Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

«Η ζωή είναι μια ιστορία. Κάποια κεφάλαια διασκεδάζουν, άλλα πληγώνουν.»

 

"Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης"

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς,
ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική.
Ο άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου.
Και αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις — όχι από αυτά που δεν έχεις, αλλά από αυτά που έχεις — δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις...
Μάρω Βαμβουνάκη

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Μακαριστός Γέρων Ιουστίνος : Πείνασα, κόπιασα, φοβήθηκα διακονώντας στον Άγιο Τάφο 65 χρόνια

Είπε Γέρων

 Μπορεί να είναι εικόνα φύση

Ο πραγματικά ταπεινός δεν είναι αυτός που κακολογεί και μαστιγώνει τον εαυτό του για αυτά που δεν κατάφερε ή δεν πέτυχε.
Αλλά εκείνος που βλέπει τι μπορεί να γίνει και που μπορεί να φτάσει με την βοήθεια Του Θεού. Ταπείνωση σημαίνει να πιστεύω ότι τα πάντα, όσα έχω και δεν έχω είναι του Θεού

Γέροντας Παρθένιος Καθηγούμενος Ι.Μ Αγίου Παύλου :

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Να μην αφήνουμε να περνά μία ημέρα χωρίς να προσευχηθούμε στην Υπεραγία Θεοτόκο. «Θεοτόκε, Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη, συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών».

~ Όταν μια μέρα προσευχόμουν με το κομποσκοίνι, ήρθε ο δαίμονας να με δελεάσει και μου άρπαξε το κομποσκοίνι.
Μπήκε στο κελί, όπου προσευχόμουν με το κομποσκοίνι και μου το άρπαξε από τα χέρια. Και εξαφανίστηκε. Δεν μπορούσα να το ανεχθώ, ότι ήρθε ο δαίμονας και μου πήρε το κομποσχοίνι.
Απευθύνθηκα στην Υπεραγία Θεοτόκο και λέω. «Υπεραγία Θεοτόκε , δεν μπορώ να ησυχάσω, όταν σκέφτομαι ότι ήρθε ο δαίμονας και μου πήρε το κομποσχοίνι από τα χέρια μου». Λέω: «Παναγία, ανάγκασέ τον να μου το επιστρέψει ».
Μια μέρα πέρασε, τίποτε… Δύο μέρες και πάλι τίποτε… Εγώ προσευχόμουν με πείσμα. Την τρίτη μέρα αποκοιμήθηκα στον καναπέ, έρχεται ο δαίμονας από το παράθυρο κρατώντας το κομποσχοίνι μου στα χέρια.
Και μου το πετάει στο πρόσωπο. Έπεσε όμως το κομποσχοίνι, δεν με άγγιξε. Ακούσα ένα «Μποοοουμ!»
Ξυπνάω, παίρνω το κομποσχοίνι. Το γνώρισα. Ήταν το δικό μου. Λέω: «Σε ευχαριστώ, Παναγία μου, που τον ανάγκασες να μου το επιστρέψει». Πολλά και διάφορα είναι τα θαύματα. Κάθε μέρα σε κάθε παράκλησή μας Εκείνη απαντάει.


Ένα κομμάτι ξύλου;

. Αυτό είναι ένα αριστούργημα φυσικής κρυπτοποίησης. Ήρεμος, υπομονετικός, και σχεδόν αόρατος.

Ο ΑΛΚΗΣ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ Ἄλκης τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ… (23.11.2025). 
 
Έχω μία μικρή ιστορία, λοιπόν, που έζησα στη Λάρνακα όταν ήμουν διάκος. Δεν τη λέω ταχτικά αυτή, αλλά είναι από την ώρα που ξεκινήσαμε τα μνημόσυνα που ακούω μέσα μου,πές την ιστορία του Άλκη. Ο Άλκης ήταν ένας πλούσιος, νεότατος διχηγόρος της Λάρνακας. Όταν ήμουν διάκος εκεί, επειδή είχα και το ευλογημένο το πτυχίο της νομικής, με έβαλε ο δεσπότης να δικάζω τα διαζύγια. Τον παρακαλούσα τον δεσπότη να του λέω «εγώ δεν επαντρεύτηκα, τώρα να ακούω για τους γάμους, τους τσακωμούς και να χωρίζω κόσμο». Όχι, η Εκκλησία θέλει μορφωμένους κληρικούς.
Έκαμα υπακοή, μπήκα μέσα στο δικαστήριο. Επρόσεξα, λοιπόν, ότι ερχόταν ο Άλκης από καιρού εις καιρον ως δικηγόρος υπεράσπισης αυτού του ενάγοντος και του εναγομένου. Λοιπόν, δεν είχαμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εγώ ήμουν κοντά στα τριάντα, ο Άλκης ήταν τριάντα τέσσερα, εκεί τριάντα πέντε το πολύ. Οπότε, στο τέλος μιας δίκης, μου είπε ότι είναι άθεος. Του είπα και εγώ «πρόσεχε να με σε κάμουν οι άθεοι μασόνο και να αρνηθείς την ορθοδοξία».
«Όχι, όχι», μου λέει, «προσέχω, ξέρω τι σημαίνει αυτό». «Μετά, πού μένεις», μου λέει, «Διάκο», επρόσεξα, μου λέει, «ότι είσαι διαβασμένος». Λέω του, μένω με τον Πάτερ Συμεών στον Άγιο Γεώργιο τον Κοντό, κοντά στη Λάρνακα, εκεί που είναι τα κοιμητήρια της Λάρνακας. Μπορώ να έρθω κάποια μέρα να μιλήσουμε; Ελα του λέω». Λοιπόν, ξεκίνησε, κάθε δεκαπέντε, είκοσι μέρες, να σου τον Άλκη ήρθε. Λοιπόν, εγώ απέφευγα να του μιλώ για θεόν, αφού μου είπε είναι άθεος.
Ήταν μια από τις καθοδηγήσεις του Αγίου Ιακώβου. «Να μην προκαλούμε», μου έλεγε, «την πίστη των ανθρώπων». Ο καθένας μου λέει, «όση πίστη παρέλαβε». Από εκεί και πέρα, εμείς να προσευχόμαστε για αυτούς, να αυξηθεί η πίστη τους, να μην τους προκαλούμε. Λοιπόν, και η πίστη η δική μας δεν είναι δική μας, είναι των γονιών μας, είναι των παππούδων μας, και είναι και δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για να την μοιραστούμε με αυτούς που έχουν λιγότερη. Λοιπόν, λέω του, «είσαι παντρεμένος»;Μου λέει, «όχι».
«Ε, μου λέει, έχω διάφορες φιλενάδες». Ε, του λέω, «ξέρεις τι θα πάθεις». Μου λέει, «τι θα πάθω». «Θα πάθεις», του λέω, «όπως εγώ, του λέω, καμιά φορά μου αρέσει το αναψυκτικό, και όταν το ανοίξω, του λέω, πίνω λίγη, τη βάζω μετά έτσι ανοιχτή στο ψυχείο, πηγαίνω να πιω μετά, του λέω, δεύτερη γουλιά, τρίτη γουλιάν, τέταρτη». «Δεν' έχει, του λέω, αέριο, έν' έχει γλύκα, έν' έχει, του λέω, ποιότητα». Λοιπόν, όταν του λέω ο άνθρωπος, ακόμα και σε αυτά, του λέω, τα ερωτικά, πηγαίνει από εδώ απ' εκεί με διάφορες γυναίκες ή γυναίκες με διάφορους άντρες, είναι σαν το αναψυκτικό, του λέω, το λιγμένο, το ανοιγμένο, το οποίο, του λέω, χάνει την ουσίαν του και γίνεται μια στιγμιαία, του λέω, απολαυσή και ξέρεις, του λέω, να έρθει η ώρα που να πάρεις μια γυναίκα για πάντα, που θα είναι και σύντροφος, όχι μόνο, του λέω, φιλενάδα. Τι θα δώσεις αυτήν την γυναίκα. Οπότε, μιλήσαμε πάνω σε αυτά και προβληματίστηκε, μετά που λίγες μέρες, έτσι, λίγον καιρό, έφερε μου μια καλή κοπέλα, λέει μου, η τάδε, η αρραβωνιαστικιά μου. Ά λαλο, έπιασαν τόπο τα λόγια μας.
Λοιπόν, και εγνωριστήκαμε με το ζευγάρι αυτό, ορίσαν και ημέρα γάμου και φίλε μου, λέει μου, να έρθεις στο γάμο μου. Λέω, του να έρθω ρε, αφού δεν πιστεύεις ,τι να κάνεις το γάμο; Λέει μου, η τελευταία, έτσι που μιλούμε και έλεγα του διάφορες ιστορίες, του Αγίου Ιακώβου, του Αγίου Πορφύριου, του Αγίου Παΐσιου, και του είχε μια εντύπωση ότι η αγιότητα δεν είναι μια ενέργεια του πέπτου αιώνα, αλλά είναι πάντοτε επίκαιρη και για όλες τις εποχές. Οπότε, όταν είδα ότι εκαρποφόρησε η πίστη που είχε η λίγη, και άρχισε να αυξάνει πήγα και του είπα, εντάξει, να έρθω και στο γάμο σου.Έφερε μάς προσκλητήριο και ενώ ορίσαμε και στο ημερολόγιό μας την τάδε Κυριακή να κάνουμε τον γάμο του Άλκη, ξαφνικά ακούμε, πηγαίνοντας στα Ρεύκαρα, έπεσε το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε ο Άλκης.
Ενώ εκαλούσαν τον κόσμο για τον γάμο. Μα ήταν ένας συγκλονισμός για όλους και για όλη την Λάρνακα, γιατί ήταν επιφανής άνθρωπος, πολλά υποσχόμενος. Είχε μόνον έναν πατέρα, η μάνα του, νομίζω, εκοιμήθη, και μια αδερφή του έμενε στη Γαλλία. Τελικά αντί για γάμο να κάνουμε την κηδεία του Άλκη. Λοιπόν, ευχαρίστησε με ο πατέρας του και μου λέει, ήρθαν και με είδαν εκεί στο μοναστήρι. Εμείς, μου λέει, ε κάνουμε μνημόσυνα δεν πιστεύουμε τα τούτα, αλλά εσύ μου λέει ότι νομίζεις ότι βοηθά την ψυχή του γιού μου να το κάνεις.Πράγματι, ήμουν διάκος ακόμα, ιερέας δεν ήμουν για να μνημονεύω εις την πρόθεση. Κάθε πρωί είχα μια καλή συνήθεια οι παλιοί ιερείς εκεί και την κρατήσαμε με τον γέροντα, έκαναμε όρθρο μεγάλες γιορτές έκαναμε και λειτουργία, όταν δεν είχε λειτουργία, μετά τον όρθρο μπαίναμε μέσα στο ιερό, έκαναμε τρισάγιο και ανοίγαμε ο καθένας το τεφτέρι του και μνημονεύαμε τους κεκοιμημένους. Μετά τον ορθρο. Οπότε έγραψα και το όνομα του Άλκη και τον μνημονεύαμε κάθε ημέρα. Κάθε ημέρα μνημονεύαμε. Επέρασε κανένας χρόνο σχεδόν και έρχεται μια κοπέλα με την οποία ήταν γνωστοί και σκέφτεται, έλεγε τον καημένο τον Άλκη ούτε να παντρευτεί πρόλαβε, ,μόλις ξεκίνησε να μπαίνει μέσα στην εκκλησία άρπαξε τον ο Θεός και πήρε τον πάνω και δεν έχει και κανέναν που να τον μνημονεύει. Οι γονείς του, η μάνα του κοιμήθηκαν ο πατέρας του δεν έχει πίστη η αδελφη του είναι στη Γαλλία ποιος του κάνει τα μνημόσυνα αυτού του ανθρωπου .Και εμφανίζεται όλος μπροστά της και της λέει να μην σκέφτεσαι έτσι. Εμένα της λέει κάθε πρωί στον Άγιο Γεώργιο τον Κοντό μετά των όρθρο που κανουν οι πατέρες, με μνημονεύει ο Διάκος, ο Νεόφυτος. Λοιπόν και να πάς να του πεις ότι τον ευχαριστώ πολύ και η σχέση μας συνεχίζεται. Ήρθε μου λέει.. Δεν μου το είπε απευθείας το γεγονός τούτο. Μου λέει τι κάνετε εδώ καθε μέρα, τι προσευχές κάνετε. Της λέω όταν έχουμε γιορτή κάνουμε μεσονυκτικον όρθρον και λειτουργία. Λοιπόν, κάτι κάνετε μου λέει που έχει σχέση μου λέει με τους πεθαμένους. Ε, λέω ότι όταν έχουμε όρθρο κάνουμε τρισάγιο. Α, το τρισάγιο μου είπε.
Λοιπόν, και μνημονεύουμε. Της λέω γιατί ρωτάς. Είδα μου λέει ολοζώντανο τον Αλκη και μου είπε να σε ευχαριστήσω που τον μνημονεύεις και ότι η σχέση σας συνεχίζεται.. Αυτό το τόσο απλό αλλά τόσο σημαντικό σκεφτείτε πόσο αξία έχει στην αιώνια ζωή η ψυχή μας και η ψυχή των συνανθρώπων μας.Δεύτερο, πόσο σημαντικό είναι να τους θυμόμαστε μέσα στη Θεία Λειτουργία όταν ιδιαιτέρως λένε οι ψάλτες το Άξιον εστί να μνημονεύεται ονόματα και να δίνεται και ονόματα στους ιερείς, ιδιαιτέρως τώρα που έχουμε σαρανταλείτουργα μέχρι τα Χριστούγεννα για να μνημονεύονται . Και η σχέση συνεχίζεται και αυξάνει και με τους ανθρώπους μας, είτε είναι κεκοιμημένοι είτε είναι ζώντες.

Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μάκρη Αλεξανδρούπολης

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ νέο ΘΕΟΛΟΓΟ

 

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως ακριβώς το βρέφος, όταν βγει από την κοιλιά της μάνας του, αισθάνεται απότομα τον αέρα και αμέσως ξεσπά από μόνο του σε κλάμα και σε θρήνο, έτσι και αυτός που γεννήθηκε από τον ουρανό (Ιω. 3:3) και βγήκε από τον κόσμο αυτό σαν από σκοτεινή κοιλιά, αλλά μπήκε στο νοητό και ουράνιο φως, και κατά κάποιο τρόπο σαν να έσκυψε λίγο μέσα σ’ αυτό, γεμίζει αμέσως από απερίγραπτη χαρά και χύνει δάκρυα, χωρίς να πονά, επειδή σκέφτεται, όπως είναι φυσικό, από ποιο σκότος γλύτωσε και σε ποιο φως αξιώθηκε να βρεθεί· διότι αυτό είναι η αρχή, για να λογαριασθεί κάποιος ανάμεσα στους Χριστιανούς.
*
«Γινόμαστε μέλη του Χριστού και ο Χριστός μέλη δικά μας,
και το χέρι είναι ο Χριστός και το πόδι ο Χριστός εμένα του πανάθλιου,
κι εγώ ο άθλιος είμαι το χέρι του Χριστού και το πόδι του Χριστού.
Κουνώ το χέρι μου και ο Χριστός είναι ολόκληρος το χέρι μου
—γιατί μάθε ότι η θεία Θεότητα είναι αμέριστη!—
Κουνώ το πόδι μου και, ιδού, αστράπτει όπως Εκείνος.
Μην πεις ότι βλασφημώ, αλλά δέξου αυτά τα λόγια
και προσκύνησε τον Χριστό που σε κάνει τέτοιον!
Γιατί αν το θελήσεις, θα γίνεις κι εσύ μέλος Του,
και έτσι όλα τα μέλη του καθενός μας ξεχωριστά
θα γίνουν μέλη Χριστού και ο Χριστός μέλη δικά μας,
και όλα τα ασχήμονα θα τα κάνει ευσχήμονα,
στολίζοντάς τα με την ομορφιά και τη δόξα της θεότητας.
Και θα γίνουμε μαζί θεοί, ζώντας σε κοινωνία με τον Θεό,
χωρίς να βλέπουμε καθόλου την ασχήμια του σώματος,
αλλά έχοντας εξομοιωθεί ολόκληροι, σε όλο μας το σώμα, με τον Χριστό.
Και το κάθε μέλος μας ξεχωριστά είναι ολόκληρος ο Χριστός.
Διότι αν ο Χριστός γίνει η βάλανος του μορίου μου,
μην ντραπείς να ακούσεις αυτό το πράγμα,
μην το θεωρήσεις ντροπή, γιατί ο Χριστός δεν ντράπηκε να γίνει όμοιος με εμάς.
Αν λοιπόν Εκείνος είναι η βάλανος και το μόριό μου,
τότε όλα τα μέλη μου είναι ο Χριστός, και Εκείνος είναι όλα τα μέλη μου,
και κάνει ευσχήμονα και όμορφα όλα τα κρυφά και ασχήμονα μέλη,
καθώς τα πλημμυρίζει με τη δόξα και το φως Του.»
*
Έλα, το φως το αληθινό, έλα, η αιώνια ζωή,
έλα, το απόκρυφο μυστήριο, ο ανώνυμος θησαυρός,
το ανεκφώνητο πράγμα, το ακατανόητο πρόσωπο,
η παντοτινή αγαλλίαση, το ανέσπερο φως,
έλα, η αληθινή προσδοκία αυτών που μέλλουν να σωθούν.
Έλα, των πεσμένων η έγερση, έλα, των νεκρών η ανάσταση.
Έλα, Δυνατέ, που δημιουργείς,
μεταπλάθεις κι αλλοιώνεις τα πάντα με μόνη τη θέλησή σου!
Έλα, αόρατε, ανέγγιχτε κι αψηλάφητε.
Έλα, συ που μένεις πάντα αμετακίνητος,
μα κάθε στιγμή μετακινείσαι ολόκληρος,
για να 'ρθεις σε μας, που κειτόμαστε στον άδη,
ο υπεράνω πάντων των ουρανών.
Έλα, πολυπόθητο και πολυθρύλητο όνομα,
που όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε τι ήσουν ακριβώς,
ή να γνωρίσουμε την ουσία και τις ιδιότητές σου.
Έλα, παντοτινή χαρά, έλα, αμαράντινο στεφάνι,
έλα, πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλιά μας.
Έλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
έλα, απλησίαστο υπόδημα,
έλα βασιλική αλουργίδα κι αυτοκρατορική δεξιά!
Έλα, συ που πόθησε και ποθεί η ταλαίπωρή μου ψυχή,
έλα, συ ο Μόνος προς εμένα τον μόνο!
Έλα, συ που με ξεχώρισες απ' όλα
και μ' έκανες μοναδικό πάνω στη γη.
Έλα, συ που έγινες ο πόθος της ψυχής μου
και μ' αξίωσες να σε ποθήσω τον παντελώς απρόσιτο!
Έλα, πνοή μου και ζωή,
έλα της ταπεινής μου ψυχής παρηγοριά,
έλα, χαρά και δόξα μου κι' ατέλειωτη τρυφή.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Ο Μεγάλος Μυστικός της Εκκλησίας μας

 

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού

 

       Η ορθόδοξη θεολογία μας δεν είναι θεωρητικό σχήμα και δεν υπάρχει για να ικανοποιεί τη διάνοιά μας, αλλά είναι βίωμα, τρόπος ζωής, μέθεξη της Θεότητας και κατά χάριν θέωση. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της με τη δυτική και γενικά τη θεολογία των αιρετικών, η οποία ικανοποιεί διανοητικά σχήματα, δίνει την ψευδαίσθηση της δήθεν πληρότητας της αλήθειας και γι’ αυτό οδηγεί από κακοδοξία σε κακοδοξία και από αίρεση σε αίρεση. Αντίθετα η προσέγγιση της θεολογίας της Εκκλησίας μας ως εκκλησιαστικό βίωμα, ως κατά φύσιν τρόπο υπάρξεως, δε διδάσκει απλά την αλήθεια, αλλά την μεταποιεί σε μεταμόρφωση των πιστών, μέχρι του σημείου να έχουν θεοπτία,  ζωντανή αίσθηση των ακτίστων ενεργειών του Θεού στην καθημερινή τους ζωή. Το γεγονός αυτό το βίωσαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Ένας από αυτούς που αξιώθηκε να δει το άκτιστο φως του Θεού με τα σωματικά του μάτια, είναι και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ένας από τους μεγαλυτέρους Πατέρες και Θεολόγους της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε το 957 στη μικρασιατική πόλη Γαλάτεια της Παφλαγονίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Οι ευγενείς γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή παιδεία, διότι τον προόριζαν για υψηλά κρατικά αξιώματα. Σε ηλικία έξι χρονών τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει. Αναδεικνύεται σύντομα μια σημαίνουσα προσωπικότητα της Βασιλεύουσας. Με τη βοήθεια ενός θείου του ευγενούς ορίζεται ως σπαθαροκουβιλάριος, με τη δυνατότητα να αναχθεί συγκλητικός. Ασκεί τα καθήκοντά του με επιτυχία, αλλά και ταπείνωση. Δεν τον συνεπαίρνει η λαμπρότητα της κοσμικής εξουσίας και δε σκόπευε να περάσει όλη του τη ζωή ανάμεσα στους μωροφιλόδοξους ευγενείς της εξουσίας.
      Η γνωριμία του και η πνευματική σχέση του με τον στουδίτη άγιο Συμεών τον Ευλαβή, του αλλάζει τη ζωή. Μετά το θάνατο του Νικηφόρου Φωκά το 969, εγκαταλείπει τη θέση του και αποσύρεται στην ονομαστή Μονή για να ζήσει κοντά στον πνευματικό του. Εκείνος δε συμφωνεί, διότι ήταν μόνο 14 ετών, και τον συμβουλεύει να γυρίσει ξανά στη θέση του.
       Σε ηλικία 20 ετών δέχτηκε μια ιδιαίτερη ευλογία από το Θεό. Μια νύχτα ενώ προσευχόταν θερμά, γέμισε το δωμάτιό του από ένα εκτυφλωτικό και ανεξήγητο φως. Ο Συμεών έπεσε σε έκσταση και είχε την αίσθηση ότι είχε ανυψωθεί στον ουρανό. Μια ανεξήγητη χαρά γέμισε την ψυχή του για τη θεία  οπτασία. Έτρεξε αμέσως στον πνευματικό του στον οποίο δηγήθηκε την οπτασία και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί κοντά του. Εκείνος και πάλι αρνήθηκε, προφανώς, από θεία έμπνευση για να σμιλευτεί ακόμα η θέληση του μαθητή του.
      Σε ηλικία 26 ετών επαναλήφτηκε η θαυμαστή οπτασία. Εκείνο τον καιρό του είχε ανατεθεί μια υπηρεσιακή αποστολή στην πατρίδα του. Πριν αναχωρήσει ανακοίνωσε στον πνευματικό του και τη νέα οπτασία. Εκείνος του αποκάλυψε ότι ήταν σε ηλικία που μπορούσε να γίνει μοναχός. Η χαρά του υπήρξε απρόσμενη. Πραγματοποίησε το ταξίδι του και με την ευκαιρία, ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Εκείνοι αντέδρασαν βίαια και προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, διότι έβλεπαν τη λαμπρή καριέρα που απλωνόταν μπροστά του. Εκείνος παραμένει αμετάπειστος. Αποσύρθηκε στη Μονή του Στουδίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα του πνευματικού του, Συμεών.
       Αλλά δεν άργησαν οι πειρασμοί. Η  υπακοή του στον πνευματικό του κίνησε το φθόνο των συμμοναστών του, διότι έπρεπε να υπακούει μόνο στο ηγούμενο Πέτρο. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει και να εγκατασταθεί. Τότε ήταν που είδε και τρίτη
κατά σειράν θεία οπτασία.  Εγκαταστάθηκε στην παρακείμενη Μονή του Αγίου Μάμαντα του Ξηροκέρκου, όπου ηγούμενος ήταν ο ευλαβής Αντώνιος. Ήρθε ο πατέρας του με αρκετούς συγκλητικούς για να τον μεταπείσουν  να γυρίσει στον κόσμο. Εκείνος αρνείται και πάλι, ενώ ταυτόχρονα βλέπει και τέταρτη θεία οπτασία. Ήταν 29 ετών, όπου ο ηγούμενος κοιμήθηκε. Ύστερα από απαίτηση της αδελφότητας της Μονής και τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη, εκλέχτηκε ηγούμενος της Μονής. Κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο είδε και πέμπτη θεία οπτασία.
      Ως ηγούμενος της Μονής του Αγίου Μάμαντα  ο Συμεών κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, από οικοδομικές εργασίες της Μονής ως και αυτή την πνευματική καλλιέργεια της αδελφότητας. Ως νηπτικός μοναχός και μυστικός θεολόγος ομιλούσε για «θείο έρωτα» και για έλλαμψη του «θείου φωτός». Οι μοναχοί επειδή δεν τον καταλάβαιναν τον θεώρησαν αιρετικό και του κήρυξαν τον πόλεμο. Μερικοί κατέφυγαν στον Πατριάρχη για να καθαιρεθεί. Εκείνος τον κήρυξε αθώο. Παρέμεινε στη θέση του ηγουμένου για 25 χρόνια. Το 1013, σε ηλικία 57 ετών, αφού παρέδωσε την ηγουμενία στον μαθητή του Αρσένιο αποσύρθηκε σε κοντινό ησυχαστήριο και επιδόθηκε στην άσκηση και το συγγραφικό έργο. Όμως ο μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη να τον στείλει εξορία, στην περιοχή της Χρυσούπολης, επειδή θεωρούσε τον πνευματικό του  πατέρα Συμεών, άγιο.  Εγκαταστάθηκε σε κάποιο ερημοκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 1037 σε ηλικία 80 ετών, αφού είχε προβλέψει τον θάνατό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Οκτωβρίου.
      Ο άγιος Συμεών έλαβε τον τίτλο του νέου θεολόγου, διότι ανήκει στους μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Ανήκει στους μυστικούς θεολόγους, ο οποίος καλλιέργησε και βίωσε τη μυστική θεολογία, ως θεοπτία. Τα έργα του « Ύμνοι Θείων Ερώτων», «Κατηχήσεις» και «Πρακτικά και Θεολογικά Κεφάλαια», αποτέλεσαν τη βάση της μετέπειτα μυστικής θεολογίας και της πνευματικής ζωής των πιστών. 

Δύναμις του Καλογήρου

Στο κέντρο των πάτερων ο μακαριστός μελίρρυτος Γέροντας Δανιήλ.

 

Οι Νύφες της Σιωπής: Το Μεγάλο Ψέμα της Ξενιτιάς

 Μπορεί να είναι εικαστικό βαλίτσα

 
Έκλειναν τα μάτια και έβλεπαν τη θάλασσα της πατρίδας, αλλά όταν τα άνοιγαν, ορίζονταν από τους τέσσερις τοίχους ενός ξένου, σκοτεινού σπιτιού στην Αμερική. Ήταν σχεδόν παιδιά. Κορίτσια άβγαλτα, αγνά, μεγαλωμένα με τις αξίες του χωριού, που μπήκαν σε καράβια ή άλλαξαν τρία αεροπλάνα με μια ξύλινη βαλίτσα στο χέρι και μια φωτογραφία στην τσέπη. Πήγαιναν να παντρευτούν έναν άντρα που στην πραγματικότητα δεν γνώριζαν. Πολλές φορές, αυτοί οι άντρες δεν ήταν άγνωστοι· ήταν από τον ίδιο τους τον τόπο, από το ίδιο ή το διπλανό χωριό. Αυτό τους έδινε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, μια ελπίδα ότι πήγαιναν σε δικά τους χέρια. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι της πατρίδας αποδείχτηκαν τελικά οι χειρότεροι.
Η «Γη της Επαγγελίας» τους επιφύλασσε μια σκληρή μοίρα. Οι άντρες που τις περίμεναν στην αποβάθρα ή στο αεροδρόμιο, παρερμήνευσαν την ελευθερία και την αφθονία που τους πρόσφερε η Νέα Υόρκη, το Σικάγο ή η Μασαχουσέτη. Θαμπωμένοι από τα φώτα, βυθίστηκαν στα καζίνα, στα χαρτιά, στο ποτό και στις εφήμερες απολαύσεις. Για εκείνους, η ελευθερία της Αμερικής έγινε ασυδοσία. Για τις νεαρές γυναίκες τους, έγινε η απόλυτη φυλακή.
Αυτά τα κορίτσια κλειδώθηκαν μέσα στα σπίτια. Χωρίς να ξέρουν τη γλώσσα, χωρίς να έχουν έναν δικό τους άνθρωπο να πουν τον πόνο τους, έγιναν σκιές. Ανέλαβαν να μεγαλώσουν παιδιά μέσα στην απομόνωση, ενώ οι σύζυγοί τους γύριζαν τα ξημερώματα μεθυσμένοι, έχοντας χάσει το μεροκάματο στην τσόχα. Και τότε, η απόγνωση των ανδρών ξεσπούσε πάνω στα κορίτσια. Οι προσβολές έγιναν χτυπήματα, η παραμέληση έγινε συστηματική κακοποίηση.
Μακριά από τη μάνα τους, μακριά από τα αδέρφια τους, το μεγαλύτερο μαρτύριο αυτών των γυναικών παιζόταν πάνω σε ένα λευκό χαρτί. Όταν καθόντουσαν να γράψουν γράμμα στην Ελλάδα, έπρεπε να καταπιούν τα δάκρυά τους. Με τα χέρια ακόμα μελανιασμένα από την κακοποίηση, έγραφαν ψέματα. Έγραφαν πως όλα ήταν «καλά», πως ο άντρας τους τις πρόσεχε, πως η Αμερική ήταν παράδεισος.
Δεν το έκαναν από περηφάνια. Το έκαναν από βαθιά, αγνή αγάπη. Πίσω στο χωριό, άφησαν γονείς φτωχούς, ηλικιωμένους και άρρωστους. Πώς να τους φόρτωναν με τέτοιο βάρος; Πώς να τους έλεγαν ότι το παιδί τους ζούσε στην κόλαση, τη στιγμή που εκείνοι δεν είχαν ούτε τη δύναμη ούτε τα μέσα να το πάρουν πίσω;
Έτσι έμαθαν να υπομένουν. Γιατί ο χρόνος κυλούσε, οι δεκαετίες περνούσαν, αλλά οι νοοτροπίες δεν άλλαζαν. Ακόμα και όταν έφτασε η δεκαετία του '80, το να γυρίσει μια γυναίκα πίσω στο χωριό μόνη της, ή το να ζητήσει διαζύγιο, θεωρούνταν ανήκουστο. Ήταν η απόλυτη ντροπή, ένα ανεξίτηλο κοινωνικό στίγμα για την ίδια και την οικογένειά της. «Τι θα πει ο κόσμος;»—αυτή η φράση τις κρατούσε δεμένες στην αλυσίδα της κακοποίησης.
Υπέμειναν την πιο άσχημη, τη φρικτά μοναχική ζωή, κουβαλώντας στην πλάτη τους το βάρος μιας ολόκληρης μετανάστευσης που στα μάτια των πίσω έπρεπε να φαίνεται πάση θυσία «πετυχημένη».
Αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απλώς μετανάστριες· ήταν οι βουβοί μάρτυρες μιας ανείπωτης τραγωδίας. Έζησαν κλεισμένες σε χρυσά ή σκοτεινά κλουβιά, θυσιάζοντας τη νιότη, την ψυχή και την αλήθεια τους στον βωμό της οικογενειακής τιμής, πληρώνοντας το πιο ακριβό και μοναχικό τίμημα στην ξενιτιά.

Βελβεντο Κοζάνης.Απιστευτα όμορφη εικόνα!

 Μπορεί να είναι εικόνα φύση και δρόμος

«Τοὺς Μακεδονίους καὶ Νεστορίους, καὶ τοὺς Εὐτυχέας καὶ Διοσκόρους, Ἀπολλιναρίους τε Σαβελλιοσεβήρους, λύκους βαρεῖς ἀποδειχθέντας, ἐν δέρμασι προβάτων, πόρρω τῆς ποίμνης τοῦ Σωτῆρος, ὡς ἀληθεῖς Ποιμένες, ἀπηλάσατε γυμνοὺς κωδίων, τοὺς τρισαθλίους καταστήσαντας ἄριστα· ὅθεν ὑμᾶς μακαρίζομεν».

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο


Αγαπώ ιδιαιτέρως την ακολουθία των πατέρων της Ζ οικουμενικής συνόδου, όπως και τα κείμενα, τα πρακτικά της, τον θεϊκό τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκαν οι Πατέρες.
Το παραπάνω στιχηρό του εσπερινού, το σκεφτόμουν χθες όλο το βράδυ. Λέω , κοιτα να δεις τι αναφέρει. Αφαιρέσατε την προβιά από τους λύκους, ως αληθείς ποιμένες.
Δηλαδή αν δεν ήταν αληθινοί ποιμένες δεν θα ασχολούνταν με τέτοια θέματα, οπως συμβαίνει με τους περισσότερους των κληρικών σήμερα - και δεν θα ξεσκέπαζαν τους λύκους.
Σήμερα το να μην ασχολούνται με τους προβατόσχημους λύκους, το θεωρούν πνευματικότητα. Το να έγραφε κάποιος τέτοιο τροπάριο (όπως και πολλά άλλα της ακολουθίας), θα τον έλεγαν ιεροκατήγορο!
Αντί αυτού όμως τι συναντάμε ; Τους ελάχιστους αληθινούς ποιμένες να τους θεωρούν «εκτός εκκλησίας», πλανεμένους και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Που σήμερα ζούμε σε εποχή εκατό φορές χειρότερων ποιμένων από τους Μακεδονίους και Νεστορίους!
Τους εαυτούς τούς όμως οι υποκριτές, τους θεωρούν «ησυχαστές» και ευλαβείς.
Τι μας λέει όμως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γι αυτούς που υποκρίνονται ευλάβεια, ώστε να διαπράξουν τις πονηρίες τους;
«..Πᾶς μὲν γὰρ ἄξιος τιμωρίας ὁ κακόν τι ποιῶν· ὁ δὲ καὶ τὴν αἰτίαν ἀπὸ εὐλαβείας λαμβάνων, καὶ προσχήματι τούτῳ χρώμενος τῆς πονηρίας, πολλῷ χαλεπωτέρας ὑπεύθυνος κολάσεως(μτφ: Γιατὶ κάθε ἄνθρωπος ποὺ διαπράττει κάποιο κακὸ ἀξίζει τιμωρία· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀντλεῖ καὶ τὴν αἰτία ἀπὸ τὴν εὐλάβεια καὶ χρησιμοποιεῖ αὐτὴν ὡς πρόσχημα γιὰ τὴν πονηρία του, ὑπόκειται σὲ πολὺ πιὸ βαριὰ κόλαση)».
Ας τα έχουμε όλα αυτά υπόψιν και ας ευχόμαστε ο Θεός να μας δώσει ποιμένες σαν εκείνους της έβδομης οικουμενικής συνόδου. Ποιμένες άριστους, που θα διώξουν τους λιμώδεις λύκους
 Bless Gree
 
 σχολιο:Μεγάλη κουβέντα αδελφέ ποιοι πραγματικά σήμερα μπορούν να αρθρώσουν λόγο ,διότι η πλειονότης των νέων υπερ ζηλωτών ακάθαρτοι όντες ούτε τον εαυτόν τους βοηθούν ούτε και τους ακροατές τους πείθουν  ,το μόνο που μένει η εμπάθεια και η κατινιά..
 

«Καλό είναι να υπάρχεις, αλλά να ζεις είναι άλλο πράγμα».

 

Ένα κείμενο που αξίζει να αφιερώσετε 2 λεπτά από τον χρόνο σας και να το διαβάσετε, από τον μοναδικό του κύρ Φώτη Κόντογλου!
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
«…Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια.
Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποῦ νὰ μὴν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο;
Ἐκείνους τοὺς λίγους ποὺ δὲν εἶναι ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ «τὰ θαύματα τῆς ἐποχῆς μας», οἱ ἄλλοι, αὐτὴ ἡ μερμήγκια ποὺ ἔκανε αὐτὸν τὸν παράδεισο καὶ ποὺ τὸν χαίρεται, τοὺς λέγει τρελλούς, ὅπως θὰ λέγανε παλαβοὺς κάποιους ἀνθρώπους μὲ σωστὰ μυαλὰ οἱ ἄρρωστοί του φρενοκομείου, βλέποντας τοὺς ἀνάμεσά τους.
Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο της ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα βουνά, χωράφια καὶ κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται πολιτισμός.
Τράβα, λοιπόν, μακρυὰ ἀπὸ τὶς σφηγκοφωλιὲς ποὺ τὶς λένε πολιτεῖες, γιὰ νὰ γλυτώσεις ἀπὸ τὸ μαράζι, γιὰ νὰ νοιώσεις ἀπάνω σου τὴ ζωογόνα πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, αὐτὸ δὲν φτάνει. Πρέπει νὰ ἔχεις μάτια ἁγνὰ γιὰ νὰ βλέπεις, αὐτιὰ ἁγνὰ γιὰ ν᾿ ἀκοῦς, καρδιὰ ἁγνὴ γιὰ νὰ αἰσθάνεσαι, κι ὄχι χαλασμένη. Γιατὶ ἀπὸ τὶς πολιτεῖες τρέχουνε γιὰ νὰ φύγουνε, ὅποτε μπορέσουνε, κι ἐκεῖνοι ποὺ καυχιοῦνται πῶς ἡ ἐποχή μας εἶναι θαυμάσια, μά, φεύγοντας ἀπὸ τὶς σφηγκοφωλιές, κουβαλᾶνε μαζί τους καὶ τὴν παραμορφωμένη ψυχῆ τους.
Γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώθουνε τὴν ἐμορφιὰ ἑνὸς βουνοῦ, παρὰ μόνο σὰν ὀρειβάτες, μ᾿ ἄλλα λόγια δὲν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ἕνα δέντρο εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, μήτε τὸ μυστήριο ποὺ ἔχει τὸ κύμα, μήτε τὸ θρησκευτικὸ πανηγύρι τῶν λουλουδιῶν. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τρέχουνε σὰν τρελλοὶ μὲ τ᾿ αὐτοκίνητα γιὰ νὰ μὴ δοῦνε τίποτα, νὰ μὴν αἰσθανθοῦνε τίποτα, νὰ μὴν ἀγαπήσουνε τίποτα. Αὐτὸ τὸ λένε «φυσιολατρία»! Ὅπως καταντήσανε τὰ πάντα, οἱ ἰδέες, οἱ τέχνες, οἱ θρησκεῖες, ἔτσι κατάντησε κι ἡ φυσιολατρία.
Ἐμεῖς ὅμως «οἱ καθυστερημένοι», περπατᾶμε καὶ χαιρόμαστε σὰν βλέπουμε ἕνα κομμάτι γαλανὸν οὐρανό, ἀνάμεσα στὰ σύννεφα, καὶ κανένα χελιδόνι ποὺ πετὰ ἀπὸ πάνω μας καὶ ποὺ θαρρεῖς πῶς θὰ τρυπώσει μέσα στὸ γαλάζιο ἐκεῖνο παραθύρι. Νοιώθουμε τὴ μυρουδιὰ ποὺ βγάζουνε τ᾿ ἀγριολούλουδα καὶ τ᾿ ἁγιασμένα χορτάρια, καθὼς καὶ τὸ χῶμα τῆς βλογημένης γῆς μας. Ἀναστηνόμαστε ἀπὸ τ᾿ ἀγεράκι ποὺ φυσᾶ, σὰν νὰ μαστε βαρυποινίτες ποὺ δραπετέψαμε ἀπὸ τὴ φυλακή, καὶ δοξάζουμε τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε τὴν ἐξαίσια ἐποχή μας καὶ τὰ καλά της»
Φώτης Κόντογλου, Οἱ λίγοι καθυστερημένοι ἀνάμεσα στοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους, Συλλογή: Μυστικὰ Ἄνθη, Ἐκδόσεις, Παπαδημητρίου)
 

σχολιο :Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο της ἐποχῆς μας».

Κ. ΓΡΙΒΑΣ: «Πρέπει να σκοτώσουμε τον ΡΑΓΙΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ» – Συμμαχίες ή υποτέλεια;

Αργολίδα Γη ιερή προγονική !

 Μπορεί να είναι εικόνα βουνό, σύννεφο και φύση

Άγγελος Ασκληπιάδης

Οι πειραστές τοῦ Θεοῦ!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Οι πειραστές τοῦ Θεοῦ! δέν ξέρουν, πῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τόν νοῦ μας. Οὔτε ξέρουν, πόσο βαθιές εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Αὐτοί θά ἤθελαν, νά ἀνακατώσει ὁ Θεός τό βασίλειο τοῦ αἰώνιου φωτός μέ τό σκοτάδι, ὥστε νά εἶναι μίγμα τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στόν οὐρανό, ὅπως εἶναι καί στή γῆ.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.
Ἐσύ θά ἤθελες, ὁ Θεός νά ἐλεήσει ὅλους τούς ἁμαρτωλούς στη Φοβερή Δίκη Του. Πάλι δοκιμάζεις τόν Χριστό ὅπως Τόν δοκίμαζε ἐκεῖνος ὁ ἀντίπαλος τοῦ Θεοῦ στὸ Ὄρος τῶν Πειρασμῶν. «Ἐάν εἶσαι Υἱός τοῦ Θεοῦ πολυέλεος, ἐλέησε τόν Ἰούδα καί ὅλους τούς βαριά ἁμαρτωλούς, καί θά σε προσκυνήσω!». Κάπως ἔτσι μπορεί νά διατυπωθεῖ ἡ δοκιμασία πού βάζεις στόν Χριστό. Σ’ αὐτό ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θα μποροῦσε νά σοῦ ἀπαντήσει: «Ἄραγε, δέν ἔδειξα ἀρκετά ἐλεήμων, ὅταν ἀπό τήν αἰώνια δόξα Μου κατέβηκα στο ἀνθρώπινο σκοτάδι και παρέδωσα ὁλόκληρο τόν Εαυτό Μου θυσία γιά τούς ἀνθρώπους; Πῶς νά ἐλεήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ποτέ δέν ζήτησαν ἀπό Μένα αμνηστεία; Ἐκείνους πού μέχρι τήν τελευταία τους πνοή περιφρονοῦσαν τό προσφερόμενο ἔλεός μου; Ἐκείνους πού ἔχυναν τό αἷμα τῶν πιστῶν Μου ἀκολούθων σάν νερό; Καί ἐκείνους που παρέμειναν μέχρι τέλους ὑπηρέτες τοῦ σατανᾶ;».
Καί πῶς προέκυψε τώρα αὐτό, οἱ θνητοί ἄνθρωποι να συγκρίνονται στό ἔλεος μέ τόν παντελεήμονα Θεό, καί ἀκόμα νά παρουσιάζονται πιό ἐλεήμονες ἀπό τόν Θεό; Ἐξέτασε βαθιά τόν ἑαυτό σου καί δές, πόσο περιορισμένο καί μηδαμινό εἶναι τό ἀνθρώπινο ἔλεος.
Ἐξέτασε: Ἐσύ θά συγχωροῦσες εὔκολα τον φίλο, ὁ ὁποῖος θά ὁρκιζόταν τρεῖς φορές ὅτι δέν σέ γνωρίζει;
Θα συγχωροῦσες τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος θά κυνηγούσε με σπαθί τούς συγγενείς σου ἕως ἐξολόθρευσης;
Θα συγχωροῦσες ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θά χλεύαζε τά ὅσια καί ἱερά σου;
Ἀλλά ὁ Κύριος Ἰησοῦς συγχώρησε τον Πέτρο, ὁ ὁποῖος Τόν ἀπαρνήθηκε τρεις φορές.
Καί συγχώρησε τόν Σαῦλο, ὁ ὁποῖος κυνηγοῦσε τούς ἀκολούθους Του, τούς συγγενείς Του.
Καί συγχώρησε τόν Αὐγουστίνο, ὁ ὁποῖος χλεύαζε τα χριστιανικά ἱερά.
Συγχώρησε ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετάνιωσαν μέ τήν καρδιά τους καί ἀντέστρεψαν τήν ἀντιπαλότητά τους σε ζήλο γιά τόν Θεό καί τά ἱερά τοῦ Θεοῦ.
Θα συγχωρήσει Αὐτός ἀκόμα καί στή Φοβερή Δίκη ὅλους τούς μετανοοῦντες, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τή στιγμή τοῦ θανάτου μετάνιωσαν γιά τίς κακουργίες τους, ὁμολόγησαν τόν Χριστό ως Υιό τοῦ Θεοῦ καί κραύγασαν σ’ Αὐτόν γιά τή σωτηρία.
Θά συγχωρήσει καί ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στό όνομά Του ἔδειξαν τουλάχιστον τόσο ἔλεος σ’ αὐτή τή ζωή, ὥστε μέ ἕνα ποτήρι κρύου νερού ξεδίψασαν ἕναν ἀπό τούς μικρούς ἀκολούθους Του.
Ἀλλά ὅλα αὐτά δέν φτάνουν στούς πειραστές τοῦ Θεοῦ! Σ ̓ ἐκείνους πού δέν ἔμαθαν τί σημαίνει συγχώρηση ἤ μετάνοια. Αὐτοί δέν ξέρουν, πῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τόν νοῦ μας. Οὔτε ξέρουν, πόσο βαθιές εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Αὐτοί θα ἤθελαν, νά ἀνακατώσει ὁ Θεός τό βασίλειο τοῦ αἰώνιου φωτός μέ τό σκοτάδι, ὥστε νά εἶναι μίγμα τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στόν οὐρανό, ὅπως εἶναι καί στή γῆ. Θά ἤθελαν ὁ Κάιν καί ὁ Ἰούδας καί ὅλοι οἱ ἀδελφοκτόνοι καί ὅλοι οἱ ἄθεοι, οἱ αἱματοπότες, οἱ ἐλαφρόμυαλοι, οἱ κλέφτες, οἱ ὑβριστές τῶν ἱερῶν, οἱ χλευαστές τοῦ Θεοῦ, ὅλοι, ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι κακοῦργοι, νά σταθοῦν ἐκ δεξιῶν τοῦ Χριστοῦ στήν τελευταία Δίκη, μαζί μέ τούς ἁγίους, τούς μάρτυρες καί τούς δικαίους, καί στήν ἀριστερή πλευρά του νά μήν μείνει κανένας! Μά εἶναι αὐτό δικαιοσύνη; Εἶναι δικαιοσύνη νά δοθεῖ ἴδιος μισθός σ ̓ ἐκείνους, πού οὔτε τό βράδυ δέν εἰσῆλθαν στόν ἀγρό του Νοικοκύρη γιά δουλειά και σ’ έκείνους, πού δούλευαν ὁλόκληρη τήν ημέρα; Εἶναι αὐτό ἔλεος ἤ ἀνακάτεμα τοῦ φωτός μέ τό σκοτάδι, τῆς ἀλήθειας μέ τό ψέμα τοῦ σιταριοῦ μέ τά ζιζάνια;
Ὅμως, ἄνθρωπε, ποιός εἶσαι ἐσύ, νά διδάσκεις τή δικαιοσύνη σ’ Ἐκεῖνον, πού ίδρυσε τή δικαιοσύνη; Καί νά νουθετεῖς ὡς πρός τό ἔλεος Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἔλεος πρός τούς ἀνθρώπους δόθηκε νά σταυρωθεῖ γιά τούς ἀνθρώπους; Προσκύνησε τήν ἁγιότητα τῆς δικαιοσύνης Του καί τό ἀδιόρατο βάθος τοῦ ἐλέους Του, καί κραύγασε: Παντελεήμονα, ἐλέησε καί σῶσε ἐμένα τόν ἁμαρτωλό!
Δεν Φτάνει μόνο η Πίστη… ( Ιεραποστολικές Επιστολές Β’). Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. 56 – 58 εκδόσεις “Εν πλω”.

Πήρα απ τη νιότη χρώματα - Βίκυ Μοσχολιού

 
Πήρα απ' τη νιότη χρώματαΚι απ' την αγάπη νήμαΚι έπλεξα ένα όνειροΌμορφο μα τι κρίμαΕσύ το ποδοπάτησεσΣτο πρώτο σου το βήμα
Όμωσ θέλω τη ζωή μου να τη χαρώΓι' αυτό δεν τα πάω κόντρα με τον καιρόΓι' αυτό δεν τα πάω κόντρα με τον καιρόΚι αν μου έφυγε μι' αγάπη άλλη θα βρω
Στο περιβόλι τησ καρδιάςΜε πλάνεψεσ και μπήκεςΤα μύρα μου και τουσ ανθούςΣτον έρωτά μου βρήκεςΠάτησεσ τα λουλούδια μουΚαι σαν τον κλέφτη βγήκες
Όμωσ θέλω τη ζωή μου να τη χαρώΓι' αυτό δεν τα πάω κόντρα με τον καιρόΓι' αυτό δεν τα πάω κόντρα με τον καιρόΚι αν μου έφυγε μι' αγάπη άλλη θα βρω

Η σπουδαιότητα κρύβεται στo ασήμαντο... Να εκτιμάς τα πάντα.

 Μπορεί να είναι εικόνα δέντρο

Τραμπ κατά Ζελένσκι: Ηρθε η ώρα η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο

 Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγορεί τον Ουκρανό ηγέτη ότι δεν καταφέρνει να κλείσει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία. «Χάσατε το 30% της χώρας σας», υποστήριξε ο Τραμπ

Τραμπ κατά Ζελένσκι: Ηρθε η ώρα η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδροΑνοιχτά υπέρ της ανάδειξης νέου προέδρου στην Ουκρανία τάχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αδυνατεί να καταλήξει σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία.

«Προτείνω να αποκτήσουν έναν νέο ηγέτη που να μπορεί να κάνει συμφωνία. Για κάποιον λόγο, ο Ζελένσκι δεν το κάνει ποτέ», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, μιλώντας στον Λευκό Οίκο το Σάββατο.

Οι αιχμές για τον πόλεμο με τη Ρωσία

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας δεν θα είχε ξεκινήσει εάν ο ίδιος ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ το 2022.

«Αυτός ο πόλεμος δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξεκινήσει ο πόλεμος μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Ξεκίνησε λόγω ανικανότητας», ανέφερε.

Στη συνέχεια, κατηγόρησε τον Ζελένσκι ότι η Ουκρανία έχασε το 30% των εδαφών της και έκανε λόγο για περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που έχουν εμπλακεί στις απώλειες και στις συνέπειες του πολέμου, ενώ υποστήριξε ότι οι νεκροί ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια.

«Αυτός είναι ένας πόλεμος που δεν θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει ποτέ. Και πιστεύω ότι ήρθε η ώρα η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο», κατέληξε ο Τραμπ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε επίσης από τον πρόεδρο της Ουκρανίας να σταματήσει τις επιθέσεις κατά των ρωσικών διυλιστηρίων υποστηρίζοντας τον τελευταίο του ισχυρισμό ότι «αυτές επιδεινώνουν το παγκόσμιο πρόβλημα ελλείψεων στο ντίζελ» και όχι ο πόλεμός του κατά του Ιράν.

Οι δηλώσεις του συνιστούν νέα δημόσια επίθεση κατά του Ουκρανού προέδρου, με τον Αμερικανό ηγέτη να συνδέει ευθέως την πολιτική ηγεσία του Κιέβου με την αδυναμία επίτευξης συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.

Υπενθυμίζεται ότι μία μέρα πριν ανακοίνωσε συμφωνία με το Κρεμλίνο για την εξαγωγή τεράστιων ποσοτήτων ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες, πιστεύοντας ότι αυτό θα προκαλέσει την μείωση των τιμών των καυσίμων που χρειάζεται εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Ολόκληρο το σούρουπο βυθίζεται αργά στη λέξη που δεν ειπες...

 Μπορεί να είναι εικόνα κουκουβάγια, έκλειψη και λυκόφως

Η εξαίρετη Δεναξά για την δαιμονισμένη ελίτ των Βρυξελών

Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα, η ερημίτισσα των ημερών μας

 

«Ήταν παρούσα δίπλα μας, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη εκεί όπου όλοι λαχταρούμε να φτάσουμε.» — η μοναχή Νεκταρία, η αδελφή της κατά σάρκα


Γεννήθηκε το έτος 1970, σύγχρονή μας με τους περισσότερους από εμάς. Κι όμως ο δρόμος που ακολούθησε ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν που θα περιμέναμε από έναν άνθρωπο της εποχής μας: άφησε τον κόσμο κι ανέβηκε να ασκηθεί στο βουνό, με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, όπως άλλοτε η Οσία Θεοδώρα της Σίχλας. Το επίγειο όνομά της ήταν Ροντίκα Λαζάρ· η Εκκλησία επρόκειτο να την τιμήσει ως Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα.

Υπάρχουν καιροί που η έρημος μοιάζει να έχει αδειάσει από ασκητές. Οι μεγάλοι ερημίτες του περασμένου αιώνα έφυγαν ένας ένας, κι ο κόσμος, παρασυρμένος από τον θόρυβό του, άρχισε να πιστεύει ότι η αδιάλειπτη προσευχή των βουνών έμεινε μια ιστορία του Γεροντικού, ωραία, αλλά τελειωμένη. Κι όμως, ακριβώς στα χρόνια μας, σε μια βουνοκορφή της Μπουκοβίνας, μέσα σε χιονοθύελλα και παγετό, μια νεαρή γυναίκα συνέχισε το αδιάκοπο νήμα της ησυχίας, μέσα στη σιωπή και τα δάκρυα, σχεδόν άγνωστη σε όλους. Το έτος 2025 η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά της, καταγράφοντάς την στη χορεία των οσίων.

Η Αγία Αγία Ελισάβετ από το Πάσχα, έφυγε, με την αδελφή της, Μητέρα Νεκταρία. Φωτογραφία: Ziarul Lumina 

 Η Αγία Αγία Ελισάβετ  αριστερά με την αδελφή της, Μητέρα Νεκταρία. 

Η ζωή της δεν μας άφησε πολλά λόγια. Οι ερημίτες δεν γράφουν απομνημονεύματα. Αλλά τα λίγα που έμειναν — συγκεντρωμένα από τις μαρτυρίες της αδελφής της, της μαθήτριάς της στην έρημο, των πνευματικών της και του ιεράρχη που έκανε την ανακομιδή των οστών της — αρκούν για να μας δείξουν πόσο βαθιά μπορεί να είναι η δίψα μιας ψυχής για τον Θεό.

Η παιδική ηλικία στις όχθες του ρυακιού Μπένι

Γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1970, στο χωριό Μπένια της κοινότητας Μόλντοβα-Σουλίτσα του νομού Σουτσεάβα, σε πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια, από τους γονείς Βασίλειο και Μαρία Λαζάρ. Ήταν έντεκα παιδιά, από τα οποία δύο πέθαναν μικρά· εννέα μεγάλωσαν μαζί. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ροντίκα.

 

Την πρώτη της ανατροφή την ανέλαβε η γιαγιά Ευδοκία, γυναίκα αυστηρή στα του αγιασμού, που ήταν όμως συνάμα και η χαρά των παιδιών, επειδή τα έπαιρνε πάντοτε μαζί της στην εκκλησία. Οι γονείς τα πήγαιναν συχνά στα μοναστήρια, ιδίως στις μεγάλες εορτές, και κάποτε πήγαιναν με τα πόδια από το ένα μοναστήρι στο άλλο — ένας δρόμος που ήταν από μόνος του προσκύνημα, όπου ο κόπος γινόταν ευλογία. Έτσι έμαθε από μικρή τον δρόμο προς τους μεγάλους πατέρες της περιοχής του Νεάμτς, συνήθεια που δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει ποτέ.

Γύρω στα δέκα της χρόνια βρήκε στο σπίτι ένα Ωρολόγιο. Άρχισε να διαβάζει από αυτό και δεν αποχωρίστηκε πια από αυτό: πήγαινε τις δύο αγελάδες του σπιτιού να βοσκήσουν και διάβαζε στην όχθη του νερού. Το πρώτο προσκύνημα που άναψε την καρδιά της το έκανε όταν ήταν στην έβδομη τάξη, στη Μονή Αγάπια· από εκεί γύρισε με ακόμη πιο δυνατό τον πόθο για τον Θεό. Η αδελφή της θυμάται ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθε την Ελισάβετ να αρχίζει να ζει έναν άλλο κόσμο — ήταν δίπλα τους, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη αλλού.

Η είσοδος στη Μονή Πασαρέα

Τον Σεπτέμβριο του 1986, στα δεκαέξι της, ξεκίνησε για προσκύνημα με δύο ξαδέλφες, αναζητώντας δρόμο και συμβουλή σε αρκετούς πνευματικούς. Έλαβε συμβουλή από τον π. Κλεόπα της Σιχαστρίας, προσκύνησε στην Τσέρνικα, και ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ τις κατεύθυνε προς τη Μονή Πασαρέα, κοντά στο Βουκουρέστι. Εκεί, ο πόθος για τον Θεό την κυρίεψε ολότελα και έμεινε, δεκτή στην αρχή ως αδελφή, στον καιρό της υπακοής και της δοκιμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα πρώτα βήματά της προς τον μοναχικό βίο βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των ίδιων μεγάλων πνευματικών που επρόκειτο αργότερα να την ευλογήσουν για την έρημο.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1990, την εορτή του Αγίου Ιεράρχη Σπυρίδωνος, εκάρη ρασοφόρος από τον αρχιμανδρίτη Μακάριο Ιονίτσα, πνευματικό της μονής, και έλαβε το όνομα Ελισάβετ. Η κύρια υπακοή της ήταν η εργασία στο εργαστήριο μεταλλοτεχνικής σμίλευσης του Ρουμανικού Πατριαρχείου, που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της μονής, όπου κατασκευάζονταν λατρευτικά αντικείμενα. Την ίδια εποχή έμαθε και την εκκλησιαστική ψαλτική, παρακολουθώντας τη Σχολή Ψαλτικής Μουσικής του Βουκουρεστίου.

Τα Ιεροσόλυμα και η δοκιμασία του θανάτου

Το 1996, έπειτα από πρόσκληση της μοναχής Τιμοθέας, στάλθηκε να υπηρετήσει μακριά από τη χώρα, στην Αντιπροσωπεία του Ρουμανικού Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους, στη Ρουμανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Εκεί ήταν παρεκκλησιάρισσα και ψάλτρια στο αναλόγιο. Ήταν τότε είκοσι έξι ετών και είχε πίσω της σχεδόν μία δεκαετία μοναχικής ζωής.

Στην Αγία Γη αρρώστησε βαριά. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ζωής της, η δοκιμασία από την οποία πήγασαν όλα τα υπόλοιπα. Έπειτα από μια δυνατή κρίση έπεσε σε κατάσταση παρόμοια με τον κλινικό θάνατο. Οι μοναχές που την παρακολουθούσαν μαρτυρούν ότι επί τρεις μέρες δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της με κανέναν τρόπο, και οι γιατροί δεν της έδιναν πια ελπίδα ζωής.

Η μαρτυρία που έδωσε αφού συνήλθε τους κατέπληξε όλους. Τη γνωρίζουμε από δύο διακριτές μαρτυρίες, μία παλαιότερη και μία μεταγενέστερη: μια επιστολή ενός μοναχού που τη συνάντησε χρόνια αργότερα και τη διήγηση της μαθήτριάς της στην έρημο, της μοναχής Πελαγίας. Οι δύο συμπίπτουν σε όλα τα ουσιώδη.

Μια μοναχή είχε έρθει στο κρεβάτι της και την είχε προτρέψει: προσευχήσου στον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ τον Χοζεβίτη του Νεάμτς, γιατί κι εκείνος βασανίστηκε από την ίδια αρρώστια και πέρασε τον ίδιο πόνο σε αυτό το νοσοκομείο. Εκείνη άρχισε να προσεύχεται με δύναμη, σχεδόν με απόγνωση. Τότε η ψυχή της βγήκε από το σώμα. Θα διηγούνταν αργότερα, κλαίγοντας κάθε φορά που το έκανε, ότι δαίμονες την άρπαξαν και την οδήγησαν στην κόλαση, όπου ένιωσε τα βασανιστήρια και όπου είδε, ανάμεσα στους βασανιζόμενους, αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς — όσους γνώριζαν το θέλημα του Δεσπότη και ραθύμησαν. Εκείνη δεν θέλησε ποτέ να πει τα ονόματα όσων είδε εκεί, παρά μόνο να προσεύχεται γι’ αυτούς.

 

Κραύγασε προς την Παναγία και τον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ να την βγάλουν από εκεί. Εκείνοι ήρθαν, επέπληξαν τους δαίμονες — γιατί αρπάξατε μια ψυχή που δεν έχει κριθεί; — έπειτα η Παναγία έφυγε, και ο Όσιος Ιωάννης την οδήγησε μέσα από τις ομορφιές του Παραδείσου. Πέρασε, έλεγε, από ένα λιβάδι με πρασινάδα και λουλούδια, όπου κάθε φύλλο χλόης, όταν το άγγιζε, έβγαζε έναν ήχο ουράνιας αρμονίας, ήχους που δεν λέγονται με λόγια. Όταν διηγούνταν αυτό, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Αλλά, στις πύλες της Βασιλείας, ακούστηκε μια φωνή σαν βροντή: δεν είναι άξια να μπει εδώ· πηγαίνετέ την πίσω στη γη, να μετανοήσει. Και ο Όσιος Ιωάννης, επιστρέφοντάς την στο σώμα της, της είπε: Ο Θεός σου χάρισε ακόμη χρόνια ζωής, για να μετανοήσεις· πρόσεξε πώς θα τα περάσεις.

Εδώ αξίζει να σταθούμε για μια στιγμή, με την ίδια νήψη με την οποία στάθηκε και η ίδια. Διότι, πράγμα άξιο προσοχής, η Γερόντισσα δεν σταμάτησε ποτέ στην ομορφιά όσων είδε. Κάθε φορά που η χαρά της ανάμνησης του Παραδείσου άρχιζε να φωτίζει το πρόσωπό της, εκείνη συγκρατούσε αμέσως τον νου της, κατηγορώντας τον εαυτό της: αυτή η ταλαίπωρη, αντί να σκέφτεται τα βασανιστήρια που την περιμένουν, ονειρεύεται τον Παράδεισο! — και ξεσπούσε σε κλάματα. Ήταν ακριβώς σύμφωνα με τον λόγο του αββά Βησσαρίωνος, που ο π. Κλεόπας επαναλάμβανε: αν είσαι σε ειρήνη και ησυχία, τότε να ταπεινώνεσαι περισσότερο, μήπως μπει ξένη χαρά στην ψυχή σου. Η πατερική Παράδοση, από τον Άγιο Ιγνάτιο Μπριαντσανίνωφ ως τους μεγάλους ασκητές της εποχής μας, αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή τα οράματα για τον άλλο κόσμο, γνωρίζοντας ότι ο εχθρός μεταμορφώνεται συχνά σε άγγελο φωτός. Το ασφαλέστερο σημάδι ότι μια τέτοια δοκιμασία προέρχεται από τον Θεό δεν βρίσκεται στη λαμπρότητα του οράματος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος περνά τις ημέρες που ακολουθούν: αν εισέλθει σε βαθιά μετάνοια, τότε ήταν προς σωτηρία. Και η ζωή της Γερόντισσας Ελισάβετ είναι ακριβώς η απόδειξη αυτού του σημαδιού. Όταν συνήλθε, η αρρώστια είχε εξαφανιστεί — αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κάνει μετάνοιες και να κλάψει, λέγοντας ότι πρέπει να μετανοήσει. Μερικοί νόμισαν ότι παραμιλά εξαιτίας της αρρώστιας. Μόνο μία μοναχή την κατάλαβε.

 

Η επιστροφή και η αναζήτηση της ευλογίας

Επέστρεψε στη χώρα το 1997. Η αδελφή της θυμάται ένα περιστατικό εκείνων των ημερών, που δείχνει ποια εσωτερική αλλαγή είχε επιφέρει μέσα της η δοκιμασία των Ιεροσολύμων: καταλαμβανόμενη ξαφνικά από μια αρπαγή της καρδιάς, έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα του Σωτήρος επί μία ημέρα και ολόκληρη νύχτα, χωρίς να κινηθεί. Εκπλήρωσε για λίγο καιρό ακόμη υπακοές στην Πασαρέα, αλλά η κοινοβιακή ζωή δεν ήταν πια στα μέτρα όσων έφερε στην ψυχή της. Βαθιά σημαδεμένη από τη δοκιμασία που είχε περάσει, διάλεξε τον δρόμο της ερήμου — όχι κατά το θέλημά της, αλλά με τον ίσιο δρόμο της υπακοής.

Έκανε αυτό που είχε μάθει από παιδί: πήγε και συμβουλεύτηκε τους μεγάλους πνευματικούς, ζητώντας ευλογία. Ήδη από τα νιάτα της είχε για κάποιο διάστημα καθοδηγητή τον π. Παΐσιο Ολάρου της Σιχαστρίας. Τώρα ζήτησε ευλογία από τον π. Κλεόπα Ηλίε της Σιχαστρίας, από τον π. Αρσένιο Παπατσιόκ του Τεκιργκιόλ και από άλλους δοκιμασμένους πατέρες. Στον Κλεόπα και στον Αρσένιο διηγήθηκε την ίδια την εμπειρία του κλινικού θανάτου, κι εκείνοι της έδωσαν την ευλογία τους, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλα προέρχονται από τον Θεό. Ο τελευταίος λόγος του π. Αρσενίου έμεινε περίφημος: Πήγαινε, γενναία, στην έρημο!

Όχι τυχαία αναζήτησε τον Αρσένιο Παπατσιόκ. Εκείνος, όπως και άλλοι μεγάλοι μοναχοί, είχε ζήσει ο ίδιος τη «ζωή των βουνών» στα δύσκολα χρόνια του κομμουνιστικού διωγμού, όταν τα μοναστήρια ήταν κλειστά και οι ασκητές διώκονταν. Όποιος είχε γνωρίσει την τραχύτητα της κρυψώνας μπορούσε να ευλογήσει εν γνώσει του έναν τέτοιο δρόμο.

Έφερε από τα Ιεροσόλυμα και ένα πολύτιμο κειμήλιο: τη ζώνη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ του Χοζεβίτη, που έλαβε, κατά τη μαρτυρία της μαθήτριάς της, από τη μοναχή Μαγδαληνή, αδελφή του π. Ιωαννικίου, μαθητή του οσίου. Η Γερόντισσα κόλλησε τη ζώνη πάνω σε μια άλλη, για να μη φθαρεί, και τη φορούσε σε όλη της τη ζωή. Με αυτήν επρόκειτο κάποτε να αμυνθεί απέναντι σε μια αρκούδα· και μέσω αυτής έγιναν, κατά μαρτυρίες, θεραπείες, ιδίως για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά.

 

Η έρημος του Τζιουμαλάου

Διάλεξε τον ορεινό όγκο Ραράου-Τζιουμαλάου, που γνώριζε από την παιδική της ηλικία, με την ησυχία και την αγριότητά του. Στο όρος Τζιουμαλάου έσκαψε μια υπόγεια καλύβα στον βράχο, βοηθούμενη από έναν αδελφό, τον Ιωάννη, και από τον π. Βαρλαάμ της Μονής «Όσιος Ιωάννης Ιάκωβ ο Χοζεβίτης» στο Κορλάτσενι-Ποζορίτα — αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πνευματικός της στα χρόνια του βουνού. Σε αυτούς τους πρώτους καιρούς άσκησης, στις 6 Αυγούστου 1998, την εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, έλαβε το μικρό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Θεοδώρα — «δώρο του Θεού».

Σε λίγο κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη σε εκείνο το βουνό: υπήρχαν και μερικοί μοναχοί και μερικές μοναχές, που ασκούνταν κρυμμένοι. Σκέφτηκε τότε μια μικρή σκήτη σκαμμένη στον βράχο, όπου οι ερημίτες θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται στην ακολουθία. Με τη βοήθεια του π. Βαρλαάμ, μερικών αδελφών και ορισμένων καλόκαρδων χριστιανών, κουβάλησαν τα υλικά στο βουνό και έσκαψαν στην πέτρα ένα μικρό κατάλυμα — θαμμένο περισσότερο από το μισό μέσα στον βράχο — με ένα εκκλησάκι, έναν προθάλαμο και δύο κελιά. Η σκήτη ήταν έτοιμη το 2004· την πρώτη ακολουθία τέλεσε ο επίσκοπος Γεράσιμος, την εορτή του Αγίου Προφήτη Ηλία. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος Πίμεν Σουτσεάβας, ο οποίος είπε στην ερημίτισσα λόγια που εκείνη θα δέχθηκε με δέος: Μητέρα Θεοδώρα, προσευχήσου και για μένα τον αμαρτωλό!

Σε εκείνο το βουνό δεν έμεινε χωρίς καθοδήγηση. Για την πνευματική της φροντίδα φρόντισε πρώτα ο π. Βησσαρίων Μπρεαμπάν — ο ιερομόναχος Βαρσανούφιος — από την Ποζορίτα, ένας από τους πατέρες που γνώριζαν τα μυστικά του Τζιουμαλάου· και μετά την εκδημία του προς τον Κύριο, τη φροντίδα ανέλαβε ο π. Βαρλαάμ, ηγούμενος της Μονής του Κορλάτσενι-Ποζορίτα. Έτσι φαίνεται ότι η ζωή της, όσο κρυμμένη κι αν ήταν, βρισκόταν κάτω από την τάξη της υπακοής και μιας σαφούς πνευματικής γενεαλογίας, όχι κάτω από το θέλημα του εαυτού. Όταν ήρθε ο καιρός του μεγάλου σχήματος, ο π. Βαρλαάμ, γνωρίζοντας την επιθυμία της Γερόντισσας, ζήτησε από τη σταυροφόρο Μαρίνα Αντρεΐκα, ηγουμένη της Μονής Τεοντορένι, να κεντήσει τα δύο σχήματα· κι εκείνη, ως ευχαριστία, της έστειλε ένα εσώρασο και ένα γιλέκο που φορούσε, και όσοι τα παρέλαβαν τα θεώρησαν ευλογίες.

Στις 19 Απριλίου 2006 έλαβε το μεγάλο σχήμα, τον υψηλότερο βαθμό του μοναχισμού, ανακτώντας το όνομα της ρασοφορίας: Ελισάβετ. Η αλλαγή του ονόματος — από Θεοδώρα πάλι σε Ελισάβετ — ήταν και ένας τρόπος να χαθούν τα ίχνη της, διότι άρχισαν να την αναζητούν οι άνθρωποι, και η απόκρυψη είναι η ίδια η καρδιά αυτής της κλήσης. Το μεγάλο σχήμα απαιτεί ακόμη πιο αυστηρή άσκηση, στο κελί, με κύριο δώρο την σχεδόν αδιάλειπτη προσευχή και τη σιωπή. Κατά τον λόγο του επισκόπου που επρόκειτο να κάνει την ανακομιδή της, στην τάξη του μεγάλου σχήματος επιτρέπεται στους μεγαλόσχημους να λένε μόνο επτά λέξεις την ημέρα. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί δεν μας έμειναν πολλά λόγια γι’ αυτήν: τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε σιωπώντας.

Έζησε στο βουνό, στη σιωπή, την προσευχή και την πλήρη αφιέρωση, επί δεκαεπτά χρόνια. Κάποτε, εξαιτίας δασικών υλοτομιών που διατάραξαν την ησυχία του Τζιουμαλάου, αναγκάστηκε να μετακινηθεί στα βουνά του Νεάμτς, στον τόπο που ονομάζεται «Ράπα λουι Κορόι», επιστρέφοντας έπειτα στο κελί της στον βράχο. Με τι τράφηκε σε εκείνο το κρύο, πώς νίκησε τη χιονοθύελλα με τη θέρμη της προσευχής — ερωτήματα στα οποία μόνο εκείνη θα μπορούσε να απαντήσει, κι εκείνη σώπασε. Δέχτηκε επιθέσεις από θηρία και βασανίστηκε από τους αόρατους εχθρούς, αλλά φυλάχθηκε, έλεγε, από τη χάρη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ, που ξεχυνόταν πάνω στη ζώνη που φορούσε. Είχε και μαθήτριες· μία από αυτές, η μοναχή Πελαγία, έζησε δίπλα της στο Τζιουμαλάου τα τελευταία της χρόνια, μαρτυρώντας ότι η Γερόντισσα την ευλογούσε για κάθε πράγμα που έκανε.

Από τη μαρτυρία αυτής της μαθήτριας γνωρίζουμε και την τάξη των ημερών τους, που μας δίνει μια καθαρή εικόνα της αυστηρότητας και της ομορφιάς εκείνης της ζωής. Η ημέρα ξεκινούσε γύρω στις τρεις το απόγευμα, με τον Εσπερινό και το Απόδειπνο, η κάθε μοναχή στο κελί της· ακολουθούσε ο βραδινός κανόνας, μεταξύ οκτώ και δέκα, και έπειτα η νυχτερινή αγρυπνία, που με τον καιρό αυξήθηκε από δύο σε τέσσερις ώρες. Έτρωγαν μία φορά την ημέρα, και ο ύπνος, κατακερματισμένος ανάμεσα στις προσευχές, συμπληρωνόταν μόλις σε πέντε περίπου ώρες. Η Γερόντισσα την προέτρεπε να προσεύχεται ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στο κοινόβιο, «διότι εδώ, στην ησυχία, δεν έχουμε ούτε τις φροντίδες του κόσμου ούτε καν εκείνες του μοναστηριού».

Η ίδια μαθήτρια διηγείται πόσο ήπια ήταν με τα άγρια πλάσματα του βουνού. Η Οσία έλεγε ότι φοβάται περισσότερο τους ανθρώπους παρά τα θηρία. Ένα ελάφι ερχόταν να φάει από την παλάμη της· κι όταν ένα φίδι έμπαινε κάποτε στο κελί, εκείνη το έβγαζε έξω με πραότητα, χωρίς φόβο. Η αδελφή της προσθέτει ότι, όταν συναντούσε θηρία του βουνού — αρκούδα, λύκους ή τσοπανόσκυλα — τα απομάκρυνε με την προσευχή και με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Όποιος είχε συμφιλιωθεί με τον Θεό είχε συμφιλιωθεί, σαν να λέμε, και με ολόκληρη την κτίση — όπως διαβάζουμε για τους αρχαίους οσίους, μπροστά στους οποίους τα θηρία έχαναν την αγριότητά τους.

Είχε λάβει από τον Θεό και το χάρισμα να βλέπει τα κρυμμένα. Η αδελφή της μαρτυρεί, από περιστατικό που έζησε η ίδια, πώς η Οσία γνώρισε διά της χάριτος ότι η Νεκταρία δεν έπρεπε να δεχθεί τη βαριά χειρουργική επέμβαση που της είχε προταθεί — και ο λόγος της αποδείχθηκε σωτήριος. Τέτοια χαρίσματα ούτε τα αναζητούσε ούτε τα επιδείκνυε· φανερώνονταν από μόνα τους, στην υπηρεσία της αγάπης προς τους γύρω της.

 

Ήταν ταπεινή μέχρι του σημείου να αρνείται να καθοδηγεί. Όταν ο μοναχός που τη συνάντησε στη Σίχλα προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει για την προσευχή, εκείνη δεν βιάστηκε να δώσει συμβουλές, ούτε να καθίσει στη θέση του καθοδηγητή — σημάδι όσων έχουν πέσει σε οίηση — αλλά τον έστειλε να διαβάσει το Σμπόρνικ. Κι όταν εκείνος επέμεινε, ζητώντας τη γνώμη της πέρα από τον λόγο του ίδιου του πνευματικού του, του απάντησε: αν ο πνευματικός σε συμβούλεψε, ο ίδιος ο Θεός τον ενέπνευσε· ποια είμαι εγώ, η αμαρτωλή, για να βάλω τον λόγο μου πάνω από πνευματικό;

Η κάθοδος από τα βουνά και η εκδημία προς τον Κύριο

Το 2014, ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε της εξάντλησε τις δυνάμεις, και ο πνευματικός ευλόγησε τη Γερόντισσα και τις μαθήτριές της να κατέβουν από το βουνό και να πάνε σε μοναστήρι. Με την ψυχή καμένη από τον πόθο της ερήμου όπου πέρασε τόσα χρόνια, η Ελισάβετ δέχθηκε εντούτοις με ταπείνωση να επιστρέψει στη μονή της μετανοίας της, όπου συνέχισε την ίδια τάξη προσευχής και άσκησης που είχε αποκτήσει στην έρημο.

Εξεδήμησε προς τον Κύριο στις 5 Ιουνίου 2014, λίγο πριν συμπληρώσει σαράντα τέσσερα χρόνια — με το σώμα εξασθενημένο από την αρρώστια και τους κόπους της άσκησης, αλλά, όπως ειπώθηκε, με ψυχή νεανική και φωτισμένη από τον πόθο του Θεού. Ετάφη την επομένη στη Μονή Πασαρέα, τη μονή της μετανοίας της, όπου ασκείται και η αδελφή της κατά σάρκα, η μοναχή Νεκταρία.

 

Η ένταξη στη χορεία των αγίων

Στη συνεδρία εργασίας της 1ης Ιουλίου 2025, στη Μεγάλη Αίθουσα (Aula Magna) «Πατριάρχης Θεόκτιστος» του Πατριαρχικού Μεγάρου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Δανιήλ, η Αγία Σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενέκρινε την αγιοκατάταξη της μεγαλόσχημης μοναχής Ελισάβετ Λαζάρ, με τον τίτλο Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα και με ημέρα εορτασμού την 5η Ιουνίου. Η γενική ανακήρυξη της αγιοκατάταξης έγινε στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου στις 6 Φεβρουαρίου 2026, μαζί με τη χορεία των δεκαέξι Ρουμάνων γυναικών με αγία ζωή, ενώ η τοπική ανακήρυξη στη Μονή Πασαρέα ορίστηκε για την ημέρα της εορτής της, 5 Ιουνίου 2026, μαζί με την Οσία Φιλοθέη της Πασαρέα.

Πριν από αυτό, στις 16 Ιανουαρίου 2026, ο Θεοφιλέστατος Τιμόθεος Πραχοβεάνουλ, βοηθός επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Βουκουρεστίου, τέλεσε την ακολουθία της ανακομιδής των οστών της, ώστε να τοποθετηθούν προς προσκύνηση στον ναό της μονής. Ο ιεράρχης μαρτυρούσε ότι, αν δυσκολεύτηκε να σταθεί μία μόνο ώρα στο κρύο του νεκροταφείου της Πασαρέα μέσα σε μια χειμωνιάτικη μέρα, τόσο περισσότερο του αποκαλυπτόταν η αυστηρότητα της ζωής εκείνης που είχε ασκηθεί επί χρόνια μέσα στη χιονοθύελλα του βουνού. Στην ακολουθία εκείνη ευχαρίστησε την οικογένεια της Οσίας, επισημαίνοντας ότι ο πατέρας και τα αδέλφια της είναι ακόμη εν ζωή — σημάδι του πόσο κοντά μας έζησε αυτή η οσία.

Σήμερα, στο πρώην κελί της Οσίας Ελισάβετ της Πασαρέα ζει η αδελφή της, η μοναχή Νεκταρία, μαζί με μια ανιψιά που διάλεξε κι αυτή τον μοναχικό δρόμο. Η αδελφή θυμάται ότι η Οσία τη δίδασκε να μην μένει ποτέ χωρίς τη φροντίδα της προσευχής, λέγοντας ότι η μεγαλύτερη πλάνη των καιρών μας είναι η αναβολή της προσευχής. Τη δίδασκε ακόμη, για τους ταραγμένους καιρούς μας, να μην απαντούμε στις προκλήσεις της ημέρας με θόρυβο και αντίσταση, αλλά να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον και να αναζητούμε την ειρήνη πριν από τη δικαιοσύνη, διότι τότε είμαστε με τον Θεό και έχουμε χαρά και ειρήνη μέσα στην προσευχή και στην καρδιά. Και όταν μιλά γι’ αυτήν, το κάνει με τρόμο: σήμερα, που η Εκκλησία την ονομάζει Αγία, εγώ την αποκαλώ αγία αδελφούλα μου — αλλά το κάνω με δέος, γιατί καταλαβαίνω ότι ο Θεός ενήργησε μέσα της περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε εμείς να πούμε, να δούμε ή να καταλάβουμε.


Η Οσία Ελισάβετ δεν μας άφησε γραπτή διδασκαλία, ούτε πολλά λόγια. Μας άφησε μια ζωή. Σε έναν κόσμο της άνεσης, όπου ξεχνούμε συχνά τα πραγματικά αναγκαία, λάμπει σαν τους ερημίτες των παλιών καιρών και μας καλεί να εκτιμούμε τον χρόνο και να αφιερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από αυτόν στον Θεό. Μας δείχνει ότι η έρημος δεν έμεινε χωρίς ασκητές, ότι το νήμα της αδιάλειπτης προσευχής δεν έχει κοπεί, και ότι, όσο υπάρχουν ψυχές που «ουκ έκαμψαν γόνυ τη Βάαλ», ο κόσμος δεν είναι χαμένος.

Οσία Ελισάβετ, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών!

Αφιερωμένη η ανάρτηση στο αγαπημένο μας Μόρφου Νεόφυτο 


Σημείωση για τις πηγές

Ο παρών βίος συντάχθηκε από τις μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν άμεσα, με προσπάθεια να διακριθούν τα καλά θεμελιωμένα από τις αβέβαιες λεπτομέρειες.

Για τα χρονολογικά και κανονικά στοιχεία ακολουθήθηκε το συναξάρι που δημοσίευσε η Αρχιεπισκοπή Βουκουρεστίου με αφορμή την ανακομιδή της 16ης Ιανουαρίου 2026.