
Αυτή καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και ασχολούνταν με τους χορούς και τα θέατρα, ενώ ήταν δημόσια πόρνη στην ίδια πόλη. Έτσι, από αυτή τη διαβολική και αισχρή εργασία συγκέντρωνε αμέτρητο πλούτο.
Αυτή λοιπόν, αφού κάποτε κατηχήθηκε από τον Επίσκοπο Νόννο, έναν άγιο άνδρα, και αφού μετανόησε θερμά για τα προηγούμενα πονηρά έργα της, βαπτίστηκε. Αμέσως αποστρέφεται όλα τα καλά και ευχάριστα πράγματα του κόσμου, σαν σκουπίδια.
Και αφού φόρεσε τρίχινα ενδύματα, δηλαδή υφασμένα από τρίχες γιδιών, και μεταμφιέστηκε σε άνδρα, πήγε στο Όρος των Ελαιών, χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Εκεί, η αοίδιμη, αφού κλείστηκε μέσα σε ένα μικρό κελί, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της ασκητικά και με τρόπο ευάρεστο στον Θεό. Και έτσι η μακαρία αναπαύθηκε ειρηνικά.
Τον εκτενή βίο της δες στον Παράδεισο.
Η μνήμη αυτού του Νόννου εορτάζεται στις 10 Νοεμβρίου.
Τον βίο της συνέγραψε ο Μεταφραστής, που αρχίζει ως εξής: «Γυναικείαν αρετήν». Σώζεται στη Μεγίστη Λαύρα, στη Μονή Ιβήρων και σε άλλες.
Σημείωσε ότι ο θείος Χρυσόστομος, παίρνοντας ως παράδειγμα την πόρνη αυτή, την Πελαγία, παρακινεί τους αμαρτωλούς να μην απελπίζονται. Έτσι λέγει:
«Κανείς λοιπόν, ακόμη κι αν έχει πέσει στο έσχατο σημείο της κακίας, ας μην απελπίζεται για την αλλαγή προς το καλύτερο. Γιατί είναι εύκολο ακόμη και από τα ίδια τα βάραθρα της πονηρίας να σηκωθεί κάποιος και να δείξει αγγελικό βίο. Δεν ακούσατε πώς εκείνη η πόρνη, στην πόλη μας λέω (δηλαδή αυτή η Πελαγία), ξεπέρασε όλους στην ευλάβεια; Γιατί, αφού το θέλησε, άλλαξε και δέχθηκε τη χάρη του Θεού, περιφρόνησε όλα τα παρόντα. Και αφού πέταξε μακριά τα τεχνάσματα του Διαβόλου, ανέβηκε στον Ουρανό».
Από τον λόγο «Εις το μη προσηλώσθαι», που αρχίζει: «Φέρε δη και σήμερον του περί».
*
Την ίδια ημέρα εορτάζεται η μνήμη της Αγίας Πελαγίας της Παρθένου.
Αυτή έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Νουμεριανού, το έτος 284, είχε πατρίδα την Αντιόχεια της Συρίας και καταγόταν από ένδοξη οικογένεια.
Όταν ο άρχοντας της Αντιόχειας έμαθε ότι ήταν Χριστιανή, έστειλε στρατιώτες για να τη συλλάβουν. Οι στρατιώτες, αφού πήγαν, περικύκλωσαν το σπίτι της, για να την αρπάξουν.
Όταν το έμαθε η Αγία, τους ζήτησε να την περιμένουν λίγο. Οι στρατιώτες πείστηκαν. Τότε η μακαρία, αφού στάθηκε προς την ανατολή, στον τόπο όπου προσευχόταν, σήκωσε μαζί τα χέρια και τα μάτια της προς τον ουρανό και προσευχήθηκε για πολλή ώρα στον Θεό, παρακαλώντας να μην παραδοθεί στους στρατιώτες, αλλά να φύγει από αυτή τη ζωή αγνή και παρθένος προς Εκείνον.
Έπειτα, αφού μόνη της έριξε τον εαυτό της από ύψος, παρέδωσε την αγία ψυχή της στα χέρια του Θεού.
Στην Αγία αυτή Πελαγία ο πολύ ρητορικός λόγος του Χρυσοστόμου έπλεξε θαυμαστό εγκώμιο, το οποίο βρίσκεται στον πέμπτο τόμο της έκδοσης της Ετόνης. Εκεί την εγκωμιάζει για τη μεγάλη ανδρεία που έδειξε, ώστε μόνη της να ριχτεί από ύψος και να θανατώσει τον εαυτό της.
Λέγει εκεί ο χρυσός Άγιος ότι η Αγία εξαπάτησε τους στρατιώτες και ζήτησε άδεια δήθεν για να αλλάξει τα ενδύματά της. Και ότι:
«Ο θάνατος των Μαρτύρων είναι νίκη των Μαρτύρων».
Και ότι:
«Γι’ αυτό λοιπόν, ακριβώς επειδή αυτό έγινε με αυτόν τον τρόπο, το να βρίσκεται το αίμα της παρθένου χυμένο στο έδαφος ήταν πιο τιμητικό. Γιατί οι ύβρεις που υφιστάμεθα για τον Χριστό μας προσφέρουν μεγαλύτερη τιμή».
Και ότι:
«Ο Χριστός ήταν παρών στο σώμα της παρθένου. Γιατί, αν οι κύριοι, όταν πεθαίνουν οι πιο συνετοί από τους υπηρέτες τους, τους προπέμπουν και δεν ντρέπονται γι’ αυτό, πολύ περισσότερο ο Χριστός δεν θα ντρεπόταν να τιμήσει με την παρουσία Του εκείνη που για χάρη Του παρέδωσε την ψυχή της και ανέλαβε τόσο μεγάλο κίνδυνο».
Και πολλά άλλα λέγει εκεί ο θείος Πατέρας, πιο πολύτιμα από κάθε χρυσάφι.
*
Η Αγία Ταϊσία, η οποία προηγουμένως ήταν πόρνη, τελειώνεται ειρηνικά.
Αυτή, αφού από παιδί παρακινήθηκε από τη μητέρα της, έγινε εργαστήριο του Διαβόλου.
Αργότερα, αφού διδάχθηκε από τον Όσιο Παφνούτιο τον Σιδώνιο και πληροφορήθηκε με βεβαιότητα ότι υπάρχει μετάνοια και ότι από τον Κύριο δίδεται συγχώρεση αμαρτιών, γι’ αυτό μοίρασε όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς. Η αξία αυτών ήταν τετρακόσιες λίτρες χρυσού.
Έπειτα, αφού έκλεισε τον εαυτό της μέσα σε ένα κελί, αναστέναζε από τα βάθη της καρδιάς της και έλεγε:
«Εσύ που με έπλασες, ελέησέ με».
Και έτσι, με αυτά τα λόγια, πέρασε τρία χρόνια.
Ύστερα βγήκε από το κελί της, με εντολή του εκεί αββά και ηγουμένου, και μετά από δεκαπέντε ημέρες τελειώθηκε εν Κυρίω.
(Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, Τόμος Α΄, Εκδόσεις Δόμος, 2005.)
