Γράφει ο
Ένα πανέμορφο χωριό στη δυτική ακτή της Κορσικής στέκει περήφανο μπροστά στο απέραντο γαλάζιο. Δύο εκκλησίες, η μία «λατινική», όπως την ονομάζουν εδώ, και η άλλη «ελληνική», ορθώνονται σαν προμαχώνες∙ η μία κοιτά τη Δύση, η άλλη την Ανατολή. Ανάμεσά τους απλώνονται αμφιθεατρικά τα σπίτια του χωριού, που μοιάζουν συμφιλιωμένα με τη διπλή θρησκευτική ταυτότητα του μέρους, ενώ πιο κάτω, κήποι και μποστάνια κατρακυλούν προς το λιμανάκι και το κοιμητήριο, που ατενίζει τη θάλασσα. Το Καργκέζε είναι γνωστό ως το χωριό με τις δύο εκκλησίες.

Η Ροζ-Ελέν Στεφανόπολι ντε Κομνέν-Μανσό είναι απόγονος του καπετάνιου Γεωργίου Στεφανόπουλου, ιδρυτή του χωριού το 1775. Το σπίτι της οικογένειας, ένα διώροφο αρχοντικό με έναν πανέμορφο κήπο, βρίσκεται λίγο πιο πάνω από την ελληνική εκκλησία, στην καρδιά του χωριού. «Ο πατέρας μου, Μισέλ Στεφανόπολι ντε Κομνέν, πέθανε το 2019, σε ηλικία 100 ετών. Πέρασε 30 χρόνια της ζωής του κάνοντας έρευνα γύρω από την ιστορία της ελληνικής κοινότητας της Κορσικής αλλά και της οικογένειάς μας. Μιλούσε ελληνικά και είχε κάνει πολλά ταξίδια στην Ελλάδα, ενώ σε κάποια από αυτά είχα πάει και εγώ μαζί του. Εκείνος ήταν που ξετύλιξε τον μίτο της Αριάδνης». Στον επάνω όροφο συναντάμε έναν τοίχο γεμάτο με παλιούς χάρτες της Κορσικής. Το γραφείο του πατέρα της είναι γεμάτο βιβλία, φακέλους με έγγραφα και γράμματα, καθώς και άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες. Μου χαρίζει τρία ιστορικά βιβλία γύρω από την απίστευτη περιπέτεια των Μανιατών που ήρθαν να εγκατασταθούν στην Κορσική τον 17ο αιώνα.

Μια βεντέτα, μια μετανάστευση
Η ιστορία αρχίζει στο Οίτυλο (τότε Βοίτυλον) της Μάνης. Οι Οθωμανοί, που είχαν χτίσει βορειότερα το κάστρο της Κελεφάς, ήλεγχαν το χωριό καθώς και το λιμάνι του, απειλώντας να υποτάξουν την περιοχή. Παράλληλα η Μάνη ήταν θέατρο συγκρούσεων με αιματηρές βεντέτες ανάμεσα σε τρεις οικογένειες: του Ιατράκου, του Λυμπεράκη και του Στεφανόπουλου (της οικογένειας των Στεφανόπουλων-Κομνηνών), που ήταν καπετάνιοι στο Βοίτυλο. Το μίσος του Γερακάρη Λυμπεράκη (γνωστού πειρατή της εποχής, τον οποίο οι Τούρκοι έκαναν μπέη της Μάνης) εναντίον των Στεφανόπουλων δεν πήγαζε μόνο από ανταγωνισμό, αλλά και, όπως λέει ο θρύλος, από το γεγονός ότι η κόρη του Ιατράκου αρνήθηκε να τον παντρευτεί (παρόλο που ο πατέρας της είχε συμφωνήσει με τον γάμο), επειδή αγαπούσε τον Μιχάλη Στεφανόπουλο, τον γιο του Γεωργίου, τον οποίο τελικά και παντρεύτηκε.

Εκμεταλλευόμενος την εξουσία του, ο Λυμπεράκης άρχισε να καταδιώκει τους Στεφανόπουλους. Το 1663, η πίεση έγινε τόσο ασφυκτική, ώστε ο Γεώργιος Στεφανόπουλος συγκέντρωσε όλα τα μέλη της οικογένειάς του με σκοπό να φύγουν στην Ιταλία. Γι’ αυτόν τον λόγο έστειλε ως αντιπρόσωπο τον συγγενή του Ιωάννη Στεφανόπουλο για διαπραγματεύσεις με τη Δημοκρατία της Γένοβας. Μετά από πολλές επαφές που διήρκεσαν 12 χρόνια, η ιταλική πόλη πρότεινε στους Μανιάτες να εγκατασταθούν στην Κορσική, που ήταν τότε αποικία της, και όπου ο πληθυσμός έφθινε δραματικά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Γένοβα αντιμετώπιζε σκληρή αντίσταση από τους Κορσικανούς, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, και έτσι την ενδιέφερε να φέρει τους Μανιάτες ως εποίκους γεωργούς στο νησί, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι υπήρχαν ήδη Έλληνες μετανάστες στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, οι οποίοι μάλιστα ήταν γνωστοί για την εργατικότητά τους.

Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα. Όσον αφορά τα «τεχνικά» χαρακτηριστικά της συμφωνίας, η ιταλική πόλη θα μετέφερε με δικά της πλοία τους Μανιάτες στην Κορσική, θα παρείχε τρόφιμα για 20 μήνες μέχρι να βγει η πρώτη σοδειά και θα αποζημίωνε τους Κορσικανούς νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής Παομία.
Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα.
Η Γένοβα, όμως, δεν τήρησε τη συμφωνία. Τον Σεπτέμβριο του 1675 οι Στεφανόπουλοι χρειάστηκε να νοικιάσουν μόνοι τους το γαλλικό πλοίο «Ο Σωτήρας» ( Le Sauveur) για να καταφέρουν να μεταναστεύσουν. Περίπου 800 άτομα επιβιβάστηκαν σε αυτό, ανάμεσα στα οποία ο επίσκοπος Πανθέμιος, κληρικοί, μοναχοί, 430 μέλη της οικογένειας των Στεφανόπουλων και 300 άλλων οικογενειών, κυρίως γεωργοί, χτίστες, ξυλουργοί και ναυτικοί. Σάλπαραν με την έγκριση των Οθωμανών –που εν τω μεταξύ είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη Γένοβα– για ένα ταξίδι που είχαν προβλέψει να διαρκέσει δέκα, αλλά τελικά διήρκεσε 96 ολόκληρες μέρες.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1676 έφτασαν εξουθενωμένοι στον προορισμό τους. Περίπου 120 έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γεώργιος Στεφανόπουλος, που οργάνωσε την αποστολή και τελικά πέθανε στη Γένοβα.
Νέα πατρίδα στη νέα πατρίδα
Στις 14 Μαρτίου του 1676, περίπου 600 Μανιάτες αποβιβάστηκαν στην παραλία Καπιτσόλου στη δυτική Κορσική, πριν ανέβουν στην Παόμια. Τα πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα και η περιοχή δεν είχε τίποτα από τον επί γης Παράδεισο που είχε «υποσχεθεί» ο Γεώργιος Στεφανόπουλος. Οι Μανιάτες αντιμετώπισαν κακουχίες και πείνα, αφού η Γένοβα δεν τους έδωσε ποτέ τα συμφωνημένα μέσα για να διευκολύνει την εγκατάστασή τους αλλά και την καλλιέργεια της κακοτράχαλης γης. Οι σχέσεις τους με τις Αρχές της ιταλικής πόλης αλλά και με τους Κορσικανούς γείτονες ήταν τεταμένες. Κατόρθωσαν, παρ’ όλα αυτά, να ριζώσουν στην Παόμια, να χτίσουν σπίτια, να καλλιεργήσουν τη γη και να δημιουργήσουν μια δυνατή μανιάτικη κοινότητα.

Αυτό που κανείς δεν είχε προβλέψει, όμως, ήταν η επανάσταση των Κορσικανών ενάντια στη Γένοβα, το 1729. Το συμβάν, δηλαδή, που έγινε η αιτία να εγκαταλείψουν και πάλι τη γη τους. Οι Μανιάτες αρνήθηκαν να στραφούν ενάντια στην ιταλική πόλη που τους έσωσε από τους Οθωμανούς, ενώ μάλιστα μερικοί από αυτούς υπηρετούσαν ήδη στον στρατό της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Κορσικανοί να επιτεθούν και να καταστρέψουν το χωριό, αναγκάζοντάς τους σε άτακτη φυγή, αρχικά προς τη θάλασσα και στη συνέχεια στο Αιάκειο της Κορσικής), εκεί όπου έζησαν για σχεδόν 40 χρόνια. Στην Παόμια, μόνο τα ερείπια μιας μικρής εκκλησίας που έχτισαν οι Μανιάτες παραμένουν όρθια μέχρι σήμερα.
Το 1768, η Γένοβα παραχώρησε την Κορσική στη Γαλλία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι Μανιάτες ζήτησαν τότε να επιστρέψουν στην Παόμια, αλλά το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό. Άρχισαν τότε τις διαπραγματεύσεις με τις γαλλικές Αρχές, ρίχνοντας στο τραπέζι την επιστολή του βασιλιά της Ισπανίας Καρόλου ΙΙΙ, που τους είχε προσκαλέσει στην Ισπανία. Εν τω μεταξύ, κάποιοι από αυτούς είχαν φύγει για τη Σαρδηνία και άλλοι είχαν μεταναστεύσει στη Φλόριντα.

Τελικά, οι περισσότερες οικογένειες δέχτηκαν την πρόταση του Γάλλου επάρχου Μαρμπέφ να τους εγκαταστήσει στο Καργκέζε, ένα καινούργιο χωριό, όπου ο γαλλικός στρατός θα τους έφτιαχνε 120 σπίτια. Τον Μάιο του 1775, σχεδόν 100 χρόνια μετά την άφιξή τους στο νησί, οι πρώτοι 259 Μανιάτες εγκαταστάθηκαν εκεί.
Η σημερινή πραγματικότητα
Το Καργκέζε έχει σήμερα 1.150 μόνιμους κατοίκους. Φτάνω πρωί στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία χτίστηκε από το 1852 μέχρι το 1872. Αν και είναι καθολική, ακολουθείται το βυζαντινό τυπικό, η λειτουργία γίνεται στα ελληνικά και το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι απόλυτα πιστό στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Από το προαύλιό της βλέπουμε όλο το χωριό, καθώς και τη λατινική εκκλησία που έχτισαν το 1828 Κορσικανοί που ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ μετά τους Μανιάτες. Κοιτάζοντας τη θάλασσα, ακούω από κάποιο κοντινό σπίτι να τραγουδούν Τα παιδιά του Πειραιά στα ελληνικά, με μια ελαφριά γαλλική προφορά. Πρόκειται για μια χορωδία που κάνει πρόβες. Μέλος της είναι η Μαρί-Λουίζ ή Λιλού Ζανετάκι, που θα μου μιλήσει αργότερα για την ελληνική της καταγωγή.

«Τον παππού μου τον έλεγαν Βολιμάκο, δηλαδή “αυτός που βάζει το βόλι στο ντουφέκι”». H ίδια γεννήθηκε στην Κωνσταντίνη της Αλγερίας, σε οικογένεια ελληνικής καταγωγής από την Κορσική, που πήγε εκεί τον 19ο αιώνα, όταν η Αλγερία ήταν ακόμη γαλλική αποικία. Έφυγαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, εξαιτίας του πολέμου της ανεξαρτησίας της αφρικανικής χώρας. «Είμαστε τυχεροί που τελικά γυρίσαμε εδώ στο Καργκέζε, ευτυχώς είχαμε κρατήσει το σπίτι μας», λέει. Μου μίλησε με περηφάνια για τον παππού της Ντράγκο Βολιμάκι, που τον έστειλε ο γαλλικός στρατός να πολεμήσει στα Δαρδανέλλια, επειδή ήξερε ελληνικά. «Οι γονείς μου μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά, αραβικά, κορσικανικά, αλλά σε εμάς τα παιδιά, μόνο γαλλικά».
Κρατώντας ζωντανή τη μνήμη
Αργότερα θα την ακούσω στην ελληνική εκκλησία να τραγουδά με άλλους Κορσικανούς τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, τον κορσικανικό, τον Ύμνο της Μάνης και το «Αγνή Παρθένε Δέσποινα»… Ο διευθυντής της χορωδίας είναι ο επίσης ελληνικής καταγωγής Ζαν-Νοέλ Νταπελό. Είναι ακόμη ο υπεύθυνος Πολιτισμού του Δήμου Καργκέζε και το κύριο στέλεχος μιας μικρής ομάδας που οργανώνει φέτος τους εορτασμούς για τα 350 χρόνια από την άφιξη των Μανιατών στην Κορσική. Παράλληλα είναι ο πρωταγωνιστής μιας μεγάλης προσπάθειας να ξανασυνδεθεί το Καργκέζε με την Ελλάδα και ιδρυτής του συλλόγου «Μνήμη μόρια». Η Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου, θα πει ότι ο στόχος της είναι να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη. «Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθείκαι το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής».

Ενώ είχαν οργανωθεί ταξίδια στο Οίτυλο της Μάνης από το 1965 και μετά, η επαφή χάθηκε τη δεκαετία του ’80. Η Σεσίλ Πιαντανέλι, ηλικίας 97 ετών, μιλάει για το πρώτο της ταξίδι στο Οίτυλο, το 1965. «Θυμάμαι ήμασταν περίπου 20 άτομα, ήρθαν και ιερείς για να πάμε στο Βοίτυλο [Οίτυλο]. Φύγαμε με καράβι από το Αιάκειο, πήγαμε στη Μασσαλία και από εκεί στην Ελλάδα… Φτάσαμε με τα πολλά στη Μάνη. Το Βοίτυλο έμοιαζε με κορσικανικό χωριό. Έγινε λειτουργία στην εκκλησία, μετά φάγαμε όλοι μαζί… Μας υποδέχτηκαν με τιμές, σαν να ήμασταν από την ίδια οικογένεια».
«Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθεί και το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής». -Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου «Μνήμη μόρια»
Βρίσκω ξανά τον Ζαν-Νοέλ στο δημαρχείο του Καργκέζε, όπου στην πρόσοψη κυματίζει, δίπλα στη γαλλική και την κορσικανική, η λευκή σημαία της Ελληνικής Επανάστασης με τον γαλάζιο σταυρό και το σύνθημα «Νίκη ή Θάνατος. Ή ταν ή επί τας». Με τον δήμαρχο του χωριού, Ζαν-Κλοντ Ντονζελά, που δεν έχει ελληνική καταγωγή, με υποδέχονται στο δημαρχείο και μου μιλούν για τα σχέδιά τους να αναζωπυρώσουν τη σχέση του χωριού με την Ελλάδα. Στον τοίχο έχουν την ελληνική σημαία δίπλα στην ευρωπαϊκή, τη γαλλική και βεβαίως την κορσικανική. Οι τέσσερις σημαίες βρίσκονται αριστερά από την προτομή της Μαριάν, που είναι σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας και το οικόσημο του Καργκέζε. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτά είναι τα συστατικά του μείγματος αυτού του μικρού χωριού. «Η ιστορία μας έχει άρρηκτη σχέση με την Ελλάδα», θα πει ο δήμαρχος που θυμάται να μαθαίνει ελληνικά τραγούδια και χορούς στο σχολείο. Μάλιστα μέχρι πρόσφατα είχαν έναν δάσκαλο ελληνικών.

Πολιτισμός σημαίνει ετερότητα
Περπατώ στους δρόμους του χωριού και νιώθω κάτι το πολύ οικείο. Η αίσθηση πηγάζει ίσως από το μεσογειακό φως, τις πόρτες των σπιτιών που μου θυμίζουν το Πήλιο, τις γάτες που λιάζονται το πρωί, τα γεράνια, τα γιασεμιά και τις βουκαμβίλιες. Συναντώ τον Λιονέλ Ρεϊμπό, Γάλλο ιταλικής καταγωγής, που ζει κοντά στο Καργκέζε με τη σύζυγό του. Είναι λάτρης της Ελλάδας και διδάσκει ελληνικούς χορούς. «Ο ελληνικός πολιτισμός μάς έφερε κοντά στη Μεσόγειο, που αναζητούσαμε μετά από πολλά χρόνια διαμονής στη Βρετάνη», θα πει η σύζυγός του Αν-Μαρί, ζωγράφος και γλύπτρια. Η κόρη τους Λετίσια σπούδασε κλασική φιλολογία και έχει μεταφράσει στα γαλλικά δύο συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη.
Για ποιον λόγο, όμως, άνθρωποι που δεν έχουν ρίζες στην Ελλάδα την αναζητούν; Μια απάντηση γι’ αυτό θα δώσει ο διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου του Καργκέζε, Λοράν Ζιβερί, ο οποίος οργανώνει εκδηλώσεις (διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, ταινίες) που έχουν σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό: «Ο ελληνικός πολιτισμός και ιδιαίτερα η μυθολογία έχουν επηρεάσει την παγκόσμια κουλτούρα. Η Μεσόγειος δημιουργεί έναν σύνδεσμο με τον πολιτισμό και η Κορσική είναι ένα μεσογειακό νησί… Η επαφή με την Ελλάδα είναι ένας πλούτος και μια ιστορία που μοιραζόμαστε εδώ. Όταν ανεβάζουμε παραστάσεις όπως το Σύνδρομο του Οδυσσέα του Σέργιο Μπαρμπούσια, αναφερόμαστε στη μετανάστευση. Όταν παίζουμε την Ξένη σαν παρωδία του γνωστού βιβλίου του Καμί, καταδικάζουμε την ξενοφοβία. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή αποκλεισμού, πόλωσης και εθνικισμού. Είναι πλούτος το να ερχόμαστε σε επαφή με άλλες κουλτούρες. Πολιτισμός σημαίνει ετερότητα και η Μεσόγειος είναι ένας πολιτισμός χιλιετηρίδων».

Αφήνω το Καργκέζε και σταματώ για λίγο στην παραλία όπου αποβιβάστηκαν οι 600 Μανιάτες από το Οίτυλο το 1676, διανύοντας πάνω από 1.000 ναυτικά μίλια. Κοιτάζω τη θάλασσα και τα βουνά γύρω και συλλογίζομαι το απίστευτο κουράγιο που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι μετανάστευσαν εδώ πριν από 350 χρόνια, για να καταφέρουν, τελικά, κάτι πολύ σημαντικό εδώ στο Καργκέζε: να δημιουργήσουν ένα κορσικανικό χωριό με ελληνικές ρίζες, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πρώτη τους πατρίδα.
.kathimerini.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου