Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Επισκέφθηκα τον Γέροντα Γαβριήλ λίγες μόλις μέρες πριν από τον θάνατό του.



 


Επισκέφθηκα τον Γέροντα Γαβριήλ λίγες μόλις μέρες πριν από τον θάνατό του. Ήταν βαθύτατα προβληματισμένος και αναστέναζε βαριά. Ρώτησα:

«Πάτερ Γαβριήλ, πονάτε;»

Κι εκείνος απάντησε:

«Το σώμα; Αυτό δεν είναι τίποτα... το θέμα είναι το πνεύμα!»

Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του μοναχού. Συνέχισε:

«Τι θα απογίνουμε εμείς... εμείς τουλάχιστον έχουμε μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας. Εκείνοι όμως που δεν έχουν ούτε αυτό — αυτοί είναι που θα σωθούν! Αχ, να μπορούσα να μπω στη Βασιλεία των Ουρανών, έστω και ως καθαριστής!»

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, κυριεύτηκα από τρομερή αγωνία. Σκέφτηκα: αν εκείνος λέει τέτοια πράγματα για τον εαυτό του, τότε τι θα απογίνω εγώ; Τι θα μπορούσε άραγε να με σώσει; Έχασα κάθε ελπίδα.


Γυρίζοντας στο σπίτι, το μυαλό μου δεν έλεγε να ξεφύγει από τα λόγια του. Δύο-τρεις μέρες αργότερα, πήγα να επισκεφθώ ξανά τον Γέροντα. Η καρδιά μου ήταν βαριά. Μόλις μπήκα στην αυλή του μοναστηριού, είδα τον Γέροντα να κάθεται κοντά στο κελλί του. Ανέβηκα τα σκαλιά κι εκείνος, μόλις με αντίκρισε, σηκώθηκε όρθιος, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και μου είπε με μεγάλη χαρά:

«Μαλχάζ! Ο Κύριος μού έφερε παρηγοριά! Ετοιμάσου, Γαβριήλ! Σε παίρνω μαζί μου στον Παράδεισο, πάνω σε μια άμαξα!»


Από τις αναμνήσεις του Μαλχάζ Τζινόρια