Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Ἡ ἐπιλεκτικὴ κανονικότης τῶν Ἐπισκόπων καὶ ἡ ἐκκοσμικευμένη ἐξουσία

Κρίσεις Ἐπισκόπων στίς Οἰκουμενικές Συνόδους κατά τά πρακτικά καί τά πεπραγμένα αὐτῶν-Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος – Αποστολική Διακονία

Γράφει ο  Δημήτρίος Λογοθέτης, θεολόγος

  Στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα βρίσκεται καθημερινὰ ἐνώπιον μιᾶς ἔντονης ἀντίφασης. Ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἄμβωνα, μέσα ἀπὸ ἐγκυκλίους σημειώματα καὶ δημόσιες νουθεσίες, οἱ ἐπίσκοποι ὑπενθυμίζουν ἀδιάκοπα στοὺς πιστοὺς τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς κανονικότητος. Ὁ ἁπλὸς λαὸς καλεῖται σὲ ἀδιάπτωτη προσήλωση στὰ ἐκκλησιαστικὰ παραγγέλματα: νὰ τηρεῖ μὲ ἀπόλυτη αὐστηρότητα τὶς καθορισμένες νηστεῖες, νὰ ἀποφεύγει κάθε ἐκκοσμικευμένη συμπεριφορά, νὰ πειθαρχεῖ στοὺς ἠθικοὺς φραγμούς, νὰ ὑποτάσσει τὴ ζωή του στὸ πνεῦμα τῶν κανόνων.

  Τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, ἕνα πέπλο σιωπῆς καλύπτει τὴν κορυφὴ τῆς διοικητικῆς πυραμίδας. Οἱ ἴδιοι ποιμένες ποὺ ἀξιώνουν ἀπόλυτη συμμόρφωση ἀπὸ τὸ ποίμνιο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ δικά τους προνόμια, τὴν δική τους λειτουργικὴ ἐμφάνιση καὶ τὴν στελέχωση τοῦ μηχανισμοῦ ἐξουσίας τους, παρακάμπτουν ἀσύστολα τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μὲ μιὰ αὐθαίρετη μετάθεση τῆς ἔννοιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» —ἡ ὁποία ἱστορικὰ θεσπίστηκε ὡς ἔσχατο φάρμακο σωτηρίας καὶ ποτὲ ὡς προνόμιο θεσμικῆς ἀσυλίας— ἡ ἱεραρχία νομιμοποιεῖ τὴν παρανομία βαπτίζοντάς την «κρατοῦσα συνήθεια».

Ὅμως, ὅπως διακήρυξε μὲ παρρησία ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, λόγος ποὺ ἐπισφραγίζει ὁλόκληρη τὴν κανονική μας συνείδηση, «συνήθεια ἄνευ ἀληθείας, παλαιότης πλάνης ἐστίν». Ἡ ἐπιλεκτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων, ὅπου ἡ ἀκρίβεια προορίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς ἀδυνάμους καὶ ἡ οἰκονομία γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, ἀνακαλεῖ ἀναπόφευκτα τὸν φοβερὸ ἔλεγχο τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ νομικισμοῦ τῶν Φαρισαίων: «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά» (Ματθ. κγ΄ 4).

Ἡ θεσμικὴ αὐτὴ ὑποκρισία δὲν εἶναι ἀφηρημένη· ἐκδηλώνεται καθημερινὰ μέσα ἀπὸ συγκεκριμένες, παγιωμένες πρακτικές, μὲ κορυφαῖες τὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς αὐτοκρατορικῆς μίτρας, τὴν πρόωρη χειροτονία ἀνώριμων κληρικῶν καὶ τὴν παραμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σὲ ἕνα σῶμα γραφειο­κρα­τῶν ἀρχιμανδριτῶν ποὺ νέμονται τὴν ἐξουσία.

Δὲν ὑπάρχει ἐπίσκοπος, ποὺ νὰ μὴ ἔχει καταδικάσει ἀπὸ ἄμβωνος τὴν ματαιοδοξία, τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν κοσμικὴ ἀμφίεση τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονται στοὺς ναούς. Οἱ λαϊκοὶ ἐγκαλοῦνται συχνά, ἐὰν τὰ ἐνδύματά τους δὲν μαρτυροῦν σεμνότητα καὶ συντριβή. Ἐντούτοις, ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐκφέρει αὐτὲς τὶς ἐπικρίσεις, εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ Βῆμα φορώντας ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἐνσαρκώνει ἱστορικὰ τὴν ἀπόλυτη κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια: τὴν χρυσοκέντητη, βαρύτιμη καὶ λιθοκόλλητη μίτρα.

Ἡ εἰκόνα τοῦ ἐπισκόπου νὰ ἵσταται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὡς ἐστεμμένος μονάρχης, ἀποτελεῖ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σταυρικοῦ ἤθους τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν λειτουργεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Καίσαρα, ἀλλὰ «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν φόρεσε στέμμα ἀπὸ χρυσὸ καὶ σμαράγδια, ἀλλὰ τὸν ἀκάνθινο στέφανο τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς θυσίας.

Γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια, ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρξε ἀπόλυτα πιστὴ σὲ αὐτὸν τὸν λόγο. Ὁ ἐπίσκοπος λειτουργοῦσε μὲ ἀκάλυπτη κεφαλή, φέροντας τὸ ταπεινὸ ἀρχιερατικὸ φελώνιο καὶ τὸ ὠμοφόριο. Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 1453 καὶ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ὀθωμανικοῦ συστήματος τῶν μιλλέτ, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀνέλαβε πολιτικὴ ἡγεσία (Millet-başi), υἱοθετώντας τὰ σύμβολα τοῦ ἐκλιπόντος Αὐτοκράτορος. Σταδιακά, μέσα ἀπὸ ἕνα κῦμα μιμητισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικῆς ματαιοδοξίας, τὸ στέμμα διαδόθηκε σὲ ὅλους τοὺς μητροπολίτες, τοὺς ἐπισκόπους, ἀκόμη καὶ σὲ ἁπλοὺς τιτουλαρίους, ἱκανοποιώντας τὴν προσωπική τους κενοδοξία.

Ἡ υἱοθέτηση ἑνὸς τέτοιου ἀντικειμένου συγκρούεται μετωπικὰ μὲ τὴν ῥητὴ κανονικὴ νομοθεσία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες ὄχι ἁπλῶς δὲν προέβλεψαν ποτὲ στέμματα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καταδίκασαν κάθε μορφὴ πολυτέλειας καὶ ἐξωτερικοῦ ἐξωραϊσμοῦ.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Νίκαια, 787), στὸν ις΄ (16ο) Κανόνα της, στηλιτεύει μὲ τρόπο ἀνεπίδεκτο παρερμηνείας τὴ χλιδὴ τῶν ἱερωμένων:

«Πᾶσα βλακεία καὶ καλλωπισμὸς σώματος, ἀλλότρια τῆς ἱερατικῆς ἐστι τάξεως καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, τοὺς λαμπραῖς καὶ περιβλέπτοις ἐσθῆσι ἑαυτοὺς κατακοσμοῦντας, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δὲ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς μύροις χριομένους…».

Ὁ ὅρος «βλακεία» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ κανονικὴ γλώσσα δὲν ὑποδηλώνει τὴν μωρία, ἀλλὰ τὴν μαλθακότητα, τὸν περιττὸ πλοῦτο, τὴν χλιδὴ καὶ τὴν τρυφηλὴ ζωή. Ἡ Σύνοδος ὁρίζει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος ποὺ περιβάλλεται λαμπρὰ καὶ περίβλεπτα ἐνδύματα πρέπει νὰ διορθώνεται, καὶ ἂν ἐπιμένει, νὰ ὑποβάλεται σὲ ἐπιτίμιο.

Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἐν Τρούλλῳ, 692), μὲ τὸν κζ΄ (27ο) Κανόνα της, ἀπαγορεύει ῥητὰ τὴν ἀνάρμοστη ἐνδυμασία:

«Μηδεὶς τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀνοίκειον ἀμφιεννύσθω ἐσθῆτα, μήτε ἐν ἀποδημίᾳ τυγχάνων, μήτε ἐν πόλει ἀναστρεφόμενος, ἀλλὰ ταῖς ἤδη τοῖς ἐν κλήρῳ τελοῦσιν ἀπονεμηθείσαις στολαῖς κεχρήσθω. Εἰ δέ τις τοῦτο πράξειεν, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἀφοριζέσθω».

Ἕνα δεύτερο, ἐξίσου βαθὺ σύμπτωμα τῆς ἴδιας παθογένειας εἶναι ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποία οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι χειροτονοῦν ἱερεῖς σὲ ἐξαιρετικὰ νεαρὴ ἡλικία. Νέοι εἴκοσι δύο, εἴκοσι τριῶν ἢ εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ κάποια θεολογικὴ σχολὴ ἢ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο, ὁδηγοῦνται στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ ἐνδύονται τὸ πετραχήλι τοῦ πρεσβυτέρου.

Στὸ κήρυγμά τους πρὸς τοὺς πιστούς, οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι ἐξυμνοῦν τὴν ἀνάγκη τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας. Διδάσκουν ὅτι καμία ἀπόφαση στὴ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ἐπιπόλαια, ὅτι ὁ γάμος ἀπαιτεῖ ὡριμότητα, ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ προϋποθέτει ὑπομονὴ καὶ ἄσκηση. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν δική τους δικαιοδοσία, παρακάμπτουν κάθε ἔννοια δοκιμασίας. Γιατί συμβαίνει αὐτό;

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπῆρξε ἀνέκαθεν κατηγορηματικὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν ἄφησε περιθώρια παρερμηνειῶν, διότι ἀναγνώριζε ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα καὶ ἡ διαποίμανση ψυχῶν δὲν εἶναι ὑπόθεση ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ καρπὸς πνευματικῆς ὡρίμανσης.

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (692), στὸν ιδ΄ (14ο) Κανόνα της, θέτει τὸ ὅριο μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια:

«Ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κρατείτω κανών, ὥστε πρεσβύτερον πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μὴ χειροτονεῖσθαι, κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ’ ἀποταμιεύεσθαι μέχρι τῶν ἱκανῶν ἐτῶν. Ὁ γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ τριακοστῷ ἔτει ἐβαπτίσθη, καὶ ἤρξατο διδάσκειν. Ὡσαύτως μήτε διάκονος πρὸ τῶν εἴκοσι πέντε ἐτῶν, μήτε διακόνισσα πρὸ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν προχειριζέσθω».

Ἡ φράση ποὺ συνθλίβει κάθε σύγχρονη δικαιολογία εἶναι τὸ «κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος». Οἱ Πατέρες προέβλεψαν τὸ ἐπιχείρημα: ἀκόμα κι ἂν ὁ ὑποψήφιος διακρίνεται γιὰ τὴν εὐφυΐα του, τὴν ἁγνότητά του ἢ τὴν μόρφωσή του, ὀφείλει νὰ ἀναμείνει τὴν συμπλήρωση τοῦ τριακοστοῦ ἔτους. Τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἠθικολογικό, ἀλλὰ ὀντολογικὸ καὶ χριστολογικό. Ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν ξεκίνησε τὸ δημόσιο σωτηριῶδες ἔργο Του πρὶν τὸ τριακοστὸ ἔτος, ἔτσι καὶ ὁ οἰκονόμος τῶν μυστηρίων Του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προτρέχει.

Παρόμοια παρέκκλιση συναντᾶται καὶ στὸ πεδίο τοῦ μοναχισμοῦ. Στὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἔμπρακτη ἄρνηση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ὁ μοναχός, κατὰ τὴν κουρά του, δίνει ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Βήματος τρεῖς ἱερὲς ὑποσχέσεις: παρθενία, ὑπακοὴ καὶ ἀκτημοσύνη. Ὑπόσχεται νὰ πεθάνει γιὰ τὸν κόσμο, ὥστε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστό.

Στὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἔχει ὑποστεῖ πρωτοφανῆ ἐκφυλισμό. Ἑκατοντάδες νέοι κείρονται μοναχοὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες, ἐγγράφονται εἰκονικὰ στὰ μοναχολόγια ἀπομακρυσμένων ἢ ἱστορικῶν μονῶν, τὶς ὁποῖες δὲν ἐπισκέπτονται σχεδὸν ποτέ, καὶ ἀμέσως μετακομίζουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα.

Αὐτοὶ οἱ «μοναχοὶ» δὲν ζοῦν σὲ μοναστήρια. Ζοῦν σὲ ἰδιωτικὰ διαμερίσματα στὶς πρωτεύουσες, ὁδηγοῦν αὐτοκίνητα καὶ συναναστρέφονται ἐπιχειρηματικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους. Στελεχώνουν τὰ γραφεῖα τῶν Μητροπόλεων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποτελεῖ εὐθεῖα καταπάτηση τοῦ θεμελιώδους κανονικοῦ πλαισίου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου (Χαλκηδόνα, 451). Οἱ Πατέρες τῆς Χαλκηδόνας, διαβλέποντας τὸν κίνδυνο νὰ μετατραπεῖ ὁ μοναχισμὸς σὲ ὄργανο κοσμικῆς ἀνάμειξης, ἔθεσαν ὅρια ἀπαραβίαστα.

Ὁ δ΄ (4ος) Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποτελεῖ κόλαφο γιὰ τὴν σύγχρονη κατάσταση:

«…Ἔδοξε τοίνυν, μηδένα μὲν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδὲ συνιστᾶν μοναστήριον, ἢ εὐκτήριον οἶκον, παρὰ γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· τοὺς δὲ καθ’ ἑκάστην πόλιν καὶ χώραν μονάζοντας ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντας· μήτε δὲ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιωτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἢ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντας τὰ ἴδια μοναστήρια, εἰ μή ποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ὑπὸ τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου…».

Πῶς ἀπαντᾶ ἡ ἐπισκοπικὴ συνείδηση σὲ αὐτὰ τὰ ῥητὰ προστάγματα; Μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀδιαφορία. Οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συντηροῦν, ἐνθαρρύνουν καὶ ἀναπαράγουν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι χρειάζονται αὐλικούς, γραμματεῖς καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα χωρὶς οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις.

Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀρχιμανδρίτες τοποθετοῦνται ὡς προϊστάμενοι σὲ μεγάλες ἐνορίες τῶν πόλεων, παραμελοῦν τὰ καθημερινὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας —τὴν ἐξομολόγηση, τὴν κατήχηση, τὴν φιλανθρωπία— ὡς δευτερεύουσες ἐνασχολήσεις, κατάλληλες μόνο γιὰ τοὺς «κατώτερους» ἔγγαμους ἱερεῖς. Ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἔγγαμους ἱερεῖς ὄχι ὡς συλλειτουργοὺς καὶ ἀδελφούς, ἀλλὰ ὡς ὑφισταμένους ὑπαλλήλους.

Ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» ἔχει διαστρεβλωθεῖ πλήρως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴν οἰκονομία ὡς συγκατάβαση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς: «ἵνα μὴ τὸ ἀσθενὲς ἀπόλλυται». Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν ὅτι ἡ οἰκονομία θὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς ἄλλοθι, γιὰ νὰ διατηροῦν οἱ ἐπίσκοποι τὰ αὐτοκρατορικά τους προνόμια, νὰ παρακάμπτουν τὰ ὅρια ἡλικίας, γιὰ νὰ βολέψουν εὐνοουμένους τους καὶ νὰ μετατρέπουν τοὺς μοναχοὺς σὲ γραφειοκρατικοὺς ὑπαλλήλους τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων. Αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία· εἶναι αὐθαιρεσία καὶ καταφρόνηση τῶν Πατέρων.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια: