[ Λέξεις με ενδιαφέρουσα αρχαία προέλευση ]

Η λέξη καρότο είναι αντιδάνειο, από το ιταλ. carota (που θεωρήθηκε πληθ. ουδ.) < υστλατ. carōta, που ανάγεται στο ελνστ. καρωτόν (μέσω τού πληθ. "καρωτά"), από το αρχ. κάρᾱ «κεφάλι».
Η σύνδεση της λέξης με το αρχαίο κάρᾱ («κεφάλι») φαίνεται να σχετίζεται με το σχήμα του καρότου, επειδή το καρότο, ειδικά όταν έχει φύλλα, θυμίζει κεφάλι με μαλλιά.
Αυτός ο τρόπος ονομασίας συναντάται και αλλού στην ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα, το ελληνιστικό "κεφαλωτόν" «κρεμμύδι» προέρχεται από τη κεφαλή, πιθανώς επειδή το κρεμμύδι μοιάζει με στρογγυλό κεφάλι. Η ίδια λογική φαίνεται να ισχύει και για το καρότο...

Σύμφωνα με την ετυμολογική της αρχή, θα ήταν συνεπέστερο η λέξη να ορθογραφείται καρώτο (με -ω-), αντανακλώντας την απώτερη ελληνική της προέλευση. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για αντιδάνειο τού οποίου η σχέση με την αρχαία λέξη δεν είναι εμφανής ή αισθητή, σύμφωνα με τη σχολική γραμματική απλογραφείται: καρότο (με -ο-).
____________

Προσαρμογή από Γ.
#Μπαμπινιώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
bit.ly/2JrnABZ_ [λ. καρότο]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου