
Γεννήθηκε το 1905 στη Σμύρνη, ανάμεσα στο Φραγκομαχαλά και την ελληνική συνοικία, σε σπίτι με ξύλινο εξώστη που έβλεπε στο Καί. Ο πατέρας της εργαζόταν στο τελωνείο και η μητέρα της έραβε φορέματα για τις οικογένειες του Σπόρτινγκ Κλουμπ. Φοίτησε στο Ομήρειο Παρθεναγωγείο, έμαθε γαλλικά και πιάνο, και τις Κυριακές πήγαινε στο θέατρο Απόλλων. Η Σμύρνη είχε τότε πάνω από 160.000 Έλληνες, δικές της εφημερίδες, την Αμάλθεια, τυπογραφεία και ωδεία. Το μενταγιόν που φορούσε από παιδί δεν ήταν απλό κόσμημα. Της το είχε δώσει η γιαγιά της από την πλευρά της Καππαδοκίας την ημέρα της βάπτισής της και το έλεγαν στην οικογένεια η κόρη του φεγγαριού. Ήταν ένα ασημένιο μισοφέγγαρο με μικρό σφυρήλατο περίγραμμα, σύμβολο προστασίας για τα κορίτσια που γεννιούνται σε πανσέληνο, για να μην τις αγγίζει το κακό μάτι και για να βρίσκουν πάντα τον δρόμο τους τη νύχτα. Το φορούσε μαζί με ένα ίδιο μικρότερο καρφωμένο στα μαλλιά της, και οι γυναίκες της οικογένειας έλεγαν πως όποια το φοράει δεν χάνεται ποτέ, απλώς αλλάζει τόπο.
Τον Αύγουστο του 1922, όταν μπήκε ο τουρκικός στρατός στις 27 του μήνα και η φωτιά ξεκίνησε στις 31 από την αρμένικη συνοικία και έκαψε σε τρεις μέρες όλη την ελληνική πόλη, βρέθηκε στην προκυμαία μαζί με 250.000 άλλους.
Στις 11 Σεπτεμβρίου ανέβηκε σε αγγλικό φορτηγό για τη Μυτιλήνη κρατώντας μόνο εκείνο το κόσμημα και ένα κουτί φωτογραφίες. Από τη Μυτιλήνη, όπως χιλιάδες αστοί Σμυρνιοί, έφυγε για την Αλεξάνδρεια όπου ζούσε ο θείος της.
Στην Αλεξάνδρεια εγκαταστάθηκε το 1923 στην οδό Σερίφ, δίπλα στο Ελληνικό Προξενείο. Η ελληνική κοινότητα αριθμούσε πάνω από 50.000 ανθρώπους και ήλεγχε το εμπόριο βάμβακος. Δούλεψε ως δακτυλογράφος στο Αβερώφειο Γυμνάσιο και μετά στο κατάστημα Σαλβάγος. Εκεί έζησε είκοσι οκτώ χρόνια, είδε τον βομβαρδισμό του λιμανιού από τους Γερμανούς το 1941, την επανάσταση του 1952 και την κρατικοποίηση της Διώρυγας από τον Νάσερ το 1956. Το 1957 άρχισαν οι νόμοι περί αιγυπτιοποίησης που έκλεισαν τα ελληνικά μαγαζιά. Μέσα σε τρία χρόνια έφυγαν πάνω από 40.000 Έλληνες. Σε όλο αυτό το διάστημα το μισοφέγγαρο έμεινε πάνω της, κρυμμένο κάτω από τα ρούχα τα χρόνια του πολέμου και ξανά φανερό μετά, πάντα ως σημάδι ταυτότητας.
Εκεί γνώρισε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Ήταν Σμυρνιός κι αυτός, από το Μπουρνόβα, βιολιστής που είχε έρθει στην Αλεξάνδρεια το 1938 και έπαιζε στα κοσμικά κέντρα της οδού Φουάτ και σε γάμους Ελλήνων. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος, με σπουδές στη Βιέννη και με επαφές με δισκογραφικές εταιρείες. Την έπεισε πως είχε φωνή που θύμιζε τις παλιές Σμυρνιές τραγουδίστριες, την Ρόζα Εσκενάζυ και την Αγγέλα Παπάζογλου, και πως έπρεπε να τραγουδήσει. Για δύο χρόνια την έβαζε να τραγουδάει σε ιδιωτικά σαλόνια Ελλήνων βαμβακεμπόρων, κρατώντας ο ίδιος τα χρήματα για να της φτιάξει όπως έλεγε δίσκο στην Odeon. Της πήρε το μισθό της, της πούλησε ένα δαχτυλίδι της μητέρας της για να πληρώσει ηχογράφηση που δεν έγινε ποτέ, και της υποσχέθηκε γάμο και επιστροφή στη Σμύρνη όταν θα άλλαζαν τα σύνορα. Το 1949 έφυγε ξαφνικά για το Παρίσι με μια χορεύτρια από το καμπαρέ Alhambra, παίρνοντας μαζί του και τις οικονομίες που είχε μαζέψει εκείνη για εισιτήριο. Έμεινε μόνη, χρεωμένη, με το μισοφέγγαρο να είναι το μόνο πράγμα που δεν είχε καταφέρει να της πάρει γιατί δεν είχε αξία για ενεχυροδανειστήριο αλλά είχε αξία μόνο για εκείνη.
Το 1960 πήρε το πλοίο Εσπερία για τον Πειραιά. Εγκαταστάθηκε στο Ψυρρή, σε ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από τα παλιά ταμπάκικα, γύρω από την πλατεία Ηρώων. Το Ψυρρή τότε δεν ήταν τουριστικό, ήταν συνοικία με ξυλουργεία και ταβέρνες που είχαν επιβιώσει από την Κατοχή. Στις οδούς Αισώπου και Καραϊσκάκη λειτουργούσαν ακόμα τα μαγαζιά όπου τη δεκαετία του 1930 έπαιζαν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μπάτης και ο Στράτος Παγιουμτζής πριν τη λογοκρισία του Μεταξά το 1936. Στην αρχή καθόταν μόνο στο τραπέζι κοντά στο παράθυρο με το μπλε τόξο, με το φλιτζάνι και το γλυκό κυδώνι. Ύστερα, όταν ο ταβερνιάρης άκουσε τη φωνή της να σιγοτραγουδάει ένα μινόρε της Σμύρνης, της ζήτησε να βγει να πει δύο τραγούδια για να κρατήσει τον κόσμο. Από ανάγκη δέχτηκε. Και έτσι κατέληξε να τραγουδάει στις ταβέρνες του Ψυρρή από το 1961 μέχρι το 1974, χωρίς μικρόφωνο, χωρίς όνομα σε αφίσα, με το στεφάνι από ψεύτικα άνθη στα μαλλιά και το μισοφέγγαρο στο λαιμό και το ίδιο μικρότερο καρφιτσωμένο στα μαλλιά.
Τραγουδούσε τα σμυρναίικα που είχε μάθει παιδί και τα αλεξανδρινά που είχε ακούσει στα σαλόνια, και ο κόσμος σωπαίνει γιατί καταλάβαινε πως η φωνή της κουβαλούσε μια διαδρομή που κανείς δεν μπορούσε να αγοράσει. Το μισοφέγγαρο, η κόρη του φεγγαριού, δεν την προστάτευσε από τον άντρα που την εκμεταλλεύτηκε, αλλά την κράτησε ολόκληρη μέχρι το τέλος, να κάθεται στο ίδιο ξύλινο τραπέζι μετά το τραγούδι, με το φλιτζάνι μπροστά της, κοιτάζοντας τον δρόμο έξω από το παράθυρο σαν να περίμενε ακόμα ένα καράβι.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου