στα Αγγλικά και στα Κινεζικά. Και όμως ρωτούν τι σημαίνει και γιατί επαναλαμβάνεται συνεχώς. Η απορία τους δεν λύνεται απλώς με τη μετάφραση των λέξεων. Αφορά το περιεχόμενο της προσευχής και τη θέση της μέσα στη λατρεία: τι ζητούμε, γιατί το ζητούμε και τι σημαίνει να απευθυνόμαστε με αυτόν τον τρόπο στον Θεό.
Το παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι οι μεταφράσεις είναι περιττές. Αν το χρησιμοποιούσαμε έτσι, θα κάναμε ακριβώς το σφάλμα που προσπαθούμε να επισημάνουμε. Αναδεικνύει, όμως, τα όρια της προσδοκίας ότι η γλωσσική αλλαγή θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα. Μπορώ να γνωρίζω κάθε λέξη μιας προσευχής και να μην αντιλαμβάνομαι ακόμη τι ομολογώ όταν την προφέρω. Η μετάφραση μπορεί να ανοίξει μια πόρτα· δεν καταργεί την ανάγκη κατηχήσεως, συζητήσεως και ουσιαστικής συμμετοχής.
Η ίδια μονομέρεια εμφανίζεται όταν κάθε απόσταση ενός ανθρώπου από την εκκλησιαστική ζωή αποδίδεται αυτομάτως σε κάποιο εκκλησιαστικό σφάλμα. Ασφαλώς υπάρχουν συμπεριφορές που πληγώνουν και απομακρύνουν, και η ευθύνη γι’ αυτές δεν πρέπει να μετακυλίεται στον πληγωμένο. Δεν έχουν, όμως, όλοι οι άνθρωποι την ίδια διαδρομή και τις ίδιες προθέσεις. Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την πίστη, διαφορετικές προτεραιότητες, οικογενειακά βιώματα, πρακτικές δυσκολίες ή δισταγμός απέναντι σε μια ζωή που ζητά αλλαγές και δεσμεύσεις. Ούτε αυτά δικαιούμαστε να τα προεξοφλούμε για κανέναν. Χρειάζεται να τα ακούμε από τον ίδιο τον άνθρωπο, αντί να του αποδίδουμε μια έτοιμη εξήγηση πριν ακόμη μας μιλήσει.
Δεν φταίει, λοιπόν, πάντοτε και για όλα η Εκκλησία. Αυτό δεν είναι πρόσκληση εφησυχασμού ούτε τρόπος να κατηγορήσουμε όσους δυσκολεύονται να την πλησιάσουν. Είναι πρόσκληση για ακριβέστερη διάκριση των ευθυνών. Η Εκκλησία οφείλει να εξετάζει όσα εξαρτώνται από την ίδια, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε ανθρώπινη δυσκολία έχει αποκλειστικά εκκλησιαστική αιτία και αντιμετωπίζεται με μια διοικητική απόφαση. Η προσωπική ελευθερία, η αναζήτηση και η πάλη του ανθρώπου δεν χωρούν σε τόσο απλά σχήματα.
Τα στερεότυπα, επομένως, μπορούν να αποκρύψουν και την προσφορά της Εκκλησίας και τις πραγματικές δυσκολίες όσων στέκονται μακριά της. Μπορούν επίσης να μας κάνουν να παρουσιάζουμε μια χρήσιμη επιμέρους αλλαγή ως συνολική θεραπεία. Και όταν η αλλαγή δεν φέρει όσα υποσχεθήκαμε, κινδυνεύουμε να κατηγορήσουμε ξανά τους ανθρώπους, την Εκκλησία, τους κληρικούς, αντί να επανεξετάσουμε τη διάγνωσή μας.
Γι’ αυτό, πριν επαναλάβουμε μια εντυπωσιακή διαπίστωση, αξίζει να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς γνωρίζουμε; Πόσο αντιπροσωπευτική είναι η εμπειρία μας; Τι αφήνουμε έξω; Τι θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη; Η οικειότητα μιας φράσεως και η συμφωνία της με όσα ήδη πιστεύουμε μπορούν να επηρεάσουν την κρίση μας για την αλήθεια της. Η αυτοκριτική αρχίζει και από τον έλεγχο των δικών μας βεβαιοτήτων.
Η Εκκλησία χρειάζεται έναν λόγο που να καταγγέλλει χωρίς να συκοφαντεί, να αναγνωρίζει χωρίς να εξιδανικεύει και να προτείνει χωρίς να υπόσχεται εύκολες λύσεις. Έναν λόγο που να μη φοβάται ούτε την αλήθεια μιας αποτυχίας ούτε την αλήθεια μιας προσφοράς. Αν θέλουμε πραγματικά να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, το πρώτο βήμα είναι να τα περιγράψουμε σωστά. Διαφορετικά, μπορεί να επαναλαμβάνουμε επί χρόνια τις ίδιες κατηγορίες και τις ίδιες προτάσεις, χωρίς να έχουμε πλησιάσει περισσότερο ούτε τους ανθρώπους ούτε το πρόβλημα

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

«Θεέ μου, σε μισώ» — Όταν ο πόνος ζητά να δικάσει τον Θεό



Γράφει ο  Γεώργιος Αποστολάκης

«Θεέ μου, σε μισώ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου το κάνεις αυτό».

Δεν είναι εύκολο (και ίσως δεν είναι καν δίκαιο) να κρίνει κανείς αυτά τα λόγια, όταν βγαίνουν από το στόμα ενός ανθρώπου, που μέσα σε μία στιγμή έχασε δύο αδέλφια του και μαζί ανθρώπους που αποτελούσαν τη μισή του οικογένεια. Ο 31χρονος Κλάιντ Χότζα, όπως περιγράφει το δημοσίευμα, έφθασε στην Αθήνα για να βρεθεί μπροστά σε μια πραγματικότητα που ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να χωρέσει. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και μια γυναίκα πέντε μηνών έγκυος.

Μπροστά σε τέτοιο πόνο ο χριστιανός δεν σηκώνει το δάχτυλο για να επιπλήξει. Σιωπά πρώτα. Συμπάσχει. Και ύστερα, αν χρειαστεί να μιλήσει, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει μια μεγάλη παρανόηση: Δεν «το έκανε» ο Θεός.

Δεν κατέρριψε ο Θεός το κτίριο

Η έκρηξη της Πλάκας ερευνάται ακόμη. Το επικρατέστερο μέχρι στιγμής σενάριο αφορά διαρροή φυσικού αερίου, ενώ εξετάζονται επίσης η εγκατάσταση του κτιρίου, πιθανές μετατροπές και οι συνθήκες που οδήγησαν στην ολοκληρωτική κατάρρευσή του. Δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα ώστε να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες.

Όμως, αυτό ακριβώς είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο: η φυσική αιτία ενός δυστυχήματος πρέπει να αναζητείται στον κόσμο των φυσικών αιτίων και, όπου υπάρχει, στην ανθρώπινη πράξη ή παράλειψη.

Ο Θεός δεν ανοίγει μια βαλβίδα αερίου. Δεν παραλείπει έναν τεχνικό έλεγχο. Δεν κατασκευάζει πλημμελώς ένα κτίριο. Δεν παραβιάζει κανόνες ασφαλείας.

Και εδώ το Ευαγγέλιο είναι εκπληκτικά επίκαιρο.

Κάποτε έπεσε ο πύργος του Σιλωάμ και σκότωσε δεκαοκτώ ανθρώπους. Ο Χριστός ρώτησε: «Εκείνοι οι δεκαοκτώ, ἐφ’ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος… δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας ἀνθρώπους; Οὐχί, λέγω ὑμῖν» (Λουκ. 13, 4-5). Δηλαδή: νομίζετε ότι αυτοί που σκοτώθηκαν από την κατάρρευση ήταν περισσότερο ένοχοι από τους άλλους; Όχι, απαντά ο Χριστός.

Δεν είπε ότι ο Θεός έριξε τον πύργο για να τους τιμωρήσει.

Η ομοιότητα με μια σημερινή κατάρρευση κτιρίου είναι εντυπωσιακή.

Ο Θεός δεν είναι τιμωρός που περιμένει να εκδικηθεί

Υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη θρησκευτική αντίληψη: συνέβη μια συμφορά, άρα «ο Θεός τιμώρησε». Αυτή όμως η μηχανιστική εξίσωση δεν είναι η ορθόδοξη αντίληψη του Θεού.

Η Γραφή λέγει καθαρά: «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13). Ο Θεός δεν δημιούργησε τον θάνατο και δεν ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων.

Η ορθόδοξη θεολογία διακρίνει το θέλημα του Θεού από την παραχώρηση του Θεού. Άλλο εκείνο που ο Θεός θέλει και ενεργεί και άλλο εκείνο που, μέσα στην ελευθερία του ανθρώπου και στη φθορά του κόσμου, επιτρέπει να συμβεί χωρίς Αυτός να είναι ο δημιουργός του κακού. Στη σχετική ορθόδοξη θεολογική διδασκαλία τονίζεται ακριβώς ότι ο πόνος και ο θάνατος δεν αποτελούν αυτό που ο Θεός αρχικά θέλησε για τον άνθρωπο και ότι η ανθρώπινη ελευθερία και οι συνέπειές της δεν πρέπει να συγχέονται με άμεση θεία ενέργεια.

Υπάρχει βεβαίως στη Γραφή η έννοια της θείας κρίσεως και της παιδαγωγίας. Αλλά άλλο κρίση και παιδαγωγία και άλλο ένας Θεός-τιμωρός που προκαλεί δυστυχήματα για να εκδικηθεί ανθρώπους.

Η ορθόδοξη παράδοση δεν γνωρίζει έναν Θεό εκδικητικό, ο οποίος ικανοποιείται προκαλώντας πόνο. Γνωρίζει τον Θεό που «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α΄ Τιμ. 2,4), τον Θεό της αγάπης, ο οποίος ακόμη και όταν παραχωρεί δοκιμασίες δεν παύει να ενεργεί σωτηριολογικά και όχι εκδικητικά.

Τότε γιατί το επέτρεψε;

Εδώ αρχίζει η δυσκολότερη ερώτηση.

Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο Θεός δεν προκάλεσε την έκρηξη, ο πιστός εύλογα θα ρωτήσει: Αφού μπορούσε να την εμποδίσει, γιατί δεν την εμπόδισε;

Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά του πανάρχαιου προβλήματος της θεοδικίας.

Πώς μπορεί να υπάρχει ένας παντοδύναμος και αγαθός Θεός και ταυτόχρονα να υπάρχουν στον κόσμο κακό, αδικία, ασθένεια, καταστροφές και —το σκληρότερο όλων— ο πόνος των αθώων;

Η δυτική φιλοσοφία ονόμασε αυτή την προσπάθεια συμφιλίωσης της αγαθότητας του Θεού με την ύπαρξη του κακού «θεοδικία». Σαν να καλείται κατά κάποιον τρόπο ο άνθρωπος να «δικαιώσει» τον Θεό απέναντι στην κατηγορία του κακού.

Η Ορθοδοξία όμως προσεγγίζει το ζήτημα διαφορετικά.

Δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει έναν λογικό τύπο που εξηγεί κάθε τραγωδία. Μπροστά στο κακό δεν μας δίνει μια εξίσωση. Μας δείχνει τον Σταυρό.

Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν παρακολουθεί από μακριά τον άνθρωπο να υποφέρει. Εισέρχεται ο ίδιος μέσα στον ανθρώπινο πόνο. Ο Χριστός κλαίει μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Αδικείται. Βασανίζεται. Σταυρώνεται. Και φθάνει να αναφωνήσει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»

Γι’ αυτό και η ορθόδοξη απάντηση στο πρόβλημα του αθώου πόνου δεν είναι πρωτίστως φιλοσοφική. Είναι σταυρική και αναστάσιμη. Ο Θεός δεν μας εξήγησε πλήρως το μυστήριο του πόνου· μπήκε μέσα σ’ αυτόν και τον νίκησε διά της Αναστάσεως. Η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση της θεοδικίας επισημαίνει ακριβώς ότι ο Σταυρός, και όχι μια αφηρημένη θεωρία θείας ανταπόδοσης, βρίσκεται στο κέντρο της χριστιανικής απάντησης στον αθώο πόνο.

«Ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ»

Και απομένει το μεγαλύτερο ίσως μάθημα ταπεινώσεως.

Δεν γνωρίζουμε γιατί ένας άνθρωπος πεθαίνει στα τριάντα του και ένας άλλος στα ενενήντα. Δεν γνωρίζουμε γιατί κάποιος επιβιβάζεται σε ένα αεροπλάνο και κάποιος άλλος το χάνει και σώζεται. Δεν γνωρίζουμε γιατί ένας βρίσκεται στο συγκεκριμένο σπίτι τη συγκεκριμένη στιγμή.

Ο απόστολος Παύλος, φθάνοντας ακριβώς μπροστά στο μυστήριο της θείας οικονομίας, δεν προσποιείται ότι το εξηγεί: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ· ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ!»
(Ρωμ. 11,33). Τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα και οι οδοί Του ανεξιχνίαστες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε δυστύχημα κρύβεται κάποιο μυστικό σχέδιο που εμείς οφείλουμε να εφεύρουμε. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Πόσες φορές, μετά από έναν θάνατο, ακούγονται εύκολες «θεολογικές» εξηγήσεις: «Τον ήθελε ο Θεός κοντά Του». «Ήταν η ώρα του». «Κάποιον σκοπό είχε ο Θεός». «Ήταν θέλημα Θεού». Τέτοιες φράσεις μπορεί να λέγονται με αγαθή πρόθεση, αλλά συχνά αποδίδουν στον Θεό πράγματα που εμείς δεν γνωρίζουμε ότι θέλησε.

Ο πνευματικός άνθρωπος δεν βιάζεται να ερμηνεύσει τις βουλές του Θεού.

Μόνο άνθρωποι μεγάλης καθαρότητας, οι θεούμενοι, οι άγιοι, μπορούν κάποτε, κατά χάριν και πάντοτε μερικώς, να διακρίνουν κάτι βαθύτερο από την Πρόνοια του Θεού. Αλλά ακόμη και εκείνοι χαρακτηρίζονται πρωτίστως από τη συναίσθηση ότι το μυστήριο του Θεού υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου.

Ο Ιώβ είναι το αιώνιο παράδειγμα. Οι φίλοι του είχαν έτοιμη μια θεολογική εξήγηση για τον πόνο του: αφού υποφέρεις, κάτι κακό θα έκανες και ο Θεός σε τιμωρεί. Και αποδείχθηκαν λάθος. Ο ίδιος ο Θεός δικαίωσε τον Ιώβ απέναντι στους «ερμηνευτές» Του.

Μπορεί λοιπόν ένας άνθρωπος να φωνάξει «Θεέ μου, σε μισώ»;

Μπροστά στον άνθρωπο που μόλις έχασε τους δικούς του, η πρώτη χριστιανική απάντηση δεν πρέπει να είναι η επίπληξη.

Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από ανθρώπους που κραυγάζουν προς τον Θεό. «Ἕως πότε, Κύριε;» «Ἱνατί ἀπέστης μακρόθεν;» «Ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»

Ο άνθρωπος του πόνου μπορεί να θυμώσει ακόμη και με τον Θεό. Και ίσως αυτή η οργή, όταν απευθύνεται προς Εκείνον, να σημαίνει ότι εξακολουθεί να Του μιλά.

Ο Θεός δεν κινδυνεύει από την κραυγή ενός συντετριμμένου ανθρώπου. Δεν χρειάζεται εμείς να Τον υπερασπιστούμε απέναντι στο παιδί Του που πονά.

Χρειάζεται να σταθούμε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι η κραυγή να μπορέσει, ίσως κάποτε, να γίνει ερώτηση· η ερώτηση προσευχή· και η προσευχή εμπιστοσύνη.

Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Θεός επιτρέπει κάθε συγκεκριμένη τραγωδία. Γνωρίζουμε όμως κάτι άλλο. Δεν είναι Αυτός που ανοίγει τη διαρροή του αερίου. Δεν είναι Αυτός που γκρεμίζει τον πύργο του Σιλωάμ. Δεν χαίρεται με τον θάνατο. Δεν εκδικείται τον άνθρωπο.

Είναι Εκείνος που στέκεται μέσα στα ερείπια μαζί του.

Και η τελική χριστιανική απάντηση στον θάνατο δεν είναι μια φιλοσοφική εξήγηση. Είναι δύο λέξεις που ακούγονται πάνω από κάθε τάφο: «Χριστός Ανέστη».

πηγή

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Οι «βλακώδεις ανησυχίες» της Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους

«Τα γεγονότα στον πλανήτη σε πείθουν προς το δεν υπάρχει τίποτα.Το να σκοτώνονται παιδιά με φρικτούς τρόπους και φρικτά βασανιστήρια, κάπως λίγο προς τα εκεί με πάει». 

 
Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο 
Ομολογώ πως μου κάνει αρνητική εντύπωση να ακούω τέτοιες αφελείς σκέψεις και πεποιθήσεις από ενήλικους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν διαθέτουν δημόσιο λόγο και επιρροή. Όχι επειδή κάποιος δεν δικαιούται να αμφιβάλλει ή να θέτει το δυσκολότερο ίσως ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά επειδή το «υπάρχει κακό, άρα δεν υπάρχει Θεός» κάθε άλλο παρά αποτελεί αυτονόητο συμπέρασμα.
 
Η Ορθοδοξία, άλλωστε, έχει στον πυρήνα της το αυτεξούσιο.
 Ο άνθρωπος δεν είναι ένα άβουλο ον που κινείται με τηλεχειριστήριο από τον Θεό. Είναι ελεύθερος να αγαπήσει, αλλά και να μισήσει, να δημιουργήσει, αλλά και να καταστρέψει, να θυσιαστεί, αλλά και να βασανίσει. Άραγε θα θέλαμε πραγματικά έναν Θεό-Δεσπότη που θα επενέβαινε υποχρεωτικά σε κάθε ανθρώπινη πράξη, θα ακύρωνε κάθε ελεύθερη επιλογή και θα εμπόδιζε μηχανικά κάθε κακό πριν αυτό συμβεί;
Επίσης αν κάθε φορά που ένας άνθρωπος επιλέγει το κακό ο Θεός επενέβαινε, τι θα απέμενε από την ελευθερία;
Το ακόμη βαθύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι συχνά κρίνουμε την ύπαρξη σαν να αρχίζει και να τελειώνει εδώ. Σαν ο θάνατος να αποτελεί την τελεία και ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη να εξαντλείται μέσα στα λίγα χρόνια της επίγειας ζωής.Για την Ορθοδοξία, όμως, ο θάνατος δεν είναι το τέλος.Αν όλα πράγματι τελείωναν εδώ, τότε η δικαιοσύνη θα έμενε πολλές φορές ανολοκλήρωτη, η θυσία χωρίς τελικό νόημα και η ζωή τελικά ένα κλειστό σύστημα χωρίς αιώνιο ορίζοντα. Ο άνθρωπος που αδικήθηκε και εκείνος που αδίκησε θα κατέληγαν απλώς στο ίδιο χώμα και η ιστορία θα έκλεινε χωρίς τελική δικαιοσύνη.
Αλλά η χριστιανική πίστη ακριβώς αυτό αρνείται ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν εδώ.
Ο Χριστιανισμός δεν αρνείται τον πόνο. Δεν τον ωραιοποιεί. Δεν λέει ότι το παιδί που βασανίζεται «έπρεπε» να υποφέρει. Στέκεται μπροστά στο μυστήριο του κακού και δείχνει τον Σταυρό.
Ο Θεός δεν έμεινε θεατής του ανθρώπινου πόνου αλλά έστειλε τον ίδιο του τον υιό να πονέσει περισσότερο από όλους. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μπήκε μέσα στην ανθρώπινη οδύνη, υπέφερε, σταυρώθηκε,πέθανε και αναστήθηκε.Ακριβώς εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει την απόλυτη ήττα, η Εκκλησία βλέπει την αρχή της Αναστάσεως.
Γι’ αυτό και η πίστη μας δεν λέει μην κοιτάς το κακό αλλά κοίτα βαθύτερα από αυτό.
Γιατί αν η ζωή τελειώνει στον τάφο, τότε πράγματι πολλά πράγματα μοιάζουν κενά και χωρίς τελικό νόημα.Αν όμως υπάρχει αιωνιότητα, τότε τίποτε δεν τελειώνει εκεί όπου εμείς νομίζουμε ότι τελειώνουν όλα.
Στυλ. Καβάζης
 
«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνῃ, ζήσεται.»
 
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 
σχολιο: 
Με αφορμή αφελείς δηλώσεις και απόψεις του τύπου «αν υπάρχει Θεός, γιατί υποφέρουν τα παιδιά στην Αφρική;», ας κοιτάξουμε λίγο πιο πέρα από τον δικό μας βολεμένο κόσμο.Αυτά τα παιδιά της φωτογραφίας είναι στην Αφρική,στο Καμερούν και είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ζουν μέσα στη φτώχεια, στις στερήσεις και στις κακουχίες, κι όμως πιστεύουν, προσεύχονται και δοξάζουν τον Θεό. Δεν του γυρίζουν την πλάτη επειδή η ζωή τους δεν είναι εύκολη.Αποτελεί πραγματικά ντροπή για εμάς εδώ στην Ελλάδα, στην ιστορική κοιτίδα του Ορθόδοξου πολιτισμού και στην καρδιά της βυζαντινής και πατερικής παράδοσης να ακούμε ανθρώπους που ζουν μέσα στην ασφάλεια, την αφθονία και την άνεση να ανακαλύπτουν ξαφνικά «την απουσία του Θεού» επειδή υπάρχει πόνος κάπου αλλού στον κόσμο.Εμείς, που παραλάβαμε μια πίστη για την οποία κάποιοι άλλοι έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους, γίναμε τόσο ευαίσθητοι απέναντι στη δοκιμασία, ώστε με την πρώτη δυσκολία ζητάμε από τον Θεό εξηγήσεις.
Ας κάνουμε όμως και μια άλλη ερώτηση πιο προσωπική απέναντι στην φαινομενική ευαισθησία μας..Για τις πάνω από χιλιάδες εκτρώσεις εμβρύων που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στη χώρα μας, σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις, φταίει ο Θεός; Όταν μια ανθρώπινη ζωή τερματίζεται με ανθρώπινη επιλογή, θα ζητήσουμε και γι’ αυτό λογαριασμό από τον Θεό;
Είναι εύκολο να κατηγορούμε τον Θεό για το κακό που βλέπουμε στον κόσμο. Πολύ δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσουμε το δικό μας αυτεξούσιο και τη δική μας ευθύνη.
Στο τέλος αξίζει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά τα παιδιά.Ίσως εκείνα, μέσα στην ανέχεια και στις δυσκολίες, να έχουν καταλάβει κάτι που εμείς μέσα στην αφθονία μας ξεχάσαμε η πίστη δεν είναι η υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξει πόνος. Είναι η πίστη ότι ο πόνος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
Πριν μιλήσουμε λοιπόν για το αν «υπάρχει Θεός», ίσως θα έπρεπε πρώτα να αναρωτηθούμε πόσο έχουμε εμείς απομακρυνθεί από Εκείνον

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Μητροπολίτης Δράμας: «Ζητάμε από την υπουργό Πολιτισμού να πάρει πίσω τη συμφωνία με τη Βουλγαρία»

 

Πρώην υφυπουργός πολιτισμού Κ. Τζαβάρας που είχε διαπραγματευθεί με τους Βουλγάρους: «Αύριο μαύρη μέρα για τη Μακεδονία – Ξεπλένονται οι θηριωδίες των Βουλγάρων»

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Κάποτε είχα πει στον Ωνάση : «τι ανάγκη έχετε εσείς, εξασφαλίσατε τον πλούτο σε πέντε γενιές απογόνων σας…»

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 

Η αφήγηση ανήκει στον δημοσιογράφο Δημήτρη Λυμπερόπουλο.... και εμείς ακόμα περιμένουμε τη θεομηνία

 Είχε χαμογελάσει, τσίμπησε λίγη φέτα, κατάπιε μία γουλιά ούζο και μια ρουφηξιά προυσαλιό και με κοίταξε κατάματα:
«Τι λες ρε ψηλέ και άμυαλε;
Θα έρθει μέρα, που η απληστία της ιδιοκτησίας, του πλούτου και της έπαρσης θα αποθηκευτεί στις τράπεζες, στις πολυεθνικές και σε τόσο λίγους, που οι πολλοί μη κατέχοντες θα ξεσπάσουν σαν θεομηνία που θα κάνει τη ζωή των ολίγων κατεχόντων κόλαση…»
 
«Μα, υπάρχει και ο κομμουνισμός, η ελπίδα των κολασμένων…», τόλμησα να σχολιάσω…
 
 Με ξανακοίταξε, μου έριξε ούζο στο ποτηράκι μου και είπε:
«Μεγάλες ιδέες υπάρχουν, μικροί είναι οι άνθρωποι να τις γονιμοποιήσουν δημιουργικά…»

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Καλό μήνα

Μπορεί να είναι εικόνα μήλο 
Καλωσορίζουμε πάντα μήνες, μέρες ,βδομάδες,
χρόνους, ( βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε ότι γράφω), καλωσορίζουμε οτιδήποτε είναι στα όρια που έχουμε φτιάξει και δεν μας είδα ποτέ να καλωσορίσουμε στην καρδιά μας τον δημιουργό μας.
Σε όλα είμαστε εμείς κι Εκείνος πουθενά.... Ξενομπατες στη δική του δημιουργία,αλαζόνες και κυρίαρχοι,και αποτελεσμα μηδέν.
Κίβδηλα πιόνια γίναμε που αλληλοπουλιομαστε χωρίς να ξέρουμε γιατί....
Φυλακισμένοι που απλά βγαίνουμε στα παράθυρα να πάρουμε λίγο αέρα....
Και ο προαυλειος χώρος νεκρός.
Κατα τα άλλα όλα ρόδινα στην ουτοπία του καθενός μέχρι τη σιγή...
Βαριές οι αλυσίδες και μας αρέσει ο ήχος τους...
Και τα φορτία λυγίζουν τα κορμιά να κοιτούν το χώμα στο οποίο ανήκουν....
Κι η ανάσα;
Αυτή σιγοσβηνει ....
Ε και;
Καλό μήνα αδερφέ....Δε βαριέσαι...
Κ.λ.inokrini

Οκτώβρης – Π.Αστεριάδη

Στίχοι:  Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσική:  Βασίλης Κουμπής

Η πόλη γέμισε φουγάρα
η μέρα βάφτηκε σταχτιά
μες στον καπνό και την αντάρα
πού νά `βρω μια ζεστή ματιά

Σε ψάχνω στα παλιά γιοφύρια
στους δρόμους της απαντοχής
στα διαλυμένα πανηγύρια
κάτω απ’ τα τόξα της βροχής.

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
δρόμοι και δένδρα σιωπηλά
και λέει η καρδιά και ξαναλέει
ποιος τάχα σου χαμογελά.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Τα Καζάνια Άναψαν στο Βουνό . Γιορτή Βραστού στο Νεοχώρι

 Στο Νεοχώρι της ορεινής Ναυπακτίας, η καθιερωμένη Γιορτή Βραστού (19/9/2026) γίνεται για ακόμη μία χρονιά αφορμή για ένα μεγάλο αντάμωμα. Τα καζάνια στήνονται στην πλατεία, οι μάγειρες ετοιμάζουν το παραδοσιακό βραστό και κάτοικοι, επισκέπτες και ομογενείς που επέστρεψαν από το εξωτερικό συναντιούνται ξανά στον τόπο τους. Μιλάμε με τους ανθρώπους της γιορτής, τους μάγειρες, την πρόεδρο του συλλόγου και Έλληνες της ομογένειας για το Νεοχώρι, την ξενιτιά, τις αναμνήσεις και τους δεσμούς που τους φέρνουν ξανά πίσω στο χωριό.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Πομάκοι της Ξάνθης: Από τις βαθιές ρίζες και τα έθιμα στις προκλήσεις της Τουρκίας

Δ. Κούβελας: "Η φάμπρικα των ιατρικών συνεδρίων"

Μας δουλεύουν κανονικά :Αύξηση 59% τόσο φθηνό! Ένα απ’ τα μέτρα στήριξης

Δ. Κούβελας: " Οι "νέες" του Κολωνακίου και οι "γερασμένες" του χωριού"

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΕΛΙΚΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ Ή ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

 Μπορεί να είναι εικόνα κηροπήγια, πλήθος και κείμενο

~Χαμένοι στην μετάφραση~
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν…»
 
 Γράφει ο Στυλ. Καβάζης
 
Μετά το χθεσινό μου κείμενο για την κατάμεστη συναυλία της Άννας Βίσση και τον προβληματισμό που εξέφρασα για το πόσο εύκολα βρίσκουμε χρόνο, χρήμα και διάθεση για όσα πραγματικά επιθυμούμε, αλλά δυσκολευόμαστε να διαθέσουμε ακόμη και μία ώρα για τη Θεία Λειτουργία, περίμενα φυσικά τις αντιδράσεις.Ομολογώ πως ορισμένα σχόλια, αντί να με κάνουν να αλλάξω γνώμη, επιβεβαίωσαν ακριβώς τον προβληματισμό μου.
Κάποιοι είπαν "Δεν μπορείς να συγκρίνεις μια συναυλία με την Εκκλησία".Μα δεν συνέκρινα τη μουσική με την πίστη ούτε ένα στάδιο με έναν ναό.Έθεσα ένα απλό ερώτημα πού βρίσκουμε χρόνο, χρήμα, υπομονή και διάθεση και πού όχι;
Και τότε εμφανίζεται το ακόμη πιο αφέλες επιχείρημα "Μα φταίει η Εκκλησία. Φταίνε οι Ιεράρχες. Φταίνε οι ιερείς που δεν προσελκύουν τον κόσμο. Πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες των καιρών, να αφουγκραστούν, να κάνουν περισσότερα για να επιστρέψει ο λαός"
Αλήθεια;Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι τελικά πιστεύουμε στον Χριστό ή στους ιερείς;
Γιατί αν η πίστη μου εξαρτάται από το αν μου άρεσε ο συγκεκριμένος ιερέας, από το αν μου μίλησε όπως ήθελα, από το αν συμφωνώ με τον χαρακτήρα του ή από το αν ένας ναός ανταποκρίνεται στις προσωπικές μου προσδοκίες, τότε μάλλον έχουμε κάνει ένα θεμελιώδες λάθος.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν είπε:
«Ὅστις θέλει ὀπίσω τοῦ ἱερέως μου ἐλθεῖν…»
Αλλά είπε σαφέστατα :«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι».
Δηλαδή γι αυτούς που δεν καταλαβαίνουν δεν είπε αν βρεις τον τέλειο ιερέα, ακολούθησέ με,είπε απλά άστα όλα κουβαλά τον σταυρό που σου αναλογεί και ακολούθησε με εφόσον βέβαια εσύ το θέλεις.Ακριβώς εδώ βρίσκεται, για μένα, η ουσία.Βεβαίως, η Εκκλησία,οι ιεράρχες και οι κληρικοί έχουν ευθύνες.Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής και κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα γίνονται σωστά.Αλλά είναι άλλο πράγμα η κριτική στις ανθρώπινες αδυναμίες της Εκκλησίας και εντελώς άλλο να χρησιμοποιούμε τις αδυναμίες κάποιων ανθρώπων ως άλλοθι για τη δική μας απομάκρυνση από τον Χριστό.
Γιατί, συγχωρέστε με, αλλά το επιχείρημα "πήγα σε δύο-τρεις εκκλησίες και δεν μου άρεσαν οι ιερείς, οπότε απομακρύνθηκα από την Εκκλησία" μου θυμίζει κάποιον που θα έλεγε,"πήγα σε δύο-τρεις ταβέρνες, δεν μου άρεσε το φαγητό και αποφάσισα να μην ξαναφάω ποτέ".
Άραγε θα το έκανε κανείς;
Ασφαλώς όχι.Θα δοκίμαζε άλλη ταβέρνα, άλλο φαγητό, άλλη κουζίνα, μέχρι να βρει αυτό που αναζητά.Κι όμως, όταν μιλάμε για την πνευματική τροφή, που αφορά κάτι απείρως σημαντικότερο από ένα καλό γεύμα, ξαφνικά βρίσκουμε έναν άνθρωπο να μας γίνει αρκετός για να εγκαταλείψουμε τα πάντα.Πόσο παράδοξο αλλά και πόσο επίκαιρο από την άλλη πλευρά.Αν ένας γιατρός κάνει λάθος, δεν παύουμε να πιστεύουμε στην ιατρική.Αν ένας δάσκαλος αποδειχθεί ανεπαρκής, δεν καταργούμε τη γνώση.
Αν ένας άνθρωπος της Εκκλησίας αποτύχει, γιατί να εγκαταλείψουμε τον Χριστό;
Γι αυτό ας είμαστε ειλικρινείς τουλάχιστον με τους εαυτούς μας.Ο ιερέας δεν είναι ο Χριστός.
Είναι άνθρωπος με αδυναμίες, πάθη, λάθη, ελλείψεις και αμαρτίες, όπως όλοι μας.
Ο Χριστός όμως είναι ο λόγος για τον οποίο μπαίνουμε στον ναό.Δεν πηγαίνουμε στην Εκκλησία για τον παπά αλλά για τον Χριστό.Δεν ανάβουμε το κερί, ούτε κοινωνούμε και προσεύχομαστε μπροστά στην εικόνα του Χριστού για τον ιερέα.Κυρίως όμως, δεν θα σταθούμε κάποτε ενώπιον του Θεού και θα Του πούμε,"Δεν ήρθα, γιατί δεν μου άρεσε ο παπάς".
Εκεί δεν θα υπάρχει ούτε ιερέας για να κατηγορήσουμε ούτε Ιεράρχης για να φορτώσουμε την ευθύνη.Θα είμαστε εμείς και η επιλογή μας.
Γι' αυτό και το χθεσινό μου ερώτημα προφανέστατα δεν ήταν αν η συναυλία ήταν καλή ή κακή.Ούτε βέβαια αν η Άννα Βίσση είναι καλή ή κακή καλλιτέχνιδα.Ο καθένας έχει δικαίωμα να ακούσει όποιον θέλει, να διασκεδάσει και να περάσει όμορφα.Το ερώτημά μου ήταν πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό και δυστυχώς οι περισσότεροι που τους αφορούσε δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν.Όταν για κάτι που θέλουμε βρίσκουμε χρόνο, χρήματα, υπομονή και διάθεση, τι λέει αυτό για εκείνα που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε περισσότερο;Με έναν Χριστό που δεν θα μας παρακαλέσει να τον ακολουθήσουμε.
Γιατί Εκείνος το είπε ξεκάθαρα «Ὅστις θέλει…»
Όποιος θέλει,η πρόσκληση είναι εκεί ανοιχτή μέχρι την τελευταία μας ανάσα.Το ερώτημα είναι αν θέλουμε πραγματικά να την ακούσουμε.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΑΦΕ-ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ ΣΤΑ ΑΡΩΝΙΑΔΙΚΑ ΚΥΘΗΡΩΝ

 

Ένα παραδοσιακό καφενείο 100 περίπου ετών, που λειτουργούσε στην αρχή στα Αρωνιάδικα Κυθήρων και σαν παντοπωλείο, συντηρήθηκε από τον Θοδωρή Γρηγοράκη και εκσυγχρονίστηκε διατηρώντας όμως παράλληλα το παραδοσιακό χρώμα του. Πρώτοι ιδιοκτήτες του καφενείου οι θείοι τής μητέρας τού Θοδωρή οι οποίοι, όταν έφυγαν από τη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, έκτισαν το οίκημα στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο χώρος λειτούργησε στην αρχή σαν καφε-παντοπωλείο.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Γύρω μας «πέφτουν νεκροί ξαφνικά σαν τα κοτόπουλα» αλλα ο δόλιοι συνεχίζουν σαν να μην τρέχει τίποτα

 

Αγγλική Ηλιάδη: «Σκότωσαν κόσμο με τα εμβόλια και συνεχίζουν σαν να μην τρέχει τίποτα»
Όταν κυκλοφόρησαν τα σκευάσματα στην Ελλάδα εκτός από κάποιους που είχαν ιατρικές γνώσεις οι περισσότεροι λογικό ήταν να μην ξέρουν αν ήταν ασφαλή και αποτελεσματικά
Θα μπορούσε κάποιος να το καταλάβει ρωτώντας τον εαυτό του
Είναι δυνατόν να θέλει να με σώσει ο Μητσοτάκης από τον κορωνοϊό;

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

~Ελλάδα η χώρα που τρώει τα παιδιά της και τα σωθικά της~

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
 
 Γράφει ο  Στυλ. Καβάζης
Ο Λοχαγός (ΠΖ) Τοκατλίδης(📸 1)έμεινε στην ιστορία για την άρνησή του να μετατραπεί σε “ξενοδόχο” μεταναστών, επιμένοντας πως κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν ανήκει στα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά αντιβαίνει και στον όρκο που έδωσε. Για τη στάση του αυτή βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδοχικές δίκες, εφέσεις πάνω σε αθωώσεις και μια αδιάκοπη πίεση από το ίδιο το κράτος και την ιεραρχία του. Ο λόγος ήταν απλός το παράδειγμά του θα μπορούσε να σταθεί επικίνδυνο, ανοίγοντας τον δρόμο και σε άλλους στρατιωτικούς να αμφισβητήσουν τον ρόλο του Στρατού στη “φιλοξενία” αλλοδαπών.
 
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 
Στον ίδιο δρόμο βρέθηκε και ο Αλχίας (ΥΠ) Ευάγγελος Φώτης(📸 2), ο οποίος αρνήθηκε τον λεγόμενο “ανθρωπιστικό ρόλο του Στρατού σε καιρό ειρήνης”. Με απλά λόγια, αρνήθηκε να δεχθεί πως η αποστολή του είναι να εκτελεί χρέη βοηθού συντονιστή σε δομή φιλοξενίας στο Δερβένι.Για τον ίδιο, το καθήκον του ήταν σαφές άμυνα της Πατρίδας και όχι διαχείριση του μεταναστευτικού.
 
 Μπορεί να είναι εικόνα αεροσκάφος
Αντίστοιχα, ο Σμήναρχος (Ι) Ιωάννης Κυρίου(📸 3), Διοικητής της 114 ΠΜ, προτίμησε την παραίτηση. Όταν είδε τη μονάδα του να μένει ακρωτηριασμένη λόγω αδιαφορίας για τη συντήρηση των αεροσκαφών και ταυτόχρονα να εμπλέκεται όλο και πιο βαθιά στη διαχείριση του μεταναστευτικού, σήκωσε το βάρος της ευθύνης. Διαπιστώνοντας πως κονδύλια της Εθνικής Άμυνας διοχετεύονταν στη φιλοξενία μεταναστών αντί στην ισχύ του Στρατεύματος, και αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια εντός της υπηρεσίας, προτίμησε να φύγει με το κεφάλι ψηλά δηλώνοντας παραίτηση.
⚠️Τρεις Έλληνες αξιωματικοί, τρεις διαφορετικές πορείες, ένας κοινός παρονομαστής αρνήθηκαν να προδώσουν τον όρκο τους και προτίμησαν την αξιοπρέπεια από την υποταγή. Το τίμημα; Η φθορά, οι διώξεις, η εξόντωση.
Κι εδώ αρχίζει το διαχρονικό δράμα αυτού του τόπου. Η Ελλάδα, αντί να στηρίζει εκείνους που τιμούν τη στολή, τους αφήνει έρμαια. Αντί να αναγνωρίζει το σθένος, το τιμωρεί. Αντί να χτίζει πάνω στους καλύτερους, τους θυσιάζει.
Σαν τον Κρόνο που καταβρόχθιζε τα παιδιά του για να διατηρήσει την εξουσία του, έτσι κι αυτή η χώρα συχνά καταστρέφει όσους θα μπορούσαν να τη σηκώσουν ψηλότερα. Το μοτίβο είναι γνωστό επαναλαμβάνεται ασταμάτητα όσοι αξίζουν είτε καταλήγουν στο περιθώριο είτε αναγκάζονται να φύγουν από την ίδια την πατρίδα τους που με τόσο κόπο και περηφάνια τίμησαν.
Όμως, σε πείσμα της λήθης και της φθοράς, μένει κάτι αθάνατο η αξιοπρέπεια. Γιατί στο τέλος, εκείνοι που αντιστάθηκαν και αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, είναι αυτοί που χαράζουν τον δρόμο της μνήμης.
Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν τον όρκο και όχι την καρέκλα, τόσο υπάρχει ελπίδα!!


Υ.Γ Τέλος και πιο σημαντικό ας μην ξεχνάμε τους στρατιωτικούς ήρωες που έπεσαν στο καθήκον και τούς θυμόμαστε για λίγο, με μια ανακοίνωση, μια τελετή,λίγα δάκρυα, και μετά σιωπή. Την ίδια ώρα, πρόσωπα που η δημόσια ζωή ανέδειξε σε «σύμβολα» όπως ο Φύσσας, ο Ζακ Κωστόπουλος και άλλοι παραμένουν διαρκώς στην επικαιρότητα. Αυτή είναι η Ελλάδα που πρέπει να αποφασίσει κάποτε ποιους πραγματικά θέλει να τιμά αυτούς που θυσιάστηκαν ή αυτούς που απλώς έμαθαν να επιπλέουν.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Μαζωνάκης: Η δίψα της ελληνικής κοινωνίας για όσα έχει χάσει και η γέννηση ενός λαϊκού μύθου


            Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα                   


Το θέμα μου δεν είναι η καλλιτεχνική ή ηθική αξιολόγηση του Μαζωνάκη, αλλά η πρωτοφανής ταχύτητα με την οποία γύρω του δημιουργήθηκε ένας λαϊκός μύθος.

Η διαδικασία της μυθοποίησης πυροδοτήθηκε και τροφοδοτήθηκε από κόσμους που κανονικά δύσκολα συναντιούνται: από τη Μάρω Βαμβουνάκη στον Ξαρχάκο, από τον Μητροπολίτη Νικαίας στη λαϊκή πίστα, από τους επώνυμους καλλιτέχνες, στον κυβερνητικό εκπρόσωπο και στους ανώνυμους του Facebook.

Στην αρχή ήταν «καλός», «γνήσιος», «διάφανος». Ύστερα γίνεται «ψυχούλα», «διαμάντι», «άρχοντας». Μετά «το τελευταίο λαϊκό είδωλο», άνθρωπος των «αμέτρητων σταυρών», σύμβολο των αδικημένων. Και στο τέλος σχεδόν μυθική μορφή, με τον… Διγενή Ακρίτα να επιστρατεύεται για τον αποχαιρετισμό του.
Άλλες γλώσσες, άλλοι κόσμοι, άλλες αφετηρίες, όμως όλα κατευθύνονται προς το ίδιο σημείο: τη γέννηση ενός λαϊκού μύθου.

Και κάπου εκεί χάνεται ο πραγματικός άνθρωπος με τις όποιες αντιφάσεις του, -τον οποίο άλλωστε ελάχιστοι γνώριζαν πραγματικά, και μένουν μόνο λίγες μεγάλες λέξεις «γνήσιος», «καλός», «λαϊκός», «αδικημένος».

Έτσι, χωρίς κεντρικό σκηνοθέτη, μια κοινωνία κατασκευάζει συλλογικά τον μύθο που έχει ανάγκη: ο φίλος προσφέρει την προσωπική ανάμνηση, ο καλλιτέχνης την εξιδανίκευση, ο ιερέας τον συμβολισμό, τα media τον τίτλο και την εικόνα, ο θαυμαστής τη λατρεία, ενώ πάνω στην εξαρση και την υπερβολή βρίσκουν χώρο και η πολιτική αξιοποίηση, οι καλλιτεχνικές έριδες και κάθε είδους αυτοπροβολή.

Το ιερό και η αστυνόμευση του πένθους


Και όσο ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε σύμβολο όσων η κοινωνία αισθάνεται ότι της λείπουν, τόσο ο μύθος αποκτά κάτι από την ανθρωπολογική λειτουργία του Ιερού. Και το Ιερό δεν συζητείται απλώς, αλλά προστατεύεται. Γι’ αυτό αρκεί ακόμη και ένα «δεν τον γνώριζα» για να προκαλέσει οργή. Η απόκλιση δεν αντιμετωπίζεται πια ως απλή διαφορά γνώμης, αλλά σχεδόν ως κάτι βέβηλο.

Είναι η λογική του πλήθους: το συναίσθημα μεταδίδεται, διογκώνεται και τελικά επιβάλλεται. Η αστυνόμευση του πένθους είναι ακριβώς το σημείο όπου η συλλογική συγκίνηση γίνεται κοινωνική πίεση. Τότε δεν μιλάμε πια μόνο για αγάπη, αλλά για μαζική υπερβολή που αυτοτροφοδοτείται και απαιτεί συμμετοχή.

Το κλειδί όμως για όλα ίσως να βρίσκεται εδώ: γνησιότητα, εμπιστοσύνη, εγγύτητα, κοινότητα. Όσο περισσότερο λείπουν από την καθημερινή ζωή, τόσο πιο απελπισμένα αναζητούνται σε σύμβολα.

Ο Μαζωνάκης έγινε ένα τέτοιο σύμβολο. Και η ταχύτητα με την οποία γεννήθηκε ο μύθος τελικά δεν αποκαλύπτει το μέγεθος του νεκρού, αλλά την έκταση και το βάθος όσων λείπουν από τους ζωντανούς.

ΥΓ. Δεν ανήκα στο κοινό του Μαζωνάκη. Τον ήξερα βέβαια, τον άκουγα, τον έβλεπα, αλλά όσα εκπροσωπούσε δεν με ενδιέφεραν.

Ίσως γι’ αυτό παρακολούθησα όσα ακολούθησαν τον θάνατό του χωρίς τη φόρτιση του θαυμαστή αλλά από απορία για το φαινόμενο.