
Πρωτομαγιά στο Τρίκερι. 1972.
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά κι έκοβε τις σκιές της κληματαριάς σε κομμάτια πάνω στην ασβεστωμένη αυλή. Μύριζε χώμα βρεγμένο, βασιλικός από τις γλάστρες, και μια υπόσχεση που έφερνε ο Μάης κάθε χρόνο, ίδια κι απαράλλαχτη.
Η Κυρά-Λένη ανέβηκε στο σκαμνάκι. Τα χρόνια είχαν βαρύνει τα γόνατά της, μα το έθιμο δεν ρωτούσε. Η τρικεριώτικη φορεσιά της μύριζε ναφθαλίνη και λιβάνι από το μπαούλο — μαύρη βελουδένια φούστα με τις πιέτες σιδερωμένες μία-μία, άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια φαρδιά σαν φτερούγες, και το κίτρινο μαντήλι της, το «τσεμπέρι», δεμένο σφιχτά να μην ξεφύγει ούτε τρίχα. Το χρυσό ζωνάρι έσφιγγε τη μέση που κάποτε ήταν δαχτυλίδι.
Στα χέρια της κρατούσε το στεφάνι. Δεν το είχε πλέξει με μαργαρίτες του κάμπου. Είχε βάλει μέσα ό,τι είχε ο κήπος της: κόκκινα τριαντάφυλλα για την αγάπη που έφυγε στη θάλασσα και δεν γύρισε, άσπρα γιασεμιά για την κόρη που παντρεύτηκε στην Αυστραλία, ροζ μπουκαμβίλιες για τα εγγόνια που δεν γνώρισε ποτέ από κοντά, και μια φούντα σκόρδο στη μέση. Να διώχνει το μάτι. Να διώχνει τη μοναξιά.
«Έλα, Λένη μου, κρέμασέ το», της φώναξε η γειτόνισσα η Μαρίκα από το παραθύρι. «Να δει ο Μάης ότι τον περιμένουμε.»
Η Λένη σήκωσε τα χέρια. Το σκαμνάκι έτριξε. Για μια στιγμή ζαλίστηκε. Είδε τον άντρα της, τον καπετάν-Μήτσο, να στέκεται στο κατώφλι όπως πριν τριάντα χρόνια, να της λέει «γυναίκα, κρέμα το ψηλά, να το βλέπουν τα καράβια που περνάνε». Είδε την κόρη της μικρή, ξυπόλητη, να της φέρνει λουλούδια με χέρια γεμάτα χώμα. Είδε τον εαυτό της νιό, να γελάει και να μην ξέρει ακόμα από χειμώνες.
Κάρφωσε το στεφάνι στο ξύλινο ανώφλι. Το κέντησε καλά με το καρφί που είχε στα δόντια. Δύο μικρά μπουκετάκια κρεμόνταν ήδη δεξιά κι αριστερά — τα έβαλε τα χαράματα, για το καλό.
Κατέβηκε αργά. Τα σανδάλια της πάτησαν στις πλάκες που είχε πλύνει η ίδια με νερό και μπλε λουλάκι. Ο τοίχος ήταν μισός άσπρος, μισός μπλε. Το μπλε το έβαζε η μάνα της. «Να χτυπάει το μάτι», έλεγε. «Να μην μπαίνει το κακό».
Έκανε τον σταυρό της. Δεν ήταν για τα λουλούδια. Ήταν για τα σπίτια που είχαν μείνει άδεια στο χωριό. Για τα παιδιά που έφυγαν στις πόλεις και ξέχασαν πώς πλέκεται στεφάνι. Για τον Μάη που ερχόταν κάθε χρόνο, ίδιος, κι έβρισκε λιγότερες πόρτες να στολίσει.
Η κληματαριά από πάνω της έριξε μια σκιά στο πρόσωπο. Δροσερή. Παρηγορητική.
Η Μαρίκα ξαναφώναξε: «Άντε, Λένη, κέρασέ μας ένα λικέρ τριαντάφυλλο να γιορτάσουμε!»
Η Κυρά-Λένη χαμογέλασε. Το πρώτο της χαμόγελο για φέτος. Δεν ήταν για τη φωτογραφία που έβγαλε ο ξένος με τη μηχανή. Ήταν για το στεφάνι που κρεμόταν πια περήφανο.
Ήταν η δική της μικρή επανάσταση.
Να στολίζει ακόμα.
Να περιμένει ακόμα.
Να ανθίζει, με τους δικούς της όρους, στα εβδομήντα της.
Γιατί η Άνοιξη δεν ρωτάει ηλικίες.
Κι η παράδοση δεν ρωτάει αν έχεις κουράγιο.
Έρχεται. Και σε σηκώνει στο σκαμνάκι.
Να κρεμάσεις το στεφάνι.
Να δηλώσεις ότι είσαι ακόμα εδώ.
Και του χρόνου.
Στη φωτογραφία τρικεριώτισσα με την παραδοσιακή στολή κρεμάει το στεφάνι του Μάη. Η φωτογραφία αυτή έχει εμφανιστεί στο National Geographic.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου