Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Η εκκλησιολογική αλλοίωση που επέφερε η ψευδοσύνοδος της Κρήτης


Ἐν Πειραιεῖ 14-7-2017
Πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Συμπληρώθηκε τίς προηγούμενες ἑβδομάδες ἕνας χρόνος ἀπό τήν σύγκληση τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης,


πού οὐσιαστικά δέν ἦταν οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη, οὔτε Σύνοδος, ἀλλά μία οἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν διευρυμένη Σύναξη τῶν δέκα ἀπό τούς δεκατέσσερεις Προκαθημένους τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετά τῶν συνοδειῶν τους. Καὶ μόνο ἡ ἀπουσία τῶν τεσσάρων Πατριαρχείων τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ρωσίας, τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Γεωργίας, ποὺ ἐκπροσωποῦν περίπου τά 3/τῶν Ὀρθοδόξων, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλει τὴν σύγκληση, μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ συνεννόηση καὶ ἡ ἑνότητα. Ἡ ἔκφραση τῆς μεγάλης μας ἀνησυχίας καί ἀγωνίας καί τῆς καθέτου ἀντιθέσεώς μας ἀπέναντί της δικαιολογεῖται ἀπό τά παρακάτω γεγονότα.

 Ἀντικανονικές συμπροσευχές
Μέ τό καλημέρα τῆς ψευδοσυνόδου ἔγιναν ἀντικανονικές συμπροσευχές. Ὁ οἰκουμενιστής Σεβ. Μητρ. Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας τέλεσε Θεία Λειτουργία τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 2016 μέ τήν παρουσία Παπικών, Προτεσταντῶν καί Μονοφυσιτών[1]Προετοιμασία
Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῶν συνόδων, κατὰ τὴν ὁποία ἡ προετοιμασία διήρκεσε τόσο πολύ, ἐνενήντα τρία χρόνια! Αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν ὑπῆρχε οὔτε «εὔλογος αἰτία», οὔτε «ἐπείγουσα ἀνάγκη» γιὰ σύγκληση τῆς ψευδοσυνόδου, ἀλλὰ ἐξυπηρετήθηκαν ἄλλες ἐκκλησιαστικοπολιτικὲς σκοπιμότητες. Διότι, ἂν ὑπῆρχε «ἐπείγουσα ἀνάγκη», ὅπως πάντοτε συνέβαινε στὴν συνοδικὴ παράδοση μὲ τὴν ἐμφάνιση κάποιας αἱρέσεως, κάποιου σχίσματος ἢ ἄλλης ἐκτροπῆς, αὐτή ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἀμέσως ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἢ ὀλίγων ἐτῶν.
3.      Θεματολογία
Τὸ ἴδιο ἴσχυσε καὶ γιά τήν θεματολογία τῆς ψευδοσυνόδου. Ἀπό τά ἔξι τελικά θέματα, δύο μόνο εἴχαν τὸν χαρακτήρα τοῦ κατεπείγοντος, τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς καί τό θέμα τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο. Τὰ ὑπόλοιπα τέσσερα θέματα, ὅπως τῆς ἀποστολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο κόσμο, τῆς νηστείας, τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, εἶναι αὐτονοήτως λελυμένα καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν Πατερικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση. Τό θέμα τῆς Διασπορᾶς ἔπρεπε νά διευθετηθεῖ μέ τήν δημιουργία Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Σέ καμία περίπτωση δέν ἔπρεπε νά συνεχιστεῖ τό ἀντικανονικό καί ἀντιεκκλησιαστικό φαινόμενο τῶν πολλῶν ἐπισκόπων σέ μία ἐπαρχία, οὔτε ἔπρεπε νά παραταθεῖ τό ἡμίμετρο τῶν ἐπισκοπικῶν συνελεύσεων. Τό θέμα τοῦ Αὐτονόμου ἔδειξε τὶς τάσεις πρωτοκαθεδρίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν καὶ θὰ μποροῦσε βέβαια γιὰ λόγους εὐταξίας νὰ διευθετηθεῖ μετὰ ἀπὸ συνεννοήσεις, χωρὶς τὴν αἴσθηση τοῦ κατεπείγοντος.
Συμμετοχή Ἐπισκόπων
Ἄλλο μελανό σημεῖο τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἄρνηση κλήσεως καί ἐνεργοῦ συμμετοχῆς ὅλων τῶν ἐπισκόπων ὅλων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως γινόταν σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Μέ τόν ἀντιπαραδοσιακό αὐτό τρόπο ἀποφεύχθηκε ἡ πιθανότητα κάποιοι παραδοσιακοὶ ἐπίσκοποι νὰ ἀντιδράσουν σὲ ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου, πού ἦταν ἀνατρεπτικὲς τῆς Παραδόσεως, ἢ κάποια Τοπικὴ Ἐκκλησία νὰ ἔχει μεγαλύτερη δύναμη στὴν λήψη τῶν ἀποφάσεων, λόγῳ τοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ ἐπισκόπων. Αὐτὰ, ὅμως, ἀπετέλεσαν ἀνθρώπινες ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες, ξένες πρὸς τά ἁγιοπνευματικὰ κριτήρια, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος κάθε ἐπαρχίας, καὶ τῆς μικρότερης ἀκόμη, ἐκπροσωπεῖ μὲ τὸ ποίμνιό του ἕνα ζωντανὸ μέρος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπουσία του, ὄχι μόνο τραυματίζει τὴν ὁλοκληρία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ στερεῖ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφρασθεῖ ἀπὸ ὅλους ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία φαίνεται ὅτι φοβήθηκαν οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ σύγκληση τῆς ψευδοσυνόδου. Δὲν μπορεῖ νά δικαιολογηθεῖ μὲ κανένα κριτήριο, οὔτε ποιμαντικὸ οὔτε ἐκκλησιολογικό, ἡ συμμετοχὴ μόνο εἰκοσιτεσσάρων Ἐπισκόπων ἀπὸ κάθε Τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πρᾶγμα ποὺ προσέβαλλε τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ δημιούργησε ἐρωτηματικὰ γιὰ τὰ κριτήρια ἐπιλογῆς τῶν Ἐπισκόπων, ποὺ μετεῖχαν. Μήπως εἶναι μειωμένης ἐπισκοπικῆς εὐθύνης καὶ ἀξίας οἱ Ἐπίσκοποι, ποὺ δὲν μετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο, καὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὴν μεγάλη πλειονότητα στὶς περισσότερες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες; Ποιός γνώριζε καὶ ποιός μετέφερε στὴν ψευδοσύνοδο τὶς σκέψεις, τὶς ἐκτιμήσεις καὶ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ποιμνίων τους; Μέ ποιά κριτήρια, ραγε, ἔγινε πιλογή τν 24 ατν πισκόπων κάθε Τοπικς κκλησίας; Δυστυχῶς, προτιμήθηκαν σοι διακρίνονται γιά τήν οκουμενιστική δραστηριότητά τους καί εναι ρεστοί στούς Προκαθημένους, καί βεβαίως πομονώθηκαν ο ντιτιθέμενες, παραδοσιακές καί ντιοικουμενιστικές φωνές πλείστων σων πισκόπων. Παρέλκει βεβαίως νά τονισθε τό γεγονός τι στίς ρθόδοξες Συνόδους, κτός τν πισκόπων, συμμετεχαν καί κληρικοί κατωτέρων βαθμίδων, πως Καθηγούμενοι, ρχιμανδρτες, ερες, Μοναχοί, καθώς πίσης καί πιστός λαός. Δέν θά ἦταν καθόλου ὑπερβολή νά λεχθεῖ ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης ἦταν μία σύναξη χωρίς Ὀρθοδόξους. Τελικά, ἀπό τούς περίπου 800 ἀνά τόν κόσμο Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους συμετεῖχαν μόνοι οἱ 156, ἀπό τους ὁποίους περίπου οἱ 30 δέν ὑπέγραψαν ὅλα τά κείμενα.
5.      Ψῆφος
Παντελς μάρτυρη στήν ρθόδοξη παράδοση καί γι’ατό παράδεκτη ἦταν καί θέση τῆς ψευδοσυνόδου τι κάθε Τοπική κκλησία διέθετε μία ψφο. Τό ρθόν εναι τι κάθε πίσκοπος διαθέτει μία ψφο καί χι κάθε Τοπική κκλησία. Παραλλήλως, ρχή τς μοφωνίας κινήθηκε κι ατή μέσα σέ ντιπαραδοσιακά πλαίσια. παραδοσιακή τακτική λήψεως ποφάσεων σέ μιά Σύνοδο εναι ρχή, πού ρίζει τι « τν πλειόνων ψφος κρατείτω», ἡ ὁποία ἰσχύει μόνο σέ θέματα ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, καί ὄχι σέ δογματικά.  Ὅσοι Ἐπίσκοποι ἐπιλεκτικὰ ἔλαβαν μέρος δὲν εἶχαν δικαίωμα ψήφου, παρὰ μόνο οἱ Προκαθήμενοι, ποὺ λειτούργησαν σάν κάποιος «συλλογικὸς πάπας». Τὰ πλέον σημαντικὰ κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου, ἰδιαίτερα τὸ οἰκουμενιστικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», δὲν ὑπογράφτηκαν ἀπ’ὅλους, καὶ μάλιστα σὲ κάποιες ἀντιπροσωπεῖες δὲν τὸ ὑπέγραψε ἡ πλειονότητα ἤ μεγάλος ἀριθμὸς Ἐπισκόπων. Ἦταν ἀρκετή, ὅμως, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Προκαθημένου – πάπα, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὑπογράφτηκε ἀπ’ ὅλους. Ἄς θυμηθοῦμε τήν ἀπαράδεκτη ἐνέργεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἀντί τῶν Ἐπισκόπων, πού δέν ὑπέγραψαν[2].
6.      Συμμετοχή ἑτεροδόξων παρατηρητῶν
Ἕτερο μελανό σημεῖο ἦταν ἡ παρουσία ὡς «παρατηρητῶν» αἱρετικῶν παπικῶν, προτεσταντῶν, ἀντιχαλκηδονίων μονοφυσιτῶν, δηλ. καταδικασμένων αἱρετικῶν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, ἀπό Πατέρες καί Οἰκουμενικές Συνόδους, τούς ὁποίους ὁ οἰκουμενιστής Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἀπό τήν ἀρχή τῆς ψευδοσυνόδου ἀπεκάλεσε ὡς «Σεβασμιωτάτους καί Ἱερωτάτους», ἀναγνωρίζοντάς τους ἱερωσύνη καί ἐκκλησιαστικότητα. Οὐδέποτε στή δισχιλιόχρονη ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στίς τοπικές ἤ σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, ὑπῆρχαν ἑτερόδοξοι «παρατηρητές». Μόνο στίς δύο παπικές ψευδοσυνόδους τοῦ Βατικανοῦ ἐμφανίστηκε τό καθεστώς τῶν ἑτεροδόξων «παρατηρητῶν». Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης εἶχε καί σ'αὐτό τό σημεῖο ὡς πρότυπο τίς παπικές πρακτικές, μεθόδους καί μεθοδεύσεις.
Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας οἱ αἱρετικοί καλοῦνταν καί παρίσταντο στίς Συνόδους, ὄχι ὡς «παρατηρητές», ἀλλά γιά νά ἀπολογηθοῦν ἤ νά ἐκφράσουν τήν μετάνοιά τους, καί ἄν ἐπέμεναν στήν πλάνη καί στήν αἵρεση καθαιροῦνταν, ἀναθεματίζονταν καί ἀμέσως ἐκδιώκονταν τῆς Συνόδου καί δέν συμμετεῖχαν στή συνέχεια τῶν ἐργασιῶν της. Ἡ παρουσία στήν ψευδοσύνοδο ὡς «παρατηρητῶν» ἐκπροσώπων αἱρετικῶν κοινοτήτων, πού ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό τήν πατερική συνείδηση καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, νομιμοποίησε τήν πλάνη καί τήν αἵρεση καί συνεπῶς ἀκύρωσε τήν ἴδια τήν ψευδοσύνοδο. Σύνοδος, ἡ ὁποία δέν διαστέλλει «ἀναμέσον βεβήλου καί ἁγίου», τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν αἵρεση, τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀπό τή δαιμονική πλάνη, νομιμοποιώντας ἐκκλησιαστικά τήν αἵρεση, δέν μπορεῖ νά εἶναι πραγματικά Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀλλά ληστρική ψευδοσύνοδος. Ἐπιπλέον, ἡ παρουσία ὡς «παρατηρητῶν» ἐκπροσώπων αἱρέσεων εἶχε σοβαρότατες καί καταστροφικές ποιμαντικές προεκτάσεις. Προκάλεσε σύγχυση στούς πιστούς μας, εἰσάγοντας στή συνείδησή τους τή θεοσοφική προσέγγιση «μαζί καί διαφορετικά» (χωρίς δηλ. νά ἔχει καμία σημασία τό περιεχόμενο τῆς πίστεως). Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, ἀντί νά συντελέσει στήν ἑνότητα της Ἐκκλησίας μας, τήν κλόνισε, δίνοντας σοβαρότατα ἐπιχειρήματα γιά τή δημιουργία ἤ τήν ἑδραίωση σχισμάτων[3].
7.      Οἰκουμενισμός
Τό πιό ἀνησυχητικό καί σοβαρό ἦταν ὅτι, ὅπως προέκυψε ἀπό τήν ἐνδελεχῆ μελέτη τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»[4], οἱ ἰθύνοντες τῆς ψευδοσυνόδου ἀποσκοποῦσαν στήν, μέ πανορθόδοξη συνοδική ἀπόφαση, νομιμοποίηση καί θεσμοθέτηση, ἐπισημοποίηση καί ἐδραίωση τῆς παναιρέσεως τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς ἐπισήμου γραμμῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Προέβησαν, δηλ. στήν πανορθόδοξη ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος («βαπτισματική θεολογία») καὶ τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, Προτεσταντῶν καί Μονοφυσιτῶν, στήν ἀποδοχὴ τῆς προτεσταντικῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», τῆς διευρυμένης ἐκκλησιολογίας τῆς Β´ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου περὶ πλήρους καὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος καί τοῦ οἰκουμενιστικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ μοντέλου τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», ποὺ οἰκοδομήθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ ἐπισημοποιήθηκε στὸν Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τοὺς Παπικοὺς στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου (1993), ὅπου οἱ ὑπογράψαντες ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές ἀνεγνώρισαν τὸν Παπισμὸ ὡς Ἐκκλησία μὲ Χάρη, μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Ἔτσι, ἡ συγκληθεῖσα ψευδοσύνοδος ἦλθε σέ σφοδρή σύγκρουση καί ἀντιπαράθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη παράδοση δεκαεννέα αἰώνων, κατά τούς ὁποίους ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καί ὅλες οἱ διευρυμένες ἐνδημοῦσες Σύνοδοι τῆς Κων/λης ὀνόμαζαν τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό καθαρά καί ξάστερα αἱρέσεις καὶ αἱρετικούς. Καί ἐνῶ αὐτά τά θέματα ἔπρεπε νὰ ἐγγραφοῦν εὐθέως πρὸς συζήτηση καί καταδικαστική ἀπόφαση στὴ ψευδοσύνοδο, οἱ Προκαθήμενοι τά θεώρησαν δεδομένα. Ἡ υἱοθέτηση τῶν παραπάνω αἱρετικῶν οἰκουμενιστικῶν κακοδοξιῶν καί πλανῶν ἀπό τούς οἰκουμενιστές διευκολύνθηκε, ἐπίσης, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ ἴδιοι οἱ οἰκουμενιστὲς ἀπεμπόλησαν, ἀποχαρακτήρισαν καὶ διέγραψαν τὸν Οἰκουμενικὸ χαρακτῆρα τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ἡ ὁποία κατ’ἀρχήν εἶχε προγραμματιστεῖ νά συνέλθει μέ ἀξιώσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔστω κι ἂν ὀνομάστηκε Πανορθόδοξη ἤ Ἁγία καί Μεγάλη.
8.      Τί ἔπρεπε νά κάνει;
Ἡ ψευδοσύνοδος, λοιπόν, τῆς Κρήτης, ἄν πραγματικά ἤθελε νά εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος, θά ἔπρεπε νά λάβει τίς ἑξῆς τέσσερεις καίριες ἀποφάσεις :
α) Νά ἀναγνωρίσει τίς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δηλ. τήν Η´ ἐπὶ Φωτίου, τοῦ 879, καὶ τήν Θ´ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση.
Βεβαίως, ἔγινε ἀναφορά στήν Ἐγκύκλιο τῆς ψευδοσυνόδου[5] στίς μεγάλες «καθολικοῦ κύρους» Συνόδους ἐπί ἁγίου Φωτίου (879) καί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351) καί στίς μεταγενέστερες, πού ἀνέτρεψαν τίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας καί ἀπεκήρυξαν τίς προτεσταντικές δοξασίες, ὅμως δέν ὑπῆρξε ἀναγνώρισή τους ὡς Οἰκουμενικῶν. Συγκεκριμένα γράφεται : «Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως».
β) Νά ἐκλέξει, νά χειροτονήσει καί νά ἐνθρονίσει στό πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, μή ἀναγνωρίζοντας καί ἐκθρονίζοντας τόν σημερινό καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί αἱρεσιάρχη κ. Φραγκῖσκο. Ἔτσι, θά λύνονταν τά θέματα τοῦ Παπισμοῦ, τῆς Οὐνίας καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ.  
γ) Νά δημιουργήσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, λύνοντας τό θέμα τῆς Διασπορᾶς, καί 
δ) Νά ἀκολουθήσει τήν Πατερική ὁδό μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μέ τήν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ 17 γλῶσσες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, θά κονιορτοποιοῦσε τίς αἱρέσεις μέ παγκόσμιο λόγο καί πατερική παρρησία, θά δόξαζε τόν Θεό καί θά διεσφάλιζε τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.  
Οἱ μόνοι λόγοι, πού θά δικαιολογοῦσαν τήν σύγκληση αὐτῆς τῆς ψευδοσυνόδου, δέν θά ἦταν ἄλλοι παρά μόνο :
α) ἡ καταδίκη τῆς συγκρητιστικῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τήν ἀποκάλεσε ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς,
β) ἡ καταδίκη τῆς παρουσίας καί συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), δηλ. τῶν αἱρέσεων καί,
 γ) ἡ καταδίκη τῆς μεταπατερικῆς καί ἀντιπατερικῆς «νέας ἐκκλησιολογίας», ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τά χαρισματικά, δογματικά καί κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
9. Ἀπαράδεκτα τά κείμενα
Τά ἐπίσημα τελικά κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου στήν παροῦσα μορφή τους περιέχουν σοβαρές ἀσάφειες καί ἀντιφάσεις. Γράφεται π.χ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί ταυτόχρονα ὑπάρχουν καί «ἄλλες ἐκκλησίες», χρησιμοποιώντας τόν ὅρο «Ἐκκλησία» γιά τούς αἱρετικούς καί ἑτεροδόξους ἐντελῶς ἀντικανονικά καί ἀπράδεκτα καί μάλιστα σέ κείμενο Πανορθοδόξου Συνόδου. Οἱ ἀναφερθεῖσες ἀσάφειες τῶν κειμένων δύνανται νά ἑρμηνευτοῦν εὔκολα μέσα ἀπό τό πνεῦμα τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἰησουΐτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου καί τοῦ Yves Congar. Ὁρισμένες ἀπό τίς ἀντιλήψεις τους υἱοθετεῖ καί ὁ μέγας οἰκουμενιστής καί ἰθύνων νοῦς τῆς ψευδοσυνόδου Σεβ. Μητρ. Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζιζιούλας,  ὅπως τήν «θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁρισμένες ἐκκλησίες βρίσκονται πιό κοντά, ἐνῶ ἄλλες πιό μακριά ἀπό τήν πλήρη Ἐκκλησία. Στήν περίπτωση τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, ὁ Παπισμός εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας)  εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Στήν περίπτωση τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένων τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Ὅμως, αὐτή ἡ ἀντίληψη μᾶς παραπέμπει σέ μιά βατικανοποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν ὁποία εἰσήγαγε συνοδικῶς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὡς πρωτοστατοῦν σ’ αὐτή τήν κίνηση. Αὐτό εἶναι τό λογικό συμπέρασμα, πού προκύπτει, πρῶτον ἀπό τήν μελέτη τῶν θεολογικῶν κειμένων, σχετικά μέ αὐτή τήν πρωτοφανή ἐκκλησιολογία, δεύτερον ἀπό τίς αἱρετικές «θεολογικές» ἀπόψεις τοῦ Σεβ. Μητρ. Γέροντος Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, καί τρίτον ἀπό τήν ἀνάλυση τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου[6]. Οἱ θεωρίες τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», τῶν «δύο πνευμόνων τῆς Ἐκκλησίας» (Ὀρθοδοξία καί Παπισμός), τῶν «κλάδων», τῆς «μεταπατερικῆς καί μετακανονικῆς θεολογίας», τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ θεωρία ὅτι ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει ὅλες τίς ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες ἀποσχίστηκαν ἀπό αὐτήν, ἡ ἀποδοχή τῶν μικτῶν γάμων μέ τούς ἑτερόδοξους κ.ἄ. ἀποτελοῦν ἐκφράσεις καί μορφές τῆς νέας ἐκλησιολογίας, τῆς νέας μεταπατερικῆς ἤ καλύτερα ἀντιπατερικῆς ἐκκλησιολογίας.
Σύμφωνα μέ τήν θεωρία «τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας», ὅποιος βαπτίζεται στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως πίστεως, δόγματος καί ὁμολογίας. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἀναγνώρισαν τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, παρά μόνον κατ’ οἰκονομίαν τούς δέχονταν, ἐφόσον διατηροῦσαν τήν ἐξωτερική μορφή τοῦ Βαπτίσματος μέ τίς τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις. Ἡ οἰκονομία δέν δύναται ποτέ νά μετατραπεῖ σέ κανόνα πίστεως ἤ σέ δόγμα.  
Τά κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου πρέπει νά ἀπορριφθοῦν καί νά γραφοῦν ἀπό τήν ἀρχή, λαμβάνοντας ὑπ’όψιν τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δέν ἀρκεῖ νά συγκληθεῖ μιά σύνοδος μόνο καί μόνο, γιά νά ἀποδείχθεῖ στόν κόσμο ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σέ τί; Ἡ ἕνωση γίνεται μόνο βάσει τῆς Ἀληθείας. Ἡ ἑνότητα εἶναι ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν ἀρχιερατική Του προσευχή : «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς… ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου… ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στήν ἀκέραιη καί ἀβλαβή διαφύλαξη τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τήν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁπότε διηρημένοι καί ἀποσχισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, πού φρονοῦν διαφορετικά ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθώς μᾶς λέγει ὁ Ὄσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Ὁ Χριστός ὀνόμασε «Καθολική» τήν Ἐκκλησία Του, ἐπειδή μόνο αὐτή διατηρεῖ τήν Ἀλήθεια καί τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά σωθεῖ.
Πρέπει ἀπαραιτήτως νά κατανοηθεῖ ὅτι δέν ἐπιχειρήθηκε νά ἀλλάξει οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξη τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ὅμως παραχαράχθηκε καί στρεβλώθηκε τό πιό νευραλγικό σημεῖο, δηλ. ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας. Τό κείμενο τῆς ψευδοσυνόδου μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» εἶναι κατ’ἐξοχήν δογματικό, ὅμως εἶναι ἀνορθόδοξο, ἐπειδή ἐπιτρέπει ἐντελῶς λανθασμένες ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐνθαρρύνουν τίς ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις, πράγμα πού σημαίνει ἀλλοίωση τῆς ἀποκαλυφθείσας Ἀληθείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
10. Ἀπαράδεκτες θέσεις Προκαθημένων
Ὁ οἰκουμενιστής Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος, μέ παρέμβασή του στήν ψευδοσύνοδο ζήτησε «νά μήν ἀναλώνονται μόνο μέ τίς θεολογικές ἀναλύσεις, ἀλλά νά σταθοῦν καί στήν οὐσία». Μετά ἀπό πολύ ὥρα θεολογικῶν συζητήσεων, κατά τήν ἀπογευματινή συνεδρία, μεταξύ ἄλλων ἀνέφερε ὅτι «οἱ ἀρχιερεῖς, πού κάνουν ἱεραποστολή, ὅταν ἐπιστρέψουν στόν τόπο τους, θά κληθοῦν νά ἀπαντήσουν σέ οὐσιαστικά ζητήματα. Πῶς θά ἐπιστρέψουμε στήν Ἀμερική, στήν Ἀλβανία, στήν Σερβία, στήν Ἀφρική νά ποῦμε τί στόν κόσμο μας; Γιά τό πρόσωπο καί τόν ἄνθρωπο; Τό ποίμνιό μας περιμένει νά ἀκούσει γιά τά σημερινά προβλήματα τῆς κοινωνίας, νά τοῦ μιλήσουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά τοῦ δώσουμε ἕνα πιάτο φαγητό»[7].
Ὁ  οἰκουμενιστής Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος πρότεινε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης νά καταδικαστεῖ ὁ «ἀντί-οἰκουμενισμός» ὡς αἵρεση καί εἶπε : «… νά ἀφήσουμε, λοιπόν, το Πνεῦμα νά πνέει καί σήμερα στήν Ἐκκλησία, ὅπως θέλει, κι ὄχι νά ἀντιγράφουμε μονίμως το παρελθόν..»[8]. Ἐπίσης, ἀπερίφραστα ὁμολόγησε ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος αὐτή δέν εἶναι ἀντίγραφο τῶν παλαιῶν συνόδων, ἀλλά ἕνα νέο εἶδος Συνόδου. «Θεωρῶ»  εἶπε,  «ὅτι εἶναι χρήσιμο νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν εἶναι ἕνα ἀκριβές ἀντίγραφο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων οὔτε ἕνα τηλεομοιότυπο Συνελεύσεων Δυτικῶν Χριστιανικῶν Παραδόσεων.  Προσαρμοσμένη στίς συνθῆκες καί στίς δυνατότητες τοῦ 21ου αἰῶνος ἔχει τά δικά της χαρακτηριστικά»[9].
Ὁ οἰκουμενιστής Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος, ἐπιτιθέμενος στόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, ἐξαιτίας τῆς ἀρχικῆς σθεναρῆς στάσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σχετικά μέ τό θέμα τῆς χρήσεως τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» γιά τους ἑτεροδόξους, εἶπε ὅτι δέν θά μᾶς κρατήσει ὁμήρους ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
11. Οὐνία καί ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης
Μέ ἐπίσημη προσωπική ἐπιστολή του ὁ οἰκουμενιστής Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος εὐχαρίστησε τόν ἐπικεφαλῆς τῶν οὐνιτῶν τῆς Οὐκρανίας Σβιάτοσλαβ (Σέβτσουκ) «γιά τήν ὑποστήριξή του πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν διοργάνωση τῆς Συνόδου στήν Κρήτη»! Ἡ ἐπιστολή δέν δόθηκε στή δημοσιότητα ἀπό τό Φανάρι. Ἀποκαλύφθηκε ἀπό τούς οὐνίτες τῆς Οὐκρανίας καί δόθηκε στά διεθνή ΜΜΕ ἀπό τήν κρατική Ὑπηρεσία Θρησκευτικῶν Εἰδήσεων τῆς Οὐκρανίας – ΥΘΕΟ (Religious Information Service of Ukraine - RISU) τήν 1η -8-2016[10].
Ἔγραψε ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος  : «Ἔχουμε τήν εὐχαρίστηση νά ἐπωφεληθοῦμε τῆς εὐκαιρίας νά ἐκφράσουμε τήν εἰλικρινή μας εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἐπιστολή σας καί γιά τίς ἀδελφικές εὐχές σας γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία – μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τή συνέργια τῶν ἀδελφῶν μας Προκαθημένων καί ἱεραρχῶν τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπό ὅλο τόν κόσμο – συνῆλθε στίς 19 Ἰουνίου καί ἐπιτυχῶς ἐτελείωσε στίς 26 Ἰουνίου 2016 στήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης. Μποροῦμε νά σᾶς διαβεβαιώσουμε, Σεβασμιώτατε, ἡ δέσμευσή μας στόν διάλογο μέ τήν Ἀδελφή μας Ἐκκλησία ὑπερβαλλόντως ὑποστηρίχθηκε στίς Συνοδικές Ἐπιτροπές καί ἐπισήμως ἀναφέρεται στό τελικό ἀνακοινωθέν. Αὐτή, κατά την ἄποψή μας, εἶναι βεβαίως κρίσιμη γιά τήν ἀξιόπιστη καί ἑνωτική μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου στόν ταραγμένο κόσμο τῆς ἐποχῆς μας».
Τόν Μάϊο τοῦ 2016 ὁ οὐνίτης ψευδοπατριάρχης ἔγραψε ἐπιστολή στόν Πατριάρχη Κων/λεως, στήν ὁποία ἐξέφρασε τήν ὑποστήριξη του στή ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. «Πολλοί ἀπό τούς ἱεράρχες, πού συλλογίζονται τά προβλήματα, πού ἀντιμετωπίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἴσως νά ἐκπλήσσονται, ὅταν πληροφοροῦνται ὅτι ἡ κεφαλή τῆς (οὐνίτικης) ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συχνά ἀναφερόταν ὡς τό μέγιστο ἐμπόδιο στόν οἰκουμενικό διάλογο, σᾶς ὑποστηρίζει μέ τίς εἰλικρινεῖς προσευχές της, ὁ Θεός νά εἶναι παρών στίς συζητήσεις σας, διότι «ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσά τους (Ματθ. ιη΄ 20)», ἔγραψε ὁ ψευδοπατριάρχης Σβιάτοσλαβ.
Στήν ἐπιστολή του ὁ οὐνίτης ψευδοπατριάρχης ὑπενθύμισε, ἐπίσης, ὅτι πρίν ἀπό 21 χρόνια μέλη τῆς Ὁμάδας Μελέτης τῆς «Ἐκκλησίας» τοῦ Κιέβου πραγματοποίησαν ἐπίσκεψη στό Φανάρι. «Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι τό ἴδιο πνεῦμα οἰκουμενικῆς δεκτικότητας καί εἰλικρίνειας πού τότε εἴδατε στούς Οὐκρανούς Ἕλληνες Καθολικούς ἱεράρχες καί κληρικούς διατηρεῖται ζωντανό σήμερα. Ἐν τούτοις, ὑπάρχει ἕνα ζήτημα˙ θά ἤθελα νά προτείνω στή Σύνοδο νά μελετήσει – νά συζητήσει τη δυνατότητα ἐφαρμογῆς κοινῶν σχεδίων γιά την ἱστορία, γιά τον «καθαρισμό της μνήμης καί τήν ἐπούλωση τῶν πληγῶν τοῦ παρελθόντος», ἔγραψε[11].
12. Ἀμερική καί ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης
Μέ παρέμβαση τοῦ ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν «πείσθηκαν» καί ἔστειλαν ἐκπροσώπους τους στήν ψευδοσύνοδο καί δύο ἀπό τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης (Πατριαρχεῖο Σερβίας καί …) Ὡς γνωστόν, ὅταν ξεκινοῦσε, ὑπῆρχαν ἠχηρές ἀπουσίες πατριαρχείων, πού ἐξασθένιζαν τήν «αἴγλη» τῆς ψευδοσυνόδου. Ὡστόσο, μέ παρέμβαση τοῦ ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν «πείσθηκαν» καί ἔστειλαν ἐκπροσώπους τους στήν ψευδοσύνοδο καί δύο ἀπό τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Ἔτσι λύθηκε τό μυστήριο τῆς συμμετοχῆς τους. Μάλιστα ὑπάρχει καί σχετικό ἔγγραφο, πού ἐπιβεβαιώνει αὐτή τήν παρέμβαση ἀπό τίς ΗΠΑ, ἡ ὁποία στηρίζει πολύ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως προκύπτει ἀπό ὅλα τά παραπάνω[12].
Στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, πράκτορες δυτικῶν Ὑπηρεσιῶν Πληροφοριῶν βρίσκονταν σέ ἐπιχειρησιακή ἑτοιμότητα (δηλ. κατασκοπεία), μέ σκοπό νά διευρύνουν τόν διαχωρισμό καί τήν διαφωνία τῆς Ὀρθοδοξίας καί νά χρησιμοποιήσουν τήν ψευδοσύνοδο γιά ἀποφάσεις, πού δέν συνάδουν μέ τό Ὀρθόδοξο σύστημα ἀξιῶν. Ἔτσι, ἔπληξαν τήν ἑνότητα τοῦ Ὀρθόδοξου κόσμου. Ἀμερικανοί πράκτορες βρίσκονταν στή Κρήτη, μέ σκοπό νά ἀποκτήσουν τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο σέ ὅ,τι ἐπρόκειτο νά συμβεῖ στή ψευδοσύνοδο. Ὑπῆρξε ἔλεγχος τῶν «δυτικῶν ἐλίτ» σέ κάποιες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Στήν οὐσία ἐπρόκειτο γιά μιά δημιουργία τῆς Ἀμερικανικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς[13].
Τό γενικό διοργανωτικό πρόσταγμα τῆς ψευδοσυνόδου δέν τό εἶχαν οὔτε Ἕλληνες, οὔτε Κωνσταντινουπολίτες, ἀλλά Ἀμερικανοί καί Ἑλληνοαμερικανοί. Τό ἀμερικανικό στοιχεῖο ἦταν ἐντονότατο σέ κάθε ἐπίπεδο καί σέ κάθε γωνιά τῆς ψευδοσυνόδου. Ἀκόμη καί στά καρτελάκια τῶν διαπιστεύσεων δημοσιογράφων καί ἄλλων μελῶν τῶν ἀντιπροσωπειῶν, τά πάντα θύμιζαν πρακτικές FBI ἀπό τίς ταινίες[14]
Τά αὐστηρότατα μέτρα ἀσφαλείας «τύπου CIA» ἀνάγκαζαν ἀκόμη καί ἀρχιερεῖς νά περνοῦν ἀπό ἀκτίνες Χ, μήπως καί ὁπλοφοροῦν, κατά τήν εἴσοδό τους στήν οἰκουμενιστική Ἀκαδημία Κρήτης. Δρακόντεια ἦταν τά μέτρα ἀσφαλείας στήν Κρήτη. Λιμενικό, εἰδικές δυνάμεις, ἀστυνομία, ἐπί ποδός γιά τή φύλαξη τῶν Προκαθημένων. Ἐκεῖνοι, πού ξεχώριζαν - ὡς πανταχοῦ παρόντες - ἦταν οἱ σεκιούριτι τῶν ἑλληνοαμερικανικῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ὁποῖοι ἦταν τόσο «συνεπεῖς», πού δέν ἐπέτρεπαν στούς δημοσιογράφους νά πλησιάσουν οὔτε κἄν στούς ναούς, ἐκτός ἐάν εἶχαν εἰδική ἄδεια. Κι αὐτό γιά μερικά δευτερόλεπτα[15].
Ἐκεῖ, ὅμως, πού ἔγινε καταφανής ὁ ἀπόλυτος ἀμερικανικός ἔλεγχος τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἦταν ἡ συμμετοχή τῆς κ. Ἐλισάβετ  Προδρόμου, ὡς κυρίας ἐκπροσώπου τύπου τῆς ψευδοσυνόδου. Τό ὄνομα τῆς Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου οὔτε ἄγνωστο εἶναι, οὔτε βεβαίως ἀσήμαντο. Ἀπό το ἐξαιρετικά πλούσιο ἐπιστημονικό βιογραφικό της ξεχωρίζουν : ἐπίκουρος καθηγητής στό τμῆμα Διεθνῶν Σχέσεων τοῦ πανεπιστημίου τῆς Βοστώνης καί ἐπισκέπτης καθηγητής στήν ἔδρα Ἐπίλυσης Κρίσεων στή σχολή νομικῶν καί διπλωματικῶν σπουδῶν Flecher τοῦ πανεπιστημίου Tufts, συνεργάζεται ἐπίσης μέ το Κέντρο Εὐρωπαϊκῶν Σπουδῶν (CES) τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Χάρβαρντ (Harvard), ὅπου προεδρεύει στήν ὁμάδα μελέτης Ἀνατολικῆς Μεσογείου καί Εὐρώπης. Οἱ ἀκαδημαϊκοί της τίτλοι τῆς ἐπιτρέπουν νά συμμετέχει, καί ἐδῶ εἶναι τό σπουδαιότερο, σέ ἁρμόδιες κυβερνητικές ἐπιτροπές χάραξης πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ : ἀπό τό 2004-2012 ἀντιπρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς Διεθνῶν Θρησκευτικῶν Ἐλευθεριῶν τῆς ἀμερικανικῆς Βουλῆς καί ἀπό τό 2011 ἀναβαθμίστηκε σέ μέλος τῆς ἁρμόδιας ὁμάδας ἐργασίας τοῦ ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν μέ ἀντικείμενο «Θρησκεία καί Ἐξωτερική Πολιτική». Θεωρεῖται εἰδήμων σέ θέματα ἀνατολικῆς Μεσογείου καί νότιο-ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί ἔχει συνεργασθεῖ ὡς σύμβουλος στό Ἐθνικό Συμβούλιο Ἀσφαλείας τῶν ΗΠΑ, τό ὑπουργεῖο Ἄμυνας, τήν Ἀμυντική Ὑπηρεσία Πληροφοριῶν (DIA), τήν Κεντρική Ὑπηρεσία Πληροφοριῶν (CIA), τό NATO, τόν ΟΗΕ, ὑπουργεῖα καί Μ.Κ.Ο. διαφόρων εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Χαρακτηρίζεται τέλος ὡς ἀνώτερη διπλωμάτης (Senior Diplomat).
Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀντιλαμβάνεται κανείς τό status τῆς Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου ἐντός τοῦ πλέγματος ἰσχύος τῶν ΗΠΑ. Ἡ ἀκαδημαϊκή της ἰδιότητα συνυπάρχει μέ αὐτό, πού κυρίως τήν χαρακτηρίζει : τοῦ συνεργάτη -ἰδιαιτέρως μέ τίς ὑπηρεσίες ἀσφαλείας τῶν ΗΠΑ- αὐτοῦ πού ἀποκαλοῦμε ὡς «βαθύ κράτος».
Ἡ ἰδιαίτερη σχέση της μέ τά πολιτικά πράγματα τῶν ΗΠΑ ἀναμφίβολα τήν τοποθετεῖ σέ θέση ἐπιτρόπου ἐκ μέρους τῆς ὑπερδύναμης ἐντός τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης. Ἡ ἀναφορά της στά ἐπιμέρους ζητήματα, τά ὁποία καί συνθέτουν τό οὐσιαστικό περιεχόμενο, μέ ἄλλα λόγια τό σκληρό πυρήνα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἀφήνοντας στούς «θεολόγους» τήν λεπτομερή ἐπεξεργασία τους, κάνει σαφές ἀφ'᾽ἑνός τήν προτεραιότητα, πού δόθηκε ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ στήν ψευδοσύνοδο, ἀφ'᾽ἑτέρου δέ τήν προσπάθεια ἐκ τῶν ἔσω, ἐλέγχου τῶν ἀποτελεσμάτων της καί συνακόλουθα τοῦ ἐλέγχου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ διασύνδεση ἐξωγενῶν, ἀμιγῶς πολιτικῶν καί μέ χαρακτηριστική σήμανση νεοταξικῶν παραγόντων, στό πρόσωπο τῆς Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου, μέ τούς οἰκουμενιστικούς παράγοντες τοῦ Φαναρίου, ὁδήγησαν στήν καταστρατήγηση τῆς Ὀρθοδοξίας[16].

συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: