
Οι γυναίκες άφηναν το πλύσιμο στο ποτάμι, οι άντρες παράταγαν τα τσαπιά στα χωράφια, τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα στο καλντερίμι. Το αυτί τους ήταν κολλημένο στον ήχο που ερχόταν από τη στροφή του Αγίου Λιά. Το μουγκρητό του φορτοεπιβατικού της «άγονης γραμμής Τρίπολη - Βυτίνα».
Εκείνο το Σάββατο του Ιούλη του 1960, ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες της πλατείας. Το ΚΤΕΛ Αρκαδίας φάνηκε σκονισμένο, φορτωμένο σαν γαϊδούρι στο παζάρι. Στην οροφή του δεμένα ξύλινα κασόνια με ντομάτες από την Τρίπολη, τσουβάλια με ζάχαρη, ένα κλουβί με κότες που κακάριζαν τρομαγμένες. Από τα παράθυρα κρέμονταν καλάθια με ψάθες και μπόγοι με ρούχα. Μέσα, στριμωγμένοι, πέντε-έξι χωριανοί που είχαν κατέβει στην πόλη για γιατρό ή για δουλειές.
Ο Μπάρμπα-Γιώργης ο οδηγός έσβησε τη μηχανή μπροστά στον πλάτανο. Η σκόνη κάθισε αργά για λίγο δεν ακουγόταν τίποτα. Μόνο το νερό της βρύσης «Ο Πλάτανος» και το λαχάνιασμα της μηχανής.
Πρώτος κατέβηκε ο Μήτσος ο βοηθός, ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών με μουτζουρωμένο πρόσωπο. Σκαρφάλωσε στην οροφή σαν αίλουρος και άρχισε να φωνάζει με το τεφτέρι στο χέρι.
«Για την κυρα-Λένη το πετρέλαιο!»
Η κυρα-Λένη με το κόκκινο μαντήλι και τη μπλε ποδιά έσπρωξε τον κόσμο. Το βαρέλι ήταν για τη λάμπα. Το ρεύμα στο χωριό δεν είχε φτάσει ακόμα. Θα ερχόταν σε πέντε χρόνια.
«Για τον πρόεδρο, τα φάρμακα από την Τρίπολη!»
Ο πρόεδρος πλησίασε σοβαρός. Η πενικιλίνη για τον μικρό του Νικόλα που είχε ανεβάσει πυρετό. Όλο το χωριό σταυροκοπήθηκε όταν την είδε.
«Για τον μπακάλη, το καφάσι με τα λουκούμια!»
Τα παιδιά έκαναν κύκλο. Ο μπακάλης ο κυρ-Παντελής άνοιξε το καφάσι εκεί στην πλατεία και κέρασε ένα στον καθένα για χρόνια μετά, η γεύση του λουκουμιού θα είχε τη γεύση εκείνης της μέρας.
Οι δύο κοπέλες στην άκρη περίμεναν υπομονετικά. Η μία με το άσπρο φόρεμα, η Βαγγελιώ, περίμενε το δέμα από την αδερφή της στην Αθήνα. Μέσα είχε πατρόν για φορέματα και ένα γράμμα που μύριζε πόλη. Η άλλη, η Μαρίκα, είχε παραγγείλει κλωστές για τον αργαλειό. Το προικιό της έπρεπε να τελειώσει μέχρι τον Οκτώβρη που θα παντρευόταν.
Ο Μπάρμπα-Γιώργης κατέβηκε τελευταίος. Σκούπισε τον ιδρώτα του με ένα λερωμένο μαντήλι και άναψε τσιγάρο. Ήξερε πως για μια ώρα θα γινόταν το κέντρο του κόσμου. Έφερνε νέα. Ποιος αρραβωνιάστηκε στην Τρίπολη, ποια ήταν η τιμή του λάδιου, αν θα έβρεχε.
Σε μια ώρα η πλατεία άδειασε. Το λεωφορείο είχε ξεφορτώσει. Τώρα θα φόρτωνε. Τυριά μέσα σε καλάθια για να πουληθούν στην Τρίπολη. Ένα γράμμα του δασκάλου για τον Έπαρχο. Τον μπάρμπα-Θανάση που θα πήγαινε στο νοσοκομείο.
Οι γυναίκες γύρισαν στα σπίτια τους με τις παραγγελίες αγκαλιά. Οι άντρες στα καφενεία να σχολιάσουν τα νέα. Τα παιδιά έγλειφαν τα λουκούμια.
Ο Μπάρμπα-Γιώργης έβαλε μπρος, κόρναρε μια φορά για αποχαιρετισμό. Το λεωφορείο ξεκίνησε αργά, αφήνοντας πίσω του σκόνη και μια πλατεία γεμάτη μυρωδιές από ζάχαρη, πετρέλαιο και χαρτί φρέσκου γράμματος.
Μέχρι την επόμενο Σάββατο, το χωριό θα ζούσε με αυτά που έφερε το λεωφορείο γιατί το 1960, στις άγονες γραμμές, το λεωφορείο δεν ήταν απλώς συγκοινωνία. Ήταν το ταχυδρομείο, το παντοπωλείο, το φαρμακείο, η εφημερίδα και η ελπίδα. Ήταν ο ομφάλιος λώρος που ένωνε το χωριό με τον υπόλοιπο κόσμο.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου