«Απόψε θ’ανοίξουν οι ουρανοί κι ο καθένας μας να φροντίσει να κάμει την προσωπική του ανάβαση», τους ορμήνευε ο
παπα-Δανήλος καθώς ανηφορίζανε στο ξωκλήσι.
Θα περνούσαν τη νύχτα κάτω από τα αστέρια του Αυγούστου,
αφού πρώτα τελούνταν πανηγυρικός εσπερινός.
Κι όσο να ανέβουν στην κορφή
«Δευτε αναβωμεν»,
έλεγε και ξαναλέγε
ο παπά Δανήλος που μετρούσε και 70 χρόνια
μα και τον Σαρή τον γαϊδαράκο τον είχε μόνο να κουβαλά τις λειτουργιές και τους άρτους του Σωτήρος.
«Και τ’αστέρια που θα πάνε άμα ανοίξουν οι ουρανοί παππούλη;»
τον ρώτησε ο Σωτηράκης που πήγαινε από δίπλα καμαρωτός,
αφού αύριο όλοι θα του εύχονταν για τη γιορτή του.
«Σε όποιον έχει ανοιχτά και καθαρά μυαλά, Σωτηράκη μου.
Νους
που καθαρίστηκε από κάθε λάσπη, γίνεται ουρανός γεμάτος αστέρια», λέει ο
γέροντας και λοξοκοιτά και τον ψάλτη και το νεωκόρο που είχαν ψυχραθεί
κάμποσο καιρό τώρα
και ανταλάσσαν μισές καλημέρες όταν η ανάγκη τους έφερνε στον ίδιο δρόμο.
«Δηλαδή Σωτηράκη μου, άμα βρουν το κεφάλι μας καθαρό,
θα το γεμίσουν τα αστέρια από λαμπρές και φωτεινές σκέψεις»,
είπε ετούτη τη φορά στο παιδί.
Κι
ο Σωτηράκης που το ‘ξερε καλά το μέρος εκείνο, άρχισε να καταστρώνει
σχέδια για το πού θα του βάλει η μάνα του τα στρωσίδια απόψε έτσι που
όλα τα αστέρια να θρονιαστούν στο μυαλό του.
Όταν
όλα ετοιμάστηκαν στο παμπάλαιο ξωκλήσι με τις βυζαντινές αγιογραφίες, ο
παπα Δανήλος, όμοιος με πρεσβύτη της Γραφής και παλαιός σαν τις
τοιχογραφίες,
έλαμψε μέσα στα λευκά του άμφια με το έμπυρο θυμιατήρι στο χέρι να αναδίδει ευωδιά
ενώπιον του Σωτήρος και των αγίων.
Πιο πολύ όμως και από τους αγίους,
ο παπά Δανήλος θυμιάτιζε το νεωκόρο τον Πετρή και τον ψάλτη τον Ηλία που ήταν από καιρό ψυχραμένοι.
Ύμνησε ο ψάλτης Ηλίας τη Μεταμόρφωση κι ο Πετρής τα είχε όλα στην εντέλεια κι όταν ο παπά Δανηλος είπε το
«Δι ευχών»,
είπε και τούτο,
«Αναβαινομεν αδελφοί μου! Αναβαινομεν
ίνα καθαρθώμεν
ίνα φωτισθωμεν
ίνα τελειωθώμεν»
και πάλι λοξοκοίταξε μια τον Πετρή και μια τον Ηλία.
Αδειασε η εκκλησιά κι όσο ο πρώτος συμμάζευε κι όσο ο δεύτερος έβαζε τους σελειδοδεικτες στον όρθρο της μεγάλης εορτής,
τους φώναξε ο παπάς,
πως τους θέλει.
Ο ένας πήγε από την πόρτα του Μιχαήλ και ο άλλος από την πόρτα του Γαβριήλ,
μα ο παπάς βγήκε στη μέση.
Πλησίασαν κι αυτοί στο ίδιο σημείο θέλοντας και μη
με σκυμμένα τα κεφάλια:
«Άμα δε συγχωρεθούν οι καρδιές σας μη και πλησιάσετε αύριο το Άγιο Ποτήριο, τους λέει αυστηρά».
«Μα…πήγε να πει ο Πετρής.…αύριο γιορτάζει το παιδί μου και δε θα μεταλαβω;»
Ο παπάς τον έκοψε:
«Βρε νιώθετε τι γίνεται
απόψε; Εσύ Λιακο για ποιο φως που μεταμορφώνει έψαλλες και θα ψάλλεις αύριο τάχα;
κι εσύ Πετρή μου σε ποιο ευαγγέλιο θα δώσεις του Σωτηράκη να κρατήσει τη λαμπάδα;
«Έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο και τα ενδύματά Του έγιναν λευκά ωσάν το φως».
Ετσι θα πει αύριο ο Ματθαίος.
Γιατί το έκαμε αυτό ο Χριστός λέτε;
Για να γίνει ποιανών το πρότυπο;
Για
εμάς όλους και για εσάς που είστε φίλοι από μικρά παιδάκια και
μοιραστήκατε τόσα και τόσα και όμως καταδεχτήκατε για μια στιγμή να
ψυχραθείτε
για ένα σύνορο αυτής της γης που δεν μας ανήκει.
Και θυμώσατε και φέρεστε ως δούλοι μιας επίγειας μιζέριας.
Και τι θα του ζητήσετε βρε απόψε πού θα ανοίξουν οι ουρανοί;
Πλούτη
και υγεία και δόξα; Τι να τα κάνετε όταν η καρδιά σας ειναι ταραγμένη
και κρύβεστε μη και συναντηθείτε κι αλλάξετε καλημέρες;
Τι θα του πείτε βρε μια ημέρα των ημερών που θα βρεθείτε εμπρός Του;
Εμείς δεν σε είδαμε Σωτήρα μας γιατί είχαμε να ξεμπερδέψουμε τα σύνορα των χωραφιών μας; Ντράπηκε η ντροπή…»
Έσκυψαν τα κεφάλια τους κι οι δυο ντροπιασμένοι…
Αλήθεια, τι θα έλεγαν στον Κριτή εκείνη την ώρα την αναπόφευκτη του Κριτηρίου;
Το είχαν σκεφτεί;
Τα λόγια του πρεσβύτη του συνέτριψαν τις σκληρές καρδιές τους.
Τα
δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα πρόσωπα και σε μια στιγμή μετανοίας
αληθινής κάτω από το άγιο πετραχήλι του παπα-Δανηλου σβήστηκε η αμαρτία.
Μόνο μια στιγμή χρειάστηκε να μεταμορφωθεί η ταραχή σε γαλήνη.
Απ
έξω ακουγοταν ο Σωτηράκης που σημάδευε τα πιο λαμπρά αστέρια για να
γεμίσει με αυτά ο νους του την ώρα που θα ανοίξουν οι ουρανοί.
Βγηκαν οι δυο τους στον περίβολο της μικρής βυζαντινής εκκλησιάς κι ανάσαναν βαθειά σε μιαν ανάσα.
«Ίνα ώσιν εν εσμέν».
Το ξάγναντο ησύχαζε.
Οι γρύλοι ψιθυριζαν μέσα από τις ανασαιμιές των σχίνων κι ένα καράβι πέρα στο Αιγαίο ταξίδευε σε μια απαρασάλευτη ομορφιά.
Ο Σωτηράκης αποκοιμήθηκε χαμογελαστος στην αγκαλιά της μάνας του καθώς σημάδευε τα αστέρια
κι ο παπά Δανηλος γονατιστός ανάμεσα στα σχινα και με τα χέρια υψωμένα σαν άλλος Μωυσής ψιθύριζε κι αυτός:
«Δεύτε αναβώμεν…
Γιατί τι είναι η ζωή μας Κύριε;
Μια ανηφοριά είναι
Ενα ξωκλήσι στο Θαβώρ
Μια θέα άρρητη και άφατη είναι
Να αναβώμεν Κύριε
ίνα φωτισθώμεν
Ίνα τελειωθώμεν!
Καλή Σωτηρούλα, αδελφοί μου!»
ευχήθηκε στην ομήγυρη και έγειρε κάτω από τους ανοιχτούς ουρανούς, ο παλαιός των ημερών,
ο πρεσβυτης,
ο παπα-Δανήλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου