Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είδους αγάπη;

 Μπορεί να είναι εικόνα Σαντορίνη


του μακαριστού Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου

«Μὰ ἐγὼ τοὺς ἀγαπῶ τοὺς ἀνθρώπους», λέμε συχνά. Δὲν ὠφελεῖ καθόλου νὰ κρυβόμαστε πίσω ἀπὸ τέτοιες ὑπεκφυγές. Ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν βρίσκονται μακριά, τοὺς ἀγαπᾶμε! Ἕνας συγγραφέας ἀπεικονίζει τὸν χαρακτῆρα ἑνὸς ἥρωά του ὡς ἑξῆς: «Ἀγαποῦσε τὴν ἀνθρωπότητα σε τέτοιο βαθμό, που ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ μισεῖ κάθε μεμονωμένο πρόσωπο, ἐπειδὴ αὐτὸ παραμόρφωνε στὰ μάτια του τὴν τέλεια εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας» [Πρόκειται γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι καὶ τὸν ἥρωά του Ἰβὰν Καραμάζωφ]. Ἀγαποῦσε ἀληθινὰ τὴν ἀφηρημένη ἔννοια, μὴ πραγματικὴ (ἐξιδανικευμένη) ἀνθρωπότητα· ὅ,τι ὅμως ἀφοροῦσε σε συγκεκριμένο ἄνθρωπο ἢ σε ομάδα ἀνθρώπων δὲν μπορούσε νὰ τὸ ἀνεχτεῖ, νὰ τὸ ἀντέξει. Στοὺς πραγματικοὺς ἀνθρώπους διέκρινε τὴν ἀσχήμια, ενώ αὐτὸς ὀνειρευόταν τὴν τέλεια ὀμορφιὰ που δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπῆρξε ποτέ, τὴν ὀμορφιὰ που κανένας δὲν πρόκειται νὰ δεῖ πρὶν ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Γαλ. 6, 2 «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ»
Κι ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους που τυχαίνει νὰ εἶναι τριγύρω μας, ἴδιας πάστας δὲν εἶναι; Περιορίζεται σε ἐλάχιστους· μα κι αὐτοὺς δὲν τοὺς ἀγαπᾶμε με τὴν πρώτη, δὲν τοὺς ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ τοὺς θέτουμε προϋποθέσεις· οἱ τσακωμοὶ εἶναι ἀσταμάτητοι, τὰ αἰσθήματά μας γίνονται ψυχρά. Καὶ σὰν ἐπιστέγασμα ὅλων ἔρχεται ἡ ἀποστροφή μας γιὰ τοὺς άλλους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει: Νὰ σηκώνετε ὁ ἕνας τὸ φορτίο τοῦ άλλου καὶ ἔτσι θὰ ἐφαρμόζετε πλήρως τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ (Γαλ. 6, 2 «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ»). Τοῦτα τὰ βάρη δὲν εἶναι μόνο οἱ δυστυχίες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ βαρὺ φορτίο τοῦ προσώπου τοῦ άλλου ἀνθρώπου. Ὅλοι μπορούμε νὰ σηκώσουμε τὸ βάρος τῆς θλίψης τοῦ άλλου, ὅταν πρόκειται γιὰ μιὰ σύντομη ἀρρώστια, μιὰ πρόσκαιρη διένεξη· πόσο φοβερὸ εἶναι νὰ βλέπουμε ὅτι ἡ θλίψη διαρκεῖ, ἡ ἀρρώστια παρατείνεται, οἱ στερήσεις δὲν ἔχουν τέλος. Δὲν περνᾶ πολὺς καιρός (καιρὸς εἰλικρινοῦς θλίψης γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ άλλου καὶ φροντίδας ἀνιδιοτελοῦς γιὰ τὶς ἀνάγκες του) καὶ ἀπέναντί του ψυχραινόμαστε: «Μὰ δὲν θὰ τελειώσει ποτὲ ἡ ἀρρώστια του, ἡ ἀνέχειά του, ὁ πόνος του; Εἶναι καιρὸς πιὰ ν’ ἀναρρώσει! Εἶναι καιρὸς νὰ κουνηθεῖ κι αὐτὸς λιγάκι, νὰ συνέλθει! Θὰ πρέπει ἐγὼ ν’ ἀσχολοῦμαι μ’ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο ὅλη μου τὴ ζωή;». Ὅμως ὁ Κύριος δὲν φέρεται ἔτσι σ’ ἐμᾶς. Ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή μας – κάποιες δεκαετίες δηλαδὴ - ὁ Κύριος ὑπομένει, περιμένει, ἐλπίζει καὶ ὅλο αὐτὸ τὸν καιρό, ναὶ ὅλο αὐτὸν τὸν καιρό, μοχθεῖ νὰ μᾶς προσφέρει βοήθεια…
Δυστυχία δὲν σημαίνει ν’ ἀγαπᾶμε λίγους ἀνθρώπους, νὰ μὴ μπορούμε ν’ ἀγαπήσουμε μεγάλο πλῆθος, νὰ ἔχουμε καρδιὰ στενόχωρη [«στενοχωρεῖσθε ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν», λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Κορ. 6, 12)]. Δυστυχία εἶναι νὰ βλέπουμε πόσο θλιβερὴ καὶ ἀξιολύπητη εἶναι ἡ ἀγάπη μας γι’ αὐτοὺς που ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἶναι τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα· πόσο κλονισμένη ἀπὸ τὴν ἀνυπομονησία, πόσο γυμνὴ ἀπὸ στοργὴ καὶ εὐαισθησία, πόσο παράλογη καὶ ἐξωφρενική!
Πρέπει νὰ συλλογιστοῦμε λοιπὸν ποια εἶναι ἡ σχέση μας με τὰ μέλη τοῦ περιβάλλοντός μας καὶ ν’ ἀναρωτηθοῦμε: Τὶ εἴδους ἀγάπη ἔχω πρὸς αὐτούς; Μιὰ ἀγάπη χαρᾶς ἢ μιὰ ἀγάπη φορτική; Διότι εἶναι πράγματι πιθανό, ἡ ἀγάπη μας νὰ πνίγει κάποιον, νὰ τὸν κάνει νὰ νιώθει ἀνελεύθερος, σκλάβος· εἶναι πιθανὸ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος αὐτοῦ που ἐμεῖς ὀνομάζουμε «ἀγάπη», ὁ ἀγαπώμενος νὰ ὑποφέρει. Ὑποφέρει ὅταν ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι γνωρίζουμε καλύτερα ἀπὸ αὐτὸν ποιες εἶναι οἱ ἀνάγκες του, ποῦ εἶναι ἡ χαρά του· ὅταν τοῦ ἀφαιροῦμε καὶ τὸ ἐλάχιστο τῆς ἐλευθερίας του, τῆς δημιουργικότητάς του· ὅταν ἐπιθυμοῦμε νὰ διευθύνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὴ ζωή του, προκειμένου νὰ τὸν «βελτιώσουμε»…
(Μητροπολίτου Anthony Bloom, "Τὸ μυστήριο τῆς ἴασης", ἐκδ. Ἐν πλῷ)