Στην εμβληματική ιστορία του προφήτη Ηλία, όπως την αφηγείται το Γ΄ Βασιλειών, μετά τη νικηφόρα αλλά εξουθενωτική αναμέτρηση με τους προφήτες του Βάαλ, ο Ηλίας καταρρέει. Φοβισμένος από την Ιεζάβελ, εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά, πέφτει κάτω από ένα σπάρτο στην έρημο και ζητά να πεθάνει. Εκεί, στο χαμηλότερο σημείο της πίστης του, τον ξυπνά μια ουράνια φωνή με δύο λέξεις:
Τότε
❝ ἐπέβλεψεν Ἠλιού, καὶ ἰδοὺ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ
ἐ γ κ ρ υ φ ί α ς ὀλυρίτης καὶ κ α ψ ά κ η ς ὕδατος·
καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε· καὶ ἐπιστρέψας ἐκοιμήθη. ❞

Τρεις λέξεις για τρία ταπεινά πράγματα — ψωμί σε στάχτη, στάρι φτωχικό, δοχείο πήλινο. Κι όμως μ᾽ αυτά σηκώνεται ο εξουθενωμένος προφήτης και περπατά ως το όρος Χωρήβ. Καμιά φορά η αναγέννηση δεν χρειάζεται λόγο μεγάλο — αρκεί μια φωνή που λέει: "σήκω και φάε"...

1 σχόλιο:
Τέλειο άρθρο. Επεξηγεί, μορφώνει και φανερώνει τον πλούτο της Ελληνικής γλώσσας.
Δημοσίευση σχολίου