Πώς θα έλεγε άραγε ο Πέτρος τα λόγια αυτά στη γλώσσα των ψαράδων, χρησιμοποιώντας το ρ. "καλάρω"; Μια σκέψη:
« Δάσκαλε, όλη τη νύχτα ρίχναμε και δεν πιάσαμε τίποτα.
Αλλά αφού το λες, θα καλάρω ξανά»

(ειδικότ. για αλιευτικά σκάφη) ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα για ψάρεμα, απλώνω δίχτυα.
[ΕΤΥΜ. Αντιδάν., μεσν. < ιταλ. calare < προβηγκ. calar < μτγν. λατ. calare < αρχ. χαλῶ «χαλαρώνω», ειδικότ. «αφήνω να πέσει, ρίχνω» (π.χ. τα δίχτυα, πβ. K.Δ. Λουκ. 5,4: ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν)].
__________________
ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.
καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διεῤῥήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν

1 σχόλιο:
Μας θύμησες τα χρόνια που οι τράτες του χωριού επέστρεφαν από το καλάρισμα με τις ξύλινες κασέλες γεμάτες από σπαρταριστές μαρίδες, γόπες, σαρδέλες, μέλονες και τόσα άλλα φρέσκα τοπικά θαλασσινά, σε ποσότητες που εκτός του πληθυσμού έφταναν για τους γλάρους και τις γάτες.
Δημοσίευση σχολίου