Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Διήγησις περί αγάπης πάνυ ωφέλιμος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Του μακαριστού π. Ανανία Κουστένη
Και το Μηναίο, στις 8, πάλι Σεπτεμβρίου, έχει μια πολύ ωραία και διδακτική ιστορία. Είναι μεγάλη, εγώ θα την πω, έτσι, συνοπτικά. Να ιδούμε πόσο κακό κάνει η έχθρα και η μνησικακία. Το να κρατάει κανείς έχθρα και μίσος. Ήταν στα Βυζαντινα χρόνια, στην Κωνσταντινούπολη, και μάλιστα στη μεγάλη εκκλησία, στην Αγιά Σοφία, ένας ιερέας κι ένας διάκονος, που ήσαν πάρα πολύ καλοί φίλοι. Μπήκε στη μεση, όμως, ο σατανάς, και τους έκαμε εχθρούς. Γι’ αυτό πάντα να προσέχομε τη ζωή μας και να αγρυπνούμε και να λέμε στον Κύριο, κάθε μέρα, την Κυριακή Προσευχή: «Και μη εισενεγκης ημας εις πειρασμόν αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Κι έτυχε ο ιερέας να πεθάνει χωρίς να έχουν συγχωρηθεί και χωρίς να έχουν συμφιλιωθεί. Έμεινε ο διάκονος. Κι αυτό τον στενοχωρούσε. Δεν ήξερε τι να κάμει. Του ήταν βάρος μεγάλο. «Να φύγει ο παπάς και να μη συγχωρεθούμε; τι κρίμα;» Και κατηγορούσε μόνο τον εαυτό του. Και καλά έκανε. Χριστιανικό είναι αυτό και πιο ανάλαφρο. Και πήγε σ’ έναν πνευματικό και λέει: «Γέροντα, αυτό κι αυτό. Τι να κάνω;» Κι αυτός τον έστειλε στην έρημο, εκεί κοντά, στη Βιθυνία, που ήταν πολλοί ασκηταί και πολλοί άνθρωποι του Θεού, να τον οδηγήσει. Πήγε εκείνος, ο διάκονος, του είπε ο Γέροντας τι να κάμει. «Θα πας», λέει, «το βράδυ, αργά, έξω από τη μεγάλη εκκλησία. Την Αγία Σοφία. Κι ο πρώτος που θα ελθει, να τον πιάσεις από το χεράκι, να του το φιλήσεις, θα του δώσεις αυτό το γράμμα, και να του πεις ότι είναι από μένα, και θα του πεις και τον πόνο σου, να σε βοηθήσει».
Πήγε, λοιπόν, ο διάκονος και περίμενε. Φτάνει, λοιπόν, ένας λαϊκός, τι δύναμη έχουν και oι λαϊκοί, όταν είναι του Θεού! Μεγάλη. Μεγάλη. Μεγάλη. Να το ξέρετε αυτό. Μεγάλη. Και τι έκανε, λοιπόν; Περίμενε, και φτάνει ένας λαϊκός σεβάσμιος. Και τρέχει, πριν μπει στην πόρτα, του δίνει το γράμμα, του φιλάει το χεράκι και τον παρακαλεί. Κι εκείνος του λέει: Εγώ δεν είμαι τίποτα. Αλλά ο Γέροντας που σ’ έστειλε είναι άγιος. Και με την ευχούλα του να κερδίσομε αυτό που μας γράφει. Και γι’ αυτό να διορθώσομε αυτό από το οποίο πάσχεις». Και πράγματι, γονάτισε εκεί ο λαϊκός και παρεκάλεσε κι άνοιξαν οι πόρτες της Αγίας Σόφιας μόνες τους. Οι απ’ έξω. Ο διάκονος τα ‘χασε. Προσευχήθηκε και στη συνέχεια κι άνοιξαν και οι μέσα, μπήκαν στον ναό, κάλεσε και τον διάκονο ν’ ακολουθήσει, δηλαδή, κι ο άνθρωπος μας, καθώς προχωρούσε, στο μεσον του ναού, μία λυχνία ουράνια φωτιζόμενη, ήλθε κι έκατσε πάνω στο κεφάλι του και φώτιζε και όλο τον ναό. Μπήκε και στο Άγιο Βήμα, προσευχήθηκε, και ύστερα πήρε τον διάκονο και βγήκαν. Κι έκλεισαν οι πόρτες, με την προσευχή του. Προχώρησαν πιο κάτω, και καθώς του έλεγε την ιστορία του ο διάκονος, μπήκαν στον ναό της Παναγίας. Ίσως ήταν ο ναός των Χαλκοπρατείων, κι εκεί άνοιξε πάλι τις πόρτες ο λαϊκός με την προσευχή του, μπήκαν και προσευχήθηκαν, αλλά δεν έγινε τίποτε άλλο.
Έφυγαν και κατέβηκαν και ήλθαν στην Παναγία των Βλαχερνών, κοντά στον γιαλό. Κι εκεί, πάλι, άνοιξαν, ήτανε μέσα κι η αγία σορός, η θήκη που ‘χε την αγία Ζώνη της Παναγίας μας, κι εκεί πάλι μπήκαν, ανοίγοντας τις θύρες με την προσευχή του, ο λαϊκός, κι εφθασαν στον κυρίως ναό, απ’ έξω. Κι εκεί άνοιξε πάλι τις θύρες και λέει στο διάκο: «Μπες στην άκρη και κάθησε». Ο λαϊκός μπήκε μέσα, προσευχήθηκε παρά πολύ, και κάθισε στην άκρη. Κι ένας διάκονος ήλθε από τον ουρανό και θύμιασε όλη την εκκλησία. Και σε λίγο βλέπει ο διάκονος να μπαίνουν στην εκκλησία δυο χοροί. Δυο ομάδες ιερέων. Μία με γαλάζια ενδύματα και άλλη με κόκκινα. Κι επήγαν κι έπιασαν τα αναλόγια, τα στασίδια των ψαλτών. Και τότε βγήκε έξω ο λαϊκός, ο υπέροχος και ευσεβής και πιστός άνθρωπος, και λέει στον διάκονο: «Πήγαινε, στα αναλόγια, πρώτα στο αριστερό και μετά στο δεξί, και να ιδείς αν υπάρχει εκεί ο ιερέας, που πέθανε και δεν συμφιλιωθήκατε». Πάει εκείνος στον αριστερό χορό, δεν τον βλέπει. Γυρίζει. «Πήγαινε», του λέει, «και στον δεξιό». Πάει, τον βλέπει εκεί κι έψελνε. Και το λέει στον λαϊκό. Κι εκείνος του λέει: «Τότε, πήγαινε, πιάστον από το χέρι, και πες του να βγει έξω, στις πόρτες της εκκλησίας, στις πύλες, που τον περιμένει ο χαρτουλάριος Νικήτας». Αυτό ήταν τ’ όνομα του. Χαρτουλάριος, σημαίνει γραμματικός. Γραμματέας. Ήτανε σ’ ένα ίδρυμα γραμματέας, ο λαϊκός αυτός. Αλλά ήταν τόσο πιστός και τόσο μέγας! Υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι. Κρυφοί είναι οι περισσότεροι. Και πράγματι, πήγε, τον πήρε, του λέει, «Κύριε, πρεσβύτερε», έτσι, έχει ωραία εκφραστική η Εκκλησία μας, «σας περιμένει έξω, στην πόρτα ο χαρτουλαριος Νικήτας και μου ‘πε να πάμε.»
Πήγανε, λοιπόν, εκεί, και τότε ο χαρτουλαριος Νικήτας, αφού προσκύνησε τον ιερέα, του λέει: «Κύριε, πρεσβύτερε, σε παρακαλώ, να συμφιλιωθείτε με τον διάκονο. Γιατί δεν το αντέχει, να είστε ασυμφιλίωτοι κι εσύ να ‘χεις πεθάνει.» Δηλαδή, τι έκανε ο χαρτουλάριος; Ανάσταση νεκρών. Ανάστησε τον πεθαμένο παπά. Εκεί πάει το πράγμα. Και όντως, γονάτισαν οι ψυχούλες, φίλησε ο ένας τον άλλο, έδωσαν τη συγγνώμη, και ύστερα ο ιερεύς πήγε στον χορό και έψαλλε μια κατάλληλη ψαλμωδία, που ο διάκονος καταλάβαινε μόνο το Αλληλούια κι ο χαρτουλαριος Νικήτας πήρε τον διάκονο και φύγανε. Και του είπε: Είδες, πόσο εύσπλαχνος είναι ο Χριστός; Και πόση αγάπη δείχνει στους ανθρώπους; Τώρα, βλέπω, είσαι ανάλαφρος.» Αυτό είναι η συγχώρεση. Αυτό είναι η συγγνώμη. Επειδή, όμως, ο διάκονος ήθελε αυτή τη συγγνώμη, ο Θεός του την έδωσε, με το ν’ αναστήσει τον παπά που πέθανε, χωρίς να συμφιλιωθούνε. Πως σας φαίνεται αυτό; Είναι πολύ συγκινητικό! Γι’ αυτό ας συγχωρούμε. Κι ας φεύγει απ’ την ψυχή μας ο παροργισμός, που λέει ο απόστολος Παύλος, πριν δύσει ο ήλιος. Γιατί η κακία και η έχθρα και το μίσος είναι σατανικά. Γι’ αυτό, ας φεύγουν από την ψυχή μας και ας μας φυλάει ο Χριστός.
Φθινοπωρινό Συναξάρι, 8 Σεπτεμβρίου, του Αρχιμανδρίτη π. Ανανία Κουστένη, τόμος Α΄, Εκδόσεις Ακτή, Λευκωσία 2008