Χώρα. Σοκάκι με σκαλιά. Ασβέστης φρέσκος.
Σπίτι πέτρινο, 3 ορόφων. Παλιό αρχοντικό. Τώρα Airbnb και ντόπιοι.
3ος όροφος. Βεράντα με θέα το λιμάνι.
Η κυρά-Μαρίνα, 70 χρονών. Χήρα καπετάνιου. Συριανή.
Στο χέρι, κούπα θερμός. Freddo cappuccino με καρύδα. Την κέρασε η εγγονή από την Αθήνα.
Κοιτάει τα blue star που φεύγουν.
Δίπλα, το tablet. Στο Facebook. Βλέπει φωτογραφία: 1965, η μάνα της με τις γειτόνισσες.
Φλιτζανάκια. Πλεχτά. Γέλια. Όλες χωρίς μαντήλι. Νέες τότε.
Κάνει καρδούλα. Μουρμουρίζει: «Πού είστε, βρε κορίτσια;»
2ος όροφος. Airbnb.
Ο Άλεξ, 35 χρονών. Digital nomad από Βερολίνο.
Στο χέρι, Stanley cup. Cold brew. Δουλεύει με laptop.
Ακούει κύμα, αλλά φοράει ακουστικά με noise canceling.
Έχει κλείσει το σπίτι για 3 μήνες. Δεν ξέρει κανέναν.
Παραγγέλνει σουβλάκι από το Wolt. Το τρώει μόνος στη βεράντα.
Ισόγειο. Κατώι που έγινε γκαρσονιέρα.
Ο μπάρμπα-Φώτης, 78 χρονών. Ψαράς συνταξιούχος.
Στο χέρι, μπρίκι. Έβρασε ελληνικό. Μόνος.
Το φλιτζανάκι; Της μάνας του. Του 1948. Ραγισμένο.
Κοιτάει τη θάλασσα. «Ούτε τα ψάρια βγαίνουν πια. Ούτε οι άνθρωποι.»
Η γυναίκα του, η Αργυρώ, έφυγε πέρσι.
Τρεις άνθρωποι. Ένα νησιώτικο σπίτι.
Τρεις καφέδες. Τρεις μοναξιές.
Από πάνω τους, ο ίδιος ήλιος. Η ίδια αρμύρα.
Κανείς δεν λέει καλημέρα.
1965. Το ίδιο σπίτι. Αυλή με λεμονιά.
10 το πρωί. Φωνή: «Ευγενίαα! Ψήνεται ο καφές!»
Η κυρά-Ευγενία πετάγεται από το διπλανό. Φλιτζανάκι στο χέρι.
Χωρίς μαντήλι. Μαλλί πιασμένο κότσο.
«Τι νέα, Μαρίκα;»
«Η κόρη του καπετάν-Μανώλη αρραβωνιάστηκε. Με τον γιατρό από την Αθήνα.»
«Αλήθεια; Πότε;»
«Χτες. Έφερε δαχτυλίδι.»
Δυο γουλιές. Τέλος.
«Πάμε της Λενιώς. Να της το πούμε. Να χαρεί.»
Σε μια ώρα, όλη η Χώρα το ήξερε.
Το βράδυ, μαζεύτηκαν 15 γυναίκες στο σπίτι. Με γλυκά. Με ευχές.
Γιατί στο νησί, η χαρά αν δεν μοιραστεί, βουλιάζει.
Κι ο πόνος αν δεν μοιραστεί, σε πνίγει.
2026. Πίσω στη βεράντα.
Η κυρά-Μαρίνα αφήνει το tablet. Κοιτάει το Stanley cup. Ξένο. Πλαστικό.
Σηκώνεται. Ανοίγει το μπουφέ.
Τα φλιτζανάκια της μάνας της. Έξι. Τα τρία ραγισμένα.
Τα πλένει. Βράζει καφέ στο μπρίκι. Όπως παλιά.
Βγαίνει στη σκάλα. Φωνάζει:
«Παλικάρι! Ο Γερμανός! Κατεβαίνεις για καφέ;»
Ο Άλεξ βγάζει τα ακουστικά. «Sorry;»
«Coffee. Greek. Come.»
Δέκα λεπτά μετά, ο Άλεξ κατεβαίνει. Αμήχανος.
Η Μαρίνα του δίνει το φλιτζανάκι. Μικρό. Δυο γουλιές.
«Drink. Slowly. Look at the sea. Not screen.»
Ο Άλεξ πίνει. Πρώτη φορά ελληνικό. Πικρός.
Αλλά κοιτάει το λιμάνι. Χωρίς ακουστικά. Ακούει γλάρους.
Χαμογελάει. «Nice.»
Από κάτω, ο μπάρμπα-Φώτης ακούει φωνές. Ανεβαίνει με το μπαστούνι.
«Τι κάνετε εδώ; Πανηγύρι;»
Η Μαρίνα: «Έλα, Φώτη. Σου έχω καφέ. Στο φλιτζάνι της Αργυρώς.»
Ο Φώτης βουρκώνει. «Από τότε που έφυγε, πίνω μόνος.»
«Όχι πια.»
Σάββατο απόγευμα. Σύρος. 2026.
Τρεις ξένοι. Ένας ντόπιος, ένας ψαράς, ένας digital nomad.
Τρία φλιτζανάκια. Μικρά. Ραγισμένα.
Και το νησί έγινε πάλι γειτονιά.
Ο Άλεξ βγάζει το laptop. «I’ll work later.»
Ο Φώτης λέει ιστορίες για φουρτούνες του ’70.
Η Μαρίνα κερνάει λουκούμι τριαντάφυλλο.
Την επόμενη μέρα, η Μαρίνα κολλάει χαρτί στην εξώπορτα:
«Κάθε πρωί 10:00. Καφές στη βεράντα. Φέρτε το φλιτζάνι σας.
Και την μοναξιά σας. Να την κεράσουμε καφέ. Να φύγει.»
Το ηθικό του νησιού;
Μεγάλωσαν τα φεριμπότ. Μεγάλωσαν τα φλιτζάνια. Μεγάλωσαν τα σπίτια για τους ξένους.
Αλλά μίκρυνε η κουβέντα. Μίκρυνε η καρδιά.
Τα φλιτζανάκια του 1960 ήταν μικρά. Δυο γουλιές.
Αλλά χώρεσαν γάμους, κηδείες, φτώχεια, χαρά.
Γιατί δεν έπιναν καφέ. Έπιναν ο ένας τον άλλον.
Σήμερα έχουμε freddo, έχουμε θέα, έχουμε wifi.
Αλλά ξεχάσαμε να φωνάξουμε: «Έλα να πιούμε καφέ!»
Στο νησί, η θάλασσα είναι γύρω γύρω.
Η μοναξιά δεν έχει λόγο να υπάρχει.
Αρκεί ένα φλιτζανάκι. Και μια καρδιά που χτυπάει την πόρτα.
μας τόστειλε το mail

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου