Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτρέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτρέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

«ΜΑΤΩΜΕΝΩΝ ΡΑΣΩΝ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ»

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Αιμιλιανός Λαζαρίδης, Μητροπολίτης Γρεβενών — Εθνοϊερομάρτυρας του Μακεδονικού Αγώνα (1871–1911)
«Τὸν ἔσφαξαν τῶν Γρεβενῶν τὸν ἄφοβο Δεσπότη,
τὸν ἔσφαξαν τὸν ἄξιο τοῦ γένους στρατιώτη·
θρήνησε σκλάβα, θρήνησε κι ἄλλη μεγάλη μίτρα,
ποῦ τὴν αἱματοκύλισαν τῆς ‘λευθεριᾶς τὰ φύτρα.
Τυλίξου πάλι, δύστυχη, μὲ μάτια βουρκωμένα σὲ ῥάσα ‘ ματωμένα.Βλέπεις τὴν ἄτιμη σφαγὴ κι’ ἐκδίκησί μου μόνη,μένουν καμπόσα δάκρυα καὶ βογγητὰ καὶ πόνοι.Καὶ τὄχεις γιὰ παρηγοριὰ στὴν μαύρη τὴν ὀρφάνια,νὰ πλέκῃς μὲ τἀγκάθια σου μαρτυρικὰ στεφάνια.Κι ἄν ἕνας εἶναι σήμερα μ’ ἄλλων καιρῶν αἰσθήματα,ποῦ νὰ πονῇ τοὺς μάρτυρας, τῶν ἰδεῶν τὰ θύματα,ἐκεῖνος ἄς τρανολαλῇ ‘στὰ δάκρυα πνιγμένος.Κατάρα σ’ ὅσους ἔκαναν νὰ σφάζεται τὸ γένος. (Γ.Σουρής)»
 
Σαν σήμερα πριν 115 χρόνια, 1 Οκτωβρίου 1911, ο Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Λαζαρίδης έπεφτε νεκρός στη Μακεδονική γη μαζί με τον διάκονό του Δημήτριο και τον αγωγιάτη Αθανάσιο από τα χέρια των αδίστακτων και ανίερων κομιτατζήδων. Η ίδια η Ιερά Μητρόπολη Γρεβενών τον τιμά ως Εθνοϊερομάρτυρα, σημειώνοντας ότι θυσίασε τη ζωή του «υπέρ Χριστού και πατρίδος».
Ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός δεν έμεινε κλεισμένος μέσα στα τείχη της Μητρόπολής του. Περπατούσε άφοβα στα χωριά, λειτουργούσε, στήριζε τους ιερείς και τους δασκάλους, φρόντιζε για τα σχολεία και τους ναούς και στεκόταν δίπλα στους Έλληνες Ορθοδόξους της Μακεδονίας. Γι’ αυτό και μπήκε στο στόχαστρο.
Όταν του απαγόρευσαν να επισκέπτεται τα χωριά του, η απάντηση που του αποδίδεται συμπυκνώνει ολόκληρη τη στάση του,«Μήπως είμαι Μητροπολίτης μονάχα στα Γρεβενά; Τα χωριά μου θα μείνουν χωρίς τον πατέρα τους;»
Αυτό ήταν το ράσο του Αιμιλιανού.
Ράσο που δεν φοβήθηκε. Ράσο που δεν υπολόγισε το τίμημα. Ράσο που έγινε σύμβολο αντίστασης, πίστης και θυσίας και τελικά το πλήρωσε με το αίμα του.
Ο Αιμιλιανός, παρ' όλες τις προειδοποιήσεις, ξεκινά με την συνοδεία του διακόνου του και του οδηγού του για το χωριό Σνιχοβο, λειτούργησε στο χωριό και ανεχώρησε (1 Οκτωβρίου 1911). Οι κάτοικοι του χωριού τον παρεκάλεσαν να μην κάνει τον επικίνδυνο δρόμο μέσα από τουρκοχώρια και τις συμμορίες των κομιτατζήδων. Στην διαδρομή έπεσαν σε ενέδρα ενόπλων, τους βασάνισαν και τους πυροβόλησαν. Τα λείψανά τους με έκδηλα τα σημάδια των βασανιστηρίων, βρήκε ένας βοσκός.
Ο Δεσπότης έφερε τραύματα από σφαίρες στο κεφάλι, τα χέρια, το στήθος, κοψίματα από μαχαίρια, ξεριζωμένα μαλλιά και γένια, το δεξιό μάτι ήταν βγαλμένο, μώλωπες είχε σε όλο του το σώμα. Ο διάκονος έφερε τραύματα από σφαίρες και το κεφάλι του είχε ανοιχθεί με τσεκούρι.. ήσαν όλοι δεμένοι πισθάγκωνα. Η είδηση της δολοφονίας του φλογερού ιεράρχου συγκλόνισε το Πατριαρχείο και τους Μακεδόνες. Το έγκλημα ήταν άγριο, ενδεικτικό του μίσους και της βαρβαρότητας των καταπιεστών του μακεδονικού λαού, Τούρκων και κομιτατζήδων.
Έναν μόλις χρόνο αργότερα, η Μακεδονία θα ελευθερωνόταν και κάπου εδώ αρχίζει το ερώτημα που, για μένα, δεν μπορεί να σβήσει μέσα στον χρόνο..Τι απέγινε όλο αυτό το αίμα;
Τι απέγιναν οι ιεράρχες, οι ιερείς, οι δάσκαλοι, οι Μακεδονομάχοι και οι απλοί άνθρωποι που υπέστησαν διώξεις, βασανισμούς και θάνατο επειδή επέμεναν να κρατήσουν την ελληνική και ορθόδοξη ταυτότητα της Μακεδονίας;
Τι απέγινε η μνήμη τους όταν, έναν αιώνα αργότερα, η ελληνική πολιτεία υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών, με την οποία η γειτονική χώρα έλαβε την ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»; Η τότε κυβέρνηση παρουσίασε τη συμφωνία ως λύση μιας μακροχρόνιας διαφοράς και ως συμφωνία που, κατά την άποψή της, διασφάλιζε ελληνικά συμφέροντα.
Όμως για εκείνους που αντιτάχθηκαμε στη Συμφωνία, το ερώτημα ήταν και παραμένει πολύ διαφορετικό.Μπορείς να αποσυνδέσεις ένα όνομα από την ιστορική μνήμη ενός τόπου, όταν γι’ αυτή τη μνήμη χύθηκε αίμα;Μπορείς να κοιτάξεις στα μάτια τον Αιμιλιανό, τον Παύλο Μελά, τους ιερείς και τους δασκάλους της Μακεδονίας και να τους πεις ότι όλα αυτά ήταν απλώς μια σελίδα του παρελθόντος;Εγώ αυτό το ερώτημα δεν μπορώ ακόμη να το προσπεράσω.Γιατί άλλο πράγμα η διπλωματία, άλλο πράγμα οι διεθνείς συμφωνίες και άλλο πράγμα η ιστορική μνήμη.
Η ιστορική μνήμη δεν υπογράφεται σε μια αίθουσα, ούτε διαγράφεται με μια υπογραφή.
Το αίμα του Αιμιλιανού δεν ήταν μελάνι πάνω σε ένα παλιό βιβλίο.Ήταν το αίμα ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν πιστεύοντας ότι υπερασπίζονταν κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.Γι’ αυτό σήμερα, όταν στεκόμαστε μπροστά στη μνήμη του, δεν αρκεί ένα στεφάνι.
Χρειάζεται να θυμόμαστε,να γνωρίζουμε,να διαβάζουμε και κυρίως να μη θεωρούμε αυτονόητο τίποτε από όσα εκείνοι πλήρωσαν τόσο ακριβά.Γιατί κάποιοι έδωσαν τη ζωή τους για τη Μακεδονία και εμείς το ελάχιστο που οφείλουμε είναι να μην ξεχάσουμε τους λόγους που το έκαναν, υπέρ πίστεως και πατρίδος!!
 
Αιωνία η μνήμη του Εθνοϊερομάρτυρος Αιμιλιανού Λαζαρίδη και όλων εκείνων που θυσιάστηκαν στη Μακεδονία
 

Στυλιανός Καβάζης

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Κρητ' ανθεί :Μιχάλης Στεφανάκη

 Στον Πεύκο Βιάννου, η Βούλα Νεονάκη συναντά τον Μιχάλη Στεφανάκη, έναν άνθρωπο που γνώρισε τη φτώχεια, τις δυσκολίες, τις απώλειες και τις μεγάλες δοκιμασίες της ζωής, χωρίς όμως να αφήσει τον πόνο να του σκληρύνει την καρδιά. 

 

Η ζωή του έγινε μαντινάδα. Οι πληγές του έγιναν λόγος, το παράπονο προσευχή και η αγάπη καταφύγιο. Ένας άνθρωπος απλός, βαθιά συναισθηματικός, με καθαρό βλέμμα και μια ψυχή που συνεχίζει να ελπίζει. Ένας άνθρωπος που έμαθε να κάνει χαμόγελο τον πόνο του και να μετατρέπει όσα δεν μπορούσε να πει σε στίχους. 

Στο «Κρητ’ ανθεί», ο Μιχάλης Στεφανάκης ανοίγει ένα παράθυρο στη ζωή του και μιλά για τη Μαρία του, τις κόρες του, τη γη, την πίστη, τις δοκιμασίες και τη μαντινάδα που έγινε η δική του φωνή.

 Ο Γιώργος Παπαδάκης, ο Μανόλης Αλεξάκης,ο Μανόλης Κατσαμάς, ο Μιχάλης Φραγκιαδουλάκης και ο Γιώργος Μαυρογιαννάκης επισκέπτονται τον Μιχάλη Στεφανάκη στον Πεύκο της Βιάννου και με τη μουσική και τις ερμηνείες τους δίνου

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Κρητ' ανθεί :Δέσποινα Σπαντιδάκη

 Πρώτη στάση είναι οι Στόλοι, εκεί η Βούλα Νεονάκη συναντά τη Δέσποινα Σπαντιδάκη, μία γυναίκα που μέσα από τις λέξεις της, τις μνήμες και τη ματιά της, αποκαλύπτει τη δύναμη της μαντινάδας, μιλά για τη ζωή, τους ανθρώπους και όσα μένουν χαραγμένα στον χρόνο. 

Μέσα από τη συζήτηση, τις ιστορίες και τις μαντινάδες της Δέσποινας, θα γνωρίσουμε τη ζωή της, τους ανθρώπους που σημάδεψαν την πορεία της, αλλά και τη σκέψη και το βίωμα που κρύβεται πίσω από μαντινάδες της. Και επειδή στην Κρήτη, η μαντινάδα δεν μένει ποτέ μόνη. Γίνεται παρέα, γίνεται τραγούδι, γίνεται μουσική και συναίσθημα. Οι λέξεις της Δέσποινας συναντούν τη μουσική και αγαπημένοι καλλιτέχνες που έχουν συνεργαστεί μαζί της, γίνονται μέρος αυτής της πρώτης τηλεοπτικής συνάντησης. 

Ο Νίκος Στρατάκης, ο Μιχάλης και ο Γιώργος Αλεφαντινός, ο Κώστας και ο Γιώργος Σαριδάκης συναντούν τη Δέσποινα Σπαντιδάκη και δίνουν με τη μουσική και τις ερμηνείες τους το δικό του ξεχωριστό χρώμα στην εκπομπή «Κρητ’ ανθεί».

Η 80ΧΡΟΝΗ ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ "ΠΡΑΝΤΖΟ"!

 Όταν βλέπει κανείς μια γυναίκα μόνη να συνεχίζει να καλλιεργεί στην ηλικία των 80 ετών τα αμπέλια της οικογένειας και να βγάζει ένα εκπληκτικό και βραβευμένο κόκκινο κρασί, που ονομάζει "Πράντζο Χανιώτη", τότε σηκώνει τα χέρια ψηλά!


Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Κοιμήθηκε ο παπα-Χρήστος από το Αλύκο Βορείου Ηπείρου


Ο παπά Χρήστος Παππάς από το Αλύκο, ο πρώτος ιερέας που χειροτόνησε ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, «έφυγε» στα 88 του. 

- «Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» / Ψαλμ. 117 (118:22)

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.«Έφυγε» σήμερα τα ξημερώματα στα Γιάννενα, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Την εκδημία του την ανακοίνωσε ο γιος του, ο Λεωνίδας, με μια ανάρτηση. 
Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει σήμερα Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026, στις 11:00 τοπική ώρα, στον Ιερό Ναό Αγίων Τεσσαράκοντα Αλύκου. Εκεί γεννήθηκε το 1938 και εκεί επέστρεψε, όπως επιστρέφουν όλοι όσοι δεν φεύγουν ποτέ στ' αλήθεια.
 
Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα
Το επώνυμο το κουβαλούσε από πρόγονο ιερέα, αρκετές γενιές πίσω. Ο πρόγονος χάθηκε, το όνομα έμεινε, και περίμενε. Χρειάστηκαν κάμποσες γενιές για να ξαναγεμίσει με περιεχόμενο, και το γέμισε αυτός, στα πενήντα τρία του.

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 
Το Αλύκο είναι ένα από τα εβδομήντα περίπου ελληνικά χωριά της περιοχής Αγίων Σαράντα και Δελβίνου. Ανήκει στον Βούρκο, και ο Βούρκος ήταν από τις περιοχές που το καθεστώς Χότζα καταδέχτηκε να χαρακτηρίσει μειονοτικές. Αυτό σήμαινε κάποια υποτυπώδη δικαιώματα. Στο δημοτικό, για παράδειγμα, τα μαθήματα γίνονταν στη μητρική γλώσσα, την ελληνική. Ο ίδιος το διατύπωσε στεγνά όταν τον ρώτησαν πώς ήταν εκείνα τα χρόνια: «η Αλβανία ήταν μια απέραντη φυλακή για όλους, αλλά για εμάς τους Έλληνες οι δυσκολίες ήταν διπλές».
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Το 1940 οι δικοί του υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ως ελευθερωτή. Ο πατέρας του και τα αδέλφια του κατατάχθηκαν εθελοντές. Ο ίδιος ήταν τότε δύο χρονών. Δεν πρόλαβε να καταλάβει, πρόλαβε όμως να πληρώσει. Όταν έφυγε ο ελληνικός στρατός και ήρθε ο κομμουνισμός, η οικογένεια μπήκε στον κατάλογο των «ανεπιθύμητων». Εθνικόφρονες, δηλαδή εχθροί του λαού.

Τελείωσε το επτατάξιο και ήθελε να συνεχίσει για να προσφέρει, βάζοντας κάποιο «λιθαράκι» κι αυτός στον τόπο του. Για το γυμνάσιο χρειαζόσουν πιστοποιητικό φρονημάτων, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν επρόκειτο να δώσουν ποτέ. Το 1958 βρήκε τη μοναδική χαραμάδα. Πήγε στον διπλανό νομό, στο Αργυρόκαστρο, για να κρύψει, όπως το έλεγε, τα ίχνη των «κακών φρονημάτων», και επειδή εκεί λειτουργούσε το μόνο γυμνάσιο όπου η διδασκαλία γινόταν στα ελληνικά. Η περίφημη Παιδαγωγική Σχολή Αργυροκάστρου, που έβγαζε τους δασκάλους για τα χωριά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.Τελείωσε και τη σχολή. Πήρε το χαρτί. Και μετά τίποτα.

Δεν διόριζαν δάσκαλο έναν «θιγμένο», έλεγε, χρησιμοποιώντας τη λέξη που είχε φτιάξει το καθεστώς Χότζα για όσους θεωρούσε «εχθρούς». Άλλωστε δουλειά δεν διάλεγες. Θα πήγαινες εκεί που έλεγε το κόμμα. Το κόμμα τον έστειλε εργάτη στη δημόσια υπηρεσία διάνοιξης και συντήρησης δρόμων.

Έμεινε εκεί τριάντα χρόνια. Ως το 1991.

Τριάντα χρόνια, μια ολόκληρη εργασιακή ζωή, με τη βαριοπούλα στο χέρι, να σπάει πέτρα για να γεμίζουν οι λακκούβες. Ο δάσκαλος που δεν άφησαν να μπει σε αίθουσα έσπαγε χαλίκι δίπλα στον δρόμο, και τον προσπερνούσαν με τα αυτοκίνητα άνθρωποι που είχαν το «σωστό» πιστοποιητικό.

Στο μεταξύ στην Αλβανία γκρέμιζαν τις εκκλησιές. Όσες δεν γκρέμισαν τις έκαναν αποθήκες. Από το 1945 ως το 1967 η πίστη διωκόταν όπως και στις άλλες ανατολικές χώρες, μετά το 1967 απαγορεύτηκε και το παραμικρό θρησκευτικό σύμβολο. Η Αλβανία έγινε το μοναδικό κράτος στον κόσμο που επέβαλε την αθεΐα δια νόμου. Τους παπάδες τους έγδυσαν από το ράσο και τους έριξαν στη φυλακή. Και ο κόσμος στα χωριά μας έμεινε, όπως τα μετρούσε ο ίδιος, είκοσι εφτά χρόνια χωρίς ιερέα και χωρίς μυστήριο, με τα ιερά σκεύη και τις εικόνες θαμμένα σε κρυψώνες. «Λειτουργούσαμε ως κρυπτοχριστιανοί», έλεγε, και η λέξη σε πηγαίνει τρεις αιώνες πίσω, όχι στον εικοστό.

Το 1989 άρχισε να πέφτει το ανατολικό μπλοκ και το κύμα έφτασε και εκεί. Το καθεστώς προτίμησε την ελεγχόμενη πτώση του από τη σύγκρουση. Ο κόσμος ξαναμπήκε φανερά στις εκκλησιές, ξέθαψαν τα σκεύη, ξανακρέμασαν τις εικόνες, και μετά στάθηκαν και κοιτάχτηκαν. Παπάς δεν υπήρχε.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1990 έψαλλαν όλες τις ακολουθίες στο Αλύκο οι δύο γέροι ψάλτες του χωριού, ο Γιάννης Ράφτης και ο Φίλιππος Κώτσης. Τα αναγνώσματα τα διάβαζε ο εργάτης της οδοποιίας. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, μετά την ακολουθία της Πεντηκοστής, ο ένας από τους δύο τον πήρε παράμερα και του είπε, κατά λέξη:

«Κίτσο, πρέπει να το πάρεις απόφαση και να βρεις τρόπο να πας στην Ελλάδα για να ετοιμαστείς για παπάς. Θα πήγαινα εγώ, αλλά εσύ είσαι πιο νέος και πιο γραμματισμένος. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι ένας σταυρός που θα τον σηκώσουμε όλοι μαζί...»

Ήταν πενήντα δύο χρονών και τον έλεγαν νέο. Αυτό λέει πολλά για το τι είχε απομείνει από την Εκκλησία στον τόπο μας.

Δεν απάντησε. Τον καθήλωσε όμως, είπε, τόσο που για μέρες δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Τον Δεκέμβριο του 1990 πέρασε στην Ελλάδα.

Εδώ κάποιοι θα περίμεναν ότι θα τον υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Δεν συνέβη έτσι όμως. Το είπε βέβαια και ο ίδιος, χωρίς πικρία, μάλλον με κατανόηση για τους άλλους. Οι πρώτοι κληρικοί που συνάντησε στα Γιάννενα τον κοίταξαν με καχυποψία, και ίσως με το δίκιο τους, γιατί έβλεπαν μπροστά τους έναν ρακένδυτο που είχε έρθει από την Αλβανία λέγοντάς τους ότι σκέφτεται να γίνει ιερέας. Φωτεινή εξαίρεση, μόνο ένας: ο π. Γεώργιος Καράμπελας.

Λίγες μέρες μετά ανέβηκε στην Κόνιτσα, στον Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως Σεβαστιανό. Αυτόν που οι Βορειοηπειρώτες τον άκουγαν κρυφά στα ραδιόφωνα και έκλαιγαν. Τη συνάντηση, ο ίδιος ο παπα-Χρήστος τη χαρακτήριζε αποκαλυπτική. Εκεί, είπε, έφυγε κάθε του αναστολή. Ο Σεβαστιανός τον έστειλε στο Άγιον Όρος, στη Μεγίστη Λαύρα, όπου δούλευε για τα προς το ζην και παράλληλα έκανε εντατικά μαθήματα. Πενήντα δύο χρονών, έγινε ξανά μαθητής.

Τον Ιούνιο του 1991 έμαθε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ορίσει τον Επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο Πατριαρχικό Έξαρχο για την Αλβανία. Κατέβηκε στην Αθήνα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Αναστάσιος τον τακτοποίησε στη Μονή Πεντέλης, και στις 7 Ιουλίου 1991 τον χειροτόνησε διάκονο. Του είπε ότι θα τον έχει μαζί του στην πρώτη περιοδεία του στην Αλβανία.

Έναν μήνα γύριζαν τη χώρα. Πριν φύγει ο Έξαρχος για να ενημερώσει το Πατριαρχείο, από τους τελευταίους σταθμούς ήταν το Αλύκο. Εκεί, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, σε ναό χτισμένο πάνω σε θεμέλια του πέμπτου αιώνα, στις 16 Αυγούστου 1991, ο Αναστάσιος τον χειροτόνησε ιερέα. Πρώτη χειροτονία Βορειοηπειρώτη μετά την πτώση του καθεστώτος, πριν ανοίξει καν η Θεολογική Σχολή στο Δυρράχιο.

«Η σημερινή μέρα είναι σπουδαία για την Εκκλησία και τον τόπο», είχε πει τότε ο μακαριστός Αναστάσιος.

Ο ίδιος, κάθε φορά που θυμόταν εκείνη τη μέρα, έλεγε ότι του ερχόταν αυθόρμητα το τροπάριο των αίνων: «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν;»

Ακολούθησαν τριάντα πέντε χρόνια ιεροσύνης, με διακονία επί σειρά δεκαετιών ως εφημέριος στην ενορία των Αγίων Σαράντα και με επίκεντρο την Αγία Βαρβάρα στο Αλύκο του Δήμου Φοινικαίων, υπό τους μητροπολίτες Αργυροκάστρου Δημήτριο και, τα τελευταία χρόνια, Ναθαναήλ. Το 2021, συμπληρώνοντας τριάντα χρόνια, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια», στον Σωτήριο Λέτσιο. Τον ρώτησαν τι έργο αφήνει. Απάντησε πρώτα «δεν είναι εύκολη ερώτηση» και μετά αναφέρθηκε σε αριθμούς. Πάνω από 1.200 βαπτίσεις. Κοντά στα 1.000 ζευγάρια στεφανωμένα. Πάνω από 3.000 θείες λειτουργίες. Συμπληρώνοντας με την ταπεινοφροσύνη που τον χαρακτήριζε: «Δεν αισθάνομαι ότι έκανα τίποτα σπουδαίο».

Στην ίδια απάντηση υπάρχει και η φράση που, χωρίς να το ξέρει, συνόψισε ολόκληρη τη ζωή του. «Δοξάζω τον Κύριο», είπε, «που αποτέλεσα ένα λιθαράκι στην ανοικοδόμηση και τη λειτουργία της εκκλησίας μας».

Λιθαράκι. Η φράση ενός ανθρώπου που είχε σπάσει τριάντα χρόνια πέτρα με τα χέρια του και δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ήταν αυτός η γωνία που κρατάει τον τοίχο.

Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε ότι ο Θεός δεν βλέπει το αποτέλεσμα, βλέπει τον κόπο. Αν είναι έτσι, τα νούμερα του παπα-Χρήστου είναι το λιγότερο. Ο λογαριασμός του ανοίγει τριάντα χρόνια πριν από τη χειροτονία, στα χαλίκια εκείνου του δρόμου, όταν δεν τον έβλεπε κανείς και τίποτα δεν έδειχνε πού πάει όλος αυτός ο μόχθος.

Δεν ήταν ήσυχα ούτε τα επόμενα χρόνια μετά τη χειροτονία. Έγινε πολλές φορές στόχος εθνικιστικών κύκλων στην Αλβανία. Για τη λατρεία έλεγε ότι μεγάλα προβλήματα δεν είχαν, τους σέβονταν ακόμη και οι αλλόθρησκοι, με κάποιες εξαιρέσεις. Για το κράτος όμως μιλούσε αλλιώς. Μιλούσε για τα ιερά κειμήλια και τις εικόνες που δεν επιστράφηκαν και κρατιούνται σε μουσεία και αποθήκες. Εκκλησιαστικές περιουσίες που δεν αποδόθηκαν. Μοναστήρια και εκκλησίες χαρακτηρισμένα πολιτιστικά μνημεία που παραμένουν στην κυριότητα του κράτους. Αυτά τα έλεγε το 2021 και ισχύουν ακόμη.

Τον ρώτησαν και τι τον συγκινεί πιο πολύ στη λειτουργική του ζωή. Απάντησε ότι νιώθει δέος όταν λειτουργεί στα παλιά και εγκαταλελειμμένα μοναστήρια του τόπου. Στα ερείπια δηλαδή. Εκεί που ο άλλος βλέπει μια στέγη που έπεσε, αυτός έβλεπε ότι η ακολουθία δεν διακόπηκε, απλώς άργησε είκοσι εφτά χρόνια.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας, στα τριάντα τέσσερα χρόνια της ιεροσύνης του, ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Ναθαναήλ του απένειμε το οφίκιο του Σταυροφόρου. Το «Άξιος» βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του κόσμου. Στην ίδια ακολουθία χειροθετήθηκαν αναγνώστες ο Λεωνίδας Παππάς, ο γιος του, και ο Πέτρος Γαλάνης. Ο ίδιος ο Λεωνίδας ανακοίνωσε ξημερώματα ,22 Σεπτεμβρίου 2026, τον θάνατο του πατέρα του.

Όταν τον πίεσαν να αποτιμήσει το έργο του, είχε απαντήσει λιτά: «Ο Κύριος είναι ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας».

Αύριο θα τον υποδεχθεί το μαρτυρικό χώμα του Αλύκου, στους Αγίους Τεσσαράκοντα. Στο ίδιο χωριό που τον είχαν γράψει εχθρό του λαού και του απαγόρευσαν να μπει σε σχολική αίθουσα. Θα είναι εκεί άνθρωποι που τους βάφτισε, ζευγάρια από τα χίλια που στεφάνωσε, οικογένειες που τους κράτησε το χέρι στα δύσκολα. Μια ολόκληρη κοινότητα που της έδωσε πίσω αυτό που της το είχαν πάρει με τη βία.

Καλό σου ταξίδι, πάτερ Χρήστο. Η πέτρα που έσπαγες με τα χέρια σου έγινε θεμέλιο που δεν γκρεμίζεται.

Αιωνία σου η μνήμη.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Φράνσις Κόλινς,από τον αθεϊσμό στη χριστιανική πίστη!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

«Ο Φράνσις Κόλινς δημοσίευσε το βιβλίο του Η γλώσσα του Θεού, το οποίο υποστηρίζει ότι το θαυμαστό στη φύση και η τάξη που παρατηρείται σ' αυτή υποδεικνύουν ένα δημιουργό Θεό, σε μεγάλο βαθμό κατά το πρότυπο της παραδοσιακής χριστιανικής αντίληψης. Στο βιβλίο αυτό, ο Κόλινς περιγράφει την προσωπική του μεταστροφή από τον αθεϊσμό στη χριστιανική πίστη. Αυτό είναι κάτι που μετά βίας ταιριάζει στην αυστηρή εμμονή του Ντόκινς, ότι δηλαδή οι αληθινοί επιστήμονες είναι αθεϊστές»

(Alister McGrath - Joanna Collicutt McGrath, "Η αυταπάτη του Dawkins", εκδ. Ουρανός, σελ.53)

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η Ιστορία του πάτερ Νικόλαου.

Από το Τρίκορφο Ναυπακτίας στην Αμερική. Ο πάτερ Νικόλαος έφυγε από την Ελλάδα το 1970 και ακολούθησε μια πορεία δεκαετιών δίπλα στην ελληνική ομογένεια. 

 

Μας μιλά για τη δύσκολη στιγμή που αποχαιρέτησε τη μητέρα του, τα πρώτα χρόνια στην Αμερική, τη ζωή και τη διακονία του, την προσπάθεια να διατηρηθούν η ελληνική γλώσσα, η πίστη και οι παραδόσεις στις νεότερες γενιές, αλλά και για τον δεσμό που ποτέ δεν έπαψε να έχει με το χωριό και την πατρίδα του.

Πενήντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο του Νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη (20 Σεπτεμβρίου 1971).

 

Απο την εκπομπή της σειράς ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά «Εποχές και Συγγραφείς» (σκηνοθεσία: Τάσος Ψαρράς, παραγωγή: 1999), αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του μεγάλου ποιητή και διπλωμάτη. Στο απόσπασμα ακούγεται ο ίδιος ο ποιητής να απαγγέλει το ποίημα "Α'" ποίημα από τη συλλογή Μυθιστόρημα. 

Δείτε εδώ ολόκληρη την εκπομπή: εδω

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Ο τυφλός Γέροντας που έγινε ζητιάνος για να σώσει πάνω από 2.000 ορφανά!

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μέσα στους αιώνες πολλοί μοναχοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας έγιναν παράδειγμα αγάπης και αφοσίωσης προς τους συνανθρώπους τους. Είναι αναρίθμητα τα περιστατικά ιερωμένων οι οποίοι με ιδιαίτερη αγάπη και ανιδιοτέλεια πρόσφεραν στις τοπικές κοινωνίες της Ελλάδας σε περιόδους πολέμων, φτώχειας και όχι μόνο.
Ενας σύγχρονος «άγιος» της εποχής μας υπήρξε και ο μοναχός Μελέτιος Αϊβατζίδης, γνωστός και ως «ορφανοτρόφος», ο οποίος πρόσφερε στα ορφανά, χωρίς όρια και συμβιβασμούς. Η έλλειψη της όρασής του δεν στάθηκε εμπόδιο στον αγώνα που έδωσε για τα ορφανά, τα οποία στερήθηκαν την αγάπη και τη φροντίδα των γονιών τους. Ο ελεήμων και διορατικός γέροντας με μεγάλη αυταπάρνηση επί σειρά ετών διηύθηνε ορφανοτροφεία στην Εδεσσα, στα Γιαννιτσά και στη Νάουσα.
Στις 20 Ιανουαρίου 2012 ο π. Μελέτιος Αϊβατζίδης εκοιμήθη σε ηλικία 94 ετών και περίπου 2.000 ορφανά, τα οποία στο πρόσωπό του βρήκαν την πατρική αγκαλιά και τη στοργή, θρήνησαν τον πατέρα τους. Η «Ορθόδοξη Αλήθεια» επιχειρεί να φέρει στο φως περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του π. Μελετίου και να αναφερθεί στον γεμάτο πίστη και προσφορά βίο του.
Ο μοναχός Μελέτιος Αϊβατζίδης γεννήθηκε στη Νικόπολη του Πόντου το 1918. Ο ίδιος και οι γονείς του ήρθαν πρόσφυγες κι εγκαταστάθηκαν στη Λεπτοκαρυά Γιαννιτσών. Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και από δύο ετών έψελνε το τροπάριο του Ιωάννη του Προδρόμου.
Ο π. Μελέτιος από τα παιδικά χρόνια του είχε στερηθεί την αίσθηση της όρασης, καθώς, βοηθώντας τους γονείς του στα καπνά, ένα παιδάκι πέταξε μια καπνοβελόνα, η οποία καρφώθηκε στο μάτι του μικρού Κυριάκου. Πρώτα έχασε το ένα μάτι του -σε ηλικία εννέα ετών- και στη συνέχεια απώλεσε ολοκληρωτικά την όρασή του.
Αυτός ο τυφλός στα μάτια των ανθρώπων έγινε ο πνευματικός οδηγός χιλιάδων ψυχών που στερήθηκαν σε τρυφερή ηλικία την αγάπη των γονιών. Ενας τυφλός που οδηγούσε μέσα από το φως του Θεού εκείνα τα ορφανά παιδιά σε ασφαλή μονοπάτια, ώσπου να περάσουν οι μπόρες που γέννησε η ιστορία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Κατοχής. Η ιστορία του αποδεικνύει σε όλους μας ότι στις άπειρες δυσκολίες της ζωής παραμένει πάντοτε άπειρη και η αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους.
ΤΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
Ιδρυσε το ησυχαστήριο που ονομάζεται Ησυχαστήριον Επτάρυθμος Χάρις. Κοντά του έβρισκαν παρηγοριά πολλές κουρασμένες ψυχές. Τις συμβούλευε, τις παρηγορούσε, ενώ παράλληλα το ησυχαστήριό του λειτουργούσε και σαν πτωχοκομείο. Πολλοί άνθρωποι πέρασαν από εκεί και έπαιρναν τη συμβουλή του και την ευλογία του. Το τηλέφωνό του, όπως λένε τα πνευματικά παιδιά του, δεν σταματούσε να χτυπά και να συμβουλεύει ως αργά τη νύχτα.
Ο ίδιος, με την ίδια πάντα ακούραστη διάθεση, συμβούλευε, νουθετούσε και άκουγε τον πόνο των ανθρώπων. Το έργο του ήταν έργο ανθρωπιάς, έργο Θεού. Οι προσευχές του είναι άπειρες, τα γραφόμενά του ατελείωτα. Στα ράφια του ησυχαστηρίου βρίσκει κανείς προσευχές και λόγους δικούς του με τις χρονολογίες τους. Συχνά έλεγε: «Είναι καλό να γίνονται λειτουργίες για την οικογένειά μας, για την πόλη μας, για τους ιερείς και Αρχιερείς μας».
O συγκλονιστικός αυτός άνθρωπος του Θεού, ο ταπεινός, ο πράος, είπε επίσης τα εξής λόγια, που αποδεικνύουν την άκρα ταπείνωσή του: «Εγώ, σαν αόμματος, είχα και τη στενοχώρια μου όχι για το σκότος, όσο να μπορούσα να προσφέρω κι εγώ κάτι διά Θεού στην κοινωνία».
Γύριζε από χωριό σε χωριό, για να τους βρει ψωμί, και τα πήγε στο σχολείο
Μετά τον πόλεμο και το χάος που άφησε πίσω του, χιλιάδες παιδιά είχαν μείνει ορφανά. Εκείνος, παρά το πρόβλημα της υγείας του, με ταπείνωση και πίστη στον Θεό ξεκίνησε να μαζεύει παιδάκια που είχαν μείνει μόνα τους και να τα φροντίζει. Εξασφάλισε κάποιο υποτυπώδες οίκημα και εκεί εγκατέστησε την ιδιότυπη οικογένειά του. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι σε αυτή την προσπάθεια δεν είχε καμία συμπαράσταση ούτε από κρατικά κονδύλια ούτε από κάποια οργανωμένη Αρχή. Η μόνη στήριξή του σε όλο αυτό το αξιοθαύμαστο έργο ήταν τα χρήματα που του πρόσφεραν οι πιστοί, όπως και οι προσωπικοί κόποι και αγώνες του. Οπως μαρτυρούν τα παιδιά που βρέθηκαν δίπλα του, γύριζε από χωριό σε χωριό, ώστε να βρει ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσε, για να τα θρέψει.
Αυτό που ξεκίνησε έτσι απλά ως μια βοήθεια σε κάποια παιδιά συνεχίστηκε δεκαετίες ολόκληρες. Τη φροντίδα του έλαβαν πολλά παιδιά, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 2.000. Τα έτρεφε, τα βοηθούσε να πάνε σχολείο, τα ωθούσε να σπουδάσουν. Πολλά από αυτά έγιναν επιστήμονες, κληρικοί, πολιτικοί, καθηγητές πανεπιστημίων, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν τη φροντίδα και την αγάπη του γέροντα. Η αναπηρία του δεν στάθηκε ικανή να τον εμποδίσει να προσφέρει όσα το οργανωμένο ελληνικό κράτος δεν ήταν -και ακόμα δεν είναι- ικανό να προσφέρει.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Άφησε την Αθήνα για ένα Χωριό 60 Κατοίκων

;

Η Δήμητρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Για χρόνια μοίραζε τη ζωή της ανάμεσα στην πόλη και τη Δαφνοσπηλιά Καρδίτσας, ώσπου πήρε την απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα χωριό περίπου 60 κατοίκων. Μαζί με τον αδερφό της συνεχίζει την οικογενειακή προσπάθεια που ξεκίνησαν οι γονείς τους το 1995. Μιλά για τα παιδικά της χρόνια στον τρύγο, τον κόπο πίσω από το αμπέλι και το κρασί, τη βιολογική καλλιέργεια και όλα όσα κέρδισε αφήνοντας την Αθήνα για τη ζωή στο χωριό.

Σήμερα, ο Arvo Pärt κλείνει τα 91 του χρόνια.

Ο Εσθονός συνθέτης, γεννημένος στις 11 Σεπτεμβρίου 1935.
Ένας από τους πιο αναγνωρισμένους σύγχρονους συνθέτες.
Αναδείχθηκε τη δεκαετία του 1960 ως μορφή της μουσικής πρωτοπορίας της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ήρθε σε σύγκρουση με το σοβιετικό καθεστώς.
Μετά από μια μακρά καλλιτεχνική κρίση, επέστρεψε το 1976 με μια ιδιαίτερη μουσική γλώσσα, γνωστή ως *tintinnabuli* (λατινικός όρος που σημαίνει «μικρό καμπανάκι»).
Αυτή η φάση του δημιουργικού του έργου επηρεάστηκε από την αυξανόμενη πίστη του, τη θρησκευτική γραμματεία, το γρηγοριανό μέλος, τη μεσαιωνική πολυφωνία και την ορθόδοξη μουσική παράδοση.
Την ίδια περίοδο, ανακάλυψε τα συγγράμματα του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη και ασπάστηκε την Ορθοδοξία.


 
 
 Διατηρούσε προσωπικό δεσμό με τον Άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ, τον οποίο γνώρισε τη δεκαετία του 1980 στη Μεγάλη Βρετανία.

Η διδασκαλία και τα λόγια ενθάρρυνσης του Αγίου Σωφρονίου τον στήριξαν καθώς προσαρμοζόταν στη ζωή στη Δύση.

Το 1980 εγκατέλειψε τη Σοβιετική Εσθονία, εγκαθιστάμενος αρχικά στη Βιέννη και αργότερα στο Βερολίνο.
 Γνωστά έργα: "Fratres", "Spiegel im Spiegel", "Te Deum", "Passio", "Berliner Messe", "Adam's Lament", "Für Alina".
- Θεωρείται ο εν ζωή συνθέτης με τις περισσότερες εκτελέσεις έργων παγκοσμίως (σύμφωνα με την κατάταξη του Bachtrack).
 Το 2026 —το Μετάλλιο Γκαίτε (Goethe-Medaille) στη Βαϊμάρη. Πηγή: Basilica News Agency


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Η γιαγιά Ευτυχία

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Αυτή είναι η αγαπημένη μου γιαγιά Ευτυχία. Αρχοντογυναίκα από την Μ.Ασία που έζησε πολλά..πέρασε πολλές κακουχίες της εποχής, έχασε παιδιά, στάθηκε όρθια στον ξεριζωμό της Σμύρνης,άντεξε στον πόλεμο του '40.
Δυνατή,αγέρωχη,στάθηκε βράχος στην οικογένεια της.Έζησε μόνο ο θείος μου, ο πρωτότοκος γιος της και ο μπαμπάς μου που ήταν το μικρότερο παιδί της.
Δυνατή ως το τέλος,πάντα έτοιμη να προσφέρει την βοήθεια της σε όποιον την είχε ανάγκη.
Ήταν εξαιρετική μαγείρισσα, σπουδαία νοικοκυρά και προπάντων καλός άνθρωπος!
Είμαι περήφανη για την καταγωγή μου και χαίρομαι που έχω πάρει το όνομά της.
Η Σμύρνη υπήρξε κοσμοπολίτικο κέντρο του ελληνισμού με τεράστια πολιτιστική κληρονομιά!
Αιωνία της η μνήμη

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Ωραίος ο Νικόλας

Η ζωή ενός ζωγράφου που αποσύρεται για μήνες σε μια καλύβα στα 1.700 μέτρα, για να ζήσει και να ζωγραφίσει. 

Σήμερα βρισκόμαστε στο Βαλμαλένκο, ανάμεσα σε δάση, βουνά, ρυάκια και ανθισμένα λιβάδια βρίσκεται η καλύβα του Νικόλα. Ο Νικόλας Μαγκρίν είναι Ιταλός ζωγράφος. Μερικά από τα έργα του μπορεί να έχουν περάσει από τα χέρια σας ως εξώφυλλα βιβλίων, όπως "Τα Οκτώ Βουνά" του Πάολο Κονιέτι, "Αν Αυτός Είναι Άνθρωπος" του Πρίμο Λέβι ή "Μια Μάντισσα Μου Το Είπε" του Τιτσιάνο Τερζάνι. Ο Νικόλας ζει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στο στούντιό του στη Μόντσα, αλλά κάθε χρόνο, για αρκετούς μήνες, νιώθει την ανάγκη να αποσυρθεί στη μοναξιά της καλύβας, επιλέγοντας μια απλή ζωή, μια ζωή στο βουνό. Κόβει ξύλα, κουρεύει το γκαζόν, μαγειρεύει, φροντίζει το σπίτι, μοιράζεται χώρο με τα ελάφια, περπατάει. Εδώ πάνω, ο Νικόλας αναπληρώνεται με έμπνευση και ομορφιά, την οποία μετατρέπει σε τέχνη με τη μορφή ακουαρέλας. Υδάτινες πιτσιλιές χρώματος περιγράφουν εσωτερικούς κόσμους. Θα εμβαθύνουμε στη δημιουργικότητά του και στην ιστορία της ζωής του, το ταξίδι ενός παιδιού, ενός νεαρού άνδρα, που γοητεύεται από τους ηλικιωμένους κατοίκους του βουνού και επιλέγει να ακολουθήσει το παράδειγμά τους με θαυμασμό και σεβασμό.

«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

Σαν σήμερα έφυγε στα 57 της μόλις χρόνια η γυναίκα που σημάδεψε όσο λίγες την υποκριτική στην Ελλάδα, έζησε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτρη Χορν και βίωσε πολλές προσωπικές τραγωδίες

 Ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμη πολύ ψηλά εκείνο το Σάββατο, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, όταν η Έλλη Λαμπέτη ξύπνησε μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου Mount Sinai στη Νέα Υόρκη όπου νοσηλευόταν με καρκίνο.

Το φως είχε μπει στο δωμάτιο και τα πιο μελαγχολικά μάτια του ελληνικού κινηματογράφου αναζήτησαν την αδερφή της Αντιγόνη, η οποία είχε σταθεί δίπλα της από την αρχή της μάχης που έδινε η ηθοποιός με την ασθένεια.«Αντιγονούλα μου σε παρακαλώ λυπήσου με» ήταν τα τελευταία λόγια αυτού του εύθραυστου πλάσματος που έσβησε στις επτά και μισή το πρωί πριν από σαράντα τρία χρόνια, στο ψυχρό δωμάτιο ενός νοσοκομείου των ΗΠΑ.

Έφυγε στα 57 της χρόνια, έχοντας προλάβει να λάμψει σαν ένα ξωτικό της τέχνης με μια ζωή που παραπέμπει σε αρχαία τραγωδία, απώλειες που τη σημάδεψαν, έναν θυελλώδη έρωτα με το Χορν και τέλος ένα παιδί που δεν ήταν δικό της αλλά το λάτρεψε.

Όταν της το πήραν, ο κόσμος της όλος γκρεμίστηκε.
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

Ένα μελαγχολικό κορίτσι

Η Έλλη Λούκου ήταν το στερνοπούλι μιας φαμίλιας που μετρούσε μέχρι την γέννησή της στις 13 Απριλίου 1926 πέντε παιδιά ενώ μαζί με αυτήν ήρθε στον κόσμο και ο δίδυμος αδερφός της Τάκης.

Μεγάλωσε στα Βίλια, όπου ο πατέρας της διατηρούσε ταβέρνα ενώ τα καλοκαίρια η οικογένεια μετακόμιζε στο Πόρτο Γερμενό, για τις καθιερωμένες διακοπές.

Η οικογένεια ζούσε χωρίς ανέσεις αλλά σε ένα σπίτι όπου περίσσευε η αγάπη και ο πρώτος που αντιλήφθηκε το ταλέντο της Έλλης ακούγοντάς την να απαγγέλει ποιήματα ήταν ο θείος της Σταμάτης Λούκος, αριστούχος απόφοιτος της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

Η μετακόμιση της οικογένειας στην Αθήνα, ώστε τα παιδιά να έχουν καλύτερες προοπτικές, θα στείλει μετά από λίγα χρόνια την 15χρονη νεαρή να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στην υποκριτική.

Δίνει εξετάσεις αρχικά στην Σχολή του Εθνικού όπου απορρίπτεται και ακολούθως στην νεοσύστατη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου μεταξύ άλλων θα την κρίνει ο νεαρός τότε ζεν πρεμιέ, Δημήτρης Χορν που αποφαίνεται: «Δεν τα λέει».

Αυτή είναι η πρώτη φορά που τα βλέμματά τους διασταυρώνονται, χωρίς κανείς από τους δύο να φαντάζεται ότι λίγα χρόνια μετά θα ζήσουν ένα θυελλώδη έρωτα.

Παρότι την απορρίπτουν ξανά η Μαρίκα Κοτοπούλη φέρεται να πείστηκε ή να είδε κάτι που δεν έβλεπαν οι άλλοι σε αυτό το κορίτσι με τα μεγάλα μάτια και το μελαγχολικό βλέμμα.

Την παίρνει στην σχολή και λίγους μήνες μετά το άστρο της νεαρής ηθοποιού αρχίζει να λάμπει στην σκηνή του θεάτρου, ενώ λίγα χρόνια μετά είναι εκπληκτική παίζοντας στον «Γυάλινο κόσμο».
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

Οι έρωτες και ο Χορν

Λες και κάτι κυνηγούσε αυτό το αέρινο πλάσμα, όποτε ερχόταν μια χαρά ακολουθούσε σύντομα κάτι οδυνηρό στην ζωή του, κάτι που δεν άφηνε την Έλλη να ζήσει ανέμελα.

Μόλις ξεκίνησε την διαδρομή της στην υποκριτική ο δίδυμος αδερφός της Τάκης πέθανε από φυματίωση, ενώ άδοξο τέλος είχε ο πρώτος της μεγάλος έρωτας με έναν πλούσιο Έλληνα από το Παρίσι, το όνομα του οποίου δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ.

Ήταν τέτοιο το πάθος που συνεπήρε την Λαμπέτη γι' αυτό τον άνδρα, που σχεδόν εγκατέλειψε το θέατρο για χάρη του και αν δεν ήταν η Κοτοπούλη να την συμβουλεύει, πιθανόν να τα είχε παρατήσει όλα.

Χρόνια μετά η ηθοποιός αναφερόμενη σε αυτή την παθιασμένη σχέση είπε για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ότι «μου χάρισε τον παράδεισο, αυτό έχει σημασία».
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη
(1956) Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρης Χορν στη «Νυχτερινή Επίσκεψη» του Γκέγιερ στο Θέατρο «Μουσούρη»

Το 1949 είναι 23 ετών όταν ερωτεύεται παράφορα τον Αλέκο Αλεξανδράκη, συμπρωταγωνιστή της στο θέατρο, όμως το ειδύλλιο θα κρατήσει λίγους μήνες, αφού υπερτερεί η καλλιτεχνική τους αντιζηλία.

Έναν χρόνο μετά παντρεύεται για πρώτη φορά στην ζωή της τον Μάριο Πλωρίτη, με τον οποίο θα ζήσει τρία χρόνια πριν χωρίσουν φιλικά, την περίοδο που έχει πλέον γνωρίσει τον Δημήτρη Χορν.

Ο έρωτας τους θα απασχολεί για χρόνια τα ΜΜΕ της εποχής, αν και δεκαετίες μετά ο ηθοποιός θα δηλώσει ότι πριν παίξουν στο «Κυριακάτικο ξύπνημα» υπήρχε ανάμεσά τους μια αμοιβαία αντιπάθεια.

Το παθιασμένο ειδύλλιο θα διαρκέσει επτά χρόνια και κανείς ίσως εκτός από τους δύο δεν γνωρίζει γιατί όταν η Λαμπέτη έμεινε έγκυος, έκανε έκτρωση.
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη
(1963) Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρης Καλλιβωκάς στο θεατρικό έργο του Σάμιουελ Τέηλορ «Σαμπρίνα» στο θέατρο «Λαμπέτη» (σήμερα θέατρο «Γκλόρια»)

Οι απώλειες, το παιδί και το τέλος

Ο συγγραφέας Φρέντερικ Γουέϊκμαν θα είναι ο τελευταίος σύζυγος αυτής της εμβληματικής πρωταγωνίστριας, η οποία μετά το τέλος της σχέσης της με τον Χορν, βρίσκει παρηγοριά σε αυτόν. Οι απώλειες δεν θα την αφήσουν ποτέ, αφού σταδιακά χάνει τις τέσσερις από τις πέντε αδερφές της οι οποίες νοσούν με καρκίνο στο στήθος, ενώ και η ίδια φοβάται ότι θα έρθει η σειρά της.

Η πιο μεγάλη της χαρά είναι το κοριτσάκι που της εμπιστεύθηκε νεαρός συνάδελφός της-η μικρή ήταν καρπός εξωσυζυγικής του σχέσης-το οποίο μεγάλωσε από βρέφος.

Της έδωσε το όνομα Ελίζα αλλά όταν ήρθε η ώρα να το επιστρέψει, η κατάσταση ξέφυγε και η ιστορία κατέληξε στα δικαστήρια, ενώ έγινε λαϊκό ανάγνωσμα σε εφημερίδες και περιοδικά.
«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη

Ο καρκίνος θα της χτυπήσει την πόρτα το 1969 και φεύγει για τις ΗΠΑ όπου υποβάλλεται σε εγχείρηση ολικής μαστεκτομής, κάτι που την επηρεάζει πολύ ψυχολογικά.

Δεν θα είναι ποτέ πια ή ίδια και παρότι θα επιστρέψει στο θέατρο, οι χημειοθεραπείες και οι συνεχείς εξετάσεις την ρίχνουν ψυχολογικά, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 θα βρει το κουράγιο να ανέβει στην σκηνή του θεάτρου ξανά.

Όμως η ασθένεια επανέρχεται μαζί με εξαντλητικές θεραπείες και η αυλαία της μυθιστορηματικής διαδρομής της στην ζωή πέφτει στην Νέα Υόρκη εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό του Σεπτέμβρη, πριν από σαράντα τρία χρόνια.
 protothema.
 
Καβάφης 14 Απ΄τες εννιά Έλλη Λαμπέτη

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΒΕΛΙΚΑ ΤΡΑΪΚΟΥ — Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣΕ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

 Μπορεί να είναι εικόνα νοσοκομείο

Γράφει ο  Στυλ. Καβάζης
Στις 28 Αυγούστου 1904, σε μια Μακεδονία που ακόμη μάτωνε και αγωνιζόταν να κρατήσει ζωντανή την ελληνική της ψυχή, έπεφτε η Βελίκα Τράικου, μόλις 21 ετών.Δεν ήταν στρατηγός ούτε κρατούσε αξιώματα. Ήταν μια νεαρή δασκάλα.Κι όμως, μέσα στα δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, η κιμωλία και το βιβλίο δεν ήταν τα μόνα της όπλα.
Γεννημένη το 1883 στο Γραδεμπόρι, φοίτησε με τη βοήθεια συγχωριανού της στο Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης και από το 1900 εργάστηκε ως δασκάλα στην Καρατζόβα. Εκεί ανέπτυξε σημαντική εθνική δράση, που έφτασε μέχρι τον Ίωνα Δραγούμη. Η εμπιστοσύνη που της έδειξε δεν ήταν τυχαία. Η Βελίκα ανέλαβε έναν από τους πιο επικίνδυνους ρόλους του Αγώνα έγινε σύνδεσμος και αγγελιοφόρος μεταξύ Μοναστηρίου, Καστοριάς και Θεσσαλονίκης.
Για χρόνια διέσχιζε δρόμους και χωριά μεταμφιεσμένη σε απλή χωρική, μεταφέροντας μηνύματα, έγγραφα και πληροφορίες των ελληνικών σωμάτων. Περνούσε εκεί όπου ένας ένοπλος θα κινδύνευε αμέσως να αναγνωριστεί. Κάθε διαδρομή μπορούσε να είναι η τελευταία.
Κάποια στιγμή, όμως, οι κομιτατζήδες κατάλαβαν τη δράση της.Τη συνέλαβαν, την βασάνισαν και στις 28 Αυγούστου 1904, η Βελίκα Τράικου άφησε την τελευταία της πνοή.
Ήταν μόλις 21 ετών.
Η νεκρή της σορός μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου η κηδεία της έγινε μέσα σε μεγάλη συγκέντρωση λαού. Η φωτογραφία που διασώζεται στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, με το σώμα της να φέρει εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης, αποτελεί μια σιωπηλή μαρτυρία για το τίμημα που πλήρωσαν άνθρωποι που δεν είχαν τίποτε να κερδίσουν προσωπικά.
Η Βελίκα δεν πολέμησε για πλούτη ούτε για αξιώματα ούτε για να γραφτεί το όνομά της σε βιβλία.Πολέμησε επειδή πίστευε πως κάποια πράγματα δεν πωλούνται, δεν ανταλλάσσονται και δεν παραδίδονται.
Κι εδώ, προσωπικά, είναι που αισθάνομαι πως η μνήμη της αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Γιατί δεν μπορώ να κοιτάζω τη θυσία αυτών των ανθρώπων και να τη θεωρώ απλώς ως μια σελίδα του παρελθόντος. Δεν μπορώ να σκέφτομαι μια κοπέλα είκοσι ενός ετών να δίνει τη ζωή της για έναν αγώνα και, έναν αιώνα αργότερα, να βλέπω τους αγώνες εκείνων να αντιμετωπίζονται σαν κάτι ξεπερασμένο, ενοχλητικό ή αναλώσιμο.
Κάποιοι δεν σεβάστηκαν αυτή την κληρονομιά.
Κάποιοι λησμόνησαν τι κόστισε.
Κάποιοι έφτασαν να διαπραγματευτούν και να ξεπουλήσουν, αντί πινακίου φακής, ακόμη και το ίδιο το όνομα της Μακεδονίας, σαν να ήταν ένα απλό διπλωματικό αντάλλαγμα και όχι μια ιστορική κληρονομιά ποτισμένη με αίμα, δάκρυα και θυσίες.Αυτό δυστυχώς είναι το πιο οδυνηρό,όχι ότι η Βελίκα Τράικου πέθανε δίνοντας και την τελευταία της πνοή για την πατρίδα αλλά ότι υπάρχουν εποχές όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν για κάτι που οι επόμενες γενιές κινδυνεύουν να θεωρήσουν δεδομένο.
Η Βελίκα Τράικου ήταν μόλις 21 ετών όταν δολοφονήθηκε υπέρ πίστεως και πατρίδος. Στην ηλικία που ένας νέος άνθρωπος σήμερα κάνει σχέδια για τη ζωή του, εκείνη είχε ήδη αποφασίσει πως η δική της ζωή άξιζε λιγότερο από την ελευθερία και την ταυτότητα του τόπου που αγαπούσε.Αυτό δεν είναι απλώς ιστορία αλλά ευθύνη απέναντι στη μνήμη.Είναι σαφής υπενθύμιση πως ένα όνομα μπορεί να γραφτεί με μελάνι σε μια συμφωνία μέσα σε λίγες ώρες, αλλά για να αποκτήσει ιστορικό βάρος μπορεί να χρειαστούν ολόκληρες γενιές και αμέτρητες θυσίες.
Όταν λοιπόν αναφέρομαι στη Βελίκα Τράικου, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ..
Τι αξία έχει ένα όνομα για εκείνον που το παραδίδει εύκολα, όταν κάποιοι άλλοι πλήρωσαν με τη ζωή τους για να το κρατήσουν;
Η απάντηση ας μείνει στη συνείδηση του καθενός.
Εγώ, πάντως, σήμερα δεν θέλω να τη θυμηθώ ως ένα ακόμη όνομα σε έναν κατάλογο ηρώων αλλά όπως της αξίζει ως μια νέα Ελληνίδα που, σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της Μακεδονίας, δεν λύγισε μπροστά στον φόβο.Γι’ αυτό ακριβώς, 122 χρόνια μετά, το όνομά της πρέπει να ακούγεται ακόμη.
Βελίκα Τράικου, 21 ετών.
Μια δασκάλα.
Μια αγγελιοφόρος.
Μια γυναίκα του Μακεδονικού Αγώνα.
Μια ζωή που χάθηκε, αλλά μια μνήμη που δεν έχουμε το δικαίωμα να χάσουμε.
 ΑΘΑΝΑΤΗ!

 
📸 Η Βελίκα Τράικου στη φωτογραφία που διασώζεται μετά τον θάνατό της.
Ίσως με μια πρώτη ματιά να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη από τα 21 της χρόνια. Η εικόνα, όμως, αποτυπώνει τη φρίκη όσων υπέστη τα σημάδια των βασανιστηρίων και η κακοποίηση που προηγήθηκε του θανάτου της είχαν αλλοιώσει δραματικά την όψη της.Η νεαρή δασκάλα που βλέπουμε εδώ δεν έζησε για να γεράσει. Την έκανε να φαίνεται γερασμένη μέσα σε λίγες στιγμές η βία των απάνθρωπων βασανιστών της.
Μια συγκλονιστική φωτογραφία, για να θυμίζει σε όλους εμάς τους βολεμενους το τίμημα που πλήρωσαν άνθρωποι σαν τη Βελίκα Τράικου στον Μακεδονικό Αγώνα.
21 ετών. Και όμως, στην εικόνα μοιάζει να κουβαλά πάνω της μια ολόκληρη ζωή.
Λ

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Εκοιμήθη σε ηλικία 57 ετών ο Δημήτρης Κόκοτας: Ένας σεμνός «υπηρέτης» της ελληνικής μουσικής σκηνής

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και άτομα που χαμογελούν

Δεν είχα ποτέ την τύχη να γνωρίσω από κοντά τον Δημήτρη Κόκοτα. Τον γνώρισα όμως μέσα από τη φωνή και τα τραγούδια του, που συνόδευσαν τα εφηβικά μου χρόνια και με έκαναν να θαυμάζω τον απλό, ευγενικό και γεμάτο συναίσθημα τρόπο ερμηνείας του.
Πριν από έναν χρόνο, όταν τραγούδησα την «Ανεμώνα», πέρασα πολλές ώρες ακούγοντας και μελετώντας την ερμηνεία του: τις φράσεις, τις ανάσες, τον τρόπο με τον οποίο έδινε νόημα σε κάθε λέξη. Ήθελα να προσεγγίσω αυτό το τόσο όμορφο τραγούδι με τον σεβασμό που του άξιζε.
 
 
 
Στης καρδιάς μου τον χειμώνα
φύτρωσε μια ανεμώνα
η δική σου η αγάπη η χρυσή
Μα δεν πρόλαβε ν' ανθίσει
και μαράθηκε πριν ζήσει
γιατί κρίμα δεν την πότισες και εσύ
Ποια αγάπη να πιστέψω
και σε ποια να εμπιστευτώ
που φοβάμαι μήπως πάλι προδοθώ
Ποιο λουλούδι να ποτίσω
δίχως φόβο στην ψυχή
πως δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί
Στης καρδιάς μου τον χειμώνα
φύτρωσε μια ανεμώνα
μα τι κρίμα δεν την πότισες και εσύ
Έναν έρωτα χαμένο
έναν κόσμο γκρεμισμένο
από τώρα να θυμάμαι στη ζωή
Σαν χαρτί τα όνειρά μου
φτερουγίζουν μακριά μου
και μ' αφήνουν μια πικρία στην ψυχή
Ποια αγάπη να πιστέψω
και σε ποια να εμπιστευτώ
που φοβάμαι μήπως πάλι προδοθώ
Ποιο λουλούδι να ποτίσω
δίχως φόβο στην ψυχή
πως δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί
Στησ καρδιάσ μου τον χειμώνα
Φύτρωσε μια ανεμώνα
Η δική σου η αγάπη η χρυσή
Μα δεν πρόλαβε ν' ανθίσει
Και μαράθηκε πριν ζήσει
Γιατί κρίμα δεν την πότισεσ και εσύ
Ποια αγάπη να πιστέψω
Και σε ποια να εμπιστευτώ
Που φοβάμαι μήπωσ πάλι προδοθώ
Ποιο λουλούδι να ποτίσω
Δίχωσ φόβο στην ψυχή
Πωσ δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί
Στησ καρδιάσ μου το χειμώνα
Φύτρωσε μια ανεμώνα
Μα τι κρίμα δεν την πότισεσ και εσύ
Έναν έρωτα χαμένο
Έναν κόσμο γκρεμισμένο
Από τώρα να θυμάμαι στη ζωή
Σαν χαρτί τα όνειρά μου
Φτερουγίζουν μακριά μου
Και μ' αφήνουν μια πικρία στην ψυχή
Ποια αγάπη να πιστέψω
Και σε ποια να εμπιστευτώ
Που φοβάμαι μήπωσ πάλι προδοθώ
Ποιο λουλούδι να ποτίσω
Δίχωσ φόβο στην ψυχή
Πωσ δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί
 
Όσο περισσότερο τον άκουγα, τόσο περισσότερο εκτιμούσα την απλότητα και την αλήθεια της φωνής του. Αυτά είναι που κάνουν την ερμηνεία του ξεχωριστή και τα τραγούδια του διαχρονικά, ώστε να συνεχίσουν να μας συντροφεύουν.
Οι καλλιτέχνες φεύγουν, αλλά τα τραγούδια τους μένουν. Μένουν στις αναμνήσεις μας, στις στιγμές μας και στις φωνές όλων όσοι συνεχίζουν να τα τραγουδούν.
Καλό ταξίδι, Δημήτρη. 🤍
Δεν θα σταματήσω ποτέ να σε τραγουδώ.
Κ.Τ.