Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Η ουσία του αμαρτήματος του Αδάμ.




Αγίου  Γέροντα Σωφρονίου
«Ο Θεός φως εστι και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. 1,5). Η εντολή που δόθηκε στους πρωτόπλαστους στον παράδεισο, αποδεικνύει και συγχρόνως δηλώνει ότι, παρότι ο Αδάμ είχε απόλυτη ελευθερία εκλογής, η εκλογή του να φάει από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού θα είχε σαν αποτέλεσμα μια διακοπή σχέσεως με το Θεό, τη μοναδική πηγή της ζωής. Λαβαίνοντας γνώση του κακού – με άλλα λόγια με την υπαρξιακή σχέση με το κακό, αφού γεύτηκε ο Αδάμ το κακό, αναπόφευκτα διέκοψε τη σχέση του με το Θεό, ο οποίος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να έχει σχέση με το κακό (Β’ Κορ. 6,14.15). Διακόπτοντας τη σχέση με το Θεό ο Αδάμ πεθαίνει. «Η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού» και έτσι απομακρυνθείτε από εμένα, περιφρονώντας την αγάπη μου, την εντολή μου, το θέλημα μου, «θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. 2,17). Ο ακριβής τρόπος κατά τον οποίο «εδοκίμασεν» ο Αδάμ τον καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού δεν είναι ουσιώδης. Η αμαρτία του ήταν η αμφιβολία του για το Θεό, η επιθυμία του να καθορίσει τη ζωή του ανεξάρτητα από το Θεό, ακόμα η απομάκρυνση από αυτόν κατά τον τύπο του Εωσφόρου. Αυτό ακριβώς είναι η ουσία του αμαρτήματος του Αδάμ. Ήταν μια κίνηση προς αυτοθεοποίηση. Ο Αδάμ μπορούσε να επιθυμεί φυσικά την θεοποίηση, άλλωστε είχε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού, αλλά αμάρτησε στον τρόπο θεοποιήσεως, γιατί αυτή δεν έγινε δια μέσου της ενώσεώς του με το Θεό αλλά με ρήξη. Το ερπετό εξαπάτησε την Εύα, τη σύζυγο που ο Θεός είχε δημιουργήσει για τον Αδάμ, ισχυριζόμενο ότι ο Θεός έθετε αυτή την απαγόρευση που τους περιόριζε την ελευθερία τους να αναζητήσουν γνώση Θείας πληρότητας, την οποία ο Θεός δεν επιθυμούσε γι’ αυτούς που «θα ήταν ως θεοί γινώσκοντες το καλόν και το κακόν» (Γεν. 3,5).

Το ότι απερρίψαμεν την πρωταρχικήν ημών κλήσιν, συνιστά τον πυρήνα της παγκοσμίου τραγωδίας. Το πανωλέθριον πάθος της υπερηφανίας υπερνικάται μόνον δια της ολοκληρωτικής μετανοίας, δια της οποίας κατέρχεται επί του ανθρώπου η ευλογία της ταπεινώσεως του Χριστού, ήτις απεργάζεται ημάς τέκνα του ουρανίου Πατρός.

Η υπερηφάνια είναι η αρχή του κακού, η ρίζα πάσης τραγωδίας…Εν αυτή ευρίσκεται η ουσία του άδου. Η υπερηφάνια είναι σκότος απαίσιον, ο αντίπους της Θείας Αγαθωσύνης.. Η σωτηρία εξ αυτού του άδου είναι δυνατή μόνον δια της μετανοίας...Η μετάνοια είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν.

Η θεμελιώδης αρχή του κηρύγματος του Χριστού –«μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 4,17)– απωλέσθη υφ’ ημών. Είναι σαφές ότι τούτο δεν ήτο άλλο, ει μη η συνέχισις του εν τω Παραδείσω αρξαμένου μεγάλου διαλόγου μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου (βλ. Γέν. 3,8 κ.ε.). Οι κληθέντες υπό του Θεού εις μετάνοιαν, Αδάμ και Εύα, ηρνήθησαν να αναγνωρίσουν την αδικίαν αυτών. Η Εύα μετά μικροψυχίας ενοχοποίησε τον Όφιν, ο δε Αδάμ μετ’ αυθαδείας και την Εύαν και Αυτόν τον Θεόν, Όστις έδωκεν εις αυτόν τοιαύτην γυναίκα.


Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ:Η ζωή του ζωή μου, μετ. Πρωτ. π. Δημήτριος Βακάρος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1983.