Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Εἴμαστε ἑπτά

῾Υπάρχει δέ ἕνα ὡραῖο ποίημα πού ἐκφράζει ἀκριβῶς πῶς αἰσθάνεται ἕνα ἄδολο καί ἀθῶο παιδί τήν ἑνότητα καί τήν ἀγάπη μέ τά κεκοιμημένα ἀδέλφια του.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhDsdTZdgN0i09tgoXUw1_sMeD9YJzhSXyVQqqieAexRJtBOI9cPyknFfT_Io75XtwQBprjY_4bP6RCv8bSZOgQp85c2riNUsolUHetzK80BFM35FD0j1ENEwfD6JiZtr5TstcWKHVKqnxx/s640/10574535_250399031751137_4295483134926796516_n+%25281%2529.jpg
       

Συνάντησα μιά ὀχτάχρονη παιδούλα
μέ τά σγουρά της τά μαλλιά δετά
σ
᾿ ὁλόχρυση πλεξούδα.
Μιά
ὀπτασία ᾿Αγγέλου
μάτια πού σέ κοιτο
ῦνε μ᾿ ἀπορία,ἁπλή καρδιά.
—Μικρό τριαντάφυλλο, τ
ῆς εἶπα μαγεμένος,
στόν κ
ῆπο σου ἔχεις ἄλλα σάν καί σέ;῎Εχεις ἀδέλφια ν᾿ ἀγαπᾶς;
Γελ
ᾶ σάν ἥλιος ἡ μικρούλα καί μέ κοιτᾶ.
—Μά ναί μο
ῦ λέει, μά ναί.
Ε
ἴμαστε ἑπτά!
—Καί πο
ῦ ᾿ναι οἱ ἄλλοι; τή ρωτῶ.
—
῎Ω μή γυρεύεις.
Ο
ἱ δυό ἔχουν φύγει σ᾿ ἕνα τόπο μακρινό
στό Κονγουαίη.
Ο
ἱ δυό τους μέσ᾿ τό κύμα
μέρα καί νύχτα ταξιδεύουν,
κι ο
ἱ ἄλλοι δυό
κοιμο
ῦνται μέσ᾿ στό μνῆμα
Βλέπεις τή χλόη
ἐκεῖ πού τούς σκεπάζει;
Συχνά τό δείλι δίπλα τους περν
ῶ
τούς λέω τραγούδια, παραμύθια,
κεντ
ῶ τ᾿ ὁλόδροσο πουρνό.
Στήν πρασινάδα του κε
ῖ χάμου
τούς λέω τά πιό
ὄμορφα ὄνειρά μου.
Τώρα ἐγώ ᾿μαι πού κοιτάζω μ᾿ ἀπορία.
—Γλυκό κορίτσι,
ἄν κάποιος σέ ρωτᾶ,
«πόσα
ἀδέλφια ἔχεις; νά μή λές ἑπτά.
— Ε
ἴμαστε ἑπτά, μοῦ λέει ξανά
κι
ἀθῶα περίσσια.
Μετρ
ῆστε λίγο, κύριε, πιό καλά.
Δυό στό Κονγουαίη,
δυό στή θάλασσα,
δυό μένουν κάτω
ἐκεῖ στά κυπαρίσσια,
κι
ἐγώ. Εἴμαστε ἑπτά!
— Μά ε
ἶναι νεκροί οἱ δύο, σοῦ λέω,
ε
ἶν᾿ οἱ ψυχές τους πού φτερουγίζουνε στόν οὐρανό,
ε
ἶν᾿ ἀγγελούδια σ᾿ ἕνα κόσμο ἀλλοτινό

Μά
ἡ παιδούλα πιά δέν μέ κοιτᾶ.
Μονολογεῖ, μετράει μ᾿ ἀπορία.
Κι ὅμως εἴμαστε ἑπτά!

(
᾿Αγνώστου)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η μάνα μου. Όταν ήταν κι αυτή,πριν κάμποσα χρόνια, μικρό κορίτσι στο χωριό, βίωσε την απώλεια δυο μικρών νεογέννητων αδελφών. Για κάποιο λόγο πέθαιναν λίγο μετά που γεννιόντουσαν. Φαίνεται πως ο χαμός τους είχε τόσο πολύ τυπωθεί μέσα της, που μπορούσε με λεπτομέρειες να θυμάται τις τελευταίες τους ώρες παρά το φύλο τους γιατί ήταν σχεδόν και όχι απόλυτα βέβαιη πως ήταν κοριτσάκια. Συχνά πυκνά τα θυμόταν αυτά τα αδελφάκια, θυμόταν τον πατέρα της να ψάχνει να βρει λεμόνια να δώσουν λίγες σταγόνες γιατί αυτό είχε πει ο γιατρός, θυμόταν που λεμόνια δεν βρίσκονταν πουθενά, αλλά αυτό που κυρίως θυμόταν και που δεκάδες φορές μας είχε πει, ήταν αυτό που είχε διαβάσει. Διάβασε λοιπόν, πως τα αδελφάκια αυτά, που χάνονται έτσι μικρά και πρόωρα, θα περιμένουν σαν αγγελάκια πια, τα αδέλφια και τους γονείς τους για να παραλάβουν την ψυχή τους όταν αυτή θα πετάξει στον ουρανό και θα αποχωριστεί πια από το σώμα τους. Ήταν όλο αυτό κάτι το οποίο την χαροποιούσε ιδιαίτερα. Αρχικά, νόμιζα πως το λεγε και το ξανάλεγε από φόβο θανάτου. Ήμουν πολύ λάθος. Τώρα λοιπόν, μπορώ να ελπίζω πως αυτά τα τρία αδέλφια, είναι κάπου μαζί..
Τρελλογιάννη, πού θα πάει αυτό, ανακαλείς στη μνήμη ξεχασμένες, αγαπημένες εικόνες...μπορώ να βλέπω λεπτά μαλλάκια να ανεμίζουν και να νιώθω ένα ζεστό χέρι να με κρατά..

Ανώνυμος είπε...

Τελικά..τα κοριτσάκια που χάθηκαν ήταν τρία και ο παππούς έψαχνε απεγνωσμένα για μήλο κι όχι λεμόνι. Σήμερα διασταύρωσα τις πηγές μου..έτσι για να 'μαστε αντικειμενικοί..