Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτρέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτρέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΝΙΚΟΣ ΑΛΙΑΓΑΣ - ''ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΩ ΝΑ ΖΩ''...

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα 
 
Αυτή η σκέψη, μια βαθιά και συχνά λυτρωτική φράση που μας ξυπνά από την καθημερινή ρουτίνα, δείχνει πόσο πολύτιμη θεωρείς τη ζωή σου. Το να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις να ζήσεις είναι η απόδειξη ότι είσαι ζωντανός, πως αφυπνίζεσαι και πως θέλεις να δώσεις ουσία σε κάθε σου στιγμή, μακριά από άγχος και προθεσμίες...Με αφορμή την παρουσίαση ορισμένων φωτογραφιών από το αρχείο του στο Μουσείο Άλατος Μεσολογγίου, ο Νίκος Αλιάγας προχώρησε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στα social media θέλωντας να απαντήσει σε ένα ερώτημα που του θέτουν συχνά «Γιατί φωτογραφίζεις;».
 
Μιλώντας στην κάμερα ο διεθνούς φήμης παρουσιαστής έκανε μια αναδρομή της ζωής του. «Μέσα από αυτή την οθόνη μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω για την αγάπη μου για τη φωτογραφία»...«Κάποιοι από εσάς γνωρίζετε πως δεν γεννήθηκα ούτε μεγάλωσα στην Ελλάδα. Οι ξενιτεμένοι γονείς μου, ο Ανδρέας και η Χαρούλα Αλιάγα, με κάποιον τρόπο μας μπόλιασαν εμένα και την αδελφή μου τη Μαρία με μια υπόσχεση… Μια υπόσχεση επιστροφής. Από την πρώτη μέρα της ύπαρξής μου κουβαλούσα τον νόστο. Στην πραγματικότητα αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα μου έδωσε άλλη γεύση στη ζωή μου. Κακά τα ψέματα η Γαλλία μας αγάπησε σαν δικά της παιδιά. Μας ενέταξε στην κοινωνία της χωρίς διακρίσεις, με εμπιστοσύνη στην αξία και στις δυνατότητές μας.
Η Ελλάδα ωστόσο δεν έπαψε ποτέ να πάλλεται μέσα μας σαν ιδέα άπιαστη πολλές φορές, σαν εμπειρία φωτός ή κάθαρσης. Σαν μια φωνή που μας κρατούσε ξάγρυπνους και μας καλούσε επίμονα από τα έγκατα της ρίζας. Δεν τα βάζεις με τις ρίζες γιατί αργά ή γρήγορα ξυπνούν και σου υπενθυμίζουν ακόμα κι αν δεν το ξέρεις ποιος είσαι. Κάθε καλοκαίρι η επιστροφή μου στο Μεσολόγγι με έφερνε πιο κοντά στον εαυτό μου γιατί αυτός ο μαγικός τόπος δεν ήταν και δεν είναι για εμένα απλώς η γη των προγόνων μου».
«Εργάζομαι στα τηλεοπτικά μέσα της Γαλλίας σχέδον 40 χρόνια. Τη φωτογραφία ωστόσο δεν τη θεώρησα ποτέ ως επάγγελμα. Συχνά με ρωτάνε γιατί φωτογραφίζω. Η αλήθεια είναι πως δεν αποφάσισα μια ημέρα να γίνω φωτογράφος και να ζήσω από τη φωτογραφία. Η φωτογραφία μπήκε στη ζωή μου πολύ νωρίς σχεδόν αθόρυβα. Για να μπορέσω να καταλάβω τι ακριβώς αναζητούσα μέσα από τη φωτογραφία πέρασε χρόνος. Η φωτογραφία δεν υπόσχεται την αθανασία κρατάει ανοιχτό έναν μυστικό δίαυλο ανάμεσα στους απόντες και στους ζωντανούς».
«Δεν φοβήθηκα ποτέ τον θάνατο. Φοβήθηκα μήπως ξεχάσω να ζήσω. Μήπως χαθώ μέσα στα κίβδηλα και τις προθέσεις, μήπως ξεχάσω να βλέπω χωρίς να κρίνω. Φωτογραφίζω για να μπορώ να κοιτάζω στα μάτια τον συνάνθρωπό μου και να του λέω έστω και σιωπηλά ότι σε είδα, σε αναγνώρισα, σε αισθάνθηκα κι ας μην ξέρω τίποτα για εσένα.
Η επαγγελματική μου ζωή ήταν και είναι έντονη. Με κάμερες, με κόσμο, με κοινό. Η δημοσιότητα είναι μια παρεξήγηση. Σίγουρα τα Μέσα Ενημέρωσης και η τηλεόραση μου επέτρεψαν με κάποιο τρόπο να συναντήσω ανθρώπους να ακούσω ιστορίες, να μεταφέρω κάποιον λόγο. Αλλά όσο μεγάλωνε αυτός ο θόρυβος γύρω μου, υπήρξε μια ανάγκη βαθιά για τη σιωπή. Έμαθα πολύ γρήγορα πως τίποτα από όλα αυτά δεν μου ανήκει πραγματικά. Ίσως όμως αυτό που μένει να είναι η ικανότητά μας να επιλέξουμε και να συνδεθούμε αληθινά με κάτι. Θαρρώ πως η φωτογραφία το προσφέρει αυτό».

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Μην βιαστείτε να τον κρίνετε..

ΑΛΟΓΑ ΟΝΕΙΡΑ .Ν Καλογερόπουλος

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ — ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Στέλιος Ράμφος 1939-2026 1939- -2026" 

Γραφει ο Στυλιανός Καβάζης

Πριν από λίγες μόλις ώρες, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σε ηλικία 87 ετών, ο Στέλιος Ράμφος.
Ένας άνθρωπος που δεν αρκέστηκε ποτέ στις εύκολες απαντήσεις. Ένας διανοούμενος που πέρασε μέσα από τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις του 20ού αιώνα και αφιέρωσε τελικά μεγάλο μέρος της ζωής του στην προσπάθεια να καταλάβει κάτι πολύ βαθύτερο..
Τον Έλληνα. Την Ελλάδα. Το Βυζάντιο. Την Ορθοδοξία.Η διαδρομή του είχε κάτι βαθιά συμβολικό.
Ξεκίνησε από τον μαρξισμό, από εκείνο το μεγάλο σκοτεινό ιδεολογικό ρεύμα που επιχείρησε να ερμηνεύσει τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ιστορία χωρίς τον Θεό.Με τα χρόνια όμως απομακρύνθηκε από αυτόν τον κόσμο.Και άρχισε να κοιτάζει προς μια άλλη κατεύθυνση.
Προς την ελληνική πνευματική παράδοση.
Προς το Βυζάντιο.
Προς την Ορθοδοξία.
Προς όλα εκείνα που η νεότερη Ελλάδα, πολλές φορές, έμαθε να αντιμετωπίζει είτε ως μουσειακά κατάλοιπα είτε ως εμπόδια στον δρόμο προς τη νεωτερικότητα.
Ο Ράμφος προσπάθησε να καταλάβει ακριβώς αυτό που πολλοί αρνήθηκαν ακόμη και να εξετάσουν.
Μήπως ο σύγχρονος Έλληνας δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του εάν δεν καταλάβει πρώτα το Βυζάντιο;
Μήπως πίσω από τη σύγχυση της νεοελληνικής ταυτότητας βρίσκεται μια βαθύτερη ρήξη με την πνευματική παράδοση που διαμόρφωσε επί αιώνες τον ελληνικό κόσμο;
Μήπως ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και η αρχαία ελληνική παιδεία δεν εξαφανίστηκαν μέσα στο Βυζάντιο, αλλά μεταμορφώθηκαν και συνέχισαν να ζουν μέσα από την πατερική σκέψη, την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και την ορθόδοξη θεολογία;
Αυτά τα ερωτήματα τον απασχόλησαν βαθιά και εδώ συναντάμε και τον αείμνηστο Χρήστο Γιανναρά ο οποίος έφυγε από την ζωή περίπου τέτοιες μέρες πριν δύο χρόνια.Δύο σημαντικές μορφές της λεγόμενης "νεοορθοδοξίας", που προσπάθησαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν κόσμο τον οποίο η νεωτερική Ελλάδα είχε συχνά αφήσει στο περιθώριο.
Όμως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση ίσως και το μεγάλο όριο αυτής της γενιάς.
Ράμφος και ο Γιανναράς προσπάθησαν να προσεγγίσουν την Ορθοδοξία με τα εργαλεία του φιλοσοφικού και διανοητικού στοχασμού.
Προσπάθησαν να αγγίξουν την Ορθοδοξία με τον νου.Να την εξηγήσουν.Να την ερμηνεύσουν.
Να αναδείξουν τη διαφορά της από τη δυτική σκέψη.Να αποκαταστήσουν τη σχέση της με τον ελληνισμό και αυτή η προσπάθεια είχε τεράστια σημασία.Όμως η Ορθοδοξία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα.Δεν είναι ιδεολογία.Δεν είναι πολιτισμικό επίτευγμα.Δεν είναι ακόμη μία θεωρία για τον άνθρωπο.
Η Ορθοδοξία είναι ζωή.
Είναι μετάνοια.
Είναι άσκηση.
Είναι προσευχή.
Είναι Θεία Ευχαριστία.
Είναι σταυρός και Ανάσταση μαζί.
Είναι η μεταμόρφωση ολόκληρου του ανθρώπου.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστήριο της πνευματικής διαδρομής του Ράμφου.Μπορεί κανείς να μελετήσει τους Πατέρες και να μην έχει γίνει ακόμη πατερικός.Μπορεί να γράψει για το Βυζάντιο και να μην έχει ακόμη εισέλθει στο μυστήριο της βυζαντινής πνευματικότητας.
Μπορεί να μιλά ασταμάτητα για την Ορθοδοξία και να μην έχει ακόμη μάθει να γονατίζει μπροστά στον Χριστό.
Γιατί άλλο είναι να γνωρίζεις την Ορθοδοξία με τον νου και άλλο να την γνωρίζεις με την καρδιά και αυτό σαφώς δεν αποτελεί κατηγορία μόνο για τον Ράμφο.Αποτελεί ερώτημα για όλους μας.
Γιατί μπορεί να μιλάμε για ελληνισμό, για Βυζάντιο, για Πατέρες, για παράδοση, για ιστορία και τελικά να μην έχουμε καταλάβει το πιο απλό.
Ότι ο Χριστιανισμός δεν ζητά από τον άνθρωπο απλώς να αλλάξει ιδέες.
Ζητά να αλλάξει ζωή.
Γι' αυτό και η πορεία του Ράμφου έχει ιδιαίτερη σημασία.Γιατί ξεκίνησε από μια κοσμοθεωρία που αναζητούσε τον παράδεισο μέσα στην ιστορία και κατέληξε να αναμετράται με μια παράδοση που διδάσκει ότι ο αληθινός Παράδεισος δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα αλλά Πρόσωπο,Ο ίδιος ο Χριστός.
Έχω την εντύπωση ότι αυτό μπορεί είναι το μεγαλύτερο μάθημα μιας ολόκληρης ζωής αναζήτησης.Ο άνθρωπος μπορεί να περάσει από τον Μαρξ, από τον Χέγκελ, από τον Χάιντεγκερ, από τη φιλοσοφία, από την ιστορία, από το Βυζάντιο, από χιλιάδες βιβλία και χιλιάδες λέξεις.Κάποια στιγμή όμως όλα αυτά σωπαίνουν.
Έρχεται ο θάνατος και τότε δεν μένει ούτε η ιδεολογία ούτε η φιλοσοφία ούτε η ακαδημαϊκή γνώση.
Μένει η ψυχή και απέναντί της ο Θεός.
Δεν γνωρίζουμε τι συνέβη μέσα στην τελευταία σιωπή της ψυχής του Στέλιου Ράμφου.
Δεν μας ανήκει αυτή η κρίση.
«Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε».
Μας ανήκει όμως η προσευχή και η ελπίδα.
Γι' αυτό σήμερα, πέρα από τις συμφωνίες και τις διαφωνίες μας μαζί του, μπορούμε να κρατήσουμε κάτι πολύ σημαντικό.Ότι ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τον μαρξισμό πέρασε τη ζωή του αναζητώντας.
Αναζητώντας τον άνθρωπο.
Αναζητώντας τον ελληνισμό.
Αναζητώντας το Βυζάντιο.
Αναζητώντας την Ορθοδοξία.
Ας ελπίσουμε ότι εκεί όπου πλέον σταματούν τα βιβλία, οι λέξεις και ο ανθρώπινος νους, η αναζήτησή του συνάντησε Εκείνον που τόσα χρόνια προσπαθούσε να κατανοήσει.
Εκείνον που δεν είναι απλώς ιδέα.
Δεν είναι φιλοσοφία.
Δεν είναι πολιτισμός.
Είναι η Αλήθεια.
«Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.»
 
Καλό ταξίδι, Στέλιο Ράμφο.
Και ας ελπίσουμε πως στο τέλος της μεγάλης διαδρομής από τον νου προς την καρδιά, από την ιδεολογία προς την αναζήτηση, από την ιστορία προς την αιωνιότητα, βρήκες τελικά το Φως που αναζητούσες.
Αιωνία η μνήμη.

Έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καλογερόπουλος. Το ελληνικό σινεμά αποχαιρετά έναν ξεχωριστό δημιουργό

«Ξεκληρίζεται σιγά σιγά ένα είδος ανθρώπων που είχαν τόση ανιδιοτέλεια στους αγώνες τους, τόσο ταλέντο, τόση ψυχή, τόση ετοιμότητα να καούν από τις αγάπες τους»
Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο για τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου.
 

Κάποιοι ηθοποιοί παίζουν ρόλους.
Κάποιοι άλλοι, χωρίς να το καταλάβουν ίσως ποτέ, γίνονται οι ίδιοι ο ρόλος μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος ήταν από τους δεύτερους.
Ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα καλούπια. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής, τραγουδοποιός.
Από εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν μπορείς να τους περιγράψεις με μία ιδιότητα, γιατί πάντα κάτι θα έχεις αφήσει απ' έξω.
Γεννημένος στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, έφτασε στο θέατρο και στην οθόνη με εκείνη τη χαρακτηριστική αμεσότητα που δεν διδάσκεται.
Σπούδασε στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών και έκανε τα πρώτα του βήματα στο θέατρο και την τηλεόραση τη δεκαετία του '70.
Και μετά ήρθε το σινεμά.
«Μάθε παιδί μου γράμματα».
Ένας ρόλος που του χάρισε το Β' Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Και λίγο αργότερα η «Λούφα και Παραλλαγή», όπου κέρδισε το Α' Βραβείο Ανδρικού Ρόλου.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτά.
Ήταν το «Ρεμπέτικο», το «Άρπα Colla»,
το «Κάμπινγκ», οι τηλεοπτικές σειρές,
το θέατρο, οι δικές του ταινίες, η ποίηση,
η μουσική.
Ένας καλλιτέχνης που δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει άλλους τρόπους για να πει αυτό που είχε μέσα του.
Κι ίσως αυτό να ήταν τελικά το πιο χαρακτηριστικό του.
Είχε μέσα του κάτι από τον μάστορα του θεάτρου, κάτι από τον περιπλανώμενο ποιητή, κάτι από τον τύπο που θα καθόταν σε ένα τραπέζι και θα σου έλεγε μια ιστορία μέχρι να ξημερώσει.
Και είχε αυτή τη σπάνια ποιότητα που είχαν αρκετοί άνθρωποι μιας άλλης εποχής:
Να μη φοβάται να είναι διαφορετικός.
Να μη γυαλίζει υπερβολικά την εικόνα του.
Να αφήνει πάνω του τις γρατζουνιές της ζωής.
Σήμερα, 9 Αυγούστου 2026, ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 74 του χρόνια.
Και κάπου εκεί, σε μια παλιά τηλεόραση, ένα παλιό κάμπινγκ και μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια όπως τότε...
θα εμφανίζεται ξανά ο Μάιμος.
Εκείνος ο απίθανος τύπος από το
«Στο Κάμπινγκ», ένας ρόλος που ο Καλογερόπουλος έφερε στη ζωή με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο όμορφο πράγμα που μπορεί να αφήσει πίσω του ένας ηθοποιός.
Να φύγει ο άνθρωπος, αλλά να μην φύγει ποτέ ο χαρακτήρας.
Να ανοίγεις κάποτε την τηλεόραση,
να τον βλέπεις ξανά στην οθόνη και για λίγα λεπτά να αισθάνεσαι πως είναι ακόμα εδώ.
Ο Μάιμος θα είναι εκεί.
Ο Νίκος θα είναι εκεί.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.
Μένουν μέσα στις σκηνές που μας χάρισαν.
Καλό ταξίδι, Νίκο Καλογερόπουλε.
Και ευχαριστούμε για τις ιστορίες.

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα


 
ΣΕ ΦΙΛΩ...ΚΑΙ ΠΙΝΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΣΟΥ
Για τον Νίκο Καλογερόπουλο
Αντί επικήδειου.
Με τον θάνατο του Νίκου Καλογερόπουλου ένιωσα μια βαθιά θλίψη που με ξάφνιασε. Όχι γιατί πίστευα πως οι άνθρωποι σαν εκείνον δεν φεύγουν ποτέ. Αλλά γιατί, καθώς διάβαζα ξανά τα λόγια του και θυμόμουν τους ρόλους του, κατάλαβα πως, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, τον κουβαλούσα κι' αυτόν χρόνια μέσα μου, παρέα με τον άλλο "ηττημένο νικητή" τον Χρόνη Μίσσιο.
Ξέρεις τώρα, κάποιους ανθρώπους δεν τους συναντάς στην καθημερινότητά σου. Κι όμως, κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως σου κράτησαν συντροφιά στις πιο αθόρυβες διαδρομές της ζωής σου. Ο Νίκος ήταν ένας από αυτούς. Δεν ξέρω αν ήταν οι ρόλοι του. Δεν ξέρω αν ήταν ο τρόπος που μιλούσε. Ίσως να ήταν ο τρόπος που σιωπούσε. Εκείνη η γενναιόδωρη ήσυχη μελαγχολία που δεν ζητούσε αλλά χάριζε. Εκείνη η τρυφερότητα που δεν φοβόταν να συνυπάρχει με την ήττα.
Γιατί ο Νίκος δεν μου έδινε ποτέ την αίσθηση ενός ανθρώπου που νίκησε τη ζωή. Μου έδινε την αίσθηση ενός ανθρώπου που συμφιλιώθηκε με γενναιότητα μαζί της. Και αυτό είναι πολύ πιο ζόρικο.
Κάποτε σε μια συνέντευξη του είχε πει: «Πες μου αν υπάρχει κάτι καλύτερο... Το κακό είναι ότι άμα μιλάς για την πατρίδα σου, σε λένε γραφικό.» Πόσο παράξενη εποχή...Έχουμε φτάσει... να απολογούμαστε για όσα αγαπάμε. Για την πατρίδα. Για την ποίηση. Για την πίστη. Για τον έρωτα. Για την τρυφερότητα. Σαν η εποχή μας να θεωρεί πιο ασφαλή την ειρωνεία από τη συγκίνηση. Κι όμως, εκείνος δεν ντράπηκε ποτέ γι' αυτά που αγαπούσε. Ίσως γι' αυτό μου ήταν τόσο οικείος.
Τα τελευταία χρόνια γράφω πολύ. Για τον έρωτα. Για το τραύμα.
Για τη συμφιλίωση. Για την ανάγκη να μη σκληρύνουμε κι' άλλο.
Δεν τα αναφέρω αυτά επειδή πιστεύω πως οι διαδρομές μας ήταν ίδιες. Θα ήταν υπερβολικό και άδικο απέναντί του. Τα αναφέρω γιατί, βλέποντας σήμερα τη δική του πορεία, καταλαβαίνω καλύτερα και τις ερωτήσεις που με απασχολούν τόσα χρόνια. Σαν να αναγνωρίζω, εκ των υστέρων, μια συγγένεια όχι στις απαντήσεις, αλλά στην αγωνία.
Έγραψα κάποτε πως η ζωή δεν μας ζητά να γίνουμε κάποιος άλλος. Μας ζητά να εγκαταλείψουμε εκείνον που δεν είμαστε πια.
Έγραψα πως δεν πρέπει να ζητάμε νερό από άδεια πηγάδια. Πως η μεγαλύτερη ελευθερία αρχίζει όταν καίμε τα καράβια που μας κρατούν δεμένους στις "συνήθεις επιστροφές". Και, γράφοντάς τα, νόμιζα πως μιλούσα για τον έρωτα. Σήμερα αναρωτιέμαι αν, χωρίς να το ξέρω, μιλούσα και για ανθρώπους σαν τον Νίκο. Για εκείνους που προτίμησαν να χάσουν κάτι από τον κόσμο, παρά να χάσουν την αλήθεια τους. Αυτήν ακριβώς «Την αλήθεια ρε... την αλήθεια!» που αναζητούσε με όλο του το είναι στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα».
Είμαι σίγουρος πια πως όσο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο με ενδιαφέρουν οι νικητές. Αντιθέτως! Με συγκινούν οι άνθρωποι που δεν έγιναν πικροί. Που δεν μπέρδεψαν τη σοφία με τον κυνισμό. Που δεν θεώρησαν ποτέ την ευαισθησία αδυναμία. Που συνέχισαν να χαμογελούν με τη θλίψη να τους καίει τα μάτια.
Στο βιβλίο που γράφω αυτό τον καιρό προσπαθώ να υπερασπιστώ μια ιδέα. Ότι η ωριμότητα δεν είναι να πάψεις να πληγώνεσαι. Είναι να μη ντρέπεσαι πια για την ευαλωτότητά σου. Είναι να μπορείς να δακρύζεις χωρίς να αισθάνεσαι πως μικραίνεις.
Η είδηση της απώλειας του Νίκου με βρήκε ακριβώς στο σημείο του βιβλίου που έγραφα πως ο έρωτας αρχίζει τη στιγμή που κάποιος δεν σκουπίζει απλώς τα δάκρυά σου, αλλά τα φιλά. Που σου ψιθυρίζει: «Σε φιλώ... και πίνω τα δάκρυά σου». Γιατί η αγάπη δεν υπάρχει για να εξαφανίσει τον πόνο μας. Υπάρχει για να μην τον αφήσει ποτέ πια μόνο του. Για να τον κοινωνεί.
Και το γράφω αυτό με την πιο βαθιά ευγνωμοσύνη για τη γυναίκα που κάποτε μου ψιθύρισε ακριβώς αυτή τη φράση. Γιατί κάποιες λέξεις σε σώζουν, ακόμη κι όταν η ζωή μοιάζει να καταρρέει γύρω σου.
Αλλά υπάρχει ακόμη μια προσωπική ανάμνηση που σήμερα επιστρέφει επίμονα.
Τους «Ιππείς της Πύλου» τούς είδα μαζί με τον γιο μου. Κι έτυχε να τους δω σε μια περίοδο της ζωής μου που ένιωθα πως η λέξη «αποτυχία» είχε εγκατασταθεί μόνιμα μέσα μου. Από εκείνες τις εποχές που αναρωτιέσαι αν όσα ονειρεύτηκες άξιζαν τελικά τον κόπο. Αν οι επιλογές σου σε δικαίωσαν. Αν θα ήταν ευκολότερο να είχες γίνει λίγο πιο συμβιβασμένος, λίγο πιο πρακτικός, λίγο λιγότερο πιστός σ' αυτά που αγαπούσες, λίγο πιο «συνετός και νοικοκύρης», αν με εννοείς.
Κι όμως, βλέποντας τον ήρωα του Νίκου, κατάλαβα κάτι που με συντροφεύει μέχρι σήμερα. Η αποτυχία δεν ήταν ποτέ το πραγματικό θέμα της ταινίας. Το πραγματικό της θέμα ήταν τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν του αφαιρέσεις σχεδόν όλες τις επιτυχίες του. Όταν πάψει να τον προστατεύει η αναγνώριση, η δόξα, οι βεβαιότητες και οι πάνοπλοι ρόλοι που ανέλαβε ίσως και άθελα του.
Τι μένει τότε; Αν μένει ακόμη λίγη τρυφερότητα. Αν μένει ακόμη η ικανότητα να αγαπάς. Αν μένει ακόμη λίγη αξιοπρέπεια. Αν μένει ακόμη η δυνατότητα να ονειρεύεσαι. Τότε σίγουρα δεν έχεις ηττηθεί πραγματικά.
Εκείνη την ημέρα δεν ένιωσα ότι έβλεπα έναν ηθοποιό να υποδύεται έναν αποτυχημένο άνθρωπο. Ένιωσα πως ένας άνθρωπος μου ψιθύριζε, σχεδόν πατρικά: «Μη φοβηθείς την αποτυχία, ρε μαλάκα! Φοβήσου μόνο μήπως, προσπαθώντας να την αποφύγεις, χάσεις αυτό που είσαι.» Και, παράξενα, εκείνη η σκέψη με ανακούφισε τότε περισσότερο από πολλές ψευτο-παρηγοριές.
Έτσι τον ένιωσα εγώ τον Νίκο Καλογερόπουλο. Σαν έναν άνθρωπο που, χωρίς να το διακηρύσσει, υπερασπίστηκε σε όλη του τη διαδρομή αυτή την ανθρώπινη δυνατότητα. Να μη φοβόμαστε τα δάκρυα. Να μη ντρεπόμαστε για την ευαλωτότητά μας. Να μη θεωρούμε την τρυφερότητα μια ήττα, αλλά τον πιο βαθύ τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιστέκεται στη βαρβαρότητα.
Νομίζω πως ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν το δίδαξε αυτό με λόγια. Το ενσάρκωσε. Γι' αυτό και οι ήρωές του δεν έμοιαζαν ποτέ ατρόμητοι. Έμοιαζαν ανθρώπινοι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Να παραμείνεις άνθρωπος. Όχι όταν όλα πηγαίνουν καλά. Αλλά όταν η ζωή σε έχει ήδη νικήσει σε πολλά.
Καλό σου ταξίδι, Νίκο.
Σ' ευχαριστώ.
Όχι μόνο για τους ρόλους σου. Αλλά γιατί, χωρίς ποτέ να το γνωρίζεις, κράτησες συντροφιά και στις δικές μου μεγαλοπρεπείς ήττες. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος σ' έναν άλλον. Να του θυμίσει ότι μπορεί να χάσει σχεδόν τα πάντα...χωρίς να χάσει την τρυφερότητά του. Ότι μπορεί να μείνει συντροφιά με εκείνη τη γλυκιά αποδοχή της ήττας που δεν μοιάζει καθόλου με παραίτηση. Αλλά με αγάπη.
Καλή μας αντάμωση σύντροφε!
Σε φιλώ...
και πίνω τα δάκρυα σου.
 
  
σχολιο:Πόσο λείπουν σήμερα από την Ελλάδα τέτοιοι αντισυστημικοί καλλιτέχνες, που προτιμούν να ζουν φτωχοί και ελεύθεροι παρά να συμβιβαστούν με το κατεστημένο;


Όταν βρέθηκε σε απόγνωση ο Νίκος Καλογερόπουλος για τον βανδαλισμό στο "Τρενοτεχενείο"

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Λασκαρίνα Βατάτζη – Μια πριγκίπισσα στην Πορτογαλία με καταγωγή από το Διδυμότειχο

Ο τάφος της Λασκαρίνας Βατάτζη, του 1336, στον Παλαιό Καθεδρικό της Κοΐμπρα, φέρει γύρω του δικέφαλους Ρωμαϊκούς αετούς.


Γράφει ο  Ιωάννης Α. Σαρσάκης (Καστροπολίτης)

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε η συνέντευξη που έδωσε ο διεθνούς φήμης Ελληνοαμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ Γιάννης Ιωαννίδης* (ο οποίος είναι παθολόγος, επιδημιολόγος και ένας από τους θεμελιωτές της μεταεπιστήμης), στον δημοσιογράφο του Κρήτη tv Γιώργο Σαχίνη, στην πάντα ενδιαφέρουσα εκπομπή «Αντιθέσεις». Ο κ. Ιωαννίδης ανέπτυξε μια σειρά από εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα για την Ελλάδα του σήμερα, καταδεικνύοντας πολλές από τις βασικές μας παθογένειες και στο τέλος της συνέντευξης του τόνισε το γεγονός, ότι «η Ελλάδα είναι παντού στον κόσμο» και μεταξύ κάποιων παραδειγμάτων αναφέρθηκε και σε μία Ελληνίδα πριγκίπισσα τη Λασκαρίνα Βατάτζη (στη δυτική βιβλιογραφία αναφέρεται ως Vataça Láscaris).

Ως Διδυμοτειχίτες πρέπει να μας κεντρίσει την προσοχή αυτή η προσωπικότητα, καθώς η Λασκαρίνα Βατάτζη ήταν εγγονή του αυτοκράτορα Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λάσκαρη, για τον οποίο ανέβασα ένα βίντεο την 1η Αυγούστου (στη σελίδα fb Καστροπολίτες – Γνώση & Δράση), λόγω του ότι είναι ο συγγραφέας της Μεγάλης Παράκλησης προς την Υπεραγία Θεοτόκο και έλκει την καταγωγή του από το Διδυμότειχο, ως υιός του Αγίου Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Οπότε η Λασκαρίνα Βατάτζη ήταν δισέγγονη του αγίου Διδυμοτειχίτη αυτοκράτορα.

Αν ανατρέξουμε σε πληροφορίες στο διαδίκτυο και πιο συγκεκριμένα στην el.wikipedia.org διαβάζουμε για την Λασκαρίνα Βατάτζη τα εξής : Ήταν κόρη του Γουλιέλμου-Πέτρου Α΄ κόμη της Βεντιμίλια και κυρίου του Τέντε (περ.1230-1283) και της Ευδοκίας Λάσκαρη Βατάτζη (1248-1311), κόρης του Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρη Βατάτζη Αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Βυζαντίου) στη Νίκαια της Μικράς Ασίας. Αδελφός της Ευδοκίας ήταν ο ανήλικος Ιωάννης Δ΄ Βατάτζης, τον οποίο ο επίτροπός του, Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, έπειτα από την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης το 1261 από τους Φράγκους, τύφλωσε και εκτόπισε, ενώ πάντρεψε τις αδελφές του Ιωάννη Δ΄ με ξένους ηγεμόνες.

Δηλαδή ο ξενιτεμός της Ευδοκίας Λάσκαρη Βατάτζη (μητέρας της Λασκαρίνας Βατάτζη) και των άλλων αδελφών της, είχε να κάνει με μία γενική εκκαθάριση που πραγματοποίησε ο σφετεριστής του θρόνου του Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη Βατάτζη, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος στην οικογένεια των Λασκαρέων – Βατάτζηδων, που για 57 χρόνια κυβέρνησαν επάξια τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, έχοντας ως έδρα τη Νίκαια της Μικράς Ασίας (για τον Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη Βατάτζη έχω αφιερώσει ένα κεφάλαιο στο βιβλίο μου : «Ο Πάμμεγας Σκηπτούχος Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο εκ Διδυμοτείχου»).

Λίγες πληροφορίες από την el.wikipedia.org για την Ευδοκία και την κόρη της Λασκαρίνα Βατάτζη

Η μητέρα της Λασκαρίνας Βατάτζη η Ευδοκία παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο-Πέτρο Α΄, γενάρχη της οικογένειας Λάσκαρις-Βεντιμίλια και ταξίδευσε στο Τέντε της Λιγουρίας (είναι ιστορική ορεινή κωμόπολη και πρώην κομητεία της περιοχής των Άλπεων, στη μεθόριο μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας, κοντά στη Λιγουρία). Η Ευδοκία και ο Πιέτρο έκαναν επτά παιδιά.

Πριν φτάσει τα 30 έτη, η Ευδοκία έφυγε από τη Λιγουρία για την Αραγονία με τις κόρες της Μπεατρίς και Βατάτζα (Λασκαρίνα Βατάτζη). Κάποιοι λένε ότι έφυγε κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της ή ότι την έδιωξε. Η Ευδοκία, εγγονή του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη μαζί με την Άννα των Χοενστάουφεν (χήρα και δεύτερη σύζυγο του Ιωάννη Βατάτζη), κατέφυγαν στην Αυλή της Αραγωνίας για να προστατευτούν από την κυριαρχία των Καπετιδών-Ανζού (πανίσχυρου βασιλικού οίκου της μεσαιωνικής Ευρώπης και εχθρού της Βυζαντινής αυτοκρατορίας). Εκεί, έτυχαν μεγάλου σεβασμού, ενεπλάκησαν στη διπλωματία μεταξύ Αραγωνίας, Σικελίας και Κωνσταντινούπολης, ενώ η Ευδοκία ανέπτυξε στενή φιλία με την πριγκίπισσα Ελισάβετ λόγω του κοινού τους ενδιαφέροντος για την πολιτική.

Τα επόμενα χρόνια η κόρη της Ευδοκίας Λασκαρίνα Βατάτζη παντρεύτηκε το 1285/88 τον Μαρτίμ Άνες δε Σοβερόζα, που απεβίωσε το 1296 άτεκνος. Το ίδιο έτος έκανε δεύτερο γάμο με τον Πέδρο Ζόρνταν δε Ούριες, κύριο του Λοάρε, που απεβίωσε το 1350. Αυτός είχε διακριθεί στην υπηρεσία του Αραγωνικού στέμματος στη Σικελία και είχε βοηθήσει αποτελεσματικά τον Αλφόνσο Γ΄ της Αραγωνίας ενώπιον των ευγενών της Ένωσης. Κατά τον δεύτερο γάμο της η Λασκαρίνα Βατάτζη απέκτησε έναν γιο τον Πέδρο Ζορντάν ντε Ουρίες Λάσκαρις ντι Βεντιμίλια (Pedro Jordán de Urriés y Láscaris di Ventimiglia), ο οποίος ήταν σημαντικός ευγενής του Στέμματος της Αραγωνίας κατά τον 14ο αιώνα. Βλέπουμε ότι διατήρησε και το περίλαμπρο βυζαντινό επίθετο Λάσκαρης (Láscaris)

Η Λασκαρίνα Βατάτζη, όντας ευγενής, δυναμικό πνεύμα (έχοντας το DNA των Βατάτζηδων και των Λασκαρέων) και συγγενής της βασίλισσας Ελισάβετ, ανέλαβε την εκπαίδευση των παιδιών της Πορτογαλικής Αυλής και διοίκησε τις περιοχές Σαντιάγο δο Κασέμ και Σίνες. Το 1302 συνόδευσε την πριγκίπισσα Κωνσταντία στην Καστίλη και μετά τον θάνατό της, επέστρεψε στην Πορτογαλία, όπου αφιερώθηκε στη διοίκηση των κτήσεων της και ακολούθησε την Ελισάβετ στην Κοΐμπρα.

Απεβίωσε εκεί το 1336 και ο εντυπωσιακός της τάφος, στον οποίο αναφέρθηκε ο κ. Ιωαννίδης, βρίσκεται στον παλαιό καθεδρικό της Κοΐμπρα, η κατασκευή του αποδίδεται στον γλύπτη Μέστρε Πέρο. Ο τάφος είναι εντυπωσιακός και διακοσμημένος με ανάγλυφους βυζαντινούς δικέφαλους αετούς, το σύμβολο της δυναστείας των Λασκαρέων. Μέχρι και σήμερα, αποτελεί παράδοση για τις νύφες που παντρεύονται στον ναό να αφήνουν τις ανθοδέσμες τους πάνω στο μνήμα της.

Το ιστορικά αστείρευτο αυτοκρατορικό Διδυμότειχο

Το αυτοκρατορικό Διδυμότειχο, ως θεματοφύλακας του βυζαντινού πολιτισμού, γενέτειρα του Ιωάννη Βατάτζη και κοιτίδα των απογόνων του, διαθέτει την ιστορική νομιμοποίηση να αναδειχθεί και να αποτελέσει την θεσμική έδρα των οικογενειών Λάσκαρη και Βατάτζη.

Η κίνηση αυτή σε συνεργασία με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, θα ανοίξει πολλούς ορίζοντες συνεργασίας σε επίπεδο πολιτισμού και κατ’ επέκταση και τουρισμού με άλλες μεσαιωνικές πόλεις της Ευρώπης όπου σχετίζονται τα μέλη της δυναστείας των Λασκαριδών και των Βατατζήδων. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι ανάλογες πόλεις υπάρχουν στα παρακάτω κράτη : Βουλγαρία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία.

Και αν η Λασκαρίνα Βατάτζη αποτελεί ένα από τα πολλά σημαντικά μεσαιωνικά ευρωπαϊκά ονόματα που σχετίζονται με το Διδυμότειχο, σίγουρα δεν είναι και το μοναδικό. Αρκεί να αναφέρουμε τον Θεόδωρο Βρανά, του οποίου το όνομα έχει δοθεί σε ένα δρόμο ανάμεσα στο κάστρο και τον Ερυθροπόταμο (πρόκειται για τη γνωστή οδό Βρανά στη συνοικία Ταμπακιά). Ο Βρανάς διοίκησε το Διδυμότειχο κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας και σύζυγός του ήταν η Αγνή κόρη του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄.

Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα ονόματα, όπως τις δύο συζύγους του Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου που έζησαν στο Διδυμότειχο, την Ειρήνη του Μπράουνσβαϊγκ 1293-1324 (στη βόρεια Γερμανία) και την Άννα της Σαβοΐας 1306-1365 (στη νοτιοανατολική Γαλλία).

Βλέπουμε λοιπόν πως μπορούν να δημιουργηθούν δρόμοι πολιτισμού από τη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια, την κεντρική Ευρώπη και μέχρι την Ιβηρική χερσόνησο, όπου σημαντικό σταθμό μπορεί να αποτελέσει το αυτοκρατορικό Διδυμότειχο.     

 

*Σχολιο:Μετα το τοσο λιβάνισμα του «κ.καθηγητη» να επισημάνουμε ότι μετά την επίμονη ερώτηση του Σαχινη εάν οι ξασφνικητιδες προέρχονται από τα σκευάσματα θανάτου τι είπε ο ταλαίπωρος, τα υπερασπίστηκε , μόνο ντροπη !Είναι αυτό που λένε ο διάβολος λέει ενενήντα εννέα  αλήθειες και ένα ψέμα ..

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ο σπουδαιότερος Έλληνας αγωνιστής του 1821 που έχουμε κανονική φωτογραφια του γύρω στα 1877, λίγο πριν εκδημήσει εις Κύριον

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Γράφει ο  Στυλιανός Καβάζης
 
 Ο γνωστός μπουρλοτιερης Κωνσταντίνος Κανάρης με τα παράσημα της τότε εποχής,αν και κοντά στα 85 έτη στη φωτογραφία δείτε το ύφος του και την κορμοστασιά του. Μονο το βλέμμα του να έβλεπαν οι απέναντι...
 
✍️Γράφει ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (ο ξάδελφος του Αγίου των γραμμάτων Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και κατόπιν μοναχός Ανδρόνικος ), σε άρθρο του στο περιοδικό «Οι Τρεις Ιεράρχαι» (φύλλο 606/1925), για τον αρχιμπουρλοτιέρη του αγώνα(αλλά και του μοναδικού Έλληνα πρωθυπουργού που επί των ημερών του η Βουλή ψηφίζει ή αναθεωρεί το Σύνταγμα της Ελλάδας δυο φορές, το 1844 και το 1864) τον Κωσταντή Κανάρη, επεισόδια πραγματικά αξιοθαύμαστα.
«Διηγούνται ότι ο Ναύαρχος πιστός τηρητής των νηστειών της Εκκλησίας, μίαν Τεσσαρακοστήν ησθένησεν. Ο δε ιατρός διέταξε να καταλύση χάριν της υγείας του, ζωμόν ή γάλα..
– Αδύνατον! Ηρνήθη ο Ναύαρχος.
– Μα είναι ανάγκη! Ολίγον ζωμόν, επέμενεν ο ιατρός Ορφανίδης.
– Άλλο τίποτε φαγητόν ξεύρετε; Ηρώτησεν επιμένων ο Ναύαρχος.
Τότε ο Ορφανίδης ενθυμήθη το κακάον και συγκατέβη να πίη από αυτό ο Ναύαρχος.
-Τώρα μάλιστα, υπέλαβεν ο Ναύαρχος. Τώρα σας ακούω. Και κατέλυσε την νηστείαν πίνων κακάο.
Εις τας ιεροτελεστίας επροτιμούσε πάντοτε τον μακαρίτην παπα-Χαρίλαον, έναν πολύ σεβάσμιον εφημέριον της Ζωοδόχου Πηγής, όστις μετά δικαίας υπερηφανείας μου το έλεγε. Με προτιμούσε πάντοτε ο Ναύαρχος, διότι έλεγον καθαρά τας ευχάς και το Ευαγγέλιον πολύ καθαρά χωρίς τερετισμούς. Εις τούτον λοιπόν τον καλόν εφημέριον διηγείτο ο Ναύαρχος, ότι προ πάσης ναυτικής του πράξεως, κατά τον μακρόν αγώνα της Επαναστάσεως, προ πάσης ναυμαχίας, συνήθιζε να διατάσση γενικόν εξιλασμόν εις το πλήρωμά του. Την παραμονήν της ναυμαχίας εξομολογούμενοι όλοι οι ναύται του, μετελάμβανον των Αχράντων Μυστηρίων, ηγουμένου του ενδόξου Πυρπολητού, όστις τότε με ακατάβλητον θάρρος προέβαινε κατά του εχθρικού στόλου, βέβαιος περί της επιτυχίας. Και δεν απετύγχανεν. Ετίμα δε υπερβαλλόντως το ιερατείον ο Ναύαρχος. Μετά την Θείαν Λειτουργίαν, δεν εξήρχετο του ναού, πριν συμπληρώση τας τελευταίας του ευχάς ο ιερεύς, αλλ’ επερίμενεν εν τω στασιδίω του, έως ου αποδυθή ο ιερεύς τα ιερά άμφια, και τότε ηγουμένου του λειτουργού του Υψίστου ηκολούθει ο ναύαρχος, και ανήρχοντο εις την δροσερήν έπαυλιν, να λάβουν τον συνήθη καφέ μετά γλυκού. Εις μίαν δε Κυριακήν η υπηρέτρια αφηρημένη παρουσίασε τον δίσκον πρώτον εις τον ναύαρχον, εις τον κύριόν της, ούτω κρίνασα, αλλ΄ ο ευγενέστατος ναύαρχος σταματήσας αυτήν, λέγει μετά γλυκείας πραότητος.
– Καϋμένη! Πόσον έσφαλες! Εις τον Λειτουργόν του Υψίστου πρώτα να πας! Εις τον Λειτουργόν!
Και έδειξε τον παπα-Χαρίλαον με την δεξιάν του».
Μια σπουδαία μορφή του Ελληνικού Έθνους, που ξεπερνά τον χρόνο.Νηστεία ο Κανάρης. Θεία Κοινωνία ο Κανάρης. Ταπείνωση ο Κανάρης. Σεβασμός στους απλούς ιερείς. Ανδρεία στη μάχη. Ανιδιοτέλεια στην εξουσία και όμως, υπήρξε πέντε φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου σχεδόν όλοι οι πολιτικοί επενδύουν περισσότερο στην εικόνα παρά στο ήθος, στην επικοινωνία παρά στην ουσία και στη διαχείριση της δημοσιότητας παρά στην προσφορά προς την Πατρίδα, η μορφή του Κωνσταντίνου Κανάρη στέκεται ως αδιάψευστος μάρτυρας ενός διαφορετικού πολιτικού πολιτισμού.Ο Κανάρης δεν ζητούσε να τον υπηρετούν,υπηρετούσε ο ίδιος το Έθνος. Δεν αντλούσε κύρος από το αξίωμά του αλλά έδινε κύρος στο αξίωμα με τη ζωή και το παράδειγμά του.Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερους επαγγελματίες της πολιτικής. Έχει ανάγκη από ανθρώπους με πίστη στον Θεό, αγάπη για την Πατρίδα, αίσθημα ευθύνης, προσωπική θυσία και αδιάφθορο χαρακτήρα.Τέτοιες μορφές δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία αλλά αποτελούν το μέτρο με το οποίο κρίνονται όλες οι επόμενες γενιές.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ο Ψαραντώνης

 Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και γένι

«Αν θελήσεις να αποσυνθέσεις τον Ψαραντώνη, θα ιδείς να σου απομένουν ένα κλαδί έρωντας του βαρσάμου, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και μια χαχαλιά μπαρούτι...»
Γιώργης Καράτζης

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: "ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"


Ο Γιάννης Τσαρούχης με αρχιερατική στολή, το 1989, μια ημέρα πριν από το θάνατό του.
φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης
 
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αγαπώ πολύ την Εκκλησία και τη Βυζαντινή μουσική 
Γιάννης Τσαρούχης 
Στις 20 Ιουλίου, πριν 37 χρόνια, απέδρασε προς την αιωνιότητα ο Γιάννης Τσαρούχης (1910 – 1989).
Ο Τσαρούχης που όπως είπε ο Μάνος Χατζιδάκις «ποτέ του δεν υπήρξε Κρατικός. Ήταν και είναι Εθνικός και Χριστιανός μαζί»! 
Σκέφτηκα, λοιπόν, να αφιερώσω στη μνήμη του ένα κείμενο για τη σχέση του με τη Βυζαντινή Μουσική. 
Ο ίδιος μας πληροφορεί σχετικά: «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μουσική της, τη θεολογία της, αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, τα οποία άλλωστε έμαθα από τον Κόντογλου που ήταν μαθητής μου και ήμουν βοηθός του. Είναι μια ζωντανή θρησκεία και μια ζωντανή φιλοσοφία που συνεχίζονται ακόμη και σε αυτούς που λένε ότι δεν πιστεύουν. Είναι σπουδαίος ο πολιτισμός ο βυζαντινός που ζει ζωντανά σήμερα και εξελίσσεται μαζί με τη ζωή. Η μουσική, ιδίως, με γοητεύει πάρα πολύ και προσπάθησα στην αρχή να μάθω, είδα όμως ότι ήταν πολύ δύσκολο να αφοσιωθώ στη μουσική και να μάθω και ζωγραφική μαζί». 
Η σχέση του Τσαρούχη με την Εκκλησία χρονολογείται, λοιπόν, από πολύ παλιά, όταν μαθήτευε στον Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ομολογεί: «Ο Κόντογλου μ’ έκανε να γνωρίσω την Εκκλησία, η οποία ήταν για μένα ένα πράγμα άγνωστο. Η Εκκλησία που γνώρισα όταν ήμουνα μικρό παιδί δεν ήταν η ίδια με την Εκκλησία που σχημάτισαν σιγά σιγά οι πρόσφυγες που φέραν τη βυζαντινή μουσική ξανά».

1932. Ο Τσαρούχης και ο Φώτης Κόντογλου με ράσα δόκιμων μοναχών
στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα (φωτ. Ι. Π. Παπαχατζηδάκης).

Ο Τσαρούχης έχει γράψει, επίσης, σε κείμενό του για την Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, ότι εκείνη ήταν που στην ουσία του «άνοιξε τα μάτια» για να δει τον θησαυρό της βυζαντινής μουσικής και μάλιστα ως φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής. 
Ο Χατζιδάκις μας έκανε γνωστό πως ο Τσαρούχης έψαλλε στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα μαζί με τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Ιωάννη και τον Κοσμά Ξενάκη.
Αφηγείται ο Χατζιδάκις: "Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε". Και αλλού πάλι ο Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».
Σημαντική είναι, επίσης, η μαρτυρία του Μένη Κουμανταρέα: «..Θυμάμαι, στο Μετόχι του Αγίου Τάφου, το πρόσωπο του Τσαρούχη έντονα ροδαλό από φυσικού του, μα που τότε κοκκίνιζε σα να είχε πιει οκάδες ρετσίνα, με μάτια βαθιά μπλε στα οποία διαγράφονταν μια ανάλαφρη ειρωνεία, η ίδια ειρωνεία που διαπίστωνα όταν τον άκουγα να αφηγείται μια ιστορία, πράγμα που έκανε τους άλλους να γελούν, ενώ εκείνος έμενε ατάραχος. Έψελνε ένρινα, ανατολίτικα, όπως οι πρόσφυγες από τη Μικρασία, γιατί, όπως έλεγε, ήσαν οι μόνοι που είχαν διατηρήσει ακέραιη τη βυζαντινή παράδοση. ¨Ήταν εκστασιασμένος κι έμοιαζε πολύ με τους στρατευμένους νέους που στόλιζαν τους πίνακές του, σαν ένα παλικαράκι που είχαν φυτρώσει στους ώμους φτερούγες». 
Ο Μάρκος Δραγούμης μας πληροφορεί ότι ο Τσαρούχης πήγαινε και άκουγε τον πρωτοψάλτη Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. 
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, όπου αναπαυόταν το πνεύμα του με την ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής από τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και τη χορωδία του. 
Ακόμη, είναι γνωστή βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν.

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). 

Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.


Ο ίδιος ο Τσαρούχης σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του λέει για την εποχή της μαθητείας του στον Κόντογλου: "Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, τη βυζαντινή μουσική την έλεγε βαζαντινή. 
Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε, αν είχα ψάλει καλά, να μου λέει: "Μπράβο, μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό». Έλεγε ακόμα: "Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μην κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου". Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: "Τις εστίν ο ποιών το Θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τας ακοάς". Να βάζεις ατζέμια, να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης".
Από τα γραφτά του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Τσαρούχης είχε σοβαρή άποψη για την βυζαντινή μουσική: «Δεν είμαι μουσικολόγος, αλλά αυτές οι υπερβολές ορισμένων Εγγλέζων, που νομίζουν ότι η μουσική η παλιά, από τα χειρόγραφα, ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή μουσική τη Βυζαντινή, είναι λανθασμένες. Δηλαδή, η γραφή ήταν μια εποχή στενογραφική. Γι' αυτό ένας ψάλτης αϊβαλιώτης μου ‘λεγε: «Παιδί μου μάθε να διαβάζεις. Αλλά μην τα λες όπως είναι γραμμένα μα να τ’ αλλάζεις». 
Η προβληματική του Τσαρούχη είναι ειδική και δείχνει την ευρύτητα των αναζητήσεών του και την ευρυμάθειά του. Στον 20ο αιώνα οι ξένοι μουσικολόγοι που ασχολήθηκαν με τα μεγίστης αξίας χειρόγραφα της βυζαντινής μουσικής, στην προσπάθειά τους να μεταγράψουν τα παλαιά μέλη που ήταν σε στενογραφική παρασημαντική, διατύπωσαν την άποψη ότι υπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ των παλαιών μελωδιών και των νεωτέρων και άρα ουδεμία σχέση έχει η προ της Αλώσεως μουσική με την μεταβυζαντινή (όπως μάλιστα καταγράφεται από το 1814). Ο Τσαρούχης δε συμμερίζεται καθόλου αυτή την άποψη, γιατί γνωρίζει, όπως ο ίδιος λέει, τις ανάλογες ιστορικές εξελίξεις στην ελληνική ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό σημαίνει ότι η βυζαντινή μουσική παράδοση καταγράφεται με εκπλήσσουσα – για παραδοσιακή μουσική – λεπτομέρεια, αλλά για να εκτελεστεί σωστά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το καθοριστικό στοιχείο της προφορικής παράδοσης. Οι ερμηνευτές, ψάλτες και ιερείς, αποδίδουν τα μέλη με όλα τα ποικίλματα και τα μικροδιαστήματα, τα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και τα μελίσματα, όπως τα παρέλαβαν και τα άκουσαν από τους προηγούμενους.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο

 στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972


Ο Μάρκος Δραγούμης πιστοποιεί σε κείμενό του την Τσαρούχεια αυτή προβληματική. Αναφέρει τις συζητήσεις που έκανε με τον Τσαρούχη για το θέμα, ο οποίος «πίστευε πως οι δυτικοί δεν μπορούν συλλάβουν την ουσία της βυζαντινής μουσικής, ότι κακώς υποτιμούσαν (τώρα όχι πια) τη νεότερη αλλά ζωντανή παράδοσή της, κακώς θεωρούσαν ότι όλα τα είδη της είχαν τουρκοποιηθεί κι ότι οι μεταγραφές τους από τα αρχαία βυζαντινά χειρόγραφα ήταν υπεραπλουστευμένες». Έτσι ο Δραγούμης, «υποψιασμένος» από τον Τσαρούχη μίλησε, όπως γράφει, στον μεγάλο μουσικολόγο Έγκον Βέλλες για τη λάθος μεταγραφική λογική των δυτικών μουσικολόγων και εν μέρει, τουλάχιστον, τον έπεισε. Ο Τσαρούχης όμως ήταν θιασώτης του γνησίου μέλους και όχι του νόθου. Με την ανάπτυξη της Ωδειακής παιδείας στην Ελλάδα, άρχισε να διδάσκεται η βυζαντινή μουσική κατά τρόπο ξηρόφωνο, κατ’ ευρωπαϊκόν επηρεασμόν, χωρίς την προφορική παράδοση που ουσιαστικά αναδεικνύει το μέλος. Τότε οι «ωδειακοί» ψάλτες θεωρούσαν τους παλιούς ως αμανετζήδες και νοθευτές της μουσικής. 
Ο Τσαρούχης μας διασώζει μια σπουδαία μαρτυρία γύρω απ’ αυτήν την εξέλιξη: «Ένας γέρος Αϊβαλιώτης που μου δίδασκε ψαλτική, το 1931, συναντήθηκε με έναν καθηγητή του Ωδείου που προσπαθούσε να του αποδείξει ότι δεν ακολουθεί τη Βυζαντινή παράδοση. Όταν έφυγε ο καθηγητής, μου είπε ο γέρο – ψάλτης: Μην τους ακούς αυτούς τους δασκάλους παιδί μου, δεν είδες τι άσκημα που έψελνε;» 
Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τσαρούχης: "Θέλησα να μάθω βυζαντινή μουσική για να βοηθηθώ στη σκηνοθεσία του θεάτρου. Έχω φτάσει μέχρι τον πλάγιο πρώτο. Έχω ψάλλει και σε κάποιο δίσκο στο Παρίσι. Πάντως δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν μουσικό".
Ο αείμνηστος Λυκούργος Αγγελόπουλος, τον οποίον άκουγε ο Τσαρούχης όταν εκκλησιαζόταν στην Αγία Ειρήνη Αιόλου, είχε πει πως ο Τσαρούχης "αισθανόταν την έκφραση που είχε η ψαλμωδία μας, τον άγγιζε βαθιά. Η κατάνυξή του πραγματικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο". 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα κείμενο του Λυκούργου Αγγελόπουλου που καταδεικνύει την σχέση του με τον Γ. Τσαρούχη και είναι δημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο για τον Τσαρούχη "ΩΣΕΙ ΜΥΡΑ", που επιμελήθηκε ο Αλέξης Σαββάκης (Καστανιώτης, 1998). Και θυμίζουμε ότι το ιστορικό πλέον ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης: Σπουδή για ένα πορτραίτο» (1981) αρχίζει με τον Τσαρούχη να ψάλλει το "Κύριε εκέκραξα" σε ήχο πλάγιο του πρώτου.
Ο Τσαρούχης σαν γνήσιος ρωμιός ενδιαφέρθηκε και για τη μουσική του Γένους. Ακούραστος θηρευτής της αλήθειας της Παράδοσής μας φρόντισε να μη μείνει άγευστος και αυτού του θησαυρού. Ας είναι αιωνία η μνήμη του! 

Ντυμένος την αρχιερατική στολή. Villeneuve-Les Sablons, 1972 (Αρχ. Α. Σαββάκη)

Ο Τσαρούχης στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Νικολάου
Χαλκιά του Γέροντα Ιεροθέου στις Καρυές