Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Αγιασμένες πνοές της Ρωμιοσύνης…


Ευαγγελισμὸς της Θεοτόκου_Благовещение Пресвятой Богородицы_The Annunciation20 (1) 

Στίχοι
Τὸν σὴν ἀπαγγείλαντα σάρκωσιν Νόα,
Τιμῇ πρεπούσῃ πᾶσα σὰρξ τιμᾷ, Λόγε.
Εἰκάδι ἀμφ᾿ ὕμνους Γαβριὴλ κτίσιν ἕκτῃ ἐγείρει

 
Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν˙ Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.

Μετά την μπόρα την δαιμονική θά ‘ρθει η λιακάδα η Θεϊκή.

Αιωνία η ευγνωμοσύνη μας στους Αγωνιστές του 1821

Αγιασμένες πνοές της Ρωμιοσύνης…
Το ηρωικότερο επεισόδιο του Αγώνα, από την Έξοδο του Μεσολογγίου

«Ήταν πρωί, Σάββατο του Λαζάρου, 10 Απριλίου του 1826, όταν συγκροτήθηκε το νεκροδόξαστο εκείνο συμβούλιο αποφάσεως. Ήταν ένα συμβούλιο θανάτου. Οι καπεταναίοι είχαν αναλάβει να διερευνήσουν, με ανιχνευτές την ύπαρξη μυστικού δρόμου-διόδων για ακίνδυνο πέρασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων στην ελευθερία. Κανένας όμως δεν έφερε ελπιδοφόρα πληροφορία. Οι λόγχες και οι στενωποί φυλάγονταν άγρυπνα από τους πολιορκητές σε βάθος χώρου και τόπου. Γενική ήταν η κατήφεια και η σιωπηλή θλίψη. Την σιωπή της στιγμής έσπασε η βροντώδης και σταθερή έκρηξη του τρανοδύναμου αρχηγού της Φρουράς, του Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Υπάρχει δρόμος ωρέ!
– Ποιος είναι, στρατηγέ, και δεν τον λες τόση ώρα; Διαμαρτυρήθηκαν όλοι οι παριστάμενοι.
– Είναι ο δρόμος του Θεού, φωνάζει».,
από το βιβλίο του Ν. Βούλγαρη Το Μεσολόγγι των Ιδεών, ερμηνεία της απόφασης της Εξόδου)

***

 

Η θυσία του αγίου Πατριάρχη μας Γρηγορίου

«Επειδή η οδός ήτο ανωφερής και ο γέρων Πατριάρχης, συντετριμμένος ών εκ των ταλαιπωριών, δεν ηδύνατο να βαδίση, υπεβαστάχθη υπό δύο τούρκων στρατιωτών και ούτω διήλθε διά μέσου του κατακλύσαντος τον περί το Πατριαρχείον χώρον και την αυλήν αυτού τουρκικού και ιουδαϊκού όχλου μέχρι της πύλης του Πατριαρχείου ». Εκεί ο δήμιος « βοηθούμενος από πολυαρίθμων Ιουδαίων » ετοίμασε την αγχόνην.
Εν τω μεταξύ: « Ο Πατριάρχης ίστατο κατά την τραγικήν εκείνην σκηνήν, σιωπηλώς προσευχόμενος και έχων κεκλιμένην την κεφαλήν επί του δεξιού ώμου. Ατάραχος και μετά χριστιανικής γαλήνης υφίστατο το ηθικόν εκείνο μαρτύριον ».
Τελικά ένας « ρωμαλέος αχθοφόρος » …ύψωσεν αυτόν επί των ώμων προς τον επί της κλίμακος ιστάμενον δήμιον, όστις περιβολών τον τράχηλον αυτού διά του βρόχου, αφήκεν αυτόν μετέωρον, εν μέσω των αλλαλαγμών μέν των τούρκων και Ιουδαίων…
Oι τούρκοι και ιουδαίοι έρριπτον λίθους επί το αίωρούμενον εκ της αγχόνης λείψανον αυτού, βλασφημούντες και λοιδορούντες…»
« Το λείψανον του Γρηγορίου έμεινε κρεμάμενον επί τρεις ημέρας, μάτην δέ προσεπάθησεν ο Πατριάρχης Ευγένιος να εξαγόραση αυτό και θάψη.
Tη 13η Απριλίου εικοσαμελής επιτροπεία Εβραίων δι” 800 γροσίων ηγόρασε το λείψανον παρά του δημίου, όστις παρέδωκεν αυτό εις την διάθεσιν του απανταχόθεν της Κων/πόλεως συρρεύσαντος εβραϊκού όχλου.
Ούτος δέ προσδέσας το απογυμνωθέν μέν αλλά φέρον τον βρόχον λείψανον του ιερομάρτυρος από των ποδών, μετά κραυγών χαράς καί αρών κατά της χριστιανικής θρησκείας έσυρεν αυτό ανά τας οδούς…
Ούτω φρικωδώς λίαν έβλεπε τις τα σώματα του τε Πατριάρχου και των λοιπών μαρτύρων, μολυνόμενα διά χειρών βέβηλων, συρρόμενα εντός του πηλού των ρυάκων και χρησιμεύοντα ως παίγνιον του αγρίου μίσους των απογόνων του θεοκτόνου λαού…» .
«Συναξαριστή Νεομαρτύρων», εκδ. «Ορθοδόξου Κυψέλης» Θεσ/νίκη 1984, σελ. 439 – 442.,763

Κατά την πολιορκία της Τριπόλεως από τους Ελληνες, οι εβραίοι μετήλθαν τα γνωστά εβραϊκά τεχνάσματα για να σωθούν:
«Οι Εβραίοι, μιά νύχτα, μπόρεσαν να βγάλουν μερικούς δικούς τους έξω από το κάστρο. Γλίστρησαν ως την καλύβα του Υψηλάντη και του πρότειναν να τους αφήσει να βγουν, να τους εγγυηθεί ασφάλεια ζωής και περιουσίας κι αυτοί θάδιναν ένα μεγάλο ποσό στους πολιορκητές.
Μά ποιος μπορούσε ν” ακούσει τέτοιες προτάσεις.
Ούτ” ένα παλικάρι δεν ήταν στο στρατόπεδο που να μήν ξαίρει τον άθλιο ρόλο πούχαν παίξει στην τραγωδία της κρεμάλας του πατριάρχη, το μίσος και το φανατισμό πούχαν δείξει βρίζοντας το λείψανο τον, σέρνοντάς το στους δρόμους, οι Εβραίοι της Πόλης.
Τους έδιωξαν μ” άγριες φοβέρες ».φοβέρες ».
Σπύρος Μελάς «Ο Γέρος του Μοριά» έκδ. «Μπίρης» Αθ. 1975, σελ. 290

***

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης_ 146558 

Γονάτισε ο Γέρος του Μωριά μπροστά στήν εικόνα της Παναγίας…
‘Βόηθα, βόηθα Παναγιά μου, τούς Έλληνες να ψυχωθούνε… φώτισε τούς.”
Φώτισε τούς να βρούνε το σώστο δρόμο για την Λευτεριά τούς.
Τα μάτια του γιομίσανε δάκρυα… σηκώθηκε και έκαμε το σταυρό του.
Στράφηκε δίπλα του…
– Συλλογισμένο σε βλέπω κουμπάρε Μουρτζινέ…
– Ήρθε ένας μαντατοφόρος του πασά, πήγε στού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.
Ρωτούσε για σένα…
– Χμ.. ο Κολοκοτρώνης έκαμε ενα μορφασμό χαμογελώντας.
– Τούς έζωσαν τα φίδια απο τον ερχομό σου… απάντησε ο Μουρτζινός.
Μπορεί να πληρώσουν ανθρώπους να σε βγάλουν απο την μέση…
Αν είναι θέλημα Θεού… είπε ατάραχος ο Γέρος του Μωριά.
– Φυλάξου!
– Δεν ήρθα στο Μωριά για να φυλάγομε!
Αφέντη -αφέντη! Μπήκε μέσα αναψοκοκκινισμένος ένας εργάτης, ”Έρχεται ο Πετρόμπεης με δυο αρματομένους..!”
Κίνησαν φουριόζοι κατά την αυλή… να υποδεχτούν τον μουσαφίρη.
– Δεν μου έστηλες μήνυμα πως έρχεσε αδελφέ Πετρόμπεη… είπε ο Μουρτζινός
Ο Πετρόμπεης στράφηκε ευθείς αμέσως πρός τον Κολοκοτρώνη. ”Έλαβα σήμερα μήνυμα του Μώρα Μαλεσή..”
– Τι λέει… είπε βλοσυρός ο Κολοκοτρώνης.
– Διάβασε…
– Τι λέει! απάντησε επιτακτικά ο Στρατηγός…
– Να σε δέσω και να σε στείλω στη Τριπολιτσά…
– Και να δεν σταθώ;…
– Να σε σκοτώσουμε… Αλλιώς μου πέρνει το κεφάλι. (…)
– Είναι δύσκολο να διαλέξεις Πετρόμπεη…
– Διάλεξα κιόλας… είπε ο Πετρόμπεης και έκαμε το χαρτί κομμάτια.
Έπεσε ο ένας στήν αγκαλιά του άλλου.
– Κολοκοτρώνη! Ζυγώνει η ώρα της Λευτεριάς!

***

Ο Θ. Κολοκοτρώνης διηγείται τον παρακάτω διάλογο με τον Άγγλο Ναύαρχο Χάμιλτον για τα περί συμβιβασμού με τους Τούρκους :
« Ἡ ἐπανάστασις ἡ ἐδική μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμιὰν ἀπ᾿ ὅσες γίνονται τὴν σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεών των εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος.Ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦτον ὁ πλέον δίκαιος, ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλο ἔθνος, ἦτον μὲ ἕνα λαόν, ὁποὺ ποτὲ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὡς τοιοῦτος, οὔτε νὰ ὁρκισθεῖ, παρὰ μόνο ὅ,τι ἔκαμνε ἡ βία. Οὔτε ὁ Σουλτάνος ἠθέλησε ποτὲ νὰ θεωρήσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς λαόν, ἀλλ᾿ ὡς σκλάβους».
«Μίαν φοράν, ὅταν ἐπήραμεν τὸ Ναύπλιον, ἦλθε ὁ Ἅμιλτον νὰ μὲ ἰδεῖ· μοῦ εἶπε ὅτι: “πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμόν, καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσει”. Ἐγὼ τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι: “Αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἢ θάνατος. Ἐμεῖς, Καπετὰν Ἅμιλτον, ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθί καὶ ἄλλοι, καθὼς ἡμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά».
« Ὁ βασιλεὺς μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε· ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα”. Μὲ εἶπε: “Ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρά του, ποῖα εἶναι τὰ φρούρια;” – “Ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι Κλέφται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά”. Ἔτζι δὲν μὲ ὁμίλησε πλέον».
(«Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα», Τερτσέτη Άπαντα, εκδόσεις Χρ. Γιοβάνης, τόμος Γ’, σελ. 179)

***

Μάρκος Μπότσαρης ο αγνός «Σταυραετός του Σουλίου»,
ο νεομάρτυς, ο λεοντόκαρδος οπλαρχηγός

Πέρα από στρατιωτική ευφυΐα, ο Μπότσαρης διακρινόταν και από πολιτικά χαρίσματα, προβλέποντας διορατικά σε σωζόμενη χειρόγραφη προκήρυξή του ότι «Όπου κυματίζει η Αγγλική σημαία, οι λαοί είναι δούλοι»…
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, συμπολεμιστής του Μπότσαρη σε πλειάδα μαχών, δεν έκρυβε τον σεβασμό του για τον στρατηγό των Σουλιωτών: «Ο Μάρκος ήταν τρανός. Είχε νου που δεν είχε άλλος. Είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκαιη σαν του Χριστού. Εμείς όλοι ούτε στο δάχτυλό του δεν φθάνουμε». Ο Καραϊσκάκης θρήνησε αργότερα την άψυχη σορό του μεγάλου αγωνιστή στο Μοναστήρι του Προυσού με τη σπαρακτική οιμωγή του: «Ωρέ, σαν τον Μάρκο ήρωα γυιό, μάνα δεν ματαγεννάει».
Κι όταν ο Λόρδος Βύρων έφτασε στο Μεσολόγγι την 5η Ιανουαρίου 1824, μέσα στην πανηγυρική ατμόσφαιρα που του επιφύλαξε ο λαός και η πολιτική ηγεσία, εκείνος κατευθύνθηκε πρώτα στο μνήμα του Μάρκου Μπότσαρη, όπου δακρυσμένος ορκίστηκε στη μνήμη του άδολου πολεμιστή να δώσει ακόμα και τη ζωή του για την ελευθερία της Ελλάδας.

Επανάσταση_εξοδος Μεσολογγιου_Ρωγών Ιωσήφ_rogon-iosif-4004444245

Ο παπάς στις ντάπιες

Όταν πήγε ο Όθων το 1837 στο Μεσολόγγι, γνώρισε και τον παπα-Παναγιώτη Μπουγάτσα [εφημέριο του Αγίου Παντελεήμονος εκ Μποχωρίου]. Ο παριστάμενος καπετάνιος Δ. Μακρής, όταν ο βασιλιάς ζήτησε πληροφορίες για τον ιερέα, του είπε: «Αυτόν να τον προσκυνούμε ως άγιο, μεγαλειότατε, για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Από την αρχή του αποκλεισμού στο Μεσολόγγι, η μόνη δουλεία που έκανε ο παπάς αυτός, άμα άρχιζε το ντουφέκι-και αυτό ήταν καθημερινό, νύχτα και μέρα- να τρέχει στην εκκλησιά. Έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του, επήγαινεν από τάπια σε τάπια και μεταλάβαινε τους βαριά πληγωμένους και τους παρηγορούσε με καλά λόγια. Και εγκαρδίωνε τους άλλους να πολεμούν με όρεξη και με ψυχή, για να έχουν την βοήθεια του Θεού. Σου ορκίζομαι στην πίστη μου βασιλιά ότι δεν πέρασε μέρα ή νύχτα, που να μην τον δω γύρω σε όλες τις πολεμίστρες και μέσα στην χώρα από σπίτι σε σπίτι. Και στο γιουρoύσι της εξόδου ήταν μαζί μας και βόλι δεν τον πείραξε. Λοιπόν, δεν είναι άγιος ο παπάς αυτός;…». (Από Αναγνωστικό Έκτης Δημοτικού του 1952, “Ο Αληθινός Κληρικός” Του Ν.Δ. Μακρή).

***

Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα είπε στους Προκρίτους και στους Δημογέροντες:
«Έχασα τον σύζυγόν μου. Ευλογητός ο Θεός! Ο πρεσβύτερος υιός μου έπεσε με τα όπλα ανά χείρας. Ευλογητός ο Θεός! Ο δεύτερος και μόνος υιός μου, 14ετής την ηλικίαν, μάχεται μετά των Ελλήνων και πιθανώς να εύρη ένδοξον θάνατον. Ευλογητός ο Θεός! Υπό το σημείον του Σταυρού θα ρεύση επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός! Αλλά θα νικήσωμεν ή θα παύσωμεν μεν ζώντες, αλλά θα έχωμεν την παρήγορον ιδέαν, ότι εν τω κόσμω δεν αφήσαμεν όπισθεν ημών δούλους τους Έλληνας».

***

Μακρυγιάννης_Yannis Makriyannis_Макрияннис_f85-cebcceb1cebacf81cf85ceb3ceb9ceb1cebdcebdceb7[

Γράφει ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης στα Aπομνημονεύματά του]:
Εκεί-οπού ᾿φκειανα τις θέσες εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς [Φιλέλληνας Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ] να με ιδή.
Μου λέγει:
– Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες [στρατιωτικές οχυρωματικές θέσεις] είναι αδύνατες τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραΐμη [Ιμπραήμ] αυτού;
– Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσες κ᾿ εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι᾿ αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ᾿ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους.
Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε τρώνε από ᾿μάς και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν κι᾿ όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς.
– Τρε-μπιέν [πολύ καλά], λέγει κι᾿ αναχώρησε ο ναύαρχος.
[…]με πλήγωσαν εις το δεξί χέρι.
Ήταν από μουσκέτο [εμπροσθογεμές μακρύ πυροβόλο όπλο] και το μολύβι [σφαίρα] μεγάλο και μο᾿ ᾿φαγε όλα τα κόκκαλα. Μο᾿ ᾿πεσε το σπαθί από το χέρι -ήμουν κι᾿ αναμμένος οπού ᾿τρεχα εις τα πόστα και τους έδινα πολεμοφόδια. Δεν βαστιέταν το αίμα τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην το ιδούνε οι άνθρωποι.
Όμως τσακίστηκαν οι Τούρκοι… Αφού ο πόλεμος τελείωσε, με πήραν και με πήγαν εις την φεργάδα [φρεγάδα] την Γαλλική -έστειλε φελούκα ο ναύαρχος κι᾿ αξιωματικούς. Άμα πλησιάσαμεν εις την φεργάδα, έβαλε την μουσική και βαρούσε [απόδοση στρατιωτικών τιμών].
Γύρευαν να με κρατήσουν μέσα-εις την φεργάδα δια-να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μο᾿ ᾿δεσαν οι γιατροί της φεργάδας το χέρι και με συντρόφεψαν αυτείνοι και πεντέξι αξιωματικοί ᾿σ τ᾿ Ανάπλι σουρουπώνοντας καλά, και με δέχτηκαν οι κάτοικοι του Αναπλιού και η Κυβέρνηση.
Αφού είδε αυτόν τον πόλεμον ο ναύαρχος Ντερνύς έκαμε έκθεσιν και την έβαλε εις τις εφημερίδες τις Γαλλικές.
Απόσπασμα από το έργο «Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα». Μεταγραφή από το πρωτότυπο Γιάννης Βλαχογιάννης

***

Η ατρόμητη αρχόντισσα Μαντώ Μαυρογένους,
μια γυναίκα με πάθος και ατσάλινη ψυχή

 

Γράφει η Μαντώ στον φιλέλληνα Μ. Ρεμπώ :
«Δεν με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να λευτερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία.»
Με το πέρας της επανάστασης η Μαντώ εγκαθίσταται στο Ναύπλιο (κατά τον Λαμπρινίδη η Μαντώ καταγράφεται ως κάτοικος Ναυπλίου στην απογραφή του πληθυσμού το 1824, ως εξής : «Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ»). Ο απαράμιλλος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας – που θα λάβει και ο ίδιος άδικη αμοιβή απο την πατρίδα για τις πελώριες υπηρεσίες του στην εθνική ανασυγκρότησή της μετά την επανάσταση, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος με την ίδια του τη ζωή – αισθανόμενος βαρύ το χρέος της Ελλάδας πρός την ακατάβλητη ηρωίδα, θα της αποδώσει τον τίτλο του αντιστρατήγου. Τον οποίον η Μαντώ είναι και η μοναδική ελληνίδα που τον φέρει μέχρι σήμερα, και θα της αναθέσει ακόμα την εποπτεία του Ορφανοτροφείου που ιδρύει στην Αίγινα.
Την περίοδο αυτή θα ανθήσει ένα ειδύλλιο μεταξύ του πρίγκιπα Δημητρίου Υψηλάντη και της Μαντούς που γοητεύεται τόσο απο την απαράμιλλη αυτοθυσία της και τον ηρωισμό της για την πατρίδα, όσο και απο την ομορφιά της.
Ο Ιωάννης Κωλέττης, εκπρόσωπος των γαλλικών συμφερόντων στην Ελλάδα, διαβάλλει στον Υψηλάντη την Μαντώ, τρομοκρατώντας τον για την ζωή του, αν επιμείνει σ΄ αυτήν την σχέση. Στην χυδαία αυτή προσπάθειά του, δεν θα διστάσει να οργανώσει ακόμα και απαγωγή της Μαντούς απο το Ναύπλιο στην Μύκονο, αφού έχει προηγηθεί και η πυρπόληση του σπιτιού της στο Ναύπλιο. Όμως καταλυτικό ρόλο στην τραγική εξέλιξη των γεγονότων, θα διαδραματίσει η βαρύτατα θραυσμένη υγεία του πρίγκιπα Υψηλάντη, που βιολογικά εξασθενημένος – θα πεθάνει ένα χρόνο μετά – δεν μπορεί να αντιδράσει στην ενορχηστρωμένη επίθεση που δέχεται. Έτσι παρακολουθεί αδύναμος να αλλάξει τον ρού των γεγονότων, κάτι που απο την Μαντώ, εκλαμβάνεται σαν «υπαναχώρηση» στην σχέση τους και την βυθίζει σε απέραντη θλίψη. Κοντά όμως στην ψυχολογική καταρράκωση της μεγάλης ελληνίδας, έχει εγκύψει και η σοβαρή οικονομική της ένδεια, μέχρις του σημείου να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στα βιοποριστικά της έξοδα, που την ισοπεδώνει στην κυριολεξία ολοκληρωτικά. Έτσι εγκαταλελειμμένη καταφεύγει σε συγγενείς της στην Πάρο, για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί. Μάλιστα υπάρχουν και αναφορές της Μαντούς πρός το Βουλευτικό, μέσω των οποίων ζητά απο την κυβέρνηση οικονομική βοήθεια για να ζήσει. Αρχικώς η κυβέρνηση εγκρίνει την παροχή βοηθείας. Μεταγενέστερες εκκλήσεις της όμως για βοήθεια, θα απορριφθούν απο την έμπλεη απο μίσος εναντίον της κυβέρνηση Κωλέττη «να λάβη πρόνοιαν η Διοίκησις να εξοικονομήση και αυτήν δυστυχούσαν ήδη, δυστυχώς απερρίφθησαν μετά πολλών βαΐων» !!!
Η αρχοντοπούλα της Βλαχίας, που είχε δωρίσει ολάκερη την μυθώδη περιουσία της στην πατρίδα, τα ολόδροσά της νιάτα και την ίδια της την ψυχή …. Κατάμονη και λησμονημένη θα πεθάνει στην Πάρο το 1840, απο τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε με δημόσια δαπάνη στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

Με την απελευθέρωση του Ναυπλίου απο τους έλληνες και την παράδοση της πόλης, πολλά απο τα σπίτια των Τούρκων διοικητικών παραγόντων έβγαιναν στον πλειστηριασμό – με το τίμημα υπέρ του ελληνικού δημοσίου – και αγοράζονταν απο τους έλληνες που ήθελαν να αποκτήσουν σπίτι. Ένα απο αυτά τα σπίτια ήταν και του Αλή Μπέη και πήγε να το αγοράσει συμμετέχοντας στον πλειστηριασμό η Μαντώ Μαυρογένους. Στα εκπλειστηριαζόμενα σπίτια των Τούρκων, οι διενεργούντες υπάλληλοι την διαδικασία των δημοπρασιών, επεδίωκαν να τα «ξεπουλάνε» όσο, όσο αποκομίζοντας προφανώς και το «δώρο» τους απο τον οφελούμενο υπερθεματιστή στην δημοπρασία, ο οποίος εξαγόραζε τα σπίτια σε τιμές εξευτελιστικές, εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Η μεγάλη ελληνίδα με το αδαμάντινο ήθος, όταν συνειδητοποιεί, ότι θα αγοράσει στη δημοπρασία το σπίτι του Αλή Μπέη σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας του, εις βάρος του συμφέροντος της πατρίδας, αντιδρά ακαριαία και επιβάλει η ίδια την επανάληψη της διαδικασίας, για να προασπίσει το συμφέρον του κράτους, εις βάρος του δικού της συμφέροντος, έστω και εαν η ίδια έχει δωρίσει στην Ελλάδα για τον αγώνα της εθνεγερσίας, 700.000 γρόσια !!!

Ο φιλέλληνας Jules το 1890 θα γράψει «Είναι απορίας άξιον πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς, απο όλους τους έλληνες ιστορικούς». Το 1825 ωστόσο έχει κυκλοφορήσει στα γαλλικά το βιβλίο του φιλέλληνα T. Ginouvier υπο τον τίτλο «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» (Μαυρογένους, μια ηρωΐδα της Ελλάδος», όπου με παραστατική ενάργεια ο γάλλος ιστορικός περιγράφει ακριβοδίκαια, τον πολύτροπο βίο της μεγάλης ελληνίδας, όπως τον διαισθάνθηκαν και με ηθική ένταση τον αποτύπωσαν, οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής.

***

Κολοκοτρώνης είπε στον Όθωνα, “οι βιολιτζήδες άλλαξαν…

Το καλοκαίρι του 1841, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης –φημισμένος για τη μυστικοπάθεια του– μάθαινε τις αντιδράσεις του λαού για τον Όθωνα και τις κυβερνήσεις του, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης. Όπως λοιπόν μας παρέδωσε ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας, ο εγγονός του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γιος του Γενναίου, που έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο «Φαλέζ», ο Γέρος του Μοριά επισκέφτηκε τον βασιλιά και του επισήμανε ότι ήταν ανάγκη να αλλάξει κυβέρνηση και πολιτική πορεία…
Ο Όθων, μεταξύ άλλων, φαίνεται πως έδωσε βαρύτητα και στην επισήμανση του πολύπειρου Γέρου, όταν μετακαλούσε από το Λονδίνο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο για να αναλάβει την πρωθυπουργία και το υπουργείο Εξωτερικών. Παραξενεύτηκε όμως γιατί ο Κολοκοτρώνης δεν παρουσιάστηκε, όπως συνήθιζε, για να τον ευχαριστήσει που άκουσε τη συμβουλή του. Έκανε λοιπόν παράπονα στον γιο του Γενναίο, ο οποίος με τη σειρά του έπεισε τον πατέρα του να πάνε στο Παλάτι. Τότε ο Όθων τον ρώτησε:
― Γέρο Κολοκοτρώνη, μου υποδείξατε να αλλάξω την κυβέρνησιν και το έπραξα, είσθε ευχαριστημένος;
― Όχι, μεγαλειότατε, απάντησε σοβαρά ο Γέρος, διότι οι βιολιτζήδες άλλαξαν, αλλ’ ο χαβάς μένει ο ίδιος. Ο σκοπός ήταν ν’ αλλάξει ο χαβάς!
Ο βασιλιάς τού γύρισε την πλάτη και εξέφρασε πικρά παράπονα στον γιο του. Τότε ο Γενναίος απευθύνθηκε πάλι στον πατέρα του:…
― Τι έκαμες, πατέρα, και δυσαρέστησες πικρά τον βασιλιά;
― Σώπα, τον διέκοψε ο Γέρος θυμωμένος. Σείς εκεί μες το κορίτο – όπως έλεγαν τότε την Αυλή– δεν βλέπετε ως τη μύτη σας. Και κάλλιο λόγια στο χ ωράφι, παρά μάγκανο στ’ αλώνι. Πέστε του βασιλιά ν’ αλλάξει δρόμο γιατί θα ξημερώσει…
Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης γύρισε στο Παλάτι προβληματισμένος. Για πολύ καιρό σκεφτόταν τις κουβέντες του πατέρα το μέχρι που… ξημέρωσε η μεταβολή της 3ης Σεπτεμβρίου 1843!
Πηγή: “Μικρός Ρωμηός” από τον Ελευθέριο Γ. Σκιαδά..

***

Δημήτρης Μακρής, ὁ ἀπροσκύνητος κλέφτης του Ζυγού Αιτωλοακαρνανίας!

 

Δημήτρης Μακρής, ὁ ἀπροσκύνητος κλέφτης του Ζυγού Αιτωλοακαρνανίας! ὁ ἁγνότερος τῶν ἡρώων καὶ ἀφανέστερος τῶν ἐνδόξων, ὁ ἥρωας καπετάνιος, στὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Ἁγνός, φιλόπατρις, ἀνιδιοτελής, ἀνδρεῖος, ἄνθρωπος μαλαματένιος, πραγματικὸς Ἕλληνας «Ὁ ἀνεπίληπτος πατριωτισμός, ἡ ἔξοχος ἀνδρεία, τὰ ἁπλούστατα ἤθη καὶ χεῖρες ἀμίαντοι ἦσαν οἱ χαρακτῆρες τοῦ συμπολίτου μας αὐτοῦ»
«Ἠθέλησε ποτὲ ὁ Ὄθων νὰ διορίση ὑπασπιστήν του ἀγωνιστήν τινα ἀμόλυντον ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀπροσκύνητον Κλέφτην καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπέδειξαν εἰς αὐτὸν τὸν Μακρῆν. Ἐκλήθη τότε καὶ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας ὁ παλαιὸς ὁπλαρχηγός, ἀλλ’ ὅταν ἔμαθε διὰ ποῖον λόγον τὸν ἐζήτει ὁ βασιλεύς, ἐστεναχωρήθη πολύ, ἠρνεῖτο καὶ νὰ παρουσιασθεῖ κάν. Εἰς τοὺς φίλους του, τοὺς ἐρωτῶντας αὐτόν, διατὶ ἠρνεῖτο τοιαύτην τιμητικὴν θέσιν, ἀπῆντα σοβαρὸς καὶ κατηφής. “Δεν ξέρω ᾽γὼ νὰ τσακάω τ’ μέση μ’!”. Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς Μεσολόγγι. Καὶ οὕτω πως ἔζησε τὸν ὑπόλοιπον βίον του μακρὰν τῶν ἐπιδείξεων, μακράν τῆς πρωτεύουσας μακρὰν τῆς πολιτικῆς…».
Ἀπό τό βιβλίο : Δημήτρης Μακρῆς ὁ Κλέφτης τοῦ Ζυγοῦ, τοῦ Ἰωάννη Δ. Μακρῆ, «Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης», σελίδα 228

***

Κάποτε, στὰ πρῶτα χρόνια της βασιλείας του, ὁ Γεώργιος ὁ Α’ ἐπισκέπτεται τὸ Μεσολόγγι. Ἄχνιζε ἀκόμη στὰ σοκάκια τῆς Ἱερᾶς Πόλης τὸ αἷμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων. Τὸν συνόδευε ἕνας ὑπερόπτης Δανός, σύμβουλός του, ὀνόματι Σπόνεκ, κάθαρμα ὁλκῆς καὶ τυχοδιώκτης, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἄθλιους «Εὐρωπαίγους», ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ποὺ ἦρθαν ξεβράκωτοι στὴν πατρίδα καὶ ἔφυγαν μὲ γερὲς ἀποζημιώσεις, τὸ αἷμα κυριολεκτικά τοῦ λαοῦ μας. Αὐτὸς ἀντικρίζοντας τὰ ἐρείπια τῶν θρυλικῶν προμαχώνων, ὅσα ἀπόμειναν ἀπὸ τὴν Ἔξοδο, εἶπε μὲ φράγκικη ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία.
-Ἐγώ, ἂν εἶχα 400 Δανούς, θὰ κυρίευα τὸ Μεσολόγγι μὲ μία μόνο ἕφοδο!!
Ὁ παριστάμενος Σουλιώτης, γερο-Νίκας, λείψανο τοῦ Ἀγώνα καὶ ὑπερασπιστὴς κατὰ τὴν πολιορκία, δὲν βάσταξε τὴν προσβολὴ καὶ τοῦ εἶπε:
-Θὰ τὸ πατοῦσες τὸ Μεσολόγγι, λές, μὲ μία μόνο ἔφοδο. Μπορεῖ. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ ποὺ ἦταν ἀπὸ μέσα νὰ εἶναι Δανέζοι σὰν καὶ σένα.
Καὶ τὸ «βούλωσε» ὁ τζιτζιφιόγκος… Αὐτὴ εἶναι ὄντως μία σκληρὴ ἀπάντηση, ρωμαίικη, ἀντάξια τῆς ἱστορίας μας καὶ τῶν ἀγώνων τοῦ ἔθνους γιὰ ἐλευθερία καὶ ἀξιοπρέπεια.

***

 

Οι Βαυαροί κλείσαν τα Μοναστήρια όλα. Μεγάλη ιστορία ο Φαρμακίδης. Εσείς γλιτώσατε γιατί ήσασταν στον Τούρκο. Ο Τούρκος δεν σας τα πείραζε τα Μοναστήρια. Οι Βαυαροί, οι Γερμαναράδες, οι Προτεσταντάδες και οι Καθολικοί, ο Καθολικός ο Όθωνας..
Πού το ‘χατε ξαναδεί;
Ορθόδοξος λαός, Καθολικός βασιλιάς, Προτεσταντική αντιβασιλεία. Άντε βγάλε άκρη. Καταλάβατε τί βάλανε;
Και σ’ όλα αυτά τί κάναμε; Ποιόν αντιτάξαμε; Τον Παπουλάκο.
Και να ‘ναι ο Φαρμακίδης με τον Καΐρη, και ο ένας ο Καΐρης να λέει βασφημίες κατ’ Αυτής της Κυρίας Θεοτόκου. Να αρνείται το Αειπάρθενο της Παναγίας ..
Και πάει μια μέρα ο Κολοκοτρώνης και τον πιάνει απ’ τα γένια τον Καΐρη, που ήταν παπάς!
Προσέξτε. Έχουμε κι αυτά, έχουμε τους τάχα καλλιεργημένους, τους μορφωμένους, τους λιμοκοντόρους, έχουμε κι αυτούς. Και είπε ότι η Παναγία δεν είναι Αειπάρθενος. Γιατί είχε πάει στις Εσπερίες ο Καΐρης.
Και πάει ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης και τον εσπάνε στο ξύλο και του λένε:
«Αυτό, για την Αειπαρθενία της Παναγίας», του είπανε.
«Εσύ», λέει, «πράγμα τζιβαέρικο που είναι η Πίστη μας, θα πεις εσύ για την Παναγία; Να και τούτη, να και τ’ άλλη.»
Τον εκάμαν τον παπά μαύρο.
Το καταλάβατε; Τον Καΐρη. Τον Θεόφιλο Καΐρη, που του ‘χουνε αδριάντα εκεί στην Άνδρο. Του ‘χουνε μία προτομή με τα γένια του κει πέρα. Τί να τον κάμεις; Φτύσιμο θέλεις αφού είπες για την Παναγία μας. Και είχε κακό θάνατο κιόλας.
απόσπασμα ομιλίας π. Ευάγγελου Παπανικολάου

Δεν ήταν μόνο γενναίος πολεμιστής, ήταν και μεγάλος χωρατατζής και πολύ μερακλής στο χορό. Αφού ελευθερώθηκε η Ελλάδα και μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στην Αθήνα, μετακόμισε εκεί και ο Γέρο-Κολοκοτρώνης. Τον καλούσαν όλοι στις γιορτές και στα γεύματα τους. Μια κυρία λοιπόν νεο-αριστοκράτισσα η οποία τον κάλεσε σε γιορτή ντρεπόταν να πει ολόκληρο το επώνυμο του και τον έλεγε ”κύριε Κοτρώνη”. Όταν πήγε ο Γέρος να καθίσει στο γιορτινό τραπέζι της, αυτή του είπε ”Εσείς κύριε Κοτρώνη καθίστε εδώ”. Ο Γέρος σαν να μην άκουσε τίποτα στεκόταν όρθιος. Δεύτερη φορά η κυρία του λέει ”Εσείς κύριε Κοτρώνη εδώ”. Τίποτα αυτός, όρθιος και ατάραχος. Τρίτη φορά η κυρία ”Μα κύριε Κοτρώνη δεν με ακούτε, καθίστε εδώ”. Και της απαντά ο Γέρος ”Μα πώς να κάτσω κυρά μου αφού μου έκοψες τον κώλο;”. Ξέσπασαν όλοι σε γέλια και χειροκροτήματα. Αφού έφαγαν και ήπιαν καλά, ο Γέρος μεράκλωσε και άρχισε το τραγούδι και στη συνέχεια ήθελε και χορό. Η κυρία στριφογύριζε γιατί διαφορετικά και πιο αριστοκρατικά τα είχε προγραμματίσει. Μάλιστα για τη γιορτή αυτή είχε κρεμάσει στο ταβάνι για να φωτίζει, κάτι πολυτελές για την φτωχή τότε Αθήνα. Έναν πολυέλαιο με πολλά κεριά, τον οποίο καμάρωνε. Τραγούδι λοιπόν ο Γέρος, τραγούδι και κάποιοι άλλοι της παρέας, σηκώθηκαν για να χορέψουν τσάμικο. Ο Γέρος όταν χόρευε μεράκλωνε πολύ, έβγαζε ακόμα και τα τσαρούχια του και τα πετούσε στον αέρα. Το ίδιο έκανε και εκεί, με την κυρία να φωνάζει ”Σιγά τον πολυέλαιο, σιγά τον πολυέλαιο”. Δεν ξέρουμε τελικά αν τον έριξε ή όχι, αλλά αυτή η φράση έμεινε μέχρι τις μέρες μας να μας θυμίζει τον μερακλίδικο χορό του Γέρου μας.

***

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Αν σήμερα έχουμε λιγάκι ειρήνη, ξέρεις τι έχουν τραβήξει οι παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάσθηκαν; Τώρα τίποτε δεν θα είχαμε, αν δεν θυσιάζονταν εκείνοι. Και κάνω μια σύγκριση• πώς τότε, ενώ κινδύνευε η ζωή τους, κρατούσαν την πίστη τους, και πώς τώρα, χωρίς καμμιά πίεση, όλα τα ισοπεδώνουν! Όσοι δεν έχουν χάσει την εθνική τους ελευθερία, δεν καταλαβαίνουν.
Τους λέω: «Ο Θεός να φυλάξη να μην έρθουν οι βάρβαροι και μας ατιμάσουν!» και μου λένε: «Και τι θα πάθουμε;» Ακούς κουβέντα; Άντε να λείψετε, χαμένοι άνθρωποι! Τέτοιοι είναι οι άνθρωποι σήμερα. Δωσ’ τους χρήματα, αυτοκίνητα, και δεν νοιάζονται ούτε για την πίστη ούτε για την τιμή ούτε για την ελευθερία.
Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας• και την ελευθερία μας την οφείλουμε στους ήρωες της Πατρίδας μας, που έχυσαν το αίμα τους για μας.
Αυτήν την αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε και όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Είναι κρίμα να χαθή ένα τέτοιο έθνος! Και βλέπουμε τώρα, όπως πριν αρχίση ένας πόλεμος στέλνουν ατομικές προσκλήσεις, έτσι και ο Θεός με ατομικές προσκλήσεις μαζεύει ανθρώπους, για να κρατηθή κάτι και να σωθή το πλάσμα Του.
Δεν θα αφήση ο Θεός, αλλά πρέπει και εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε ανθρωπίνως και για ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως, να κάνουμε προσευχή να βοηθήση ο Θεός.
(Όσιος Παΐσιος: ΛΟΓΟΙ Α’ – (Ησυχαστήριον – Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σελ. 360-362)

 conandlight

Δεν υπάρχουν σχόλια: