
Αποσπάσματα από το αγαπημένο Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης.
Όλες οι λέξεις και περισσότερο η αγάπη, ενώ μας επιτρέπουν να στοχαζόμαστε πάνω στο συγκεκριμένο, είναι πιο κοντά στο όνειρο.
Ο ήλιος κατά τη διαδρομή του στο θόλο, δηλαδή στο δρόμο που ορίζουν περιδινούμενες οι αισθήσεις μας στην ακινησία του, εκεί που μεταπίπτει από θέση σ’ αντίθεση, δυο φορές κάθε εικοσιτετράωρο, κατά την λαμπρά ανατολή και το ένδοξο βασίλεμα, μας παρουσιάζει σαφή δείγματα εξελίξεως από την αιματόχρου κόκκινη αίσθηση, στο κίτρινο και κυανό. Όσοι λεπταίσθητοι εκτιμούν τις αποχρώσεις των αισθημάτων, αυτές τις δυο ώρες βρίσκουν άπειρα σημεία συσχετίσεως.
Δεν αισθάνομαι τόσο το κάλλος της μορφής, όσο το βαθύ αίσθημα που αποπνέουν τα πράγματα, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος της καθημερινής ζωής.
Πίστεψέ με ότι το κακό έχει ήδη προχωρήσει πολύ. Ένα πρωί ξυπνώντας, όπως συνήθως, πιο νωρίς απ’ εκείνη στο κρεβάτι, βλέποντας με μισάνοιχτα ακόμα μάτια το πόδι της, πίστεψα ότι ήταν το δικό μου. Όταν το κατάλαβα μ’ έπιασε τέτοια απελπισία που έβαλα τα κλάματα, κι εκείνη ξύπνησε. Τι να της πω; Ότι δεν υπάρχω πια και είμαι ολόκληρος το σώμα της; Θα προτιμούσα εκείνη τη στιγμή να τη σκότωνα.
Τι άλλο τάχα στο βάθος μπορεί να 'ναι ο Παράδεισος από 'ναν ζωντανό θάνατο; Να πάψεις να ανησυχείς, να πάψεις να σκέφτεσαι, δίχως να πάψεις να αισθάνεσαι τον κόσμο.
Αλλά εφόσον υπάρχουν μάνες που γεννάν, μη φανταστείτε ποτέ ότι το μίσος μπορεί να είναι ισχυρότερο από την αγάπη. Το μίσος ούτε καν υπάρχει στην πλάση μέσα, ως χωριστά γεννημένη μορφή. Είναι μια απλή μεταμόρφωση της αγάπης, που όταν η ανάγκη των περιστάσεων την αποκεφαλίζει σέρνεται σαν ερπετό.
Μόνο κάποια στιγμή δίχως από κανένα να γίνει αντιληπτό, ούτε από την ίδια τη μάνα, το παιδί άπλωσε το χέρι κι άγγισε το μπράτσο της, εκεί που το κοντό μανίκι της τσιτένιας ρόμπας τ’ άφηνε γυμνό, με το στρόγγυλο ωραίο πάχος του, πάνω από τον αγκώνα της σχετικά νέας μητέρας. Αυτό είδα και η καρδιά μου σκίρτησε από τη μεγαλύτερη ευτυχία, σα να ‘χαν λυθεί όλα τα προβλήματα της ζωής, πλημμυρώντας με τις ωραιότερες ελπίδες το είναι. Βλέποντας το πρόσωπο του τυφλού άκουσα να μου μιλά εύγλωττα. Τι ωραία λαλιά! Μ’ έκανε να νιώθω μεγάλος και δυνατός. Παρασυρμένος απ’ τη γοητεία της λαλιάς του τυφλού ήθελα να κηρύξω τη χαρά της επικοινωνίας προς τους συνανθρώπους που είναι πάντα κατορθωτή, σ’ όποια δυστυχία κι αν καταδικαστούμε.
Οιαδήποτε οικειοποίηση του κόσμου και των πλασμάτων συγχωρείται, όταν γίνεται πραγματικώς. Τίποτα τότε δεν διαταράσσει την αρμονία του συνόλου. Διαφορετικά όμως είναι όταν παίρνεις κάτι από τον κόσμο, και το τοποθετείς μέσα στ’ όνειρο. Μια τέτοια τοποθέτηση αντικειμένων και πλασμάτων του κόσμου παρομοιάζει με φόνο. Τουλάχιστο έχει τα ίδια κίνητρα. Την άνευ όρων επιβολή του εγώ στα πράγματα. Τα ζώα όσο κι αν παλεύουν ή τρώγονται μεταξύ τους, ουδέποτε εμφορούνται από ένα τόσο ισχυρό ένστικτο οικειοποιήσεως. Ό,τι κάνουν, το κάνουν παθητικά, όπως περίπου θα ενεργούσε ο άνθρωπος, πριν παραβεί την απαγόρευση, τη σχετική με το δέντρο της γνώσεως.
Στη φθαρτή, θνητή σάρκα του ανθρώπου, στη σύσταση του υλικού κόσμου, η γοητεία της αγάπης, μπορεί να διαθέσει κατά τέτοιο τρόπο τα μόρια, ώστε τα σώματα να καταστούν πυρίμαχα, αδιάβρωτα στο νερό, ανθεκτικά σε όλων των ειδών τα σκληρά κτυπήματα. Και τούτο όχι βέβαια ότι συστήνει την ύλη αναμάρτητη, αλλ' απλώς προς αιωνία δόξα του μεγάλου Κυρίου της Αγάπης.
Ο κάθε άνθρωπος που βλέπω είναι ένα τόσο μεγάλο κι απέραντο βασίλειο, που λυγάνε τα πόδια μου καθώς αναλογίζομαι τους ατέλειωτους δρόμους των γνωριμιών που ανοίγονται μπροστά μου.___
Διαβάστε επίσης_ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ένας χριστιανός σαλός της εποχής μας