Και συνέβη να πεθάνει ο φτωχός. Η φτώχεια του Λάζαρου έχει διπλή σημασία: από τη μια δείχνει την έλλειψη των αναγκαίων για τη ζωή, κι από την άλλη τη μετριοφροσύνη και την ταπεινότητα του χαρακτήρα του.
Δεν πρέπει λοιπόν να νομίζει κάποιος ότι αξίζει τον έπαινο της αρετής μόνο και μόνο επειδή είναι άπορος και δεν έχει υλικά αγαθά, ούτε να πιστεύει ότι η φτώχεια του αρκεί για να σωθεί. Γιατί δεν επαινείται εκείνος που είναι φτωχός από ανάγκη, αλλά εκείνος που έχει μέσα του ταπεινοφροσύνη και εσωτερική αρετή.
Όσοι είναι απλώς άποροι, αλλά έχουν αγενή και ανήθικη διαγωγή και δεν αγωνίζονται για την αρετή, η αναγκαστική τους φτώχεια γίνεται αιτία να προχωρούν σε πολλές και κακές πράξεις.
Και πράγματι, κάθε φορά που βρέθηκα σε επίσημο δικαστήριο, είδα ότι όλοι οι κλέφτες, οι σωματέμποροι, οι λωποδύτες και οι δολοφόνοι ήταν φτωχοί, χωρίς σπίτι και οικογένεια.
Επομένως, είναι ολοφάνερο ότι η Γραφή μακαρίζει εκείνον τον φτωχό που υπομένει τις δυσκολίες με ψυχή φιλοσοφημένη, που αντιμετωπίζει με γενναιότητα τις δοκιμασίες της ζωής και δεν καταφεύγει σε καμιά κακία για να χαρίσει στο σώμα απολαύσεις και καλοπέραση.
Αυτόν εννοεί καθαρά ο Κύριος στον πρώτο μακαρισμό, όταν λέει: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι».
Άρα, δεν είναι κάθε φτωχός δίκαιος, αλλά εκείνος που μοιάζει με τον Λάζαρο· ούτε κάθε πλούσιος είναι καταδικασμένος, αλλά εκείνος που ζει με διάθεση όμοια με του πλούσιου της ίδιας παραβολής.
Και υπάρχουν ολοφάνεροι μάρτυρες γι’ αυτό, όσοι το έζησαν στην πράξη.
Ποιος, αλήθεια, ήταν πλουσιότερος από τον Ιώβ; Κι όμως, η μεγάλη του ευπορία ούτε τον απομάκρυνε από τη δικαιοσύνη ούτε τον έκανε να ξεφύγει από την αρετή.
Και ποιος ήταν φτωχότερος από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη; Παρ’ όλα αυτά, η φτώχεια του δεν τον ωφέλησε καθόλου στη σωτηρία του· γιατί, ενώ συναναστρεφόταν με τους έντεκα φτωχούς μαθητές και μάλιστα με τον ίδιο τον Κύριο, που έγινε φτωχός με τη θέλησή του, αυτός παρασύρθηκε από την κακή του προαίρεση στη φιλαργυρία και από εκεί οδηγήθηκε στην προδοσία.
