Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Π ί σ τ η

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Η ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΗ αυτή ελληνική λέξη απαντά ήδη τον 8ο αι. π.Χ. στον Ησίοδο (Έργα καὶ Ἡμέραι 370-372). Εκεί ο ποιητής συμβουλεύει να βάζεις μάρτυρα ακόμη και όταν συμφωνείς με τον αδελφό σου, και προσθέτει:
«π ί σ τ ε ι ς δ’ ἄρ τοι ὁμῶς καὶ ἀπιστίαι ὤλεσαν ἄνδρας»
Η λέξη προέρχεται από το θέμα *πιθ- και συγγενεύει με το «πείθομαι» («πείθομαι» σημαίνει «εμπιστεύομαι»). Η σύνδεση αυτή με την πειθώ διατρέχει, φανερά ή αδιόρατα, όλη την πορεία της λέξης ώς σήμερα. Άλλαξε όμως το είδος και το βάθος της πειθούς που γεννά την πίστη.
Στην ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ η λέξη αφορούσε κυρίως τις ανθρώπινες σχέσεις και λιγότερο το θείο. Το σημαντικό για τη μετέπειτα πορεία της είναι ότι ποτέ δεν σήμαινε την ευπιστία. Δήλωνε ένα αίσθημα βεβαιότητας και, κατ’ επέκταση, εμπιστοσύνης, που αποκτούσε κάποιος επειδή είχε ΠΕΙΣΤΕΙ από αποδείξεις. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε και μετωνυμικά, για το ίδιο το πράγμα που δημιουργεί εμπιστοσύνη: τον λόγο ή την πράξη. Ως νομικός όρος σήμαινε «εγγύηση, δέσμευση»:
«ὅρκους δ’ ἐκεῖ καὶ π ί σ τ ι ν ἀλλήλοις δότε»
(Αριστοφ., Λυσιστράτη 1185)
Στη ρητορική, πάλι, σήμαινε «αποδεικτικό μέσο, πειστήριο», όπως στις «π ί σ τ ε ι ς ἐντέχνους καὶ ἀτέχνους» του Αριστοτέλη.
Τα κείμενα του οποίου εκφράζουν μια εμπειρία αποκεκαλυμμένης αλήθειας, θα περίμενε κανείς η πίστη να γίνει «άνευ όρων αποδοχή», απαρνούμενη τη σημασιολογική μήτρα της πειθούς. Αυτό δεν συνέβη. Η πίστη αποσυνδέθηκε εν πολλοίς από τις ορατές αποδείξεις και τα απτά τεκμήρια, και τα τεκμήρια έγιναν εσωτερικά:
«λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, Θωμᾶ,
πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες
καὶ π ι σ τ ε ύ σ α ν τ ε ς» (Ιω. 20,2
«Ἔστι δὲ π ί σ τ ι ς ἐλπιζομένων ὑπόστασις,
πραγμάτων ἔ λ ε γ χ ο ς οὐ βλεπομένων» (Εβρ. 11,1)

Δεν υπάρχουν σχόλια: