1. πολυετές και πολύκλαδο φυτό, έντονα αρωματικό, που διαθέτει τονωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική 2. (συνεκδ.) το αφέψημα που παρασκευάζεται από το παραπάνω φυτό.
[ΕΤΥΜ. μεσν. < βλησκούνιν, υποκ. τού αρχ. βλήχων / γλήχων, αγν. ετύμου].

Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
(Ν. Γκάτσος, Ο εφιάλτης της Περσεφόνης)
____
τῆς γλώσσης δύναταί τις νά εἲπῃ
ὅτι ὄντως ἀπώλοντο». (Γ. Χατζηδάκις. ΜΝΕ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου