Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ γρηγοριοσ ο θεολογοςΤοῦ Δ. Μαυρόπουλου
Πρώτη ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πρόσθεσε στὸ κυριώνυμο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τὸν προσδιορισμὸ «Θεολόγος» καὶ ἔκτοτε αὐτὸ παραμένει ὡς ἔνδοξο προσδιοριστικό του ὄνομα. Μέχρι τότε ὁ προσδιορισμὸς «Θεολόγος» ἀποδιδόταν στὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, προφανῶς γιατὶ ὕμνησε μὲ τὰ ἔργα του τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ μάλιστα μὲ ἐξόχως ποιητικὸ λόγο. Ἀργότερα, μετὰ τὸν 11ο αἰώνα, ἡ προσωνυμία θὰ ἀποδοθεῖ καὶ στὸν ἅγιο Συμεών, ὁ ὁποῖος θὰ μείνει γνωστὸς ὡς Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ τίτλος αὐτὸς ἀποδόθηκε στὸν ἅγιο Συμεὼν ὡς σκωπτικὸ προσωνύμιο ἀπὸ τὸν ἀντίπαλό του ἐπίσκοπο Νικομηδείας Στέφανο, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τὸν μετέτρεψε σὲ τιμητικὸ τίτλο.
Γιατί ὅμως «θεολόγος» ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός; Μὰ γιατὶ, ὅπως καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, μᾶς ἔμαθε ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μᾶς τὸ ἔμαθε ὄχι ἀντλώντας ἀπὸ τὶς ἐπαρκέστατες σπουδές του ἢ τὶς γνώσεις του, ὄχι ἀπὸ τὶς συλλογιστικὲς τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ρητορικῆς, ποὺ πάντως κατεῖχε ὅσο ἐλάχιστοι στὴν ἐποχή του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μυσταγωγικὴ γνώση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ἀναφέρεται σὲ μυσταγωγικὴ θεοφάνια, ἴδιου μάλιστα περιεχομένου μὲ αὐτὴν τοῦ Μωυσῆ:

«Τί μοῦ συνέβη, φίλοι μου καὶ συνεραστὲς τῆς ἀλήθειας; Ἔτρεχα νὰ συναντήσω τὸν Θεό, καὶ ἔφτασα στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους καὶ εἰσῆλθα στὴ νεφέλη, μακριὰ ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, καὶ ἔχοντας εἰσέλθει στὸν ἑαυτό μου μόλις καὶ εἶδα τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὸ μοῦ συνέβη ἐπειδὴ σκεπάστηκα κάτω ἀπὸ τὴν πέτρα, δηλαδὴ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό. Κι ὅταν λίγο ἔσκυψα γιὰ νὰ δῶ, κατάλαβα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ γνώση τῆς πρώτης καὶ καθαρῆς φύσης, δηλαδὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, ποὺ παραμένει κρυμμένη μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ γιὰ γνώση ποὺ φτάνει σ᾽ ἐμᾶς ὡς ἐνέργειες.
Τί τοῦτο ἔπαθον, ὦ φίλοι καὶ μύσται καὶ τῆς ἀληθείας συνερασταί; ἔτρεχον μὲν ὡς θεὸν καταληψόμενος, καὶ οὕτως ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ ὄρος, καὶ τὴν νεφέλην διέσχον, εἴσω γενόμενος ἀπὸ τῆς ὕλης καὶ τῶν ὑλικῶν, καὶ εἰς ἐμαυτὸν ὡς οἷόν τε συστραφείς. Ἐπεὶ δὲ προσέβλεψα, μόλις εἶδον θεοῦ τὰ ὀπίσθια· καὶ τοῦτο τῇ πέτρᾳ σκεπασθείς, τῷ σαρκωθέντι δι᾽ ἡμᾶς θεῷ Λόγῳ· καὶ μικρὸν διακύψας, οὐ τὴν πρώτην τε καὶ ἀκήρατον φύσιν, καὶ ἑαυτῇ, λέγω δὴ τῇ τριάδι, γινωσκομένην, καὶ ὅση τοῦ πρώτου καταπετάσματος εἴσω μένει καὶ ὑπὸ τῶν χερουβὶμ συγκαλύπτεται, ἀλλ᾽ ὅση τελευταία καὶ εἰς ἡμᾶς φθάνουσα (Λόγος 28 , Περὶ Θεολογίας, 3, PG 36, 29).
Αὐτὴ ἡ θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου θὰ διατυπωθεῖ ἀρκετὲς φορές, καὶ θὰ γίνει θεμελιώδης θέση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Στὸν Β´ Θεολογικὸ Λόγο του θὰ διατυπωθεῖ μὲ ἀξιωματικὸ τρόπο: [Θεὸν] φράσαι μὲν ἀδύνατον, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον (Λόγος Θεολογικὸς Β´, 4,5), ἐνῶ στὸ περίφημο ποίημά του «Ὕμνος εἰς Θεόν», θέλοντας νὰ βρεῖ ἕνα ὄνομα γιὰ νὰ ὑμνήσει τὸν Θεό (Πῶς λόγος ὑμνήσει σε;), αὐτὸν ποὺ περικλείει ὅλα τὰ ὀνόματα (πανώνυμε), καταλήγει ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάλληλο ὄνομα γιατὶ εἶναι πέραν τῶν ὀνομάτων (Τὸν μόνον ἀκλήϊστον), καὶ ἀρκεῖται στὴ δοξολογία:
Ὦ ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἐπέκεινα πάντων, πῶς ἀλλιῶς νὰ σὲ τραγουδήσω (Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;) Ὦ πάντων ἐπέκεινα τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν; / Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; σὺ γὰρ λόγῳ οὐδενὶ ῥητόν. / Πῶς νόος ἀθρήσει σε; σὺ γὰρ νόῳ οὐδενὶ ληπτός. / Μοῦνος ἐὼν ἄφραστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα λαλεῖται. / Μοῦνος ἐὼν ἄγνωστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα νοεῖται. / Πάντα σε καὶ λαλέοντα, καὶ οὐ λαλέοντα λιγαίνει. / Πάντα σε καὶ νοέοντα καὶ οὐ νοέοντα γεραίρει. / Ξυνοὶ γάρ τε πόθοι, ξυναὶ δ᾽ ὠδῖνες ἁπάντων / Ἀμφὶ σέ· σοὶ δὲ τὰ πάντα προσεύχεται· εἰς σὲ δὲ πάντα / Σύνθεμα σὸν νοέοντα λαλεῖ σιγώμενον ὕμνον. / Σοὶ ἑνὶ πάντα μένει· σοὶ δ᾽ ἀθρόα πάντα θοάζει. / Καὶ πάντων τέλος ἐσσὶ, καὶ εἷς, καὶ πάντα, καὶ οὐδείς, / Οὐχ ἓν ἐών, οὐ πάντα· πανώνυμε, πῶς σε καλέσσω, / Τὸν μόνον ἀκλήϊστον; Ὑπερνεφέας δὲ καλύπτρας / Τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται; Ἵλαος εἴης, / Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν; (Ἔπη δογματικά , 29, Ὕμνος εἰς Θεόν, PG 37, 507).
Μιὰ τέτοια ἀποφατική, ὅπως τὴν ὀνομάζουμε, προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ θεῖο εἶναι ἀπροσπέλαστο: Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ δυσθεώρητον· καὶ τοῦτο πάντη καταληπτὸν αὐτοῦ μόνον, ἡ ἀπειρία (Λόγος 45, Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα, PG 36, 625).
Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι μιὰ τέτοια προσέγγιση θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἕνα εἶδος ἀγνωστικισμοῦ ἢ ὑπερβατισμοῦ, ἂν δὲν γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ πραγματικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται ὡς σχέση. Γνωρίζουμε τὸν Θεὸ κατὰ τὸν τρόπο τῆς σχέσης μαζί του, καὶ μάλιστα μιᾶς σχέσης ποὺ ἱδρύεται καὶ ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱὸς ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς γνωρίζει τὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁδηγώντας μας στὸ μυστήριο τῆς θείας υἱοθεσίας. Σχέση μὲ τὸν Χριστό, καὶ μάλιστα ὡς ὑπαρκτικὴ κοινωνία (ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ), σημαίνει σχέση μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, δηλαδὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.
Τὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ὅλοι οἱ μετέπειτα Πατέρες, ἐξόχως μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος παραμένει ὁ συνεπέστερος συνεχιστής του, κυρίως στὸ θεμελιῶδες ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπαναλαμβάνοντας μάλιστα ἐκτενῆ χωρία ἀπὸ τὰ ἔργα του. Π.χ., γνωστὴ εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ Δαμασκηνοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα περὶ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, σχεδὸν αὐτολεξεὶ ἀντλημένη ἀπὸ τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου: Ἄπειρον τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως , 4,2).
Αὐτὴ ἡ θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου θὰ ὁδηγήσει τὴν Ἐκκλησία, ἑξήντα χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, νὰ διατυπώσει τὸν ὅρο τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451), ὥστε νὰ διασωθεῖ ἡ δυνατότητα σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἐξαιτίας τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ἂν ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς δὲν προσέλαβε ἀληθῶς ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, αὐτὴ θὰ ἔμενε ἀθεράπευτη – ἡ πραγματικὴ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ ἕνα πρόσωπο καὶ στὴ μία ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τὴ σωτηρία στὸν ἄνθρωπο: τὸ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καὶ σώζεται (Ἐπιστολὴ ρα΄, Πρὸς Κληδόνιον , PG 37, 181C).
Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ εἶχε κινηθεῖ ἡ προηγούμενη Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθιερώνοντας τὸ ἐπίθετο Θεοτόκος γιὰ τὴν Παρθένο Μαρία, σύμφωνα μὲ τὴ διατύπωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου: Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστι τῆς θεότητος (Ἐπιστολὴ ρα΄, Πρὸς Κληδόνιον , PG 37, 177C). Ἤδη, μάλιστα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τὸν ὁποῖο εἶχε γνωρίσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ τοῦ ἀφιέρωσε ἕναν θαυμάσιο ἐπιμνημόσυνο λόγο, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀντλήσει πολλὰ στοιχεῖα γιὰ τὶς διατυπώσεις τοῦ δικοῦ θεολογικοῦ λόγου, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λοιπὸν ἐπεσήμανε ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἐκπροσωπεῖ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος: Ἀδελφὴ ἡμῶν ἡ Μαρία, ἐπεὶ καὶ πάντες ἐκ τοῦ Ἀδάμ ἐσμεν (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπίκτητον Κορίνθου , PG 26, 1061B), γιὰ νὰ συμπεράνει ἐκ τούτου ὅτι [ὁ Υἱὸς] υἱοποίησεν ἡμᾶς τῷ Πατρί, καὶ ἐθεοποίησε τοὺς ἀνθρώπους γενόμενος αὐτὸς ἄνθρωπος. [καὶ] Γέγονεν ἄνθρωπος, ἵνα μᾶλλον ἡμᾶς θεοποιήσῃ (Κατά Ἀρειανῶν 1, 38 καὶ 39, PG 26, 92B καὶ C).
Παρεπιμπτόντως ἀναφέρω ὅτι στὰ Πρακτικὰ τῆς Γ´ καὶ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς περιέχονται σχεδὸν ὁλόκληρα τὰ κείμενα τῶν δύο Πρὸς Κληδόνιον τὸν πρεσβύτερον ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ φράση ποὺ περιέχεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς: … ὡς οἰκείαν τὴν πρὸς Κληδόνιον Γρηγορίου ἐπιστολὴν περιφέρομεν (Mansi, 7, 464).
Ἰδιαίτερα πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ἡ συμβολή του στὴ διατύπωση τοῦ ὅρου τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381) ὅσον ἀφορᾶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἐκ τούτου τὴ συμπλήρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως μὲ τὸν ὅρο περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου περιέχονται ὁλόκληρα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Ε´ Θεολογικὸ Λόγο του ποὺ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ Ἅγιο Πνεῦμα (Λόγος 31 , 26, PG 36, 161). Ἀπὸ τὸν ἴδιο λόγο ἀντλοῦνται καὶ πολλὲς διατυπώσεις ποὺ περιέχονται στὴν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, κυρίως μάλιστα στὰ ἰδιόμελα Ἐξαποστειλάρια.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος θὰ ἐπισημάνει ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἰκονομεῖ διαρκεῖς ἐξελίξεις ἐντὸς τῆς ἱστορίας, καὶ μάλιστα ὡς θεῖες ἀποκαλύψεις. Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίνει ἀπάντηση καὶ στὸ ἐρώτημα περὶ παραδόσεως καὶ ἀνανεώσεως. Μὴν ξεχνᾶμε τὴν ἐξαιρετικὴ διατύπωση ποὺ συναντᾶμε ὡς σχόλιο σὲ λειτουργικὰ βιβλία: «Οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες…», διατύπωση ποὺ συνδέει τὸ παρελθὸν (παράδοση) μὲ τὸ ἑκάστοτε παρόν (ἀνανέωση), ἐξαιτίας τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀναφέρθηκα ἤδη στοὺς πέντε Θεολογικοὺς Λόγους ποὺ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐκφώνησε τὸ 379 στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν ὁποία οἱ ὁπαδοὶ τῆς αἵρεσης τοῦ Ἀρείου εἶχαν ἐπιβληθεῖ, ἔχοντας τὴν ὑποστήριξη τοῦ βασιλέως. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποτελοῦσαν μιὰ μικρὴ μειοψηφία, καὶ μάλιστα χωρὶς κανονικὸ ναό –ὑπῆρχε μόνον ἕνα ναΐδριο, περισσότερο εὐκτήριος οἶκος, ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος ὀνομάζει «Ἀναστασία», ἀφοῦ ἐκεῖ ἀναστήθηκε ἡ ἀλήθεια τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ἐκφώνηση αὐτῶν τῶν Λόγων μετέστρεψε τὴν κατάσταση καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἔλαμψε καὶ πάλι στὴν πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας.
Ἀκοῦστε πὼς ὁ ἴδιος περιγράφει τὶς συνθῆκες στὶς ὁποῖες βρισκόταν ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς καὶ τὴν αξιολόγηση ποὺ καταθέτει: Ἔχουσιν οὗτοι τοὺς οἴκους, ἡμεῖς τὸν ἔνοικον· οὗτοι τοὺς ναοὺς, ἡμεῖς τὸν Θεόν· καὶ τὸ ναοὶ γενέσθαι Θεοῦ ζῶντος καὶ ζῶντες, ἱερεῖα ἔμψυχα, ὁλοκαυτώματα λογικὰ, θύματα τέλεια, θεοὶ διὰ Τριάδος προσκυνουμένης. Οὗτοι δήμους, ἡμεῖς ἀγγέλους· οὗτοι θράσος, πίστιν ἡμεῖς· οὗτοι τὸ ἀπειλεῖν, ἡμεῖς τὸ προσεύχεσθαι· οὗτοι τὸ βάλλειν, ἡμεῖς τὸ φέρειν· οὗτοι χρυσὸν καὶ ἄργυρον, ἡμεῖς λόγον κεκαθαρμένον (Λόγος 33 , Πρὸς Ἀρειανοὺς καὶ εἰς ἑαυτόν , ΙΒ´, PG 36, 232).
Πραγματικά, οἱ λόγοι αὐτοί, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ διαμάντι τοῦ θεολογικοῦ λόγου τῶν Πατέρων, ἀναπτύσσουν τὴν τριαδικὴ θεολογία, μὲ βάση τὴ βιβλικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ὡς θέση, ἀλλὰ περιγράφοντας καὶ τὶς συνέπειες γιὰ τὸν βίο τῶν πιστῶν. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ κατανοήσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος ὡς εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδὴ εἶναι πλασμένος νὰ πραγματοποιεῖ τὸν τριαδικὸ τρόπο ζωῆς, νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ τριαδικὸ πρότυπο τῆς θεότητας, ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης.
Ἰδιαιτέρως θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ στὴν ἀνάπτυξη ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅσον ἀφορᾶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ἀνθρώπου: δημιουργία, πτώση, ἀναδημιουργία, σωτηρία. Ἡ ἀνάπτυξη αὐτὴ διατυπώνεται κυρίως σὲ δύο Λόγους του, α) Εἰς τὰ Θεοφάνια καὶ β) Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα , διαχέεται ὅμως καὶ σὲ ἄλλα ἔργα του.
Κατὰ τὴ διδασκαλία λοιπὸν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, τὴν ὁποία αὐτούσια ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἕναν δεύτερο κόσμο μέσα στὴ δημιουργία. Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου προέρχεται ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ὕλη λαμβάνει τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του παρέχει τὴν πνοή, δηλαδὴ τὴ νοερὴ ψυχὴ καὶ τὴν εἰκόνα του, ὥστε νὰ προέλθει ἕνας νέος κόσμος, ἐν μικρῷ μέγας, ἕνας ἄλλος ἄγγελος, προσκυνητὴς μικτός, ἐπόπτης τῆς ὁρατῆς κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης, βασιλιὰς τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενος ἄνωθεν, ἐπίγειος καὶ οὐράνιος, πρόσκαιρος καὶ ἀθάνατος, ὁρατὸς καὶ νοούμενος. Ὅταν δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἔθεσε στὸν παράδεισο, ὅποιος κι ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ παράδεισος, καὶ τὸν τίμησε μὲ τὸ αὐτεξούσιο, θέτοντας ἐνώπιόν τὰ δένδρα, δηλαδὴ τὶς θεῖες ἔννοιες, ὥστε διὰ τοῦ αὐτεξουσίου νὰ προοδεύσει. Μάλιστα, τὸ δέντρο τῆς γνώσεως ἀπετέλεσε καὶ τὸν καταλύτη αὐτῆς τῆς προόδου. Ἡ γνώση, ὡς καρπὸς ἀσκήσεως, δὲν περιεῖχε κακόν (οὔτε φυτευθὲν ἀπ’ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπαγορευθὲν φθονερῶς), ἀλλὰ κατάλληλο μόνον σὲ πνευματικὰ ὥριμους καὶ ὄχι πνευματικὰ νήπιους (ἀλλὰ καλὸν μὲν εὐκαίρως μεταλαμβανόμενον). Ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ἐξαιτίας τοῦ φθόνου καὶ τῆς διαβολῆς τοῦ ἀρχικάκου ὄφεος, στερήθηκε τελικὰ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ βρέθηκε μακρὰν τοῦ τόπου τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, κουβαλλώντας τώρα τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, δηλαδὴ τὴν παχύτερη καὶ θνητὴ σάρκα. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνταρσία προκύπτει, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, ὡς κέρδος ὁ θάνατος: Κερδαίνει μέν τι κἀνταῦθα· τὸν θάνατον καὶ τὸ διακοπῆναι τὴν ἁμαρτίαν, ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν. Καὶ γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία (Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Ζ΄ , PG 36, 632CD633AB. Τὸ ἴδιο ἀπόσπασμα παρατίθεται καὶ στὴν ὁμιλία του Εἰς τὰ Θεοφάνια, ΙΑ΄, 324BD).
Ἀντιλαμβάνεται, νομίζω, καθένας ὅτι μιὰ τέτοια προσέγγιση μᾶς προφύλαξε ἀπὸ τὴ δυτικὴ διαστροφὴ μιᾶς δικανικῆς ἑρμηνείας τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ποὺ γεννάει συγχρόνως μιὰ δικανικὴ σχέση μὲ τόν, κατὰ τὰ ἄλλα, φιλάνθρωπο Θεό. Καταλαβαίνουμε γιατί στὴ δική μας παράδοση λυτρωτικὴ συνθήκη εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ὄχι ἡ συναλλακτικὴ προϋπόθεση γιὰ ἀποπληρωμὴ χρέους ἢ μιὰ κατάσταση ποὺ ἐγκαθιστᾶ ἐνοχές

Δεν υπάρχουν σχόλια: