Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ!

 

«Η Πόλις εάλω… όμως, κατά τον Νικηφόρο Βρεττάκο: «Ουκ εάλω η ρίζα. Ουκ εάλω το φως. Ενυπάρχει στο φως η ψυχή σου, στη ρίζα το σώμα σου. Ουκ εάλω η βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων».
 
Όταν ένας λαός αποκόπτεται από τη γλώσσα του, αρχίζει να αποκόπτεται και από την ιστορική του μνήμη.Όταν ξεχάσει τις λέξεις με τις οποίες περιέγραψε τον κόσμο, την πίστη, την ελευθερία και την ίδια του την ύπαρξη, κινδυνεύει να ξεχάσει και ποιος είναι.
 
«Εάν είχε πάψει να μιλιέται η ελληνική γλώσσα από τους Έλληνες, δεν θα υπήρχαν Έλληνες, δεν θα υπήρχε έθνος. Κατεδάφιση της γλώσσας σημαίνει κατεδάφιση του έθνους».
 
Λόγια του μεγάλου μας ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, που αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εποχή κατά την οποία η σχέση μας με την ελληνική γλώσσα δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε.
 
Ο ίδιος ποιητής, με μια συγκλονιστική ποιητική σύλληψη, έγραψε:
«Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει. Κι ἂν τυχὸν κάπου ανάμεσα στοὺς γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε μεταξὺ τους μὲ μουσική.»
 
Διαβάστε ξανά αυτούς τους στίχους. Δεν πρόκειται απλώς για μια όμορφη ποιητική εικόνα. Είναι μια βαθιά εξομολόγηση αγάπης για τη γλώσσα, έναν πολιτισμό και μια ιστορική παράδοση που ξεπερνούν τα όρια μιας ανθρώπινης ζωής.Για τον Βρεττάκο, ακόμη και μπροστά στην αιωνιότητα, η ελληνική γλώσσα παραμένει η φυσική του φωνή.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της εποχής μας.Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, εκεί όπου γεννήθηκε μια από τις σπουδαιότερες γλώσσες της ανθρωπότητας, παρακολουθούμε μια διαρκή υποβάθμιση της γλωσσικής παιδείας, μια ανησυχητική απομάκρυνση των νεότερων γενεών από τον πλούτο της ελληνικής έκφρασης και μια σχεδόν αμήχανη αντιμετώπιση της ίδιας μας της πολιτισμικής κληρονομιάς.
Η εκπαιδευτική πραγματικότητα γεννά εύλογα ερωτήματα. Πόσο χώρο αφήνουμε πλέον στη γλωσσική καλλιέργεια; Πόσο επιμένουμε στην ορθογραφία, στη σύνταξη, στην ετυμολογία, στην ανάγνωση σπουδαίων ελληνικών κειμένων; Πόσο ενδιαφερόμαστε να μάθουν τα παιδιά μας να σκέφτονται με ακρίβεια, να επιχειρηματολογούν με πληρότητα και να εκφράζουν τις ιδέες τους με ουσιαστικό λόγο;
Δεν είναι πρόοδος να περιορίζεται το λεξιλόγιο ενός παιδιού σε μερικές εκατοντάδες λέξεις, ούτε εκσυγχρονισμός να αντιμετωπίζεται η γλωσσική επάρκεια ως μια περιττή σχολαστικότητα. Η γλώσσα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της εκπαίδευσης. Είναι το ίδιο το εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος οργανώνει τη σκέψη του, αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και διαμορφώνει την προσωπικότητά του.
Ας μη συγχέουμε λοιπόν την εξέλιξη με την ισοπέδωση. Κάθε ζωντανή γλώσσα εξελίσσεται, δανείζεται, προσαρμόζεται και εμπλουτίζεται. Άλλο όμως η φυσική εξέλιξη και άλλο η αδιαφορία για τη γλωσσική μας κληρονομιά. Άλλο ο εκσυγχρονισμός και άλλο η πολιτισμική αποκοπή.Μια χώρα μπορεί να εισάγει τεχνολογία, να πρωτοπορεί στην επιστήμη, να διδάσκει ξένες γλώσσες και να συνομιλεί με ολόκληρο τον κόσμο. Όταν όμως αδυνατεί να διδάξει στις επόμενες γενιές τη δική της γλώσσα με την απαιτούμενη σοβαρότητα, τότε οφείλει να αναρωτηθεί τι ακριβώς παραδίδει στην επόμενη ημέρα.Το ζήτημα είναι και βαθύτατα πολιτικό, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Γιατί η παιδεία δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός παραγωγής αποφοίτων, ούτε ένα εργοστάσιο απόκτησης πιστοποιητικών και δεξιοτήτων. Είναι ο χώρος όπου διαμορφώνεται η ιστορική συνείδηση, η κριτική σκέψη και η σχέση ενός λαού με τις ρίζες του.
Δεν μπορείς να μιλάς για εθνική αυτογνωσία, όταν αντιμετωπίζεις την ελληνική γλώσσα ως ένα ακόμη μάθημα του ωρολογίου προγράμματος. Δεν μπορείς να επικαλείσαι την πολιτισμική σου ταυτότητα στις επετείους και στις εθνικές γιορτές, όταν η καθημερινή εκπαιδευτική πολιτική δεν επενδύει ουσιαστικά στη γνώση που τη συντηρεί.Τέλος η ελληνική γλώσσα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός πολιτικού χώρου, ούτε προνόμιο μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας. Ανήκει σε όλους τους Έλληνες. Είναι η γλώσσα του Ομήρου, του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των Πατέρων της Εκκλησίας, του Διονυσίου Σολωμού, του Σεφέρη, του Ελύτη και του Βρεττάκου. Είναι ένας ζωντανός ποταμός που διασχίζει τους αιώνες και ενώνει διαφορετικές εποχές, γενιές και ιστορικές εμπειρίες.
Ας σκεφτούμε, λοιπόν, τι πραγματικά σημαίνει να παραδίδουμε αυτή τη γλώσσα στα παιδιά μας. Όχι ως ένα μουσειακό έκθεμα, ούτε ως μια αφορμή για εθνικές μεγαλοστομίες, αλλά ως ζωντανό θεμέλιο της παιδείας τους.Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για έναν πολιτισμό δεν είναι πάντοτε η εξωτερική επίθεση. Μπορεί να είναι η εσωτερική αδιαφορία. Η στιγμή που παύει να ενδιαφέρεται για όσα τον συγκρότησαν, που ντρέπεται να υπερασπιστεί την ιδιαιτερότητά του και που θεωρεί αυτονόητο ότι όλα όσα κληρονόμησε θα επιβιώσουν χωρίς προσπάθεια.Η γλώσσα δεν είναι απλώς αυτό που μιλάμε. Είναι και αυτό που θυμόμαστε, αυτό που σκεφτόμαστε, αυτό που μεταδίδουμε.
Αν κάποτε οι απόγονοί μας δεν μπορούν να διαβάσουν τον Όμηρο, να κατανοήσουν τον Θουκυδίδη, να προσεγγίσουν τον λόγο των Πατέρων ή να αισθανθούν το βάθος ενός ελληνικού ποιήματος, δεν θα έχει χαθεί απλώς ένα μέρος της γλωσσικής τους επάρκειας αλλά θα έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα ανάμεσα σε εκείνους και σε έναν τεράστιο κόσμο πνευματικής και ιστορικής μνήμης.
Δεν έχουμε δικαίωμα να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια Ελλάδα που θα γνωρίζει να προφέρει ξένες λέξεις, αλλά θα δυσκολεύεται να κατανοήσει τις δικές της.Γιατί ένα έθνος δεν επιβιώνει μόνο επειδή κατοικεί στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Επιβιώνει επειδή θυμάται, γνωρίζει, δημιουργεί,μεταδίδει και η γλώσσα είναι ένας από τους ισχυρότερους δεσμούς αυτής της συνέχειας.
 
Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε στους αγγέλους ελληνικά για να αποδείξουμε την αξία της γλώσσας μας. Χρειάζεται να φροντίσουμε ώστε τα παιδιά μας να εξακολουθούν να μιλούν, να γράφουν, να σκέφτονται και να ονειρεύονται ελληνικά.
✍ Στυλ. Καβάζης

Δεν υπάρχουν σχόλια: