Τό Μεγάλο Σάββατο οί Φαρασιώτες θέλοντας νά προαναγγείλουν τήν Ανάσταση τού Κυρίου, έβγαζαν τά μαύρα καί τά αντικαθιστούσαν μέ τό χρώμα τής χαράς, τό κόκκινο.
Στίς εξώπορτες κρεμούσαν κόκκινες κορδέλες καί στεφάνια φτιαγμένα από κόκκινα λουλούδια.
Σέ κάθε σπίτι, ακόμη καί στό πιό φτωχικό, τό πανεράκι μέ τά κόκκινα αυγά έπαιρνε τή θέση του στό τραπέζι.
Γι’αυτό έλεγαν πώς τό Μεγάλο Σάββατο ό Βαρασός ντυνόταν στά κόκκινα.
Τή μέρα εκείνη όλα ήταν διαφορετικά.
Οί αυλές άστραφταν από καθαριότητα καί τά σπίτια φρεσκοασβεστωμένα μύριζαν πάστρα καί ασβέστη.
Όλα τά τζάκια καί οί φούρνοι κάπνιζαν.
Οί νοικοκυρές ζύμωναν καί έπλαθαν τσουρέκια καί κουλούρια καί ετοίμαζαν τό τραπέζι τής μεγάλης μέρας τής Λαμπρής. Όλοι ήταν χαρούμενοι καί εύχονταν ό ένας στόν άλλον «Καλή Ανάσταση».
Νωρίς τό βράδυ μαζεύονταν όλοι στά σπίτια καί έπεφταν γιά ύπνο μέ τά πρώτα σκοτάδια. Πίστευαν πώς, γιά νά πάρουν τή «Μεταλαβή», τή Θεία Κοινωνία, έπρεπε νά κοιμηθούν έστω καί γιά λίγο. Μόνον οί νοικοκυρές έμεναν άγρυπνες, γιά νά φτιάξουν τή μαγειρίτσα πού θά έτρωγαν, όταν θά επέστρεφαν από τήν Ανάσταση.
(ΤΑ ΦΑΡΑΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
μνήμες Φαρασιωτών γερόντων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου