Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Η Ευχαριστιακή και Εκκλησιολογική Ειδωλολατρία

Στην σύγχρονη εκοσμικευμένη εκκλησιαστική πραγματικότητα ,που η αξία του ιερωμένου προσμετράτε στο τι ''κατηγορίας είναι'' ή πόσα ''μεταπτυχιακά έχει'', οι Τσεκουράτες Αλήθειες του π.Ιωάννη Ρωμανίδη ,θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην αγωνία και τις φωνές που ακούγονται κατά καιρούς για το άνοιγμα της σχολής της Χάλκης.

Λέει ο παπα Γιάννης:Εις την εποχήν του Αποστόλου Παύλου εξελέγετο κανείς επίσκοπος ή πρεσβύτερος από την ομάδα των προφητών, δηλαδή των δοξασμένων/θεουμένων. Δια τούτο ο Παύλος γράφει στον Τιμόθεον «μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ό εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου (Α΄ Τιμ. 3:14).»


Δια τούτο ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας πληροφορεί ότι στα χρόνια του υπήχαν επίσκοποι που στην εποχήν του αποστόλου Παύλου θα έλεγαν μόνον το «αμήν» στην εκκλησίαν.

Στην καρδιάν της Περί Πίστεως Εκθέσεως του Δαμασκηνού είναι μεταξύ των άλλων και μαζί με τον Απόστολον Παύλον και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης ο οποίος τονίζει ότι ο επίσκοπος εκλέγεται από μεταξύ των θεουμένων. Αυτή η παράδοσις διατηρήθηκε όλα τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.


Ακριβώς δια να καταργηθεί η παράδοσις αυτή

ιδρύθηκαν αι Θεολογικαί Σχολαί

της Χάλκης

και των Αθηνών

και εν συνεχεία της Θεσσαλονίκης.


Έτσι δεν ήτο ανάγκη πλέον οι υποψήφιοι επίσκοποι να είναι θεολόγοι από την θέωσίν τους ή τουλάχιστον από τον φωτισμόν της καρδίας τους από την νοεράν ευχήν, αλλά από το πτυχείο του Πανεπιστημίου επάνω στο οποίο γράφει θεολόγος μάλιστα.
 
 

VI. Η Ευχαριστιακή και Εκκλησιολογική Ειδωλολατρία

55) Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος καταδικάζει την ευχαριστιακήν ειδωδολατρίαν και εκκλησιολογίαν της εποχής του. Ορισμένοι Ορθόδοξοι ισχυρίζοντο ότι η μυστηριακή ένωσις με τον Χριστόν γίνεται μόνον μέσω της Θείας ευχαριστίας χωρίς να είναι ανάγκη ο κοινωνών να ευρίσκεται στην κατάστασιν του φωτισμού ή τουλάχιστον της καθάρσεως. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος συνοψίζει την πατερικήν ερμηνευτικήν περί της πραγματικότητος της Εκκλησίας και των μελών αυτής βάσει των επιστολών του Αποστόλου Παύλου.  «Ίνα δε και τας διαφοράς των μελών και τίνα ταύτα και τίνες εισίν αποδείξη, έφη Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους. Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, έπειτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (Α΄ Κορ. 12:27-28) Είδες τας διαφοράς των μελών του Χριστού; Έμαθες τίνες εισί μέλη αυτού;»[11]  Ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με πάσαν ακρίβειαν ποίοι είναι αυτοί που είναι ηνωμένοι με τον Χριστόν και αποτελούν το Σώμα Του, την Εκκλησίαν. Δηλαδή το πρώτο σκαλοπάτι με το οποίον γίνεται κανείς μέλος της εκκλησίας είναι τα γένη γλωσσών που μετά απλοποιήθηκαν γενόμενα η λεγομένη «νοερά ευχή.» Οι υπόλοιποι των κοινωνούντων, αλλά αναξίως, είναι «ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί (Α΄ Κορ. 11:30).» Παρ’ ότι είναι βαπτισμένοι παραμένουν ιδιωτεύοντες (λαϊκοί) και λέγουν μόνον το «αμήν» στην εκκλησίαν. Τούτο διότι δεν ανήκουν ακόμη στο «βασίλειον ιεράτευμα» αφού δεν απέκτησαν ακόμη ή και έχασαν την νοεράν ευχήν. Δια τούτο ο Χρυσόστομος προειδοποιεί, «Μη τοίνυν θαρρώμεν, ότι γεγόναμεν άπαξ του σώματος.»[12]

56) Εις την εποχήν του Αποστόλου Παύλου εξελέγετο κανείς επίσκοπος ή πρεσβύτερος από την ομάδα των προφητών, δηλαδή των δοξασμένων/θεουμένων. Δια τούτο ο Παύλος γράφει στον Τιμόθεον «μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ό εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου (Α΄ Τιμ. 3:14).» Δια τούτο ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας πληροφορεί ότι στα χρόνια του υπήχαν επίσκοποι που στην εποχήν του αποστόλου Παύλου θα έλεγαν μόνον το «αμήν» στην εκκλησίαν. Στην καρδιάν της Περί Πίστεως Εκθέσεως του Δαμασκηνού είναι μεταξύ των άλλων και μαζί με τον Απόστολον Παύλον και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης ο οποίος τονίζει ότι ο επίσκοπος εκλέγεται από μεταξύ των θεουμένων. Αυτή η παράδοσις διατηρήθηκε όλα τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ακριβώς δια να καταργηθή η παράδοσις αυτή ιδρύθηκαν αι Θεολογικαί Σχολαί της Χάλκης και των Αθηνών και εν συνεχεία της Θεσσαλονίκης. Έτσι δεν ήτο ανάγκη πλέον οι υποψήφιοι επίσκοποι να είναι θεολόγοι από την θέωσίν τους ή τουλάχιστον από τον φωτισμόν της καρδίας τους από την νοεράν ευχήν, αλλά από το πτυχείο του Πανεπιστημίου επάνω στο οποίο γράφει θεολόγος μάλιστα.

57) Ο λόγος που ο Χρυσόστομος μας λέγει ότι δεν πρέπει να νομίζομε ότι γίναμε άπαξ και δια πάντα μέλη του Σώματος του Χριστού είναι το γεγονός ότι τα στάδια με τα οποία γινόμεθα μέλη είναι στάδια θεραπείας της βιολογικής και πνευματικής αρρώστιας που συνκεντρούται στην καρδίαν του κάθε ανθρώπου. Η θεραπεία αρχίζει με την κάθαρσιν της καρδίας και καταλήγει στην Θεοπτίαν στην ζωήν αυτήν. Όταν ο Κύριος της Δόξης λέγει «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι Θεόν όψονται,» εννοεί τον δοξασμόν, δηλαδή την θέωσιν, εις αυτήν την ζωήν της οποίας προηγείται η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας.

58) Η αρρώστια της ανθρωπίνης προσωπικότητος συνίσταται εις την εξασθένησιν της κοινωνίας της καρδίας με την δόξαν του Θεού (Ρωμ. 3:23) και την υποδούλωσίν της εις τον κόσμον, δια του κατακλυσμού της από τους εξηρτημένους από το περιβάλλον λογισμούς (Ρωμ. 1:21-24, 2:5). Εις αυτήν την κατάστασιν ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεόν κατά την εικόνα του νοσούντος εαυτού του ή ακόμη και των ζώων (Ρωμ. 1:22). Ούτως ο έσω άνθρωπος υφίσταται τον πνευματικόν θάνατον, «εφ’ ω (λόγω του οποίου) πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. 5:12).[13] Δηλαδή η αγάπη υποδουλώνεται εις το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως, το οποίον την παραμορφώνει και την μεταμορφώνει εις εγωκεντρικήν και ιδιοτελή ενέργειαν, υποβαθμισμένην εις απλήν αναζήτησιν επιβιώσεως, ασφαλείας και ευτυχίας.

59) Η πτώσις εκάστου ανθρώπου και η δουλεία του εις την κτίσιν συνίσταται εις την σύγχυσιν της ενεργείας του ανθρωπίνου πνεύματος με αυτήν της διανοίας, καθ’ ην σύγχυσιν, οι προερχόμενοι εκ του περιβάλλοντος λογισμοί γίνονται λογισμοί του πνεύματος, με αποτέλεσμα να εξασθενή κατά ποικίλους βαθμούς η εν τη καρδία κοινωνία με την άκτιστον ενέργειαν και βασιλείαν του Θεού.

60) Η θεραπεία της νόσου ταύτης αρχίζει με την κάθαρσιν του πνεύματος του ανθρώπου, δηλαδή την κατά τους πατέρας νοεράν ενέργειαν της ψυχής, από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, και τον περιορισμόν τους εις την διάνοιαν. Συγχρόνως το πνεύμα (δηλαδή η νοερά ενέργεια) του ανθρώπου ελευθερούται από την διάνοιαν και επιστρέφει με την νοεράν ευχήν εις την καρδίαν. Εις την φυσικήν του κατάστασιν το πνεύμα του ανθρώπου ενεργεί ωσάν στρόβιλος εντός της καρδίας & ενώ εις την πεπτωκείαν του κατάστασιν ευρίσκεται διάχυτον εις τον εγκέφαλον ταυτιζόμενον με τα νοήματα και τα ρήματά του και υπόδουλον εις αυτά. Έτσι αντί να βασιλεύει ο άνθρωπος μετά του Θεού επί της φύσεως, καθίσταται δούλος αυτής. Δια να αποκατασταθή η φυσιολογική λειτουργία της ανθρωπίνης προσωπικότητος μέσω της περιτομής ταύτης της καρδίας από όλους τους λογισμούς (Ρωμ. 2:29), πρέπει να ελευθερωθή ο έσω άνθρωπος από την δουλείαν εις ό,τιδήποτε εν σχέσει προς το περιβάλλον του, λ.χ. αυτοϊκανοποίησιν, πλούτον, ιδιοκτησίαν, ακόμη και τους γονείς και συγγενείς του (Ματθ. 10:37, Λουκ. 14:26). Ο σκοπός δεν είναι η απόκτησις Στωϊκής απαθείας δια της καταργήσεως της συμπαθείας, αλλ’ η παροχή της δυνατότητος εις την καρδίαν να δεχθή τας προσευχάς και τους ψαλμούς, που το Άγιον Πνεύμα μεταφέρει εκεί από την διάνοιαν και ενεργοποιεί αδιαλείπτως. Έτσι ο επί κεφαλής του νευρικού συστήματος εγκέφαλος απασχολείται με τας καθημερινάς δραστηριότητάς του και τον ύπνον, ενώ συγχρόνως το πνεύμα του ανθρώπου προσεύχεται εν τη καρδία αδιαλείπτως. Δηλαδή γίνεται ωσάν επισκευασμένη δισκέτα υπολογιστού εις την οποίαν κείμενα προσευχών μεταφέρονται από τον εγκέφαλον και επανέρχονται εις αυτόν. Όμως οι ούτω πνεύματι προσευχόμενοι αδιαλείπτως, προσεύχονται και μεγαλοφώνως με την λογικήν προκειμένου να συνεισφέρουν εις την κατήχησιν και οικοδομήν των ιδιωτών και απίστων. Αυτό εννοεί ο Παύλος με το «προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι τω νοΐ & ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ» (Α΄ Κορ. 14:15).

61) Εν σχέσει με την θεραπείαν αυτήν δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Λατίνων και των Προτεσταντών αφού είναι και οι δυο τους τα πνευματικά τέκνα του Αυγουστίνου. Υπάρχει όμως μία σημαντική διαφορά μεταξύ τους. Ενώ οι Λατίνοι παρέμειναν πιστοί στην δαιμονικήν πνευματικότητα του Νεο-Πλατωνικού μυστικισμού του Αυγουστίνου, το μεγάλο μέρος των Διαμαρτυρομένων την εγκατέλειψαν μαζί με τον Φραγκο-Λατινικόν μοναχισμόν που την ασκούσε.

62) Υπάρχουν σήμερον πολλοί τύποις Ορθόδοξοι που λίγο διαφέρουν ουσιαστικά από τους Λατίνους και Διαμαρτυρομένους. Μη γνωρίζοντες τα καθαρώς θεραπευτικά θεμέλια της Ορθοδοξίας, στοχάζονται περί των δογμάτων της πίστεως. Οι πιο παράξενοι από όλους είναι εκείνοι που δέχονται μίαν καθαρώς Φραγκο-Λατινικήν μαγικήν αντιλήψιν περί μυστηρίων που τους επιτρέπει να ταυτίζουν την Εκκλησίαν με την κοινωνίαν της Θείας Ευχαριστίας υπό τον Επίσκοπον χωρίς τα στάδια μεθέξεως στο Σώμα του Χριστού και χωρίς την προϋπόθεσιν ότι τα μέλη Του είναι οι φωτισμένοι και οι θεούμενοι/δοξασμένοι. Αυτή η Ευχαριστιακή Ειδωλολατρεία έγινε από την αρχήν το μυστικόν θεμέλιον του διαλόγου μεταξύ του Βατικανού και του Φαναρίου. Ήλθε εις την επιφάνειαν με την άρσιν της «ακοινωνησίας» από το Βατικανό και των «αναθεμάτων» από το Φανάρι την 7ην Δεκεμβρίου το 1965.  Συγχρόνως το Φανάρι έκαμε την παράδοξον διάκρισιν μεταξύ του «διαλόγου της αγάπης,» που τότε άρχισε, και του «Θεολογικού Διαλόγου» που πρόκειτο να αρχίση. Η εργασία της Τεχνικής λεγομένης Επιτροπής δια τον «Θεολογικόν Διάλογον» λειτούργησε το 1976-1977. Ευθύς εξ αρχής άρχισε με την εμμονήν του Φαναρίου και των υποστηρικτών του να μη γίνη σκοπός του διαλόγου η ένωσις των Εκκλησιών βάσει της κοινής παραδόσεως της αδιαιρέτου Εκκλησίας των Επτά Οικουμενικών Συνόδων. Εν τω μεταξύ οι Λατίνοι μας είχαν μοιράσει το δικό τους κείμενον δια τον σκοπόν και την μέθοδον του διαλόγου. Εν συνεχεία ένας από τους εκπρόσωπους του Φαναρίου που συνεργάσθηκε με τους Λατίνους σε μικτήν υποεπιτροπήν μας ανήγγειλε στην επομένην συνάντησιν της Ορθοδόξου Τεχνικής Επιτροπής τα «ευχάριστα» νέα ότι οι Λατίνοι τόσον πολύ ενθουσιάσθηκαν με το Ορθόδοξον κείμενον που εγκατέλειψαν το δικό τους κείμενον και υιοθέτησαν το κείμενον της Ορθοδόξου επιτροπής. Έτσι έληξε το έργον της Τεχνικής Επιτροπής.

63) Παραδόξως η αίρεσις αυτή της Ευχαριστιακής Ειδωλολατρείας έφτασε να διέπη σήμερον όλον το θεολογικόν έργον του «Πίστις και Τάξις» του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών.