Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατήχηση για ορθόδοξους Επισκόπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατήχηση για ορθόδοξους Επισκόπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

π. Πέτρος Χιρς _ Όποιος μιλά για διαιρεμένη Εκκλησία ή ισχυρίζεται ότι αυτή χωρίζεται ή δύναται να διασπαστεί, τελεί εν πλάνη, δεν γνωρίζει τι λέει και δεν γνωρίζει τον Χριστό.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Σε συνέντευξή του  ο αμερικανός ιερέας και θεολόγος π. Πέτρος Χιρς τόνισε κατηγορηματικά ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ταυτίζεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
 
Όπως επισήμανε, η Εκκλησία είναι Μία, καθώς ένας είναι ο Χριστός και ένα το Βάπτισμα, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχουν ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξουν δύο Εκκλησίες, διότι αυτό συνιστά την ίδια την ταυτότητα των πιστών. 
Παρομοίασε μάλιστα την ενότητα αυτή με τον ανθρώπινο οργανισμό: όπως ένας άνθρωπος είναι ενιαίος και δεν χωρίζεται σε δύο, έτσι και η Εκκλησία παραμένει Μία, ενωμένη με τον Χριστό, χθες, σήμερα και εις τους αιώνας.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο π. Πέτρος ανέφερε ότι όποιος μιλά για διαιρεμένη Εκκλησία ή ισχυρίζεται ότι αυτή χωρίζεται ή δύναται να διασπαστεί, τελεί εν πλάνη, δεν γνωρίζει τι λέει και δεν γνωρίζει τον Χριστό.
 
«Εμείς λέμε πιστεύουμε στην Εκκλησία. Πιστεύω εις ένα Θεό, πιστεύω εις μίαν Αγίαν Εκκλησία. Δεν λέμε απλώς ότι υπάρχει Εκκλησία, πιστεύουμε στην Εκκλησία», διευκρίνισε, εξηγώντας ότι πρόκειται για θεανθρώπινο σώμα και θέτοντας το καταληκτικό ερώτημα: «Μπορεί ο Χριστός να χωριστεί, να γίνει κομμάτια;».

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Ἡ ἐπιλεκτικὴ κανονικότης τῶν Ἐπισκόπων καὶ ἡ ἐκκοσμικευμένη ἐξουσία

Κρίσεις Ἐπισκόπων στίς Οἰκουμενικές Συνόδους κατά τά πρακτικά καί τά πεπραγμένα αὐτῶν-Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος – Αποστολική Διακονία

Γράφει ο  Δημήτριος Λογοθέτης, θεολόγος

  Στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα βρίσκεται καθημερινὰ ἐνώπιον μιᾶς ἔντονης ἀντίφασης. Ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἄμβωνα, μέσα ἀπὸ ἐγκυκλίους σημειώματα καὶ δημόσιες νουθεσίες, οἱ ἐπίσκοποι ὑπενθυμίζουν ἀδιάκοπα στοὺς πιστοὺς τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς κανονικότητος. Ὁ ἁπλὸς λαὸς καλεῖται σὲ ἀδιάπτωτη προσήλωση στὰ ἐκκλησιαστικὰ παραγγέλματα: νὰ τηρεῖ μὲ ἀπόλυτη αὐστηρότητα τὶς καθορισμένες νηστεῖες, νὰ ἀποφεύγει κάθε ἐκκοσμικευμένη συμπεριφορά, νὰ πειθαρχεῖ στοὺς ἠθικοὺς φραγμούς, νὰ ὑποτάσσει τὴ ζωή του στὸ πνεῦμα τῶν κανόνων.

  Τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, ἕνα πέπλο σιωπῆς καλύπτει τὴν κορυφὴ τῆς διοικητικῆς πυραμίδας. Οἱ ἴδιοι ποιμένες ποὺ ἀξιώνουν ἀπόλυτη συμμόρφωση ἀπὸ τὸ ποίμνιο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ δικά τους προνόμια, τὴν δική τους λειτουργικὴ ἐμφάνιση καὶ τὴν στελέχωση τοῦ μηχανισμοῦ ἐξουσίας τους, παρακάμπτουν ἀσύστολα τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μὲ μιὰ αὐθαίρετη μετάθεση τῆς ἔννοιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» —ἡ ὁποία ἱστορικὰ θεσπίστηκε ὡς ἔσχατο φάρμακο σωτηρίας καὶ ποτὲ ὡς προνόμιο θεσμικῆς ἀσυλίας— ἡ ἱεραρχία νομιμοποιεῖ τὴν παρανομία βαπτίζοντάς την «κρατοῦσα συνήθεια».

Ὅμως, ὅπως διακήρυξε μὲ παρρησία ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, λόγος ποὺ ἐπισφραγίζει ὁλόκληρη τὴν κανονική μας συνείδηση, «συνήθεια ἄνευ ἀληθείας, παλαιότης πλάνης ἐστίν». Ἡ ἐπιλεκτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων, ὅπου ἡ ἀκρίβεια προορίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς ἀδυνάμους καὶ ἡ οἰκονομία γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, ἀνακαλεῖ ἀναπόφευκτα τὸν φοβερὸ ἔλεγχο τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ νομικισμοῦ τῶν Φαρισαίων: «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά» (Ματθ. κγ΄ 4).

Ἡ θεσμικὴ αὐτὴ ὑποκρισία δὲν εἶναι ἀφηρημένη· ἐκδηλώνεται καθημερινὰ μέσα ἀπὸ συγκεκριμένες, παγιωμένες πρακτικές, μὲ κορυφαῖες τὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς αὐτοκρατορικῆς μίτρας, τὴν πρόωρη χειροτονία ἀνώριμων κληρικῶν καὶ τὴν παραμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σὲ ἕνα σῶμα γραφειο­κρα­τῶν ἀρχιμανδριτῶν ποὺ νέμονται τὴν ἐξουσία.

Δὲν ὑπάρχει ἐπίσκοπος, ποὺ νὰ μὴ ἔχει καταδικάσει ἀπὸ ἄμβωνος τὴν ματαιοδοξία, τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν κοσμικὴ ἀμφίεση τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονται στοὺς ναούς. Οἱ λαϊκοὶ ἐγκαλοῦνται συχνά, ἐὰν τὰ ἐνδύματά τους δὲν μαρτυροῦν σεμνότητα καὶ συντριβή. Ἐντούτοις, ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐκφέρει αὐτὲς τὶς ἐπικρίσεις, εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ Βῆμα φορώντας ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἐνσαρκώνει ἱστορικὰ τὴν ἀπόλυτη κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια: τὴν χρυσοκέντητη, βαρύτιμη καὶ λιθοκόλλητη μίτρα.

Ἡ εἰκόνα τοῦ ἐπισκόπου νὰ ἵσταται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὡς ἐστεμμένος μονάρχης, ἀποτελεῖ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σταυρικοῦ ἤθους τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν λειτουργεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Καίσαρα, ἀλλὰ «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν φόρεσε στέμμα ἀπὸ χρυσὸ καὶ σμαράγδια, ἀλλὰ τὸν ἀκάνθινο στέφανο τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς θυσίας.

Γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια, ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρξε ἀπόλυτα πιστὴ σὲ αὐτὸν τὸν λόγο. Ὁ ἐπίσκοπος λειτουργοῦσε μὲ ἀκάλυπτη κεφαλή, φέροντας τὸ ταπεινὸ ἀρχιερατικὸ φελώνιο καὶ τὸ ὠμοφόριο. Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 1453 καὶ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ὀθωμανικοῦ συστήματος τῶν μιλλέτ, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀνέλαβε πολιτικὴ ἡγεσία (Millet-başi), υἱοθετώντας τὰ σύμβολα τοῦ ἐκλιπόντος Αὐτοκράτορος. Σταδιακά, μέσα ἀπὸ ἕνα κῦμα μιμητισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικῆς ματαιοδοξίας, τὸ στέμμα διαδόθηκε σὲ ὅλους τοὺς μητροπολίτες, τοὺς ἐπισκόπους, ἀκόμη καὶ σὲ ἁπλοὺς τιτουλαρίους, ἱκανοποιώντας τὴν προσωπική τους κενοδοξία.

Ἡ υἱοθέτηση ἑνὸς τέτοιου ἀντικειμένου συγκρούεται μετωπικὰ μὲ τὴν ῥητὴ κανονικὴ νομοθεσία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες ὄχι ἁπλῶς δὲν προέβλεψαν ποτὲ στέμματα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καταδίκασαν κάθε μορφὴ πολυτέλειας καὶ ἐξωτερικοῦ ἐξωραϊσμοῦ.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Νίκαια, 787), στὸν ις΄ (16ο) Κανόνα της, στηλιτεύει μὲ τρόπο ἀνεπίδεκτο παρερμηνείας τὴ χλιδὴ τῶν ἱερωμένων:

«Πᾶσα βλακεία καὶ καλλωπισμὸς σώματος, ἀλλότρια τῆς ἱερατικῆς ἐστι τάξεως καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, τοὺς λαμπραῖς καὶ περιβλέπτοις ἐσθῆσι ἑαυτοὺς κατακοσμοῦντας, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δὲ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς μύροις χριομένους…».

Ὁ ὅρος «βλακεία» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ κανονικὴ γλώσσα δὲν ὑποδηλώνει τὴν μωρία, ἀλλὰ τὴν μαλθακότητα, τὸν περιττὸ πλοῦτο, τὴν χλιδὴ καὶ τὴν τρυφηλὴ ζωή. Ἡ Σύνοδος ὁρίζει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος ποὺ περιβάλλεται λαμπρὰ καὶ περίβλεπτα ἐνδύματα πρέπει νὰ διορθώνεται, καὶ ἂν ἐπιμένει, νὰ ὑποβάλεται σὲ ἐπιτίμιο.

Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἐν Τρούλλῳ, 692), μὲ τὸν κζ΄ (27ο) Κανόνα της, ἀπαγορεύει ῥητὰ τὴν ἀνάρμοστη ἐνδυμασία:

«Μηδεὶς τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀνοίκειον ἀμφιεννύσθω ἐσθῆτα, μήτε ἐν ἀποδημίᾳ τυγχάνων, μήτε ἐν πόλει ἀναστρεφόμενος, ἀλλὰ ταῖς ἤδη τοῖς ἐν κλήρῳ τελοῦσιν ἀπονεμηθείσαις στολαῖς κεχρήσθω. Εἰ δέ τις τοῦτο πράξειεν, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἀφοριζέσθω».

Ἕνα δεύτερο, ἐξίσου βαθὺ σύμπτωμα τῆς ἴδιας παθογένειας εἶναι ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποία οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι χειροτονοῦν ἱερεῖς σὲ ἐξαιρετικὰ νεαρὴ ἡλικία. Νέοι εἴκοσι δύο, εἴκοσι τριῶν ἢ εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ κάποια θεολογικὴ σχολὴ ἢ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο, ὁδηγοῦνται στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ ἐνδύονται τὸ πετραχήλι τοῦ πρεσβυτέρου.

Στὸ κήρυγμά τους πρὸς τοὺς πιστούς, οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι ἐξυμνοῦν τὴν ἀνάγκη τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας. Διδάσκουν ὅτι καμία ἀπόφαση στὴ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ἐπιπόλαια, ὅτι ὁ γάμος ἀπαιτεῖ ὡριμότητα, ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ προϋποθέτει ὑπομονὴ καὶ ἄσκηση. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν δική τους δικαιοδοσία, παρακάμπτουν κάθε ἔννοια δοκιμασίας. Γιατί συμβαίνει αὐτό;

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπῆρξε ἀνέκαθεν κατηγορηματικὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν ἄφησε περιθώρια παρερμηνειῶν, διότι ἀναγνώριζε ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα καὶ ἡ διαποίμανση ψυχῶν δὲν εἶναι ὑπόθεση ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ καρπὸς πνευματικῆς ὡρίμανσης.

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (692), στὸν ιδ΄ (14ο) Κανόνα της, θέτει τὸ ὅριο μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια:

«Ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κρατείτω κανών, ὥστε πρεσβύτερον πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μὴ χειροτονεῖσθαι, κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ’ ἀποταμιεύεσθαι μέχρι τῶν ἱκανῶν ἐτῶν. Ὁ γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ τριακοστῷ ἔτει ἐβαπτίσθη, καὶ ἤρξατο διδάσκειν. Ὡσαύτως μήτε διάκονος πρὸ τῶν εἴκοσι πέντε ἐτῶν, μήτε διακόνισσα πρὸ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν προχειριζέσθω».

Ἡ φράση ποὺ συνθλίβει κάθε σύγχρονη δικαιολογία εἶναι τὸ «κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος». Οἱ Πατέρες προέβλεψαν τὸ ἐπιχείρημα: ἀκόμα κι ἂν ὁ ὑποψήφιος διακρίνεται γιὰ τὴν εὐφυΐα του, τὴν ἁγνότητά του ἢ τὴν μόρφωσή του, ὀφείλει νὰ ἀναμείνει τὴν συμπλήρωση τοῦ τριακοστοῦ ἔτους. Τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἠθικολογικό, ἀλλὰ ὀντολογικὸ καὶ χριστολογικό. Ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν ξεκίνησε τὸ δημόσιο σωτηριῶδες ἔργο Του πρὶν τὸ τριακοστὸ ἔτος, ἔτσι καὶ ὁ οἰκονόμος τῶν μυστηρίων Του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προτρέχει.

Παρόμοια παρέκκλιση συναντᾶται καὶ στὸ πεδίο τοῦ μοναχισμοῦ. Στὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἔμπρακτη ἄρνηση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ὁ μοναχός, κατὰ τὴν κουρά του, δίνει ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Βήματος τρεῖς ἱερὲς ὑποσχέσεις: παρθενία, ὑπακοὴ καὶ ἀκτημοσύνη. Ὑπόσχεται νὰ πεθάνει γιὰ τὸν κόσμο, ὥστε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστό.

Στὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἔχει ὑποστεῖ πρωτοφανῆ ἐκφυλισμό. Ἑκατοντάδες νέοι κείρονται μοναχοὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες, ἐγγράφονται εἰκονικὰ στὰ μοναχολόγια ἀπομακρυσμένων ἢ ἱστορικῶν μονῶν, τὶς ὁποῖες δὲν ἐπισκέπτονται σχεδὸν ποτέ, καὶ ἀμέσως μετακομίζουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα.

Αὐτοὶ οἱ «μοναχοὶ» δὲν ζοῦν σὲ μοναστήρια. Ζοῦν σὲ ἰδιωτικὰ διαμερίσματα στὶς πρωτεύουσες, ὁδηγοῦν αὐτοκίνητα καὶ συναναστρέφονται ἐπιχειρηματικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους. Στελεχώνουν τὰ γραφεῖα τῶν Μητροπόλεων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποτελεῖ εὐθεῖα καταπάτηση τοῦ θεμελιώδους κανονικοῦ πλαισίου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου (Χαλκηδόνα, 451). Οἱ Πατέρες τῆς Χαλκηδόνας, διαβλέποντας τὸν κίνδυνο νὰ μετατραπεῖ ὁ μοναχισμὸς σὲ ὄργανο κοσμικῆς ἀνάμειξης, ἔθεσαν ὅρια ἀπαραβίαστα.

Ὁ δ΄ (4ος) Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποτελεῖ κόλαφο γιὰ τὴν σύγχρονη κατάσταση:

«…Ἔδοξε τοίνυν, μηδένα μὲν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδὲ συνιστᾶν μοναστήριον, ἢ εὐκτήριον οἶκον, παρὰ γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· τοὺς δὲ καθ’ ἑκάστην πόλιν καὶ χώραν μονάζοντας ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντας· μήτε δὲ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιωτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἢ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντας τὰ ἴδια μοναστήρια, εἰ μή ποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ὑπὸ τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου…».

Πῶς ἀπαντᾶ ἡ ἐπισκοπικὴ συνείδηση σὲ αὐτὰ τὰ ῥητὰ προστάγματα; Μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀδιαφορία. Οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συντηροῦν, ἐνθαρρύνουν καὶ ἀναπαράγουν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι χρειάζονται αὐλικούς, γραμματεῖς καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα χωρὶς οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις.

Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀρχιμανδρίτες τοποθετοῦνται ὡς προϊστάμενοι σὲ μεγάλες ἐνορίες τῶν πόλεων, παραμελοῦν τὰ καθημερινὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας —τὴν ἐξομολόγηση, τὴν κατήχηση, τὴν φιλανθρωπία— ὡς δευτερεύουσες ἐνασχολήσεις, κατάλληλες μόνο γιὰ τοὺς «κατώτερους» ἔγγαμους ἱερεῖς. Ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἔγγαμους ἱερεῖς ὄχι ὡς συλλειτουργοὺς καὶ ἀδελφούς, ἀλλὰ ὡς ὑφισταμένους ὑπαλλήλους.

Ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» ἔχει διαστρεβλωθεῖ πλήρως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴν οἰκονομία ὡς συγκατάβαση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς: «ἵνα μὴ τὸ ἀσθενὲς ἀπόλλυται». Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν ὅτι ἡ οἰκονομία θὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς ἄλλοθι, γιὰ νὰ διατηροῦν οἱ ἐπίσκοποι τὰ αὐτοκρατορικά τους προνόμια, νὰ παρακάμπτουν τὰ ὅρια ἡλικίας, γιὰ νὰ βολέψουν εὐνοουμένους τους καὶ νὰ μετατρέπουν τοὺς μοναχοὺς σὲ γραφειοκρατικοὺς ὑπαλλήλους τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων. Αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία· εἶναι αὐθαιρεσία καὶ καταφρόνηση τῶν Πατέρων.

orthodoxostypos

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ὁ «Νέος Ἀρχιμανδρίτης»: Ἐκκλησιολογικὴ ἔκπτωσις τῶν θεσμῶν


Γράφει ο Δημήτριος  Λογοθέτης

   Καθὼς πλησιάζει ἡ τακτικὴ σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ παρασκήνιο βρίθει ἀπὸ ἔντονες ζυμώσεις καὶ διαρροές. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲν βρίσκονται μείζονα θεολογικὰ προβλήματα, οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σὲ μιὰ ραγδαῖα ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, ἀλλὰ ὁ συνήθης, πλὴν νοσηρός, διαμοιρασμὸς ὀφφικίων καὶ προαγωγῶν. Ἡ φημολογία ποὺ κυκλοφορεῖ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς διαδρόμους προαναγγέλλει ἕνα ἀκόμη καταιγισμὸ ἐκλογῶν βοηθῶν ἐπισκόπων — φῆμες μάλιστα κάνουν λόγο γιὰ διψήφιο ἀριθμὸ νέων τιτουλαρίων.

   Ὁ θεσμὸς τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων ἀποτελεῖ μιὰ θεολογικὴ καὶ κανονικὴ ἀνωμαλία, μιὰ σοβαρότατη ἐκκλησιολογικὴ ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ καμία οὐσιαστικὴ ποιμαντικὴ ἀνάγκη στὶς ἡμέρες μας. Ἀντίθετα, λειτουργεῖ ἀποκλειστικὰ ὡς ὄχημα ἱκανοποίησης τῆς προσωπικῆς ματαιοδοξίας ἀρχιμανδριτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦν νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τους τὴν ἀρχιερατικὴ μίτρα, μετατρέποντας τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης σὲ ἐπαγγελματικὸ ἔπαθλο.

   Γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ μέγεθος τῆς στρέβλωσης, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐπιστρέψουμε στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας. Στὴν πρώιμη Ἐκκλησία, ὅπως τὴν συνόψισε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ἡ ἔννοια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει «ἀπόλυτος» ἢ «περιπλανώμενος» ἐπίσκοπος.

  Ὁ 6ος Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.) εἶναι κατηγορηματικὸς καὶ ἀνεπίδεκτος παρερμηνειῶν:

   «Μηδένα δὲ ἀπολύτως χειροτονεῖσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐν ἐκκλησιαστικῷ τά-γματι, εἰ μὴ ἰδικῶς ἐν ἐκκλησίᾳ πόλεως, ἢ κώμης, ἢ μαρτυρίῳ, ἢ μοναστηρίῳ, ὁ χειροτονούμενος ἐπικηρύττοιτο. Τοὺς δὲ ἀπολύτως χειροτονουμένους ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος ἄκυρον ἔχειν τὴν τοιαύτην χειροθεσίαν, καὶ μηδαμοῦ δύνασθαι ἐνεργεῖν, ἐφ᾿ ὕβρει τοῦ χειροτονήσαντος».

   Ἡ χειροτονία ἐπισκόπου χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς συγκεκριμένη τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὴν κεφαλή, ἀποτελεῖ κανονικὸ παράπτωμα. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δὲν ἔχει δικό του ποίμνιο, δὲν ἔχει ἐπισκοπικὴ ἕδρα, οὔτε μνημονεύεται ὡς ὁ κανονικὸς ποιμενάρχης τοῦ τόπου. Φέρει ἕνα ψευδώνυμο τίτλο μιᾶς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης ἐπισκοπῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Θράκης ἢ τῆς Πελοποννήσου — μιὰ ἱστορικὴ μνήμη ποὺ ἀντὶ νὰ ἐμπνέει δέος καὶ κατάνυξη, εὐτελίζεται ὡς διπλωματικὸ προσωπεῖο, γιὰ νὰ καλυφθεῖ ἡ ἔλλειψη πραγματικῆς δικαιοδοσίας.

  Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰσήχθη ὡς διοικητικὴ διευκόλυνση (ἰδίως στὴ Δύση καὶ ἀργότερα ἐκκοσμικευμένα στὴν Ἀνατολή), δημιουργώντας ἕνα πρωτοφανὲς παράδοξο: ἕνα ἀρχιερέα-ὑπάλληλο, ὑποτα-γμένο στὴν διοικητικὴ ἐξουσία ἑνὸς ἄλλου ἀρχιερέα. Ἕνα ἐπίσκοπο ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακή του αὐθεντία, ποὺ λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς ἐκπρόσωπος, τελετάρχης ἢ γραφειοκράτης διεκπεραιωτὴς τοῦ κυριάρχου Μητροπολίτη.

  Ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς μακρᾶς πορείας ἐκφυλισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν. Tὸ φαινόμενο ξεκίνησε δεκαετίες πρὶν μὲ τὴν πλήρη ἀλλοίωση τοῦ ὀφφικίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.

  Ἱστορικὰ καὶ κανονικά, ὁ Ἀρχιμανδρίτης εἶναι ὁ ἐπικεφαλῆς μιᾶς μάνδρας, δηλαδὴ ὁ ἡγούμενος μιᾶς μοναστικῆς ἀδελφότητας. Ἦταν τίτλος ποὺ συνδεόταν ἄρρηκτα μὲ τὸν μοναχισμό, τὴν ἄσκηση, τὴν πνευματικὴ πατρότητα καὶ τὴν κοινοβιακὴ ζωή. Στὸν ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, ὡστόσο, καθιερώθηκε ἡ ἀπαράδεκτη συνήθεια νὰ ἀπονέμεται ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιμανδρίτου συλλήβδην σὲ κάθε ἄγαμο κληρικό, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἔχει πατήσει ποτὲ τὸ πόδι του σὲ μοναστήρι.

  Ἡ ἀπονομὴ αὐτὴ δὲν βασίζεται στὴν πνευματικὴ πρόοδο ἢ τὴν ἡγουμενία, ἀλλὰ λειτουργεῖ ὡς «κοινωνικὸ παράσημο». Ὁ ἄγαμος κληρικός, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐπέλεξε τὴν ἀγαμία, ἀπολαμβάνει ἄμεσα μιὰ τεχνητὴ ἀνωτερότητα ἔναντι τοῦ ἔγγαμου ἐφημερίου, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς σηκώνει τὸ πραγματικὸ βάρος τῆς ἐνορίας.

  Αὐτὸς ὁ πληθωρισμὸς ὁδήγησε ἀναπόφευκτα στὴν πλήρη ἀπαξίωση τοῦ τίτλου. Σήμερα, σχεδὸν κάθε ἄγαμος ἱερέας φέρει τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Καὶ ὅπως συμβαίνει σὲ κάθε πληθωριστικὸ σύστημα, ὅταν ἕνας τίτλος διανέμεται ἀφειδῶς, χάνει τὴν ἀξία του. Οἱ ἄγαμοι κληρικοὶ δὲν μένουν πλέον ἱκανοποιημένοι μὲ τὸ νὰ ἀποκαλοῦνται ἀρχιμανδρίτες. Δὲν τοὺς ἀρκεῖ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο καὶ ὁ ἐπιστήθιος σταυρός. Tὸ κατεστημένο ἔπρεπε νὰ ἀνακαλύψει τὸ ἑπόμενο στάδιο ἐπιβράβευσης: ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος εἶναι πλέον ὁ νέος Ἀρχιμανδρίτης.

  Ἡ τάση αὐτὴ μετατρέπει τὴν ἱερωσύνη σὲ μιὰ καριερίστικη κλίμακα, ὅπου τὸ ἑπόμενο «λογικὸ βῆμα» μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὑπηρεσίας στὴν πρωτοσυγκελλία ἢ σὲ κάποιο γραφεῖο εἶναι ἡ ἐπισκοποποίηση. Ἡ εἴσοδος στὸν ἀρχιερατικὸ βαθμὸ δὲν ἀντιμετωπίζεται πλέον ὡς σταυρὸς μαρτυρίου καὶ θυσιαστικῆς διακονίας, ἀλλὰ ὡς ἡ φυσικὴ προαγωγὴ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιωματούχου.

  Οἱ πληροφορίες γιὰ τὴν ἐπικείμενη συνεδρίαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων συν­ιστοῦν πρόκληση γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Δημιουργεῖται εὐλόγως τὸ ἐρώτημα: ποία ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν δημιουργία μιᾶς στρατιᾶς τιτουλαρίων ἀρχιερέων σὲ μιὰ χώρα μὲ περιορισμένη γεωγραφικὴ ἔκταση καὶ δεδομένο πληθυσμό;

Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὠμή:

  • Ἱκανοποίηση Μητροπολιτικῶν Στρατοπέδων: Οἱ βοηθοὶ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται συχνὰ ὡς ἀντάλλαγμα ἰσορροπιῶν ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας. Μητροπολίτες ζητοῦν βοηθοὺς, γιὰ νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν ἐπιρροή τους, νὰ ἐξασφαλίσουν ψήφους γιὰ τὸ μέλλον ἢ ἁπλῶς γιὰ λόγους προσωπικοῦ γοήτρου, θεωρώντας ὅτι ἕνας βοηθὸς τοὺς προσδίδει αἴγλη ἀνάλογη μὲ ἐκείνη ἑνὸς πατριάρχη.
  • Κολακεία τῆς Ἀτομικῆς Ματαιοδοξίας: Ἀρχιμανδρίτες ποὺ κινοῦνται στοὺς ἀρχιεπισκοπικοὺς καὶ μητροπολιτικοὺς διαδρόμους πιέζουν φορτικὰ γιὰ τὴν προαγωγή τους. Tὸ ὄνειρο δὲν εἶναι ἡ ποιμαντικὴ διακονία τῶν ἀπόρων, τῶν ἀσθενῶν ἢ τῶν νέων, ἀλλὰ ἡ εἴσοδος στὸ ἱερὸ βῆμα μὲ πατερίτσα, δικηροτρίκηρα, μανδύα καὶ κυρίως τὴν χρυσοποίκιλτη μίτρα.

  Ὁ θεσμὸς οὔτε τιμᾶται οὔτε τελειοποιεῖται. Ἡ μαζικὴ παραγωγὴ βοηθῶν ἐπισκόπων δὲν ἀποτελεῖ «τελείωση» τοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη γελοιοποίησή του. Ὅταν μιὰ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδος παράγει ἐπισκόπους, στερεῖ ἀπὸ τὸ ἀρχιερατικὸ λειτούργημα τὴν ἱερότητα καὶ τὸ βάρος του.

  «Τελείωση» στὴν ὀρθόδοξη θεολογία σημαίνει τὴν πρα-γμάτωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τὴν διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Tὸ νὰ ἀπονέμεται ὁ ἐπισκοπικὸς βαθμὸς ὡς τιμητικὸς τίτλος χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, χωρὶς εὐθύνη τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτομὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ὁ ἐπίσκοπος παύει νὰ εἶναι ὁ «πατέρας» μιᾶς ἐπαρχίας καὶ μετατρέπεται σὲ ἕνα «βοηθὸ πολυτελείας», ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ἀκόλουθο ποὺ ἀναλώνεται σὲ πανηγύρεις, μνημόσυνα καὶ δημόσιες σχέσεις.

Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα ἐσωτερικὸ θεολογικὸ πρόβλημα γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ ἔχει ἄμεσες καὶ καταστροφικὲς ἐπιπτώσεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας:

  • Θεσμικὴ διαβάθμιση καὶ παπικὴ πυραμίδα: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι κατὰ τὴ χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὡστόσο, ἡ δημιουργία μιᾶς κάστας «βοηθῶν» εἰσάγει μιὰ de facto διαβάθμιση. Ὑπάρχουν οἱ «πλήρεις» ἐπίσκοποι (οἱ κυρίαρχοι Μητροπολίτες μὲ δικαίωμα ψήφου στὴ Σύνοδο) καὶ οἱ «μειωμένοι» ἐπίσκοποι (οἱ βοηθοί, ποὺ δὲν ἔχουν ψῆφο καὶ ἐξαρτῶνται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν διάθεση τοῦ προϊσταμένου τους). Αὐτὴ ἡ ἱεραρχικὴ πυραμίδα παραπέμπει ἄμεσα στὴν δυτική, παπικὴ ἀντίληψη περὶ διοίκησης καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴν συνοδικότητα τῆς Ἀνατολῆς.
  • Πικρία καὶ ἀπαξίωση τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου: Ὁ ἔγγαμος ἱερέας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ραχοκοκκαλιὰ τῆς ἑλληνικῆς ἐνορίας, βλέπει νεαροὺς ἄγαμους κληρικοὺς χωρὶς ποιμαντικὴ ἐμπειρία νὰ προβιβάζονται ἀστραπιαῖα. Ἀρχικὰ γίνονται ἀρχιμανδρίτες τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐπίσκοποι, ἀπαιτώντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑποταγὴ κληρικῶν ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πατέρες τους. Αὐτὸ καλλιεργεῖ αἰσθήματα πικρίας, ἀδικίας καὶ ἀπαξίωσης στὸν ὑπόλοιπο κλῆρο.
  • Σκανδαλισμὸς τοῦ λαοῦ: Ὁ λαὸς παρακολουθεῖ μὲ ἀπογοήτευση μιὰ Ἐκκλησία ποὺ δείχνει νὰ ἀσχολεῖται πρωτίστως μὲ τὶς στολές, τὰ ὀφφίκια καὶ τὶς θέσεις ἐξουσίας. Σὲ καιροὺς βαθιᾶς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς κρίσης, ἡ εἰκόνα δεκάδων νέων ἐπισκόπων ποὺ περιφέρονται χωρὶς συγκεκριμένο ἔργο ἐπιβεβαιώνει τὴν κατηγορία περὶ ναρκισσισμοῦ καὶ ἐσωστρέφειας τῆς ἱεραρχίας.

Ἡ ἐπικείμενη σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας βρίσκεται μπροστά σὲ μιὰ κρίσιμη εὐθύνη. Ἐὰν ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ φῆμες γιὰ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπισφραγίσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν ὑποταγή της στὸν ἐκκλησιαστικὸ καταναλωτισμὸ τίτλων.

Ἡ θεολογικὴ συνείδηση ἐπιτάσσει τὴν ἄμεση ἀναστολὴ καὶ κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων. Ἐὰν μιὰ Μητρόπολη εἶναι πράγματι τόσο μεγάλη ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διοικηθεῖ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, ἡ κανονικὴ λύση δὲν εἶναι ὁ διορισμὸς ὑποτακτικῶν ἀρχιερέων, ἀλλὰ ὁ τεμαχισμός της σὲ μικρότερες, ζωντανὲς ἐπισκοπές, ὥστε ὁ ἐπίσκοπος νὰ βρίσκεται σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸ ποίμνιό του.

Ὅσο ὅμως ἡ Ἱεραρχία ἐπιλέγει νὰ διατηρεῖ ὑδροκέφαλες μητροπόλεις καὶ νὰ διανέμει ἐπισκοπικοὺς τίτλους ὡς φιλοδωρήματα σὲ ἀρχιμανδρίτες, τόσο ὁ θεσμὸς τοῦ ἐπισκόπου θὰ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν θεολογική του αἴγλη. Ἡ μίτρα στὸ κεφάλι δὲν χαρίζει ἁγιότητα, οὔτε θεραπεύει τὴν ἔλλειψη ποιμαντικοῦ ζήλου. Tὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι νὰ καθιστᾶ ὁρατὴ σὲ ὅλους τὴ ματαιοδοξία μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας ποὺ ξέχασε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε, γιὰ νὰ διακονηθεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονήσει.

orthodoxostypos

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ

Μια εξαίρετη διδακτική εισήγηση του μακαριστού π.Γεωργίου Μεταλληνού : «Κριτική προσέγγιση των οικουμενικών διαλόγων»

  

Ένας λογος - κατήχηση για λαικους και κυρίως τους μεγαλοσχήμονες Ιερωμένους που εχει στις μερες μας γείρει ο νους τους...

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

. ~ Μακαριστρός π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος_«Η Νηπτική Ορθόδοξη θεολογία απαντά με την πιο μεγάλη Αλήθεια γύρω από τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων»

 

Ο μακαριστός πατήρ Κωνσταντίνος, αποκαλύπτει σκοτεινές πλευρές και μυστικές πρακτικές, μιάς ''Κόζα Νόστρα'' εντός των κύκλων της Εκκλησίας...
Η Ορθοδοξία κατέχει την Αλήθεια, η καρδιά είναι το κέντρο, η έδρα της ψυχής, ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζει ακόμη και όταν ο εγκέφαλος σταματά..

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Οἴμοι, ψυχή μου! Στέναξον, κλαῦσον, θρήνησον, διότι οἱ Ἐπίσκοποι… ἐκοιμήθησαν.


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΑΡΩΣΕΙ ΟΛΟΥΣ

Aν είσαι ορθόδοξος χριστιανός άκουσε παραδείγματα από την ζωή της Εκκλησίας, που αναφέρει στην ομιλία του ο Ορθόδοξος αγωνιστής Μητροπολίτης Φλωρίνης π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ, για να δεις το μεγαλείο της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ και να μην έχεις λανθασμένες εντυπώσεις για την ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 


  • «…Εν μέσω νεκρικής σιγής της Εκκλησίας ηκούσθη μία φωνή ως βροντή και αστραπή. Τίνος ήτο; 
  • Επισκόπου, πατριάρχoυ, παπά, διάκου; 
  • Oχι! 
  • Ήταν η φωνή ενός μοναχού, που τους σάρωσε όλους.  
  • Πού είναι, αυτά που λένε μερικοί δεσποτάδες ότι εμείς είμαστε Εκκλησία. 
  • Όχι, αγαπητοί μου, μπορεί να μαζευτείτε στην οδό Φιλοθέη όλοι οι δεσποτάδες και ένας καλόγερος να σας διαλύσει. 
  • Είδατε ποτέ μικρό παιδί να κινηγάει με ένα καλάμι τα γαλιά… Πότε; 
  • Όταν εσείς εκεί που μαζεύεσθε, στην οδό Φιλοθέη, δεν σκέφτεστε τα μεγάλα και υψηλά και λαμβάνετε αποφάσεις που είναι κόντρα με το Ευαγγέλιο, κόντρα με τα συμφέροντα του λαού, τότε, μπορεί να είστε και 70 και 100 και 200 και 300 εάν εσείς δεν είστε φορείς της ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ και είναι ο ένας εκείνος, -ότι νάναι-, και καλόγερος νάναι· αυτός o καλόγερος που έχει μέσα του τη φωτιά τ” Ουρανού, που έχει Πνεύμα Άγιον, που βαδίζει με τους Πατέρες της Εκκλησίας, αυτός ο ένας θα σας σαρώσει όλους και θα επαναφέρει το σκάφος της Εκκλησίας στην τροχιά του!… Τέτοιος ήτο ο άγιος Μάξιμο ο ομολογητής, που τους εσάρωσε όλους…
  • Με εντολή πατριαρχών τον εξόρισαν, του εκόψαν την γλώσσα για να μη μιλάει για τον Χριστό….»
  •  

    Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

    Η Ουκρανία ως πειραματικό πεδίο για μια νέα Ουνία: απειλές και τρόποι λύσης.

     

    Εισήγηση του μητροπολίτη Ζαπορόζιε και Μελιτουπόλεως Λουκά στο συνέδριο με θέμα «Η επίδραση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην πορεία της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία», που οργανώθηκε από το Κέντρο Ρωσικών Σπουδών της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου.

    [σ.σ. Για τις σχισματικές αυτές παραθρησκευτικές δομές εντός των Τοπικών Εκκλησιών, μας μίλησε εντελώς αδιάφορα πριν 7 χρόνια ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος. Τις νατοϊκές αυτές δομές τις αποκάλεσε «Εκκλησίες», ο πρόσφατα τιμηθείς από την Μονή Βατοπαιδίου για το θεολογικό του έργο Μητροπολίτης!!!]

    πηγή