Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ραιοκτω. ឡប"
Μεταμόρφωση! Τι όμορφη, τι ωραία, τι χαρούμενη λέξη! Αντηχεί στην ψυχή και στο νου με τέτοια λαμπρότητα και πανηγυρικότατα!
Σε ποιο πράγμα αναφέρεται αυτή η γιορτή, ποια είναι η ουσία και η πηγή της χαράς και του φωτός της; Κατ’ αρχάς ας ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο γι’ αυτό το γεγονός. Ο Ιησούς, σύμφωνα με την αφήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὕψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἶ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς… ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. (Ματθ. 17, 1-9).
Τι σημαίνει αύτη η ευαγγελική ιστορία; Τι θέση έχει αυτή η αινιγματική αποκάλυψη της δόξας στην επίγεια ζωή και στο έργο του Χριστού;
Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).
Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.
Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.
Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.
«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».
Μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Οι ασήμαντες αμαρτίες των πολλών και η σατανική απληστία των πλουσίων

 Εκκλησάκι σώθηκε την τελευταία στιγμή από την φωτιά στα Βίλια - Ορθοδοξία  News Agency

Σε κάθε πυρκαγιά σώζεται και ένα εκκλησάκι κάπου μέσα στο δάσος. Κι αυτό δεν είναι θρυλούμενο αλλά μια πραγματικότητα. Σκανδαλίζει πολλούς το γεγονός ότι ο Θεός ενδιαφέρεται να σώσει τα ντουβάρια και τα άψυχα και όχι τα ζώα και τους ανθρώπους που υποφέρουν. Αυτό όμως είναι καταχρηστική σοφιστεία, η οποία βέβαια μπορεί να υπαγορεύεται και από φόρτιση , όχι απαραίτητα από απιστία. Για το συγκεκριμένο μπορώ να εικάσω δύο πειστικές ερμηνείες- δεν είμαι από αυτούς που τα ξέρουν όλα. Η πρώτη είναι αυτό ακριβώς που λέει η λογική και η παρατήρηση. Τα εκκλησάκια κτίζονται σε ανοικτούς χώρους και όχι αγκαλιά με τα δέντρα και ο περιβάλλων χώρος τους αποψιλώνεται. Έτσι δεν τα φτάνει η πυρκαγιά. Η δεύτερη ερμηνεία υπαγορεύεται από την πίστη μου. Ο Θεός κρατάει όρθιο το εκκλησάκι σαν ενα σύμβολο ελπίδας και αναψυχής. Όχι βέβαια γιατί λυπαται τα ντουβάρια και τα τούβλα του, ως πιο ιερά από τις ζωές των εμψύχων. Γιατί δεν ειναι πιο ιερά από τον άνθρωπο. Για μας τα κρατάει ορθια. Τα άψυχα και τα υλικά ανάγουν στα πνευματικά για την δική μας παράκληση.
Για τις φονικές κατακλυσμιαίες πυρκαγιές τώρα, δεν φταίνε οι ασήμαντες αμαρτίες των πολλών αλλά η σατανική απληστία των πλουσίων. Οι μεγάλοι κατατρώνε με αδηφαγία την κτίση του Κυρίου, την κοινή χαρά και βασιλεία μικρών και μεγάλων , οικειοποιούνται την κοινή κυριαρχία και ευδαιμονία, γίνονται Σατανάς για την δημιουργία και για τα πλασματα. Και οι άνθρωποι της θρησκευτικής επιφάνειας μας λένε ότι μια μικρή καθημερινή αστοχία ζυγίζει στην ζυγαριά του Θεού όσο μια πράξη γενοκτονίας! Και αρα επειδή μια πεταλούδα αμαρτησε στο Τόκιο γίνονται σεισμοί στον Σαν Φρανσισκο! Δεν καταλαβαίνετε ότι αυτές οι ερμηνείες αμνηστεύουν πραγματικά εγκλήματα; Δεν είναι θέλημα Θεού να καεί ένα δάσος.Το δάσος το καίει κάποιος. Ο Θεός δεν κάνει μπιζνες με τους εμπρηστές για να τιμωρήσει τους υπολοιπους. Αν ήταν θέλημα Θεού να κάει κάτι θα ήταν όλο το ανθρωπινο γενος με την ανοησία μας οπως τις ημέρες του Νώε!Η μεγαθυμία Του τον κρατάει!Γιατί το πιστεύετε ή οχι, το είπε ο ίδιος ο Χριστός, δεν είναι ο βαθμός και η ποσοτητα της αμαρτίας που κάνει τον άλλο πιο αξιοτιμώρητο. Ολοι για κρεμαλα είμαστε. Πρέπει λοιπόν να παραμένουμε εξοργισμένοι με αυτά που γίνονται και να ζητάμε δικαιοσύνη. Διότι λαό που υποτάσσεται στην μοίρα του και δεν ζητάει το δικαιο τον αποστρεφεται ο Κυριος. 
 
 π. Παντελεήμων Κρούσκος

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Η σχέση του Εσπερινού και του Όρθρου με τη Δημιουργία του Κόσμου και τη Σωτηρία μας (την καθημερινή μας ελπίδα)

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μακαριστός π. αλέξανδρος σμέμαν, για να ζήσει ο κόσμος
Αντίθετα με την κοσμική εμπειρία του χρόνου, η λειτουργική μέρα αρχίζει με τον εσπερινό, και τούτο σημαίνει: αρχίζει το βράδυ. Αυτό φυσικά είναι ανάμνηση του βιβλικού: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από ανάμνηση. Γιατί αληθινά το τέλος κάθε χρονικής «μονάδας» είναι που φανερώνει το αχνάρι και το νόημα του χρόνου, που χαρίζει στο χρόνο την πραγματικότητά του.
Ο χρόνος πάντα είναι αύξηση, όμως μονάχα στο τέλος μπορούμε να διακρίνουμε την κατεύθυνση αυτής της αύξησης και να παρατηρήσομε τους καρπούς της. Στο τέλος κάθε μέρας, στο βράδιασμα κάθε μέρας, ο Θεός βλέπει τη δημιουργία Του ως καλήν· στο τέλος της δημιουργίας είναι που ο Θεός τη χαρίζει στον άνθρωπο. Και έτσι η Εκκλησια αρχίζει στο τέλος της μέρας τη λειτουργία του καθαγιασμού του καιρού (=χρόνου).
Καθώς ερχόμαστε στην εκκλησία, ο κόσμος και εμείς που βρισκόμαστε στον κόσμο έχομε περάσει πολλές ώρες και αυτές οι ώρες γέμισαν, όπως συνήθως, με δουλειά και ξεκούρασμα, με πόνο και χαρά, με φθόνο και αγάπη. Άνθρωποι πέθαναν και άνθρωποι γεννήθηκαν. Για μερικούς στάθηκε η πλέον ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, μια μέρα που θα τη θυμούνται παντοτινά. Και για μερικούς άλλους έφερε το τέλος σε όλες τις ελπίδες τους, ρήμαξε την ίδια την ψυχή τους. Και ολάκερη η μέρα βρίσκεται τώρα εδώ – μοναδική, αμετάστροφη, ανεπανόρθωτη. Η μέρα διάβηκε, όμως τα αποτελέσματά της, οι καρποί της θα χαρίσουν το σχήμα της στην επόμενη μέρα, γιατί ό,τι κάναμε μια φορά απομένει παντοτινά.
Όμως η εσπερινή ακολουθία (=τελετουργία) δεν αρχίζει ως θρησκευτικός «επίλογος» της μέρας, ως προσευχή προσθετή σε όλες τις άλλες εμπειρίες της μέρας. Αρχίζει στην Αρχή και αυτό σημαίνει στην «ξανά ανακάλυψη», με τη λατρεία και την ευχαριστία, πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Η Εκκλησία μάς πηγαίνει, σα να πούμε, στο πρώτο εκείνο βράδυ όπου ο άνθρωπος, προσταγμένος από το Θεό, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε αυτά που ο Θεός του έδωσε με την αγάπη Του, αντίκρισε όλη την ομορφάδα, όλη τη δόξα του ναού μέσα στον οποίο στεκόταν (=της πλάσης), και ο άνθρωπος ανάπεμψε ευχαριστία στο Θεό. Και με την ευχαριστία αυτή έγινε ο εαυτός του.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Ευλογητός εί Κύριε…
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Πάντα εν σοφία εποίησας.
Επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.
Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου
Ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω (Ψαλμός 104)*
*Στα δικά μας βιβλία: 103 (σημ. του μεταφραστή).
Και έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σε αυτό τον κόσμο – τον κόσμο που απαρνήθηκε το Θεό και που με την απάρνηση αυτή, με τη βλαστήμια αυτή, γίνηκε ένα σκοτιδιασμένο χάος – πρέπει να υπάρχει κάποιος που να σταθεί στο κέντρο του κόσμου και να τον ξεχωρίσει, να τον δει και πάλι να είναι φορτωμένος από το θεϊκό πλούτος, να είναι η ομορφιά και η σοφία, και να ευχαριστήσει το Θεό για τον κόσμο. Αυτός ο «κάποιος» είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ που έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την «ευχαριστιακή ζωή», την οποία εγώ, ο παλαιός Αδάμ, απαρνήθηκα και απώλεσα, που με κάνει πάλι αυτό που είμαι, και έρχεται να μου αποκαταστήσει τον κόσμο. Και αν η Εκκλησία είναι εν Χριστώ, η αρχική πράξη της είναι πάντα η πράξη αυτή της ευχαριστίας, της απόδοσης του κόσμου πίσω στο Θεό.
Σε αντίθεση με την ομορφιά και με το θαύμα της δημιουργίας, ανακαλύψαμε ωστόσο τη σκοτεινάδα και την αποτυχία του κόσμου, το δεύτερο μεγάλο θέμα του εσπερινού. Αν ο Ψαλμός 104 (103) λέει την αλήθεια, ο κόσμος όπως τον ξέρομε είναι – σε αντίθεση – ένας βραχνάς. Επειδή πρώτα είδαμε την ομορφάδα του κόσμου, μπορούμε τώρα να δούμε την ασχημάδα του, να καταλάβομε τι χάσαμε, να νιώσομε το γιατί ολάκερη η ζωή μας (και όχι μονάχα μερικές «παραβάσεις») έγινε Αμαρτία, και μπορούμε να μετανιώσομε για αυτό.
Τα φώτα τώρα σβήστηκαν. Η «Ωραία πύλη» του ιερού κλείστηκε. Ο ιερουργός έβγαλε τα άμφιά του· είναι ο γυμνός και πονεμένος άνθρωπος, που θρηνεί έξω από τον Παράδεισο, και έχοντας νιώσει καλά την εξορία του, την προδοσία του, τη σκοτεινιά του, λέει στο Θεό: Εκ βαθέων εκέκραξά Σοι, Κύριε. Αντίκρυ στη δόξα της δημιουργίας ανάγκη να υπάρχει μια φοβερή θλίψη. Ο Θεός μας χάρισε άλλη μια μέρα, και μπορούμε να δούμε πώς ακριβώς χαλάσαμε αυτό το δώρο Του. Δεν είμαστε οι «καλοί» Χριστιανοί που χωρίστηκαν από τον απαίσιο κόσμο. Αν δε σταθούμε ακριβώς σα να είμαστε αντιπρόσωποι αυτού του κόσμου, σαν αληθινά να είμαστε αυτός ο κόσμος, αν δε σηκώσομε ολάκερο το βάρος της μέρας τούτης, μπορεί η «ευσέβειά» μας να είναι ευσέβεια· δεν είναι χριστιανική.
Έρχεται τώρα το τρίτο θέμα του εσπερινού: η Λύτρωση. Στον κόσμο τούτο της αμαρτίας και της σκοτεινιάς ήρθε φως: φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ. Ο κόσμος βρίσκεται στο βράδιασμά του επειδή έχει έρθει ο Ένας που φέρνει στον κόσμο το τελικό νόημά του· μέσα στη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, το φως του Χριστού φανερώνει ξανά την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Τούτος δεν είναι ο κόσμος που ήταν προτού έρθει ο Χριστός: ο ερχομός Του ανήκει τώρα στον κόσμο. Το αποφασιστικό γεγονός του σύμπαντος κόσμου συντελέστηκε. Τώρα γνωρίζομε πως ο Χριστός θα μεταμορφώσει καθετί που έχει να κάνει με τη ζωή μας. Μονάχα εξαιτίας του Χριστού μπορούμε να δοξάζομε τη δημιουργία στην αρχή του εσπερινού, μονάχα επειδή Εκείνος μας έδωσε μάτια ιδείν, καθώς λέει ο Μέγας Βασίλειος, την φιλάνθρωπον χείραν της Σης παντοδυναμίας εν πάσι τοις έργοις Σου.
Την ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσομε το Θεό για το Χριστό, αρχίζομε να καταλαβαίνομε πως στο Χριστό όλα έχουν μεταμορφωθεί σε αληθινό θαύμα. Στο αχτιδοβόλο φως Του ο κόσμος δεν είναι κοινοτοπικός. Το ίδιο το έδαφος όπου στεκόμαστε είναι μια θαυματουργική δίνη από άτομα που βουίζουν μέσα στο διάστημα. Το σκοτάδι της αμαρτίας ξεκαθαρίζει, και υπάρχουν τώρα πλάτες για να σηκώσουν το βάρος της. Ο θάνατος στερήθηκε από τον τελικό σκοπό του, πατήθηκε χάμω με το θάνατο του Χριστού. Σε έναν κόσμο όπου όλα όσα φαίνονται παρόντα γίνονται την ίδια στιγμή περασμένα, όλα μπορούν να μοιραστούν μέσα στο Χριστό το αιώνιο παρόν του Θεού. Η ίδια η εσπέρα είναι ο πραγματικός καιρός της ζωής μας.
Και φτάνομε στο τελευταίο θέμα του εσπερινού: το θέμα του Τέλους. Το αναγγέλνει το ψάλσιμο του Νυν Απολύεις (Nunc Dimittis). Το Ευαγγέλιο βάζει τα λόγια στο στόμα του γέρο Συμεών που ανάλωσε τη ζωή του καρτερώντας αδιάκοπα τον ερχομό του Μεσσία επειδή του ειπώθηκε μέσα σε όραμα πως δε θα πέθαινε προτού δει τον επαγγελμένο του Ισραήλ. Όταν η Μαρία και ο Ιωσήφ έφεραν τον Ιησού βρέφος για να τον παρουσιάσουν στο ναό του Θεού, ο άνθρωπος ήταν εκεί και Τον παρέλαβε στην αγκαλιά του, και το Ευαγγέλιο μνημονεύει πως είπε:
Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ (Λουκ. 2, 29-32).
Ο Συμεών καρτερούσε μια ζωή ολόκληρη και στο τέλος ο Χριστός Βρέφος του παραδόθηκε: κράτησε τη Ζωή του κόσμου στην αγκαλιά του. Στην απαντοχή και στη νοσταλγία του συμβόλιζε τον κόσμο και τα λόγια που χρησιμοποίησε για να εκφράσει την ευχαριστία του έγιναν λόγια δικά μας. Μπόρεσε να αναγνωρίσει τον Κύριο επειδή Τον περίμενε. Τον πήρε στην αγκαλιά του γιατί είναι φυσικό να αγκαλιάσεις κάποιον που αγαπάς· και τότε πληρώθηκε (=ολοκληρώθηκε) μια ζωή ολόκληρη απαντοχής. Ο Συμεών αντίκρισε τον Ένα που νοσταλγούσε. Ολοκλήρωσε το σκοπό της ζωής του και βρέθηκε έτοιμος για το θάνατο.
Ο θάνατος για τον Συμεών δεν ήταν καταστροφή. Ήταν μονάχα μια φυσική έκφραση του πληρώματος της απαντοχής του. Δεν έκλεινε τα μάτια του στο φως που τελικά το είδε· ο θάνατός του ήταν μονάχα η αρχή για ένα εσωτερικότερο όραμα αυτού του φωτός. Κατά τον ίδιο τρόπο ο εσπερινός είναι η αναγνώριση πως ήρθε το βράδιασμα αυτού του κόσμου, που αναγγέλνει εκείνη την ανέσπερη Μέρα (δηλ. τη Δευτέρα Παρουσία και την αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού). Σε τούτο τον κόσμο κάθε μέρα αντικρίζει τη νύχτα· ο ίδιος ο κόσμος αντικρίζει τη νύχτα. Ο κόσμος δεν μπορεί να βαστάξει παντοτινά. Ωστόσο η Εκκλησία βεβαιώνει πως ένα βράδυ δεν είναι μονάχα ένα τέλος, αλλά είναι και μια αρχή μιας άλλης μέρας. Στο Χριστό και μέσα από το Χριστό μπορεί ένα βράδυ να γίνει η απαρχή μιας καινούργιας ζωής, της ανέσπερης Μέρας, γιατί τα μάτια μας είδαν τη σωτηρία και ένα φως που ποτέ δε θα λείψει. Και για τούτο το λόγο ο χρόνος του κόσμου αυτού βρίσκεται τώρα γεμάτος από καινούργια ζωή.
Παρουσιαζόμαστε στο Χριστό για να Του προσφέρουμε τον καιρό μας, ανοίγομε την αγκάλη μας για να Τον δεχτούμε. Και Εκείνος γεμίζει αυτό τον καιρό με τον εαυτό Του, τον γιατρεύει και τον κάνει – πάλι και πάλι – καιρό της σωτηρίας.
***
Εσπέρας και πρωί… Μόλις ανοίξομε τα μάτια μας, η πρώτη αίσθηση που λαβαίνομε είναι της νυχτιάς, όχι του φωτός· βρισκόμαστε στην πιο αδύνατη, στην πιο αβοήθητη στιγμή μας. Είναι σαν ένας άνθρωπος που πρώτη φορά δοκιμάζει πραγματικά τη ζωή σε όλη την ασυναρτησία και τη μοναξιά της (πρωτύτερα δεν τις έβλεπε, προφυλαγμένος μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας).
Κάθε πρωί, μέσα στο ασχημάτιστο σκοτάδι, ανακαλύπτομε την αδράνεια της ζωής. Και έτσι το πρώτο θέμα του όρθρου είναι πάλι ο ερχομός του φωτός στα σκοτεινά. Αρχινάει, όχι με τη Δημιουργία καθώς ο εσπερινός, αλλά με την Πτώση. Μέσα ωστόσο σε αυτή την αδυναμία και τον απελπισμό, κρύβεται μια προσμονή, μια πείνα και δίψα. Και μέσα στο σκηνικό αυτό η Εκκλησία δηλώνει τη χαρά της, όχι μονάχα αντίθετα στο ρεύμα της φυσικής ζωής, αλλά πληρώνοντάς την (by fulfilling it). Η Εκκλησία αναγγέλνει κάθε πρωί πως ο Θεός είναι ο Κύριος και αρχίζει να οργανώνει τη ζωή γύρω από το Θεό.
Στην εκκλησιά τα πρώτα φώτα του όρθρου είναι κεριά, πρόγευση του ήλιου. Αργότερα βγαίνει ο ήλιος, διώχνοντας τα σκοτάδια του κόσμου και η Εκκλησία βλέπει σε τούτο την ανατολή του αληθινού Φωτός του κόσμου, τον Υιό του Θεού. Γνωρίζομε πως ο Λυτρωτής μας ζει, και πως καταμεσίς στην ασυναρτησία της ζωής Εκείνος θα μας αποκαλυφθεί και πάλι. Με όλο που μας «κυκλώνουν» οι ζάλες του βίου, κάθε πρωί μπορούμε να αναγγείλομε ωστόσο με τον ήλιο που βγαίνει τον ερχομό του πολυκαρτερεμένου Μεσσία. Άσχετα με όλα αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος – αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή. Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν Ονόματι Κυρίου (Ψαλμός 117, 24).
Καθώς πληθαίνει ο φως, η ακολουθία (=τελετουργία) σχετίζει το καινούργιο πρωινό με τον καινούργιο καιρό (=χρόνο). Όπως ο εσπερινός σχέτιζε το βράδιασμα με ολόκληρη τη χριστιανική εμπειρία του κόσμου ως «βραδιάσματος» – έτσι και ο όρθρος σχετίζει το πρωινό με τη χριστιανική εμπειρία της Εκκλησίας ως «πρωινού» και ως απαρχής.
Αυτές οι δυο συμπληρωματικές, ωστόσο απόλυτα ουσιαστικές, διαστάσεις του καιρού χαρίζουν σχήμα στην καιρική ζωή μας και, δίνοντας στο χρόνο καινούργιο νόημα, τον μεταμορφώνουν σε χριστιανικό χρόνο. Η διπλή αυτή εμπειρία αληθινά εφαρμόζεται σε όλα όσα έχομε να κάνομε. Βρισκόμαστε πάντα ανάμεσα πρωί και βράδυ, ανάμεσα Κυριακή και Κυριακή, ανάμεσα Πάσχα και Πάσχα, ανάμεσα στους δυο ερχομούς του Χριστού. Η εμπειρία του καιρού ως τέλους χαρίζει απόλυτη σπουδαιότητα σε οτιδήποτε καταπιανόμαστε τώρα· το κάνει τελικό, αποφασιστικό. Η εμπειρία του καιρού ως απαρχής γεμίζει όλο το χρόνο μας με χαρά, γιατί του προσθέτει το «συντελεστή» της αιωνιότητας. Ουκ αποθανούμαι, αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου (Ψαλμός 117, 17).
Δουλεύομε στον κόσμο και η δουλειά αυτή – πραγματικά οποιαδήποτε δουλειά – αν αναλυθεί καθαρά από την άποψη του κόσμου, χάνει το νόημά της, γίνεται άσκοπη, ξεκάρφωτη. Σε κάθε πολιτεία του κόσμου υπάρχει κάθε πρωί ένα κύμα από καθαρούς και ξυρισμένους ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους. Και κάθε βράδυ υπάρχει ένα κύμα από τους ίδιους ανθρώπους, αποσταμένους και βρωμισμένους, που πηγαίνουν τώρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Όμως εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένας σοφός άνθρωπος παρακολούθησε το κύμα αυτό (οι μορφές αλλάζουν, το άσκοπο δεν αλλάζει) και είπε:
Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
Τίς περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού, ώ μοχθεί υπό τον ήλιον;
Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται,
και η γη εις τον αιώνα έστηκε.
Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ούς από ακροάσεως.
Και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον...
(Εκκλησιαστής, 1, 2-4,8,9)
Και αυτό αληθεύει για τον πεσμένο κόσμο. Μα εμείς οι Χριστιανοί λησμονήσαμε πολλές φορές πως ο Θεός λύτρωσε τον κόσμο. Για αιώνες κηρύξαμε στους βιαστικούς ανθρώπους: η καθημερινή βιασύνη σας δεν έχει νόημα, δεχτείτε την ωστόσο – και θα λάβετε για ανταμοιβή σας την αιώνια ανάπαυση σε έναν άλλο κόσμο. Όμως ο Θεός μας αποκάλυψε και μας προσφέρει αιώνια Ζωή, όχι αιώνια ανάπαυση. Και ο Θεός αποκάλυψε αυτή την αιώνια Ζωή καταμεσίς του καιρού – και της βιασύνης του – ως κρυμμένο νόημα και ως σκοπό του καιρού. Και έτσι έκανε τον καιρό, και τη δουλειά μας μέσα στον καιρό, μυστήριο του ερχόμενου κόσμου, μια λειτουργία πλήρωσης (=ολοκλήρωσης, τελειοποίησης) και ανεβάσματος.
Όταν φτάσομε στο τέρμα της αυτάρκειας του κόσμου, τότε ο κόσμος ξαναρχίζει για μας από την αρχή ως υλικό ή ως συστατικό του μυστηρίου που έχομε να πληρώσομε (to fulfill) στο Χριστό.
Και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. Ωστόσο κάθε μέρα, κάθε στιγμή αντηχάει τώρα η νικηφόρα βεβαίωση: Ιδού καινά ποιώ πάντα. Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος… (Αποκάλυψις, 21, 5-6).


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Ένα αγκάθι για την σάρκα του...

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Γράφει ο Άγιος Παύλος ότι για να μην έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και να μην υπερηφανευεται για το πλήθος των αποκαλύψεων, ο Θεός του έστειλε ένα αγκάθι για την σάρκα του, έναν αγγελιοφόρο του σατανά για να τον προσγειώνει και να τον κρατάει σε διαρκή ταπείνωση . Όλο αυτό όμως τον έκανε πιο δυνατό και ο Κύριος δεν θέλησε ποτέ να του αφαιρέσει τον πειρασμό, παρόλο που του ζητούσε διακαώς.
Ποιος ήταν αυτός ο πειρασμός; Οχι ασθένεια σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία. Ήταν οι εξ Ιουδαίων Χριστιανοί, οι οποίοι τον ακολουθούσαν σε κάθε πόλη και υπονόμευαν το κήρυγμα του. Ήταν οι ψευδοαπόστολοι που δεν έχαναν καιρό να υπενθυμίζουν σε όλους ότι δεν γνώρισε τον Χριστό, ήταν διώκτης και τους εμφανίστηκε από πουθενά έχοντας αξιώσεις Αποστόλου. Ήταν ακόμα και οι ίδιοι οι συναποστολοι του, οι οποίοι δειλιαζαν να αποκοπούν από τον Νόμο του Μωυσή και τις διατάξεις των Φαρισαίων και απέφευγαν να γίνονται δυσάρεστοι στους φανατικούς με τον νόμο Χριστιανούς. Ο Παύλος μιλάει ξεκάθαρα για τους Αποστόλους του Χριστού, οι οποίοι κατέλαβαν την κορυφή της Εκκλησίας, λέει και αμφισβητούσαν την αποστολικότητα του.
Τον είχαν σκάσει σε σημείο να αυτοαποκαλείται με πόνο έκτρωμα και να σκέφτεται ότι ισως τελικά δεν άξιζε τίποτα.
Καταλάβατε τώρα γιατί η Εκκλησία εικονογραφεί τον Πέτρο και τον Παύλο να ασπάζονται ο ένας τον άλλο και επινοήθηκε μια παράδοση οτι πεθαναν την ίδια μέρα, εν
ώ μαρτύρησαν σε άλλη εποχή και τόπο; Καταλάβατε γιατί τιμήθηκαν από κοινού τα λειψανα τους την ίδια μερα( 29 Ιουνίου) και από τότε γιορτάζουν μαζί;
Μια μετά θάνατον συμφιλίωση των μοντέρνων και συντηρητικών Αποστόλων, των δύο τάσεων της πρώτης Εκκλησίας.
Γι'αυτο και ο Χριστός είπε στον Παύλο ότι του είναι αρκετή η χάρη του και μέσα από την αδυναμία του θα γίνει πιο δυνατός.Όσο τον παλεύουν τόσο θα δοξάζεται. Και γι' αυτό στη συνέχεια διηγείται την ζωή και τα πάθη του. Του αρκεσε που την αποστολικότητα του την αναγνώριζε ο ίδιος ο Χριστός και μέσα στους διωγμούς και τα βάσανα του είχε την πιο λαμπρή σφραγίδα πιστότητας από όλους.
π. Παντελεήμων Κρούσκος 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΓΙΝΑΜΕ ΟΥΡΑΝΟΣ !

 Μπορεί να είναι doodle

Μακαριστός π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική. Ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει.
Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας. Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα. Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶτε.
Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι αἰῶνες πρίν. Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;». Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”.
Τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων εἶναι τὸ ἑξῆς: οὐρανὸς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης μας ὡς ἀνθρώπινα πλάσματα, οὐρανὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ γῆ. Ὄχι. Ὁ οὐρανὸς δὲν βρίσκεται κάπου στὸ ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σὲ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία. Οὐρανὸς εἶναι αὐτὸ πού μᾶς ἐπιστρέφει ὁ Χριστός, ὅ,τι χάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, μὲ τὶς ἐπίγειες, ἀποκλειστικὰ γήινες, ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, καὶ τώρα εἶναι ἀνοικτός, μᾶς τὸν προσφέρει καὶ μᾶς τὸν ἐπιστρέφει ὁ Χριστός.
Οὐρανὸς εἶναι τὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Οὐρανὸς εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς· οὐρανὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ νίκη πάνω στὸ θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας· οὐρανὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν ὁποία εἰπώθηκε: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9).
Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ, μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ὁ οὐρανὸς διαπερνᾶ τὴ ζωή μας ἐδῶ καὶ τώρα, ἡ ἴδια ἡ γῆ γίνεται μιὰ ἀντανάκλαση, ἕνα εἴδωλο τῆς οὐράνιας ὀμορφιᾶς. Ποιὸς κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει τὸν οὐρανό; Ὁ Θεός. Ποιὸς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς “ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός”. Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὸν οὐρανό, κι ἂν Τὸν πιστεύουμε καὶ Τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς μαζί Του, στὸ δεῖπνο Του, στὴ Βασιλεία Του.
Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ –

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Ἀνάληψη: Μιά κάπως ἄγνωστη δεσποτική γιορτή


Μιά γιορτή, πού ἐπειδή πέφτει πάντοτε σέ καθημερινή ἐργάσιμη μέρα, δέν ἔχει τήν ἀνάλογη θέση στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὅπως οἱ μεγάλες γιορτές τῶν Χριστουγέννων, Θεοφανίων, Εὐαγγελισμοῦ, Ἀναστάσεως, Πεντηκοστῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

          Εἰδικά στήν Ἀνάληψη ἀπέχει μόνιμα ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡμέρα πού συνήθως τά σχολεῖα ἔχουν εἰσέλθει στήν περίοδο τῶν ἐξετάσεων, μ’ ἀποτέλεσμα ν’ ἀδυνατεῖ καί ὁ πιό καλοπροαίρετος ἐκπαιδευτικός νά φέρει τούς μαθητές στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι μεγαλώνουν τά παιδιά μας, εἰσέρχονται μετά στό χῶρο τῆς βιοπάλης, καί μπορεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὁλόκληρες καί νά μήν ἔχουν τήν εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσουν καί νά βιώσουν λατρευτικά τή μεγάλη αὐτή γιορτή.

Ἡ Ἀνάληψη ἕπεται τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἀμέσως μετά τό τεσσαρακονθήμερο τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές του. Ὁ Χριστός, σ’ αὐτές τίς σαράντα μέρες, μέ συνεχεῖς ἐμφανίσεις καί ἐξαφανίσεις ἀφ’ ἑνός μέν τούς ἀποδεικνύει τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς γυμνάζει στή συνεχῆ σωματική ἀπουσία του. Πρέπει οἱ μαθητές νά χειραφετηθοῦν ἀπό τήν συνεχῆ σωματική αἴσθηση καί ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Νά παύσουν νά τόν ἀπολαμβάνουν διά τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, τῆς ἁφῆς. Νά παύσουν νά ἔχουν αἰσθητά ντοκουμέντα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἄρχισε μέ τή γέννησή του ἐδῶ τελειώνει. Ἤ μᾶλλον σταματᾶ γιά νά συνεχίσει στήν Β΄ Παρουσία του. Τότε τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως θά ξαναφανεῖ. Τότε «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. 24,30). Μέχρι τότε οἱ πιστοί μαθαίνουν νά ζοῦν μέ τήν διαρκῆ ἀόρατη παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

«Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28,20). Εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός. Συνεχῶς ἀλλά ἀοράτως. Οἱ πιστοί ἀντλοῦν δύναμη ἀπό αὐτή τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλά δέν παύουν νά νοσταλγοῦν καί νά ἐπιθυμοῦν καί νά ἀδημονοῦν γιά τήν ἔνσαρκη Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία θά κραυγάζει συνεχῶς ἕως τότε· «ναί ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ θ’ ἀκούγεται συνεχῶς «ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀπόκ. 22,20).

Ἀναλήφθηκε, λοιπόν εἰς τούς οὐρανούς ὁ Χριστός μας. Τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεία του φύση ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως κατά τήν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν παίρνει καί τήν τοποθετεῖ ὑπεράνω Χερουβίμ καί Σεραφίμ, ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων, δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ἄπειρες εἶναι οἱ εἰκόνες καί οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἐξυμνοῦν καί ἐκθειάζουν καί γεραίρουν τό θαυμαστό αὐτό γεγονός. «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῆ σάλπιγγος». «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καί ἐπάρθητε πῦλαι αἰώνιοι καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης» θά πεῖ ὁ προφητάναξ Δαυίδ.

Πίσω ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ποιητικές καί μεγαλοπρεπεῖς καί ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, ἕνα εἶναι τό οὐσιαστικό γεγονός, ἕνα εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἕνα εἶναι τό «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ὅπως λέγει τό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη· ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἕνωση αὐτή ἡ τόσο σωτηριώδης γιά μᾶς, ἐν τούτοις, ἔχει τήν «ἀρνητική» πλευρά νά παρασύρει στήν ἀορασία καί στὀ μυστήριο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μέχρι τήν Β΄ Παρουσία του. Εἶναι κάτι γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τή σάρκα, ζεῖ καί βιώνει κυρίως μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνέργειά της, ἐπαναστατεῖ. Διότι θέλει νά ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· νά μπορεῖ νά τό βλέπει, νά τό πιάνει, νά τό ἀκουμπᾶ, νά τό ἀγκαλιάζει, ν’ ἁρπάζει τή χάρη πού ἐμφωλεύει μέσα του ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα. Γι’ αὐτό ὅπως προαναφέραμε κραυγάζει «ναί ἔρχου κύριε Ἰησοῦ».

Προσοχή ὅμως! Δέν ἐξέλειπε ἐντελῶς ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει συνεχῶς ἕως «τερμάτων αἰῶνος». Ποῦ ὅμως εἶναι αὐτή ἡ σωματική παρουσία; Εἶναι στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού στά ‘‘σά ἐκ τῶν σῶν…’’ μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δύναται ὁ πιστός ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ, ν’ ἀκουμπήσει, νά ψηλαφίσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί νά τό φάει. Νά τό βάλει μέσα του. Νά εἰσέλθει μέχρι τό τελευταῖο κύτταρό του. Νά εἰσδύσει στήν οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔτσι νά θεωθεῖ.

Συνεπῶς δέν ἐξέλειπε ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἁπλῶς γιά νά τήν ἀπολαύσουμε πρέπει νά συχνάζουμε εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου μας. Νά μετέχουμε στό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό μυστήριο γιά τό ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα τά ἄλλα, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν τό κάνουμε αὐτό συνειδητά καί μέ μετάνοια, τότε θά ἰσχύσει καί γιά μᾶς αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος· «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἀρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4,17).



Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὴ γέννηση μας, ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ἀκούσαμε σήμερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκ γενετοῦς τυφλοῦ. Δὲν ἔχουμε ἐμπειρία τὶ εἶναι ἡ ἐκ γενετῆς τύφλωση, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ ἄνδρας ποὺ ἦταν κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, πῶς ὁ κόσμος γύρω του ἦταν γι’ αὐτὸν ὅπως ἕνας ἦχος μακρυνὸς, κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ, νὰ ἔχει εἰκόνα. Ἦταν φυλακισμένος μέσα στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Μποροῦσε νὰ ζήσει μὲ φανταστικὲς εἰκόνες, νὰ ἐπινοήσει ἕναν κόσμο, μποροῦσε μὲ τὴν ἀφὴ καὶ τὴν ἀκοὴ νὰ προσεγγίσει ὅ,τι ὑπῆρχε πραγματικὰ γύρω του· ἀλλὰ ἡ συνολικὴ πραγματικότητα τοῦ ἦταν ἀπρόσιτη.
Δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὴ γέννηση μας, ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας! Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἶναι τόσο ἀνοιχτὸς ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλο τὸν κόσμο στὴν εὐρύτητα του; Συναντοῦμε ἀνθρώπους, καὶ τοὺς βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, ἀλλὰ σπάνια συμβαίνει νὰ βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα, τὰ χαρακτηριστικὰ, τὰ ροῦχα– πόσο συχνὰ μᾶς συμβαίνει νὰ κοιτάζουμε στὰ μάτια ἕνα πρόσωπο καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνουμε; Γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι καὶ κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικὸ γιὰ τὸν Θεὸ, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς εἶναι; Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι γύρω μας ἁπλὰ ἄνθρωποι μὲ ὀνόματα, ἐπίθετα, ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἀπο τὴν ἐμφάνιση, ἀλλὰ ποὺ στὴν οὐσία δὲν τοὺς γνωρίζουμε;
Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση μας: εἴμαστε τυφλοί, κουφοί, ἀναίσθητοι στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, κι ὅμως, ἔχουμε κληθεῖ νὰ ἐρμηνεύουμε. Ὅταν συναντᾶμε ἕνα πρόσωπο, θὰ πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε ὅπως ἕνα μυστήριο, ὅπως συμβαίνει μὲ κάτι ποὺ μποροῦμε ν’ ἀνακαλύψουμε μόνο μὲσα ἀπὸ μιὰ βαθιὰ σχέση, ἴσως μὲ τό λόγο, ἴσως μὲ τὴ σιωπή· μιὰ σχέση τόσο οὐσιαστικὴ, ὥστε νὰ γνωρίσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι ὅπως μᾶς γνωρίζει ὁ Θεὸς, ἀλλὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα καὶ τὸν καθένα μας χωριστά.
Καὶ ἀκόμα, μποροῦμε, ὁ καθένας μὲ τὴ δύναμη, καὶ τὰ χαρίσματά του, νὰ κάνουμε ὅ,τι καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τὶ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶδε δηλαδὴ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν τὰ μάτια του συνάντησαν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ, συνάντησαν τὴν θεϊκὴ τρυφερότητα, τὴ συμπόνια, τὸ βαθὺ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν κατανόηση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ μποροῦσαν τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ βλέπουν, ἄν καθὼς μᾶς συναντοῦσαν, ἔβλεπαν στὰ μάτια, στὸ πρόσωπο μας τὴν λάμψη τῆς εἰλικρινοῦς, νηφάλιας ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ὄχι συναισθηματικῆς, ἀλλὰ ὁρατῆς, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ νοιώσουν. Καὶ πόσο πολὺ θὰ εἴμασταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ἀποκάλυψη κάθε μηνύματος ποὺ αὐτὸς ὁ κόσμος ἐκφράζει μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη, τὴν ὀμορφιά, τὴν ἐπιστήμη, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ὀμορφιὰ προσλαμβάνεται καὶ διακηρύσσεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀλλὰ τὸ κάνουμε; Μεριμνᾶμε γιὰ νὰ εἴμαστε φορεῖς τοῦ βάθους τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων γιὰ κάθε πρόσωπο ποὺ συναντᾶμε; Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο νὰ παίρνουμε ἀπὸ τὸ νὰ δίνουμε; Κι ὅμως, ὁ Ἅγιος Παῦλος, ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει παίρνω καὶ δίνω, εἶπε: «Εἶναι πιὸ εὐλογημένο νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις». Κι ὅμως πόσες πολλὲς δωρεὲς εἶχε δεχτεῖ; Εἶχε ἐμπειρία τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, εἶχε δεχτεῖ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς γνώσης, καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς Π. Διαθήκης καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε: καὶ τὶ δὲν δέχτηκε! Κι ὅμως, εὐφραινόταν περισσότερο νὰ δίνει ἀπὸ τὸ νὰ παίρνει, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ κατέχει ὅλο τὸν πλοῦτο ποὺ ἦρθε στὸ δρόμο τῆς ζωῆς του· ἤθελε νὰ τὸν μοιραστεῖ, νὰ τὸν προσφέρει, νὰ φωτίσει καὶ νὰ πυρπολήσει ἄλλες ζωὲς πέρα ἀπὸ τὴ δική του.
Ἄς σκεφτοῦμε πόσο πλούσιοι, πόσο πλούσια εἴμαστε προικισμένοι, πόσα πολλὰ μᾶς δόθηκαν νὰ βλέπουμε καὶ ν’ ἀκοῦμε καὶ ἄς συνειδητοποιήσουμε ταυτόχρονα πόσο τραγικὰ εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, ἐκτὸς ἄν σπάσουμε αὐτὸν τὸν τοῖχο γιὰ νὰ προσφέρουμε, τὸ ἴδιο γενναιόδωρα, τὸ ἴδιο πλούσια, τὸ ἴδιο ἄφθονα τὶς δωρεὲς καθὼς μᾶς ἔχουν προσφερθεῖ. Καὶ τότε πραγματικὰ, ἡ χαρά μας θὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κανένας καὶ τίποτα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Ἀμὴν.
+ Αντωνίου Σουρόζ

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, » Ὁ Θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἀνθρώπου

  Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Του μακαριστού θεολογούντος Παναγιώτη Νέλλα
Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα ὄχι μόνο τῆς σύγχρονης δυτικῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς θεολογίας. Τά τελευταῖα χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ᾽ αὐτό, ἀνέβηκαν ἔργα στό θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, τό θέμα ξέφυγε ἀπό τά μελετητήρια τῶν εἰδικῶν καί ἀπασχολεῖ τό εὐρύτερο κοινό. Τό σύντομο αὐτό δοκίμιο ἔχει σκοπό νά δώσει, στήν ἀρχή μιά γενική ἐνημέρωση καί μιά ἑρμηνεία γιά τό φαινόμενο, καί νά προσπαθήσει στή συνέχεια, ἀφοῦ τό τοποθετήσει μέ βάση τά ὀρθόδοξα κριτήρια, νά σκιαγραφήσει τή συμβολή, πού θά μποροῦσε νά προσφέρει ἡ Ὀρθοδοξία συμμετέχοντας στή σχετική συζήτηση.
Στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας τό θέμα ἀρχίζει μέ τό Nietzsche, γιά τόν ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί ταυτόχρονα εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν, ὁλόκληρης τῆς ὑπεραισθητῆς περιοχῆς σύμπαντος τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἰδανικῶν. Μοναδική καί ὕψιστη ἀξία μένει γιά τό Nietzsche ὁ ἄνθρωπος, ὁ ″ὑπεράνθρωπος″: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;» Γράφει ἤδη στά 1882. «Θά σᾶς τό πῶ ἐγώ. Τόν σκοτώσαμε. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε οἱ φονιάδες του… ὁ Θεός εἶναι νεκρός… ὁ Θεός θά μείνει νεκρός. Τί ἄλλο εἶναι οἱ ἐκκλησίες παρά οἱ τάφοι καί τά μνήματα τοῦ Θεοῦ;». Ὁ Nietzsche στήν ἐποχή του ἀναγκάζεται νά βάλει τά λόγια αὐτά στό στόμα ἑνός τρελοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ὁ Sartre ἐπαναλαμβάνει μέ πλήρη ἄνεση τό ἴδιο κήρυγμα κατά τήν ἔναρξη τοῦ Β’ παγκοσμίου πολέμου, μιλώντας σέ μιά δημόσια συγκέντρωση στή Γενεύη: «Κύριοι, ὁ Θεός πέθανε. Σᾶς ἀναγγέλλω, κύριοι, τό θάνατο τοῦ Θεοῦ.»
Τό τί σημαίνει γιά τήν ἄθεη ὑπαρξιακή φιλοσοφία ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό ἀποκαλύπτει μέ ἐνάργεια ἡ ἀντίστοιχη λογοτεχνία. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ἄρα δέν ὑπάρχει παρά ἡ βιολογική ζωή. Μέ διονυσιακή ἀγαλλίαση ὁ Camus ὑμνεῖ στά πρῶτα του ἔργα τό μεγαλεῖο καί τή χαρά αὐτῆς τῆς ζωῆς.τήν ὁμορφιά πού κλείνει μέσα της μιά ζεστή μέρα στήν ἀκροθαλασσιά, μιά χειμωνιάτικη νύχτα, πού ἡ οἰκογένεια εἶναι μαζεμένη γύρω στή φωτιά. Ἀλλά ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ ″ἐν φθορᾷ ζωή″ καί ὁ ἴδιος ὁ Camus ὅσο προχωρεῖ, ἀνακαλύπτει μέσα στή ζωή τό σαράκι αὐτό τῆς φθορᾶς, πού κλέβει τή χαρά, πού ἀπομυζᾶ τήν οὐσία καί ἀφήνει ἀνούσια καί ἀνόητη τή ζωή, πού δημιουργεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τοῦ χάους καί τοῦ κενοῦ, πράγμα πού τόσο ἔντονα περιγράφεται στόν «Ξένο», καί πού ὁ Sartre μέ τόση ἐπιτυχία ὀνομάζει στό ὁμόνυμο ἔργο του «Ναυτία».
Ὁ ὑπαρξιστής ἄνθρωπος νοιώθει τό θάνατο ὄχι σάν κάτι μακρινό, κάτι πού τόν περιμένει στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἀλλά σάν κάτι πού βρίσκεται μέσα του. Ἡ δαμόκλεια σπάθη τοῦ θανάτου κρέμεται ἀδιάκοπα πάνω του καί μέσα του, ἀκρωτηριάζει τά ὄνειρά του, κόβει στή μέση τίς πιό εὐγενικές προσπάθειές του, περιορίζει ἀσφυκτικά τά ὅρια τῆς ὕπαρξής του, εἶναι, ὅπως λέει ὁ Camus, ἕνας Σίσυφος, πού ἀγωνίζεται νά ἀνεβάσει ὥς τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ τήν πολύτιμη πέτρα τῆς ζωῆς του καί, μόλις κοντεύει νά φτάσει στό τέρμα, ἡ πέτρα τοῦ φεύγει καί κατρακυλάει πάλι στό βυθό. Αἰσθάνεται ἐγκαταλειμμένος καί ἔρημος. Καταδικασμένος νά βλέπει, καταλαβαίνει καί συνειδητοποιεῖ ὅτι ζεῖ τό παράλογο. Ὁ Heidegger ὁμολογεῖ ὅτι βρίσκεται, χωρίς νά τό ἐπιδιώξει, ριγμένος καί ἐγκαταλειμμένος σ᾽ ἕνα καντόνι τοῦ σύμπαντος, ὑποχρεωμένος νά ζεῖ.
Μέ τή γεύση αὐτή τοῦ κενοῦ στήν ψυχή, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται μπροστά στό καθιερωμένο ἀπό αἰῶνες κήρυγμα τοῦ μεταγενεστέρου δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, πού προσφέρει ὡς λύση στήν ταλαιπωρία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τήν ὑπόσχεση γιά τή μακαριότητα τῆς μετά θάνατο ζωῆς, πού θεωρεῖ αὐτή ἐδῶ τή ζωή σχεδόν ἀποκλειστικά σάν τό χῶρο, στόν ὀποῖο μέ τά ἔργα (Ρωμαιοκαθολικοί) ἤ τήν πίστη (Προτεστάντες), γίνεται ἤ δέ γίνεται κανείς ἄξιος νά κληρονομήσει τήν αἰωνιότητα.
Μπροστά ὅμως στήν ἄποψη αὐτή, πού διακρίνει ὑπερβολικά τό χρόνο ἀπό τήν αἰωνιότητα, τή γήινη ἀπό τήν οὐράνια ζωή, καί σχετικοποιεῖ ἀπελπιστικά τή σημασία τῆς πρώτης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος στέκεται μέ ἀποτροπιασμό. «Ἄν ὑπάρχει μιά ἁμαρτία κατά τῆς ζωῆς», γράφει ὁ Camus, «δέν εἶναι τόσο τό νά ἀπελπιστοῦμε, ἀπό αὐτή, ὅσο τό νά ἐλπίσουμε σέ μιάν ἄλλη ζωή, τό νά ἀφήσουμε νά ξεκλέψει τήν ἀγάπη μας γιά τή συγκεκριμένη ζωή τό ἀνελέητο μεγαλεῖο μιᾶς δῆθεν αἰώνιας ζωῆς». Καί στό ὄνομα τῆς καθημερινῆς, χειροπιαστῆς ζωῆς, ὁ Camus ἀρνεῖται νά πιστέψει σέ μιάν ἄλλη, ὡραία ἔστω καί αἰώνια, ἀλλά πάντως ἄλλη ζωή.
Ὁ Sartre εἶναι στό σημεῖο αὐτό περισσότερο ἀπόλυτος. Ἡ πίστη σέ μιά ἄλλη ζωή, λέει, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη πού φέρνει τό θάνατο σ᾽ αὐτήν ἐδῶ καί ἰσοδυναμεῖ μέ αὐτοκτονία. Καί, προωθώντας τήν ἀμφισβήτησή του ὥς τόν ἴδιο τό Θεό, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἕνας Θεός, πού δέν παίρνει στά σοβαρά αὐτήν ἐδῶ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἐνδιαφέρεται γιά τά συγκεκριμένα ἱστορικά προβλήματά του, ἀλλά πού ὑποβιβάζει τόν ἀνθρώπινο βίο σέ μιά περίοδο ἐξιλασμοῦ καί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, μπορεῖ βέβαια νά εἶναι δίκαιος, ἀλλά δέν εἶναι ἀσφαλῶς φιλάνθρωπος Θεός. Εἶναι ἕνας πατέρας ἐγωιστής καί σαδιστής, πού ἀρέσκεται νά βλέπει τό τέκνο του νά βασανίζεται καί νά ἐκλιπαρεῖ γιά νά ἔχει ὁ ἴδιος τή χαρά νά τοῦ προσφέρει, ὅποτε αὐτός θελήσει, τή σωτηρία. Ἀλλά μιά τέτοια σωτηρία εἶναι γιά τό σύγχρονο, ἐνήλικο ὅπως αὐτοχαρακτηρίζεται ἄνθρωπο, ἀπαράδεκτη καί ἕνας τέτοιος πατέρας εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι προτιμότερο, κατά τήν ἄποψη αὐτή, γιά τό παιδί, νά κόψει κάθε σχέση μέ τόν πατέρα καί νά προσπαθήσει νά σωθεῖ μόνο του. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Sartre πού δέν ἔχει γνωρίσει τή διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, γιά τή θεανθρώπινη συνεργία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ πίστη δέν καταπιέζει, ἀλλά ἀναπτύσσει καί ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, τονίζει κατηγορηματικά ὅτι ἡ πίστη στό δίκαιο ἀλλά σαδιστή Θεό ὑποβιβάζει, ἐξευτελίζει καί ψευτίζει τόν ἄνθρωπο.
Συνέπεια λογική τῆς τοποθέτησης αὐτῆς εἶναι ὅτι γιά νά ὑπάρξει ἐλεύθερος καί γνήσιος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά μήν ὑπάρχει ὁ Θεός. Στό φοβερό ἔργο του πού ἔχει τόν εἰρωνικό τίτλο «Ὁ διάβολος καί ὁ θεούλης», ὁ κεντρικός ἥρωας, μετά ἀπό μιά ἐναγώνια ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας κοντά στό διάβολο καί κοντά στό Θεό παρουσιάζεται νά συμπεραίνει: «Ἐγώ ὑπάρχω… μόνος ἐγώ. Ἱκέτευα ὅλον αὐτό τόν καιρό γιά ἕνα σημεῖο, ἀλλά δέν πῆρα καμία ἀπάντηση. Ὁ Οὐρανός ἀγνοεῖ ἀκόμα καί τό ὄνομά μου. Διερωτόμουνα κάθε στιγμή τί μποροῦσα νά εἶμαι ἐγώ στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Τώρα τό ξέρω: Τίποτε. Ὁ Θεός δέν μέ βλέπει.ὁ Θεός δέν μέ ἀκούει.ὁ Θεός δέν μέ ξέρει. Βλέπεις αὐτό τό κενό πάνω ἀπό τά κεφάλια μας; εἶναι ὁ Θεός. Αὐτό τό φάγωμα στήν πόρτα; εἶναι ὁ Θεός.Αὐτή τήν τρύπα στή γῆ; εἶναι ὁ Θεός.Ἡ σιωπή, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ἀπουσία, εἶναι ὁ Θεός. Ἡ μοναξιά τῶν ἀνθρώπων, αὐτό εἶναι Θεός. Ὅλον αὐτό τόν καιρό δέν ὑπῆρχα παρά ἐγώ. Ἐγώ ἀποφάσισα τό κακό. Ἐγώ μόνος μου βρῆκα τό καλό. Ἐγώ ἁμάρτησα. Ἐγώ ἔκανα τίς καλοσύνες πού ἔκανα. Ἐγώ σήμερα κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου καί ἐγώ μόνος μου μπορῶ νά τόν συγχωρήσω. Ἐγώ ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ὁ Θεός ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος εἶναι μηδέν. Ἀλλά δέν ὑπάρχει Θεός. Χαρά. Δάκρυα χαρᾶς. Ἀλληλούια. Δέν ὑπάρχει Θεός.» Καί βλέποντας τή Χίλντα, μιά γυναίκα, πού πιό πρίν δέν τολμοῦσε οὔτε ν᾽ ἀτενίσει γιά τό φόβο τῆς ἁμαρτίας, νά μπαίνει στή σκηνή, τήν πιάνει ἀπό τά χέρια φωνάζοντάς της: «Ὁ Θεός πέθανε. Δέν ἔχουμε πλέον μάρτυρα. Μόνος μπορῶ νά βλέπω τά μαλλιά καί τό μέτωπό σου. Ὤ! πῶς εἶσαι μπροστά μου ἀληθινή, ἀπό τή στιγμή πού δέν ὑπάρχει ὁ Θεός. Ἐπί τέλους εἴμαστε μόνοι».
Τά κείμενα αὐτά δείχνουν μέ σαφήνεια πώς τό μεγαλύτερο τμῆμα τῆς σύγχρονης ὑπαρξιακῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας προσπαθεῖ νά καταξιώσει τόν ἄνθρωπο ἀνεξάρτητα ἤ καί ἐνάντια στό Θεό, πράγμα πού ὀφείλεται, ὅπως εἴδαμε, στή λαθεμένη ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός δέν ἐνδιαφέρεται καί δέν ἀγαπᾶ, ἀλλά τιμωρεῖ καί ἐξουθενώνει τόν ἄνθρωπο. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία τό γεγονός ὅτι τά κείμενα αὐτά εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, πού ἔθρεψαν τή νέα εὐρωπαϊκή γενιά. Στήν Ἀμερική πάλι, ἡ ἴδια ἀντίδραση κατά τοῦ Θεοῦ τῶν σημερινῶν χριστιανῶν καί τῆς σύγχρονης συμβατικῆς θρησκευτικῆς ζωῆς παρουσιάστηκε, κυρίως κατά τήν προηγούμενη δεκαετία, κατά τρόπο πολύ πιό, θά λέγαμε, βιολογικό, μέ τήν ἐπαναστατημένη νεολαία πού φωνάζει: «Κύριοι, ὁ Θεός γιά τόν ὁποῖο μᾶς μιλᾶτε δέν ζεῖ. Καί ἡ ἴδια ἡ ζωή σας εἶναι νεκρή. Ἕνας Θεός πού δέν ἀγγίζει τήν ὕπαρξή μας, πού δέν ἔχει σχέση μέ τό σῶμα μας, μᾶς εἶναι ἄχρηστος. Ἐμεῖς θά μπορούσαμε νά παραδεχθοῦμε τόν Ἰησοῦ, πού μίλησε γιά τήν ἀγάπη. Ὁ δικός σας Θεός εἶναι ἁπλῶς χρήσιμος, γιατί σᾶς βολεύει. Τόν χρησιμοποιεῖτε ὅπου θέλετε. Ὅπως ἐμεῖς χρησιμοποιοῦμε τή μαριχουάνα. Ἄν ὑπάρχει ὁ Θεός ἄς ἔρθει νά μᾶς βρεῖ ἐδῶ πού εἴμαστε. Ἀλλοιῶς δέν ὑπάρχει Θεός.»
Ἡ πρόκληση αὐτή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἔφερε, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀναστάτωση στήν Καθολική καί Προτεσταντική Ἐκκλησία. Καί ἡ δυτική θεολογία προσπάθησε νά ἀπαντήσει. Τό ἐλπιδοφόρο ὅμως κίνημα μερικῶν Γάλλων κυρίως θεολόγων νά ξαναγυρίσουν στίς πηγές καί, τοποθετώντας στό κέντρο τῶν θεολογικῶν τους ἀναζητήσεων τήν ἔννοια τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας, νά δημιουργήσουν μιά βιβλική, λειτουργική καί πατερική ἀνανέωση βάθους, δέν μπόρεσε νά ἐπιβληθεῖ. Ἡ κίνηση αὐτή φαίνεται ὅτι μάλλον ξεπεράστηκε ἀπό τούς μοντερνιστές, πού, παρασυρμένοι ἀπό τά σύγχρονα ρεύματα, προσκολλήθηκαν στήν ἐπιφάνεια καί δημιούργησαν, ἀντίστοιχη πρός τή φιλοσοφία καί τή λογοτεχνία, τή λεγόμενη ″θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ″.
Δυό εἶναι οἱ βασικές κατευθύνσεις τῆς σχολῆς αὐτῆς: Πρώτη ἡ γραμμή τοῦ Bultmann ὁ οποῖος, ἐπηρεασμένος βασικά ἀπό τόν Heidegger βλέπει τήν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, σχέση ἡ ὁποία καί φέρνει ἤ, καλύτερα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ ἱστορική διάσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔρχεται, στήν τοποθέτηση αὐτή, σέ ἐντελῶς δεύτερη μοίρα, ὁ ἱστορικός Ἰησοῦς, ἡ ζωή, τά θαύματα, ἡ ἴδια ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μύθος, μιά δηλαδή ἀπό τίς πολλές ἐκφράσεις πού μποροῦν νά περιβάλλουν τήν οὐσία, καί ἀφοῦ σήμερα ἡ ἔκφραση, ἡ γλώσσα τοῦ κόσμου, ὁ πολιτισμός, ἔχει ἀλλάξει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀλλάξει καί ἡ ἔκφραση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Πρόκειται γιά τήν περίφημη θεωρία τῆς ″ἀπομυθεύσεως″.
Τίς ἀκραῖες συνέπειες τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀποκαλύπτει καί ὑποστηρίζει ἡ δεύτερη κατεύθυνση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία γιά νά μπορέσει ἡ Ἐκκλησία νά προσεγγίσει τόν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, εἶναι ἀνάγκη νά θέσει μερικά θεμελιώδη ἐρωτήματα πάνω στή ἔννοια τοῦ Θεοῦ, νά φθάσει νά διερωτηθεῖ σοβαρά γιά τήν πραγματικότητα τῶν μυστηρίων καί τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀντιμετωπίσει τό θεμελιακό ἐρώτημα, μήπως ὁ Θεός δέν βρίσκεται πλέον στίς σκέψεις καί τίς περιγραφές πού δίνει τό Εὐαγγέλιο, καί στίς ἰδέες-δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου, μήπως δηλαδή τό πραγματικότερο μυστήριο σήμερα, τό ἀληθινό ἔργο τοῦ λαοῦ, ἡ σύγχρονη χριστιανική λειτουργία (λαοῦ-ἔργον) πρέπει νά εἶναι ὄχι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἀλλά ἡ πρός τόν πλησίον ἀγάπη, ἡ πολιτική καί ὁ συνδικαλισμός. Γύρω ἀπό αὐτή τήν προβληματική γράφτηκαν βιβλία μέ τούς χαρακτηριστικούς τίτλους «Θεός χωρίς Θεό», «Τό Εὐαγγέλιο τοῦ ἄθεου Χριστιανισμοῦ», «Ἡ νέα οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ», «Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ὁ πολιτισμός τῆς μεταχριστιανικῆς ἐποχῆς» κ. ἄ.
Πρός στό πολύπλευρο καί πολυσήμαντο αὐτό φαινόμενο τοῦ ″θανάτου τοῦ Θεοῦ″ ποιά μπορεῖ ἄραγε νά εἶναι ἡ στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς; Ὅπως σέ κάθε θέμα, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι καί ἐδῶ ταυτόχρονα κριτική καί οἰκοδομητική.
Προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσει ὁ ὀρθόδοξος μελετητής τό φαινόμενο τοῦ ἄθεου οὐμανισμοῦ, διαπιστώνει ὅτι πρόκειται στήν οὐσία γιά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ καί ὅτι ἡ διαδικασία ἀνάπτυξης τοῦ σύγχρονου ἀθεϊσμοῦ ἐπαναλαμβάνει, ὅπως ἀποκαλύπτουν τά ἴδια τά κείμενά του, στίς κεντρικές γραμμές τή διαδικασία τῆς πτώσεως.
Ἡ Ἁγία Γραφή διδάσκει πράγματι ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ καί τοῦ ἔδωσε τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ἦταν νά ὑψωθεῖ σέ Θεάνθρωπο. Γιά νά γίνει αὐτό, ἔπρεπε ὁ Ἀδάμ νά προσανατολισθεῖ σωστά, νά τοποθετηθεῖ θετικά μπροστά στό Θεό καί νά βαδίσει τό δρόμο πού ὁδηγοῦσε σ᾽ Αὐτόν. Ἀλλά ὁ διάβολος κατόρθωσε νά τόν πείσει ὅτι ὁ Θεός τόν ζηλεύει καί θέλει νά τόν κρατᾶ δοῦλο Του καί ἔτσι τόν κίνησε σέ ἀνταρσία, τόν παρέσυρε σ᾽ ἕναν ἄλλο δρόμο, πού θά τόν ὁδηγοῦσε δῆθεν ἀμέσως καί θά τόν ἔκανε τόν ἴδιο καί κατά τρόπο αὐτόνομο Θεό. Ὁ δρόμος ὅμως αὐτός ἦταν οὐσιαστικά ἀνύπαρκτος καί ἔτσι ἡ ἀλλαγή πορείας τοῦ Ἀδάμ δέν ἦταν στήν πραγματικότητα παρά ἕνας ἐκτροχιασμός, μιά συντριβή στό κενό. Μακριά ἀπό τό χῶρο στόν ὁποῖο ἀκούγεται ὁ ζωηφόρος Λόγος τοῦ Θεοῦ, στή χώρα τῆς ἀν-ὑπακοῆς, ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε πλέον καί μακριά ἀπό τήν ἀληθινή ζωή. Ἔχασε τήν ″πνοή τῆς ζωῆς″, πού τοῦ ἔδωσε κατά τή δημιουργία ὁ Θεός. Ξανάγινε πάλι ″χοῦς ἀπό τῆς γῆς″, ξέπεσε στήν ἁπλή βιολογική, τήν ἐν φθορᾷ ζωή, πού εἶναι ὁ θάνατος.Ὁ ζόφος καί τό σκοτάδι, ἡ κυριαρχία τῶν ἐνστίκτων, τό ἄγχος τῆς αὐτοσυντηρήσεως κάνει στό ἑξῆς, μακριά ἀπό τό Θεό, τόν ἄνθρωπο ἀποκρουστικό καί ἐχθρό τόν ἕνα γιά τόν ἄλλο. Ὁ Κάϊν σκοτώνει τόν Ἄβελ καί ὁ ἀνθρωπιστής Sartre ἀνακαλύπτει μέ φρίκη ὅτι «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή του».
Ἡ ἐπαγγελία τοῦ αὐτονόμου ἀνθρωπισμοῦ ἀποδεικνύεται μέ τόν τρόπο αὐτό πώς εἶναι ἡ διαβολική πρόκληση πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἐξορίσει ἀπό τόν κόσμο του τό Θεό: «Θέλω ἀνθρώπους παντοῦ, γύρω μου, πάνω μου, ἀνθρώπους πού νά μοῦ κρύβουν τόν οὐρανό» (Sartre). Τό διώξιμο ὅμως τοῦ Θεοῦ ἀφήνει ἀναπόφευκτα στόν κόσμο ἕνα φρικαλέο κενό: «Σκότωσα τό Θεό, γιατί μέ χώριζε ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά πού ὁ θάνατός του κάνει τελεσίδικο τό χωρισμό» (Sartre).
Ἡ φιλάνθρωπη διάθεση τοῦ γιατροῦ τῆς «Πανούκλας» (Camus) παραχωρεῖ ἔτσι γρήγορα τή θέση της στόν ἀδιάφορο γιά ὅλους καί ὅλα «Ξένο». Ἡ περιγραφή τοῦ μακάβριου κενοῦ τοῦ θανάτου ὁλοκληρώνεται στό «Νεκροί χωρίς τάφο». Ἐνῶ ἡ ἀποσύνθεση τῆς ζωῆς ἀποκαλύπτεται σ᾽ ὅλη της τήν τραγικότητα σέ ἔργα σάν τόν «Τεῖχο» καί τό «Περιμένοντας τόν Γκοντό».
«Τί μέρα εἶναι σήμερα;» ρωτάει ὁ ἕνας ἀλήτης στό ἔργο αὐτό.
– «Πέμπτη.
– Πέμπτη εἶπε ὅτι θά ᾽ρθει.
– Κι ἄν σήμερα εἶναι Παρασκευή;
– Μπορεῖ νά ᾽ναι καί Τρίτη.
– Τί λές, ξαναρχόμαστε αὔριο;
– Ναί, ἀλλά νά φέρουμε καί τό σχοινί.
– Κι ἄν δέν ἔρθει;
– Θά κρεμαστοῦμε.
– Ἄν ἔρθει;
– Θά σωθοῦμε».
Καί σέ λίγο:
– «Εἴμαστε ἀνεξάντλητοι», λέει ὁ ἕνας.
– «Γιά νά μή σκεφτόμαστε», ἀποκρίνεται ὁ ἄλλος.
– «Ὅλο καί βρίσκουμε κάτι πού μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση πώς ὑπάρχουμε»!
– «Ὑπάρχουμε, πάλι ὑπάρχουμε, αὐτή ἡ προαιώνια δυστυχία»!…
«Καί ὅλο λένε νά φύγουν», σημειώνει ὁ κριτικός, «καί ὅλο κάθονται ἐκεῖ, στό ἄδειο μέρος. Ἄλλωστε καί νά φύγουν καί πού μένουν δέν ἔχει νόημα. Εἶναι τό ἴδιο. Γιατί τίποτε δέν πρόκειται νά ἀλλάξει. Κι ἀλλοῦ δέν ὑπάρχει παρά ὁ ἀκίνητος θάνατος, κι ἐδῶ δέν ὑπάρχει παρά ἡ θανάσιμη ἀκινησία».
Ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι στήν προσπάθειά τους νά σκοτώσουν τό Θεό, ὁ Ἀδάμ καί οἱ σύγχρονοι ἀθεϊστές δέν κατορθώνουν παρά νά σκοτώσουν τόν ἄνθρωπο. Ἀπομακρύνοντας ἀπό τήν κοινωνία τους τό Θεό, χάνουν τό κέντρο τῆς ζωῆς τους, μένουν ἀνέστιοι, ἔρημοι καί νεκροί. Τά ἴδια τά κείμενά τους, ἐνῶ μιλᾶνε γιά τό θάνατο τοῦ Θεοῦ δέν ἀποδεικνύουν στήν πραγματικότητα παρά τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Φαίνεται πώς τό ἐρώτημα «νά ζεῖ κανείς ἤ νά μή ζεῖ» βρῆκε ἀπάντηση στήν ἐποχή μας: Νά ζεῖ κανείς καί νά μή ζεῖ.
Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τώρα τήν προσπάθεια τῆς δυτικῆς θεολογίας νά λύσει τό ὀξύ περί Θεοῦ πρόβλημα, ὁ ὀρθόδοξος μελετητής βρίσκεται στήν ἀνάγκη νά ὁμολογήσει μέ εἰλικρίνεια πόσο συμπαθής τοῦ εἶναι ἡ προσπάθεια αὐτή ἀλλά καί πόσο ἀνεπιτυχής καί ἐπικίνδυνη ἀποκαλύπτεται, στό φῶς τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ἡ λύση πού δίνεται.
Τό νά μιλήσει πράγματι ὁ θεολόγος τή γλώσσα τῆς ἐποχῆς του εἶναι καθῆκον πρωταρχικό. Ἡ μεταγλώττιση τοῦ κηρύγματος εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετο πού τό χάρισε μέ τόν Παῦλο ὁ Χριστός στήν κάθε ἐποχή καί πού τό ἐπιβεβαίωσε ἡ πράξη τῶν Πατέρων τοῦ Δ’ καί τοῦ ΙΔ’ αἰώνα. Ἀλλά καί ἡ πιστότητα στήν ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ, στό γεγονός δηλαδή ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἀληθινά καί πραγματικά ἄνθρωπος τόν καιρό τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου καί ὅτι σταυρώθηκε, πέθανε καί ἀναστήθηκε καί, μολονότι ἀναλήφθηκε, συνεχίζει νά βρίσκεται ἀληθινά καί πραγματικά, ἱστορικά, μέ τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στούς αἰῶνες τό ἱστορικό σῶμα του, ἀποτελεῖ τόν πυρήνα τοῦ χριστιανισμοῦ. Καί αὐτόν τόν πυρήνα κινδυνεύουν νά ἀρνηθοῦν οἱ δυτικοί θεολόγοι τῆς σχολῆς τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Στήν καλοπροαίρετη καί εὐγενική προσπάθειά τους νά προσεγγίσουν τόν ἄθρησκο σημερινό ἄνθρωπο, ἀντί νά κατέβουν στήν οὐσία καί νά προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τόν ἀληθινό Θεό, βγαίνουν στήν ἐπιφάνεια, ἐγκαταλείπουν διαδοχικά καί οἱ ἴδιοι τή θρησκεία, τήν Ἐκκλησία, τό Χριστό, φθάνουν σ᾽ ἕνα Θεό χωρίς Χριστό, σ᾽ ἕνα Θεό ἄσαρκο , σέ μιάν ἰδέα, πού μπορεῖ βέβαια νά εἶναι ἕνας κάποιος φιλοσοφικός Θεός, ἀλλά δέν εἶναι ὁ Θεός τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ, ὁ Θεός πού σώζει. Ἔτσι ἡ θεολογία αὐτή μπορεῖ νά εἶναι ἐπίκαιρη, ἀλλά δέν εἶναι κήρυγμα σωτηρίας καί παρόλη τή συμπάθεια πού μπορεῖ νά τρέφει ἕνας ὀρθόδοξος γιά τίς προθέσεις της, δέν μπορεῖ παρά νά τονίσει ὅτι, ἄν τελικά ἐπικρατήσει στή Δύση, θά σημάνει ἀναπόφευκτα τό ἱστορικό τέλος τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτό τό βασικό κίνδυνο πρέπει νά τονισθεῖ πώς ἡ θεολογία τῆς σχολῆς αὐτῆς εἶναι ἀνίκανη νά συζητήσει στήν οὐσία μέ τόν ἀθεϊσμό. Καί τοῦτο, ἐπειδή ἡ λύση τήν ὁποία προσφέρει εἶναι ἐπιφανειακή καί θεωρητική, δέν ἀγγίζει τήν οὐσία τῶν πραγμάτων καί δέν αἴρει οὔτε στό παραμικρό τίς οὐσιώδεις περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου παρεξηγήσεις, πού ὁδήγησαν στήν κατά τοῦ Θεοῦ ἐπανάσταση τοῦ οὐμανισμοῦ.
Τό σύγχρονο ὑπαρξιακό κίνημα ζητάει κατά τρόπο ἐπίμονο καί ἀπόλυτο ἕνα ἀξιοπρεπές νόημα γιά τή ζωή καί ἕναν ἀξιοπρεπή προορισμό γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ἡ θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο, ἐκκοσμικεύει τό Θεό καί ἔτσι ἀναπόφευκτα ὑποβιβάζει ἀκόμα περισσότερο τόν ἄνθρωπο. Στό φαῦλο κύκλο πού δημιουργεῖται, ἡ κίνηση εἶναι φυγόκεντρη καί ἀπομακρύνει ὅλο καί περισσότερο τή δυτική σκέψη, φιλοσοφική καί θεολογική, ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας πού εἶναι ἡ ἱστορική ἀνασυγκρότηση καί ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἡ νοηματοποίηση, ἑνοποίηση καί ἀθανατοποίηση τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς ἐπίγειας μαζί καί οὐράνιας ζωῆς του.
Στό σημεῖο αὐτό ἀποκαλύπτεται ἡ κεντρική ἀδυναμία τῆς δυτικῆς σκέψης, δηλαδή ὁ χωρισμός καί ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στό ἱστορικό καί τό ὑπερβατικό, τό ἐπίγειο καί τό οὐράνιο, τό χρονικό καί τό αἰώνιο. Ὅσα εἴπαμε ὥς ἐδῶ ἔδειξαν ὅτι ἡ μεταγενέστερη δυτική θεολογία ὑποτίμησε τό ἱστορικό γιά χάρη τοῦ ὑπερβατικοῦ, ὅτι ὁ οὐμανισμός, φθάνοντας στό ἄλλο ἄκρο ἀπέρριψε τό ὑπερβατικό γιά νά διασώσει τό ἱστορικό, καί ὅτι ἡ μοντέρνα δυτική θεολογία, γιά νά πλησιάσει τόν οὐμανισμό, κηρύττει ἕνα νέο σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἐκκοσμικευμένο Θεό. Ἀλλά ἔτσι ἡ ἀπομάκρυνση εἶναι μεγάλη καί ἡ ἀνάγκη γιά τήν παρέμβαση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκαλύπτεται ἄμεση.
Ποιά ὅμως θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας στή λύση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ; Τά ὅρια ἑνός δοκιμίου δέν ἐπιτρέπουν νά δοθεῖ στό ἐρώτημα πλήρης καί διεξοδική ἀπάντηση. Μετά τήν παρουσίαση καί τήν ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου, ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γίνει στή συνέχεια εἶναι νά προσδιορίσουμε μιά νέα κατεύθυνση λύσεως, μιά νέα προοπτική μέσα στήν ὁποία τό πρόβλημα εἶναι νά κατανοηθεῖ πληρέστερα καί νά λυθεῖ ἀνετότερα, νά ὑπογραμμίσουμε δηλαδή μερικές βασικές καί ἀναγκαῖες γιά τή λύση τοῦ προβλήματος προϋποθέσεις.
Ἡ νέα αὐτή προοπτική πού προτείνει ἡ Ὀρθοδοξία, μπορεῖ ἀπό τήν ἀρχή νά χαρακτηριστεῖ ὄχι σάν κλασματική καί ἀποσπασματική, ἀλλά ὡς συνθετική καί καθολική. Στήν προοπτική αὐτή τά πράγματα ἀντί νά χωρίζονται ἤ νά ἀντιδιαστέλλονται, ἀλληλοσυμπληρώνονται καί ἑνώνονται. Αὐτό φαίνεται καθαρά καί στά τρία ἀντιθετικά ζεύγη, αἰωνιότης ἤ χρόνος, μέλλουσα ἤ παρούσα ζωή, Θεός ἤ ἄνθρωπος, πού ὅπως εἴδαμε βρίσκονται στή ρίζα τοῦ προβλήματος τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ καί ταλαιπωροῦν τίς τελευταῖες δεκαετίες τή Δύση. Γιά τή Δύσι ἡ ταλαιπωρία αὐτή εἶναι φυσική καί ἀναπόφευκτη, γιατί ἀπό τή στιγμή πού οἱ πραγματικότητες πού ἀποτελοῦν τά παραπάνω ζεύγη χωριστοῦν καί τοποθετηθοῦν μπροστά στόν ἄνθρωπο ἀντιθετικά, χάνουν τή γνησιότητά τους, μετατρέπονται σέ δυό φοβερές χοάνες, ἔτσι ὥστε σέ ὁποιαδήποτε κι ἄν προτιμήσει νά πέσει ὁ ἄνθρωπος, καταποντίζεται.
Ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη προοπτική οἱ πραγματικότητες αὐτές συνυπάρχουν, ἡ μιά προσδιορίζει τήν ἄλλη καί ταυτόχρονα ὁλοκληρώνεται ἀπό τήν ἄλλη.
Ὁ Γιάννης Ξενάκης ἔλεγε πρό καιροῦ ὅτι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει στή σύνθεση τῆς μουσικῆς του εἶναι ἡ μονοδιάστατη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού διαθέτουμε, ὁ εὐθύγραμμος χωρισμός τοῦ χρόνου σέ παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Καί διαλογιζόταν ποιές καινούργιες προοπτικές θά ἀνοίγονταν στή μουσική, ἀλλά καί στίς ὑπόλοιπες δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου, ἄν μποροῦσε νά ὑπάρξει μιά ἄλλη ἀντίληψη τοῦ χρόνου πού θά ξεπερνοῦσε αὐτό τό γνωστό μας σχῆμα. Ἀλλά ἡ ἄλλη αὐτή ἀντίληψη ὑπάρχει. Ὁ χρόνος στόν ὁποῖο τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία ἔχει μέσα του πραγματικά ἐνεργό τόσο τό παρελθόν, ὅσο τό παρόν καί τό μέλλον. Μέσα στήν ὀρθόδοξη παράδοση τό νόημα τοῦ χρόνου βρίσκεται ἀκριβῶς στό ὅτι προσδιορίζει, κάνει συγκεκριμένη καί ἀποκαλύπτει τήν αἰωνιότητα, ἐνῶ ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ αἰωνιότης ὁλοκληρώνει τό χρόνο, ἀποτελεῖ τό τέλος του, δηλαδή τό σκοπό καί τό περιεχόμενό του.
Ἡ σχέση αὐτή ἀποκαλύπτεται μέ μεγαλύτερη σαφήνεια στό δεύτερο ζεῦγος, σέ ὅ,τι δηλαδή ἀφορᾶ τή μέλλουσα καί τήν παρούσα ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τήν Ὀρθοδοξία ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία καί ἑνιαία, εἶναι ἡ ζωή ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ προσώπου, τό ὁποῖο ἀρχίζει νά ὑπάρχει ἐδῶ καί συνεχίζει νά ὑπάρχει χωρίς καμιά διακοπή στόν οὐρανό. Ἔτσι ἡ μέλλουσα ζωή δέν συνθλίβει οὔτε σχετικοποιεῖ τήν παρούσα, ἀλλά ἀντίθετα, τῆς δίνει νόημα καί συνέχεια, ἀφοῦ ὅ,τι κάνουμε σ᾽ αὐτή τή ζωή δέν εἶναι τυχαῖο καί ἀποσπασματικό, ἀλλά εἶναι κάτι πού προορίζεται νά μείνει καί στήν ἄλλη. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἄποψη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μιά ψυχή φυλακισμένη σ᾽ ἕνα σῶμα, δηλαδή μιά ψυχή πού θά ἀρχίσει νά ζεῖ ὅταν ἐλευθερωθεῖ ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἕνα πρόσωπο πού ἀρχίζει νά ζεῖ μιά χρονική στιγμή καί καλεῖται νά μήν πεθάνει, ἀλλά νά ζήσει αἰώνια. Ψυχή, ὅπως εἶναι γνωστό, σημαίνει στή γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ζωή ἀληθινή καί αἰώνια καί τό «τί ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίςῃ τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» σημαίνει ἀκριβῶς «τί θά ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος ἄν κερδίσει ὅλο τόν κόσμο καί χάσει τή ζωή του;» ἤ «τί ἀντάλλαγμα μπορεῖ νά δώσει κανείς σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο γιά νά πάρει τή ζωή του;»
Ἔτσι ἡ ἀντίδραση τοῦ Camus στό νά δεχθεῖ τή μέλλουσα ζωή, πού εἴδαμε ὅτι ὀφείλεται στό γεγονός πώς δέν βλέπει νά ὑπάρχει καμιά σχέση ἀνάμεσα σ᾽ αὐτή καί σέ τούτη ἐδῶ τή ζωή, γίνεται φανερό ὅτι στήν προοπτική αὐτή αἴρεται. Εἶναι μάλιστα ἀπό τήν ἄποψη αὐτή χαρακτηριστική ἡ ἀναφώνησή του ὅταν διάβασε τό βιβλίο τοῦ Λόσσκυ, «Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς»: «Ἐπί τέλους τώρα μποροῦμε νά συζητήσουμε μέ τό Χριστιανισμό».
Ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς καθολικῆς αὐτῆς ὀρθόδοξης προοπτικῆς εἶναι φανερή καί στήν ἄρση τοῦ τρίτου ἀντιθετικοῦ ζεύγους, στήν κατάργηση τῆς ἀντιδικίας ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ἡ σχετική διδασκαλία τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς τήν «δόξα», δηλαδή τή φανέρωση καί τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γιά τήν Ὀρθοδοξία ἀληθινά καί πραγματικά ἡ ἐν χρόνῳ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέ βρίσκει τήν ὁλοκλήρωση καί τήν πληρότητά του παρά μόνο στό Θεό. Τό ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ᾽ εἰκόνα Του» σημαίνει γιά τούς ὀρθόδοξους Πατέρες ὅτι τόν ἔπλασε μέ τόν προορισμό νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «Θεός κεκελευσμένος». Τείνει πρός τό Θεό, καλεῖται νά ὑψωθεῖ ὥς τό Θεό, νά γίνει θεάνθρωπος. «Καί γάρ διά τόν καινόν Ἄνθρωπον» (τόν Θεάνθρωπο), γράφει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, συζητώντας τόν ΙΔ’ αἰώνα μέ τούς ἀνθρωπιστές, «ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς.καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός Ἐκεῖνον κατεσκευάσθη.καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν.ἐπιθυμίαν, ἵνα πρός Ἐκεῖνον τρέχωμεν.μνήμην ἔσχομεν ἵν᾽ Ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεί καί δημιουργημένοις Αὐτός ἀρχέτυπον ἦν». Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο κατά τόν ἴδιο Πατέρα, ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό ὕψιστο «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων», τό ἔσχατο καί τό ἀκρότατο τῶν ἐφετῶν.
Ἔτσι ὁ Θεάνθρωπος, πού, ἀντί νά χωρίζει ἑνώνει ὑποστατικά, ἀσύγχυτα, καί ἀδιαίρετα, τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ καλύτερη ἀποκάλυψη καί τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, τό κλειδί γιά τήν κατανόηση ὁλοκλήρου τοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ὁλοκληρώνει τόν ἄνθρωπο, ἀποκαλύπτει τό Θεό, εἶναι ἡ τελείωση τῆς Ἱστορίας. Γι᾽ αὐτό καί ἀποτελεῖ τό ὕψιστο καί ἔσχατο κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός εἶναι, πρῶτα, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ὁ τελειότατος Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, τό ὕψιστο γέννημα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁ Ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀναδύεται, ἐμφανίζεται στήν ἱστορία, τή στιγμή πού ἡ ἀνθρώπινη φύση φθάνει στόν ἔσχατο προορισμό της, πού ἑνώνεται ὑποστατικά μέ τή θεία. Ὑπῆρξαν πολλοί ἄθεοι μέσα στούς αἰῶνες πού ὑποστήριξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει Θεός ἀνεξάρτητα ἀπό τό Θεό. Ἀλλά ἡ αἵρεση ποτέ δέν εἶναι τόσο τολμηρή ὅσο ἡ ἀλήθεια. Καί κανένας ποτέ αἱρετικός δέν ἔφθασε στήν τόλμη τῶν ὀρθόδοξων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως τούς ἑρμηνεύει μέ σαφήνεια ἀπαράμιλλη στίς Θεομητορικές ὁμιλίες του ὁ Καβάσιλας, τονίζουν ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς μπορεῖ νά γίνει Θεός, ἀλλά καί νά γεννήσει μέσα στήν ἱστορία τό Θεό. Γιά τήν Ὀρθοδοξία τό μεγαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι ἀκριβῶς τό ὅτι ἀξιώνεται νά γίνει Θεοτόκος. Καί αὐτό τό μεγαλεῖο ἀποκαλύπτει, διασφαλίζει καί πιστοποιεῖ ὁ Μονογενής Υἱός τῆς Θεοτόκου.
Ἀλλά ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Χριστός ἀποκαλύπτει καί τήν πραγματική φύση τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀποκαλύπτει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, καί εἶναι γνωστό ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα βεβαιώνει μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Πρόκειται γιά μιά ἀγάπη πού δέν εἶναι οἶκτος ἤ ἐλεημοσύνη, ἀλλά πραγματική φιλία, βαθύς δηλαδή σεβασμός καί ἐκτίμηση, φιλανθρωπία. Γιατί ὁ Θεός, παρόλο πού μπορεῖ, δέ νικᾶ ὁ Ἴδιος μέ τή δύναμή Του τό θάνατο καί τό διάβολο, δέν χαρίζει συγκαταβατικά στόν ἄνθρωπο τή σωτηρία, ἀλλά γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος, ἔτσι ὥστε ἕνας ἄνθρωπος νά νικήσει τό θάνατο, γιά νά μποροῦν στή συνέχεια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά τόν νικήσουν. Ὑπομένει ὁ Θεός, ὡς ἄνθρωπος πού ἦταν, τούς ἐμπτυσμούς καί τούς κολαφισμούς, γιά νά καθαρισθεῖ καί νά λάμψει στό ἀρχέγονο κάλλος του ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Πιλάτος τή Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τόν ταπεινωμένο Θεό, ἀναφωνεῖ τό ἀποκαλυπτικό: «Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος».
Ἀκόμα περισσότερο, ὁ Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει ἀληθινά καί πραγματικά ὡς ἄνθρωπος πραγματικός πού ἦταν, καί ἀφοῦ ἦταν Θεός, ἀνασταίνεται. Καί ἔτσι μέσα στό Χριστό ἀνασταίνεται ὁ ἄνθρωπος. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν… τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».Ὁ σκοπός συνεπῶς γιά τόν ὁποῖο πεθαίνει ὁ Θεός, γίνεται ἔτσι φανερό, ὅτι εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Καί αὐτό ἀκριβῶς τό σκοπό θέλει νά κάνει φανερό καί νά πιστοποιήσει ὁ Κύριος, ὅταν λίγες μέρες πρίν ἀπό τό θάνατό Του περνάει ἀπό τή Βηθανία κι ἀνασταίνει τό Λάζαρο. «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός», τονίζει τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.
Ἀλλά ἤδη γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη προοπτική, στήν ὁποῖα προσπαθήσαμε νά τοποθετήσουμε τό θέμα μας, μᾶς ὁδηγεῖ στόν πυρήνα τοῦ προβλήματος, τόν ἱστορικό δηλαδή καί πραγματικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί φθάνοντας στόν πυρήνα βλέπουμε νά ξεπηδάει μπροστά μας καί ἡ λύση. Γιατί ἡ ἴδια ἡ φύση τῶν πραγμάτων μᾶς παρουσιάζει μέ σαφήνεια ὡς ὀρθόδοξη ἀπάντηση στό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Τό σημεῖο αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα τῆς χαρμόσυνης ἀγγελίας τῆς σωτηρίας. Ἀκριβέστερα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ σωτηρία. «Εἰ γάρ νεκροί οὐκ ἐγείρονται», διακηρύττει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «μάταια ἡ πίστις ἡμῶν». «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καλεῖ τούς ἀνθρώπους σέ πανηγυρισμό: Κανείς πλέον ἄς μή θρηνεῖ γιά ἁμαρτίες καί πταίσματα.«συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον.ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Πλέον «ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».
Ἀπό τό ὕψος αὐτό τῆς ἀληθινῆς καί πραγματικῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρη ἡ προβληματική τῶν φιλοσόφων καί τῶν θεολόγων τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ γίνεται φανερό πώς βρίσκεται σέ δεύτερη μοίρα. Εἴδαμε πράγματι, ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς σχολῆς αὐτῆς μιλοῦν ὄχι γιά τόν ἱστορικό θάνατο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά τό θάνατο μιᾶς ἰδέας περί τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι γι᾽ αὐτούς ἕνα λεκτικό τέχνασμα, πού χρησιμοποιεῖται γιά νά καλύψει τήν ὄζουσα πραγματικότητα, πού, ὅπως μᾶς ἔδειξε ἡ σύντομη μελέτη τῶν κειμένων τους, εἶναι καί γι᾽ αὐτούς τούς ἰδίους ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά τό κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πού δέν εἶναι μιά ἰδεολογία ἤ μιά φιλοσοφία, ἀλλά μιά πραγματική ἱστορία, εἶναι ὁ πραγματικός καί ἱστορικός θάνατος τοῦ Θεοῦ, πού φέρνει ἀκριβῶς τήν πραγματική καί ἱστορική ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ δέ Ἰησοῦς… κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τό πνεῦμα. Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, καί ἡ γῆ ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν καί τά μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί ἐξελθόντα ἐκ τῶν μνημείων εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».
Ἔτσι γίνεται φανερό πώς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μπορεῖ νά κηρύξει πολύ πιό πραγματικά ἀπό τούς ἀθέους τό θάνατο τοῦ Θεοῦ. Τήν Μ. Παρασκευή στόν Ἐπιτάφιο οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν ἀληθινά καί πραγματικά αὐτό τό θάνατο. Ἀλλά τό θαῦμα τῆς Μ. Παρασκευῆς εἶναι ὅτι οἱ πιστοί κηδεύοντας τό Θεό πανηγυρίζουν τή νέκρωση τοῦ θανάτου καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Τέτρωται Ἅδης ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν.καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων, Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητός εἶ». «Σύ γάρ τεθείς ἐν τάφῳ κραταιέ, ζωαρχική παλάμῃ τά τοῦ θανάτου κλεῖθρα διεσπάραξας καί ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾽ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ, γεγονώς νεκρῶν πρωτότοκος». Ὁ Χριστός λοιπόν πέθανε πραγματικά, ἀλλά πέθανε γιά νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ πού βρίσκεται, μέσα στή φθορά καί τό θάνατο, μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἀπογοήτευση, μέσα στό ἀνόητο καί τό παράλογο, καί νά τόν ἀναστήσει.
Ἄν δέν πέθαινε, ἡ σάρκωσή του δέν θά ἦταν πλήρης, θά ἦταν φαινομενική. Ἀλλά πέθανε πραγματικά, γιατί πῆρε στά σοβαρά τή θνητή κατάστασή μας. Γιατί ἔγινε σέ ὅλα τά σημεῖα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅ,τι εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τό Θεό, ἐκτροχιάστηκε στό κενό καί ἐξαφανίστηκε μέσα στήν ἁμαρτία. Καί ὁ Θεός κενώνεται μέσα στό χῶρο τῆς ἁμαρτίας, φοράει ἀναμάρτητα ὡς σάρκα του τή σάρκα τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἁγιάζει. Χύνεται σάν μύρο στό βόρβορο τῆς δυσωδίας καί μετατρέπει τή δυσωδία σέ εὐωδία. Ζεῖ τήν ἁπλή καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς δίνει νόημα, τή γεμίζει ἀπό τήν αἰωνιότητα. Ἐργάζεται χειρωνακτικά γιά νά φανερώσει ὅτι καί ἡ πιό μονότονη καθημερινή δουλειά ἔχει αἰώνιο σκοπό καί περιεχόμενο. Ὑποφέρει, θλίβεται, ἀγωνιᾶ γιά νά μή μείνει κανένα τμῆμα καί καμιά μορφή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, πού νά μή τήν ἔχει ὁ Ἴδιος ζήσει. Καί, ὁλοκληρώνοντας αὐτή τή συμμετοχή στά ἀνθρώπινα, φθάνει ὥς τό θάνατο. Γιατί θέλει νά εἶναι κοντά μας ὁπουδήποτε κι ἄν βρισκόμαστε.
Ἔτσι, ἄν βρεθοῦμε στή χειρότερη ἀπελπισία, πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀπελπισία. Ἄν βρεθοῦμε στήν ἀγωνία, ὁ Χριστός εἶναι πάλι δίπλα μας, γιατί ἔζησε τήν ἀγωνία. Ἄν βρεθοῦμε σέ ἐγκατάλειψη καί μοναξιά, μποροῦμε νά ξέρουμε πώς κανείς δέν ὑπῆρξε περισσότερο μόνος ἀπό Αὐτόν πού ἔνιωσε πάνω στό Σταυρό νά τόν ἐγκαταλείπει ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας του. Ὅσο χαμηλά καί νά κατεβοῦμε, ὅσο καί νά ξεπέσουμε, ὁ Χριστός εἶναι κάτω ἀπό μᾶς, ἀφοῦ βρίσκεται στόν Ἅδη. Ἀκόμα κι ἄν πεθάνουμε, μέσα στό χάος τοῦ θανάτου μᾶς περιμένει ὁ Χριστός.
Γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ παρηγοριά καί ἐλπίδα τῶν πιστῶν. «Ὁ Σταυρός Σου, Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου». Καί τό κήρυγμα τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύεται ἔτσι τό καύχημα, ἡ νίκη καί ἡ δόξα ὄχι τῶν ἀπίστων, ἀλλά τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός πέθανε, ἀλλά ὁ Χριστός ἀνέστη. Μιά Κυριακή πρωί στήν Ἰερουσαλήμ ἐπί Ποντίου Πιλάτου ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ Χριστός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἀνέστη ἀληθινά καί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ὁ Χριστός ἀναστάς συνέτριψε τά δεσμά τῆς φθορᾶς καί ἐλευθέρωσε τόν αὐτοδεσμώτη ἄνθρωπο, νέκρωσε τό κεντρί τοῦ θανάτου καί χάρισε στόν ἄνθρωπο τή ζωή. Γκρέμισε τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», ἔφερε στό θάνατο τή ζωή, στό χρόνο τήν αἰωνιότητα, στή γῆ τόν οὐρανό, στόν ἄνθρωπο τό Θεό, «πάντα ἀναμίξ γέγονε».
Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀνάσταση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάσταση ὄχι μονάχα τῆς ψυχῆς, μά καί τοῦ σώματός του, εἶναι φυσικό νά ἀκολουθεῖται καί ἀπό τήν ἀνάσταση τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πολιτισμοῦ, καί μαζί καί τῆς κτίσης, πού εἶναι ἡ προέκταση τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ , τό Ἅγιο Πνεῦμα ξεχύνεται σέ ὁλόκληρη τήν κτίση, τό ψωμί καί τό κρασί μετατρέπονται σέ Σῶμα καί σέ Αἷμα Χριστοῦ. Σπάζουν οἱ περιορισμοί τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου, ἀρχίζει ὁ καινούργιος λειτουργικός χρόνος καί ὁ καινούργιος λειτουργικός χῶρος, ἐγκαινιάζονται οἱ καιροί τῶν ἐσχάτων.
«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια.ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».
«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἰερουσαλήμ.ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνέτειλε.χόρευε νῦν καί ἀγάλλου Σιών.σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».
Τό ὅτι πέθανε λοιπόν ὁ Θεός ἔγινε φανερό πώς σημαίνει γιά τήν Ὀρθοδοξία ὅτι ἀνέστη ὁ ἄνθρωπος καί καθετί πού δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅτι, σέ τελευταία ἀνάλυση, ἔχει νόημα καί ἐνδιαφέρον, ὅτι γίνεται ὡραία καί ἀθάνατη ἡ ζωή.