Γράφει ο Νεκτάριος Δαπέργολας
Ἡ
παρουσία τοῦ φερόμενου ὡς Ὀρθόδοξου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη προχτές μέσα
στήν ἐλλαδίτικη (προφανῶς ἀρνούμαστε νά τήν ἀποκαλέσουμε ἑλληνική)
Βουλή, ὅπως ἀναμενόταν, δέν μᾶς ἔκανε σέ τίποτε σοφότερους. Καί δυστυχῶς
οὔτε κἄν ἐλπίζουμε νά θορύβησε κάποιους (ὄχι φυσικά ἐκ τῶν γνωστῶν
βολεμένων ἤ ἀγαπουλίστικα δηλητηριασμένων χριστιανούληδων, ἀλλά κάποιους
ἀπειροελάχιστους ἔστω ἐναπομείναντες ἀφελεῖς), ἄν καί ἀποτέλεσε ἄλλη
μία συγκλονιστικά ἀπροκάλυπτη καί φανερή ἀπόδειξη γιά τό πόσο
σφιχταγκαλιασμένο εἶναι τό ζοφερό Φανάρι (ὅπως ἀσφαλῶς καί ἡ ἡμετέρα
ἐκκλησιαστική διοίκηση) μέ ὅλα ὅσα ὑποστασιάζουν – καί ὅλους ὅσους
ὑπηρετοῦν ὡς πολιτικοοικονομικό κατεστημένο – τήν νεοταξική ἀτζέντα.
Ἀγνοώντας
ἐπιδεικτικά κάθε πραγματικό πρόβλημα τῆς πνευματικά καί κοινωνικά
καταρρέουσας πατρίδας, ἀλλά καί γενικότερα τοῦ βυθιζόμενου στό
νεοεποχίτικο χάος καί τόν ἐφιάλτη τῆς ψηφιακῆς ὑποδούλωσης πλανήτη, ὁ κ.
Ἀρχοντώνης ἐκφώνησε μία παντελῶς ἀνούσια, ἀδιανόητα ἀνιαρή καί
ἀπίστευτα νανουριστική ἐκθεσούλα ἰδεῶν μπροστά σέ ὅλο τόν ἀντίχριστο καί
ἐκκλησιομάχο κυνοβουλευτικό συρφετό τῶν ἐκπροσώπων τῶν σοδομονόμων, τοῦ
φασιστικοῦ ψηφιακοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, τῆς ἀπόλυτης διαφθορᾶς, τοῦ πλήρους
ξεπουλήματος. Ἕνα συρφετό, πού τόν τίμησε κιόλας μέ βραβεῖο – μᾶλλον
γιά τά 35 χρόνια πού ὡς πατριάρχης ἐργάζεται νυχθημερόν γιά τήν διάλυση
τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ξεχαρβάλωμα τῶν δογμάτων τῆς πίστης μας, τήν ὑποταγή
τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν ὀχετό τῆς οἰκουμενιστικῆς δυσωδίας, τήν
προκλητική προώθηση, ὄχι μόνο σέ ἐκκλησιαστικό ἀλλά καί σέ γεωπολιτικό
ἐπίπεδο, τῶν νεοταξικῶν συμφερόντων.
Καί
ὅλα αὐτά βέβαια ἀπολύτως ἀναμενόμενα, ἀπό τή στιγμή πού ἁπαξάπαντες οἱ
συμμετέχοντες στήν προχτεσινή παρωδία τυγχάνουν πολλαπλῶς τεκμηριωμένα
καθολικά ὁμόφρονες καί πολυαγαπημένοι συνοδοιπόροι στήν «σωστή πλευρά
τῆς Ἱστορίας». Αὐτοί πηγαινοέρχονται, μεταξύ λεσχῶν, στοῶν καί κάθε
λογῆς ἑτέρων ὑπογείων, ἀλληλοχαριεντίζονται, ἀλληλοβραβεύονται καί
ἀλληλοεξυμνοῦνται. Αὐτό εἶναι τό παιχνίδι – καί ἔτσι παίζεται. Γιά τούς
ὑπόλοιπους ὅμως, δυστυχῶς καί πάλι θά πῶ ὅτι δέν τρέφω τήν ἐλπίδα μήπως
καί θορυβήθηκε κανείς. Γιατί πολύ φοβᾶμαι πώς μετά ἀπό τόσα χρόνια
ἀλλεπάλληλων συντριπτικῶν τεκμηρίων, ὅσοι ἦταν νά ξυπνήσουν, ἤδη πρό
πολλοῦ ξύπνησαν. Οἱ ὑπόλοιποι δυστυχῶς φαίνεται πώς – ὑπό τό κράτος τῆς
ἀγαπολογικῆς πλάνης, τῆς ἄγνοιας, τῆς σύγχυσης, τῆς ἀδιαφορίας ἤ δέν
ξέρω ποιᾶς ἄλλης ἀσύγγνωστης ἀφέλειας – μᾶλλον οὔτε τό θέλουν, οὔτε καί
τό μποροῦνε πλέον…
σχολιο: Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης μιλά για τον άνθρωπο, το πρόσωπο, την ειρήνη, τη δημιουργία και τους αδυνάμους, ο λόγος του δεν κρίνεται μόνο από τη θεολογική του ανύψωση, αλλά από τη διαδρομή του.
Αν περνά με άνεση από τη Βουλή, τα γραφεία, τις αίθουσες πρωτοκόλλου, τις χειραψίες, τις κλειστές λέσχες «κύρους», εκεί όπου η διπλωματία, η μασονία, η πολιτική και η κοινωνική αυτοεπιβεβαίωση συνομιλούν με άψογη ευγένεια, αλλά δεν περνά από έναν φυλακισμένο, έναν άρρωστο, έναν γονιό των Τεμπών, από τον διωκόμενο πατέρα Αντώνιο της Κιβωτού, από μια οικογένεια θύματος γυναικοκτονίας, από το σπίτι του Παύλου Φύσσα, από ένα σπίτι φτώχειας, από μια εγκατάσταση κτηνοτρόφου που θρηνεί για τα 500 νεκρά του πρόβατα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη υψηλού λόγου. Το πρόβλημα είναι η απουσία καθόδου.
Γιατί ο άνθρωπος, όταν παραμένει έννοια, είναι θαυμάσια διαχειρίσιμος. Χωράει σε ομιλίες, δελτία Τύπου, επίσημες φωτογραφίες, φράσεις περί αξιοπρέπειας και ειρήνης, ακόμη και σε τελετές ανταλλαγής ακριβών και απολύτως άχρηστων εθιμοτυπικών δώρων, όπου οι θεσμοί επιβεβαιώνουν ο ένας την ευγένεια του άλλου, ενώ ο φτωχός επιβεβαιώνει μόνο την απουσία του. Τα δώρα αυτά είναι το υλικό ισοδύναμο των μεγάλων λέξεων όταν δεν γίνονται πράξη: λαμπρά, περιττά, τελετουργικά, φτιαγμένα για να κυκλοφορούν ανάμεσα σε εκείνους που ήδη έχουν αρκετά.
Η διπλωματία δεν είναι από μόνη της αμάρτημα. Αμάρτημα γίνεται όταν υποκαθιστά την ποιμαντική επίσκεψη και εμφανίζεται ως μαρτυρία. Όταν η Εκκλησία κινείται ευκολότερα ανάμεσα σε πρόσωπα εξουσίας παρά ανάμεσα σε πρόσωπα πόνου, τότε ο λόγος περί προσώπου αρχίζει να ακούγεται ως λεπτή μορφή θεσμικής αυτοαθώωσης. Ο άρρωστος μυρίζει νοσοκομείο, ο φυλακισμένος έχει όνομα και φάκελο, ο γονιός των Τεμπών δεν αφήνει τη δικαιοσύνη να γίνει ρητορικό στολίδι, η οικογένεια μιας δολοφονημένης γυναίκας δεν επιτρέπει στην ευαισθησία να παραμείνει κομψή.
Χριστός, όμως, δεν είναι ο υψηλός λόγος περί πάσχοντος σώματος.
Είναι η κάθοδος προς το πάσχον σώμα.
Δεν είναι η ευγενής αναφορά στον άνθρωπο, αλλά η έκθεση ενώπιον εκείνου που δεν προσφέρει κύρος, δεν ανταλλάσσει δώρα, δεν φωτογραφίζεται ωραία, δεν εξυπηρετεί καμία θεσμική σκηνοθεσία.
Ο άνθρωπος δεν λείπει από τις λέξεις.
Λείπει από το πρόγραμμα.
Και ίσως εκεί, ανάμεσα στο πρόγραμμα και στο Ευαγγέλιο, ανοίγεται ολόκληρη η αμηχανία μιας Εκκλησίας που μιλά για κάθοδο, αλλά κινείται με την άνεση της ανόδου.
Η πιο παράδοξη εικόνα της εποχής βρίσκεται ακριβώς εδώ: μια Εκκλησία που μιλά ακόμη τη γλώσσα της ασκήσεως, ενώ προετοιμάζει ταυτοχρόνως το μέλλον της μέσα από δραματουργίες επικοινωνίας, μηχανισμούς δημόσιας εικόνας και μια νέα γενιά εκκλησιαστικών προσώπων που εκπαιδεύονται ήδη ως κάτι ανάμεσα σε αρχιερείς, motivational speakers και christian life coaches του Instagram και του TikTok. Όχι πλέον ο ποιμένας που κατεβαίνει στη σιωπή του πόνου, αλλά ο διαχειριστής συναισθηματικής παρουσίας σε αλγόριθμους ορατότητας· όχι ο λόγος που τραυματίζει υπαρξιακά, αλλά ο λόγος που κυκλοφορεί εύπεπτα σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων, έτοιμος να γίνει αναπαραγωγή, επιρροή, engagement.
Κι έτσι η θεολογία κινδυνεύει να μεταβληθεί όχι απλώς σε δημόσια διπλωματία, αλλά σε περιεχόμενο: μια ευγενής, φωτισμένη και απολύτως συμβατή πνευματικότητα για έναν κόσμο που δεν αντέχει πια ούτε τη σιωπή ούτε τη ρήξη
Μάνος Λαμπράκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου