
Από άρθρο του κύρ Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 13/9/1959
Η
γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι γιορτή μεγάλη και επιφανής. Κι
επειδή οι ύμνοι που ψέλνουνε σ’ αυτή είναι από τα πλέον μυρίπνοα άνθη
της υμνογραφίας μας, θέλω να μιλήσω σήμερα γι’ αυτούς.
Ναι!
Δε θα πάψω ποτέ όσο είμαι ζωντανός να λέγω θαρρετά αυτό που αισθάνομαι
για τα πατροπαράδοτα της φυλής μου κι ας με πικραίνουνε κάποιοι άνθρωποι
που δε θέλουνε τα δικά μας γιατί τρέμουν μήπως και τους πούνε χωριάτες.
Ναι
βρεθήκανε ένας-δύο που με βρίσανε για την αγάπη μας στη παράδοσή μας
και για τον ζήλο που έχω να την υπερασπίζω και να κάνω και τους άλλους
να την αγαπήσουνε. Με είπανε αγράμματο, βάρβαρο, φανατικό, επειδή
προσβάλλω τα είδωλά τους, και γιατί άραγε
όλη
τούτη η ανεκδιήγητη κακία; Μήπως κατηγορήσαμε κανένα από τα ιερά
πράγματα της φυλής μας και της θρησκείας μας; Όχι. Ίσια-ίσια γιατί τα
παινεύουμε. Αυτό είναι το μεγάλο κακό που κάνουμε. «Εν εστίν έγκλημα»
γράφει ο Μέγας Βασίλειος στους Ιταλούς και στους Γάλλους επισκόπους, «εν
εστίν έγκλημα νυν σφοδρώς εκδικούμενον, η τήρησις των πατρικών
παραδόσεων».
Τι
να απαντήσω σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Κλείνω μέσα στην καρδιά μου τον
πόνο που νιώθω από τα λόγια τους. «Εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και
ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελιγμούς». Δεν με πειράζουνε τα πικρά
λόγια τους. Δεν κρατώ καμμιά κακία για όσα λένε. «Το επιεικές υμών
γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» μας λέγει ο απόστολος Παύλος. Δεν ταράζει την
ψυχή μου ο θυμός. Ακόμα κι αν φταίγανε οι ίδιοι για την κατάσταση της
ψυχής τους, πάλι θα τους συγχωρούσα μ’ όλη την καρδιά μου. Πόσο
περισσότερο τώρα που δεν φταίνε αυτοί, αλλά η αντιπνευματική κατάσταση
που πλακώνει σήμερα τον κόσμο κι η στραβή παιδεία που παίρνουνε οι ψυχές
από την οικογένεια κι από τα σχολειά : «Άνθρωπος παιδείας μεν ορθής
τυχών και φύσεως ευτυχούς, θειότατον, ημερώτατόν τε ζώον γίγνεται. Μη
ικανώς δε ή μη καλώς τραφέν (δηλαδή ανατραφέν), αγριώτατον οπόσα φύει
γη»
Γράψαμε
πολλά γι’ αυτά τα λυπηρά καθέκαστα και χάσαμε κάμποσο χαρτί που θα
ευωδίαζε από τα άνθη της υμνωδίας του Σταυρού που είπαμε πριν.
Η
υμνωδία της Σταυροπροσκυνήσεως έχει έναν χαρακτήρα πολύ σοβαρόν κι
επιβλητικόν, γεμάτον μεγαλοπρέπεια, δύναμη, πίστη και δογματική
αυστηρότητα. Τα λόγια είναι συχνά σαν αστροπελέκια που πέφτουν, ωστόσο
μέσα σε ανθισμένα περιβόλια, περνώντας ανάμεσα από κάποια ψηλά και
βαθύσκιωτα δέντρα.
Οι
κατεβασιές που ψέλνουνε στον όρθρο έχουνε κάποια κραταιά μεγαληγορία,
που υψώνει τη διάνοια των πιστών που τις ακούνε κι ο ήχος που είναι
μελωδημένες δυναμώνει αυτή τη μεγαλοπρέπεια τους. Είναι ποίημα του αγίου
Κοσμά, επισκόπου Μαϊμουμά :
«Σταυρόν
χαράξας Μωσής επ’ ευθείας, ράβδω, την Ερθράν διέτεμε τω Ισραήλ
πεζεύσοντι. Την δε, επιστρεπτικώς, Φαραώ τοις άρμασι κροτήσας ήνωσεν,
επ’ εύρους διαγράψας το αήττητον όπλον. Δι’ ό Χριστώ άσωμεν, τω Θεώ
ημών, ότι δεδόξασται»
Στην
Πέμπτη ωδή ο υμνωδός λέγει με κατάνυξη : «Ω τρισμακάριστον ξύλον, εν ώ
ετάθη Χριστός, ο Βασιλεύς και Κύριος». ¨Ω τρισευλογημένο ξύλο, που σε
σένα απάνω τεντώθηκε (για να σταυρωθεί) ο Χριστός, ο Βασιλιάς και Κύριος
του κόσμου». «Δι’ ού πέπτωκεν ο ξύλω απατήσας …». Που μ’ αυτό (δηλ. με
τον Σταυρό) νικήθηκε ο διάβολος που είχε απατήσει με το δέντρο τη
Γνώσεως (το Ξύλον της Γνώσεως) τους πρωτόπλαστους.»
