
+Νεκταρίου Χογκ Κονγκ
Υπάρχουν φράσεις που επανέρχονται στον εκκλησιαστικό δημόσιο λόγο σαν να μη χρειάζονται πια καμία απόδειξη. Οι επίσκοποι καταδυναστεύουν τους ιερείς. Οι άγαμοι κληρικοί ενδιαφέρονται μόνο για να γίνουν μητροπολίτες. Η Εκκλησία αγαπά το χρήμα και τη δόξα, έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει απομακρυνθεί από τον λαό. Οι νέοι δεν γίνονται ιερείς εξαιτίας του ράσου και δεν εκκλησιάζονται επειδή δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα της λατρείας. Τις συναντούμε σε άρθρα, ομιλίες και σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως, ακόμη και από ανθρώπους που διακονούν την Εκκλησία. Κάποτε εκφέρονται με αγανάκτηση, άλλοτε με πόνο και άλλοτε με την ειλικρινή επιθυμία να αλλάξει κάτι.
Η καλή πρόθεση, όμως, δεν αρκεί για να κάνει μια διαπίστωση αληθινή. Ούτε η συχνή επανάληψή της αποτελεί τεκμήριο αληθείας. Μια φράση μπορεί να μας φαίνεται περισσότερο αξιόπιστη απλώς επειδή την έχουμε ακούσει πολλές φορές. Η επανάληψη δημιουργεί οικειότητα και η οικειότητα μπορεί να εκληφθεί ως επιβεβαίωση. Το «το ακούμε παντού» δεν σημαίνει αναγκαστικά «έχει αποδειχθεί».
Το πρόβλημα με τα στερεότυπα δεν είναι ότι αναφέρονται πάντοτε σε ανύπαρκτες καταστάσεις. Μπορεί να ξεκινούν από ένα πραγματικό περιστατικό, μια οδυνηρή εμπειρία, μια δικαιολογημένη διαμαρτυρία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται ερμηνεία για όλους. Όταν από το «αυτός ο επίσκοπος συμπεριφέρθηκε αυταρχικά» περνούμε στο «έτσι είναι οι επίσκοποι». Όταν από την αλαζονική φιλοδοξία ενός κληρικού καταλήγουμε να γνωρίζουμε, υποτίθεται, τα κίνητρα κάθε άγαμου ιερέα. Εκεί η κριτική παύει να εξετάζει την πραγματικότητα και αρχίζει να την προσαρμόζει σε μια έτοιμη εικόνα.
Χρειάζεται εξαρχής μια διευκρίνιση: η αμφισβήτηση των στερεοτύπων δεν μπορεί να αποτελεί τέχνασμα αποφυγής της αυτοκριτικής. Το «δεν είναι όλοι έτσι» δεν απαντά στον άνθρωπο που αδικήθηκε. Μία και μόνη περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας αξίζει να εξεταστεί και να αντιμετωπιστεί. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι όλοι οι επίσκοποι είναι αυταρχικοί για να δικαιούται προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία ενός. Άλλο, όμως, η απόδοση συγκεκριμένης ευθύνης και άλλο η συλλογική καταδίκη.
Στις σχέσεις επισκόπων και πρεσβυτέρων, για παράδειγμα, δεν βοηθά να μοιράζουμε εκ των προτέρων τους ρόλους του δυνάστη και του θύματος. Όταν ένας πρεσβύτερος υπονομεύει τη συνεργασία, ασκεί πιέσεις ή μετατρέπει μια διαφωνία σε προσωπικό πόλεμο, η συμπεριφορά του δεν γίνεται λιγότερο προβληματική επειδή βρίσκεται «χαμηλότερα» στην ιεραρχία. Η αναγνώριση αυτού του ενδεχομένου δεν απαλλάσσει τον επίσκοπο από την ιδιαίτερη ευθύνη του. Μας υποχρεώνει όμως να εξετάζουμε πρόσωπα, πράξεις και σχέσεις, αντί να θεωρούμε ότι ο τίτλος κάποιου αποδεικνύει αυτομάτως την ενοχή ή την αθωότητά του. Άλλωστε, η εκκλησιαστική αντίληψη της εξουσίας απαιτεί ταπείνωση και αμοιβαία ευθύνη.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται απέναντι στους άγαμους κληρικούς. Η αγαμία δεν είναι πιστοποιητικό αγιότητας, αλλά ούτε αποδεικτικό επαγγελματικής φιλοδοξίας. Με ποιο δικαίωμα ερμηνεύουμε μια ολόκληρη ζωή διακονίας ως αναμονή για έναν μητροπολιτικό θρόνο; Και γιατί να παραβλέπουμε τις διακονίες που απαιτούν μετακινήσεις, παρατεταμένη απουσία ή εγκατάσταση μακριά από ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον; Ένας άγαμος κληρικός μπορεί να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε τέτοιες ανάγκες. Αυτό δεν τον καθιστά ανώτερο από τον έγγαμο. Αντιστοίχως, η ευθύνη ενός έγγαμου ιερέα απέναντι στη σύζυγο και στα παιδιά του δεν αποτελεί έλλειμμα αφοσιώσεως στην ιερατική διακονία.
Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν ανταγωνισμό προσφοράς. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή περιλαμβάνει τόσο την έγγαμη όσο και την άγαμη ιερατική διακονία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποια οικογενειακή κατάσταση εγγυάται καλύτερους ανθρώπους, αλλά πώς ο καθένας ανταποκρίνεται στην κλήση και στις υποχρεώσεις του. Η φιλοδοξία χρειάζεται έλεγχο όπου εμφανίζεται· δεν χρειάζεται να αποδίδεται προκαταβολικά σε μια ολόκληρη κατηγορία κληρικών.
Το ίδιο ισχύει για τη φράση «η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνο για το χρήμα και τη δόξα». Τι ακριβώς εννοούμε; Την προσκόλληση στο χρήμα ή την ανάγκη να υπάρχουν τα μέσα για να επιτελεστεί ένα έργο; Διότι άλλο η φιλαργυρία, η αδιαφάνεια και η επίδειξη πλούτου και άλλο οι καθημερινές ανάγκες μιας μητροπόλεως, μιας ενορίας και η διακονία των πιστών. Με ποιον τρόπο φανταζόμαστε ότι μπορεί να συντηρηθεί ένας ναός, να λειτουργήσει ένα συσσίτιο, να υποστηριχθεί μια οικογένεια ή να οργανωθεί μια αποστολή βοηθείας χωρίς οικονομικούς πόρους; Η απαίτηση για λιτότητα και λογοδοσία είναι απολύτως θεμιτή. Η ιδέα ότι ένα τέτοιο έργο μπορεί να επιτελείται χωρίς χρήματα παραβλέπει τις υλικές προϋποθέσεις ακόμη και της πιο ανιδιοτελούς προσφοράς.
Κοντά σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται και η άλλη: ότι η Εκκλησία έχει προσκολληθεί στην πολιτική εξουσία και έχει εγκαταλείψει τον λαό. Κάθε σχέση που δημιουργεί εξαρτήσεις, ανταλλάγματα ή ένοχες σιωπές χρειάζεται έλεγχο. Αλλά από πότε η εικόνα μιας επίσημης συναντήσεως ή η συνεργασία με πολιτικούς φορείς αρκεί για να περιγράψει ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή; Πού χωρούν σε αυτή τη γενική καταδίκη ο ιερέας που στέκεται δίπλα στον ασθενή, η ενορία που στηρίζει μια οικογένεια, εκείνος που ακούει επί ώρες έναν απελπισμένο άνθρωπο; Για όποιον δέχεται αυτή τη φροντίδα, η Εκκλησία έχει και το πρόσωπο εκείνου που δεν τον εγκατέλειψε. Η κριτική στις σχέσεις με την εξουσία δεν δικαιούται να διαγράφει αυτή την παρουσία.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους των στερεοτύπων: όσα δεν ταιριάζουν στην έτοιμη εικόνα μένουν έξω από τη συζήτηση. Η θυσιαστική διακονία, η υπομονή, η αθόρυβη εργασία μέσα στις ενορίες και στις τοπικές κοινωνίες αποκρύπτονται, ηθελημένα ή αθέλητα. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τους κληρικούς για να αναγνωρίσουμε τον κόπο τους. Όπως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε την προσφορά τους για να συγκαλύπτουμε μια αδικία, έτσι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε μια αδικία για να διαγράφουμε την προσφορά τους. Διαφορετικά, η γενίκευση αδικεί και εκείνον που διακονεί και εκείνον που προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η συνέπεια αυτής της απλουστεύσεως γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν περνούμε στις προτάσεις για αλλαγές. Αν έχουμε αποφασίσει ότι γνωρίζουμε τη μία αιτία ενός προβλήματος, εύκολα πιστεύουμε ότι διαθέτουμε και τη μία λύση.
Λέγεται, για παράδειγμα, ότι οι νέοι δεν επιλέγουν την ιερωσύνη επειδή θα είναι υποχρεωμένοι να φορούν ράσο. Ας θέσουμε το ερώτημα: ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για έναν νέο άνθρωπο; Η ενδυμασία που θα κληθεί να φορέσει ή η θυσιαστική ζωή που θα κληθεί να αναλάβει; Το εξωτερικό γνώρισμα της ιερωσύνης ή η δέσμευση να προσφέρει χρόνο, δυνάμεις και προσωπική άνεση σε ανθρώπους που θα τον χρειάζονται, ενίοτε στις πιο δύσκολες ώρες τους; Η θυσία αυτή δεν σημαίνει ανοχή στην αυθαιρεσία ούτε κατάργηση της αναπαύσεως και της οικογενειακής ζωής. Σημαίνει, όμως, ότι η ιερωσύνη δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς προσφορά και αυταπάρνηση.
Πιστεύουμε πραγματικά ότι, αν καταργηθεί η υποχρεωτικότητα του ράσου, οι ιερατικές κλήσεις θα αυξηθούν κατακόρυφα; Σε ποια δεδομένα στηρίζουμε μια τέτοια προσδοκία; Για ορισμένους νέους η ενδυμασία μπορεί πράγματι να αποτελεί δυσκολία, και δεν υπάρχει λόγος να υποτιμήσουμε τη μαρτυρία τους. Άλλο, όμως, ένα επιμέρους εμπόδιο και άλλο η συνολική εξήγηση ενός προβλήματος. Η άρση μιας εξωτερικής δυσκολίας δεν γεννά από μόνη της την επιθυμία της διακονίας. Χρειάζεται να ακούσουμε τους νέους: τις προσδοκίες και τους φόβους τους, τα παραδείγματα ιερατικής ζωής που έχουν γνωρίσει, τις ανησυχίες τους για τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα υπηρετήσουν. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αλλάξουμε εκείνο που φαίνεται εύκολα, αφήνοντας ανέγγιχτο εκείνο που δυσκολεύει ουσιαστικά.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στη συζήτηση για τη γλώσσα της λατρείας. Ο άνθρωπος που λέει «δεν καταλαβαίνω» δεν χρειάζεται επίπληξη ούτε μια εύκολη κατηγορία ότι δεν ενδιαφέρεται αρκετά. Χρειάζεται βοήθεια. Η μετάφραση και η ερμηνεία μπορούν να προσφέρουν αυτή τη βοήθεια. Ωστόσο, άλλο η κατανόηση των λέξεων και άλλο η κατανόηση όσων τελούνται. Η λατρεία είναι κοινή πράξη προσευχής, προσφοράς και κοινωνίας, όχι απλώς ένα κείμενο του οποίου αρκεί να αναγνωρίσουμε το λεξιλόγιο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των φοιτητών θεολογικών σεμιναρίων που επισκέπτονται τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λουκά στο Χονγκ Κονγκ. Ακούν το «Κύριε, ελέησον» στα Αγγλικά και στα Κινεζικά. Και όμως ρωτούν τι σημαίνει και γιατί επαναλαμβάνεται συνεχώς. Η απορία τους δεν λύνεται απλώς με τη μετάφραση των λέξεων. Αφορά το περιεχόμενο της προσευχής και τη θέση της μέσα στη λατρεία: τι ζητούμε, γιατί το ζητούμε και τι σημαίνει να απευθυνόμαστε με αυτόν τον τρόπο στον Θεό.
Το παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι οι μεταφράσεις είναι περιττές. Αν το χρησιμοποιούσαμε έτσι, θα κάναμε ακριβώς το σφάλμα που προσπαθούμε να επισημάνουμε. Αναδεικνύει, όμως, τα όρια της προσδοκίας ότι η γλωσσική αλλαγή θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα. Μπορώ να γνωρίζω κάθε λέξη μιας προσευχής και να μην αντιλαμβάνομαι ακόμη τι ομολογώ όταν την προφέρω. Η μετάφραση μπορεί να ανοίξει μια πόρτα· δεν καταργεί την ανάγκη κατηχήσεως, συζητήσεως και ουσιαστικής συμμετοχής.
Η ίδια μονομέρεια εμφανίζεται όταν κάθε απόσταση ενός ανθρώπου από την εκκλησιαστική ζωή αποδίδεται αυτομάτως σε κάποιο εκκλησιαστικό σφάλμα. Ασφαλώς υπάρχουν συμπεριφορές που πληγώνουν και απομακρύνουν, και η ευθύνη γι’ αυτές δεν πρέπει να μετακυλίεται στον πληγωμένο. Δεν έχουν, όμως, όλοι οι άνθρωποι την ίδια διαδρομή και τις ίδιες προθέσεις. Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την πίστη, διαφορετικές προτεραιότητες, οικογενειακά βιώματα, πρακτικές δυσκολίες ή δισταγμός απέναντι σε μια ζωή που ζητά αλλαγές και δεσμεύσεις. Ούτε αυτά δικαιούμαστε να τα προεξοφλούμε για κανέναν. Χρειάζεται να τα ακούμε από τον ίδιο τον άνθρωπο, αντί να του αποδίδουμε μια έτοιμη εξήγηση πριν ακόμη μας μιλήσει.
Δεν φταίει, λοιπόν, πάντοτε και για όλα η Εκκλησία. Αυτό δεν είναι πρόσκληση εφησυχασμού ούτε τρόπος να κατηγορήσουμε όσους δυσκολεύονται να την πλησιάσουν. Είναι πρόσκληση για ακριβέστερη διάκριση των ευθυνών. Η Εκκλησία οφείλει να εξετάζει όσα εξαρτώνται από την ίδια, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε ανθρώπινη δυσκολία έχει αποκλειστικά εκκλησιαστική αιτία και αντιμετωπίζεται με μια διοικητική απόφαση. Η προσωπική ελευθερία, η αναζήτηση και η πάλη του ανθρώπου δεν χωρούν σε τόσο απλά σχήματα.
Τα στερεότυπα, επομένως, μπορούν να αποκρύψουν και την προσφορά της Εκκλησίας και τις πραγματικές δυσκολίες όσων στέκονται μακριά της. Μπορούν επίσης να μας κάνουν να παρουσιάζουμε μια χρήσιμη επιμέρους αλλαγή ως συνολική θεραπεία. Και όταν η αλλαγή δεν φέρει όσα υποσχεθήκαμε, κινδυνεύουμε να κατηγορήσουμε ξανά τους ανθρώπους, την Εκκλησία, τους κληρικούς, αντί να επανεξετάσουμε τη διάγνωσή μας.
Γι’ αυτό, πριν επαναλάβουμε μια εντυπωσιακή διαπίστωση, αξίζει να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς γνωρίζουμε; Πόσο αντιπροσωπευτική είναι η εμπειρία μας; Τι αφήνουμε έξω; Τι θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη; Η οικειότητα μιας φράσεως και η συμφωνία της με όσα ήδη πιστεύουμε μπορούν να επηρεάσουν την κρίση μας για την αλήθεια της. Η αυτοκριτική αρχίζει και από τον έλεγχο των δικών μας βεβαιοτήτων.
Η Εκκλησία χρειάζεται έναν λόγο που να καταγγέλλει χωρίς να συκοφαντεί, να αναγνωρίζει χωρίς να εξιδανικεύει και να προτείνει χωρίς να υπόσχεται εύκολες λύσεις. Έναν λόγο που να μη φοβάται ούτε την αλήθεια μιας αποτυχίας ούτε την αλήθεια μιας προσφοράς. Αν θέλουμε πραγματικά να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, το πρώτο βήμα είναι να τα περιγράψουμε σωστά. Διαφορετικά, μπορεί να επαναλαμβάνουμε επί χρόνια τις ίδιες κατηγορίες και τις ίδιες προτάσεις, χωρίς να έχουμε πλησιάσει περισσότερο ούτε τους ανθρώπους ούτε το πρόβλημα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου