
O
ήλιος έπεφτε στο παλιό κουζινάκι.Ήταν κτισμένο χωριστά από όλο το
υπόλοιπο σπίτι.Έβαζε σημάδι η γριά τον ήλιο κι έβλεπε την ώρα!Ένας
τσιμεντένιος νεροχύτης,μία παγονιέρα κι ένα μεγάλο φανάρι.Στο πάτωμα
χώμα τσιμεντωμένο πρόχειρα και βιαστικά.
Η γριά τσιρτσίριζε
κοχλιούς.Μικρούς,κατάλευκους,τους βούταγε πρώτα στο αλάτι,μετά στο
αλεύρι κι έπειτα σε λάδι καφτό.Μπουμπουριαστούς τους έλεγε!
Ο μπαμπάς ,δοκίμαζε κι επιδομακίμαζε!
Κι ο θείος Γιώργος,το μικρότερο από τα έξι αδέρφια,τα τρία πεθαμένα από χρόνια και τα άλλα τρία εν ζωή,με έπαιζε προστάζοντας..
-Σήκω..κάτσε..σήκω..κάτσε..
Μη
του χαλάσω χατήρι,που ήταν από τους αγαπημένους μου,παιδάκι δυό τριών
χρονών,καθόμουν την μιά στα γόνατα και την άλλη τιναζόμουν όρθια
ψηλά!Πάλι και πάλι!
-Κουράστηκες; με ρώταγε κάθε τόσο.
-Όχι όχι,κι άλλο κι άλλο ικέτευα εγώ!
Έξω έκανε ζέστη,Αύγουστος μήνας ήταν,αλλά μέσα είχε πολύ δροσιά!
Και
μόλις ο ήλιος φλέρταρε με το δοκάρι της πόρτας κι έφτιαχνε ένα
αυτοσχέδιο ηλιακό ρολόι,ήταν πιά μεσημέρι και η γριά μας καλούσε στο
καλοστρωμένο τραπέζι.
Παράξενο,μα όταν
ακούω κοχλιούς,και λέω ακούω γιατί πιά δεν τους τρώω,αυτό το σκηνικό
θυμάμαι..και κάποιον να με παίζει..σήκω..κάτσε..σήκω..κάτσε..
με το φεγγαρι αγκαλια

1 σχόλιο:
Καταπληκτική η φωτό...μόλις συνέλθω από την έκσταση εκ της φωτό θα διαβάσω και το κείμενο...
Δημοσίευση σχολίου