
Το τελευταίο ζεστό πρωινό του Ιουλίου, στο ψηλότερο σημείο ενός κυκλαδίτικου γκρεμού, ο αέρας μύριζε αλμύρα, φρέσκο βασιλικό και τη γλυκιά μυρωδιά της βουκαμβίλιας. Η Μαρία είχε βρει το δικό της καταφύγιο—μια σκιερή βεράντα, σκαμμένη σχεδόν μέσα στον κατάλευκο βράχο, που κρεμόταν πάνω από το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου.
Πάνω από το κεφάλι της, η πυκνή πέργκολα, γεμάτη αναρριχητικά κλήματα και κατακόκκινα άνθη, έκανε ένα τέλειο φυσικό κοσκίνισμα στο δυνατό φως του ήλιου, ρίχνοντας δαντελωτές σκιές στο δάπεδο. Στη γωνία, δύο πήλινες γλάστρες με φουντωτό βασιλικό σκορπούσαν το άρωμά τους κάθε φορά που το μελτέμι χάιδευε τα φύλλα τους.
Έχοντας αφήσει τα δερμάτινα σανδάλια της στην άκρη, ξάπλωσε στο στρώμα που ήταν στρωμένο κατευθείαν στο πάτωμα, ντυμένο με ένα λευκό σεντόνι κι ένα παραδοσιακό μπλε-λευκό υφαντό. Δίπλα της, ένα μισοανοιχτό βιβλίο κι ένα ποτήρι παγωμένο νερό περίμεναν υπομονετικά.
Καθώς κοίταζε απέναντι τα ηφαιστειακά νησάκια που ξεπόβαλλαν από τη θάλασσα σαν γλύπτες στη μέση του πελάγους, ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Ο ήχος των κυμάτων από χαμηλά και ο ψίθυρος του αέρα ανάμεσα στα φύλλα ήταν η μόνη μουσική. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της, εισέπνευσε βαθιά τη μυρωδιά του βασιλικού και αφέθηκε στη γαλήνη του ελληνικού καλοκαιριού.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου