Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Η ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΥ

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 
Καθώς τελειώνεις την ανάγνωση της Γκρατσιέλας του Λαμαρτίνου την μία από τις τέσσερες γυναίκες που ο Κανελλόπουλος λεει οτι είναι αδύνατον να να αφήσουν ἀνδρα ασυγκίνητο, στο τέλος βρισκεσαι σε μια φοβερή έκπληξη. Ένα εκπληκτικό ποίημα του Λαμαρτίνου , Ἥ Λίμνη ῞ σε αριστουργηματική μεταφραση Γιώργου Σημηριώτη ( Σημείωση : Οι άλλες τρείς γυναίκες είναι η Μανον του Γκαίτε , η Λάουρα του Πετράρχη και η Κυρία με τας Καμελίας του Δουμά )
 
 
Η ΛΙΜΝΗ
Πάντα λοιπόν σ' ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του Χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά
Ω Λίμνη! πάει δεν πάει χρονιά και στα νερά σου γύρω
οπούλπιζα κ' η αγάπη μου πως θα ξαναφανεί,
κοίταξε ! μόνος έρχομαι στο βράχο ν' απογύρω
που γέρναμε μαζί.
Έτσι και τότε ο βόγγος σου μεσ' στις σπηλιές βοούσε !
έτσι στα ξεσχισμένα τους εξέσπαγες γκρεμνά
κ' έτσι τ' αγέρι στα μικρά τα πόδια της κυλούσε
αφρούς χαϊδευτικά!
Θυμάσαι; μια βραδιά βουβοί πλέαμε στο νερό σου·
στους ουρανούς, στα πλάτια σου, χυνόταν σιγαλιά,
κι άλλο δεν ακουγότανε παρά τ' αρμονικό σου
φλίφλισμ' απ' τα κουπιά.
Μα ξάφνου κάποια μουσική πρωτάκουστη και ξένη,
στις μαγεμένες όχτες σου αντήχησε γλυκά·
το κύμα εστάθη κ' η φωνή πούναι μου αγαπημένη
είπε τα λόγια αυτά:
Κράτησε Χρόνε, κράτησε το πέταγμα σου τώρα !
Και σεις μην κάνετε φτερά χαρούμενες στιγμές !
Αφήστε να χαρούμ' εδώ στου Μάη μας την ώρα
δυο - τρεις χρυσές βραδυές.
Τόσοι 'ναι οι δύστυχοι στη γη που σας παρακαλούνε !
γι' αυτούς πετάξτε γρήγορα και πάρτε στα φτερά
κι όσα τους δέρνουν βάσανα, μα κείνους που ευτυχούνε
ξεχάστε μια φορά !»
Μ' άδικ' ακόμα του ζητώ καμμιά γλυκιά στιγμούλα
ξεφεύγει ο Χρόνος και πετά ! κράζω μ' απελπισιά:
«Άργησε, στάσου νύχτα μου! » - μα να φωτά η αυγούλα
και διώχνει τη νυχτιά.
«Ας αγαπούμε, αδιάκοπα λοιπόν ας αγαπούμε !
εμπρός ! ας τη χαιρόμαστε τη φτερωτή στιγμή !
εμείς και ο Χρόνος που ποτέ λιμάνι δε θα βρούμε,
κυλά με τη ζωή !»
Χρόνε ζηλιάρη κ' οι στιγμές λοιπόν που μας μεθούνε,
τότε που ο έρωτας βροχή μας ραίνει τις χαρές,
Χρόνε σκληρέ, κι αυτές λοιπόν πετούν καθώς πετούνε
οι μαύρες μας στιγμές;
Τι; κι' απ' το διάβα τους λοιπόν τίποτα δε θα μείνει;
τι; πέταξαν ολότελα; παν για πάντα πια;
ο Χρόνος που τις έδωσε, ο Χρόνος που τις σβήνει,
δεν τις ξαναγεννά;
Βαθιά σκοτάδια: παρελθόν, μηδέν κι αιωνιότη,
τι κάνετε τις μέρες που τα βύθια σας ρουφούν;
μιλήστε μας ! οι ουράνιες εκστάσεις πουχ' η νειότη
ξανά πια δε θ' αρθούν;
Ω Λίμνη ! βράχοι σιωπηλοί ! σπηλιές ! απόσκια δάση !
εσάς που ο Χρόνος σας ξεχνά ή δίνει ξανά ζωή,
φυλάξτε από τη νύχτ' αυτή - φύλαξε ωραία πλάση ! -
μια θύμηση μικρή !
Ας μείνει στη γαλήνη σου και μεσ' στην τρικυμία σου,
- ω - Λίμνη ωραία ! - και στων πλαγιών τη γελαστή θωριά,
και μεσ' στα μαύρα σου έλαια και στ' άγρια γκρεμνά σου,
που γέρνουν στα νερά !
Ας μείνει στ' ανατρίχιασμα της αύρας που περνάει,
στους κρότους που στις όχτες σου κυλούν, τις μαγικές,
στ' άστρο τ' ασημομέτωπο που πάνω σου σκορπάει,
αχτίδες αργυρές !
Ω νάταν ναι, κι ο άνεμος κ' οι καλαμιές σαν κλαίνε
κ' οι ανάλαφρες σου οι ευωδιές κ' η κάθε ανθοπνοή,
κι ό,τι αναπνέει, θωρεί κανείς κι ακούει, όλα να λένε:
«Αγάπησαν αυτοί !»

Δεν υπάρχουν σχόλια: