
Μακαριστού π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Ἡ
ἐκτεταμένη περικοπὴ ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο τῆς θεραπείας τοῦ
Τυφλοῦ θαρρεῖς καὶ θέλει νὰ προκαλέσει μὲ τὴν ἔκτασή της γιὰ τὸ πῶς
μπορεῖς νὰ δεῖς τὸ φῶς καὶ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖς νὰ χάσεις τὸ φῶς. Καὶ νὰ
σημειώσω τρία σημεῖα μέσα ἀπὸ τὴν περικοπή, τὰ ὁποῖα τὰ ὑπομνηματίζουν
καὶ [στὰ ὁποῖα] στέκονται πολὺ οἱ ἑρμηνευτὲς Πατέρες, γιὰ νὰ καταλάβουμε
τὸ γιατὶ τῆς τόσο μεγάλης ἐκτάσεως καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὴ ἡ περικοπὴ
γιὰ τὴ δική μας ζωή.
Τὸ
πρῶτο σημεῖο εἶναι, στὴν ἀρχὴ τῆς περικοπῆς, ὅπως ἀκούστηκε, ἡ
ἀναζήτηση τῶν ἐνόχων ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό.
«Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ;». Καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὸν δικό Του
τρόπο καὶ μὲ τὸν δικό Του λόγο καταργεῖ τὴν διαδικασία ἀναζητήσεως
ἐνόχων. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ
ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Ἀντὶ νὰ ψάχνεις ἐνόχους γιὰ τὸ ποιὸς φταίει, γιὰ
τὸ ἕνα ἢ γιὰ τὸ ἄλλο πρᾶγμα, καὶ τότε χάνεις τὸ φῶς καὶ δὲν μπορεῖς νὰ
τὸ δεῖς καὶ σκοτίζεται ὁ νοῦς σου καὶ ταράζεσαι πάρα πολύ, καὶ ἡ καρδιά
σου ταράζεται καὶ ξέρεις ὅτι κάποιος φταίει καὶ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ βρεῖς
ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ φταίει, καὶ ἡ καρδιά σου ταράζεται περισσότερο,
ἀντὶ νὰ τὸ κάνεις αυτό, τὸ
πρῶτο στοιχεῖο εἶναι νὰ δώσεις δόξα τῷ Θεῷ καὶ νὰ ξέρεις πὼς, ἂς
φαίνονται τὰ πράγματα πὼς εἶναι ἄσχημα γύρω, καὶ αὐτὴ ἡ εὐκαιρία εἶναι
μιὰ εὐκαιρία δική σου καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία ἁγιασμοῦ.
Καὶ
ὁ Χριστός, παράλληλα μὲ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, ποὺ κανεὶς δὲ φταίει, δίνει
καὶ μιὰ δεύτερη ὅτι «ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως
ἡμέρα ἐστίν». Ἀντὶ νὰ ψάχνεις λοιπὸν ἐνόχους, νὰ ἐργάζεσαι τὰ ἔργα τοῦ
φωτός. Ἐμεῖς ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία, πορευόμαστε στὸν Χριστὸ καὶ
πορευόμαστε στὸν φῶς Του. Ὅσο πιὸ πολὺ μπλεκόμαστε μὲ τὴν ἀναζήτηση
ἐνόχων, μπλεκόμαστε μὲ τὸ σκοτάδι καὶ τότε μπλέκουμε τὸ σκοτάδι μὲ τὸ
φῶς, καὶ τότε καὶ ἐμεῖς γινόμαστε σκοτάδι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε
φωτεινοί, καὶ κάποια στιγμὴ μπορεῖ νὰ δικαιωθοῦμε ἀλλὰ θὰ δικαιωθοῦμε
μέσα στὸ σκοτάδι μας. Τὸ πρῶτο λοιπὸν ἦταν ἡ κατάργηση τῆς διαδικασίας τῆς ἀναζητήσεως ἐνόχων.
Τὸ δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἡ διαδικασία τῆς καταργήσεως τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων.
Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν τυφλὸ παίρνει τὸ πιὸ εὐτελές, τὸ πιὸ
ἄσημο στοιχεῖο τῆς φύσης. Ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖο τὸ ὁποῖο φαίνεται νὰ μὴν
ἔχει ἀξία, γιατί βρίσκεται σὲ πολὺ μεγάλη ποσότητα, ἡ προσφορά του εἶναι
μεγάλη, καμία ἀξία δὲν ἔχει. Ὁ Χριστὸς καταργεῖ τὴν ἀξία, θεραπεύει
μέσα ἀπὸ πράγματα ποὺ ἐμεῖς δὲν τοὺς δίνουμε ἀξία. Ἂν θέλουμε νὰ
θεραπευτοῦμε καὶ νὰ γιατρευτοῦμε καὶ νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων,
καὶ δίνουμε σημασία στὰ πράγματα, στὴν ἀξία τους, τὴ μεγάλη καὶ τὴ
μικρή, τότε δὲν μποροῦμε νὰ θεραπευτοῦμε, γιατί τὰ πράγματα τὰ
ἀξιολογοῦμε μὲ μάτι κοσμικό, καὶ ὁ Χριστὸς χρησιμοποιεῖ τὰ πράγματα ἀλλὰ καταργεῖ τὴν ἔννοια τῆς ἀξίας. Καταργεῖ,
θὰ λέγαμε ὁλόκληρο τὸ οἰκονομικὸ σύστημα τοῦ κόσμου, καὶ ἐκεῖ ἀξίζει
μιὰ χούφτα πηλός, [που] δὲν ἀξίζει τίποτε. Κι ὅμως ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ
χούφτα τὸν πηλὸ τὴν παίρνει καὶ θεραπεύει τὸν τυφλὸ καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ μᾶς
δηλώνει: καὶ
ἐμεῖς, ποὺ εἴμαστε μιὰ χούφτα πηλός, κι ὅμως εἴμαστε κάτι πολὺ μεγάλο,
καὶ, στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, ἂν ἀφήσουμε αὐτὴ τὴ χούφτα τὸν πηλό, αὐτὸς ὁ
πηλὸς μπορεῖ νὰ γίνει κάτι πολὺ μεγάλο, μπορεῖ νὰ φτάσει καὶ νὰ θεωθεῖ.
Καὶ τρίτο στοιχεῖο καὶ πολὺ σπουδαῖο ποὺ ἔχει κάποια ἐξωτερικὴ σχέση μὲ τὸ πρῶτο, εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἐκτεταμένη ἀνακριτικὴ διαδικασία.
Ἡ περικοπὴ ἐξηντλήθη στὴ μεγάλη αὐτὴ ἀνακριτικὴ διαδικασία. Ἔρχονται
μάρτυρες, φεύγουνε μάρτυρες, ἔρχονται οἱ γονεῖς, φεύγουν οἱ γονεῖς καὶ
κανεὶς δὲν πείθεται. Ἡ ἀνακριτικὴ διαδικασία γιὰ νὰ βρεῖς τὴν ἀλήθεια
εἶναι μιὰ γελοιοποίηση δική σου, γιατί μπροστὰ σὲ αὐτοὺς ἦταν ἡ Ἀλήθεια.
Ὅσο τὴν ψάχνεις ἀνακρίνοντας, ἡ καρδιά σου σκοτίζεται καὶ πάλι, καὶ
μπροστά σου εἶναι ὁ Χριστός· καὶ ὁ τυφλὸς βλέπει πιὰ τὸν Χριστό, μὲ τὴ
δική του μοναδικότητα, καὶ προσκυνεῖ αυτό. Καὶ θυμάμαι ἐκείνη τὴν
ἁγιογραφία τοῦ καθολικοῦ μιᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ποὺ ἔχει τὸν Χριστὸ
νὰ θεραπεύει τὸν τυφλὸ καὶ γύρω του ὅλοι οἱ τυφλοί – ποὺ εἶναι
οὐσιαστικὰ μὲ ἀνοιχτὰ μάτια ἐνῶ ἔχουν κλειστὰ τὰ μάτια – καὶ ὁ μόνος ποὺ
ἔχει ἀνοιχτὰ τὰ μάτια εἶναι ὁ τυφλὸς ποὺ θεραπεύεται. Γιατί αὐτὸς δὲν ἔκανε ἀνακριτικὴ διαδικασία, δὲν ζήτησε ἐνόχους, ἔχει τὰ μάτια ἀνοιχτά, βλέπει τὸν Χριστό, εἶναι φωτισμένος.
Καὶ ἐμεῖς συνέχεια ἀναλωνόμεθα σὲ κρίσεις, κατακρίσεις, ἀναλύσεις τῶν
πραγμάτων, σχολιασμοὺς τῶν πραγμάτων, καὶ δὲν πέφτουμε κάτω, νὰ βάλουμε
κάτω τὰ μάτια μας, τὸ πρόσωπό μας, τὰ γόνατά μας, νὰ δοῦμε τὸν Χριστό,
ὅπως εἶναι, καὶ τότε θὰ ἀνοίξουνε τὰ μάτια μας. Καὶ ὅποιος μπορεῖ νὰ
κάνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν θέλει κάτι ἄλλο, καὶ εἶναι κοντὰ στὸν Χριστὸ
πιὰ καὶ φωτίζεται, καὶ τότε πιὰ ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τυφλός. «Καὶ
πεσὼν προσεκύνησεν αὐτῷ»: ἡ κατάληξη τῆς διηγήσεως τοῦ τυφλοῦ, ἡ
κατάληξη τῆς διηγήσεως τοῦ κάθε τυφλοῦ, ἡ κατάληξη τῆς πορείας τῆς δικής
μας τῆς καθημερινῆς.
Ἐκτεταμένη,
εἴπαμε στὴν ἀρχή, ἡ διήγηση, ἀλλὰ πραγματικὰ ἀποκαλυπτική. Ἂν θέλετε
πραγματικὰ νὰ δεῖτε τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ – καὶ πόσοι δὲν τὸ θέλουν; καὶ
πολλοὶ τὸ θέλουνε – ἀκολουθήστε αὐτὴ τὴν πορεία. Αὐτὴ
ἡ πορεία πραγματικὰ θὰ σᾶς ἐλευθερώσει καὶ θὰ σᾶς κάνει, τὸ ξαναλέω, νὰ
ἀσχοληθεῖτε μὲ τὸ φῶς καὶ ὄχι μὲ τὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου. Καὶ τότε
πραγματικὰ «πεσόντες θὰ προσκυνήσετε» Αὐτὸν καὶ θὰ πεῖτε καὶ ἐσεῖς ὅτι
αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριός σας καὶ ὁ Θεός σας.
-
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)
1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.
2 Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;
3 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
4 Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.
5 Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
6 Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαί, καὶ ἐποίησεν πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ,
7
καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ – ὃ
ἑρμηνεύεται Ἀπεσταλμένος. Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθεν βλέπων.
8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον ὅτι· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;
9 Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι· Οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι· Ὅμοιος αὐτῷ ἐστίν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι· Ἐγώ εἰμι.
10 Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς οὖν ἠνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;
11
Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ
ἐπέχρισέν μου τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ εἶπέν μοι· Ὕπαγε εἰς τὸν Σιλωάμ καὶ
νίψαι. Ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.
12 Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· Οὐκ οἶδα.
13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τὸν πάλαι τυφλόν.
14 Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
15
Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν· ὁ δὲ εἶπεν
αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.
16
Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὐκ ἔστιν οὗτος παρὰ Θεοῦ ὁ
ἄνθρωπος, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος
ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.
17 Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέν σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι· Προφήτης ἐστίν.
18 Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι ἦν τυφλὸς καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος
19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν βλέπει ἄρτι;
20 Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν, καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·
21
πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς
οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸν ἐρωτήσατε, ἡλικίαν ἔχει· αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.
22
Ταῦτα εἶπαν οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ
συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν,
ἀποσυνάγωγος γένηται.
23 Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπαν ὅτι· Ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐπερωτήσατε.
24
Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπαν αὐτῷ· Δὸς
δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.
25 Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.
26 Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέν σοι; πῶς ἤνοιξέν σου τοὺς ὀφθαλμούς;
27 Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκοῦειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
28 Καὶ ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ μαθητὴς εἶ ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
29 Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
30
Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι
ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστίν, καὶ ἤνοιξέν μου τοὺς ὀφθαλμούς·
31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει· ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.
32 Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέν τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.
33 Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.
34 Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.
35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω· καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;
36 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Καὶ τίς ἐστιν, κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;
37 Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτόν, καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.
38 Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
--
Ἐπιμέλεια: Ἰωάννης Κων. Νεονάκης
