
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026
π. Πέτρος Χιρς _ Όποιος μιλά για διαιρεμένη Εκκλησία ή ισχυρίζεται ότι αυτή χωρίζεται ή δύναται να διασπαστεί, τελεί εν πλάνη, δεν γνωρίζει τι λέει και δεν γνωρίζει τον Χριστό.
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026
Ἡ ἐπιλεκτικὴ κανονικότης τῶν Ἐπισκόπων καὶ ἡ ἐκκοσμικευμένη ἐξουσία
Γράφει ο Δημήτριος Λογοθέτης, θεολόγος
Στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα βρίσκεται καθημερινὰ ἐνώπιον μιᾶς ἔντονης ἀντίφασης. Ἀπὸ τὸν ἱερὸ ἄμβωνα, μέσα ἀπὸ ἐγκυκλίους σημειώματα καὶ δημόσιες νουθεσίες, οἱ ἐπίσκοποι ὑπενθυμίζουν ἀδιάκοπα στοὺς πιστοὺς τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς κανονικότητος. Ὁ ἁπλὸς λαὸς καλεῖται σὲ ἀδιάπτωτη προσήλωση στὰ ἐκκλησιαστικὰ παραγγέλματα: νὰ τηρεῖ μὲ ἀπόλυτη αὐστηρότητα τὶς καθορισμένες νηστεῖες, νὰ ἀποφεύγει κάθε ἐκκοσμικευμένη συμπεριφορά, νὰ πειθαρχεῖ στοὺς ἠθικοὺς φραγμούς, νὰ ὑποτάσσει τὴ ζωή του στὸ πνεῦμα τῶν κανόνων.
Τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, ἕνα πέπλο σιωπῆς καλύπτει τὴν κορυφὴ τῆς διοικητικῆς πυραμίδας. Οἱ ἴδιοι ποιμένες ποὺ ἀξιώνουν ἀπόλυτη συμμόρφωση ἀπὸ τὸ ποίμνιο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ δικά τους προνόμια, τὴν δική τους λειτουργικὴ ἐμφάνιση καὶ τὴν στελέχωση τοῦ μηχανισμοῦ ἐξουσίας τους, παρακάμπτουν ἀσύστολα τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μὲ μιὰ αὐθαίρετη μετάθεση τῆς ἔννοιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» —ἡ ὁποία ἱστορικὰ θεσπίστηκε ὡς ἔσχατο φάρμακο σωτηρίας καὶ ποτὲ ὡς προνόμιο θεσμικῆς ἀσυλίας— ἡ ἱεραρχία νομιμοποιεῖ τὴν παρανομία βαπτίζοντάς την «κρατοῦσα συνήθεια».
Ὅμως, ὅπως διακήρυξε μὲ παρρησία ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, λόγος ποὺ ἐπισφραγίζει ὁλόκληρη τὴν κανονική μας συνείδηση, «συνήθεια ἄνευ ἀληθείας, παλαιότης πλάνης ἐστίν». Ἡ ἐπιλεκτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων, ὅπου ἡ ἀκρίβεια προορίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς ἀδυνάμους καὶ ἡ οἰκονομία γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, ἀνακαλεῖ ἀναπόφευκτα τὸν φοβερὸ ἔλεγχο τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ νομικισμοῦ τῶν Φαρισαίων: «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά» (Ματθ. κγ΄ 4).
Ἡ θεσμικὴ αὐτὴ ὑποκρισία δὲν εἶναι ἀφηρημένη· ἐκδηλώνεται καθημερινὰ μέσα ἀπὸ συγκεκριμένες, παγιωμένες πρακτικές, μὲ κορυφαῖες τὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς αὐτοκρατορικῆς μίτρας, τὴν πρόωρη χειροτονία ἀνώριμων κληρικῶν καὶ τὴν παραμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σὲ ἕνα σῶμα γραφειοκρατῶν ἀρχιμανδριτῶν ποὺ νέμονται τὴν ἐξουσία.
Δὲν ὑπάρχει ἐπίσκοπος, ποὺ νὰ μὴ ἔχει καταδικάσει ἀπὸ ἄμβωνος τὴν ματαιοδοξία, τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν κοσμικὴ ἀμφίεση τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονται στοὺς ναούς. Οἱ λαϊκοὶ ἐγκαλοῦνται συχνά, ἐὰν τὰ ἐνδύματά τους δὲν μαρτυροῦν σεμνότητα καὶ συντριβή. Ἐντούτοις, ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐκφέρει αὐτὲς τὶς ἐπικρίσεις, εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ Βῆμα φορώντας ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἐνσαρκώνει ἱστορικὰ τὴν ἀπόλυτη κοσμικὴ μεγαλοπρέπεια: τὴν χρυσοκέντητη, βαρύτιμη καὶ λιθοκόλλητη μίτρα.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἐπισκόπου νὰ ἵσταται ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὡς ἐστεμμένος μονάρχης, ἀποτελεῖ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σταυρικοῦ ἤθους τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος δὲν λειτουργεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Καίσαρα, ἀλλὰ «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν φόρεσε στέμμα ἀπὸ χρυσὸ καὶ σμαράγδια, ἀλλὰ τὸν ἀκάνθινο στέφανο τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς θυσίας.
Γιὰ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια, ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρξε ἀπόλυτα πιστὴ σὲ αὐτὸν τὸν λόγο. Ὁ ἐπίσκοπος λειτουργοῦσε μὲ ἀκάλυπτη κεφαλή, φέροντας τὸ ταπεινὸ ἀρχιερατικὸ φελώνιο καὶ τὸ ὠμοφόριο. Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 1453 καὶ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ὀθωμανικοῦ συστήματος τῶν μιλλέτ, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀνέλαβε πολιτικὴ ἡγεσία (Millet-başi), υἱοθετώντας τὰ σύμβολα τοῦ ἐκλιπόντος Αὐτοκράτορος. Σταδιακά, μέσα ἀπὸ ἕνα κῦμα μιμητισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικῆς ματαιοδοξίας, τὸ στέμμα διαδόθηκε σὲ ὅλους τοὺς μητροπολίτες, τοὺς ἐπισκόπους, ἀκόμη καὶ σὲ ἁπλοὺς τιτουλαρίους, ἱκανοποιώντας τὴν προσωπική τους κενοδοξία.
Ἡ υἱοθέτηση ἑνὸς τέτοιου ἀντικειμένου συγκρούεται μετωπικὰ μὲ τὴν ῥητὴ κανονικὴ νομοθεσία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες ὄχι ἁπλῶς δὲν προέβλεψαν ποτὲ στέμματα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καταδίκασαν κάθε μορφὴ πολυτέλειας καὶ ἐξωτερικοῦ ἐξωραϊσμοῦ.
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Νίκαια, 787), στὸν ις΄ (16ο) Κανόνα της, στηλιτεύει μὲ τρόπο ἀνεπίδεκτο παρερμηνείας τὴ χλιδὴ τῶν ἱερωμένων:
«Πᾶσα βλακεία καὶ καλλωπισμὸς σώματος, ἀλλότρια τῆς ἱερατικῆς ἐστι τάξεως καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, τοὺς λαμπραῖς καὶ περιβλέπτοις ἐσθῆσι ἑαυτοὺς κατακοσμοῦντας, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δὲ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς μύροις χριομένους…».
Ὁ ὅρος «βλακεία» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ κανονικὴ γλώσσα δὲν ὑποδηλώνει τὴν μωρία, ἀλλὰ τὴν μαλθακότητα, τὸν περιττὸ πλοῦτο, τὴν χλιδὴ καὶ τὴν τρυφηλὴ ζωή. Ἡ Σύνοδος ὁρίζει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος ποὺ περιβάλλεται λαμπρὰ καὶ περίβλεπτα ἐνδύματα πρέπει νὰ διορθώνεται, καὶ ἂν ἐπιμένει, νὰ ὑποβάλεται σὲ ἐπιτίμιο.
Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἐν Τρούλλῳ, 692), μὲ τὸν κζ΄ (27ο) Κανόνα της, ἀπαγορεύει ῥητὰ τὴν ἀνάρμοστη ἐνδυμασία:
«Μηδεὶς τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀνοίκειον ἀμφιεννύσθω ἐσθῆτα, μήτε ἐν ἀποδημίᾳ τυγχάνων, μήτε ἐν πόλει ἀναστρεφόμενος, ἀλλὰ ταῖς ἤδη τοῖς ἐν κλήρῳ τελοῦσιν ἀπονεμηθείσαις στολαῖς κεχρήσθω. Εἰ δέ τις τοῦτο πράξειεν, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἀφοριζέσθω».
Ἕνα δεύτερο, ἐξίσου βαθὺ σύμπτωμα τῆς ἴδιας παθογένειας εἶναι ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποία οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι χειροτονοῦν ἱερεῖς σὲ ἐξαιρετικὰ νεαρὴ ἡλικία. Νέοι εἴκοσι δύο, εἴκοσι τριῶν ἢ εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους ἀπὸ κάποια θεολογικὴ σχολὴ ἢ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο, ὁδηγοῦνται στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ ἐνδύονται τὸ πετραχήλι τοῦ πρεσβυτέρου.
Στὸ κήρυγμά τους πρὸς τοὺς πιστούς, οἱ ἴδιοι ἐπίσκοποι ἐξυμνοῦν τὴν ἀνάγκη τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας. Διδάσκουν ὅτι καμία ἀπόφαση στὴ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ἐπιπόλαια, ὅτι ὁ γάμος ἀπαιτεῖ ὡριμότητα, ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ προϋποθέτει ὑπομονὴ καὶ ἄσκηση. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν δική τους δικαιοδοσία, παρακάμπτουν κάθε ἔννοια δοκιμασίας. Γιατί συμβαίνει αὐτό;
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπῆρξε ἀνέκαθεν κατηγορηματικὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν ἄφησε περιθώρια παρερμηνειῶν, διότι ἀναγνώριζε ὅτι ἡ πνευματικὴ πατρότητα καὶ ἡ διαποίμανση ψυχῶν δὲν εἶναι ὑπόθεση ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ καρπὸς πνευματικῆς ὡρίμανσης.
Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (692), στὸν ιδ΄ (14ο) Κανόνα της, θέτει τὸ ὅριο μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια:
«Ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κρατείτω κανών, ὥστε πρεσβύτερον πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μὴ χειροτονεῖσθαι, κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ’ ἀποταμιεύεσθαι μέχρι τῶν ἱκανῶν ἐτῶν. Ὁ γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ τριακοστῷ ἔτει ἐβαπτίσθη, καὶ ἤρξατο διδάσκειν. Ὡσαύτως μήτε διάκονος πρὸ τῶν εἴκοσι πέντε ἐτῶν, μήτε διακόνισσα πρὸ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν προχειριζέσθω».
Ἡ φράση ποὺ συνθλίβει κάθε σύγχρονη δικαιολογία εἶναι τὸ «κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος». Οἱ Πατέρες προέβλεψαν τὸ ἐπιχείρημα: ἀκόμα κι ἂν ὁ ὑποψήφιος διακρίνεται γιὰ τὴν εὐφυΐα του, τὴν ἁγνότητά του ἢ τὴν μόρφωσή του, ὀφείλει νὰ ἀναμείνει τὴν συμπλήρωση τοῦ τριακοστοῦ ἔτους. Τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἠθικολογικό, ἀλλὰ ὀντολογικὸ καὶ χριστολογικό. Ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν ξεκίνησε τὸ δημόσιο σωτηριῶδες ἔργο Του πρὶν τὸ τριακοστὸ ἔτος, ἔτσι καὶ ὁ οἰκονόμος τῶν μυστηρίων Του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προτρέχει.
Παρόμοια παρέκκλιση συναντᾶται καὶ στὸ πεδίο τοῦ μοναχισμοῦ. Στὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἔμπρακτη ἄρνηση τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ὁ μοναχός, κατὰ τὴν κουρά του, δίνει ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Βήματος τρεῖς ἱερὲς ὑποσχέσεις: παρθενία, ὑπακοὴ καὶ ἀκτημοσύνη. Ὑπόσχεται νὰ πεθάνει γιὰ τὸν κόσμο, ὥστε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστό.
Στὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἔχει ὑποστεῖ πρωτοφανῆ ἐκφυλισμό. Ἑκατοντάδες νέοι κείρονται μοναχοὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες, ἐγγράφονται εἰκονικὰ στὰ μοναχολόγια ἀπομακρυσμένων ἢ ἱστορικῶν μονῶν, τὶς ὁποῖες δὲν ἐπισκέπτονται σχεδὸν ποτέ, καὶ ἀμέσως μετακομίζουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα.
Αὐτοὶ οἱ «μοναχοὶ» δὲν ζοῦν σὲ μοναστήρια. Ζοῦν σὲ ἰδιωτικὰ διαμερίσματα στὶς πρωτεύουσες, ὁδηγοῦν αὐτοκίνητα καὶ συναναστρέφονται ἐπιχειρηματικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους. Στελεχώνουν τὰ γραφεῖα τῶν Μητροπόλεων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποτελεῖ εὐθεῖα καταπάτηση τοῦ θεμελιώδους κανονικοῦ πλαισίου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451). Οἱ Πατέρες τῆς Χαλκηδόνας, διαβλέποντας τὸν κίνδυνο νὰ μετατραπεῖ ὁ μοναχισμὸς σὲ ὄργανο κοσμικῆς ἀνάμειξης, ἔθεσαν ὅρια ἀπαραβίαστα.
Ὁ δ΄ (4ος) Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποτελεῖ κόλαφο γιὰ τὴν σύγχρονη κατάσταση:
«…Ἔδοξε τοίνυν, μηδένα μὲν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδὲ συνιστᾶν μοναστήριον, ἢ εὐκτήριον οἶκον, παρὰ γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· τοὺς δὲ καθ’ ἑκάστην πόλιν καὶ χώραν μονάζοντας ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καὶ προσέχειν μόνῃ τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο προσκαρτεροῦντας· μήτε δὲ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιωτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἢ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντας τὰ ἴδια μοναστήρια, εἰ μή ποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ὑπὸ τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου…».
Πῶς ἀπαντᾶ ἡ ἐπισκοπικὴ συνείδηση σὲ αὐτὰ τὰ ῥητὰ προστάγματα; Μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀδιαφορία. Οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συντηροῦν, ἐνθαρρύνουν καὶ ἀναπαράγουν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι χρειάζονται αὐλικούς, γραμματεῖς καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα χωρὶς οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις.
Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀρχιμανδρίτες τοποθετοῦνται ὡς προϊστάμενοι σὲ μεγάλες ἐνορίες τῶν πόλεων, παραμελοῦν τὰ καθημερινὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας —τὴν ἐξομολόγηση, τὴν κατήχηση, τὴν φιλανθρωπία— ὡς δευτερεύουσες ἐνασχολήσεις, κατάλληλες μόνο γιὰ τοὺς «κατώτερους» ἔγγαμους ἱερεῖς. Ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἔγγαμους ἱερεῖς ὄχι ὡς συλλειτουργοὺς καὶ ἀδελφούς, ἀλλὰ ὡς ὑφισταμένους ὑπαλλήλους.
Ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» ἔχει διαστρεβλωθεῖ πλήρως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴν οἰκονομία ὡς συγκατάβαση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς: «ἵνα μὴ τὸ ἀσθενὲς ἀπόλλυται». Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν ὅτι ἡ οἰκονομία θὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς ἄλλοθι, γιὰ νὰ διατηροῦν οἱ ἐπίσκοποι τὰ αὐτοκρατορικά τους προνόμια, νὰ παρακάμπτουν τὰ ὅρια ἡλικίας, γιὰ νὰ βολέψουν εὐνοουμένους τους καὶ νὰ μετατρέπουν τοὺς μοναχοὺς σὲ γραφειοκρατικοὺς ὑπαλλήλους τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων. Αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία· εἶναι αὐθαιρεσία καὶ καταφρόνηση τῶν Πατέρων.
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026
π. Θεόδωρος (Ζήσης), " Πρέπει να μεταφρασθούν τα λειτουργικά κείμενα ; ".
"Οἰκουμενιστές ἐπίσκοποι ἐπαναφέρουν σχέδιο πού ἀπέτυχε".
Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026
Ὁ «Νέος Ἀρχιμανδρίτης»: Ἐκκλησιολογικὴ ἔκπτωσις τῶν θεσμῶν
Γράφει ο Δημήτριος Λογοθέτης
Καθὼς πλησιάζει ἡ τακτικὴ σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ παρασκήνιο βρίθει ἀπὸ ἔντονες ζυμώσεις καὶ διαρροές. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲν βρίσκονται μείζονα θεολογικὰ προβλήματα, οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σὲ μιὰ ραγδαῖα ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, ἀλλὰ ὁ συνήθης, πλὴν νοσηρός, διαμοιρασμὸς ὀφφικίων καὶ προαγωγῶν. Ἡ φημολογία ποὺ κυκλοφορεῖ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς διαδρόμους προαναγγέλλει ἕνα ἀκόμη καταιγισμὸ ἐκλογῶν βοηθῶν ἐπισκόπων — φῆμες μάλιστα κάνουν λόγο γιὰ διψήφιο ἀριθμὸ νέων τιτουλαρίων.
Ὁ θεσμὸς τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων ἀποτελεῖ μιὰ θεολογικὴ καὶ κανονικὴ ἀνωμαλία, μιὰ σοβαρότατη ἐκκλησιολογικὴ ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ καμία οὐσιαστικὴ ποιμαντικὴ ἀνάγκη στὶς ἡμέρες μας. Ἀντίθετα, λειτουργεῖ ἀποκλειστικὰ ὡς ὄχημα ἱκανοποίησης τῆς προσωπικῆς ματαιοδοξίας ἀρχιμανδριτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦν νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τους τὴν ἀρχιερατικὴ μίτρα, μετατρέποντας τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης σὲ ἐπαγγελματικὸ ἔπαθλο.
Γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ μέγεθος τῆς στρέβλωσης, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐπιστρέψουμε στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας. Στὴν πρώιμη Ἐκκλησία, ὅπως τὴν συνόψισε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ἡ ἔννοια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει «ἀπόλυτος» ἢ «περιπλανώμενος» ἐπίσκοπος.
Ὁ 6ος Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.) εἶναι κατηγορηματικὸς καὶ ἀνεπίδεκτος παρερμηνειῶν:
«Μηδένα δὲ ἀπολύτως χειροτονεῖσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐν ἐκκλησιαστικῷ τά-γματι, εἰ μὴ ἰδικῶς ἐν ἐκκλησίᾳ πόλεως, ἢ κώμης, ἢ μαρτυρίῳ, ἢ μοναστηρίῳ, ὁ χειροτονούμενος ἐπικηρύττοιτο. Τοὺς δὲ ἀπολύτως χειροτονουμένους ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος ἄκυρον ἔχειν τὴν τοιαύτην χειροθεσίαν, καὶ μηδαμοῦ δύνασθαι ἐνεργεῖν, ἐφ᾿ ὕβρει τοῦ χειροτονήσαντος».
Ἡ χειροτονία ἐπισκόπου χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς συγκεκριμένη τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὴν κεφαλή, ἀποτελεῖ κανονικὸ παράπτωμα. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δὲν ἔχει δικό του ποίμνιο, δὲν ἔχει ἐπισκοπικὴ ἕδρα, οὔτε μνημονεύεται ὡς ὁ κανονικὸς ποιμενάρχης τοῦ τόπου. Φέρει ἕνα ψευδώνυμο τίτλο μιᾶς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης ἐπισκοπῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Θράκης ἢ τῆς Πελοποννήσου — μιὰ ἱστορικὴ μνήμη ποὺ ἀντὶ νὰ ἐμπνέει δέος καὶ κατάνυξη, εὐτελίζεται ὡς διπλωματικὸ προσωπεῖο, γιὰ νὰ καλυφθεῖ ἡ ἔλλειψη πραγματικῆς δικαιοδοσίας.
Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰσήχθη ὡς διοικητικὴ διευκόλυνση (ἰδίως στὴ Δύση καὶ ἀργότερα ἐκκοσμικευμένα στὴν Ἀνατολή), δημιουργώντας ἕνα πρωτοφανὲς παράδοξο: ἕνα ἀρχιερέα-ὑπάλληλο, ὑποτα-γμένο στὴν διοικητικὴ ἐξουσία ἑνὸς ἄλλου ἀρχιερέα. Ἕνα ἐπίσκοπο ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακή του αὐθεντία, ποὺ λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς ἐκπρόσωπος, τελετάρχης ἢ γραφειοκράτης διεκπεραιωτὴς τοῦ κυριάρχου Μητροπολίτη.
Ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς μακρᾶς πορείας ἐκφυλισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν. Tὸ φαινόμενο ξεκίνησε δεκαετίες πρὶν μὲ τὴν πλήρη ἀλλοίωση τοῦ ὀφφικίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.
Ἱστορικὰ καὶ κανονικά, ὁ Ἀρχιμανδρίτης εἶναι ὁ ἐπικεφαλῆς μιᾶς μάνδρας, δηλαδὴ ὁ ἡγούμενος μιᾶς μοναστικῆς ἀδελφότητας. Ἦταν τίτλος ποὺ συνδεόταν ἄρρηκτα μὲ τὸν μοναχισμό, τὴν ἄσκηση, τὴν πνευματικὴ πατρότητα καὶ τὴν κοινοβιακὴ ζωή. Στὸν ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, ὡστόσο, καθιερώθηκε ἡ ἀπαράδεκτη συνήθεια νὰ ἀπονέμεται ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιμανδρίτου συλλήβδην σὲ κάθε ἄγαμο κληρικό, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἔχει πατήσει ποτὲ τὸ πόδι του σὲ μοναστήρι.
Ἡ ἀπονομὴ αὐτὴ δὲν βασίζεται στὴν πνευματικὴ πρόοδο ἢ τὴν ἡγουμενία, ἀλλὰ λειτουργεῖ ὡς «κοινωνικὸ παράσημο». Ὁ ἄγαμος κληρικός, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐπέλεξε τὴν ἀγαμία, ἀπολαμβάνει ἄμεσα μιὰ τεχνητὴ ἀνωτερότητα ἔναντι τοῦ ἔγγαμου ἐφημερίου, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς σηκώνει τὸ πραγματικὸ βάρος τῆς ἐνορίας.
Αὐτὸς ὁ πληθωρισμὸς ὁδήγησε ἀναπόφευκτα στὴν πλήρη ἀπαξίωση τοῦ τίτλου. Σήμερα, σχεδὸν κάθε ἄγαμος ἱερέας φέρει τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Καὶ ὅπως συμβαίνει σὲ κάθε πληθωριστικὸ σύστημα, ὅταν ἕνας τίτλος διανέμεται ἀφειδῶς, χάνει τὴν ἀξία του. Οἱ ἄγαμοι κληρικοὶ δὲν μένουν πλέον ἱκανοποιημένοι μὲ τὸ νὰ ἀποκαλοῦνται ἀρχιμανδρίτες. Δὲν τοὺς ἀρκεῖ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο καὶ ὁ ἐπιστήθιος σταυρός. Tὸ κατεστημένο ἔπρεπε νὰ ἀνακαλύψει τὸ ἑπόμενο στάδιο ἐπιβράβευσης: ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος εἶναι πλέον ὁ νέος Ἀρχιμανδρίτης.
Ἡ τάση αὐτὴ μετατρέπει τὴν ἱερωσύνη σὲ μιὰ καριερίστικη κλίμακα, ὅπου τὸ ἑπόμενο «λογικὸ βῆμα» μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὑπηρεσίας στὴν πρωτοσυγκελλία ἢ σὲ κάποιο γραφεῖο εἶναι ἡ ἐπισκοποποίηση. Ἡ εἴσοδος στὸν ἀρχιερατικὸ βαθμὸ δὲν ἀντιμετωπίζεται πλέον ὡς σταυρὸς μαρτυρίου καὶ θυσιαστικῆς διακονίας, ἀλλὰ ὡς ἡ φυσικὴ προαγωγὴ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιωματούχου.
Οἱ πληροφορίες γιὰ τὴν ἐπικείμενη συνεδρίαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων συνιστοῦν πρόκληση γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Δημιουργεῖται εὐλόγως τὸ ἐρώτημα: ποία ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν δημιουργία μιᾶς στρατιᾶς τιτουλαρίων ἀρχιερέων σὲ μιὰ χώρα μὲ περιορισμένη γεωγραφικὴ ἔκταση καὶ δεδομένο πληθυσμό;
Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὠμή:
- Ἱκανοποίηση Μητροπολιτικῶν Στρατοπέδων: Οἱ βοηθοὶ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται συχνὰ ὡς ἀντάλλαγμα ἰσορροπιῶν ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας. Μητροπολίτες ζητοῦν βοηθοὺς, γιὰ νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν ἐπιρροή τους, νὰ ἐξασφαλίσουν ψήφους γιὰ τὸ μέλλον ἢ ἁπλῶς γιὰ λόγους προσωπικοῦ γοήτρου, θεωρώντας ὅτι ἕνας βοηθὸς τοὺς προσδίδει αἴγλη ἀνάλογη μὲ ἐκείνη ἑνὸς πατριάρχη.
- Κολακεία τῆς Ἀτομικῆς Ματαιοδοξίας: Ἀρχιμανδρίτες ποὺ κινοῦνται στοὺς ἀρχιεπισκοπικοὺς καὶ μητροπολιτικοὺς διαδρόμους πιέζουν φορτικὰ γιὰ τὴν προαγωγή τους. Tὸ ὄνειρο δὲν εἶναι ἡ ποιμαντικὴ διακονία τῶν ἀπόρων, τῶν ἀσθενῶν ἢ τῶν νέων, ἀλλὰ ἡ εἴσοδος στὸ ἱερὸ βῆμα μὲ πατερίτσα, δικηροτρίκηρα, μανδύα καὶ κυρίως τὴν χρυσοποίκιλτη μίτρα.
Ὁ θεσμὸς οὔτε τιμᾶται οὔτε τελειοποιεῖται. Ἡ μαζικὴ παραγωγὴ βοηθῶν ἐπισκόπων δὲν ἀποτελεῖ «τελείωση» τοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη γελοιοποίησή του. Ὅταν μιὰ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδος παράγει ἐπισκόπους, στερεῖ ἀπὸ τὸ ἀρχιερατικὸ λειτούργημα τὴν ἱερότητα καὶ τὸ βάρος του.
«Τελείωση» στὴν ὀρθόδοξη θεολογία σημαίνει τὴν πρα-γμάτωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τὴν διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Tὸ νὰ ἀπονέμεται ὁ ἐπισκοπικὸς βαθμὸς ὡς τιμητικὸς τίτλος χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, χωρὶς εὐθύνη τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτομὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ὁ ἐπίσκοπος παύει νὰ εἶναι ὁ «πατέρας» μιᾶς ἐπαρχίας καὶ μετατρέπεται σὲ ἕνα «βοηθὸ πολυτελείας», ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ἀκόλουθο ποὺ ἀναλώνεται σὲ πανηγύρεις, μνημόσυνα καὶ δημόσιες σχέσεις.
Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα ἐσωτερικὸ θεολογικὸ πρόβλημα γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ ἔχει ἄμεσες καὶ καταστροφικὲς ἐπιπτώσεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας:
- Θεσμικὴ διαβάθμιση καὶ παπικὴ πυραμίδα: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι κατὰ τὴ χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὡστόσο, ἡ δημιουργία μιᾶς κάστας «βοηθῶν» εἰσάγει μιὰ de facto διαβάθμιση. Ὑπάρχουν οἱ «πλήρεις» ἐπίσκοποι (οἱ κυρίαρχοι Μητροπολίτες μὲ δικαίωμα ψήφου στὴ Σύνοδο) καὶ οἱ «μειωμένοι» ἐπίσκοποι (οἱ βοηθοί, ποὺ δὲν ἔχουν ψῆφο καὶ ἐξαρτῶνται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν διάθεση τοῦ προϊσταμένου τους). Αὐτὴ ἡ ἱεραρχικὴ πυραμίδα παραπέμπει ἄμεσα στὴν δυτική, παπικὴ ἀντίληψη περὶ διοίκησης καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴν συνοδικότητα τῆς Ἀνατολῆς.
- Πικρία καὶ ἀπαξίωση τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου: Ὁ ἔγγαμος ἱερέας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ραχοκοκκαλιὰ τῆς ἑλληνικῆς ἐνορίας, βλέπει νεαροὺς ἄγαμους κληρικοὺς χωρὶς ποιμαντικὴ ἐμπειρία νὰ προβιβάζονται ἀστραπιαῖα. Ἀρχικὰ γίνονται ἀρχιμανδρίτες τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐπίσκοποι, ἀπαιτώντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑποταγὴ κληρικῶν ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πατέρες τους. Αὐτὸ καλλιεργεῖ αἰσθήματα πικρίας, ἀδικίας καὶ ἀπαξίωσης στὸν ὑπόλοιπο κλῆρο.
- Σκανδαλισμὸς τοῦ λαοῦ: Ὁ λαὸς παρακολουθεῖ μὲ ἀπογοήτευση μιὰ Ἐκκλησία ποὺ δείχνει νὰ ἀσχολεῖται πρωτίστως μὲ τὶς στολές, τὰ ὀφφίκια καὶ τὶς θέσεις ἐξουσίας. Σὲ καιροὺς βαθιᾶς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς κρίσης, ἡ εἰκόνα δεκάδων νέων ἐπισκόπων ποὺ περιφέρονται χωρὶς συγκεκριμένο ἔργο ἐπιβεβαιώνει τὴν κατηγορία περὶ ναρκισσισμοῦ καὶ ἐσωστρέφειας τῆς ἱεραρχίας.
Ἡ ἐπικείμενη σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας βρίσκεται μπροστά σὲ μιὰ κρίσιμη εὐθύνη. Ἐὰν ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ φῆμες γιὰ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπισφραγίσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν ὑποταγή της στὸν ἐκκλησιαστικὸ καταναλωτισμὸ τίτλων.
Ἡ θεολογικὴ συνείδηση ἐπιτάσσει τὴν ἄμεση ἀναστολὴ καὶ κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων. Ἐὰν μιὰ Μητρόπολη εἶναι πράγματι τόσο μεγάλη ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διοικηθεῖ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, ἡ κανονικὴ λύση δὲν εἶναι ὁ διορισμὸς ὑποτακτικῶν ἀρχιερέων, ἀλλὰ ὁ τεμαχισμός της σὲ μικρότερες, ζωντανὲς ἐπισκοπές, ὥστε ὁ ἐπίσκοπος νὰ βρίσκεται σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸ ποίμνιό του.
Ὅσο ὅμως ἡ Ἱεραρχία ἐπιλέγει νὰ διατηρεῖ ὑδροκέφαλες μητροπόλεις καὶ νὰ διανέμει ἐπισκοπικοὺς τίτλους ὡς φιλοδωρήματα σὲ ἀρχιμανδρίτες, τόσο ὁ θεσμὸς τοῦ ἐπισκόπου θὰ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν θεολογική του αἴγλη. Ἡ μίτρα στὸ κεφάλι δὲν χαρίζει ἁγιότητα, οὔτε θεραπεύει τὴν ἔλλειψη ποιμαντικοῦ ζήλου. Tὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι νὰ καθιστᾶ ὁρατὴ σὲ ὅλους τὴ ματαιοδοξία μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας ποὺ ξέχασε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε, γιὰ νὰ διακονηθεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονήσει.
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
Η αβιωματική θεώρηση της πίστης από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Εν Θεσσαλονίκη τη 29η Ιουνίου 2026
Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, στο Κολυμπάρι της Κρήτης η ψευδοσύνοδος της Κρήτης, (16 έως 27 Ιουνίου 2016). Ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που σήμανε τον θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και γέμισε με απερίγραπτη θλίψη την θριαμβεύουσα και τη στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού.
Με αφορμή, λοιπόν, τη θλιβερή αυτή επέτειο θεωρήσαμε αναγκαίο να καταθέσουμε στον πιστό λαο του Θεού κάποιες αλήθειες που αφορούν την ψευδοσύνοδο, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι.
Η ψευδοσύνοδος δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Και τούτο διότι:
1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), ωσάν η Εκκλησία να έπαυσε να πολεμείται στην εποχή μας από σύγχρονες αιρέσεις, ενώ η θλιβερή σύγχρονη πραγματικότητα μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Απ’ εναντίας μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως «Εκκλησίες» τους ετεροδόξους.
2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω.
3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κ.λ.π.
4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών.
5. Τα θέματα και οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.
6. Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος της ομοφωνίας, που προβλέπει ο Κανονισμός.
7. Προκάλεσε αλλοίωση και στρέβλωση του παραδοσιακού Συνοδικού Συστήματος και καθιέρωσε για πρώτη φορά ένα άλλο Συνοδικό Σύστημα, το οποίο οφείλεται κυρίως και πρωτίστως στην ανάπτυξη μιάς νέας οικουμενιστικής θεωρίας αυτής του «πρώτου άνευ ίσων».
8. Είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι:
Α). Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ολίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας.
Β). Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156.
Γ). Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος – μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» σε «πρώτους άνευ ίσων» .
Δ). Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφρονήθηκαν οι εισηγήσεις και τα πορίσματα της Ημερίδος που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016), οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, αλλά και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών. Καταφρονήθηκαν οι πρό της ψευδοσυνόδου επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού.
Ε) Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του αγίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.
ΣΤ) Η ψευδοσύνοδος αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως. Επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Διακήρυξη των Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, έσχατος κριτής της ορθότητος και της εγκυρότητος των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, ή απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων.
Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις, κενά και ασάφειες.
Πιο συγκεκριμένα:
α) Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παραγραφο διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φραση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.
β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών», με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους:
1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους.
2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007) του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν.
Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων.
Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]».
Το καρκίνωμα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αδελφοί μου, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα προχώρησε δυστυχώς σταδιακά και εξαπλώθηκε μεθοδικά, έτσι ώστε τελικά να βρεί πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, αντί καταδίκης. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να συγκληθεί μιά αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Αυτό όμως το χαρμόσυνο γεγονός δεν πρόκειται να γίνει ως διά μαγείας, χωρίς δηλαδή τη συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, συνεργούσης βεβαίως και της Χάριτος. Δεν πρόκειται να γίνει χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες και θυσίες και πρό πάντων χωρίς την ευλογημένη αποτείχιση, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026
ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
Μια εξαίρετη διδακτική εισήγηση του μακαριστού π.Γεωργίου Μεταλληνού : «Κριτική προσέγγιση των οικουμενικών διαλόγων»
Ένας λογος - κατήχηση για λαικους και κυρίως τους μεγαλοσχήμονες Ιερωμένους που εχει στις μερες μας γείρει ο νους τους...
Τρίτη 16 Ιουνίου 2026
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
. ~ Μακαριστρός π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος_«Η Νηπτική Ορθόδοξη θεολογία απαντά με την πιο μεγάλη Αλήθεια γύρω από τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων»
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
Οἴμοι, ψυχή μου! Στέναξον, κλαῦσον, θρήνησον, διότι οἱ Ἐπίσκοποι… ἐκοιμήθησαν.

Οἴμοι, ψυχή μου! Στέναξον, κλαῦσον, θρήνησον, διότι οἱ Ἐπίσκοποι καί φύλακες τῆς Μίας, Ἁγίας, Ὀρθοδόξου, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐκοιμήθησαν.
Τοῦ ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου
Οἱ καλοί ποιμένες, οἱ θειότατοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου, διά νά φυλάξουν καθαράν καί ἄσπιλον τήν Νύμφην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν (ὅπως τήν παρέλαβαν ἀπό τόν Νυμφίον Χριστόν) ἀπό τάς διαφόρους καί ποικίλας πλάνας καί αἱρέσεις, ἠγωνίσθησαν, ὑβρίσθησαν, κατηγορήθησαν, ἐσυκοφαντήθησαν, ἐφυλακίσθησαν, ἐξωρίσθησαν, πολλάς βασάνους καί θλίψεις ὑπέμειναν, μερικοί δέ καί θανάτους.
Ἀλλά μἐ τήν πίστιν τήν θερμήν πρός τόν Θεόν καί μέ τήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δύναμιν καί χάριν ἐνισχυθέντες, ἐξεδίωξαν μακράν τῆς Ἐκκλησίας τούς λοιμώδεις λύκους, τούς αἱρετικούς, ἐκσφενδονίσαντες μέ τήν σφενδόνην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παραδόντες αὐτούς εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα.
Διό καί ὁ Θεός, ὁ παρ’ αὐτῶν δοξασθείς, ἐδόξασεν αὐτούς καί εἰς τήν γῆν, πλουτίσας αὐτούς δι’ οὐρανίων χαρισμάτων, καί εἰς τόν Οὐρανόν στεφανώσας αὐτούς δι’ ἀμαραντίνων οὐρανίων στεφάνων.
Καί οἱ μἐν Ἅγιοι Πατέρες, οἱ καλοί καί ἀληθεῖς Ποιμένες, ἐξεδίωξαν μακράν τῆς Ἐκκλησίας τούς αἱρετικούς, τούς λοιμώδεις λύκους (1), ὁ δέ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καλεῖ τόν αἱρετικόν Πάπαν, τόν ἐχθρόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόν παραβάτην καί καταφρονητήν τῶν Ἀποστολικῶν καί Πατρικῶν Παραδόσεων, πίπτει εἰς τάς ἀγκάλας του, τόν ἐκλιπαρεῖ, τόν ἀναγνωρίζει ὡς πρῶτον, ἀνοίγει τήν θύραν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν λογικῶν του προβάτων, εἴσελθε, τῷ λέγει, ὡς πρῶτος καί ἐγώ ὡς δεύτερος θά σέ ἀκολουθῶ μέ τά πρόβατά μου!!
Οἴμοι! Οἴμοι, ψυχή μου! Στέναξον, κλαῦσον, θρήνησον … διότι οἱ Ἐπίσκοποι καί φύλακες τῆς Μίας, Ἁγίας, Ὀρθοδόξου, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐκοιμήθησαν. Οἱ Ποιμένες αὐτῆς ἤνοιξαν διάπλατα τάς θύρας, διά νἀ εἰσέλθουν ἀκωλύτως οἱ λιμώδεις λύκοι (2) καί θύσουν (3), ἁρπάσουν καί σκορπίσουν τά πρόβατα, ὑπέρ ὧν Χριστός τό Αἷμα Αὐτοῦ ἐξέχεε.
—————————————
Ἀπό τό βιβλίο ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΡΘΡΑ, ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΝΟΗΣ τοῦ ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, τόμος Γ΄, σελ. 142, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη».
(1) Λοιμώδεις λύκοι: Λύκοι μολυσματικοί.
(2) Λιμώδεις λύκοι: Λύκοι πεινασμένοι.
(3) Θύσουν: Κατασφάξουν, κατασπαράξουν.
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025
ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΑΡΩΣΕΙ ΟΛΟΥΣ
Aν είσαι ορθόδοξος χριστιανός άκουσε παραδείγματα από την ζωή της Εκκλησίας, που αναφέρει στην ομιλία του ο Ορθόδοξος αγωνιστής Μητροπολίτης Φλωρίνης π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ, για να δεις το μεγαλείο της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ και να μην έχεις λανθασμένες εντυπώσεις για την ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Η Ουκρανία ως πειραματικό πεδίο για μια νέα Ουνία: απειλές και τρόποι λύσης.

Εισήγηση του μητροπολίτη Ζαπορόζιε και Μελιτουπόλεως Λουκά στο συνέδριο με θέμα «Η επίδραση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην πορεία της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία», που οργανώθηκε από το Κέντρο Ρωσικών Σπουδών της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου.
Τα γεγονότα, που συνδέονται με την αντικανονική ανάμειξη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου και της περί αυτόν Ιεράς Συνόδου στην ουκρανική εκκλησιαστική κρίση και η δημιουργία της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» («ΟΕΟ») δικαιολογημένως εξετάζονται από πολλούς ορθοδόξους ιεράρχες και αναλυτές ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με σκοπό την ενοποίηση του χριστιανικού κόσμου υπό την αιγίδα του Βατικανού και με εμπλοκή του Φαναρίου. Οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που αποβλέπουν στην προώθηση της ιδέας του «πρώτου άνευ ίσων», καθώς και ο δυναμικός οικουμενιστικός διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, οδήγησαν σε σοβαρές αλλοιώσεις στην οικουμενική Ορθοδοξία. Το σχέδιο της «ΟΕΟ» εμφανίζεται σε αυτό το πλαίσιο ως πειραματικό πεδίο για τη δοκιμή μεθόδων και πρακτικών καταστροφής της καθιερωμένης τάξεως στις σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και τη διαστρέβλωση στον οικουμενιστικό διάλογο. Η παρούσα εισήγηση είναι αφιερωμένη στην ανάλυση αυτών των διαδικασιών, την αποτίμηση των επιπτώσεων, καθώς και στην εξέταση τρόπων υπεράσπισης της ιεροκανονικής τάξεως στην τρέχουσα εκκλησιαστική κατάσταση.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τα τελευταία χρόνια προωθεί δυναμικά το δόγμα του «πρώτου άνευ ίσων», το οποίο προκαλεί πολλά ερωτήματα και ανησυχία μεταξύ των άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Αυτό το δόγμα χορηγεί στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ένα ιδιαίτερο καθεστώς εντός του ορθοδόξου κόσμου, το οποίο δεν προβλέπει ένα απλό πρωτείο τιμής, αλλά και το πρωτείο εξουσίας. Ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας ερμηνείας ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναλαμβάνει αρμοδιότητες, που δεν προβλέπονται από τους ιερούς κανόνες και την ιστορική πρακτική της Ορθοδοξίας.
Προωθώντας την ιδέα του πρωτείου του στην Ορθοδόξη Ανατολή, το Φανάρι επιδιώκει την προσέγγιση με το Βατικανό. Έχουν καταντήσει πλέον φαινόμενο ρουτίνας οι κοινές ακολουθίες και δοξολογίες των εκπροσώπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αξιοσημείωτες είναι οι δηλώσεις του ιδίου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σχετικά με την επιθυμία ενώσεως με τους ρωμαιοκαθολικούς. Λ.χ. το 2021 κατά τους εορτασμούς προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου παρίστατο στην Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεία του Βατικανού με επικεφαλής τον καρδινάλιο Κουρτ Κοχ. Στο κήρυγμά του ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τόνισε ότι οι συναντήσεις του με τον Πάπα Φραγκίσκο εντείνουν την επιδίωξη του «κοινού ευχαριστιακού ποτηρίου». Τούτο υποδεικνύει τις έντονες προσπάθειες προσέγγισης του Φαναρίου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Παρόμοιες δηλώσεις έχουν επανειλημμένως επικυρωθεί, ιδίως τις παραμονές της επετείου των 1700 ετών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το 2025.
Σημαντικό είναι να υπογραμμισθεί σε αυτό το πλαίσιο ότι η ουνία είχε κατ’ επανάληψιν καταδικασθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ακόμη το 2003 η οικουμενική Ορθοδοξία διά στόματος των Προκαθημένων όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών διατύπωσε μια συντονισμένη θέση σχετικά με την ουνία και τις προσπάθειες να ιδρυθεί ουνιτικό Πατριαρχείο στην Ουκρανία. Αυτή η απάντηση δόθηκε στο μνημόνιο του καρδιναλίου Βάλτερ Κάσπερ, ο οποίος εκ μέρους της Αποστολικής Έδρας απευθύνθηκε στον Αγιώτατο Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Αλέξιο Β΄. Αφού έλαβαν το μνημόνιο, που είχε σταλεί από τον Πατριάρχη Αλέξιο, οι επικεφαλής των κατά τόπους Εκκλησιών απέστειλαν δικές τους απαντήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, ο οποίος έστειλε ειδική επιστολή στον Πάπα της Ρώμης. Σ’ εκείνες τις επιστολές η ουνία χαρακτηρίσθηκε ως εκκλησιολογική αίρεση, που δεν έχει δικαίωμα να υπάρχει στον χριστιανισμό, ενώ η ίδρυση του ουνιτικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία ως άκρως εχθρική και μη φιλική κίνηση έναντι της Ορθοδοξίας. Επιπλέον, στην Κοινή Δήλωση, που υπεγράφη το 2016 από τον Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Κύριλλο και τον Πάπα της Ρώμης Φραγκίσκο, κατά τη συνάντησή τους στην Αβάνα, οι μέθοδοι του ουνιτισμού αναγνωρίσθηκαν ως απαράδεκτες.
Ωστόσο, παρά τη συντονισμένη διαμαρτυρία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εξακολουθεί να προωθεί το εκκλησιολογικό του δόγμα του «πρώτου άνευ ίσων» και να ετοιμάζει το έδαφος για μια καθολική ουνία. Διαφαίνεται πλέον από τώρα ότι αυτή η επιδίωξη της ένωσης θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βαθιές μεταβολές κάθε πτυχής της ορθοδόξου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της δογματικής διδασκαλίας, της λατρευτικής πράξεως και της ιεροκανονικής τάξεως. Ιδιαιτέρως λαμβάνοντας υπόψη τα προσφάτως λεχθέντα από τον Πάπα Φραγκίσκο στις 13 Σεπτεμβρίου 2014 στη Σιγκαπούρη κατά τη συνάντηση με νέους, όπου παρέστησαν εκπρόσωποι πέντε διαφορετικών θρησκειών. Δήλωσε σ’ εκείνη τη συνάντηση ότι «όλες οι θρησκείες είναι δρόμος προς τον Θεό».
Στο παράδειγμα της Ουκρανίας το Φανάρι υλοποιεί τη στρατηγική της ένωσης, που μπορεί αργότερα να εφαρμοσθεί ευρύτερα. Αρχικός της στόχος να διαμορφωθεί μια νέα ουνία στη βάση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» και της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας της Ουκρανίας (Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας). Εάν εκπληρωθεί ο εν λόγω στόχος, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και το Βατικανό θα χρησιμοποιήσουν το «ουκρανικό προηγούμενο» ως απόδειξη τού ότι είναι επιτευκτή και ρεαλιστική η επανένωση ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, χωρίς να αλλάξη η δογματική διδασκαλία καθενός.
Η ίδρυση το 2018 της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» και η απονομή σε αυτή του Τόμου της αυτοκεφαλίας στάθηκε αφετηρία για την έναρξη του αντίστοιχου πειράματος. Αυτό αποδεικνύουν και τα περαιτέρω τεκταινόμενα στην Ουκρανία, που ακολούθησαν εκείνη την καταστροφική κίνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Ένα εκ των βασικών στοιχείων εκείνης της πρωτοβουλίας αποτέλεσε η συνεργασία της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» με την Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Ουκρανίας (Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας).
Από τη στιγμή του «Ευρομαϊντάν» και των γεγονότων του 2014 οι κοινές δοξολογίες και εκδηλώσεις των εκπροσώπων της δομής του Ντουμένκο και των ουνιτών έχουν πλέον γίνει ένα σύνηθες φαινόμενο στην Ουκρανία. Αυτές οι κοινές ενέργειες καλούνται να δείξουν τη μαζικότητα και να καταδείξουν τη δυνατότητα της συνενώσεως των δύο δογμάτων. Είναι όμως προφανές ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες δεν υπαγορεύονται από την πνευματική ανάγκη, αλλά από την πολιτική συγκυρία και την επιθυμία να δημιουργηθεί μια ενότητα για το θεαθήναι.
Ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» Επιφάνιος Ντουμένκο έχει κατ’ επανάληψιν εκφράσει την επιδίωξη της εμβάθυνσης των σχέσεων με την Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας, τονίζοντας ότι το ενδεχόμενο της ενώσεως θα εξαρτηθεί από τον παγκόσμιο διάλογο ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών. «Αυτό το κλειδί (το κλειδί για την ένωση των δύο ουκρανικών θρησκευτικών οργανώσεων – σ.τ.σ.) δεν ευρίσκεται στην Ουκρανία, αλλά στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη, άλλωστε εκεί γίνεται η οικουμενιστική συναναστροφή. Στο μέλλον από αυτό θα εξαρτηθούν και οι σχέσεις μας εδώ, στην Ουκρανία. Αλλά αυτές οι σχέσεις είναι αγαθές και πιστεύω ότι στο μέλλον μόνον θα βελτιώνονται», ανέφερε ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» στις 12 Σεπτεμβρίου 2018 κατά τη συνάντηση στο Εθνικό Πανεπιστήμιο «Πολυτεχνείο Λβοφ».
Η παρουσία των ρωμαιοκαθολικών στις ιερουργίες των «ιεραρχών» και «κληρικών» της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» αποτυπώνει ευθέως την περαιτέρω κίνηση προς την ουνία.
Όχι λιγότερα σημαντική κατεύθυνση για τη διάνοιξη «παραθύρων Όβερτον» υπέρ των ουνιτών αποτέλεσε η επιχείρηση για την έμπρακτη απορρόφηση και «χώνευση» από την Ουνιτική Εκκλησία ενός τμήματος που αποσχίσθηκε από την «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκκλησία» (παλαιότερα η εκκλησιαστική επαρχία Χαρκόβου και Πολτάβας της «Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας»). Η εν λόγω διαδικασία εξουσιοδοτήθηκε και ενεκρίθη από το Βατικανό, το οποίο εκ των πραγμάτων δημιουργήσε το πρώτο στην ιστορία της σύγχρονης Ουκρανίας προηγούμενο μεταπήδησης στην ουνία μιας δομής, που αυτοπροσδιοριζόταν ως ορθόδοξη. Κατά την άποψη των εμπειρογνωμώνων η ως άνω πρωτοβουλία θα πρέπει να θεωρηθεί ένα είδος τελικής δοκιμής της τεχνικής για την ενσωμάτωση της ουκρανικής Ορθοδοξίας στις ρωμαιοκαθολικές δομές. Ως εκ τούτου πρέπει εν τω μεταξύ να στρέψουμε την προσοχή μας και στο γεγονός ότι η διαδικασία συγχώνευσης της «Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας» με την «Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας» δεν ανακόπηκε ακόμη και μετά την ίδρυση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» ως πόλου έλξεως διαφόρων οργανώσεων, που είχαν αποσχισθεί από την Ορθοδοξία και προσχώρησαν στο σχίσμα. Τούτο για άλλη μια φορά αποδεικνύει ότι οι ουνίτες δεν αντιμετωπίζουν τη συγκροτηθείσα από το Φανάρι δομή ως μακράς διάρκειας, αυτοτελή και ισότιμο παράγοντα στη θρησκευτική ζωή της Ουκρανίας. Επιπλέον, ετοιμάζουν για την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» ένα άλλο, πολύ λιγότερο σημαντικό και ευχάριστο ρόλο.
Από τη συντέντευξη του επικεφαλής της Ουνιτικής Εκκλησίας της Ουκρανίας Σβιατοσλάφ Σεφτσούκ στην έκδοση «Ομποζρεβάτελ» («Σχολιαστής»), που χρονολογείται στις 18 Μαρτίου 2019, μπορούμε να κρίνουμε για τα χαρακτηριστικά και το περίγραμμά της.
Πρώτον, ο επικεφαλής των Ουκρανών ουνιτών τόνισε ότι δέχθηκε τη συγκατάθεση του επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» Ντουμένκο για τη διεξαγωγή τακτικών συναντήσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων θα συζητούνται οι προοπτικές και οι παράμετροι προσέγγισης των δύο δομών. Δεύτερον, αυτή η διαδικασία θα πραγματοποιείται εντός του πλαισίου τού προσυμφωνηθέντος από τα μέρη οδικού χάρτη (παραλλήλως ο Σεφτσούκ υπογράμμισε ότι η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας διαθέτει πλέον ένα τέτοιο οδικό χάρτη, που μπορεί να αναμορφωθεί συμφώνως προς τη θεώρηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας». Τούτο εκ των πραγμάτων σημαίνει ότι οι ουνίτες θα καταστήσουν το δικό τους δόγμα αφετηρία για τη σχετική συγχώνευση). Τρίτον, από τη συνέντευξη του Σεφτσούκ καθίσταται κατανοητό ότι η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας θα έχει ως γνώμωνα μια ήπια και προσεγμένη απορρόφηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας». Επομένως, προτίθενται προς το παρόν να απέχουν από τη διαμόρφωση μιας κοινής δομής και να δώσουν κυρίως έμφαση στην αποκατάσταση της «ευχαριστιακής κοινωνίας» και της «δυνατότητας τελέσεως της Θείας Λειτουργίας στην ίδια Αγία Τράπεζα» με την υπό τον Ντουμένκο δομή. Τέταρτον, ο επικεφαλής των ουνιτών κατέστησε με σαφήνεια κατανοητό ποιον βλέπει πρεσβύτερο και ποιον νεώτερο συνέταιρο στη μελλοντική δυάδα. Κατά τα λεγόμενά του η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας σε αντίθεση με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» δεν είναι «τοπική Εκκλησία», της οποίας οι ενορίες ευρίσκονται αποκλειστικά εντός της Ουκρανίας. Και τούτο δίδει δικαίωμα στους ουνίτες όχι μόνον να εξασφαλίσουν το καθεστώς του Πατριαρχείου, αλλά και ως «παγκόσμια Εκκλησία, που εμπράκτως διαθέτει έτοιμες δομές πατριαρχικής διοίκησης» να οικειοποιηθεί τη διαποίμανση πάσης της ουκρανικής Διασποράς. Πέμπτον, σαφής είναι η επιδεικτική αποφυγή του Σεφτσούκ να απαντήσει στην ερώτηση εάν θα είναι η ενδεχόμενη συνένωση της Ουνιτικής Εκκλησίας της Ουκρανίας με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» συνένωση «ισοτίμων»;
Η έμπρακτη απορρόφηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» από την Ουνιτική Εκκλησία θα γίνεται σε μια πολύ λεπτή και απαρατήρητη για το ευρύ κοινό μορφή. Όπως ανέφερε ο Σεφτσούκ οι ουνίτες δεν επιδιώκουν να δημιουργήσουν στην αρχική φάση κάποιες κοινές με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» υπερδομές.
Λόγος γίνεται περί συνάψεως «ευχαριστιακής κοινωνίας και τελέσεως κοινής Θείας Λειτουργίας», πράγμα που θα καταστεί το απαραίτητο για τους ρωμαιοκαθολικούς αποτέλεσμα. Άλλωστε, εάν οι ουνίτες πείσουν τους εκπροσώπους της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» να συλλειτουργήσουν και ας πούμε να «κοινωνήσουν από το ίδιο Άγιο Ποτήριο», τούτο θα είναι σαφής αναγνώριση της πνευματικής εξουσίας του Πάπα της Ρώμης επί της δομής του Ντουμένκο. Μετά τα προαναφερθέντα μόνον μια μικρή απόσταση θα χωρίζει τους σχισματικούς από την έμπρακτη ενσωμάτωση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» στην Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας.
Στο πρακτικό επίπεδο ένας από τους σπουδαιότερους μηχανισμούς προώθησης της εν λόγω διαδικασίας θα καταστεί η αντίστοιχη ιδεολογική «πλύση εγκεφάλου» των «ιερωμένων» στελεχών της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας», καθώς και η διαμόρφωση ενός κοινού «θεολογικού» εδάφους, που θα δικαιολογεί μια νέα ουνία. Υπέρ αυτού του συμπεράσματος συνηγορούν ειδικότερα τα λεγόμενα του Ντουμένκο, όπως τα διατύπωσε στην εκπομπή του δικτύου ICTV αμέσως μετά την εκλογή του ως επικεφαλής της νέας θρησκευτικής δομής.
«Έχουμε χαράξει μια συγκεκριμένη πορεία της μελλοντικής μας συνεργασίας (με την Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας) και στο εξής θα αναζητούμε εκείνα τα σημεία επαφής, που θα μας ενώνουν. Τούτο αφορά και τον τομέα της θεολογικής παιδείας και άλλους τομείς του γίγνεσθαί μας», δήλωσε τότε ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας».
Αξίζει επίσης να δώσουμε προσοχή και στην προσφάτως ανακοινωθείσα απόφαση περί του συνεορτασμού του Αγίου Πάσχα το 2025, η οποία αναγγέλθηκε στη Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου. Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη Romfea.gr τον Μάιο του 2025 θα τελεσθούν στη Νίκαια της Βιθυνίας οι εορτασμοί της επετείου των 1700 ετών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου με τη συμμετοχή του Πάπα της Ρώμης Φραγκίσκου. Το Γραφείο Τύπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ανακοίνωσε ότι εν πνεύματι Συνάξεως εκφράσθηκε η επιθυμία να συνεορτασθεί το Άγιο Πάσχα από την ανατολική και τη δυτική χριστιανοσύνη. Τούτο θα πρέπει να καταστεί αρχή του καθορισμού μιας κοινής ημερομηνίας του εορτασμού κάθε χρόνο. Αυτή η κίνηση τονίζει τη διάθεση του Φαναρίου να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της ουνίας με τη Ρώμη.
Σημαντικό είναι στο εν λόγω πλαίσιο να καταλάβουμε τι κέρδος αποκομίζει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από την ένωση με τη Ρώμη.
Όπως επεσήμανε ο καθηγητής του εκκλησιαστικού δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κυριάκος Κυριαζόπουλος, σκοπός του Βατικανού μέσω του οικουμενιστικού διαλόγου με το Φανάρι είναι να μετατρέψει τις Αυτοκέφαλες κατά τόπους Εκκλησίες σε ουνιτικές. Ο παπικός θρόνος επιθυμεί τον «Κώδικα των κανόνων των Εκκλησιών της Ανατολής», που εξεδόθη το 1990 από τον εκ Πολωνίας Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, να εφαρμόζεται έναντι όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Άλλωστε, το εν λόγω κείμενο περιλαμβάνει τους δογματικούς κανόνες, που επιβάλλουν τον ποντίφικα ως επικεφαλής με πρωτείο εξουσίας.
Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου είναι δυνατή μόνον σε περίπτωση έμπρακτης μετεξελίξεως του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σε «Πάπα της Ανατολής», ο οποίος θα μπορέσει μονομερώς να διευθύνει όλο τον ορθόδοξο κόσμο, επιβάλλοντάς του αποφάσεις, που συμφέρουν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αυτή την τεράστια εξουσία, που αναγνωρίζεται από το Βατικανό, αγωνίζεται να εξασφαλίσει ο επικεφαλής του Φαναρίου, καταστρέφοντας καθ’ οδόν προς αυτήν την εκκλησιαστική συνοδικότητα, νομιμοποιώντας σχισματικές δομές και αποδυναμώνοντας εκείνες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες θα αντιταχθούν στην καθολική μετατροπή των ορθοδόξων σε ουνίτες.
Οι αντίστοιχες διαδικασίες, που εκκίνησε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, έχουν ήδη οδηγήσει στην καταστροφή της πανορθοδόξου ενότητας και βαθιές ρήξεις εντός του ορθοδόξου κόσμου. Σήμερα είμαστε μάρτυρες της διαμόρφωσης ενός νέου προτύπου της οικουμενικής Ορθοδοξίας, με κεντρική θέση εντός της οποίας να κατέχει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με πρωτοφανείς αρμοδιότητες και προνόμια. Τούτο αλλοιώνει την ίδια τη φύση της ορθοδόξου εκκλησιαστικής διάρθρωσης και έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της συνοδικότητας, που κείται στη βάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το κεντρικό πλήγμα στρέφεται κατά της Ρωσικής Εκκλησίας και των Εκκλησιών των Βαλκανίων, οι οποίες εμφανίζονται ως οι πλέον ισχυροί αντίπαλοι της ουνίας και των εξουσιαστικών φιλοδοξιών του Φαναρίου, που εισάγει «τὸν καπνώδη τύφον τοῦ κόσμου», όπως έγραψαν κάποτε στον Πάπα της Ρώμης Κελεστίνο οι πατέρες της εν Καρθαγένη Συνόδου. Σκοπός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι να αποδυναμώσει αυτές τις Εκκλησίες μέσω του διαμελισμού και της απομόνωσής τους στο διεθνές επίπεδο (ειδικότερα παρατηρούμε ήδη αυτή τη διαδικασία στις βαλτικές χώρες).
Η Ουκρανία σε αυτή τη στρατηγική εμφανίζεται ως το κορυφαίο πιλοτικό σχέδιο. Επόμενοι στόχοι μπορεί να καταστούν η Μολδαβία, η Λευκορωσία και το κανονικό έδαφος της Σερβικής Εκκλησίας, όπου προγραμματίζεται η ίδρυση επιμέρους «Εκκλησιών» με πρότυπο την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» («παρέλαση αυτοκεφάλων»).
[σ.σ. Για τις σχισματικές αυτές παραθρησκευτικές δομές εντός των Τοπικών Εκκλησιών, μας μίλησε εντελώς αδιάφορα πριν 7 χρόνια ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος. Τις νατοϊκές αυτές δομές τις αποκάλεσε «Εκκλησίες», ο πρόσφατα τιμηθείς από την Μονή Βατοπαιδίου για το θεολογικό του έργο Μητροπολίτης!!!]
Σε αυτό το πλαίσιο θα ήθελα χωριστά να δώσω ιδιαίτερη προσοχή στην υποστήριξη που παρέχουν η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας και το Φανάρι στον επικεφαλής της σχισματικής δομής του Μαυροβουνίου Μπορίς Μπόγιοβιτς.
Έτσι, η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας συνέδραμε στη νομιμοποίησή του προσκαλώντας τον επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου» στο συνέδριο με θέμα «Η κοινή πορεία μέσα από τους χαλεπούς χρόνους του πολέμου: η εμπειρία των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Ουκρανίας» (Λβοφ, 17-18 Απριλίου 2024).
Στη συνέχεια οι ουνίτες παραχώρησαν στον Μπόγιοβιτς την πλατφόρμα πληροφοριών τους, τη διαδικτυακή πύλη τους RISU. Σε συνέντευξη προς αυτή την πύλη ο Μαυροβούνιος «ιεράρχης» διηγήθηκε ότι η δομή του έχει προσδοκίες να λάβει Τόμο Αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, δήλωσε ότι η υπό αυτόν δομή διατηρεί στενές επαφές με το Φανάρι, το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενά του, απέστειλε παρατηρητές «προς έρευνα της εσωτερικής διαρθρώσεως» της λεγόμενης Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου.
Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι το 2019 σε συνέντευξη προς τη σερβική έκδοση «Κουρίρ» ο επικεφαλής του Φαναρίου διαβεβαίωνε ότι ουδέποτε δεν θα παραχωρήσει αυτοκέφαλο στην «ψεύτικη» (κατά τη διατύπωσή του) λεγόμενη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου. Ερωτηθείς διευκρινιστικά εάν είναι δυνατή η απονομή του αυτοκεφάλου καθεστώτος σε περίπτωση εάν επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου» αναλάβει κάποιος άλλος (εκτός του Μιχαήλ Ντεντέιτς) ο Βαρθολομαίος απάντησε κατηγορηματικά: «Όχι, όχι και όχι! Η Εκκλησία στο Μαυροβούνιο είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας και ποτέ δεν θα υπάρξουν εκεί οιεσδήποτε αλλαγές».
Και να, μετά την πάροδο μερικών ετών προέκυψαν κάποιες «επαφές» με τους σχισματικούς του Μαυροβουνίου. Επομένως, το Φανάρι για άλλη μια φορά απέδειξε ότι δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι τα λεγόμενα και τις δηλώσεις του.
Όπως στην περίπτωση με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ισχυριζόταν επανειλημμένως ότι ως μόνον κανονικό επικεφαλής της Ουκρανικής Ορθοδοξίας αναγνωρίζει τον μητροπολίτη Ονούφριο, ωστόσο αργότερα εισπήδησε στο αλλότριο κανονικό έδαφος και παραχώρησε το αυτοκέφαλο στους Ουκρανούς σχισματικούς.
Ποιος εγγυάται ότι δεν θα αντιμετωπίσει αργότερα κατ’ αυτόν τον τρόπο και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας; Στο ουκρανικό σενάριο οι εκπρόσωποι της «Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Πατριαρχείου Κιέβου» διατηρούσαν επί πολλά χρόνια κρυφές επαφές με το Φανάρι και τελικά κατάφεραν να εξασφαλίσουν το ευκταίο, αφού άλλαξε η πολιτική συγκυρία. Η αντίφαση μεταξύ των δημοσίων δηλώσεων του Βαρθολομαίου και των ενεργειών του επισκιαζόταν από ένα ρεύμα σοφιστειών.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω ιδιαίτερη σημασία προσλαβάνει η προθυμία των κατά τόπους Εκκλησιών να υπερασπίζονται την άμωμο πίστη και την κανονική τάξη. Η συνοδική διάνοια της Οικουμενικής Εκκλησίας είναι υποχρεωμένη να αξιολογήσει τις ενέργειες του Φαναρίου, που συνδέονται με την προώθηση της ιδέας του «πρώτου άνευ ίσων» και την κίνηση προς την ουνία με το Βατικανό. Αυτές οι ενέργειες εξέρχονται των πλαισίων των διαμαχών για τη δικαιοδοσία και απαιτούν βαθιά εξέταση και συζήτηση σε κοινό εκκλησιαστικό επίπεδο.
Έχοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση προτείνω προς συζήτηση μερικά μέτρα κοινού εκκλησιαστικού χαρακτήρα για την υπεράσπιση της ενότητας, της κανονικής τάξεως και της δογματικής καθαρότητας της Ορθοδοξίας:
1.Ενίσχυση του «σχήματος του Αμμάν»: η με πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων συνάντηση στο Αμμάν κατέστη ένα εκ των πρώτων βημάτων προς τη συζήτηση της διαμορφωθείσης κρίσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το σχήμα δύναται να εξελίσσεται ως μόνιμος χώρος διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών. Οι τακτικές συναντήσεις στο πλαίσιο αυτού του προτύπου θα βοηθήσουν στην εκπόνηση μιας κοινής θεώρησης και των μηχανισμών προστασίας της κανονικής τάξεως, καθώς και στην πρόληψη ενδεχομένων μελλοντικών σχισμάτων.
Εάν στην παρούσα φάση εμφανίζεται δυσχερής η εξασφάλιση της αντίστοιχης επικοινωνίας μεταξύ των Προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών, αξίζει να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε άλλες λύσεις για τη σύναψη και τη διατήρηση διαρκούς επικοινωνίας. Λ.χ. το σχήμα διεξαγωγής των συστηματικών συναντήσεων των έμπιστων εντεταλμένων των Προκαθημένων των Εκκλησιών, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να ομιλούν εκ μέρους των τελευταίων και να διαθέτουν άλλες σοβαρές αρμοδιότητες.
2.Διεξαγωγή θεολογικών διαλόγων και συνεδρίων: σπουδαίο ρόλο στη διαφύλαξη της ενότητας διαδραματίζει η συζήτηση των θεολογικών προβλημάτων, που συνδέονται με τους ιερούς κανόνες, την εκκλησιολογία, τα ζητήματα πρωτείου και συνοδικότητας. Η οργάνωση θεολογικών επιτροπών, στις οποίες ως μέλη θα εντάσσονταν εκπρόσωποι διαφόρων κατά τόπους Εκκλησιών (λ.χ. εκείνων που συμμετέχουν στο «σχήμα του Αμμάν») για να προετοιμάζουν θέσεις επί των πλέον ευαίσθητων ζητημάτων για τις συναντήσεις των Προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών, θα επιτρέψει τη βαθύτερη μελέτη των υφισταμένων προβλημάτων και την εξεύρεση τεκμηριωμένων απαντήσεων στις θεολογικές προκλήσεις. Ειδικότερα, μια εκ των κατευθύνσεων της εργασίας αυτής θα μπορούσε να καταστεί η εξέταση και η συζήτηση σε πανορθόδοξο επίπεδο του κειμένου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας «Σχετικά με την αλλοίωση της ορθοδόξου περί Εκκλησίας διδασκαλίας στις ενέργειες της ιεραρχίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και στις παρεμβάσεις των εκπροσώπων αυτού».
3.Ενίσχυση του ρόλου των Τοπικών Κληρικολαϊκών Συνάξεων: οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δύνανται να διεξάγουν οικείες αυτών Συνάξεις για την εκπόνηση ενιαίων θέσεων επί θεμελιωδών ζητημάτων της κανονικής διαρθρώσεως και των αμοιβαίων σχέσεων με άλλες κατά τόπους Εκκλησίες. Συστάσεις και αποφάσεις αυτών των Συνάξεων δύνανται στη συνέχεια να παραπεμφθούν προς συζήτηση στο επίπεδο συμπάσης της Εκκλησίας.
4.Συζήτηση σε επίπεδο συμπάσης της Εκκλησίας των σχισματικών ενεργειών: οι κατά τόπους Εκκλησίες στο πλαίσιο του ενιαίου μετώπου οφείλουν να αντιμετωπίζουν κανονικές παραβιάσεις και σχισματικές ενέργειες, καταδικάζοντάς τις δημοσίως. Τούτο θα βοηθήσει στην αποτροπή της διάδοσης των ψευδοδιδασκαλιών και τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής τάξεως.
5.Συνεργασία με τους λαϊκούς και τον ευαγή κλήρο: είναι απαραίτητο να ενισχύσουμε τις σχέσεις εντός της Εκκλησίας, να προσελκύσουμε στη συζήτηση περίπλοκων ζητημάτων τόσο τον ευαγή κλήρο, όσο και τους λαϊκούς. Ο ενδοεκκλησιαστικός διάλογος θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας ενιαίας θέσεως επί ουσιωδών προβλημάτων και την εμπέδωση της εσωτερικής ενότητας. Σπουδαίο ρόλο εδώ διαδραματίζει το εκκλησιαστικό κήρυγμα, η επιμόρφωση και η επεξήγηση στο ποίμνιο σπουδαίων ζητημάτων της κανονικής διάρθρωσης και εκκλησιολογίας.
6.Αντίσταση στην εξωτερική πίεση: Οι κατά τόπους Εκκλησίες οφείλουν να ενωθούν για την υπεράσπιση από την εξωτερική παρέμβαση, είτε πρόκειται περί πολιτικής πίεσης, είτε περί ενεργειών εξτρεμιστικών ομάδων ή οικουμενιστικών πρωτοβουλιών, που υπονομεύουν το δογματικό θεμέλιο και διασαλεύουν την ιεροκανονική τάξη. Η εκκλησιαστική διπλωματία στο διεθνές επίπεδο επίσης οφείλει να συνδράμει στην υπεράσπιση των εκκλησιαστικών συμφερόντων και παραδόσεων.
7.Ενιαίος πληροφοριακός χώρος: Η δημιουργία ενός ενιαίου πληροφοριακού χώρου για σύμπασα την Εκκλησία, που θα καλύπτει και θα διευκρινίζει τη θέση των κατά τόπους Εκκλησιών επί επίμαχων ζητημάτων αποτελεί σπουδαίο εργαλείο για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της χειραγώγησης. Τα επίσημα εκκλησιαστικά ΜΜΕ και οι διαδικτυακές πλατφόρμες δύνανται να συνδράμουν στην ευαισθητοποίηση των πιστών για τη θέση της Εκκλησίας και την ενίσχυση του κύρους της. Επιπλέον, θα μπορούσαμε ως λύση να εξετάσουμε τη δημιουργία μιας κοινής πηγής πληροφοριών, όπου θα εκπροσωπούνται οι θέσεις των κατά τόπους Εκκλησιών επί των πλέον σημαντικών ζητημάτων της πανορθοδόξου ημερήσιας διατάξεως, θα καλύπτονται τα πλέον κεντρικά γεγονότα από τη ζωή των Εκκλησιών και θα διεξάγεται ένας απευθείας διάλογος μεταξύ θεολογικών κύκλων και κύκλων εμπειρογνωμόνων των κατά τόπους Εκκλησίων εφ’ όλης της θεματολογίας που τους ενδιαφέρει (ένα σχήμα «Αμμάν» από εμπειρογνώμονες).
Η ανάπτυξη και η πορεία επί αυτών των οδών, φρονώ ότι θα επιτρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία να διαφυλάξει την ενότητα και την ταυτότητά της, καθώς και να ανταποκρίνεται καταλλήλως στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.
Μητροπολίτης Ζαπορόζιε και Μελιτουπόλεως Λουκάς Κοβαλένκο
22 Οκτωβρίου 2024
