Αναμνήσεις του Μακαριστού ηγουμενου Γέροντα Γρηγορίου ης Ι. Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Ό μπάρμπα-Νικόλας στήν Μονή Λογγοβάρδας τής Πάρου

Ό μπάρμπα-Νικόλας πολύ νωρίς πήγε κοπέλι στό Μοναστήρι. Δόθηκε αμισθί στήν υπηρεσία τών Γερόντων. Μετά τήν στρατιωτική του θητεία, γύρισε στά παλιά του λημέρια στό Μοναστήρι τής Παναγίας. Ανέλαβε τήν πιό ταπεινή διακονία.
Περιποιόταν τά μεταγωγικά ζώα καί τά ετοίμαζε γιά τήν μεταφορά τών Γερόντων στίς διάφορες αποστολές. Όταν μεγάλωσε, μού εκμυστηρεύτηκε τούς καημούς του.
—'Αχ παιδί μου, φοβάμαι πώς άνθρωπος δέν θά βρεθεί νά φροντίζει τά ζώα γιά τούς παπάδες μας. Θά πιάνουνε τά βρωμισμένα καί κατουρημένα σχοινιά κι έπειτα θά λειτουργούνε. Δύστυχα χρόνια σάς περιμένουν. Μόνον καλαμάρια θά βαστούνε καί ό εαυτός τους πάνω άπ' όλους. Θά απουσιάζει τέλεια από τήν καρδιά τους ή αγάπη, ό σεβασμός καί πρό-πάντων τό πνεύμα τής αυτοθυσίας. Τά χέρια θά τά θέλουν τρυφερά σάν τών κοπελούδων. Τά ρούχα καθαρά, ατσαλάκωτα. Λουσάτοι θά περπατούν σκόλη-καθημερινή. Κάθε τι πού βρωμίζει τά χέρια θα το αποφεύγουν, αλλά της ψυχής την βρωμιά θά τήν στοιβάζουν όπως τ' αλώνια τα στάχυα στην θημωνιά. Τίς μυρωδιές από μακριά θά τίς οσφραίνεσαι.
«Έρχεται άνθρωπος —θά λές— περιποιημένος».
Άλλα στό πρόσωπο του δέν θά σημειώνεται τό φώς τού Χριστού. Θά είναι απεχθής, αποκρουστικός, καί θά λες'
«Καλύτερα νά συναντούσα θηρίο, παρά άνθρωπο».
Γιατί καί τά ζώα, άν δέν τά τρομάξεις μέ αγριάδες, έχουν καί αυτά χάρη μέσα στόν δικό τους χώρο. Εδώ πού κάθομαι, βλέπω καί ακούω τά παιχνίδια τών πουλιών στόν ευκάλυπτο καί ευφραίνομαι. Καί τά αποκρουστικά ποντίκια έχουνε χαρούμενα παιχνίδια μεταξύ τους.
Συνέχισε γιά πολλή ώρα νά αράδιαζε», τά σκιρτήματα των ζώων μέσα στην φύση και έλαμπε τό πρόσωπο του σάν νά χοροπήδαγε καί αυτός μαζί τους.
Ό γερο-Νικόλας είχε τό πάθος τού καπνίσματος.
—Δυστυχώς —μού έλεγε— μού έμεινε αυτό τό πάθος, γιά νά είμαι αφ' εαυτού μου παραγκωνισμένος καί από τόν Θεό καί από τούς ανθρώπους.
«Άφησε τον -λέγει ό πειράζουν- δικός μου είναι, αφού φουμέρνει».
Τόν ρώτησα άν κάπνισε εντός τού Μοναστηρίου.
—Ποτέ, παιδί μου. Πάντα βγαίνω έξω στήν άκρια τής πεζούλας, γιατί ή Παναγία πάνω από τήν εξώθυρα πολλές φορές μέ παρηγόρησε. Ό καπνός του τσιγάρου μακριά από τους θησαυρούς της πίστεως μας.
Ό γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές του πρότεινε τό μοναχικό σχήμα.
—Όχι, δέν συμβαδίζει στόν δρόμο τής αφιέρωσης τσιγάρο και μοναχισμός. Στό χέρι τού μοναχού πάντα τό κομποσχοίνι καί ό Σταυρός υπάρχει. Θά σάς πώ εγώ πότε θά είμαι έτοιμος γιά τά ενδύματα τών μοναχών.
Σάν διάβηκαν τά χρόνια καί κόντυναν οί μέρες τής ζωής του, τόν αμείβει ό Θεός, προβλέποντας τόν θάνατο του. Καλεί τόν ηγούμενο στο κελλί του.
—Γέροντα, σέ σαράντα μέρες φεύγω. Τελείωσε με μοναχό. Νά μήν σάς αποχωριστώ ούτε στήν άλλη ζωή, γιατί άκουσα από τούς παλαιούς πατέρες, πώς άλλος ό τόπος τών μοναχών στήν αιώνια ζωή καί άλλος τών λαϊκών.
Έγινε μοναχός μέσα σέ μία βαθειά κατάνυξη. Κανείς δέν πίστεψε τήν πρόρρησή του. Όμως σέ τεσσαράκοντα μέρες μετέστη, γιά νά λάβει τά γέρα τών κόπων του.
Στήν ταφή του ευωδίασε άρρητη μυρωδιά. Οί άνθρωποι πού κατέβασαν τό σώμα στόν τάφο έλεγαν
—Άν δέν μάς πιστεύετε, μυρίστε τά χέρια μας.
Ό Γέρων πρόσταξε νά γονατίσουν όλοι πρός ανατολάς.
Όταν τελείωσαν τήν προσευχή, κάλυψαν τόν τάφο. Σ' όλους έμεινε ή βεβαιότητα"
«Ό Κύριος τόν συγκαταρίθμησε μετά τών άπ' αιώνος Όσίων».
Ή ευχή του νά μάς κρατήσει στήν ταπείνωση καί τήν αγία αφανή διακονία. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου