η συνεχεια απο εδω
Η ομολογία της αγιοπατερικής και αποστολικής πίστεως και η διαφύλαξη της ακεραιότητός της είναι το κύριο μέλημα όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι και η βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι «να διαφυλάξει ολόκληρο και αλώβητο τον αποστολικό και ευαγγελικό κανόνα της πίστεως» [ D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546]. Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου εντέλλονται: «να ακολουθήσουμε κατά πάντα ό,τι οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι έκαναν για την προστασία της πίστεως» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 184]. «Γιατί είναι μία και αυτή η πίστη που ομολόγησαν οι τέσσερεις Σύνοδοι και η Ε΄» [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 9].
Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Προς αυτά ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες και Διδασκάλους της αγίας Εκκλησίας του Θεού, Αθανάσιο, Ιλάριο, Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Αμβρόσιο, Αυγουστίνο, Πρόκλο, Λέοντα, Ιωάννη Κωνσταντινουπόλεως και αποδεχόμαστε ό,τι αυτοί έγραψαν και ερμήνευσαν περί της ορθής πίστεως και για την καταδίκη των αιρετικών. Τηρήσαμε πάντοτε και τηρούμε την πίστη την εξ αρχής παραδοθείσα από τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό στους αγίους Αποστόλους και κατόπιν την κηρυχθείσα σε ολόκληρη την οικουμένη και ερμηνευμένη εκ μέρους των αγίων Πατέρων και ιδιαίτερα εκείνων, οι οποίοι συμμετείχαν στις τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και τους οποίους κατά πάντα ακολουθούμε [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 13]. Δηλώνουμε, λοιπόν, ότι τηρήσαμε και τηρούμε ό,τι αποφάσισαν και αποφάνθηκαν οι παραπάνω τέσσερεις Οικουμενικές Σύνοδοι, καθώς αυτές, παρ’ όλο που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιόδους, εν τούτοις διαφύλαξαν και ανακεφαλαίωσαν τη μία και αυτή ομολογία πίστεως. Χάρη της ομοψυχίας στις εκκλησίες, είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τις Άγιες τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και να τηρούμε αδιάβλητα όσα αυτές όρισαν» . «Και οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτά υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος του Αγίου, το Οποίο μιλούσε δι’ Αυτών» [ J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 16].
Τα δόγματα είναι τα αιώνια θεανθρώπινα αγιάσματα. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε παν-περιληπτικώς να τα κατανοήσει ούτε να τα διανοηθεί. «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις!» Τα δόγματα είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά μέχρις ενός σημείου και μόνον με νου Χριστού, νου χριστοποιημένο. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου βροντοφωνάζουν ότι τα δόγματα δεν είναι έργο βασιλέων, αλλά Αρχιερέων, οι οποίοι έχουν νου Χριστού[J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 978].
Ο Άγιος Πατριάρχης Ταράσιος, πρόεδρος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, διευκρινίζει στην Σύνοδο: «Όσον αφορά στα δόγματα, το να κάνουμε μικρό ή μεγάλο σφάλμα είναι το ίδιο, γιατί και στις δύο περιπτώσεις ανατρέπουμε τον νόμο του Θεού» [ό.π., σ. 1080]. «Δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους αγίους Πατέρες, αντιθέτως, σαν να έχουν μία ψυχή κηρύττουν το ένα και το αυτό και διδάσκουν το ένα και το αυτό» [ό.π., σ. 1088]. «Ό,τι ορίστηκε στις Εκκλησίες του Θεού και είναι προς δόξαν και τιμή του Θεού, όλα είναι άγια και οφείλουμε να τα σεβόμαστε» [ό.π., σ. 1083].
Οι άγιοι Πατέρες είναι οι θεματοφύλακες της Οικουμενικής Εκκλησίας· είναι οι άγρυπνοι φρουροί των νοητών τειχών της. Είναι αυτοί που ανέκοψαν τις επελάσεις όλων των εχθρικών στρατιών και με την ρομφαία του πνεύματος απέκρουσαν τις αρχαίες αιρέσεις και πλάνες. Η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δηλώνει: «Ας μας κατευθύνουν οι διδαχές των θεορρημόνων Πατέρων. Αντλώντας από αυτούς, ξεδιψάσαμε με την Αλήθεια· ακολουθώντας τους, εκδιώξαμε το ψεύδος· διδασκόμενοι από αυτούς δεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες. Οι Πατέρες και εμείς παραμένουμε υπάκουα τέκνα και τιμούμε την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας. Πιστεύοντας στον Ένα Θεό, Τον δοξαζόμενο εν Τριάδι, αποδεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες και σε εκείνους που αυτό δεν αποδέχονται ανάθεμα, και ας είναι εκδιωγμένοι μακριά από την Εκκλησία. Ακολουθούμε τον αρχαίο νόμο της Οικουμενικής Εκκλησίας. Τηρούμε τις εντολές των Πατέρων. Ανάθεμα σε όποιον προσθέσει κάτι στην διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας αλλά και σε όποιον αφαιρέσει από αυτήν την διδασκαλία» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 133]. «Τηρώντας κατά πάντα την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων κηρύττουμε αυτήν την διδασκαλία με ένα στόμα και μία καρδιά· μη προσθέτοντας τίποτε, μη αφαιρώντας τίποτε από εκείνο που μάς παραδόθηκε. Αντιθέτως, σε τούτα στηριζόμαστε και αυτά δυναμώνουμε. Ομολογούμε και διδάσκουμε έτσι όπως όρισαν και βεβαίωσαν οι Άγιες και Οικουμενικές Έξι Σύνοδοι» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 129].
Αφού η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε τις απαραίτητες αποφάσεις και ο κάθε συμμετέχων τις υπέγραψε λέγοντας: «υπέγραψε και όρισε», η Αγία Σύνοδος διακηρύττει: «Όλοι έτσι πιστεύουμε, όλοι έτσι φρονούμε, όλοι είμαστε σύμφωνοι σε αυτό και θέσαμε τις υπογραφές μας. Αυτή είναι η ευαγγελική πίστη, αυτή είναι η ορθόδοξη πίστη, αυτή βεβαιώνεται, ως πίστη οικουμενική» [ό.π., σ. 397].
Στην Επιστολή που αναφέρεται στις εργασίες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και την οποία οι άγιοι Πατέρες αποστέλλουν στους αιρετικούς και στους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται: «Εργαστήκαμε στην Παράδοση της Οικουμενικής (:ήτοι Καθολικής / Συνοδικής) Εκκλησίας και τίποτε δεν αφαιρέσαμε ούτε και προσθέσαμε και με αγάπη δεχόμαστε ό,τι εξαρχής δέχθηκε γραπτώς και προφορικώς η Αγία Οικουμενική Εκκλησία, αλλά και οι αγιογραφημένες εικόνες. Εκείνο πάλι που απέρριψαν οι θείοι Πατέρες, απορρίπτουμε και εμείς και το θεωρούμε εχθρικό προς την Εκκλησία. Η αληθής και δικαιότερη κρίση της Εκκλησίας, συνίσταται σε τούτο: Να μην επιτραπούν εν τη Εκκλησία καινοτομίες, όπως και να μην αφαιρεθεί το παραμικρό. Και έτσι ακολουθώντας τους πατρώους νόμους και λαμβάνοντας την Χάρη του Ενός Πνεύματος, διαφυλάξαμε ό,τι αφορά στην Εκκλησία ακέραιο και χωρίς αφαιρέσεις, όπως μάς το παρέδωσαν οι Άγιοι των Έξι Οικουμενικών Συνόδων και ό,τι παρέδωσαν εκείνοι στην Εκκλησία αξίζει σεβασμού και το δεχόμαστε χωρίς αμφιβολίες» [ό.π., σ. 409]. «Σε εκείνους πάλι που οτιδήποτε προσθέτουν στην διδασκαλία της Καθολικής (:ήτοι Οικουμενικής / Συνοδικής) Εκκλησίας ή οτιδήποτε αφαιρούν από αυτήν, ανάθεμα» [ό.π., σ. 416].
«Επειδή αυτά έτσι είναι και επειδή έτσι το επιβεβαιώσαμε, αποδεχόμαστε ασμένως και αγαπητικώς τους θείους κανόνες και τηρούμε πλήρως και αναμφιβόλως την εδραίωση αυτών των κανόνων, των παρατεθέντων σάλπιγγι του Αγίου Πνεύματος, των πανενδόξων Αποστόλων και των έξι Οικουμενικών Συνόδων, όπως και των Τοπικών Συνόδων, οι οποίες συνήλθαν χάριν της εδραιώσεως αυτών των εντολών και τέλος εκ μέρους πάντων των Αγίων Πατέρων μας. Όλοι αυτοί κατέστησαν φωτισμένοι από το Ένα και Ίδιο Πνεύμα και νομοθέτησαν εκείνο το οποίο είναι ωφέλιμο. Και εκείνους που αυτοί παραδίδουν στο ανάθεμα, τους ίδιους και εμείς αναθεματίζουμε και εκείνους που αυτοί εξέβαλαν, εκείνους και εμείς αποβάλλουμε. Σε όποιον πάλι επιβάλλουν επιτίμιο, στον ίδιο και εμείς το πράττουμε»[ό.π., σ. 417].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 300-306.
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
