Γράφει ο Ηρακλής Ρεράκης*
Στη χώρα μας, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, μέσα από την σχεδόν καθολική βίωση της διαχρονικής ορθόδοξης χριστιανικής παραδόσεως, θεωρεί, ως πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο, την αναζήτηση της ουράνιας και Αιώνιας Ζωής.
Μάλιστα, οι περισσότεροι, ανεξάρτητα από το μέγεθος της πίστεώς τους, όσον αφορά στο θέμα της μεταθανάτιας ζωής, αποδέχονται τη χριστιανική προοπτική, που θεωρεί το διά του θανάτου τέλος της ανθρώπινης ζωής, ως αρχή της Ουράνιας.
Διότι, ενώ η φιλοσοφία και οι άλλες επιστήμες δίνουν ιδέες, που βοηθούν τον άνθρωπο να κατανοήσει ορθολογικά ή ψύχραιμα το νόημα του θανάτου, να απαλύνει την οδύνη του ή να συμφιλιωθεί με αυτόν, μόνον ο Χριστός, δια της σταυρικής Θυσίας και της Αναστάσεώς Του, έδωσε την αποφασιστική και νικηφόρα μάχη κατά του Θανάτου, οδηγώντας στην ελπίδα της υπέρβασής του.
Γι’ αυτό οι πλείστοι Έλληνες, ζώντας εντός του πλαισίου του ορθόδοξου πολιτισμού, αποκτούν μια μορφή πίστης, που τους οδηγεί στη βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά την αρχή της Ουράνιας και Αιώνιας Ζωής.
Συνεπώς, μέσα από τη διαχρονική επίδραση του ορθόδοξου πολιτισμού οι ψυχές των πλείστων Ελλήνων έρχονται πιο κοντά στο εκκλησιαστικό όραμα, εντάσσοντας στη φιλοσοφία της ζωής τους, τη ουράνια Πολιτεία.
Έτσι, ακολουθούν συχνά τη σταυρική και αγνή πορεία της εν Χριστώ ζωής, κάνοντας θυσίες νηστείας, δηλαδή εγκράτειας από το κακό και αγάπης προς τον πλησίον, προσπαθώντας, έτσι, να μένουν «ανάλαφροι», με καθαρή τη ζωή και τη συνείδησή τους από τις θανατερές οδύνες και πληγές που δημιουργεί το μίσος και η κακία, ως έλλειψη αγάπης και δικαιοσύνης.
Στην Εκκλησία, ο θάνατος ερμηνεύεται, ως η μετάβαση από τον θάνατο στην Αιώνια ζωή του Θεού, την οποία προετοιμάζει η εν Χριστώ Ζωή, που δίδαξε ο θεάνθρωπος Σωτήρας Χριστός, κατά την επίγεια ζωή Του, διδασκαλία και ζωή, που συνεχίζει η Εκκλησία Του.
Ωστόσο, αν και ο Χριστός, με τη ζωή και τη διδασκαλία του, μας απέδειξε ότι σκοπός της ζωής μας είναι η Αθανασία και η Αιωνιότητα και όχι το δέσιμο και το ρίζωμα σ’ αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο, ο άνθρωπος βαραίνει σιγά-σιγά με τα λάθη και τις αδυναμίες του και στρέφεται περισσότερο στην αναζήτηση των επιγείων έναντι των ουρανίων αγαθών.
Η Ήβη Σκανδαλάκη, με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Μελισσάνθη», στο ποίημά της «Στη νύχτα που έρχεται», περιγράφει τη συνήθη λανθασμένη πορεία που ακολουθούν οι άνθρωποι:
«Ξεκινάμε ανάλαφροι, καθώς η γύρη που ταξιδεύει στον άνεμο. Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά γινόμαστε δέντρα που διψούν Ουρανό, κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη. Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος -κανείς δεν ξέρει πότε κι από πού ξεκινά- μας ρίχνει κάτω μ’ όλες τις ρίζες στον αέρα. Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας κάθεται κρυμμένο -να πει μια τρίλια του στη νύχτα που έρχεται - ένα πουλί».
Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες της ζωής, οι άνθρωποι καταφέρνουν να αντιστέκονται, να μένουν όρθιοι, να ανανεώνονται με το νέο φύλλωμα της Άνοιξης της ζωής και να διαφυλάσσουν, μέσα σ’ αυτό το φύλλωμα, ακέραιο το πουλί εκείνο, που, στην κατάλληλη ώρα του τέλους, θα είναι σε θέση «να πει μια τρίλια στην νύχτα που έρχεται», δηλαδή ένα κελάηδισμα ελπίδας.
Ο πόθος του ανθρώπου να ριζώσει και να κρατηθεί σ’ αυτή τη ζωή, αν ήταν δυνατόν αιώνια, αποτελεί, στην ουσία, τη φανέρωση του ενδόμυχου ανικανοποίητου στόχου του για την υπέρβαση του θανάτου και την κληρονομιά της αιώνιας ζωής.
Η έμφυτη δίψα του, δηλαδή, για την πορεία του προς την ουράνια ζωή, όταν δεν ικανοποιείται, διαστρέφεται και μετατρέπεται σε διακαή πόθο για εγκόσμια πρόοδο και εξέλιξη, με στόχο, πλέον, όχι τον Ουρανό, αλλά την επίγεια ζωή, τις επιτυχίες και τις απολαύσεις της.
Έτσι, ο Χριστιανός, αν και είναι το μοναδικό ον, που ξέρει ότι θα πεθάνει αλλά και που μπορεί να υπερβεί, εν Χριστώ, όχι μόνο τον φόβο του θανάτου, αλλά και τον ίδιο τον θάνατο, είναι, επίσης, το μοναδικό ον, που, λόγω της ελεύθερης επιλογής και αρνήσεώς του ή ακόμη και της αστοχίας του να πετύχει τον φυσικό του στόχο να φθάσει στον Ουράνιο Πατέρα του και επειδή ο πόθος αυτός είναι έμφυτος και δεν σβήνει, τον διαστρέφει και αρχίζει να αγωνίζεται, να οργανώνεται και να δομεί τη ζωή του, με στόχους επίγειους, ως να επρόκειτο να ζήσει σε αυτόν τον κόσμο αιώνια.
Ο Νικηφ. Βρεττάκος προτάσσει την αντίσταση του ανθρώπου σ’ αυτό το ρίζωμα στα γήϊνα, μέσα από την πίστη στην εσχατολογική διάσταση της ζωής: «Αλλιώς μ’ έδωσες, Κύριε, σε τούτη τη γη, αλλιώς να με πάρεις. Να μου ανοίξεις μια πόρτα να φύγω στον ήλιο, χωρίς να εννοήσω το βάρος μου, χωρίς να βουλιάξω γειτονιά, με τις ρίζες. Να μείνω στην ακτινοβολία των πραγμάτων σου». Η αρπαγή του ανθρώπου από την επιθυμία των γήϊνων, επομένως, συμβαίνει, διότι ο άνθρωπος αδυνατεί, λόγω της δουλείας του στα πάθη, να ζει τη ζωή του, κάνοντας σωστή και ταυτόχρονη χρήση του λογικού και του αυτεξουσίου του, για να μην υποδουλώνεται στην προσωρινότητα των παθών και των κοσμικών μεριμνών.
Είναι αυτό που τονίζει η Μελισσάνθη: «Γινόμαστε δέντρα που διψούν για Ουρανό κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη». Και ο Καρυωτάκης επισημαίνει αυτό το πνευματικό, στην ουσία, δίλημμα του ανθρώπου: «Δέντρο θα στέκομαι, όμοια να κοιτάζω τη θύελλα ή τον Ουρανό γαλάζιο... Και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου».
Ο Γιάννης Ρίτσος, ακόμη, θα εκφράσει τον πόθο του Ουρανού: «Ας φύγουν όλα. Ας φύγουν όλα, εγώ θα μείνω πάλι αντίκρυ στον πλατύ Ουρανό να τραγουδώ. Ας φύγουν όλα. Όσο μονάχος μένω, τόσο σιμότερα πηγαίνω στους ανθρώπους, τόσο σιμότερα είμαι στον Θεό».
Στην ίδια συνάφεια ο Γ. Βαρβιτσίωτης αναφέρει: «Η απόστασή μου από τον Ουρανό μικραίνει, σβήνουν τα βήματα, σε κάποιον άλλο Ουρανό μια πιο γλυκιά φωνή ανεβαίνει.. Ένα ευθύγραμμο φωτεινό βλέμμα δύο μάτια εμποτισμένα με Ουρανό».
Στη δίψα του ουρανού, ακόμη, ο Μίλτος Σαχτούρης αφιερώνει τους στίχους του: «Ένα παιδί έκοβε και μοίραζε ένα καρβέλι ψωμί και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος Άγγελος, μοίραζε κομμάτια γνήσιο Ουρανό. Κι όλοι τρέχαν στον μικρό Άγγελο που μοίραζε Ουρανό, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί. Ας μη κρυβόμαστε!»
Τον πόθο του Ουρανού, επίσης, εκφράζει ο Βρεττάκος: «Κι εσύ στην αγκάλη σου κρατούσες μια δέσμη ουρανού».
Πράγματι, οι άνθρωποι, αν και δενόμαστε με τη ματαιότητα των εγκοσμίων αγαθών, διψάμε για Ουρανό. Η ενδόμυχη αυτή δίψα του ανθρώπου για Ουρανό δεν ξεπερνιέται ούτε με υλιστικά, ούτε με ιδεολογικά υποκατάστατα. Σχετίζεται με τον προορισμό του ανθρώπου που του έχει δοθεί από τον Δημιουργό, που πυροδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξή και την κάνει, όχι μόνο να ποθεί και να αναζητά όλο και περισσότερο Ουρανό, αλλά, σύμφωνα με την ορθόδοξη Θεολογία, να αγωνίζεται, ως θεϊκό ον, να ζει στο «κατ εικόνα Θεού» και να πορεύεται στο «καθ ομοίωσιν Θεού», που σημαίνει, να φτάσει να γίνει, με τη δύναμη του Δημιουργού, «Θεός κατά χάριν».
Αυτός, όμως, προτιμά, αντί του Ουρανού, τη βιολογική επιβίωση, αντί της αθωότητας, τη δουλική πορεία στη φθορά και τον θάνατο. Όμως, όπως έξοχα μαρτυρεί και η Μελισσάνθη, αυτή η λανθασμένη πορεία των πλείστων ανθρώπων, συνήθως μπορεί να ανατραπεί: «Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα, κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη. Μας βρίσκουν τα μεγάλα κάματα, οι άνεμοι, τα νερά παίρνουν τα φύλλα μας, πλακώνουν οι βαριές συννεφιές, μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά, γινόμαστε δένδρα, που διψούν Ουρανό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου